Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Η κοιλιά του Εσθητού





Ραφαήλ Εσθητός, ο ήρωας. Η σκηνοθεσία του λόγου τον θέλει να στέκεται όρθιος. Στο έδρανο του κατηγορουμένου. Ενώπιόν του εικάζουμε την παρουσία ενός δικαστή. Στην προνομιακή θέση, ένα-δυο μέτρα πιο ψηλά. Υποθέτουμε ότι ο κατηγορούμενος έχει σκυμμένο το κεφάλι. Ίσως να κοιτάει αμήχανα, δεξιά και αριστερά. Δίπλα του υπάρχει ένα ποτήρι με νερό. Παίρνει βαθιά ανάσα και αρχίζει.


                                                          Η Κοιλιά, Δημήτρης Τσεκούρας, εκδ. Εξάρχεια, 2016, σελ. 94



Μαθαίνουμε ότι κάθε φορά που τον πνίγει η μοναξιά, βάζει την αγαπημένη τσάντα στην πλάτη, όπου φυλάει ένα βιβλίο και ένα φλασκί με ουίσκι. Ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματος και βγαίνει. Πάντα με κατεύθυνση τον υπόγειο. Του αρέσει να ταξιδεύει με τον ηλεκτρικό. Όσο και αν τον έλκει η ιδέα να πάει και να πέσει στις ράγες του. Πάντως με το που θα επιβιβαστεί στο βαγόνι, δεν τον ενδιαφέρει ο προορισμός. Ακριβέστερα, δεν υπάρχει γι’ αυτόν κανένας προορισμός. Αφήνεται αδιάφορος στην κίνηση του ηλεκτρικού. Αντλώντας κάποια αίσθηση ανακούφισης μπροστά στους περισπασμούς και την ακινησία της ζωής του. Άλλωστε, μπορεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού να κάνει και άλλα τινά. Όπως: να παρατηρεί τους επιβάτες, να εξετάζει τους ζητιάνους, να στοχάζεται γύρω από το θείο, να στρέφει αλλού το βλέμμα, όταν πέφτει πάνω σε παλιούς γνωστούς και να εύχεται τον εκτροχιασμό του τρένου, μπας και ανατραπεί για λίγο η αφόρητη μονοτονία της καθημερινότητάς του. Και όταν πια τα έχει κάνει όλα και αρχίζει να τον πιάνει η βαρεμάρα, αποβιβάζεται από τον ηλεκτρικό, ανεβαίνει στην επιφάνεια της γης και επιστρέφει στο σπίτι του, για να σπάσει τους καθρέφτες που αντανακλούν το είδωλό του και να δολοφονήσει το πολύ έτερον ήμισύ του.
Δεν υπάρχει κάτι περίεργο σε όλα αυτά – εξόν βεβαίως από το ότι κατοικεί σε μια μεγάλη κοιλιά και ακούει φωνές που τον προειδοποιούν να προσέχει τα ρήγματα και ότι απευθύνεται σε ένα ανύπαρκτο κοινό και ότι διαολοστέλνει δυο τρεις φορές τον δικαστή του και ότι κατηγορείται για τη δολοφονία του εαυτού του και ότι δεν έχει διαπράξει βεβαίως καμία δολοφονία του εαυτού του.
Στέκομαι όμως τώρα και ξαναδιαβάζω όσα έχω γράψει – τίποτα παραπάνω από μια απλή σύνοψη του βιβλίου, ελπίζω κατατοπιστική – και μια αυξανόμενη απορία απασχολεί το μυαλό μου ως προς το αναγνωστικό ενδιαφέρον που θα μπορούσαν να εγείρουν όλα αυτά. Αφού όπως είναι ολοφάνερο το κυρίως στόρι είναι από ανύπαρκτο ως περιορισμένο, τα όποια στοιχεία πλοκής αποτελούν προϊόν μιας απλής αναδιήγησης, που τα απονευρώνει από την ζωντανή δράση, και ό,τι στο τέλος μένει είναι αυτή η αναδιήγηση με τα σπαράγματα από εικόνες, πράξεις, στιγμιότυπα και κυρίως στοχασμούς. Και αν στην περίπτωση του θεατρικού είδους, όπου και η ορατή στόχευση του Τσεκούρα, όλες αυτές οι αφηγηματικές αβαρίες μπορούν με την υποστήριξη της υποκριτικής πράξης να εξελιχτούν σε αφηγηματικές αρετές, αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσαν να πάψουν να αναγνωρίζονται ως τέτοιες στην περίπτωση μιας νουβέλας. Θέλω να πω, μπορεί το εν λόγω αφήγημα να σταθεί με αισθητικές αξιώσεις σαν αυτοδύναμο πεζογραφικό κείμενο, ανεξάρτητο από την όποια επικουρία της υποκριτικής τέχνης;
Η απάντησή μου είναι απολύτως καταφατική. Και εξηγούμαι:
Αν πράγματι η γραφή είναι πριν από όλα ζήτημα γραφής, εννοώ μορφής, η γραφή του Τσεκούρα είναι σχεδόν υποδειγματική ως προς τον αισθητικό σκοπό και τον αισθητικό ρόλο της. Κερδίζει σε αμεσότητα, σε ειλικρίνεια, σε ευθυβολία, σε ευθυκρισία και σε ειρωνεία. Αφού έχει κατιτί το προφορικό και το απροσχεδίαστο, έστω και αν βοά από κάτω η αισθητική επεξεργασία που προηγήθηκε. Μάλιστα είναι τέτοια η αποτελεσματικότητά της, ώστε ακόμη και κάποια αλλοπρόσαλλα ξεσπάσματα του αφηγητή, που φαίνεται να μένουν αναιτιολόγητα από την περιρρέουσα θερμοκρασία της απολογίας του, αντί να εκλαμβάνονται σαν αστοχίες του συγγραφέα, μπορούν κάλλιστα να ενταχθούν στο αφηγηματικό σχέδιο ως υποστηρικτικά στοιχεία στη σκιαγράφηση ενός νευρωτικού χαρακτήρα. Η αίσθηση δε αυτής της νεύρωσης επιτείνεται διαρκώς μέσα από την αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στον εγκεφαλικό τρόπο εκφοράς του λόγου, που απλώνεται συνεχώς με παραγωγικούς και επαγωγικούς συλλογισμούς, μ’ έναν σχεδόν αψεγάδιαστο τρόπο, και στο παράλογο φορτίο των σκέψεων και των στοχασμών που κλείνει εντός της σαν απασφαλισμένη χειροβομβίδα.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι η διακειμενική συζήτηση που διαμείβεται πίσω και μέσα από τις γραμμές του Τσεκούρα. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε κάποιες επιμέρους σκηνές που παραπέμπουν είτε στο «Ένα Μαχαίρι» του Νίκου Καββαδία είτε στην «Αυτοκρατορία των Αισθήσεων» του Ναγκίζα Όσιμα, αλλά στη συνεχή συνομιλία του συγγραφέα με την λογοτεχνική απ’ ό,τι φαίνεται οικογένειά του, δηλαδή:
- με τον Φραντς Κάφκα, ως προς το θέμα της ενοχοποιημένης συνείδησης, που στην προκειμένη όμως αυτοτροφοδοτείται σαν βαθιά εσωτερικευμένη πληγή δίχως έξωθεν υποστήριξη,
- με τον Φερνάρντο Πεσσόα (κυρίως από το Βιβλίο της Ανησυχίας) ως προς την εμμονή στο νυστέρι της λογικής που βυθίζεται οδυνηρά στο εγώ για να αφαιρέσει τις μάσκες του και να αποκαλυφθεί πόσο τρωτό είναι,
- με τον Δημήτρη Δημητριάδη ως προς τη στοχαστική διάθεση του ήρωα, τη μικροπερίοδη εκφορά της γλώσσας και την εκτεταμένη χρήση της επανάληψης ως πυροδότη του λόγου,
- με τον Ευγένιο Ιονέσκο ως προς την ανάδειξη της εγγενούς τρέλας που υποβόσκει πίσω από τις θωρακισμένες πόρτες της λογικής,
Ας σημειώσω όμως ότι παρά την πύκνωση τόσων διακειμενικών αναφορών σε ένα τόσο μικρό βιβλίο, ο συγγραφέας καταφέρνει να διατηρήσει το δικό του υφολογικό χρώμα, να κατασκευάσει τον δικό του αφηγηματικό κόσμο, να νοηματοδοτήσει τη δική του λογοτεχνική φωνή με τόσο ενδιαφέροντα και πρωτότυπο τρόπο που θα ’λεγες ότι δεν χρωστάει σε κανέναν και πουθενά – και ας χρωστάει όπως όλοι.
Υπάρχει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον σε όλα αυτά. Λέω για τον κεντρικό πρόσωπο. Τον έναν και μοναδικό χαρακτήρα του βιβλίου. Τον μοναχικό ήρωα του Τσεκούρα. Τον Ραφαήλ Εσθητό. Που πάσχει από μανία καταδίωξης, βασανίζεται από πλήθος ψυχαναγκασμών, ακούει φωνές που τις αποδίδει στο θείο, κουβαλάει μια ενοχική συνείδηση, φέρει μια διχασμένη ταυτότητα, έχει τάσεις αυτοκτονίας και δεν μπορεί να ελέγξει και τόσο τα νεύρα του. Πολύ λίγους ήρωες μπορώ να ανακαλέσω στο μυαλό μου φιλοτεχνημένους με τόσο αντιπαθητικά χαρακτηριστικά. Ακόμη λιγότερους ανάμεσά τους που δεν μπαίνουν στον κόπο να γίνουν ούτε μια στιγμή συμπαθείς στον αναγνώστη. Και, τελικά, ελάχιστους από τους αυτούς που με κέρδισαν από την αρχή μέχρι το τέλος. Και όμως ο Εσθητός με κέρδισε. Σχεδόν ταυτίστηκα μαζί του. Είναι πλέον κομμάτι μου. Είναι μέρος μας. Μιλάει εξ ονόματός μας.

Πράγμα που εγώ το λέω σπάνια συγγραφική αρετή. 

Για ένα διαζύγιο που εκκρεμεί...


                                                                                                                                             Στην Ελένη Π.
Ως δήλωση αρχών. 
Σέβομαι τους ανιδιοτελώς θρησκευόμενους, ή για να είμαι ακριβέστερος την μεταφυσική πληγή απ' όπου γεννιέται η ανάγκη για τη θρησκεία, κρίνω όμως μεταφυσικά αδιέξοδη και κοινωνικά βλαβερή την έκφραση αυτής της ανάγκης.

Στο προκείμενο. 
Αντλώ από κάτι βυζαντινούς ύμνους και από τις πασχαλιές του επιτάφιου τις ομορφότερες αναμνήσεις της ζωής μου. Ομοίως αλιεύω από τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη της χουντοποιημένης εκκλησιαστικής μεταπολίτευσης τους πιο οδυνηρούς ραβδισμούς για τις κοπάνες μου από το κατηχητικό. Γνωρίζω ιερείς που γιορτάζουνε την 21η Απρίλη και κλείνουν συνωμοτικά το δεξί τους μάτι στον νεοναζισμό και άλλους που έσπευσαν στην κρίση με τους πρόσφυγες να προσφέρουν ακόμη και το σπίτι τους σαν προσωρινό κατάλυμα. Έχω συναντήσει ιερείς που με το που ανοίγουν το στόμα τους ευφραίνεται η καρδιά μου και άλλους που με κάνουν να ντρέπομαι για το ανθρώπινο είδος. Και βεβαίως θυμάμαι τον παπά-αντάρτη από το βιβλίο του Μίσσιου να βασανίζεται πιο σκληρά από όλους τους συντρόφους του στο ξερονήσι και άλλους να αναρριχώνται στην εκκλησία εξαργυρώντας το φιλοχουντικό παρελθόν τους.

Στο πιο προκείμενο. 
Υπάρχουν ποικίλες εκφάνσεις του ορθόδοξου φαινομένου. Θετικές ή αρνητικές. Τιμητικές ή προσβλητικές. Μπορεί ο καθένας, ανάλογα με τις αναφορές του, να αλιεύει είτε από τη μια δεξαμενή είτε από την άλλη. Που σημαίνει ότι δια της επαγωγής εδώ δεν βγαίνει άκρη. Και όλη η σχετική συζήτηση κινδυνεύει να λοξοδρομήσει σε ατέλειωτα κατεβατά από μαρτύρια ή αίσχη. Αλλά μια τέτοια προσέγγιση πέρα από το ότι δεν οδηγεί πουθενά απειλεί να δυναμιτίσει με νέους ταλιμπανισμούς το ήδη ταραγμένο ιδεολογικό κλίμα. 

Η θέση. 
Έξω από φανατισμούς και ιδεοληψίες πρέπει να ξαναπιάσουμε από την αρχή το θέμα που αφήσαμε στη μέση πριν από δύο αιώνες. Λέω για το αστικό αίτημα του διαχωρισμού κράτους και εκκλησίας ως βασικής προϋπόθεσης για την ακηδεμόνευτη λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και των κρατικών θεσμών της. Κι ίσως, λέω ίσως, η εξέλιξη της κουβέντας να επαναφέρει στα πνευματικά πράγματα του τόπου εκείνον τον ισχνό διαφωτισμό μας, που τόσο γρήγορα σκοτείνιασε κάτω από την επιβολή της τότε ιδεολογικής αντίδρασης.

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Το χέρι που σημαδεύει


Η ιδεολογική συγκρότηση της αμερικάνικης εικόνας για τον ρόλο της αστυνομίας έχει στο ένα άκρο "Τα σταφύλια της οργής" του Στάινμπεργκ και στο άλλο τις χολιγουντιανές παραγωγές τύπου Ρόμποκοπ. Και αν κάτι βεβαιώνει το ξεθώριασμα της πρώτης εικόνας και η ολοκληρωτική επικράτηση της δεύτερης είναι ότι μέσα από μια συστηματική και οργανωμένη πλύση εγκεφάλου, η ταξικά και κοινωνικά προσδιορισμένη λειτουργία της αστυνομίας έδωσε σιγά σιγά τη θέση της στην αντίληψη του μεμονωμένου οργάνου της τάξης, που με αυταπάρνηση και προσωπικό κίνδυνο υπηρετεί το κοινό καλό και τα βάζει με όλους ανεξαρτήτως τους κακούς.



Στις δεκαετίες που μεσολάβησαν από το ένα άκρο στο άλλο, ο αμερικάνικος καπιταλισμός κατάφερε να βγει πιο δυνατός από την κρίση, σωρεύοντας τον πλούτο στα χέρια των λίγων και τις ψευδαισθήσεις της ευμάρειας στα μυαλά των πολλών. Η οργάνωση ενός πανίσχυρου αστυνομοκρατούμενου κράτους με εκτεταμένους τιμωρητικούς μηχανισμούς αποτέλεσε έναν από τους βασικούς λόγους αυτής της εξέλιξης, που ως προς την εξασφάλιση της δημόσιας τάξης όχι μόνο δεν βοήθησε στον έλεγχο της εγκληματικότητας αλλά δημιούργησε τις συνθήκες για την ανάπτυξη ενός κοινωνικού εμφυλίου χαμηλής κλίμακας, που συνεχίζει ασταμάτητα να μαίνεται στα γκέτο και στους δρόμους της αμερικανικής κοινωνίας, με την αστυνομία να χαϊδεύει ή να σκοτώνει κατά ταξική και κοινωνική και ιδεολογική επιλογή.
Το πρόσφατο περιστατικό στη Σάρλοτ εντάσσεται σε αυτό κλίμα. Το υψωμένο χέρι της συμπαθούς κατά τα άλλα αστυνομικίνας που με χαρακτηριστική ευκολία σημάδεψε και σκότωσε τον άοπλο αφροαμερικανό ήταν οπλισμένο από αυτήν ακριβώς την εικόνα – που για άλλη μια φορά θα απενοχοποιηθεί μέσα από μια πειθαρχική, ποινική και ψυχιατρική διαδικασία εξατομίκευσης της ευθύνης. Ώστε να κατευναστούν οι κοινωνικές αντιδράσεις και να συνεχίσουν τα όργανα της τάξης ακηλίδωτα το έργο τους. Μέχρι την επόμενη δολοφονία.

ARTINEWS.GR

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Το πλάνο


Από τη μια άκρη μέχρι την άλλη εκτείνεται ασοβάτιστος τοίχος. Φαίνονται τα τούβλα του, σταυροειδώς τοποθετημένα. Δίχως ζωνάρια, παράθυρα ή πόρτες. Όπως καλύπτει όλη την πίσω επιφάνεια θα μπορούσε κανείς να πει ότι μοιάζει με θεατρικό σκηνικό ή σαν την αυλαία της σκηνής, που ανοίγει και κλείνει την παράσταση.


Μονόπρακτο στην προκειμένη, για έναν και μόνο ρόλο. Που έχει μόλις τελειώσει και η αυλαία έχει πέσει. Ο πρωταγωνιστής στέκεται μπροστά στο κοινό. Είναι ανυπόδητος, με τα πόδια μισάνοιχτα, τα χέρια σε στάση προσοχής και ετοιμάζεται για την υπόκλιση του αποχαιρετισμού. Σηκώνει λίγο τα μάτια, δεν υπάρχει κανένας θεατής. Υποκρίνεται τον αδιάφορο αλλά από μέσα τον τρώει το παράπονο. Είναι ώρα να φορέσει τα παπούτσια του για να κατέβει. Δίχως ούτε ένα χειροκρότημα.
«Κοίτα το πουλάκι» ακούει μια φωνή να εκβιάζει το χαμόγελό του. Στρέφει το βλέμμα δίχως να χαμογελάσει. Είναι ακριβώς η στιγμή που ο χρόνος παγώνει για πάντα την εικόνα του με το απορημένο βλέμμα, την υποψία πείσματος και τις ντεμοντέ άσπρες καλτσούλες μπροστά σε έναν ασοβάτιστο τοίχο, δίπλα στα αφόρετα παπούτσια, μια φθινοπωρινή ή ανοιξιάτικη μέρα με λιακάδα.
Αλλά έτσι όπως κάθεται μετά από σαράντα τέσσερα χρόνια και παρατηρεί τη φωτογραφία που του τράβηξε η μάνα του όταν ήτανε μωρό παιδί διακρίνει για πρώτη φορά μια εξόφθαλμη σκηνική αβλεψία που τόσο καιρό την προσπερνούσε σαν μην υπήρχε. Πρόκειται για τα φθαρμένα παπούτσια που είναι αφημένα στην άκρη του σκηνικού και δείχνουν πολύ μεγάλα για να φορεθούν από τον ίδιο – σε αυτά τα δύο μόλις χρόνια της ανάπτυξής του. Ένα αίσθημα αισιοδοξίας τον κυριεύει για την εξέλιξη του ρόλου του: υπάρχει εδώ μια προσήμανση συνέχειας, ότι δηλαδή κάποιο δραματικό απρόοπτο θα συμβεί από στιγμή σε στιγμή, για να δώσει εκ νέου ώθηση στην πλοκή και να τον κρατήσει για αρκετό ακόμη χρόνο πάνω στη σκηνή.
Αντιλαμβάνεται βέβαια ότι σε μια άλλη ανάγνωση θα μπορούσαν τα παπούτσια αυτά να εκληφθούν σαν συμβολισμός απουσίας: η ύπαρξη που κυριαρχεί στο κέντρο του πλάνου με τη μορφή του ήρωα και η απουσία της που ελλοχεύει σαν διαρκής απειλή στην άκρη της εικόνας με την μορφή των αφόρετων υποδημάτων. Υπάρχει άλλωστε και η τραχιά επιφάνεια του ασοβάτιστου τοίχου  που μαζί με τη σταυροειδή διάταξη των τούβλων και την εντύπωση της κατεβασμένης αυλαίας λειτουργεί υποστηρικτικά σε ένα τέτοιο ερμηνευτικό σχήμα.

Το σκέφτεται καλύτερα. Πράγματι, θα μπορούσαν. Αφού ως γνωστόν όλα είναι αφήγηση και η ιστορία κάθε αφήγησης εξαρτάται από τον αφηγητή και δευτερευόντως από τον υποψιασμένο αναγνώστη. Αλλά αν έτσι έχουν τα πράγματα τότε μια τέτοια αφήγηση δεν θα είχε καμία σχέση με την αληθινή ιστορία που αφηγείται τούτη η φωτογραφία. Θα ήταν βέβαια η αφήγηση μιας άλλης ιστορίας αλλά όχι η αφήγηση της δικής του ιστορίας με τη φωτογραφία που του έβγαλε η μάνα του για να τον θυμούνται, όταν δυο χρονών παιδί κόντεψε να πεθάνει από πνευμονία.