Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Πόσα "αλλά" χωράει η συνείδησή σου;

Από τις πιο συνηθισμένες εκδηλώσεις του ρατσισμού, η τρόπον τινά "αντιρατσιστική" διατύπωση δεν είμαι ρατσιστής αλλά... Αλλά πολλά αλλά. Τόσα που ενώ αρχίζεις να ξενοιάζεις με την ιδέα ότι έχει δοθεί από την ιστορία και από την ανθρωπότητα και από τον πολιτισμό η απάντηση, να εμφανίζονται στις οργισμένες αναρτήσεις του FB ή σε εμφυλιοπολεμικά δημοσιεύματα τοπικών sites ή σε συνεδριάσεις των δημοτικών συμβουλίων κάμποσα καινούρια αλλά. Για να βεβαιώσουν ότι δεν είμαι ρατσιστής αλλά... αλλά αυτοί είναι ξένοι ή μουσουλμάνοι ή τζιχαντιστές ή Άραβες και ότι θα μας κατακλύσουν, θα μας πλημμυρίσουν, θα μας διαλύσουν, θα μας κατακλέψουν και θα μας βιάσουν. 



Και κάθε καινούριο αλλά, ένα καινούριο συρματόπλεγμα, όπως αυτά που απλώνουν στη βαλκανική οδό οι βόρειοι γείτονές μας. Γιατί τα αυστριακά συρματοπλέγματα του μίσους, που κατάφωρα παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο, αντίκεινται στις Ευρωπαϊκές Συνθήκες και υποδεικνύουν σαν λύση του προσφυγικού προβλήματος να τους σκυλοπνίγουμε στο Αιγαίο υπάρχουν και εδώ ανάμεσά μας. Και τώρα που το πρόβλημα μετακινείται από τα νησιά στα ενδότερα της χώρας τα βλέπουμε να ξεπροβάλλουν μέρα με τη μέρα σαν τα κομμένα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας για να υψωθούν απέναντι σε φανταστικούς εχθρούς, να κεντρίσουν τα πιο φοβικά ένστικτά μας, και να χειραγωγήσουν τους πιο άλογους φόβους μας, πλειοδοτώντας πολιτικά και ιδεολογικά σε έναν πολιτισμό του μίσους, της δαιμονοποίησης και της βίας.  
Και το χειρότερο από όλα είναι το φύλλο συκής που κρύβεται στο πρώτο σκέλος της διατύπωσης δεν είμαι ρατσιστής αλλά..., προκειμένου να θολώσει τα νερά, να αποποιηθεί τα ιστορικά εγκλήματα και να απλωθεί σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού θυμίζοντας ως προς την ειλικρίνεια το γελοίο επιχείρημα των νεοναζιστών που δικαιολογούν τον αγκυλωτό σταυρό τους σαν αρχαιοελληνικό σύμβολο και καταλήγοντας στο εξίσου γελοίο επιχείρημα πάλι των νεοναζιστών ότι όποιοι αγαπάνε τους πρόσφυγες ας τους πάρουνε στα σπίτια τους. 
Λοιπόν μας αρέσει ή δεν μας αρέσει, ο ανθρωπισμός και η αλληλεγγύη δεν χωράνε ούτε ένα αλλά. Διατίθενται αφειδώς σε όσους απλώνουν το χέρι γιατί  έχουν αληθινά ανάγκη τη βοήθειά μας. Είτε είναι Έλληνες είτε είναι ξένοι είτε είναι χριστιανοί είτε είναι μουσουλμάνοι. Υπάρχει άλλωστε και το παράδειγμα των νησιωτών - ή τουλάχιστον των περισσότερων ανάμεσά τους. Τώρα ήρθε η σειρά μας. Και πρέπει να ανταποκριθούμε. Οφείλουμε να ανταποκριθούμε. Σε πολλούς. Σε πολλά. 

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

- Σάπια Κρέατα -



[Φύγε. Φύγε, είπα. Άι χάσου απ’ τα μάτια μου.]

Καλή μου… πού να γυρίσω το μυαλό μου, σε ποιόνανε να ζητήσω παρη­γοριά, που όπου και αν το πάω, όποιονα και αν γυρέψω - τον πατέρα μου, τη μάνα μου, τα αδέλφια μου; - πονάει το ρημάδι και γω, να τώρα δα πονάω και φοβάμαι, και άλλο δεν μπορώ, και άλλο δεν έχω υπομονή, μοναχά εσένα έχω, και άφησέ με, σου λέω, να έρθω κοντά σου, να ακουμπήσω απάνω σου, να γιομίσω τα πνεμόνια μου απ’ την ανάσα σου, να στυλωθώ ξανά στα γόνατά μου με τα πόδια σου. Γιατί το καταλαβαίνω - θαρρείς δεν το καταλαβαίνω; - που όλο πέφτω και πέφτω, αλλά δεν μπορεί θα περάσει, θα πάει και αυτό, πόσες ώρες ακόμα, άντε μια μέρα, το πολύ πολύ δύο, και ύστερα ούτε που θα θυμάμαι, κακό όνειρο και έφυγε, θα σου λέω και θα γελάμε, τα παιδιά στο άλλο το δωμάτιο, μια σόμπα να καίει, ένα σπίτι από πέτρα και σκεπή, μια ζωή...


Μην αγριεύεσαι, μάτια μου, και μη φεύγεις, δεν είναι τίποτα, τα χειρότερα ήρθαν και πέρασαν, χειρότερα να δουν τα μάτια σου, δέκα άτομα κρυμμένοι σε ένα χασάπικο στην  Ισταμπούλ, κρεμασμένα κρέατα από δω και από κει, και ύστερα από δύο μέρες, κοντά στα μεσάνυχτα, Δεκέμβρης μήνας, κι είχανε αυτοί μεγάλη γιορτή, μέσα απ’ το ποτάμι κρυφά και από χωράφια και ήτανε εκεί κοντά ένα στρατόπεδο με στρατιώτες και αρχίζουνε τα μπαμ μπουμ, ο Χαμπούν και ο Καντίρ ποτάμι το αίμα, κοιλιές και κεφάλια ανοιγμένα, εμείς όπου φύγει φύγει και μετά στρατός και αστυνομία, δήθεν πως είμαστε Τούρκοι κατάσκοποι, τέτοια τρελαμάρα δηλαδή, και δώσ’ του ξύλο και δίψα και πείνα... όχι… όχι… όχι… το γυρίζω πίσω, μην δουν τα μάτια σου, ποτέ τους να μη δουν, κράτησέ τα αθώα, σφάλισέ τα που σου λέω, μόνο να ακούς, να ακούς και να αγγίζεις, να αγγίζεις και να με κρατάς.
Το ξέρω, ψυχή μου, που βιάζομαι και που σου τα λέω και σε στεναχωράω και εσένα, τι μου ’φταιξες τώρα, θα ’χεις και συ τα δικά σου εκεί πέρα, αλλά να σκοτάδι γύρω γύρω πίσσα, ανοίγω τα μάτια μου, πιο πολύ σκοτάδι, η μάνα μου, ο πατέρας μου, τα αδέλφια μου, σβησμένα αστέρια στον ουρανό, σύννεφο και ομίχλη από μπροστά, ούτε που φαίνονται, μοναχά εσένα, ναι εσένα, μοναχά εσένα βλέπω. Πώς κοιτάς μέσα στην τύφλα τη μεγάλη κατάματα τον ήλιο καλοκαίρι καιρό καταμεσήμερο και έρχεται μετά το φως και σε τυφλώνει πιο πολύ ακόμα, αλλά με εσένα, ένα πράμα περίεργο, ούτε τύφλωμα ούτε τσούξιμο ούτε ζαλούρα.
Και είναι πια η τύφλα μου μεγάλη, πολύ μεγάλη, κλείνουν τα μάτια μου από μόνα τους, μπερδεύεται το μυαλό μου, σφίγγει η θολούρα από γύρω, μια σκοτεινή μορφή πετιέται από δω και από κει στα καλά καθούμενα, αλλά τουλάχιστον, λέω και παρηγοριέμαι, έχω εσένα, ναι εσένα και μου φτάνεις και μου παραφτάνεις, ήλιε μου και φως μου, ανοιχτωσιά και ανάσα μου.

[Τι ’ναι που έρχεσαι και όλο έρχεσαι; Ποιος σου ’πε να παραφυλάς τον ύπνο μου; Στα τσακίδια. Βρες άλλονε να βασανίζεις.]

Και που δεν σε ξέρω ακόμα καλά καλά, ούτε που με νοιάζει. Μια φωτογραφία σου μόνο και πολύ μου είναι. Όχι πες μου, θέλει πολύ να καταλάβεις, ποιος είναι ο άνθρω­πός σου και να πεις αυτός είναι και ύστερα να γαντζωθείς απάνω του και να δώσεις λόγο και μετά από δύο χρόνια να κάνεις γάμο, να πιάσεις σπίτι, να βρεις δουλειά, να χουζουρεύεις Κυριακή μεσημέρι στο κρεβάτι, και να σηκώνεσαι Δευτέρα χαράματα για την οικοδομή έτοιμος ο καφές και να γυρίζεις το απόγεμα κουρασμένος στρωμένο το τραπέζι, τα παιδιά στην τηλεόραση και ώσπου να καταλάβεις τι γίνεται να μεγαλώσουν, να πιάσουνε δουλειά, να στήσουνε δικό τους σπιτικό, να κάνουν εγγόνια και συ το πρωί συνοδεία στο σχολείο, το μεσημέρι επιστροφή στο σπίτι, το απόγεμα βόλτα στην παιδική χαρά και ένα γλυκό δειλινό, τότε που άλλο δεν θα ’χεις στο μυαλό σου απ’ το λιοβασίλεμα στις βουνοκορφές του Ντιαρμπεκίρ, να κλείσεις ευχαριστημένος τα μάτια σου κι ήσυχα ήσυχα να πλαγιάσεις για πάντα; Βλέπω άλλους, που ψάχνουν και ψάχνουν, αλλάζουν έναν και δυο και τρεις, και ύστερα ξανά απ’ την αρχή το ψάξιμο και στο τέλος ξερό κουφάρι ορφανό στον κόσμο, ούτε ρίζες ούτε κρατήματα. Αλλά όχι εγώ. Γιατί εγώ ξέρω. Ξέρω καλά απ’ όταν ακόμα σε πρωτόδα σε κείνη τη φωτογραφία. Στη μέση εσύ, από πάνω ως κάτω σκεπασμένη, δυο τρυπίτσες όλες και όλες, σαν και αυτές που αναπνέουμε τώρα, δυο τρυπίτσες, λέω, τα μάτια σου και μες στα μάτια σου τα οροπέδια και τα πυκνά δάση του Κουρδιστάν, τα παγωμένα ποτάμια, τα νερά κρύσταλλα και δέκα λύκοι τη νύχτα που αλυχτάνε. Κι είδα στα μάτια σου που αντιφέγγιζε ο πόνος και ήταν αυτός ο ίδιος πόνος, ο πόνος του πατέρα μου και της μάνας μου και του παππού μου και της γιαγιάς μου και του θείου μου και της θείας μου, τον είδα σου λέω να κουρνιάζει στα μάτια σου και τον ήξερα, τον ήξερα καλά, γιατί απ’ αυτόν γεννήθηκα και γω, αυτόν ήπια απ’ το βυζί της μάνας μου, με αυτόν κοιμήθηκα τις νύχτες, απ’ αυτόν τρέχω τώρα να γλιτώσω. Και μη μου λες από πού και ως πού αγαπημένη και ότι τάχα ούτε που γνωριζόμαστε και ότι θέλει το χρόνο του το πράμα, γιατί από μέρες τώρα, πάει χρόνια, δηλαδή αιώνες, ίδιος ο καημός, μία στεναχώρια, ένας ο πόνος και κάθε νύχτα σμίγουμε οι δυο μας και γεννοβολάμε πεθαμένες ελπίδες.
Αλλά τι τα θέλεις τα πολλά πολλά; Έτσι κι αλλιώς φτάνει και παραφτάνει που τα βρήκαν οι μανάδες μας και είπανε το ναι, και που κάνανε τους αρραβώνες, όλοι μαζί θείοι, παππούδες, η γιαγιά Ζαχριέ, πόσο χρονών άραγε κοντεύει; ένας πατέρας, ποιος πατέρας, από χρόνια εξαφανισμένος στο βουνό, ζει-πέθανε κανείς δεν ξέρει, πέντε έξι στρατοφυλάκοι απ’ έξω, εσύ στο δωμάτιο καθισμένη στη μέση και από δίπλα, στην καρέκλα απάνω, η καλή μου η φορεσιά καθαρή και καλοσιδέρωτη, ένας λυγμός πνιγμένος στο δωμάτιο. Και μου ’γραψε ο αδελφός μου γράμμα, και μου τα ιστόρησε όλα και έλεγε πανηγύρια και χορούς να δεις, ως τα ξημερώματα τα όργανα και γω άδεια φορεσιά, αφόρετη, δεν άφησα λέει το χορό και όλο απ’ τη μια αγκαλιά στην άλλη, μα πιο πολύ καταλάβαινα που μόνο στη δική σου ζεσταινόμουν.
Κι ήταν κρύος εδώ, κρύος μπούζι. Φλεβάρης μήνας, ως το γόνατο η λασπουριά, το νερό πέτρα, έσταζε από παντού στο δωμάτιο, σφύριζε ο αγέρας, τσιτωνόταν και κοκάλωνε το πανί στο ανοιχτό παράθυρο. Χουχούλιαζα εγώ τα χέρια μου, τρία παντελόνια από κάτω και ένα μακρύ βρακί, με κουβέρτες στην πλάτη, σκεπασμένο το κεφάλι, αλλά έζεχνε η βρώμα, από βδομάδες άπλυτος, μια πατσαβούρα τα μαλλιά μου και τα γένια μου, και μπούκωνε η αναπνοή μου και πνιγόμουνα με την ανάσα μου, να όπως τώρα, να πούμε, που δυσκολεύομαι στην ανάσα μου και όλο βουτάω και ξαναβουτάω στο σκοτάδι.

[Τι ζητάς από μένα, ξένος άνθρωπος; Και για να ’χουμε καλό ρώτημα, σε ξέρω; Όχι πες μου, σε ξέρω;]

Και όλο έλεγα με το νου μου, κράτα θα περάσει, κράτα θα περάσει, κράτα θα περάσει και κράτησα και πέρασε και αφού κράτησα και πέρασε, γιατί να μην κρατήσω και γιατί να μην περάσει και αυτό το τωρινό; Σάμπως είναι χειρότερα; Ούτε στρατόπεδο, ούτε κρύο, ούτε να ζεσταίνομαι από τα χνώτα μου και τα χνώτα μου βρώμα και πάγος. Μόνο να, που στριμωχνόμαστε λίγο, εννιά νομάτοι εδώ μέσα, ούτε ένας ούτε δύο, μισό όλο κι όλο μέτρο φάρδος, από μπροστά και από πίσω χτισμένοι, τρία μέτρα μάκρος, δεκαοχτώ τρυπίτσες. Δυο δηλαδή για τον καθένα, καλά υπολογισμένο το ’χουν, και πολύ, είπανε, είναι, φτάνει και με το παραπάνω. Μην τυχόν και το πάρουν οι άλλοι χαμπάρι και καταλάβουνε πως είμαστε εδώ μέσα και μας κατεβάσουν, κι ύστερα αστυνομία και κρατητήριο και ξανά απ’ την αρχή τα ίδια. Και αν είναι, είπαμε, έτσι, τότε κλείστε τες και αυτές, τι τις κρατάτε; Τόσα χρόνια συνηθισμένοι στο σφίξιμο, τώρα στα στερνά θα σπάσουμε; Και τι έγινε, που βρωμάει και καιγόμαστε εδώ μέσα και πήζει ο αέρας απ’ το κάτουρο, τη σκατίλα και τον ιδρώτα, πηχτές φέτες από χιόνι οι υδρατμοί, και ανοίγουμε το στόμα να πάρουμε αναπνοή και πνιγόμαστε και ζαρώνουν τα πνεμόνια μας και κλείνουν τα μάτια μας και όλο λέω να μην κλείσουν, αλλά εκεί αυτά κλείνουν και πάνω που κλείνουν να σου τον απρόσκλητος επισκέπτης, αρμένικη βίζιτα ξανά και ξανά αυτός ο ξένος.

[Να με τρελάνεις, θέλεις; Τι ’ναι και στέκεσαι αντίκρυ, μες στο σκοτάδι κρυμμένος. Φανερώσου, ρε. Βγες αν βαστάς.]

Αλλά και τι να ’κανα δηλαδή; Δεν πήγαινε άλλο εδώ. Έπρεπε να φύγω και ας περνάω τώρα ό,τι περνάω. Πώς να ζήσω και πόσο να αντέξω, που ούτε δουλειά ούτε κάπου να κοιμηθώ και από χαΐρι και προκοπή τίποτε, όλα σταματημένα, όλα ακίνητα, παρεκτός από το χρόνο, παρεκτός από τη μνήμη, παρεκτός απ’ τον καημό. Εκεί τουλάχιστον έλεγα είναι αυτοί και αν πάω αλλού θα είναι αλλιώς και ήρθα εδώ, που δεν ήταν αυτοί, αλλά πώς να το κάνουμε, το ίδιο είναι.
Δυο μήνες σε ένα παλιό στρατόπεδο, κάπως Λαύριο το λέγανε, περιφραγμένο γύρω γύρω, δυο τρεις αστυνόμοι απ’ έξω, δήθεν για προστασία μας, από δω και από κει σπιτάκια, στη μέση ένα μακρόστενο για εστιατόριο. Κάθε μέρα για φαΐ μάς δίνανε ζεσταμένο νερό και ένα κομμάτι ψωμί, πού και πού από κανένα χαλασμένο χυμό και μπαγιάτικο μπισκότο, δυο φορές το μήνα περνούσαν κάτι γιατροί, καλή τους ώρα, και μας κοιτούσαν και από καμιά φορά ερχόντουσαν δύο παπάδες, τάχατις για ελεημοσύνη, αλλά σου βγάζανε την ψυχή για ένα ξερό παξιμάδι και όλο να μοιράζουν σταυρουδάκια και όλο να λένε τα δικά τους, και απ’ το πολύ το λέγε λέγε, στο τέλος κορόιδεψαν ένα δικό μας, τον πήραν με το μέρος τους, του δώσανε και όνομα, Γιώργος, και ο Γιώργος άναφτε τα καντήλια τους και χτυπούσε νταν νταν την καμπάνα τους και έβγαλε χαρτιά να μείνει, αλλά εμείς του γυρίσαμε την πλάτη μας και από τότε δεν ξαναφάνηκε. Κάτι άκουσα που τον βρήκαν κρεμασμένο, αλλά δεν ξέρω να σου πω στα σίγουρα.
Και ερχόντουσαν, που λες, και μας βρίσκανε κάτι άλλοι, δέκα δέκα, είκοσι είκοσι μαζί, τι ανθρώποι ήταν αυτοί, και μας πετροβολούσανε και μας βρίζανε, να φύγετε από δω, όλο βρώμα και αρρώστιες, δεν σας θέλουμε, και όταν μας βλέπανε μοναχούς ή δυο και τρεις μάς τσάκιζαν στο ξύλο και ύστερα τηλεφωνούσανε στην αστυνομία και ερχότανε η αστυνομία, δήθεν που κάνουμε φασαρίες, και τρώγαμε πιο πολύ ξύλο. Αλλά ύστερα να δεις εσύ, άρχισαν να μαζεύονται οι Αφρικανοί αναμεταξύ τους και από κανένας Ινδός και οι Πακιστανοί και αυτοί και οι άλλοι, και ο ένας τα έβαζε με τον άλλον, τάχα πως κρατάνε καλύτερα δωμάτια, τάχα που παίρνουνε μεγαλύτερη μερίδα στο συσσίτιο, τάχα πως τα ’χουνε καλά με την αστυνομία, ή πάλι για μαλώματα κουβαλημένα απ’ τις πατρίδες τους. Και δωσ’ του φαγωμάρα, βρισίδι και ξύλο, ανοιγμένες μύτες και ματωμένα κεφάλια και σπασμένα πλευρά, λιγοθυμιές και ξαπλώματα.
Κάθισα λοιπόν και το σκέφτηκα. Ως τώρα νόμιζα πως μόνο δικιά μας είναι η δυστυχία, αλλά τώρα κατάλαβα που όσοι άνθρωποι φευγάτοι απ’ τον τόπο τους τόσες και οι δυστυχίες, ταξιδιάρικο πουλί-κοράκι ο πόνος, πεινασμένο όρνιο, αρπαχτικό, στέκεται από πί­σω μας και όπου να πάμε από κοντά μας, αλλά πώς να το κάνουμε δηλαδή, η δυστυχία η δικιά μας πιο βαριά και ασήκωτη απ’ όλες και από πίσω της Παλαιστίνης, αλλά δεν είχαμε άλλο απ’ αυτούς εδώ, και των μαύρων και των κίτρινων, ερχόντουσαν όλο και πιο πολλοί τελευταία, και άκου να δεις δηλαδή και των Τούρκων. Ναι σου λέω, είχαμε και από αυτούς, κάτι παλικάρια και κοπέλες, κυνηγημένοι όλοι τους απ’ τους δικούς τους και βρήκανε εδώ για να λουφάξουν. Κι όλο για τους φίλους τους λέγανε που τους είχανε κλεισμένους σε κάτι άσπρες φυλακές και πεινούσαν, πέθαιναν της πείνας, και τα λέγανε αναμεταξύ τους και τους έπιανε το παράπονο κι ύστερα έπαιρναν και τραγουδούσαν, ένα σιντριβάνι από λυγμούς η φωνή τους, κάτι αμανέδες να χαζέψεις, κάναμε κύκλο εμείς, τόσοι άνθρωποι γύρω γύρω και δεν ακουγόταν κιχ. Με έπαιρνε και μένα το παράπονο και όλο έκλαιγα και έκλαιγα τους πεθαμένους και τους ζωντανούς μου και τον πατέρα μου που είναι εξαφανισμένος και πολεμάει ακόμα στα βουνά και για σένα με τα πονεμένα μάτια και τη μάνα μου που κλαίει τον πατέρα μου και μένα, και τα αδέλφια μου που όπου να ’ναι θα τραβήξουνε με τη σειρά τα βάσανα που τραβάω εγώ τώρα, και κοίτα να δεις ένα πράμα περίεργο, να τρελαθείς δηλαδή, που απ’ αυτούς έφυγα να γλιτώσω και τώρα κάθομαι και κλαίω με τα τραγούδια τους.
Να ’τανε όμως μονάχα αυτά. Φεύγω αποκεί χωρίς χαρτιά, γιατί όλο στο περίμενε και στο περίμενε με είχαν, δύσκολη υπόθεση λέγανε και ήθελε ακόμα χρόνο, - βρε μπας και με στείλουν πίσω; - τι να σου κάνω και γω, σηκώνομαι πηγαίνω σ’ άλλη πόλη μακριά, σε έναν δευτεροξάδερφο απ’ τη μάνα μου, στη Σαλονίκη. Πείνα που τραβήξαμε εκεί πέντε μήνες, ούτε δουλειά ούτε τίποτα. Κάθε που έπαιρνα τους δρόμους, σαν τα αδέσποτα μες στα πόδια τους, ούτε να γυρίσουν να με κοιτάξουν και όταν γυρνούσαν μόνο περιλύπηση ή θυμός. Μ’ ανοιχτή παλάμη μπροστά στα αυτοκίνητα, έναν σκύλο Ναζίμ όλο κι όλο για παρέα, πάει μου τον πατήσανε κι αυτόν, κι ύστερα, στο λέω το κρίμα μου, δεν ντρέπομαι, ό,τι έβγαζα και δεν έβγαζα σ’ αυτήνα πήγαινα και το άφηνα, γιατί τη λυπόμουν, μικρό κορίτσι βασανισμένο, χειρότερα ακόμα και από μένα, αλλά μην πάει το μυαλό σου στο κακό, μόνο που καθόμουνα κοντά της και ούτε ποτέ μου που ακούμπησα. Νατάσσα έλεγε αυτή, Αϊμέ έβλεπα εγώ. Τι τα θέλεις; Ίδια τα μάτια που κλαίνε απ’ την ψυχή τους.
Αλλά σάμπως γίνεται πιο δυστυχία και απ’ τη δυστυχία; Ναι, ρώτα εμένα να σου πω. Γίνεται και παραγίνεται. Είπα και γω έσυρα όσα έσυρα, τώρα υπομονή να στρώσουνε τα πράματα. Αλλά πού; Να πεινάς και να διψάς και να κρυώνεις και να σε βαράνε και να ’χεις πίσω σου μια πατρίδα ματωμένη και έναν πατέρα φευγάτο στα βουνά και μια μητέρα ολημερίς κλαμένη και μια Αϊμέ ανίδωτη ακόμη και να μη σε αφήνουνε να φύγεις αλλά και να μη σε αφήνουνε να μείνεις και να λες τώρα τι γίνεται; Το ένα ποδάρι από δω το άλλο από κει, η καρδιά πίσω, χέρσο χώμα πουθενά για να πατήσεις. Μόνο μια…

[Εδώ που τα λέμε, σαν κάποιονε να φέρνεις, αλλά σε ποιον; Έλα μου ντε, σε ποιον; Ποιος είσαι; Ε; Ποιος;]

…. μόνο μια ελπίδα, που δηλαδή θα ξημερώσει αύριο και θα ’ναι καλύτερα, γιατί στο κάτω κάτω χειρότερα δεν έχει άλλα και…

[Όχι, όχι δεν μπορεί! Δεν γίνεται! Την τελευταία φορά… αλλά πάει δέκα χρόνια από τότε…]

… ήρθε η μέρα και ξημέρωσε και τώρα όλα μπροστά, τ’ άλλα περασμένα ξεχασμένα….

[Δεν μπορεί! Αυτός ήταν ψηλός λεβέντης, ίσαμε κει πάνω, όχι όρθιο χούφταλο καμπουριαστό σαν και του λόγου σου.]

…αλλά… αλλά… τι ’ναι και φωνάζουνε όλοι αυτοί. Γιατί χτυπάνε του οδηγού και πώς βρέθηκα εγώ πεσμένος εδώ κάτω; Τι είναι αυτό που τρέχει απ’ τη μύτη μου και γιατί κλείσανε τα μάτια μου και δεν ανοίγουν; Από πού απλώθηκε τόση ησυχία και ποιο είναι αυτό το μέρος;


[Ποιος θα το ’λεγε; Πατέρα… Εσύ;]


Καλά μόνο να βρεις, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, 2008