Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Η "γενοκτονία" των ειδών


Στην περίπτωσή μου ήταν αρκετή μία και μόνη φωτογραφία ανάμεσα σε δεκάδες άλλες τουριστικής επιδειξιομανίας:  το τρισευτυχισμένο ζεύγος  αγκαλιασμένο μπροστά στην είσοδο της Monsanto



Λέω για τον γεωπόνο ενός γειτονικού χωριού που για δεκαετίες είχε το σχεδόν μονοπώλιο στην προώθηση σπόρων και φυτοφαρμάκων σε ολόκληρη την περιοχή. Το τι είναι, το τι εκπροσωπεί και το τι επιδιώκει η Monsanto το ήξερα από διαβάσματα και ντοκιμαντέρ αλλά την τέτοιου είδους διεισδυτικότητα, ώστε να φτάνει η χάρη της ακόμη και σε ένα κουτσοχώρι  της Πέλλας την αγνοούσα ή ακριβέστερα δεν ήθελα να τη συνειδητοποιήσω. Δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι οι ντομάτες από τον λαχανόκηπο της μάνας μου μπορεί να ήταν απαλλαγμένες από λιπάσματα και φυτοφάρμακα αλλά έφεραν εντός του γενετικού τους υλικού το στοιχείο της ποιοτικής αλλοίωσης και υποβάθμισης.
Από τότε συλλέγω γηγενείς σπόρους που κοντεύουν να εξαφανιστούν – και πιστέψτε με, είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη και δύσκολη διαδικασία.  Την εκλαμβάνω ως μια ατομική στάση αντίδρασης στην υποκατάσταση των φυσικών μηχανισμών αναπαραγωγής της ζωής με υβρίδια που  υπηρετούν τη λογική αφενός της παγκόσμιας ομογενοποίησης και αφετέρου της εμπορικής εκμετάλλευσης των φυτικών και ζωικών ειδών.  Δεύτερη χρονιά φέτος που καλλιεργώ για ιδιωτική χρήση καρπούζι και πεπόνι «γηγενούς» προέλευσης, με σπόρο που εξασφάλισα από το Άγιο Όρος. Οι ποικιλίες αυτές είναι εμπορικά καταδικασμένες καθότι λεπτόφλουδες και ο καρπός τους δεν θα άντεχε  πάνω από δύο με τρεις μέρες στα σούπερ μάρκετ. Από γευστική όμως άποψη η υπεροχή τους σε σύγκριση με το καλύτερο υβρίδιο της αγοράς είναι κάτι παραπάνω από αδιαμφισβήτητη.

Αυτό που περιγράφω εδώ είναι μια ατομική στάση, που δεν υπέχει τίποτα παραπάνω από τον χαρακτήρα μιας ιδιωτικής άμυνας και δεν παράγει τίποτα παραπάνω από προσωπικό όφελος. Υπάρχουν βέβαια και άλλες πιο οργανωμένες μορφές αντίδρασης, όπως η περίπτωση του ΠΕΛΙΤΙ. Ό,τι όμως βλέπω είναι να σιγούν χρόνο με τον χρόνο οι φωνές κριτικής και να εξασθενούν χρόνο με τον χρόνο οι εστίες αντίδρασης μπροστά σε ένα πανίσχυρο μπλοκ δυνάμεων, που συμπεριλαμβάνει την εταιρία, τον παραγωγό, τον έμπορο και τον καταναλωτή. Εδώ, πράγματι, η οικονομική βάση του συμφέροντος φαίνεται να προσδιορίζει το εποικοδόμημα των συνειδήσεων, μορφώνοντας αντιλήψεις, κατευθύνοντας έρευνες και δικαιώνοντας εντέλει μια διαδικασία γενετικής χειραγώγησης των φυτικών και ζωικών ειδών με ό,τι αυτό σημαίνει για τις γεύσεις, την υγεία και τη φύση.
ARTINEWS.GR 

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Τα ανοιχτά μάτια της ποίησης


Τα γυάλινα μάτια των ψαριών, Ειρήνη Παραδεισανού,
εκδ. Βακχικόν, 2016, σελ. 56

Δεύτερη ποιητική συλλογή, στον ίδιο δρόμο που άνοιξε η «Ρητορική Ένδεια», αλλά με σιγουρότερα βήματα, διαυγέστερες εικόνες, στερεότερες μεταφορές, εν ολίγοις με κατακτημένα πλέον τα εκφραστικά μέσα, που επεξεργάζονται ή για να το πω καλύτερα αισθητοποιούν αισθητικά την ίδια πάνω κάτω θεματολογία   –  τη θέση, τον ρόλο, τις άμυνες του εγώ σε έναν αφιλόξενο κοινωνικό χώρο. Τούτος ο χώρος σκιαγραφείται σχεδόν εφιαλτικός από ποίημα σε ποίημα μέσα από οπτικοακουστικές εικόνες ψαρίσιων ματιών που φοριούνται από τον ανθρώπινο περίγυρο ή ασάλευτων μορφών που περιφέρουν τη δίψα τους σαν τα πεινασμένα σκυλιά ή «άσπρων νοσοκομειακών κραυγών» που αναπαράγονται από τηλεοράσεως ή κούφιων δοντιών που ντύνονται «το πατσουλί της πουτανιάς» και «ανασαίνουν πάνω σου τη σήψη».
«Ήταν στιγμές
που περπατούσα ανάποδα στην όψη μου.
Χέρια χαράζαν το δέρμα από μέσα.
Νύχια γαμψά
απ’ τη λαχτάρα μου να δω».
Το ποιητικό υποκείμενο της Παραδεισανού αποκαλύπτεται από τους εναρκτήριους ακόμη στίχους της συλλογής έγκλειστο μιας έξωθεν και έσωθεν πολιορκίας. Το βίωμα της εξωτερικής εχθρότητας και της εσωτερικής αλλοτρίωσης είναι τόσο ολοκληρωτικό, που το εγώ βιώνει το εγώ του σαν κάτι όχι μόνο ευάλωτο αλλά και ξένο. Δεν υπάρχει εδώ η (ψευδ)αίσθηση ενός αναπαλλοτρίωτου εσωτερικού ή εξωτερικού χώρου, απ’ όπου θα μπορούσε το ποιητικό υποκείμενο να σημάνει την αντίστασή του με τη μορφή μιας καταφυγής προς τα έσω, όπως για παράδειγμα η αυτογνωσία των αρχαίων, ή μιας καταφυγής προς τα έξω, όπως για παράδειγμα η έννοια του ταξιδιού στη λογοτεχνία του δρόμου. Το αίσθημα του αδιεξόδου που αποπνέει αυτή η αίσθηση δίνει στην ποίηση της Παραδεισανού μια ένσαρκη απόγνωση καρυωτακικής έντασης:
«Είμαι το κύμα που ναυάγησε στην απόκρνημνη γη
Κι ασθμαίνει τη στεγνή υγρή σταγόνα να φυλάξει

Κι είναι η σταγόνα το δάκρυ
Στο χείλι του αδέσποτου παιδιού
Που ξεψυχά μπροστά στα μάτια μου»
Αν μέσα σε όλη αυτή τη σκοτεινιά υπάρχει κάτι που φαντάζει φωτεινό είναι μερικά πρόσωπα, κάποιες μνήμες, ορισμένοι μύθοι και πριν απ’ όλα τα ποιήματα. Εδώ βρίσκεται το οχυρό της άμυνας απ’ όπου οργανώνει άλλοτε με αυτοσαρκαστικούς, άλλοτε με απελπισμένους και άλλοτε με ειρωνικούς τόνους τις αντιστάσεις της η Παραδεισανού, χωρίς όμως να τρέφει την ελπίδα κάποιας σωτηρίας: οι μνήμες είναι χαμένες, τα πρόσωπα απωλεσμένα ή ηττημένα, οι μύθοι «παραμύθια πεθαμένα», τα δε ποιήματα υπόκεινται στην ιδιοτελή πρόθεση του δημιουργού.

Ό,τι μένει απ’ όλα αυτά είναι μια αυξανόμενη απορία και μια εντεινόμενη αγωνία, που πυκνώνει το υπαρξιακό δράμα του σύγχρονου ανθρώπου, όταν αναγνωρίζει πόσο εξόριστος, τρωτός και εγκαταλελειμμένος είναι στο σύγχρονο κοινωνικό περιβάλλον. Η ποιητική έκφραση αυτού του κλίματος δεν φέρει τίποτα το ψεύτικο ή το υπερβολικό, γιατί δεν προέρχεται από απλωτές στην επιφάνεια αλλά από βουτιές της ποιήτριας στον πιο λασπερό βυθό. Όταν μάλιστα το ποιητικό υποκείμενο αίρεται πάνω από το εγώ ή το εμείς, για να γίνει ένα αυτό που διαλέγεται με τους αρχαίους μύθους, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του «Πενθέα», τότε ο ποιητικός λόγος νομίζω ότι φτάνει στις πιο αισθητικά άρτιες στιγμές του.
ARTINEWS.GR

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Ο αυτοβιογραφούμενος συγγραφέας



«Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμία πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τήδε ίσταμαι της ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων».



Σε όλο το σώμα ενός βιβλίου δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο αμήχανο μέρος από το αυτοβιογραφικό σημείωμα που γράφει ο συγγραφέας αυτοπαρουσιαζόμενος στο αναγνωστικό κοινό του. Το οπισθόφυλλο με την περίληψη ή το χαρακτηριστικό απόσπασμα έχει το νόημα μιας πρώτης ενημέρωσης για το κυρίως κείμενο και μύησης του υποψήφιου αναγνώστη στο κλίμα της γραφής. Οι πληροφορίες της έκδοσης που κατά κανόνα παρατίθενται στην τέταρτη σελίδα και ολοκληρώνονται με τα πρόσθετα τεχνικά στοιχεία της προτελευταίας σελίδας έχουν τη λειτουργικότητά τους ως προς την τοποθέτηση του έργου στον χρόνο, τον εμπορικό προσδιορισμό των πνευματικών δικαιωμάτων και την αναφορά στα πρόσωπα που συνέβαλαν στις επιμέρους φάσεις της έκδοσης.
Τα αυτοβιογραφικά όμως κείμενα που απαντώνται στο «αυτί» του εξώφυλλου δεν υπηρετούν καμιά ουσιαστική ανάγκη σε σχέση με το ίδιο το βιβλίο. Φαίνεται να έλκουν την καταγωγή τους από μια ξεπερασμένη θεωρητική αντίληψη που λέει ότι η κατανόηση του κειμένου δεν έχει στο επίκεντρο το κείμενο αλλά τον δημιουργό του, ενίοτε δε και την εποχή του, η δε κριτική/φιλολογική επεξεργασία του νοήματος προϋποθέτει μια επαρκή ποσότητα από σχετικές πληροφορίες. Όλες αυτές οι δεκαετίες των θεωρητικών ερευνών και όλα αυτά τα άλματα που στο μεταξύ σημειώθηκαν από τον δομισμό, τον μετα-δομισμό, τη θεωρία της αποδόμησης, τη θεωρίας της πρόσληψης κτλ. δεν στάθηκαν απ’ ό,τι φαίνεται ικανά να υποβαθμίσουν τον ρόλο που το συγγραφικό εγώ επιμένει να διεκδικεί στην παραγωγή του νοήματος και να στρέψουν ολοκληρωτικά το αναγνωστικό ενδιαφέρον στο κυρίως σώμα του κειμένου.
«Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες. Εγώ δεν είμαι μέλος καμιάς Εταιρίας Λογοτεχνών και δεν πρόκειται, λόγου χάρη, να ζητήσω σύνταξη.
Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενική Ασφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου Ποιήματα 1941-1971»
Από την άλλη, ορισμένα από τα σημειώματα αυτά είναι άκρως αποκαλυπτικά για τον δημιουργό τους – και μάλιστα όχι από την άποψη των ίδιων των πληροφοριών που περιέχουν. Υπάρχουν σημειώματα που προδίδουν την ανασφάλεια του συγγραφέα, που αποκαλύπτουν την αλαζονεία του, που φανερώνουν το άγχος της αναγνώρισής του. Υπάρχουν σημειώματα που προσπαθούν να δελεάσουν τον αναγνώστη, που λειτουργούν σαν διαφημιστικά μηνύματα, που υπηρετούν την ανάγκη αυτοδικαίωσης. Υπάρχουν σημειώματα που δείχνουν την αδυναμία του συγγραφέα να συμφιλιωθεί με τον χρόνο ή ακόμη και με τον γενέθλιο τόπο, την ανάγκη να βεβαιώσει την κοινωνική του θέση, την προσπάθεια να αποδείξει την πνευματική του υπεροχή.

Στον αντίποδα όλων αυτών, στέκεται το γνωστό αυτοβιογραφικό σημείωμα του Άρη Αλεξάνδρου, απ’ όπου και τα αποσπάσματα που παραθέτω (Η Εξέγερση της Κροστάνδης, εκδ. Πανοπτικόν, 2015). Που δεν κομπάζει, δεν ξιπάζεται, δεν διαφημίζει, δεν εντυπωσιοθηρεί, αλλά διεκπεραιώνει την πληροφοριακή του λειτουργία αναδεικνυόμενο σε προγραμματικό κείμενο (αισθητικών-ιδεολογικών) αρχών, που αφενός οργανώνει μια σχέση ειλικρίνειας στην επικοινωνία του δημιουργού με το κοινό και αφετέρου εξασφαλίζει την δική του αισθητική αυτοτέλεια. Ως τέτοιο θεωρώ ότι είναι αφεαυτού δικαιωμένο όσον αφορά τη θέση και τον ρόλο του στο βιβλίο και, κατά τη γνώμη μου, ορίζει ένα μέτρο ήθους ως προς τη σχέση του συγγραφέα με τον εαυτό του, με τη γραφή του και με τον αναγνώστη του.
ARTINEWS.GR