Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Ο λάκκος με τα φίδια



Κώστας Βούλγαρης, Αυθάδεια λαγνεύουσα,
εκδ. Κέδρος, σελ. 77

Φέρνω στο μυαλό μου τους σαγηνευτές των φιδιών. Με το τουρμπάνι, την ανοιχτή τους καλαθούνα, το φλάουτο, τον κροταλία και ασφαλώς τον κόσμο που στέκει παράμερα και κάνει χάζι. Τρόπον τινά όσοι καταγινόμαστε με τη λογοτεχνική γραφή φέρουμε κατιτί από τους Ινδούς αυτούς τουρμπανοφόρους. Εννοώ τη σαγήνη του λόγου δια του οποίου ξεδιπλώνουμε το θέμα και θέτουμε σε δημόσια τέρψη τους πιο ενδόμυχους φόβους μας προς άγραν του κοινού, αφού προηγουμένως έχουμε λάβει τις αναγκαίες προφυλάξεις που η παράδοση της πεζογραφίας μάς εφοδίασε – με πρώτη και καλύτερη την ίδια τη συνθήκη της αφήγησης, δηλαδή εγώ που είμαι ο άλλος άλλοτε με καθόλου άλλοτε με ολίγον και άλλοτε με μπόλικο εγώ.
Αλλά μέσα από αυτές τις προφυλάξεις, που οργανώνουν έναν ασφαλή χώρο για τον συγγραφέα και τον αναγνώστη στη βάση μιας σιωπηρής συνομολόγησης, η γραφή μετεξελίσσεται συν τω χρόνω σε ένα είδος τελετουργικά επαναλαμβανόμενης και αυστηρά τυποποιημένης διαδικασίας, όπου η όποια πίστη και η όποια αλήθεια εκκενώνονται από τις πίστεις και από τις αλήθειες τους για να γίνουν μια υπενθύμιση πίστης και μια υπενθύμιση αλήθειας, κατά τον τρόπο που ο άρρωστος, γηραλέος και ξεδοντιάρης κροταλίας της καλαθούνας γίνεται μια υπενθύμιση του φονικού φιδιού.
Κοντά σε όλα τα άλλα, η μεταμοντέρνα γραφή επιχείρησε να αναπροσδιορίσει, να χαλαρώσει, να διευρύνει και στις πιο προωθημένες εκδοχές της να άρει τούτη τη σύμβαση. Ώστε να αποκαταστήσει μια πιο άμεση σχέση ανάμεσα στη συγγραφή και στην αφήγηση και κατά συνέπεια ανάμεσα στο συγγραφικό και στο αφηγηματικό εγώ, τραβώντας στην άκρη το πέπλο της αφηγηματικής υποκρισίας που ελλοχεύει ακόμη και στην πιο ειλικρινή συγγραφική πρόθεση. Αφού είτε πρωτοπρόσωπα είτε τριτοπρόσωπα όλα συμπαγοποιούνται, εδραιώνονται, υπάρχουν και εξελίσσονται χάριν της ευκρινούς ή υπόγειας σχέσης που διαπλέκεται ανάμεσα στο συγγραφικό και στο αφηγηματικό εγώ, που δεν μπορεί παρά να κλείνει από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα το μάτι με συνωμοτική διάθεση στον αναγνώστη. Με την έννοια αυτή ο θάνατος του συγγραφέα είναι πριν απ’ όλα ο θάνατος του αφηγητή και η συνακόλουθη απελευθέρωση του πεζογραφικού λόγου από τις παραδοσιακές και νεωτερικές αφηγηματικές συμβάσεις του.
Από το μεταμοντέρνο αυτό τράβηγμα του πέπλου προέκυψε ένα σύνολο γόνιμων ή άγονων πειραματισμών όσον αφορά το είδος του αφηγητή, την ανάμειξη των αφηγηματικών ειδών και την αισθητική λειτουργία του κειμένου, που είτε εξάντλησαν τη δυναμική τους στον εμπλουτισμό συμβατικών μορφών γραφής, είτε κατέληξαν μανιέρες που κομίζουν την επανάληψή τους χάριν αυτοδικαίωσης είτε συνεχίζουν να ανοίγουν δρόμους και να ορίζουν στίγματα σε αγεωγράφητα μήκη και πλάτη.
Σε αυτήν την τελευταία κατηγορία βάζω τον Κώστα Βούλγαρη, αφού επαρκή αποδεικτικά υπάρχουν σε όλο το προηγούμενο έργο του, με πιο συγκροτημένο τρόπο τα εντοπίζουμε στο «Εμφύλιο Σώμα» και ακόμη πιο ενδιαφέροντα τα βλέπουμε να ξεδιπλώνονται στο τελευταίο του βιβλίο, την «Αυθάδεια Λαγνεύουσα», απ' όπου και το δείγμα γραφής.

Πίστη και απιστία

    Πιστεύω εις εσένα, ότι το άλλο εμού. Ότι εσύ παράπτωμα και σύμπτωμα και τέρψις και απόλαυσις. Ότι εσύ εις αυτά πίστις. Ότι εκάστου νοήματος νόημα. Ότι γυνή λέγων, εσέ λέγω. Ότι εμαυτού γυνή, και γυναιότητα όλη. Πιστεύω εσέ, ότι εσύ εγώ∙ εγώ όλος.
...φιλείς δυο ξένα χείλια, διά να με φθείρει η ζήλεια...

    Πιστεύω εις εμέ, ότι το άλλο εσού. Ότι εγώ παράπτωμα και σύμπτωμα και τέρψις και απόλαυσις. Ότι εγώ εις αυτά πίστις. Ότι εκάστου νοήματος νόημα. Ότι άνδρα λέγουσα, εσέ λέγω. Ότι εμαυτού άνδρας, και ανδρισμός όλος. Πιστεύω εμέ, ότι εγώ εσύ∙ εγώ όλη.

Επανέρχομαι. Στο «Εμφύλιο Σώμα» το συγγραφικό ενδιαφέρον ήταν στραμμένο στην ιστορία, για να ανασυστήσει θραύσματα αντίμαχων αφηγήσεων που σχηματίζουν την ιστορική σφαίρα. Στην «Αυθάδεια Λαγνεύουσα» οι αφηγήσεις ιχνηλατούν τον έρωτα για να αναδείξουν την ορμή, την καταπίεση και τις υποκατάστατες εκροές που σχηματίζουν την ερωτική σφαίρα. Ανάμεσά τους αναγνωρίζω μια υπόγεια συνομιλία ή ακριβέστερα μια συνέχεια αφού από κοινού μπορούν να εκληφθούν σαν μια λογοτεχνική (ανα)συγκρότηση της μίας και της αυτής ανθρώπινης σφαίρας.
Όμως στο πρώτο η εκφορά του λόγου άφηνε πού και πού να διαφανεί ένα πρόσωπο με στοιχεία αφηγηματικού χαρακτήρα, εδώ ακόμη και αυτή η εικασία διαλύεται. Η αφήγηση αρνείται την αφήγηση, εκφερόμενη αφεαυτής, δίχως δηλαδή ένα ορισμένο πρόσωπο δίκην φορέα, πράγμα που συνεχίζει το πλησίασμα της πεζογραφίας με την ποίηση. Η πορεία που ξεκίνησε με το «Εμφύλιο Σώμα», φαίνεται τώρα πιο σίγουρη για τα βήματά της – βοηθούντος του ερωτικού θέματος και της βυζαντινότροπης γλώσσας, όσο δύσληπτης και αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Αλλά αν ο υποψιασμένος αναγνώστης αφήσει κατά μέρος τις όποιες προκαταλήψεις ή αναστολές του μπορεί νιώσει την αίσθηση του εσώτερου ρυθμού της, να απολαύσει τη βαθιά ποιητικότητά της και να αντιληφθεί τη χάρη που υπάρχει στη χρήση της, σε τέτοιον μάλιστα βαθμό ώστε ακόμη και η (κατά)χρηση του επιθέτου, που τόσο πολύ ενοχοποιήθηκε αδίκως στη λογοτεχνία – ακόμη, ακόμη και από τον Μπαρτ –, να μη βαραίνει διόλου το αισθητικό αποτέλεσμά της.
Κλείνω. Με την Τέχνη Λαγνεύουσα ο Βούλγαρης αναμετράται με το θέμα του ερωτικού μυθιστορήματος και με τη γλώσσα του ιστορικού μυθιστορήματος, για να γυρίσει την πλάτη και στο ένα και στο άλλο, αλλάζοντας πλήρως το παράδειγμα της γραφής. Όπου η γραφή πλέον δεν είναι ξεδοντιασμένος γεροκροταλίας και ο συγγραφέας δεν στέκεται σε απόσταση για να παίξει το φλάουτό του. Εδώ ο συγγραφέας προτιμάει να πέσει στον λάκκο με τα φίδια.
Αλλιώς, δεν γίνεται. Ή ακριβέστερα, αλλιώς δεν αξίζει τον κόπο να γίνεται.




ARTINEWS.GR

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Εστιάζοντας στο "ήσσον"



Παράξενο Καλοκαίρι,
Λίνα Φυτιλή, εκδ. Εστία, Αθήνα 2016, σελ. 132

Αριθμώ τα μέρη του βιβλίου: δεκατρία στο σύνολο διηγήματα ενταγμένα σε ενιαία συλλογή υπό τον αδέξιο – κατά την αντίληψή μου – τίτλο του ενός και όχι πιο χαρακτηριστικού διηγήματος και υπό τη μορφή μιας αρκετά καλαίσθητης από όλες τις απόψεις – αν μου επιτρέπεται το σχόλιο – έκδοσης. Ο λόγος για τη νέα συλλογή της Λίνας Φυτιλή, «Παράξενο Καλοκαίρι», τρίτο στη σειρά πεζογραφικό έργο της ύστερα από το μυθιστόρημα «Τώρα είναι αργά» (εκδ. Απόπειρα, 2011) και τη νουβέλα «Οι νύχτες της άχρωμης Κιμωλίας (εκδ. Καστανιώτης, 1997).
Αν υπάρχει κάτι ενιαίο στην πολυθεματική εστίαση της συγγραφέα, έχει να κάνει με την εμμονή της στο ήσσον: η ανθρώπινη απουσία περιγράφεται σαν άδειο σεντόνι, η απώλεια της παιδικής αθωότητας σκιαγραφείται σαν σαλεμένος σκύλος, οι πληγές του παρελθόντος γίνονται τηλεφωνικές σιωπές, η βία της ανεργίας αποδίδεται με τη μορφή άδειου βλέμματος και η αποκοπή από το παρελθόν εξιστορείται μέσα από την πώληση της πατρικής οικίας. Με αυτό τον τρόπο, η συγγραφέας χωρίς να υποτιμά το γενικό περίγραμμα του μείζονος καταφέρνει να αποδίδει πιο πυκνούς και πολλαπλασιασμένους τους κραδασμούς του, κλείνοντάς τους σε ό,τι φαινομενικά μοιάζει να είναι ήσσονος σημασίας.
Μια παράλληλη κίνηση που παρατηρώ είναι η ανεπαίσθητη μετακίνηση από ό,τι παρουσιάζεται σαν κεντρικό θέμα σε κάτι άλλο, με την εξής διαδικασία: υπάρχει ένας βασικός θεματικός άξονας που ξετυλίγεται. η αφήγηση τον απλώνει για να εμβαθύνει εντός του. με την τεχνική της προσήμανσης αναδεικνύεται μία από τις πτυχές του. στο τέλος τούτη η πτυχή εδραιώνεται. Έτσι, το θέμα στο «Σπίτι» μετατοπίζεται από την πώληση του πατρικού στην αδελφή, το θέμα στην «Παρείσακτη» μετατοπίζεται από το ζευγάρι των ηλικιωμένων στον απρόσκλητο ωτακουστή, το θέμα στα «Πράγματα που μας συντροφεύουν» μετατοπίζεται από τον άστεγο στις χειρονομίες αλληλεγγύης. Η απόσταση που εξασφαλίζεται μέσα από αυτήν ακριβώς τη μετακίνηση διευκολύνει τη συγγραφέα να ανιχνεύσει, να αφουγκραστεί και να ψηλαφίσει πιο αβίαστα, πιο στοχαστικά και το αρχικό θέμα και τις επιμέρους παραφυάδες του, ώστε το συνολικό αποτέλεσμα να φέρει το στοιχείο της ολοκλήρωσης.
Ένα τρίτο γνώρισμα αφορά τα αφηγηματικά και γλωσσικά μέσα. Δίχως να υποτιμώνται η  αφήγηση και η γλώσσα φαίνεται να παίζουν δευτερεύοντα ρόλο στη γραφή της Φυτιλή, που θέτει σε προτεραιότητα το καθαυτό υλικό της αφήγησης. Μπορεί ο ίδιος – αν έχει κάποια σημασία αυτό – να διαφωνώ με τούτη την αισθητική επιλογή αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορώ παρά να επισημάνω ένα πειστήριο ωριμότητας: ότι δηλαδή στην περίπτωση της Φυτιλή η τέτοιου είδους χρήση της αφήγησης και της γλώσσας αποβαίνει προς όφελος του συνολικού αποτελέσματος, αφού υπηρετεί με συνέπεια τον σκοπό της συγγραφέα προβάλλοντας το συμβάν, την ιδέα, τη μνήμη, δίχως να τα αποσκεπάζει με εκφραστικές πιρουέτες και αφηγηματικούς πειραματισμούς.
Από την άλλη, εδώ αναγνωρίζω τη βασική αδυναμία της συλλογής. Αναφέρομαι στην αίσθηση συμβατικότητας που αποπνέει η αφήγηση, τον διεκπεραιωτικό χαρακτήρα που έχει η γλώσσα σε κάποια σημεία (κυρίως στα διαλογικά μέρη), την πλαδαρότητα στην πλοκή και τα αφηγηματικά κλισέ που απαντώνται σε ορισμένα διηγήματα.

Παρ’ όλα αυτά, είμαι κατηγορητικός στην τελική μου θέση: το «Παράξενο Καλοκαίρι» είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα αναγνωστική πρόταση γι’ αυτό το έτσι και αλλιώς παράξενο – από πολλές απόψεις – καλοκαίρι που έρχεται. Προς επίρρωση επικαλούμαι τα «Σεντονάκια», τον «Αράπη», τα «Σύρματα σιωπής», την «Πισίνα», το «Σπίτι» και κυρίως «Το βλέμμα».
ARTINEWS.GR

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Χωρίς σκουλαρίκι στη μύτη




Σκουλαρίκι στη μύτη, Αρχοντούλα Διαβάτη, εκδ. Νησίδες, 2015, σελ.78

Να επαναλάβω και εγώ με τη σειρά μου το χιλιοειπωμένο για την απλότητα που είναι σημάδι ωριμότητας – και λέω για την απλότητα της γραφής ως συνθετικό αποτέλεσμα μορφής και περιεχομένου, αλλά με δυο αναγκαίες διευκρινίσεις. Ότι αφενός η έλλειψή της δεν οδηγεί με λογική αναγκαιότητα στο αντίστροφο συμπέρασμα, δηλαδή αυτό της ανωριμότητας, και ότι αφετέρου αν είναι αληθινή, πάει να πει όχι επιδεικτική ή προσποιητή ή εκβιασμένη, προϋποθέτει συγγραφικό μόχθο.
Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το «Σκουλαρίκι στη μύτη», της Αρχοντούλας Διαβάτη (εκδ. Νησίδες, 2015) έχω την αίσθηση ότι βρίσκω αυτό ακριβώς το είδος της απλότητας, που έχω στο μυαλό μου. Όπου η φυσικότητα της γραφής, η ειλικρίνεια του βιώματος και η καθαρότητα των νοημάτων δεν αρδεύονται από επιφανειακά ύδατα αλλά από βαθύτερα στρώματα του συγγραφικού υπεδάφους για να σχηματιστούν όχι σε ένα απλό γνώρισμα της γλώσσας αλλά σε ένα ενιαίο αισθητικό όλο.
Λέω πρώτα για τη γλώσσα, που εκφέρεται δίχως να κομπάζει και να αυταρέσκεται, να κάνει σπατάλη εκφραστικών μέσων, να εντυπωσιοθηρεί λεκτικά ή να προβαίνει σε ασκήσεις ύφους. Οπότε καταφέρνει να αρθρώνεται φυσική και ανεπιτήδευτη, με τον χαμηλόφωνο τόνο μιας προσωπικής, μιας σχεδόν εξομολογητικής ομιλίας, που διαμορφώνει για τον αναγνώστη περιβάλλον συγγραφικής οικειότητας.
Λέω επίσης για την αφήγηση, που θαρρείς ότι πιάνει από τη μέση έναν μονόλογο, αρχινισμένο πριν από την ανάγνωσή του, για να τον συνεχίσει, χωρίς πάλι να σου δίνει την εντύπωση ότι τον τελειώνει οριστικά. Αναδρομικές αφηγήσεις, μικροί εγκιβωτισμοί, διαλογικά μέρη, σχόλια υποτάσσονται στις ανάγκες της αφήγησης, που σημαίνει ότι δεν είναι αφηγηματικά παιχνίδια αλλά οργανικά μέρη του λόγου, η δε προτίμηση στο τρίτο πρόσωπο εξασφαλίζει την αναγκαία απόσταση από ένα βιωματικό υλικό, που έτσι βγαίνει έξω από τα στενά όρια του προσωπικού και προφυλάσσεται από τη συναισθηματική υπερβολή μιας ασταμάτητης εξομολόγησης.
Λέω, τέλος, για αυτό καθαυτό το υλικό της αφήγησης, που αν και αντλημένο από το βίωμα της συγγραφέα καταφέρνει να κλείσει και τη δική σου εμπειρία ως αναγνώστη. Πρόκειται για στιγμιότυπα-μινιατούρες μιας χειροπιαστής καθημερινότητας, κατά κανόνα στις ήσσονες στιγμές της, που ενσωματώνουν με τη μορφή διάψευσης, οδύνης, προσδοκίας, μικρούς κραδασμούς μνήμης. Σε όλα τα διηγήματα της συλλογής υπάρχουν αυξομειούμενοι τέτοιοι κραδασμοί, που καταφέρνουν χωρίς τίποτα το εκκωφαντικό και το κραυγαλέο να σκάψουν την κρούστα της μνήμης, για να ανοίξουν τη φραγμένη διάσταση της προοπτικής.


Για να κλείσω: Αναφερόμενος στην αναγνωστική μου σχέση με το «Σκουλαρίκι στη μύτη» επέλεξα παραπάνω την επανάληψη «διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας» όχι από επίδειξη κριτικής ευσυνειδησίας, αφού ούτε είμαι ούτε μπορώ να γίνω κριτικός. υποψιασμένος αναγνώστης προσπαθώ να μείνω και το αποτέλεσμα της αναγνωστικής μου εμπειρίας προσπαθώ εδώ να κομίσω. Για να δικαιολογήσω λοιπόν αυτή την επανάληψη θα υποστηρίξω ότι πέρα απ’ όλες τις άλλες προϋποθέσεις το μέτρο μιας υποψιασμένης αναγνωστικής εμπειρίας ορίζεται μετά τη δεύτερη ανάγνωση του βιβλίου, οπότε η απαλλαγμένη από τις όποιες αναγνωστικές προσδοκίες ή αναγνωστικές ψευδαισθήσεις ή αναγνωστικές προβολές ανάγνωση μπορεί να αποτιμήσει πιο  δίκαια την αξία ενός βιβλίου. Το ξαναλέω, λοιπόν: διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το «Σκουλαρίκι στη μύτη» της Διαβάτη νιώθω να προστίθεται κάτι σημαντικό  σε αυτή την αξία. 
ARTINEWS.GR