Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Το πλάνο


Από τη μια άκρη μέχρι την άλλη εκτείνεται ασοβάτιστος τοίχος. Φαίνονται τα τούβλα του, σταυροειδώς τοποθετημένα. Δίχως ζωνάρια, παράθυρα ή πόρτες. Όπως καλύπτει όλη την πίσω επιφάνεια θα μπορούσε κανείς να πει ότι μοιάζει με θεατρικό σκηνικό ή σαν την αυλαία της σκηνής, που ανοίγει και κλείνει την παράσταση.


Μονόπρακτο στην προκειμένη, για έναν και μόνο ρόλο. Που έχει μόλις τελειώσει και η αυλαία έχει πέσει. Ο πρωταγωνιστής στέκεται μπροστά στο κοινό. Είναι ανυπόδητος, με τα πόδια μισάνοιχτα, τα χέρια σε στάση προσοχής και ετοιμάζεται για την υπόκλιση του αποχαιρετισμού. Σηκώνει λίγο τα μάτια, δεν υπάρχει κανένας θεατής. Υποκρίνεται τον αδιάφορο αλλά από μέσα τον τρώει το παράπονο. Είναι ώρα να φορέσει τα παπούτσια του για να κατέβει. Δίχως ούτε ένα χειροκρότημα.
«Κοίτα το πουλάκι» ακούει μια φωνή να εκβιάζει το χαμόγελό του. Στρέφει το βλέμμα δίχως να χαμογελάσει. Είναι ακριβώς η στιγμή που ο χρόνος παγώνει για πάντα την εικόνα του με το απορημένο βλέμμα, την υποψία πείσματος και τις ντεμοντέ άσπρες καλτσούλες μπροστά σε έναν ασοβάτιστο τοίχο, δίπλα στα αφόρετα παπούτσια, μια φθινοπωρινή ή ανοιξιάτικη μέρα με λιακάδα.
Αλλά έτσι όπως κάθεται μετά από σαράντα τέσσερα χρόνια και παρατηρεί τη φωτογραφία που του τράβηξε η μάνα του όταν ήτανε μωρό παιδί διακρίνει για πρώτη φορά μια εξόφθαλμη σκηνική αβλεψία που τόσο καιρό την προσπερνούσε σαν μην υπήρχε. Πρόκειται για τα φθαρμένα παπούτσια που είναι αφημένα στην άκρη του σκηνικού και δείχνουν πολύ μεγάλα για να φορεθούν από τον ίδιο – σε αυτά τα δύο μόλις χρόνια της ανάπτυξής του. Ένα αίσθημα αισιοδοξίας τον κυριεύει για την εξέλιξη του ρόλου του: υπάρχει εδώ μια προσήμανση συνέχειας, ότι δηλαδή κάποιο δραματικό απρόοπτο θα συμβεί από στιγμή σε στιγμή, για να δώσει εκ νέου ώθηση στην πλοκή και να τον κρατήσει για αρκετό ακόμη χρόνο πάνω στη σκηνή.
Αντιλαμβάνεται βέβαια ότι σε μια άλλη ανάγνωση θα μπορούσαν τα παπούτσια αυτά να εκληφθούν σαν συμβολισμός απουσίας: η ύπαρξη που κυριαρχεί στο κέντρο του πλάνου με τη μορφή του ήρωα και η απουσία της που ελλοχεύει σαν διαρκής απειλή στην άκρη της εικόνας με την μορφή των αφόρετων υποδημάτων. Υπάρχει άλλωστε και η τραχιά επιφάνεια του ασοβάτιστου τοίχου  που μαζί με τη σταυροειδή διάταξη των τούβλων και την εντύπωση της κατεβασμένης αυλαίας λειτουργεί υποστηρικτικά σε ένα τέτοιο ερμηνευτικό σχήμα.

Το σκέφτεται καλύτερα. Πράγματι, θα μπορούσαν. Αφού ως γνωστόν όλα είναι αφήγηση και η ιστορία κάθε αφήγησης εξαρτάται από τον αφηγητή και δευτερευόντως από τον υποψιασμένο αναγνώστη. Αλλά αν έτσι έχουν τα πράγματα τότε μια τέτοια αφήγηση δεν θα είχε καμία σχέση με την αληθινή ιστορία που αφηγείται τούτη η φωτογραφία. Θα ήταν βέβαια η αφήγηση μιας άλλης ιστορίας αλλά όχι η αφήγηση της δικής του ιστορίας με τη φωτογραφία που του έβγαλε η μάνα του για να τον θυμούνται, όταν δυο χρονών παιδί κόντεψε να πεθάνει από πνευμονία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: