Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Τα ανοιχτά μάτια της ποίησης


Τα γυάλινα μάτια των ψαριών, Ειρήνη Παραδεισανού,
εκδ. Βακχικόν, 2016, σελ. 56

Δεύτερη ποιητική συλλογή, στον ίδιο δρόμο που άνοιξε η «Ρητορική Ένδεια», αλλά με σιγουρότερα βήματα, διαυγέστερες εικόνες, στερεότερες μεταφορές, εν ολίγοις με κατακτημένα πλέον τα εκφραστικά μέσα, που επεξεργάζονται ή για να το πω καλύτερα αισθητοποιούν αισθητικά την ίδια πάνω κάτω θεματολογία   –  τη θέση, τον ρόλο, τις άμυνες του εγώ σε έναν αφιλόξενο κοινωνικό χώρο. Τούτος ο χώρος σκιαγραφείται σχεδόν εφιαλτικός από ποίημα σε ποίημα μέσα από οπτικοακουστικές εικόνες ψαρίσιων ματιών που φοριούνται από τον ανθρώπινο περίγυρο ή ασάλευτων μορφών που περιφέρουν τη δίψα τους σαν τα πεινασμένα σκυλιά ή «άσπρων νοσοκομειακών κραυγών» που αναπαράγονται από τηλεοράσεως ή κούφιων δοντιών που ντύνονται «το πατσουλί της πουτανιάς» και «ανασαίνουν πάνω σου τη σήψη».
«Ήταν στιγμές
που περπατούσα ανάποδα στην όψη μου.
Χέρια χαράζαν το δέρμα από μέσα.
Νύχια γαμψά
απ’ τη λαχτάρα μου να δω».
Το ποιητικό υποκείμενο της Παραδεισανού αποκαλύπτεται από τους εναρκτήριους ακόμη στίχους της συλλογής έγκλειστο μιας έξωθεν και έσωθεν πολιορκίας. Το βίωμα της εξωτερικής εχθρότητας και της εσωτερικής αλλοτρίωσης είναι τόσο ολοκληρωτικό, που το εγώ βιώνει το εγώ του σαν κάτι όχι μόνο ευάλωτο αλλά και ξένο. Δεν υπάρχει εδώ η (ψευδ)αίσθηση ενός αναπαλλοτρίωτου εσωτερικού ή εξωτερικού χώρου, απ’ όπου θα μπορούσε το ποιητικό υποκείμενο να σημάνει την αντίστασή του με τη μορφή μιας καταφυγής προς τα έσω, όπως για παράδειγμα η αυτογνωσία των αρχαίων, ή μιας καταφυγής προς τα έξω, όπως για παράδειγμα η έννοια του ταξιδιού στη λογοτεχνία του δρόμου. Το αίσθημα του αδιεξόδου που αποπνέει αυτή η αίσθηση δίνει στην ποίηση της Παραδεισανού μια ένσαρκη απόγνωση καρυωτακικής έντασης:
«Είμαι το κύμα που ναυάγησε στην απόκρνημνη γη
Κι ασθμαίνει τη στεγνή υγρή σταγόνα να φυλάξει

Κι είναι η σταγόνα το δάκρυ
Στο χείλι του αδέσποτου παιδιού
Που ξεψυχά μπροστά στα μάτια μου»
Αν μέσα σε όλη αυτή τη σκοτεινιά υπάρχει κάτι που φαντάζει φωτεινό είναι μερικά πρόσωπα, κάποιες μνήμες, ορισμένοι μύθοι και πριν απ’ όλα τα ποιήματα. Εδώ βρίσκεται το οχυρό της άμυνας απ’ όπου οργανώνει άλλοτε με αυτοσαρκαστικούς, άλλοτε με απελπισμένους και άλλοτε με ειρωνικούς τόνους τις αντιστάσεις της η Παραδεισανού, χωρίς όμως να τρέφει την ελπίδα κάποιας σωτηρίας: οι μνήμες είναι χαμένες, τα πρόσωπα απωλεσμένα ή ηττημένα, οι μύθοι «παραμύθια πεθαμένα», τα δε ποιήματα υπόκεινται στην ιδιοτελή πρόθεση του δημιουργού.

Ό,τι μένει απ’ όλα αυτά είναι μια αυξανόμενη απορία και μια εντεινόμενη αγωνία, που πυκνώνει το υπαρξιακό δράμα του σύγχρονου ανθρώπου, όταν αναγνωρίζει πόσο εξόριστος, τρωτός και εγκαταλελειμμένος είναι στο σύγχρονο κοινωνικό περιβάλλον. Η ποιητική έκφραση αυτού του κλίματος δεν φέρει τίποτα το ψεύτικο ή το υπερβολικό, γιατί δεν προέρχεται από απλωτές στην επιφάνεια αλλά από βουτιές της ποιήτριας στον πιο λασπερό βυθό. Όταν μάλιστα το ποιητικό υποκείμενο αίρεται πάνω από το εγώ ή το εμείς, για να γίνει ένα αυτό που διαλέγεται με τους αρχαίους μύθους, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του «Πενθέα», τότε ο ποιητικός λόγος νομίζω ότι φτάνει στις πιο αισθητικά άρτιες στιγμές του.
ARTINEWS.GR

Δεν υπάρχουν σχόλια: