Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Εικονικές αποδράσεις


Φορές φορές, πάλι, νιώθω σαν τα γέρικα λιοντάρια ύστερα από πολύχρονη αιχμαλωσία, που φαίνονται  τόσο αδύναμα και εξασθενημένα, ώστε ούτε που μπαίνουν στον κόπο οι υπάλληλοι του ζωολογικού κήπου να κλείνουν την πόρτα όση ώρα φτυαρίζουν τις ακαθαρσίες ή ελέγχουν την ασφάλεια του κλουβιού ή συμπληρώνουν το νερό και την τροφή τους, σίγουροι για την ανημποριά και την παραίτησή τους αλλά αδαείς για τις καταπράσινες πεδιάδες και τα τρυφερά ελαφάκια που ονειρεύονται στην ολοήμερη τους ξάπλα.
Θέλω με αυτό να πω ότι παρ’ όλη την αδυναμία, την κούραση και τα γηρατειά μου δεν έχω πάψει ούτε στιγμή να ονειρεύομαι, να προσδοκώ και να ελπίζω. Και όλες αυτές τις ώρες της δικής μου ξάπλας, που απλώνω τα πόδια στο κρεβάτι για να εξακριβώσω τα όρια της επικράτειάς μου ή αναζητώ τρίμματα σκόνης για τη νέα γραφή στον φορητό μου ή πιάνω κουβέντες με τον κανέναν για να σπάσω τη σιωπή, δεν κάνω τίποτα άλλο από το να σχεδιάζω και να περιμένω τη στιγμή που θα σβήσω τον υπολογιστή, θα σηκωθώ από το κρεβάτι, θα φορέσω τις παντόφλες και θα διαβώ καμαρωτός την πόρτα του θαλάμου μου σε μια θρυλική απόδραση από την επιτήρηση του κομοδίνου, το ανακριτικό φως της λάμπας και τα βασανιστήρια του ηλεκτροκαρδιογράφου, για να κατευθυνθώ ίσια προς την αληθινή ζωή, όπως την έχω φυλαγμένη στο μυαλό μου μέσα από μια παιδική εικόνα του '70: σκαρφαλωμένος σε ένα κλαδί πλατάνου ετοιμάζομαι για να βουτήξω στο ποτάμι από ύψος πέντε μέτρων, ενώ από κάτω έχουν μαζευτεί οι φίλοι μου και με κοιτάζουν  με κομμένη την ανάσα.
Κάθομαι λοιπόν και καταγράφω με σχολαστικότητα όλες τις λεπτομέρειες για το πρόγραμμα του ιατρικού προσωπικού, τις βάρδιες των νοσοκόμων, τις ώρες της εξέτασης και του επισκεπτηρίου, τις αυξομειώσεις στη θερμοκρασία του δωματίου, το καθημερινό διαιτολόγιο, την απόσταση ανάμεσα στο κρεβάτι και την πόρτα του θαλάμου και ανάμεσα στην πόρτα του θαλάμου και την έξοδο του νοσοκομείου, και την κατάλληλη στιγμή σημαίνω στον ύπνο μου γενικό εγερτήριο. Ανοίγω αμέσως τα μάτια, τεντώνομαι στο κρεβάτι και με βλοσυρό ύφος επιθεωρώ όλες τις έμψυχες μονάδες μου.
«Ηθικόν;» φωνάζω, «Ακμαιότατον» ψελλίζουν «Εμπρός λοιπόν» διατάζω και στηριζόμενος στους αγκώνες σιάζω το κορμί και δίνω απαλή ώθηση με τα πόδια. Μετακινώ ελαφρά το σώμα, καταφέρνω ύστερα από κάποια δευτερόλεπτα να ανασηκώσω την πλάτη, στρέφω προσεκτικά το κεφάλι δεξιά και αριστερά και ρίχνω μια ματιά τριγύρω, για να ξαναπέσω εξαντλημένος στο κρεβάτι και να συνεχίσω αμέριμνος από το άλλο πλευρό τον ύπνο μου.
Ούτε και από κείνο το κλαδί κατάφερα τότε να πηδήξω. Πρόλαβε ο πατέρας μου να με κατεβάσει με φωνές και καλοπιάσματα, δίνοντάς μου το άλλοθι που χρειαζόμουνα για να αποφύγω τη βουτιά. Από κείνη τη μέρα θυμάμαι ότι απέφευγα να βγαίνω βόλτα με τους άλλους και δεν ξαναδοκίμασα να βουτήξω στο ποτάμι από ύψος πέντε μέτρων –και πολύ καλά έκανα, γιατί απ' όσο πληροφορήθηκα πολύ αργότερα μες στα κρυστάλλινα νερά του λίμναζαν όλες οι ακαθαρσίες και οι αποχετεύσεις του χωριού μαζί με τα νοσοκομειακά λύματα ενός παραπάνω δήμου.
Διατηρώ όμως ακόμη και σήμερα μια αίσθηση ανεκπλήρωτου, ποτισμένη με γερές δόσεις νοσταλγίας. Λέω για τις αχτίνες του ήλιου που έπεφταν ανάμεσα από τα πλατανόφυλλα σαν τους προβολείς του θεάτρου συγκεντρώνοντας πάνω μου τα βλέμματα των φίλων μου. Οπότε μέχρι την επόμενη απόπειρα απόδρασης αρκούμαι στην ίδια ακριβώς εικόνα, με μένα ανεβασμένο στο κλαδί σε ύψος πέντε μέτρων, που συχνά πυκνά έρχεται στον ύπνο μου.



Με φαντάζομαι να πηδάω στον αέρα σαν τους αθλητές καταδύσεων του υγρού στίβου και να πέφτω με τεντωμένα χέρια στο νερό, να σχίζω την υγρή επιφάνεια και να εισέρχομαι μέχρι τον σκοτεινό βυθό της, όπου αντί για κοράλλια, μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων ανακαλύπτω μια αποικία ανθρώπινων σκελετών που με κάνει να τινάζομαι ξεπνοημένος σαν  να ασφυκτιώ στον ύπνο μου και να πνίγομαι κάτω από πυκνό στρώμα πάγου που φράζει την ανάδυσή μου και με εγκλωβίζει στην επικράτεια ενός λασπερού και παγωμένου ύδατος.
Άγνωστο γιατί αλλά έχω την έμμονη εντύπωση ότι πρόκειται για τη λίμνη Κάρλα. 

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Τα γυάλινα μάτια...

Εξ ανάγκης και επιλογής ολιγόστιχο το σχόλιό μου για "Τα γυάλινα μάτια των ψαριών", αφού ούτε έχω ούτε ξέρω ούτε χρειάζεται να πω κάτι παραπάνω από αυτό: ότι εδώ πηγάζει κρυστάλλινος ο λόγος ο ποιητικός. Και αυτό ως προς την αναγνωστική πράξη πάει να πει παγωμένα ντουζ του μυαλού στους πρόωρους καύσωνες, που έχουν αρχίσει να μας σφίγγουν. 
Ξεχωρίζω τον "Μοναχικό σκαντζόχοιρο" με τα αγκάθια του να φυτρώνουν προς τα μέσα, το "Άτιτλο", που εξαπολύει ριπές τον φλύαρο στόμφο του, το "Θεέ", που κανακεύει με ψέμα τα μωρά-παιδιά του, το "Όνειρο Θερσίτη", που κραυγάζει σιωπηρά αντιπολεμικούς θούριους, το "Πενθέας" με τα μέλη του τεμαχισμένου πτώματος να πιάνουν κουβέντα μεταξύ τους και τη "Συνήχηση" με το βουβό κλάμα του πατέρα να ψιχαλίζει ομίχλη κάταχνη. 



Τα γυάλινα μάτια των ψαριών προχωράνε ό,τι ξεκίνησε η Ειρήνη Παραδεισανού με τη Ρητορική Ένδεια. Όπου ο ποιητικός λόγος ενδύεται το προσωπείο του αρχαίου μύθου, αξιοποιεί τους συμβολισμούς και συνομιλεί με τα πιο σιωπηλά πρόσωπά του προκειμένου να αναγνωρίσει, να ερμηνεύσει και να αποκαθηλώσει τους σημερινούς μύθους, ενόσω σε μια παράλληλη διαδρομή του ανασκάφτει τα ενδότερα της αγωνίας και του εγώ και του εμείς.

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Απεργία πείνας


Αλλά ώσπου να γίνει δεκτή η προσφορά μου και να ολοκληρωθούν οι αναγκαίες γραφειοκρατικές διατυπώσεις είμαι υποχρεωμένος να υποφέρω τούτη την κατάσταση της απόλυτης ακινησίας. Που με ακυρώνει, με συνθλίβει και με συρρικνώνει, συμπιέζοντας ολόκληρη την οικουμένη μου στους τέσσερις τοίχους του θαλάμου, ακρωτηριάζοντας την εθνική μου επικράτεια στα όρια του κρεβατιού και περιορίζοντας τις διοικητικές μου αρμοδιότητες στη λειτουργία της αναπνοής.
Θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει ότι μοιάζω με την Ελλάδα των συνταγματαρχών και  των μνημονίων, όχι μόνο ως προς την κρισιμότητα της κατάστασης, τη συνταγή της θεραπείας και τις προοπτικές της ίασης, αλλά και ως προς το είδος αυτής της κατάστασης και τις βαθύτερες αιτίες της: γιατί όπως στις δύο προηγούμενες ιστορικές περιόδους κρατήθηκε η χώρα σε πολυετή ομηρία, έτσι και εγώ τώρα διατηρούμαι σε παρατεταμένη καθήλωση, που λόγω της ανεπάρκειας των θεραπόντων ιατρών επιδεινώνει ραγδαία την ασθένειά μου και στο τέλος χρησιμοποιείται σαν το απόλυτο επιχείρημα για τη διαιώνιση αυτής της καθήλωσης.
Εν ολίγοις, βλέπω να εγγράφεται πάνω μου σαν ενοχλητική φάρσα η επανάληψη της τρέχουσας ιστορίας του τόπου, που αρχίζει καθησυχαστική σε κάποιον νοσοκομειακό θάλαμο, για να συνεχίσει κυνική με την απώλεια της μισής Κύπρου και τη διάλυση της δημοκρατίας και να τελειώσει διαψευσμένη στο ανατομικό κρεβάτι κάποιας πανεπιστημιακής σχολής ιστορικών.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη ομοιότητα σε όλα αυτά, ότι δηλαδή μέχρι πρόσφατα τήρησα στάση αναμονής υιοθετώντας τον ρόλο του υποδειγματικού υπηκόου, για να συνειδητοποιήσω τις τελευταίες μόλις ώρες πως ό,τι συμβαίνει στον νοσοκομειακό μου θάλαμο ξεπερνάει τις υπαρξιακές, τις μεταφυσικές και τις αισθητικές μου ανησυχίες και σημαδεύει ανεξίτηλα την εθνική ταυτότητα, την κρατική συγκρότηση και την δημοκρατική οργάνωση της ανθρώπινής μου υπόστασης.
Αποφασίζω λοιπόν να αναλάβω τις εθνικές μου ευθύνες, να εξαντλήσω τις κρατικές μου αρμοδιότητες και να αξιοποιήσω τα δημοκρατικά μου δικαιώματα αναπτύσσοντας τη μία και μοναδική μορφή αγωνιστικής δράσης που μου έχει απομείνει: με δελτίο τύπου, που σχεδιάζω να απευθύνω στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, θα δηλώσω απεργός πείνας, διεκδικώντας (α) την αυτοδιάθεση του σώματός μου από το κρεβάτι, (β) την ανεξαρτησία του κεφαλιού μου από το σώμα και (γ) την απελευθέρωση όλων αυτών από την καταπίεση της ιατρικής εξουσίας.
Όσο μάλιστα το σκέφτομαι, νιώθω το φρόνημά μου να χαλυβδώνεται με το πείσμα και την αποφασιστικότητα του γιατρού Τσιρώνη, που ευρισκόμενος στα 1978 σε μια ανάλογη κατάσταση  μπροστά στην κρατική βία της μεταπολιτευτικής εξουσίας προτίμησε να κλειστεί στο διαμέρισμά του, να ανακηρύξει το σπίτι του αυτόνομη περιοχή και να υψώσει τη σημαία της ανεξαρτησίας του, για να βρεθεί αντιμέτωπος με την ιμπεριαλιστική επέμβαση εχθρικών δυνάμεων καταστολής και να καταλήξει νεκρός από τις σφαίρες του στρατού κατοχής, ενόσω το συμβούλιο ασφαλείας του ΟΗΕ έκανε για άλλη μια φορά την πάπια και ένιπτε σιωπηλό τας χείρας του.


Νοσταλγώ το ηρωικό πνεύμα μιας τέτοιας εποχής με τα μεγάλα οράματα, τις μικρές προδοσίες και τις παταγώδεις ήττες, που βλέπω να έχει ανεπιστρεπτί πεθάνει στις υποτονικές απεργίες με τα αξιοθρήνητα ποσοστά συμμετοχής, την ηθική νομιμοποίηση των απεργοσπαστών και τον κοινωνικό αυτοματισμό των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Το λέω ως παθών, με την ιδιότητα του ανυποχώρητου απεργού σε μια απεργία πείνας που δεν πρόκειται ποτέ να ξεκινήσω, αφού γνωρίζω εκ προοιμίου ότι με απόφαση του αδέκαστου ιατρικού εργατοδικείου πρόκειται να κριθεί παράνομη και καταχρηστική, για να παραχωρηθεί στο νοσοκομειακό προσωπικό η εξουσία για την αναγκαστική μου σίτιση.


Αλλά αυτό που πάνω απ' όλα με εξοργίζει είναι η αναμενόμενη ανταπόκριση των βιολογικών μου οργάνων σε τούτη την κατάφωρη παραβίαση της ατομικής μου βούλησης. Πράγμα που επαληθεύει τις υποψίες που εδώ και λίγο καιρό έχουν αρχίσει να με ζώνουν. Ότι δηλαδή ο εχθρός είναι πρωτίστως εντός των πυλών, έστω και αν εδώ και τέσσερις με πέντε περίπου δεκαετίες αλλού αντ’ αλλού τον έψαχνα.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Πρόσωπο


Καθόταν στο μικρό σκαμπό της κρεβατοκάμαρας, με μια ελαφριά κλίση του κεφαλιού προς τον αριστερό της ώμο και μια βούρτσα μπλεγμένη στα μακριά μαλλιά της. Είχε φάει όλο το απόγευμα με πίλινγκ, μάσκες ενυδάτωσης, κρέμες, μέικ απ, ρουζ, κραγιόν, πούδρες, περιμένοντας με στωικότητα την ώρα της βέβαιης ανταμοιβής, λίγα μόνο λεπτά προτού να τον ακούσει να χτυπάει το κουδούνι της, όταν δηλαδή κοιτώντας κατάματα το είδωλό της στον καθρέφτη θα απηύθυνε την ίδια προαιώνια ερώτηση “καθρέφτη-καθρεφτάκι μου”, που από πολύ μικρή τής άρεσε να διαβάζει στο αγαπημένο της παραμύθι.


Στάθηκε για λίγο, κατεβάζοντας τη βούρτσα, ισιώνοντας το κορμί και στρέφοντας ευθεία το βλέμμα με ένα χαμόγελο αυταρέσκειας που βιαζόταν να δώσει τη σίγουρη απάντηση, αλλά τη στιγμή που άρχισε να προφέρει από μέσα της μία προς μία τις τρεις μαγικές λέξεις διέκρινε μια σκιά αμφιβολίας να σκοτεινιάζει τον καθρέφτη πάνω ακριβώς από τις καλυμμένες ρυτίδες του μετώπου της, δίπλα στις τεντωμένες ζάρες των χειλιών της και μέσα στο ξεθωριασμένο γαλάζιο των ματιών της.
Έγειρε λίγο το κεφάλι αναζητώντας καλύτερη γωνία λήψης και ύστερα άλλη και μετά άλλη, χωρίς όμως να καταφέρει να διασκεδάσει τις ενοχλητικές υποψίες που την κύκλωναν. Ίσως αν είχε βάψει τα μαλλιά έναν τόνο προς το κόκκινο ή αν προτιμούσε μεγαλύτερες βλεφαρίδες ή αν επέλεγε πιο ακριβή σειρά καλλυντικών ή αν είχε κάνει μια θεραπεία κυτταρικής ανάπλασης ή ένα μπότοξ κάτω από τα μάτια ή μια επέμβαση για την ανόρθωση του στήθους ή τουλάχιστον μια ρινοπλαστική για να μην φαίνεται το μικρό εξόγκωμα στη μέση της μύτης, θα μπορούσε να εκβιάσει από τον καθρέφτη μία ακόμη θετική απάντηση τώρα που την είχε περισσότερο από ποτέ ανάγκη, περιμένοντας έναν συνοδό που σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις μπορεί να ήταν ο ευγενικός, καλλιεργημένος και αθλητικός άντρας των ονείρων της.
Φαντάστηκε όμως τον εαυτό της να κάθεται απέναντί του στο τραπέζι του εστιατορίου, με το μέικ απ να αυλακώνει λίγο λίγο από τον ιδρώτα, την επιδερμίδα να σακουλιάζει στα μάγουλα και τα πεσμένα στήθη να σμπαραλιάζουν την πληγωμένη αυτοπεποίθησή της και αναρωτήθηκε πόσες φορές θα έπρεπε να φρεσκαριστεί στην τουαλέτα ή να πνίξει το χαμόγελο ή να αποφύγει τις γκριμάτσες ή να ελέγξει τα επιφωνήματα, για να έχει δικαίωμα να ελπίζει σε έναν από τους μεγάλους έρωτες, που με τόση συγκίνηση διάβαζε στα λογοτεχνικά βιβλία και έβλεπε στις κινηματογραφικές κομεντί που της άρεσαν, προκειμένου να δώσει ένα χάπι εντ στην ως τώρα ανιαρή και ανούσια αφήγηση της ζωής της.
Θα μπορούσε βέβαια να ξορκίσει την αγωνία της αρκούμενη στις υποκριτικές φιλοφρονήσεις του συνοδού της, μέχρι τη στιγμή που θα την έριχνε γυμνή στο κρεβάτι, όπως όλες τις προηγούμενες φορές με τόσους άλλους ευκαιριακούς εραστές, αλλά ήξερε καλά ότι ύστερα από μισή, το πολύ μία ώρα, που θα ετοιμαζόταν να κλείσει πίσω του την πόρτα με την υπόσχεση ότι θα της τηλεφωνήσει, θα είχε τον ίδιο ακριβώς τόνο συγκατάβασης και συγκαλυμμένης ειρωνείας που διέκρινε και σε όλους τους άλλους την ώρα που έκλειναν την πόρτα πίσω τους, για να εξαφανιστούν οριστικά από τη ζωή της με την ίδια ακριβώς υπόσχεση ότι θα της τηλεφωνήσουν.
Αλλά τώρα που στεκόταν ξανά ακίνητη με τη βούρτσα μπλεγμένη στα μαλλιά της και άκουγε το κουδούνι να ηχεί επίμονα στο διαμέρισμά της, ένιωθε τόσο προδομένη από τον ίδιο της τον εαυτό, ώστε το μόνο που μπορούσε και ήθελε να κάνει ήταν να συνεχίσει να κάθεται ακίνητη με τη βούρτσα μπλεγμένη στα μαλλιά της, αρνούμενη να πάρει μέρος σε μία ακόμη μάταιη μάχη με τρόπαιο τη σίγουρη ανταμοιβή και το αυτάρεσκο χαμόγελό της μαζί με τα φιλοφρονητικά του σχόλια και τα ακάλεστα τηλεφωνήματά του.
Έσκυψε το κεφάλι κλείνοντας τα μάτια σαν να μην άντεχε να αντικρίζει άλλο τον εαυτό της και τη στιγμή που ακουμπούσε μαλακά στον καθρέφτη ανοίγοντας σιγά σιγά τα βλέφαρα με την ελπίδα ότι θα έβλεπε κάτι άλλο απ' αυτό που φοβόταν, διέκρινε μια λευκή ίνα από το βουρτσάκι του ρουζ  να εξέχει κάτω από το σαγόνι της σαν να ήταν ξεχειλωμένη ραφή από φθαρμένο ύφασμα. Την έπιασε με την άκρη των δαχτύλων και την τράβηξε με την οργή που εδώ και χρόνια έπνιγε μέσα της για όλα τα χαμένα απογεύματα της ζωής της και αμέσως το πρόσωπό της άρχισε να ξηλώνεται λες κι ήταν υφασμάτινη μάσκα αποκαλύπτοντας μια θολή και συγκεχυμένη μορφή, με παραμορφωμένα από την απόγνωση χαρακτηριστικά, όμοια με αυτή που κραυγάζει στον πίνακα του Munch.
Έβλεπε την αληθινή της όψη να φανερώνεται μπροστά στον καθρέφτη, αλλά δεν έβαλε τις φωνές τρομαγμένη ούτε σήκωσε το βλέμμα της ούτε έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες. Φαινόταν μάλιστα πιο ήρεμη, σχεδόν ανακουφισμένη, σαν να περίμενε ότι αργά ή γρήγορα θα ερχόταν η στιγμή της κρίσιμης αναμέτρησης με τις αλήθειες που εδώ και χρόνια έκρυβε επιμελημένα κάτω από τις πυκνές επιστρώσεις του μακιγιάζ, τις βολικές ψευδαισθήσεις και τα ανάλαφρα λογοτεχνικά αναγνώσματά της.
Και όταν πια αποκαλύφτηκε ολόκληρη η νέα μορφή της, κοιτάχτηκε μια τελευταία φορά κατάματα και άκουσε τον εαυτό της να μονολογεί φωναχτά με ένα αινιγματικό χαμόγελο “Εσύ, βασίλισσά μου”.
Σηκώθηκε τότε όρθια μπροστά στον καθρέφτη, πήρε από το χέρι το είδωλό της, και κατευθύνθηκε με αργά αλλά σταθερά βήματα προς το κρεβάτι.

Μετά ξάπλωσε και αγκάλιασε τρυφερά τον εαυτό της και για πρώτη φορά, ύστερα από πολλά πολλά χρόνια, κοιμήθηκαν μονάχες τους παρέα, γαλήνιες και συμφιλιωμένες.
ΖΩΝΗ ΠΥΡΟΣ, εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2014

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Ήπειρος


Όταν τεράστια κομμάτια πάγου άρχισαν να αποσπώνται από τον βόρειο Πόλο και να προσαράζουν στις βόρειες ακτές της Ευρώπης με την συχνότητα των συμμαχικών πολεμικών πλοίων κατά την απόβαση στη Νορμανδία, έλκοντας το ενδιαφέρον των παγκόσμιων μέσων ενημέρωσης, της επιστημονικής κοινότητας, των τουριστικών γραφείων και της βιομηχανίας του κινηματογράφου που διείδε στο φαινόμενο μια ψυχαγωγική αντιστροφή της γνωστής τραγωδίας του Τιτανικού, ελάχιστοι ήταν αυτοί που αντιλήφθηκαν πως ό,τι συνέβαινε εκεί πάνω ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια ακόμη αβαρία του περιβάλλοντος, συνέπεια των γενικευμένων πλέον κλιματικών αλλαγών.
Πράγματι, η περίοδος αυτή – που ξεκίνησε με πολικές θερμοκρασίες μεσούντος του πιο άνυδρου καλοκαιριού της ευρωπαϊκής ιστορίας και, σύμφωνα με έγκριτες αγγλικές εφημερίδες, ανάγκασε τους οίκους μόδας να βγάλουν εσπευσμένα στην αγορά τη χειμερινή κολεξιόν, ενώ υποχρέωσε σε βιαστική φυγή όλα τα αποδημητικά πουλιά και αποτέλεσε τη βασική αιτία για το ενοχλητικό συνάχι που ταλαιπώρησε για έναν ολόκληρο μήνα τη βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας – προκάλεσε ριζικές αλλαγές στον κοινωνικό, πολιτικό και γεωγραφικό χάρτη της Ευρώπης, εγκαινιάζοντας μια νέα φάση στη μακραίωνη διαδρομή της, τον ονομαζόμενο, όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκε, δεύτερο Μεσαίωνα της ιστορίας της.
Η πρώτη και αναμενόμενη συνέπεια ήταν η ανησυχητική άνοδος της στάθμης των θαλασσών, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που αρκούσε ένα μικρό αεράκι, για να σχηματιστούν θεόρατα κύματα που ανά τακτά διαστήματα σάρωναν παράλιες περιοχές κυρίως της Μεσογείου και των πορτογαλικών, γαλλικών και ιρλανδικών ακτών του Ατλαντικού σε βάθος αρκετών χιλιομέτρων, παρασέρνοντας ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και απειλώντας να καταποντίσουν μεγάλα τμήματα ή και ολόκληρες χώρες της ευρωπαϊκής επικράτειας.
Ελάχιστα όμως θα νοιαζόταν η ηγεσία της Ευρώπης για την τύχη της υπανάπτυκτης και τριτοκοσμικής περιφέρειάς της, που έτσι κι αλλιώς από την αρχή ήταν προορισμένη να αποτελεί φυσικό ανάχωμα στην εξάπλωση του κάθε λογής κινδύνου, από τους Άραβες και τους Οθωμανούς μέχρι τις επιδημικές ασθένειες και τους αφρικανούς μετανάστες, αν τα απόνερα από τα διαδοχικά τσουνάμι δεν έφταναν ως την ευρωπαϊκή ενδοχώρα, ξεβράζοντας πτώματα σφιχταγκαλιασμένων μανάδων με τα μωρά τους, ρεζέρβες αυτοκινήτων, μάρμαρα από αρχαίους ναούς και διαφημιστικές πινακίδες “rooms to let” και θέτοντας επιτακτικά την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη μπροστά στο αγχωτικό ερώτημα “μήπως και εμείς;”, που για πολλούς μήνες εκφράστηκε μέσα από την αυξημένη ζήτηση αναγνωσμάτων για τη χαμένη Ατλαντίδα και την κιβωτό του Νώε και θεαμάτων από κωπηλατικούς αγώνες των κολεγιόπαιδων του Κέμπριτς και του Ίτον και από την προφητική ταινία Erik the Viking, με τη χαρακτηριστική σκηνή του νησιού που βυθίζεται αύτανδρο από τη φουσκονεριά ενόσω η πολιτική και η πνευματική του ηγεσία ξορκίζει το κακό με ρητορίες.
Αλλά ακόμη και κάτω από αυτές τις συνθήκες, η ζωή των περισσότερων Ευρωπαίων κατάφερνε να διατηρεί τους κανονικούς ρυθμούς της με τις μικροχαρές από τις αμφίρροπες ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις του champions league και με τις μικρολύπες για την τρομοκρατική επίθεση ισλαμιστών σε βάρος ανυποψίαστων τουριστών στις Φιλιππίνες, προσθέτοντας στην γκάμα των καθημερινών τηλεοπτικών θεαμάτων της εικόνες αγανακτισμένων διαδηλωτών από τις πληγείσες περιοχές που συγκεντρώνονταν στις μεγάλες πλατείες και στους κεντρικούς δρόμους, για να αξιοποιήσουν εμπράκτως το δημοκρατικό δικαίωμα στη μαζική έκφραση της διαμαρτυρίας με τη συνδρομή των δυνάμεων καταστολής και των κατά τόπους υπουργείων προστασίας του πολίτη.

Και κάπως έτσι θα συνέχιζαν τα πράγματα με τους περισσότερους Ευρωπαίους  ηγέτες να ανταγωνίζονται τη δόξα του Λουδοβίκου του 14ου ή να υποδύονται το ρόλο των μεσαιωνικών ιεραποστόλων κραδαίνοντας από τηλεοράσεως εγχειρίδια νεοφιλελεύθερης οικονομικής θεωρίας και συμβουλεύοντας τα βυθιζόμενα κράτη να μετανοήσουν γιατί έρχεται η ώρα της τελικής κρίσεως, με διακεκριμένους γκουρού της οικονομίας να εκφωνούν θρησκευτικούς ύμνους προς τιμήν του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με τα γερμανικά ταμπλόιντ να οργανώνουν ένα νέο κυνήγι μαγισσών σε βάρος των τεμπέληδων και σπάταλων PIGS και με ειδικούς σε θέματα διοίκησης εμπειρογνωμόνες που έχοντας τις αρμοδιότητες των παλιών ιεροεξεταστών αποστέλλονταν από το ευρωπαϊκό κέντρο για να οργανώσουν καλύτερα την οχύρωση των αδύναμων κρατών, κάπως έτσι λοιπόν θα συνέχιζαν τα πράγματα, αν η απελπισία δεν έσπρωχνε ολοένα και περισσότερους πληθυσμούς από τις πληγείσες περιοχές προς τον προστατευμένο ευρωπαϊκό βορά.
Κάτω από την αυξανόμενη πληθυσμιακή πίεση οι Ευρωπαίοι ηγέτες, που δεν ανέχονταν και άλλους τριτοκοσμικούς μετανάστες να μπερδεύονται ανάμεσα στα πόδια τους, αναγκάστηκαν να δράσουν εγκαίρως προτού να είναι πολύ αργά και με ομόφωνη απόφαση γνωστοποίησαν το σχέδιό τους να διανοιχτεί μια τεράστια διώρυγα, που θα διέσχιζε εγκάρσια την Ευρωπαϊκή ενδοχώρα, χωρίζοντας στα δύο τη Γαλλία και αποκόπτοντας οριστικά την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιταλία και ασφαλώς όλα τα Βαλκάνια από τον κυρίως ευρωπαϊκό κορμό, μέτρο που πολύ γρήγορα αποδείχτηκε ευεργετικό όχι μόνο για τον έλεγχο της στάθμης των θαλασσών και την προστασία των απειλούμενων Κάτω Χωρών και των γερμανικών παραλίων αλλά και για την πολυαναμενόμενη επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Γιατί από τη στιγμή που λήφθηκε η απόφαση και άρχισε να δρομολογείται η υλοποίησή της με την εξασφάλιση των αναγκαίων κονδυλίων από τα ευρωπαϊκά ταμεία, τη σύνταξη γεωτεχνικών εκθέσεων και την εκπόνηση μελετών για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ένα πνεύμα αισιοδοξίας κυριάρχησε σε όλες τις αγορές, το οποίο οδήγησε σε εντυπωσιακή άνοδο τα χρηματιστήρια του Χονκ Κονκ, της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου, πρόσφερε τεράστιες επενδυτικές ευκαιρίες λόγω της κατακόρυφης ανάπτυξης του κατασκευαστικού τομέα, όχι μόνο με τη διάνοιξη της διώρυγας αλλά και με την εγκατάσταση ενός πανύψηλου ηλεκτροφόρου φράχτη απ' άκρη σε άκρη στα νέα νότια σύνορα της Ευρώπης, και συνέβαλε στην εντυπωσιακή ανάκαμψη του real estate λόγω της αυξημένης ζήτησης παραθαλάσσιων οικοπέδων με θέα λίγο έξω από τη Βιέννη, στους πρόποδες των Άλπεων και στα σύνορα της Ουγγαρίας.

Κι όπως ο πρώτος Μεσαίωνας ξεπεράστηκε από το κίνημα του διαφωτισμού και τις αστικές επαναστάσεις στην Αγγλία, στη Γαλλία και στην Βόρεια Αμερική, έτσι κι ο δεύτερος έκλεισε με μια εντυπωσιακή επιστημονικοτεχνική πρόοδο, που είχε ως αφετηρία τη διευθέτηση της ασφαλούς μεταφοράς των παγετώνων από τη Βόρεια θάλασσα προς τη Μεσόγειο, με αποτέλεσμα όλος ο πρώην ευρωπαϊκός νότος να μετατραπεί σε μια τεράστια γκαμούζα παγωμένων υδάτινων όγκων, και με κοινωνικές επαναστάσεις που αντικατέστησαν την αστική δημοκρατία με το πολίτευμα της χρηματοπιστωτικής ηγεμονίας, με θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις από τις οποίες ξεπήδησε το δόγμα του ευροσταντισμού, που παραδεχόταν το ενιαίο νόμισμα σαν την υλική απεικόνιση του Αγίου Πνεύματος, και με μια φιλοσοφική συζήτηση που ξεκίνησε για την καταγωγή της Ευρώπης και απορρίπτοντας τον αφελή μύθο ότι ήταν κόρη του Αγήνορα και της Τηλέφασσας, που απήχθη από τον μεταμορφωμένο σε ταύρο Δία, κατέληξε με απόλυτη βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι ήταν το νόθο παιδί του Καρλομάγνου, που αφού για αιώνες περιφερόταν άστεγο και περιφρονημένο στις υποσημειώσεις των ιστορικών παραπομπών βρήκε επιτέλους μια νέα ήπειρο για να στεγάσει την αληθινή ταυτότητά της.
Ζώνη πυρός, Μεταίχμιο,2014