Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Αντί βιογραφικού I

"...Αλλά από μέσα του έβραζε. Του ’βγαινε το Πουλιοπουλαίικο από την πλευρά όχι του πατέρα αλλά του μπάρμπα του. Του μπάρμπα του Παντελή του Πουλιόπουλου,  που απ’ όπου και να τον έπιανες ένα επιφώνημα έκπληξης αν ήξερες. Ότι οργάνωσε τα σοβιέτ των φαντάρων στη Μικρασία και από θαύμα γλίτωσε την εκτέλεση για εσχάτη προδοσία, ότι για ένα ολόκληρο πεντάωρο ξεδίπλωσε τη ρητορική του ευφράδεια μπροστά στους δικαστές δίχως καθόλου να σκιαχτεί κατηγορούμενος για το μακεδονικό, ότι τα ’βαλε με την κομματική αρτηριοσκλήρωση και την πολιτική αμάθεια που πιο νωρίς απ’ όλους είδε να κυριαρχεί στην ηγεσία της κομουνιστικής πρωτοπορίας, ότι έκανε φυλακισμένος στην Ακροναυπλία και άφησε αναξιοποίητη την μία και μόνη ευκαιρία που είχε να δραπετεύσει γιατί δεν ήθελε να υποστεί τις συνέπειες ο συνοδός του φύλακας και ότι έμεινε πιστός στο επαναστατικό του καθήκον μέχρι την ύστατη στιγμή της ζωής του μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα όταν πήρε τον λόγο και ζήτησε από τους Ιταλούς φαντάρους να επιδείξουν διεθνιστική αλληλεγγύη κατεβάζοντας τα όπλα, για να του σφραγίσει μια και καλή το στόμα με το πιστόλι του ο αξιωματικός τους προκειμένου να συνεχιστεί κα για τους υπόλοιπους εκατόν τρεις η διαδικασία της εκτέλεσης.




Αυτός λοιπόν ήταν ο μπάρμπας του ο Παντελής, που συν τοις άλλοις στα σαράντα τρία μόλις χρόνια του πρόλαβε ανάμεσα στα κυνηγητά, στους πολέμους, στις φυλακίσεις και στις αρρώστιες, να σπουδάσει νομική, να εντρυφήσει στη μαρξιστική φιλοσοφία και πολιτική, να μάθει δέκα ξένες γλώσσες, να οργανώσει σαν δικηγόρος ομάδα νομικής βοήθειας προς τους εργαζομένους, να διατελέσει πρόεδρος του πολυπληθούς συλλόγου βετεράνων πολέμου και πρώτος βεβαίως γραμματέας του ΚΚΕ, να συγκροτήσει την αριστερή θεωρητική και κομματική αντιπολίτευση στον αρχόμενο σταλινισμό, να οργανώσει την τροτσκιστική ομάδα Σπάρτακος, να μεταφράσει Μαρξ, Κάουτσκι, Τρότσκι και Μπουχάριν και να συγγράψει διάφορα βιβλία που ακόμη και σήμερα μνημονεύονται ως προς την εμβριθή ανάλυση της μεταξικής δικτατορίας και του ελληνικού καπιταλισμού..." 

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Άρμη


Εσύ θα με ρωτούσες: «Γιατί φύγανε, μπαμπά;»
Εγώ θα σου απαντούσα: «Κάτσε να σου πω ένα παραμύ­θι, για να καταλάβεις γιατί φύγανε».
Εσύ θα απορούσες: «Και το παραμύθι του ύπνου τι είναι, ρε μπαμπά; Δεν είναι παραμύθι;»
Εγώ θα σου εξηγούσα: «Παραμύθι είναι κι αυτό. Σήμε­ρα όμως θα σου πω ένα από τα άλλα, από τα κανονικά παραμύθια, που ξέρω ότι σ’ αρέσουνε πολύ. Από αυτά που σου λέει κι η μαμά σου για τα παλιά τα χρόνια, τους καλούς πρίγκιπες και τα κακά τέρατα, κείνα τα ξωτικά».



Στα παλιά τα χρόνια, σαν διψούσανε οι άνθρωποι, ανοίγανε πηγάδια. Πιάνανε τους κασμάδες και τα φτυάρια, σκάβανε λακκούβες, στο μισό μέτρο βρίσκανε νερό, στα πέντε μέτρα στέρνευε μέχρι απάνω η τρύπα. Γάργαρο νεράκι, ξεδίψασμα για την ανάγκη τους, δροσιά για την ψυχή τους. Μετά όμως ήρθαν ξερικοί καιροί, στεγνώσανε τα ποτάμια, τραβήχτηκαν οι λίμνες και ξεραθήκαν τα πηγάδια. Φέρνανε γεωτρύπανα να ξεσκίσουνε τα εσώτερα της γης, έσκαβε το ατσάλι μέσα στο κατάξερο χώμα, έβρισκε πέτρα κι έπεφτε πάνω σε βράχια, μούγκριζε η μηχανή τα σιωπηλά μουγκρίσματα της γης που της ανοίγανε τις σάρκες, της μπήγανε βαθιά το σωλήνα στα ογδόντα και στα εκατό και στα εκατόν πενήντα και στα διακόσια δέκα μέτρα βάθος, αλλά και πάλι ίσα με ένα βιαστικό ξεδίψασμα το νερό που βρίσκανε, κι αυτό υφάλμυρο. Όσο που να πιουν, ξαναδιψούσαν. Ευχαρίστηση δεν είχαν.
Κι έτσι όμως αλμυρό που το ’βρισκαν, νεράκι ήταν, το ζητούσε ο οργανισμός τους. Αφού τους έκανε η φύση τέτοιους που χωρίς νερό δεν ζούσαν. Και πίνανε και πίνανε το υφάλμυρο νερό, χρόνια πολλά, από παιδιά ακόμη, κι ύστερα που μεγαλώνανε. Με τον καιρό έμαθαν στη γεύση του, συνήθισαν στην αλμύρα του κι άρχισε να τους αρέσει. Αλατίστηκε το αίμα τους και πότισε με άρμη όλα τα όργανά τους, αλμύρισαν τα νεφρά τους, αλμύρισε το συκώτι τους, αλμύρισε το έντερό τους, αλμύρισε η σπλήνα τους, αλμύρισε κι η καρδιά τους. Μες στην άρμη γεννιούνταν, πολλαπλασιάζονταν και πέθαιναν όλα τα κύτταρά τους. Λες και το ’χανε πια γραμμένο στον γενετικό τους κώδικα και πήγαινε η αλμύρα απ’ τους γονείς στα παιδιά και απ’ τα παιδιά στα δικά τους παιδιά. Αλμύρισε το γένος των ανθρώπων, κακό μεγάλο που μας βρήκε.
Κι έτσι, οι από μέσα γλυκολίμνες τους, που παλιά κελάρυζαν καθάριο, δροσάτο νερό, γινήκαν πικρολίμνες, που βούρκωναν δυο μέτρα πάτος μες στο αλάτι, κι άλλο δεν μπορούσαν πια να ζήσουν τα κανονικά ψάρια που ζούσανε παλιά εκεί, μόνο κάτι τέρατα μεγάλα κολυμπούσαν, όπως αυτό που λένε ότι ζει κρυμμένο στο Λοχ Νες, και κάτι άλλα πιο μικρά, πώς είναι αυτά που έχει στη Δρακόλιμνη ψηλά πάνω στα Ζαγόρια και μ’ είχε ανεβάσει ο μπαμπάς μου μια φορά μικρό παιδί και τα κοιτούσα και παραξενευόμουνα και φοβόμουνα έτσι περίεργα και άσχημα που ήταν.
Αλλάξανε για τα καλά οι άνθρωποι. Και απ’ έξω και από μέσα. Σαν τις σαρδέλες, όταν τις παστώνουν με χοντρό αλάτι και τις κλείνουν σε κονσέρβες. Παστωμένη σε κονσέρβες η ζωή τους, συντηρημένη μούμια η ψυχή τους, φορεμένη πανοπλία το σώμα τους, κολλημένη μάσκα το πρόσωπό τους και δυο γυάλινοι σβόλοι στερεωμένοι στα μάτια τους. Αλλιώς κοιτούσαν, αλλιώς καταλάβαιναν, αλλιώς επιθυμούσαν κι αλλιώς έκαναν. Όλα αλλιώς. Ό,τι ήταν απ’ τον γλυκόνερο παλιό εαυτό τους, το σιχαίνονταν και το μισούσαν. Κατά βάθος ίσως και να το φοβούνταν. Και στ’ αλήθεια το φοβούνταν. Γιατί είχανε πια τους λόγους τους να το φοβούνται.
Φοβούνταν τη δροσιά του καλοκαιρι­νού πρωινού, τη συννεφιά της φθινοπωρινής μέρας, τη βροχή της ανοιξιάτικης μπόρας, το χιόνι της χειμωνιάτικης νύχτας, γιατί είχαν μέσα τους μεγάλη ανησυχία μην τύχει και ξαλμυρίσει από το γλυκόνερο το σώμα και η ψυχή τους κι αρχίσουνε μετά και λιώνουν οι σαπισμένες σάρκες και πέφτουν κάτω τα ξεραμένα μέλη και βρομάνε από πάνω ως κάτω θανατίλα, και τα λόγια και τα χαμόγελα και τα κοιτάγματά τους.
Τον καθαρό ουρανό μόνο θέλανε. Τις ανέφε­λες μέρες και τις αστρόφεγγες νύχτες. Ας κρατούσανε για πάντα. Αλλά για πάντα πάντα. Καλοκαίρι και χειμώνα και φθινόπωρο και άνοιξη και μέρα νύχτα και κάθε μέρα και όλες τις ώρες και λεπτό το λεπτό. Στο κάτω κάτω, τι τα χρειάζονταν άλλο τα βρόχινα γλυκόνερα; Αφού καθόλου ανάγκη δεν τα είχαν. Τους φτάνανε και τους παραφτάνανε όσα πικρόνερα αφαλάτωναν από τις αλυκές στις θάλασσές τους, κι ας ήξεραν ότι εκεί κοντά ήταν που ξέχυναν μαζεμένοι όλοι οι υπόνομοι τα απόνερα της ζωής τους. Κάτι σιχαμένα λύματα από τις τουαλέτες και από τα μαγαζιά και από τα εργοστάσιά τους, σκέτη γλίτσα δηλαδή, δηλητήριο κανονικό, να πας κοντά και να μυρίσεις δεν μπορούσες, να πιεις το σιχαινόσουν. Αλλά αυτοί το έπιναν με ευχαρίστηση και με λαχτάρα, έτσι που είχαν συνηθίσει. Πρώτα βέβαια το εμφιάλωναν, να βλέπουν πως είναι καθαρό και να ησυχάζουν.
Και το έβαλαν γινάτι να τα ξεράνουν όλα τα άλλα τα γλυκόνερα, σταγόνα να μη μείνει. Μια και καλή να ξεμπερδέψουν. Με τα εγγειοβελτιωτικά πήραν να στραγγίζουν τα επιφανειακά και με τις γεωτρήσεις να ρουφούν τα υπόγεια ύδατα, με τα αεροπλάνα να βομβαρδίζουν τα σύννεφα και με τα αέρια να φτιάχνουν θερμοκήπια, να ανεβάζουν τις θερμοκρασίες και να λιώνουν τους πάγους. Οπότε άρχισε να μικραίνει η μία λίμνη και να ξεραίνεται εντελώς η άλλη, να ρηχαίνει ο ένας ποταμός και να στερεύει εντελώς ο άλλος.
Αλλά ό,τι κι αν έκαναν, μεγάλη προκοπή δεν είχαν. Γιατί συνέχιζε ο ουρανός να κουβαλάει σύννεφα, να ρίχνει κιόλας αραιά και πού από καμιά μικρή ψιχάλα. Με το που έβλεπαν τα σύννεφα και βρέχονταν απ’ τις ψιχάλες, τους έπιανε μεγάλη στενοχώρια. Στη γη τα είχαν βολέψει μια χαρά, στον ουρανό όμως τα βρήκαν σκούρα. Κατάστεγνο τον θέλανε, υγρός και βροχερός ακόμη ήταν. Κάτι έπρεπε να κάνουν.
Στην αρχή είπαν να αλλάξουν κόσμο. Ψάξανε λοιπόν στο διάστημα να βρούνε άλλον κόσμο. Στείλανε πρώτα διαστημόπλοια με κάτι αστροναύτες, κοιτάξανε εδώ, κοιτάξανε εκεί και τίποτα δε βρήκαν.
Μετά είπαν να φτιάξουν στη Σελήνη κάτι τεράστιους θόλους, να κουβαλήσουν μέσα ανθρώπους, να τους χτίσουν πολυκατοικίες για να κοιμούνται, να τους κάνουν εργοστάσια για να δουλεύουν, να τους στείλουν ποδοσφαιριστές για να ξεχνιούνται, να τους βάλουν αεροτουρμπίνες για να αναπνέουν, video-wall με πρωτόγονες εικόνες από βροχές, και δάση και ηλιοβασιλέματα στη γη, για να μαθαίνουν ιστορία, βαλσαμωμένα πουλιά στους δρόμους και αγάλματα με ζώα στις πλατείες, για να τρομάζουνε με το πώς ήταν παλιά η ζωή και να χαίρονται με το πώς είναι τώρα. Ωραίο όμως να το λες και δύσκολο να το κάνεις. Κόστος κατασκευής και τεχνικός εξοπλισμός και έξοδα συντήρησης και διαφήμισης και μεταφοράς και λαδώματα και οι πολιτικοί να ζητάνε όλο μίζες και οι οικολόγοι συνέχεια να γκρινιάζουν και, και, και… ένα μπάχαλο. Συμφέρει; Τζίφος. Καθόλου δε συμφέρει.
Στο τέλος σκέφτηκαν τι τους θέλουμε τους άλλους κόσμους στους ξένους πλανήτες, ας κάτσουμε εδώ να φτιάξουμε καινούριους μέσα στον δικό μας. Κι ούτε έξοδα ούτε μετακινήσεις ούτε ανακατωσούρες. Ενώσανε λοιπόν καλώδια, υψώσανε κεραίες, τοποθετήσανε πομπούς, χρησιμοποίησαν ηλεκτρομαγνητικά κύματα και κατασκεύασαν τηλεοπτικές πραγματικότητες και εικονικές αλήθειες και ηλεκτρονικούς κυβερνοχώρους. Ο ψεύτικος αληθινός τους κόσμος. Ο δικός τους αποδώ και πέρα κόσμος, ο ψεύτικος και αληθινός που ζούσαν.
Πρώτα από τις οθόνες των τηλεοράσεων κι ύστερα από τις οθόνες των υπολογιστών. Κάθε σπίτι και ένας, δύο, τρεις και τέσσερις και πέντε, παρακαλώ, τέτοιους ψεύτικους αληθινούς κόσμους. Μια ολόκληρη καινούρια οικουμένη, με τους μισούς ανθρώπους της κλεισμένους πίσω απ’ τις οθόνες και με τους άλλους μισούς να στέκονται θαμπωμένοι από μπροστά. Οι πιο τυχεροί μάλιστα μοιράστηκαν στα δύο. Πότε αποδώ και πότε αποκεί, ή αλλιώς ο μισός εαυτός μέσα στην οθόνη κι ο άλλος μισός απ’ έξω.
Επιτέλους βρήκαν την ησυχία τους. Ξένοιασαν για τα καλά με τα σύννεφα και με τις βροχές και με τις πλημμύρες και με τα ξαλμυρίσματα. Τι άλλο θα μπορούσαν να περιμένουν από τη ζωή τους; Ό,τι ήθελαν θα το είχαν αποδώ και πέρα. Ό,τι ονειρεύονταν θα το ζούσαν αποδώ και πέρα. Έφτασε λοιπόν στο τέλος της η ιστορία των ονείρων και των προσπαθειών τους κι αποδώ και πέρα θα άρχιζε ο επίγειος παράδεισός τους. Με ένα κλικ και να που ανοίγει η μαγική πύλη. Μια νέα ζωή απλώνεται μπροστά σου, όπου οι έρωτες, οι πόλεμοι, οι φιλίες, η πολιτική, ο πόνος και η χαρά θα υπάρχουν πρώτα ως θέαμα κι ύστερα θα υπάρχουν, αν υπάρχουν, και ως έτοιμο σενάριο για να το ζήσουν όλοι.
Αλλά δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα. Γιατί νέα προβλήματα εμφανίστηκαν, πιο σοβαρά ακόμα. Με πέντε και έξι ψεύτικους ουρανούς να φωτίζουν μέρα νύχτα μέσα στο σπίτι τους, με πέντε και έξι ψεύτικους ουρανούς να ακτινοβολούν μέρα νύχτα μπροστά στα μάτια τους, άρχισε να σιγοψήνεται το αλάτι που είχαν πασαλειμμένο πάνω τους, να πετσώνει για τα καλά στο κρέας, να πιάνει ένα στρώμα κρούστας, να λεπιάζει η κρούστα και να γεμίζει το δέρμα τους με λέπια. Από πάνω ως κάτω λέπια. Λες κι ήταν ψάρια.
Στην αρχή τρόμαξαν με τον καινούριο εαυτό τους, αλλά όσο περνούσε ο καιρός, άρχισαν να συνηθίζουν. Δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. Ο νόμος της φυσικής εξέλιξης. Το λέει και η βιολογία. Αλλάζουν οι συνθήκες; Αλλάζουν και τα είδη. Αλλιώς εξαφανίζονται. Έπρεπε λοιπόν και οι άνθρωποι να αλλάξουν, για να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Γιατί στο μεταξύ λιώσανε οι πάγοι και φούσκωσαν οι θάλασσες. Κοντεύανε πια να πνιγούν μες στα αλμυρά νερά τους. Και να που βρήκαν έναν τρόπο να γλιτώσουν.
Πνίγονται στις φουσκονεριές τα ψάρια; Σιγά να μην πνίγονται. Ε, ούτε κι οι άνθρωποι θα πνίγονται. Ο κύκλος της δημιουργίας: από το νερό βγήκαν, στο νερό ξαναγυρνούσαν να γλιτώσουν. Ένας κύκλος είναι η ζωή, σου το λέω να το ξέρεις. Πας, πας, και πάλι πίσω ξαναγυρνάς. Αλλά ήταν σίγουρο ότι και αυτοί θα ξαναγυρνούσαν; Ναι, έτσι πίστευαν, ότι θα ξαναγυρνούσαν κι ότι θα γλίτωναν. Τι τα είχαν πάνω τους τα λέπια; Για μόστρα;
Αλλά πάλι… να σου το πω αλλιώς για να καταλάβεις. Πιάνεις με πετονιά μια σαρδέλα, βγάζεις όλα τα εντόσθιά της, την πασαλείβεις με χοντρό αλάτι και την κλείνεις στην κονσέρβα, για να την έχεις μεζεδάκι το χειμώνα που θα κάθεσαι με τους φίλους σου να πίνεις τσίπουρα και ούζα. Κι όμως, άνθρωπος είσαι, σε πιάνει στα καλά καθούμενα το πονετικό σου εκεί που πίνεις χειμώνα καιρό με τους φίλους σου τρίτο καραφάκι τα τσίπουρα και τα ούζα και το λυπάσαι το ζωντανό έτσι ψόφιο στην κονσέρβα που το βλέπεις μες στα χοντρά αλάτια και λες κρίμα είναι το καημένο, ας το ξαναρίξω στο νερό για να χαρεί τα νιάτα του, να βρει το ταίρι του, να μη στενοχωριέται κι η καημένη η ψαρομάνα του. Και το παίρνεις από την κονσέρβα, το περνάς ένα χέρι καθάρισμα να φύγουν τα χοντρά αλάτια και το ξαναρίχνεις μέσα στη λεκάνη στο νερό να κολυμπήσει. Θα κολυμπήσει; Όχι, πες μου εσύ, τι πιστεύεις; Θα κολυμπήσει;
Έτσι κι αυτοί. Παστωμένοι με τα αλάτια στις κονσέρβες τους, λεπιασμένοι με τα αλάτια στη ζωή τους, ψάχνανε τρόπο να κολυμπήσουν στα θαλασσόνερα, που όλο φούσκωναν και σηκώνονταν γύρω από τις στεριές τους. Βρήκανε τελικά τον τρόπο; Να σου πω τώρα ότι τον βρήκανε; Ψέματα δε θέλω να σου λέω. Όσο και να το παλεύανε να κολυμπήσουν, στο ανάσκελο μόνο και στο ακούνητο όλο μένανε.
Και μετά… Άσ’ το καλύτερα… Γιατί… γιατί μετά… γιατί μετά ξυπνήσανε απότομα, για να ζήσουν το δικό τους παραμύθι του ύπνου. Κι ήταν εφιάλτης. Χειρότερος κι από τα χειρότερα όνειρά τους. Τουλάχιστον όμως ξυπνήσανε. Να κάνουν τους υπολογισμούς τους και να δουν τη ζημιά και το χρεωστικό τους. Τι είχανε δηλαδή και τι χάσανε.
Έτσι. Τι είχανε και τι χάσανε.

Και να σου πω τώρα ότι ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα;

Όχι, όχι, ψέματα δε θέλω να σου λέω.

Το παραμύθι του ύπνου, Μεταίχμιο 2008, σελ. 185-195

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Κόκκοι σκόνης


"Γιατί όσο και αν στριμώχνομαι στους τέσσερις τοίχους του νοσοκομειακού μου θαλάμου, με το που ακουμπάω τα δάχτυλα πάνω στο πληκτρολόγιο του φορητού βλέπω την οικουμένη μου να διαστέλλεται και αισθάνομαι το κορμί μου να σφύζει από ζωντάνια. Σηκώνομαι τότε από το κρεβάτι, πετάγομαι μέχρι τη βιβλιοθήκη Αλεξάνδρειας, κάνω μια γύρα μέχρι τα ακρότατα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εφορμώ στην κεντρική πύλη της πολιορκημένης Τριπολιτσάς, φορτώνομαι τα εκρηκτικά για την ανατίναξη του Γοργοπόταμου, μεταφέρομαι σιδηροδέσμιος από ασφαλίτες για ανάκριση στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, κολυμπάω αμέριμνος και κάνω απλωτές και μακροβούτια στην αποξηραμένη Κάρλα, βγαίνω μια βόλτα στις αθηναϊκές πλατείες με τους αγανακτισμένους, και όταν αρχίζω να κουράζομαι επιστρέφω αμέσως στο κρεβάτι για έναν γρήγορο και απονήρευτο υπνάκο.
Και καθόλου μα καθόλου δεν ζηλεύω τα ταξίδια, τις διασκεδάσεις, τις περιπέτειες ή τις συναναστροφές των άλλων, αφού στις πιο ανύποπτες στιγμές βρίσκω τον εαυτό μου σε εξωτικά μέρη με τις πιο όμορφες γυναίκες του κόσμου ή σε αιματηρές μονομαχίες με τους πιο γενναίους ήρωες της ιστορίας ή σε συζητήσεις με τα πιο επιφανή πνεύματα της ανθρωπότητας, να ερωτεύομαι, να τρέχω, να σφαγιάζομαι και να φιλοσοφώ ακατάσχετα, πάντα κολλημένος και ακίνητος μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου".


Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

- Pigman ή, αλλιώς, η μοναξιά του σχοινοβάτη -






- Pigman: Απ’ το δίσκο των Pink FloydAnimals”.
- Η μοναξιά του σχοινοβάτη: Από τον ομώνυμο δίσκο των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα.











Λες και έβγαινε απ’ την ψυχή του: πρώτα ένα πηχτό γουρουνίσιο γρύ­λισμα, ύστερα κάτι υπόκωφοι ήχοι σε μονότονη επανάληψη και στο τέλος η ηλεκτρισμένη αλήθεια σαν σπα­σμένο γυαλί που χαρακώνει.
Λύκειο και πανεπιστήμιο τέτοια άκουγε συνέχεια. Γι’ αλλού φυσούσε από καιρό και αλλού τραβούσε αυτός, παντιέρα οι μουσικές και τα διαβάσματα. Κλεισμένος στο δωμάτιο, Έσσε και Καζαντζάκης πιο παλιά, Μαρξ και Αλτουσέρ μετά, πάντα θα τα διαβάσω και θα τα διαβάσω, αλλά αραχτός τις πιο πολλές φορές με τα φώτα χαμηλωμένα και εκατό ντεσιμπέλ παρέα, προτίμηση τα σπαραχτικά της Joplin και τα αυτοκτονικά του Bucley, τα κοινωνικά των Class και τα ολοσκότεινα του Cave. Το ’να καλύτερο απ’ το άλλο και αυτό καλύτερο απ’ όλα. Κομματάρα. Δέκα χρόνια κολλημένος και ας είχε αρχίσει πια το μισογύρισμα στο λαϊκό, κακή συνήθεια απ’ το στρατό. Το ’βαζε και το ξανά­βαζε στη σειρά, ώσπου να το βαρεθεί. Πιο πολύ την εισαγω­γή. Έβγαινε στο δρόμο με το γκάζι σανιδω­μένο και τη μουσική στη διαπασών, κοι­τούσε από δω και από κει τους άλλους οδηγούς, ερχόταν στο μυαλό του ο στίχος του Χάρη και Πάνου «και για το πείσμα σας γουρούνια, θα αντέχω», ας μην άντεξε ούτε ο Παύλος στο τέλος, και έμενε μ’ ένα αίσθημα ικανοποίησης για τον εαυτό του.
Μόνο σ’ ανοιχτούς δρόμους το ευχαριστιόταν και ακόμα περισσότερο άμα σχολούσε απ’ το γραφείο. Ασκούμενος δικηγόρος, χωρίς θείους φτασμένους νομικούς ή φίλους του πατέρα του εισαγγελείς και μ’ όλες τις ελπίδες για αρχή μήπως χωρίσει κάνας μακρινός του συγγενής ή μπλέξουν σε επεισόδια τίποτε παλιοί του σύντροφοι απ’ το πανεπιστήμιο. Στο μεταξύ για τις ανάγκες της περίστασης και μόνο γι’ αυτές, το φουλάρι έγινε γραβάτα, ο σάκος χαρτοφύ­λακας και η Εποχή Νομικό Βήμα. Στην αρχή δυσκολεύτηκε λιγάκι, μετά όμως το συνήθισε.
Υποχωρήσεις και συμβιβασμοί, ομολογούσε, αλλά δεν μπορούσε αλλιώς. Σφιχτή θηλιά στο λαιμό του ο χρόνος, μια μόνιμη στηθάγχη η δουλειά του, και αυτό το δώσε δώσε απ’ τον πατέρα του, είκοσι έξι χρονών γαϊδούρι, δεν πήγαινε άλλο. Εξάλλου, ανάμεσα στο μέσα ή στο έξω δεν είναι μόνο το κενό, όπως πίστευε παλιά, είναι και το ή. Και αφού δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με το κενό, είπε να διώξει το ή για να ησυχάσει. Οπότε απ’ τις δύο και μόνο πορείες, άρχισε σιγά σιγά να καταλαβαίνει και μία τρίτη, τη μεσαέξω δηλαδή, που σημαίνει πότε από δω και πότε από κει. Ζήτημα ισορροπίας λοιπόν, έτσι τουλάχιστον νόμιζε στην αρχή, ή αλλιώς η μοναξιά του σχοινοβάτη, πολύ του άρεσε ο δίσκος.
Εύοσμος, περιφερειακός, κέντρο και αντίστροφα, δουλειά, δρόμος, γραφείο και πάλι απ’ την ανάποδη. Δυο κόσμοι μοιρασμένοι και έξι χιλιόμετρα ασφαλτο­στρωμένα ή, που προσπαθούσανε να γίνουν και. Μέσα τα μαζικά κινήματα και οι ανατροπές, τα «γράμ­ματα στην αγαπημένη» και η «μάχη στην άκρη της νύχτας», έξω το γωνιακό γραφειάκι και τα έλα δω, τα δικόγραφα με τους διαρρήκτες και οι κομματικές ιδιαιτέρες των μεγάλων. Ανάμεσά τους ένα πείσμα, κάτι σαν στοίχημα με τον εαυτό του, πώς λέγανε παλιά στο εσωτερικού γίνεται και από μέσα η αλλαγή συστήματος, αλλά και ένας δρόμος που πάντα να χωρίζει αποστάσεις, ενίοτε να ορίζει στάσεις και τελευταία να ενώνει καταστάσεις.
Του άρεσε πολύ ο δρόμος. Είχε το κατιτί που τον τραβούσε. Μια άλλη κοινωνία μες στην κοινωνία, με τα φανάρια και τους νόμους της, την τροχαία και τα δεν πρέπει της, τις μπε εμ βε και τα ντάτσια της, αλλά τουλάχιστον μπορούσες. Μπορούσες και μάλιστα καλύτερα. Ένα πείραγμα στη μηχανή και πολλά διαόλια στην ψυχή και όχι που θα σου φάνε τη σειρά, όχι που θα σε πάρουν στο ξεκίνημα, όχι που θα σε εμποδίσουν στο προσπέρασμα. Κι ύστερα άγραφη μνήμη καθαρή ο δρόμος, πηγαίνεις, πηγαίνεις κι όλο κάτι καινούριο έξω απ’ το παρμπρίζ. Ένα γκάζωμα υπόθεση το απ’ εδώ στο εκεί και ύστερα όλο εκεί και όλο εκεί και όλο εκεί, γιατί μοναχά μπροστά έχει, ποτέ πια εδώ, το πολύ πολύ μια θαμπή εγγραφή στους καθρέφτες, κάτι σαν ανακούφιση ότι αυτό ήταν, πάει πέρασε, φτου και απ’ την αρχή λοιπόν, και το μόνο αληθινό ο δρόμος από μπροστά και κάθε μπροστά ένα ξεχασμένο πίσω και κάθε πίσω μια καινούρια αρχή χωρίς βαρίδια, πείσματα και ενοχές, χωρίς μέσα ή έξω, χωρίς σκοτωμένους Κούρδους λαθρομετανάστες και το χνώτο σου να βρωμάει οινόπνευμα μια παραμονή Χριστούγεννα γερμανική σκοπιά στον Έβρο, χωρίς τους παλιούς φίλους απ’ το πανεπιστήμιο ακάλεστα τηλεφωνήματα στη σκέψη και τους μεγάλους του γραφείου παγωμένα βλέμματα που φτύνουν, γιατί μόνο ο δρόμος, το αυτοκίνητο και εσύ, όλα μαζί ενωμένα σ’ ένα σύνολο, μ’ ανάλαφρα ποδάρια κολλημένα πάνω από το γκάζι και ξένοιαστη ψυχή κλεισμένη κάτω από το καπό.
Οδηγούσε και έβλεπε μπροστά του μεταλλικές ταμπελίτσες με ανάγλυφους χαρα­κτήρες βιδωμένες απάνω σε πόρτες από ξύλο οξιάς και ακουμπισμένες σε πανάκριβα έπιπλα γραφείου με την επιγραφή «Δημητρίου Αλέξανδρος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω» και έφερνε εικόνα τον εαυτό του να συντάσσει εκθέσεις για τους δικηγόρους χωρίς σύνορα και να αγορεύει σ’ υποθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας ή ας είναι κι υπεράσπιση, εξάλλου μια υποχώρηση δεν βλάπτει πού και πού, σε μεγαλοφοροφυγάδες και έμπορους ναρκωτικών, άνθρωποι είναι και αυτοί, κάποιος πρέπει να τους αναλάβει, και από γύρω οι ένορκοι να κρέμονται απ’ τα χείλη του και οι αντίδικοι να βράζουνε απ’ το κακό τους. Καμάρωνε με τον εαυτό του και κορδωνόταν στο τιμόνι και πατούσε το γκάζι και χαιρόταν με το δρόμο και τον έπιανε το πείσμα και έλεγε, λίγο ακόμα υπομονή, κάθε αρχή και δύσκολη, όλα καλά θα πάνε, μόνο μη χάσει τον μπούσουλα και ξεχαστεί και τον πάρει η κατρακύλα και δε συμμαζεύεται μετά.
Όμως τις πιο πολλές φορές, δεν του ’βγαινε το σενάριο. Μ’ όλους τους μεγάλους δρόμους που ’παιρνε για να γλιτώνει τα φρεναρίσματα, φανάρι αποδώ φανάρι αποκεί και όλο στη σειρά και όλο στο περίμενε τον είχαν. Μπρος αυτοκίνητο, πίσω αυτοκίνητο, στη μέση ίδια και απαράλλαχτα μ’ όλους τους άλλους, αγχωμένος οδηγός, βιαστικός απ’ τη δουλειά του, με ανικανοποίητες επιθυμίες, χαραμισμένο χρόνο και μια ζωή κολλημένη σ’ ένα κόκκινο. Το χειρότερο ήταν που σταματημένος εκεί, με το μυαλό να ακινητεί στο εδώ και στο τώρα, την ελπίδα να μην μπορεί να αρπαχτεί απ’ το ωραία θα ’ναι και θα δεις, έβλεπε από δεξιά και αριστερά να πλησιάζουν στη σειρά ζητιάνοι κι όλο γύριζε το μυαλό του στα δικά του και στε­ναχωριότανε και μάρσαρε, μάρσαρε να φύγει, αλλά ακόμα εκεί ακούνητος και σκεφτικός στεκόταν.
Απλά λοιπόν τα πράγματα. Μια ανοιχτή παλάμη το δικαίωμα στη ζωή. Χέρι αγκυλω­μένο δίπλα σε κλειστό πα­ράθυρο. Κεφάλι κατεβασμένο απέναντι σε παγωμένα βλέμματα. Ένα στοίχειωμα από λέξεις και εικόνες και σχέσεις, κληρονομιά αιώνων και αιώνων επανάληψης που ανακατώνει τρεις κουταλιές δικαίου, δύο μεζούρες φιλανθρωπίας και  μία δόση αισθητικής σε λίτρα και λίτρα από αδικίες που κοχλάζουν και απ’ το πολύ το ανακάτωμα στο τέλος ένα χυλωμένο μίγμα μ’ απροσδιόριστα υλικά, έτσι που η πολιτική να γίνεται ζήτημα ηθικής, το όραμα να γίνεται άλλοθι της πραγματικότητας και η διεκ­δίκηση να γίνεται ικεσία.
Τα ’βλεπε και τα σκεφτόταν και ησυχία δεν είχε. Αλλά και τι να κάνει; Από καιρό που άρχισε να το καταλαβαίνει. Δεδομένοι οι ρόλοι, σχεδόν φυσικοί. Έτσι ήταν, έτσι είναι, έτσι θα ’ναι. Στο κάτω κάτω θέλει το χρόνο της η εκ των έσω αλλαγή συστήματος. Όπως και να ’χει όμως οι ευαισθησίες ευαισθησίες, έβλεπε και πικραινόταν και πιο πολύ όχι όπως οι άλλοι που τους έρχεται μικρό παιδί, ξυπόλυτο και αμέσως ζαχαρώνουν. Γιατί δρόμος κλειστός από μπροστά, αλλά μπορεί κάποτε να ανοίξει. Η ελπίδα ποτέ δεν πεθαίνει. Τις ηλικίες του λυπόταν περισσότερο και τους ακόμη πιο μεγάλους, κάτι άνεργους με οικογένειες και τρία παιδιά και ξένους χωρίς ταυτότητες και κάρτες διαμονής και γέρους ξεχασμένους απ’ τους γιους τους και απ’ τις κόρες τους, γιατί όσο να ’ναι τελειωμένοι πριν από την ώρα τους και πολύ βαρύ να ζεις χωρίς ελπίδα.
Μαύριζε η ψυχή του και όλο έβγαινε το απομέσα του και θύμωνε με την αδικία και τον έπιανε το κοινωνικό του και απέστρεφε τα μάτια να μην βλέπει και γύριζε αλλού το μυαλό του να μη σκέφτεται και έφερνε γύρα το γραφείο από μπροστά, δικόγραφα, νομικοί κώδικες και πήγαινε-έλα ή το σπίτι με το γενειοφόρο καβαλάρη κολλημένο πόστερ απάνω απ’ το κρεβάτι του, τα βιβλία στο πρώτο ράφι αριστερά και τα εκατό ντεσιμπέλ παρέα να χορεύουν με τις στεναχώριες του, αλλά και πάλι, τι να το κάνει, πάντα εκεί απ’ έξω αυτοί, δίπλα στο παράθυρό του καρφωμένοι.
Με τον καιρό άρχισε σιγά σιγά να τους μαθαίνει. Οι πιο πολλοί αραιά και πού, πότε ο ένας πότε ο άλλος, και μόνο Παρασκευές απόγευμα όλοι μαζί, που φεύγανε οι γιωταχήδες μπουλούκια στα χωριά τους και τους έπιανε το φιλότιμο απ’ την ανυπομονησία και ο καημός για την ψυχή της μάνας τους, η χαρά του πενηντάλεπτου δηλαδή. Σύνολο τρεις με τέσσερις οι μαζεμένοι, χώρια τα πιτσιρίκια, στοίχιση σε άτυπη ιεραρχία ο ένας μετά τον άλλον, εβδομαδιαίο ψυχαγωγικό θέαμα με προαιρετική αμοιβή: μπροστά οι πατερίτσες, ακολουθούσαν οι καθετήρες και τα «Σέρβος όρντο­ντοξ» και πίσω απ’ όλους τελευταίος πάντα αυτός, ο απαρασημοφόρητος και ο πιο εκτεθειμένος.
Σκουρόχρωμος, μάτι και μαλλί κατράμι, κοντός, αδύνατος και στραβοχυμέ­νος, στην αρχή νόμιζε Πακιστανός ή Ινδός, αλλά μετά κατάλαβε πως ήταν Κούρδος, γιατί τους ήξερε από παλιά που έπαιρνε τη «Φωνή του Κουρδιστάν», όλοι τους ίδιο σουλούπι, σηκωμένα κεφάλια σε χαμηλωμένους ώμους, σφραγισμένα χείλια σε ορμητικά στόματα και ευγενικά μάτια σε αγριεμένα πρόσωπα. Γυρόφερνε βρώμικος, αμήχανος και ταλαιπωρημένος ανάμεσα στα αυτοκίνητα μ’ ένα κοπρόσκυλο στα πόδια του συνέχεια για παρέα. Τον συμπονούσε όσο να ’ναι και συνήθεια το ’κανε, κάθε Παρασκευή απόγευμα απ’ ένα πενηντάλεπτο, που πήγαινε-ερχόταν, πήγαινε-ερχόταν, μια βροχή, μια αέρας, μια κάψα, δεκάρα τσακιστή δεν του ’δινε κανένας, πολύ ξένος για τη φιλανθρωπία τους και πολύ κακόμοιρος για την αισθητική τους. Πέντε μήνες καιρός, δυο φορές τη μέρα, πρωί για τη δουλειά, απόγευμα για το σπίτι, κολλημένος συνέχεια εκεί, φανάρια περιφερειακού και Λαγκaδά.
Τελευταία, βέβαια, σταμάτησε να τον βλέπει. Στην αρχή παραξενεύτηκε. Την πρώτη μέρα είπε κάτι θα ’γινε, αύριο πάλι. Την άλλη, την παράλλη ξανά τα ίδια. Στο τέλος, τρεις βδομάδες είναι αυτές, συνήθισε. Στο κάτω κάτω, καλύτερα έτσι. Αλλά ένα πράμα περίεργο, κάθε φορά που σταματούσε στα φανάρια εκείνα, πάντα η ίδια θολή εικόνα μπαινόβγαινε στο μυαλό του, κακή λήψη ανάμεσα σε χιόνια και παράσιτα.


Δευτέρα πρωί, όλο όρεξη για τη δουλειά του. Σαββα­τοκύριακο αποπίσω, γεμάτες μπαταρίες, χόρτασε από μουσικές, ξανάρχισε και τα διαβάσματα. Πρώτος στη σειρά σταματημένος, μπροστά του τα φανάρια. Βγαίνει από δίπλα ο ζητιάνος με το σκύλο. Στέκεται στο παράθυρο και περιμένει, αλλά ούτε που γυρίζει να τον δει. Ανοιχτός δρόμος από μπροστά και το μυαλό του να σπινιάρει. Δεξιά λωρίδα μια μπε εμ βε, τελευταίο μοντέλο. Στρέφει το κεφάλι προς τον οδηγό και κολλάει το βλέμμα. Μαρσάρει το γκάζι. Τίποτα. Ξαναμαρ­σάρει. Ακούει και τον άλλον να γκαζώνει. Πόσο ακόμα το κόκκινο; Δέκα; Όχι, πολλά είναι. Πέντε, τέσσερα, τρία, δυ… Αυτό είναι. Αφήνει απότομα το συμπλέκτη και τινάζεται μπροστά. Στη στιγμή ένα ανασήκωμα απ’ την πίσω αριστερή ρόδα και ένας δυνατός ήχος σαν ουρλιαχτό. Δεν καταλαβαίνει. Αλλού τρέχει το μυαλό του. Με τον έναν δείκτη να πηδάει απ’ το σαράντα στο ογδόντα και απ’ το ογδόντα στο εκατό και τον άλλο να πλησιάζει ήδη κόκκινες στροφές, με το χέρι γαντζωμένο στις ταχύτητες, το πόδι καρφωμένο απάνω στο γκάζι, το παρμπρίζ ανοιχτό, το δρόμο ελεύθερο μπροστά του και την μπε εμ βε συνέχεια από δίπλα, όλο του το είναι ταγμένο στον δίκαιο αγώνα. Ένα με το αυτοκίνητο πλέον, ψυχή και σώμα, μυαλό και μνήμη ενωμένα με μεταλλικές επιφάνειες βαμμένες μαύρο ματ, περασμένες κερί και αντηλιακό υγρό, με δεκαεξαβάλβιδη πειραγμένη μηχανή ιντζέκτσιον, ράδιο- cd με ενισχυτή και οχτώ ηχεία, ζάντες αλουμινίου, καθίσματα από δερματίνη, ηλεκτρικά παράθυρα και ρυθμιζόμενους καθρέφτες.
Ναι, κι οι καθρέφτες. Όλα να δείχνουνε μπροστά και αυτοί κολλημένοι στο αποπίσω. Όμως, λειασμένη επιφάνεια και γλιστερή, πουθενά πιασίματα και καθόλου πόροι, οπότε σταγόνες της βροχής απάνω στο παρμπρίζ οι εικόνες, έρχονται και φεύγουνε και ξαναέρ­χονται και ξαναφεύγουνε. Ένα υγρό ίχνος υπόθεση η μνήμη, διαδρομή από πάνω προς τα κάτω οι εγγραφές της ανάμεσα σε γυάλινους κόκκους άμμου πυρακτωμένους απ’ τη λάβρα του Ιούλη και ξεραμένους από εφτά μποφόρ Βαρδάρη και κάτι στεγνωμένα άλατα για υπόλοιπο όλα κι όλα τα σημάδια της. Σπασμένα δευτερόλεπτα ζωής πεταμένα σ’ ένα σκου­πι­δα­ριό απ’ έγνοιες και τρεξίματα και δίκια και αγώνες.
Έχουμε λοιπόν και λέμε:
Εγγραφή πρώτη: τρία μέτρα πίσω η μπε εμ βε και εντελώς αποπίσω μεσαία λωρίδα αδειανή.
Εγγραφή δεύτερη: κάποιος πεσμένος στα γόνατα με τα χέρια περασμένα ανάμεσα στα μαλλιά και μπροστά του ένα ζώο που χτυπιέται με ανοιγμένη κοιλιά και σέρνεται με χυμένα άντερα απάνω στην άσφαλτο.
Υπόλοιπο πρώτο: Φάε τη σκόνη μου, μαλάκα.
Υπόλοιπο δεύτερο: Ύστερα σου λέει κράτος. Ούτε να τους φροντίσουν ούτε να τους διώξουν δεν μπορούνε.


Από κει και πέρα τίποτα. Χιόνια και ξανά χιόνια στην οθόνη. Μόνο μια ακατανίκητη επιθυμία. Κάθε φορά που περνούσε απ’ τα φανάρια εκείνα, άγνωστο γιατί, του ερχότανε να βάζει και να ξαναβάζει το ίδιο τραγούδι. Πιο πολύ την εισαγωγή. Όπως του άρεσε, με το γκάζι σανιδωμένο, το cd στη διαπασών και τα εκατό ντεσιμπέλ παρέα.
Λες και έβγαινε απ’ την ψυχή του: πρώτα ένα πηχτό γουρουνίσιο γρύ­λισμα, ύστερα κάτι υπόκωφοι ήχοι σε μονότονη επανάληψη και στο τέλος η ηλεκτρισμένη αλήθεια σαν σπασμένο γυαλί που χαρακώνει.
Χατζημωυσιάδης Παναγιώτης, Καλά μόνο να βρεις, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 2006

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Ο καθρέφτης του χρόνου








Παναγιώτης Γούτας,
Τζαζ, παθήσεις και άλλα τινά, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2015, σελ. 270


Εδώ λοιπόν θα βρούμε αποθησαυρισμένη τη συγγραφική σοδειά είκοσι πέντε ολόκληρων χρόνων, χωρισμένη σε τρεις ενότητες (Παθήσεις, Τζαζ, και άλλα τινά), σύνολο τριάντα διηγήματα. Περισσότερο συνεπώς από τα άλλα έργα του συγγραφέα, και για να αναφερθώ σε όσα μόνο έχω υπόψη μου, σημειώνω τη Ρεβάνς (Μεταίχμιο, 2004) και την Γυναίκα στις δύο και μισή (Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2006), που εκπροσωπούν μια ορισμένη στιγμή της συγγραφικής διαδρομής, στην προκειμένη έχουμε να κάνουμε με τη συνόψιση ενός μεγάλου και αντιπροσωπευτικού μέρους της. Που σημαίνει ότι το εξεταζόμενο βιβλίο είναι κατάλληλο για πιο ασφαλείς κρίσεις και όσον αφορά την απόσταση που έχει στο μεταξύ διανυθεί και όσον αφορά το γενικότερο συγγραφικό στίγμα. Θα επικεντρωθώ στη δεύτερη διάσταση, δεδομένου του εισαγωγικού χαρακτήρα που δεν μπορεί παρά να έχει ένα τέτοιο κριτικό σημείωμα.
Το βάρος στον Γούτα πέφτει κυρίως στην ιδέα, το στόρι δηλαδή μπαίνει σε πρώτο πλάνο. Γλώσσα και πλοκή υπάρχουν ως λειτουργικά μέσα, για να το υπηρετούν. Νεωτερικές και μετανεωτερικές καινοτομίες απουσιάζουν από την αφήγησή του. Ο λόγος εκφέρεται από έναν τριτοπρόσωπο αφηγητή, που οργανώνει το μικρό αφηγηματικό σύμπαν με εστίαση που αναδεικνύει την οπτική του ήρωα και οργανώνει τα καθέκαστα στον άξονα του χρόνου με τις γνωστές τεχνικές της ευθύγραμμης, της πρόδρομης και της αναδρομικής αφήγησης και με την κατάλληλη χρήση της προσήμανσης. Τίποτα λοιπόν το καινούριο μέχρι εδώ, με τη διαφορά ότι τούτη ακριβώς η αφηγηματική επιλογή επιτρέπει την προσήλωση του συγγραφέα στο θέμα του δίχως δαπάνη δυνάμεων και άσκοπους πειραματισμούς και τον διευκολύνει να αναδείξει τις πιο λεπτές πλευρές του, που ειδάλλως μπορεί να υποτιμώνταν ή να αποσκεπάζονταν.  
Σημαντικό ρόλο στην προσήλωση αυτή διαδραματίζει και η γλώσσα, που σε σχέση με την αφήγηση φέρει πιο ορατή τη σφραγίδα της ωρίμανσης, από τα πρώτα διηγήματα του ’89 μέχρι τα πιο πρόσφατα του ’14. Με βασικό φορέα το ουσιαστικό και το ρήμα, η γλώσσα του Γούτα κερδίζει σε πυκνότητα, ακρίβεια και απλότητα, αποφεύγοντας τη σπατάλη των εκφραστικών μέσων, τους γλυκερούς λυρισμούς και τη λεξιλογική εντυπωσιοθηρία για να εξασφαλίσει, τελικά, τους χαμηλούς τόνους και τη στοχαστική διάθεση που υπηρετούν πλήρως την πρόθεση του αφηγητή – λειτουργία που βλέπω να ατονεί σε κάποια διαλογικά μέρη, όπου παρ’ όλη την ανάγκη της αληθοφάνειας η γλωσσική κοινοτοπία απονευρώνει την αφηγηματική πρόθεση, για να την εγκλωβίσει στην ευκολία του κλισέ.
Η μεγαλύτερη αρετή της συλλογής βρίσκεται στη θεματολογία της, ή ακριβέστερα στη ζεστή, στην ανθρώπινη ματιά του συγγραφέα απέναντι στα θέματα, στους ήρωες και στα προβλήματα που τον απασχολούν. Εδώ θα δούμε μια σταθερή προτίμηση στις μικρές, λοξές όψεις ενός τόσο οικείου και καθημερινού βίου, όπου ο καθένας μπορεί να ανακαλέσει σχετικές εμπειρίες και να σχηματοποιήσει με δικά του υλικά τους χαρακτήρες της αφήγησης. Πρόκειται για τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας που πίσω από το προσωπείο του φυσιολογικού κρύβουν μια μικρή ιδιοτροπία, ένα χαριτωμένο κουσούρι, ένα καταπιεσμένο πάθος, που συν τω χρόνω μπορεί άλλοτε να λάβει τη μορφή μιας απλής εμμονής, άλλοτε να ανοίξει κακοφορμισμένες πληγές και άλλοτε να εξελιχτεί σε ακραίο φετιχισμό. Σε κάθε περίπτωση, οι ήρωες του Γούτα καταπίνουν σιωπηλά μικρές δόσεις μοναξιάς και δυστυχίας, μοιρασμένοι σε μια εξωτερική και σε μια ιδιωτική πραγματικότητα που τους αποσυντονίζει και τους διασπά, ενόσω οι διαπροσωπικές, φιλικές ή τυπικές ή συγγενικές ή ερωτικές,, σχέσεις βαθαίνουν το σμπαράλιασμά τους.
Κλείνοντας, νομίζω ότι είναι άσκοπο να αναφερθώ ως είθισται στα διηγήματα που ξεχωρίζω ανάμεσα στο σύνολο. Υπάρχουν πράγματι πολύ καλά δείγματα γραφής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα υστερούν. Να το ξαναπώ: τούτη η συλλογή περιέχει είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια εμπειρίας – αδιάκοπης, αθόρυβης και αποδοτικής. Και αυτό δεν μπορεί παρά σημαίνει κάτι πολύ σημαντικό.

ARTINEWS.GR