Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Άρμη


Εσύ θα με ρωτούσες: «Γιατί φύγανε, μπαμπά;»
Εγώ θα σου απαντούσα: «Κάτσε να σου πω ένα παραμύ­θι, για να καταλάβεις γιατί φύγανε».
Εσύ θα απορούσες: «Και το παραμύθι του ύπνου τι είναι, ρε μπαμπά; Δεν είναι παραμύθι;»
Εγώ θα σου εξηγούσα: «Παραμύθι είναι κι αυτό. Σήμε­ρα όμως θα σου πω ένα από τα άλλα, από τα κανονικά παραμύθια, που ξέρω ότι σ’ αρέσουνε πολύ. Από αυτά που σου λέει κι η μαμά σου για τα παλιά τα χρόνια, τους καλούς πρίγκιπες και τα κακά τέρατα, κείνα τα ξωτικά».



Στα παλιά τα χρόνια, σαν διψούσανε οι άνθρωποι, ανοίγανε πηγάδια. Πιάνανε τους κασμάδες και τα φτυάρια, σκάβανε λακκούβες, στο μισό μέτρο βρίσκανε νερό, στα πέντε μέτρα στέρνευε μέχρι απάνω η τρύπα. Γάργαρο νεράκι, ξεδίψασμα για την ανάγκη τους, δροσιά για την ψυχή τους. Μετά όμως ήρθαν ξερικοί καιροί, στεγνώσανε τα ποτάμια, τραβήχτηκαν οι λίμνες και ξεραθήκαν τα πηγάδια. Φέρνανε γεωτρύπανα να ξεσκίσουνε τα εσώτερα της γης, έσκαβε το ατσάλι μέσα στο κατάξερο χώμα, έβρισκε πέτρα κι έπεφτε πάνω σε βράχια, μούγκριζε η μηχανή τα σιωπηλά μουγκρίσματα της γης που της ανοίγανε τις σάρκες, της μπήγανε βαθιά το σωλήνα στα ογδόντα και στα εκατό και στα εκατόν πενήντα και στα διακόσια δέκα μέτρα βάθος, αλλά και πάλι ίσα με ένα βιαστικό ξεδίψασμα το νερό που βρίσκανε, κι αυτό υφάλμυρο. Όσο που να πιουν, ξαναδιψούσαν. Ευχαρίστηση δεν είχαν.
Κι έτσι όμως αλμυρό που το ’βρισκαν, νεράκι ήταν, το ζητούσε ο οργανισμός τους. Αφού τους έκανε η φύση τέτοιους που χωρίς νερό δεν ζούσαν. Και πίνανε και πίνανε το υφάλμυρο νερό, χρόνια πολλά, από παιδιά ακόμη, κι ύστερα που μεγαλώνανε. Με τον καιρό έμαθαν στη γεύση του, συνήθισαν στην αλμύρα του κι άρχισε να τους αρέσει. Αλατίστηκε το αίμα τους και πότισε με άρμη όλα τα όργανά τους, αλμύρισαν τα νεφρά τους, αλμύρισε το συκώτι τους, αλμύρισε το έντερό τους, αλμύρισε η σπλήνα τους, αλμύρισε κι η καρδιά τους. Μες στην άρμη γεννιούνταν, πολλαπλασιάζονταν και πέθαιναν όλα τα κύτταρά τους. Λες και το ’χανε πια γραμμένο στον γενετικό τους κώδικα και πήγαινε η αλμύρα απ’ τους γονείς στα παιδιά και απ’ τα παιδιά στα δικά τους παιδιά. Αλμύρισε το γένος των ανθρώπων, κακό μεγάλο που μας βρήκε.
Κι έτσι, οι από μέσα γλυκολίμνες τους, που παλιά κελάρυζαν καθάριο, δροσάτο νερό, γινήκαν πικρολίμνες, που βούρκωναν δυο μέτρα πάτος μες στο αλάτι, κι άλλο δεν μπορούσαν πια να ζήσουν τα κανονικά ψάρια που ζούσανε παλιά εκεί, μόνο κάτι τέρατα μεγάλα κολυμπούσαν, όπως αυτό που λένε ότι ζει κρυμμένο στο Λοχ Νες, και κάτι άλλα πιο μικρά, πώς είναι αυτά που έχει στη Δρακόλιμνη ψηλά πάνω στα Ζαγόρια και μ’ είχε ανεβάσει ο μπαμπάς μου μια φορά μικρό παιδί και τα κοιτούσα και παραξενευόμουνα και φοβόμουνα έτσι περίεργα και άσχημα που ήταν.
Αλλάξανε για τα καλά οι άνθρωποι. Και απ’ έξω και από μέσα. Σαν τις σαρδέλες, όταν τις παστώνουν με χοντρό αλάτι και τις κλείνουν σε κονσέρβες. Παστωμένη σε κονσέρβες η ζωή τους, συντηρημένη μούμια η ψυχή τους, φορεμένη πανοπλία το σώμα τους, κολλημένη μάσκα το πρόσωπό τους και δυο γυάλινοι σβόλοι στερεωμένοι στα μάτια τους. Αλλιώς κοιτούσαν, αλλιώς καταλάβαιναν, αλλιώς επιθυμούσαν κι αλλιώς έκαναν. Όλα αλλιώς. Ό,τι ήταν απ’ τον γλυκόνερο παλιό εαυτό τους, το σιχαίνονταν και το μισούσαν. Κατά βάθος ίσως και να το φοβούνταν. Και στ’ αλήθεια το φοβούνταν. Γιατί είχανε πια τους λόγους τους να το φοβούνται.
Φοβούνταν τη δροσιά του καλοκαιρι­νού πρωινού, τη συννεφιά της φθινοπωρινής μέρας, τη βροχή της ανοιξιάτικης μπόρας, το χιόνι της χειμωνιάτικης νύχτας, γιατί είχαν μέσα τους μεγάλη ανησυχία μην τύχει και ξαλμυρίσει από το γλυκόνερο το σώμα και η ψυχή τους κι αρχίσουνε μετά και λιώνουν οι σαπισμένες σάρκες και πέφτουν κάτω τα ξεραμένα μέλη και βρομάνε από πάνω ως κάτω θανατίλα, και τα λόγια και τα χαμόγελα και τα κοιτάγματά τους.
Τον καθαρό ουρανό μόνο θέλανε. Τις ανέφε­λες μέρες και τις αστρόφεγγες νύχτες. Ας κρατούσανε για πάντα. Αλλά για πάντα πάντα. Καλοκαίρι και χειμώνα και φθινόπωρο και άνοιξη και μέρα νύχτα και κάθε μέρα και όλες τις ώρες και λεπτό το λεπτό. Στο κάτω κάτω, τι τα χρειάζονταν άλλο τα βρόχινα γλυκόνερα; Αφού καθόλου ανάγκη δεν τα είχαν. Τους φτάνανε και τους παραφτάνανε όσα πικρόνερα αφαλάτωναν από τις αλυκές στις θάλασσές τους, κι ας ήξεραν ότι εκεί κοντά ήταν που ξέχυναν μαζεμένοι όλοι οι υπόνομοι τα απόνερα της ζωής τους. Κάτι σιχαμένα λύματα από τις τουαλέτες και από τα μαγαζιά και από τα εργοστάσιά τους, σκέτη γλίτσα δηλαδή, δηλητήριο κανονικό, να πας κοντά και να μυρίσεις δεν μπορούσες, να πιεις το σιχαινόσουν. Αλλά αυτοί το έπιναν με ευχαρίστηση και με λαχτάρα, έτσι που είχαν συνηθίσει. Πρώτα βέβαια το εμφιάλωναν, να βλέπουν πως είναι καθαρό και να ησυχάζουν.
Και το έβαλαν γινάτι να τα ξεράνουν όλα τα άλλα τα γλυκόνερα, σταγόνα να μη μείνει. Μια και καλή να ξεμπερδέψουν. Με τα εγγειοβελτιωτικά πήραν να στραγγίζουν τα επιφανειακά και με τις γεωτρήσεις να ρουφούν τα υπόγεια ύδατα, με τα αεροπλάνα να βομβαρδίζουν τα σύννεφα και με τα αέρια να φτιάχνουν θερμοκήπια, να ανεβάζουν τις θερμοκρασίες και να λιώνουν τους πάγους. Οπότε άρχισε να μικραίνει η μία λίμνη και να ξεραίνεται εντελώς η άλλη, να ρηχαίνει ο ένας ποταμός και να στερεύει εντελώς ο άλλος.
Αλλά ό,τι κι αν έκαναν, μεγάλη προκοπή δεν είχαν. Γιατί συνέχιζε ο ουρανός να κουβαλάει σύννεφα, να ρίχνει κιόλας αραιά και πού από καμιά μικρή ψιχάλα. Με το που έβλεπαν τα σύννεφα και βρέχονταν απ’ τις ψιχάλες, τους έπιανε μεγάλη στενοχώρια. Στη γη τα είχαν βολέψει μια χαρά, στον ουρανό όμως τα βρήκαν σκούρα. Κατάστεγνο τον θέλανε, υγρός και βροχερός ακόμη ήταν. Κάτι έπρεπε να κάνουν.
Στην αρχή είπαν να αλλάξουν κόσμο. Ψάξανε λοιπόν στο διάστημα να βρούνε άλλον κόσμο. Στείλανε πρώτα διαστημόπλοια με κάτι αστροναύτες, κοιτάξανε εδώ, κοιτάξανε εκεί και τίποτα δε βρήκαν.
Μετά είπαν να φτιάξουν στη Σελήνη κάτι τεράστιους θόλους, να κουβαλήσουν μέσα ανθρώπους, να τους χτίσουν πολυκατοικίες για να κοιμούνται, να τους κάνουν εργοστάσια για να δουλεύουν, να τους στείλουν ποδοσφαιριστές για να ξεχνιούνται, να τους βάλουν αεροτουρμπίνες για να αναπνέουν, video-wall με πρωτόγονες εικόνες από βροχές, και δάση και ηλιοβασιλέματα στη γη, για να μαθαίνουν ιστορία, βαλσαμωμένα πουλιά στους δρόμους και αγάλματα με ζώα στις πλατείες, για να τρομάζουνε με το πώς ήταν παλιά η ζωή και να χαίρονται με το πώς είναι τώρα. Ωραίο όμως να το λες και δύσκολο να το κάνεις. Κόστος κατασκευής και τεχνικός εξοπλισμός και έξοδα συντήρησης και διαφήμισης και μεταφοράς και λαδώματα και οι πολιτικοί να ζητάνε όλο μίζες και οι οικολόγοι συνέχεια να γκρινιάζουν και, και, και… ένα μπάχαλο. Συμφέρει; Τζίφος. Καθόλου δε συμφέρει.
Στο τέλος σκέφτηκαν τι τους θέλουμε τους άλλους κόσμους στους ξένους πλανήτες, ας κάτσουμε εδώ να φτιάξουμε καινούριους μέσα στον δικό μας. Κι ούτε έξοδα ούτε μετακινήσεις ούτε ανακατωσούρες. Ενώσανε λοιπόν καλώδια, υψώσανε κεραίες, τοποθετήσανε πομπούς, χρησιμοποίησαν ηλεκτρομαγνητικά κύματα και κατασκεύασαν τηλεοπτικές πραγματικότητες και εικονικές αλήθειες και ηλεκτρονικούς κυβερνοχώρους. Ο ψεύτικος αληθινός τους κόσμος. Ο δικός τους αποδώ και πέρα κόσμος, ο ψεύτικος και αληθινός που ζούσαν.
Πρώτα από τις οθόνες των τηλεοράσεων κι ύστερα από τις οθόνες των υπολογιστών. Κάθε σπίτι και ένας, δύο, τρεις και τέσσερις και πέντε, παρακαλώ, τέτοιους ψεύτικους αληθινούς κόσμους. Μια ολόκληρη καινούρια οικουμένη, με τους μισούς ανθρώπους της κλεισμένους πίσω απ’ τις οθόνες και με τους άλλους μισούς να στέκονται θαμπωμένοι από μπροστά. Οι πιο τυχεροί μάλιστα μοιράστηκαν στα δύο. Πότε αποδώ και πότε αποκεί, ή αλλιώς ο μισός εαυτός μέσα στην οθόνη κι ο άλλος μισός απ’ έξω.
Επιτέλους βρήκαν την ησυχία τους. Ξένοιασαν για τα καλά με τα σύννεφα και με τις βροχές και με τις πλημμύρες και με τα ξαλμυρίσματα. Τι άλλο θα μπορούσαν να περιμένουν από τη ζωή τους; Ό,τι ήθελαν θα το είχαν αποδώ και πέρα. Ό,τι ονειρεύονταν θα το ζούσαν αποδώ και πέρα. Έφτασε λοιπόν στο τέλος της η ιστορία των ονείρων και των προσπαθειών τους κι αποδώ και πέρα θα άρχιζε ο επίγειος παράδεισός τους. Με ένα κλικ και να που ανοίγει η μαγική πύλη. Μια νέα ζωή απλώνεται μπροστά σου, όπου οι έρωτες, οι πόλεμοι, οι φιλίες, η πολιτική, ο πόνος και η χαρά θα υπάρχουν πρώτα ως θέαμα κι ύστερα θα υπάρχουν, αν υπάρχουν, και ως έτοιμο σενάριο για να το ζήσουν όλοι.
Αλλά δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα. Γιατί νέα προβλήματα εμφανίστηκαν, πιο σοβαρά ακόμα. Με πέντε και έξι ψεύτικους ουρανούς να φωτίζουν μέρα νύχτα μέσα στο σπίτι τους, με πέντε και έξι ψεύτικους ουρανούς να ακτινοβολούν μέρα νύχτα μπροστά στα μάτια τους, άρχισε να σιγοψήνεται το αλάτι που είχαν πασαλειμμένο πάνω τους, να πετσώνει για τα καλά στο κρέας, να πιάνει ένα στρώμα κρούστας, να λεπιάζει η κρούστα και να γεμίζει το δέρμα τους με λέπια. Από πάνω ως κάτω λέπια. Λες κι ήταν ψάρια.
Στην αρχή τρόμαξαν με τον καινούριο εαυτό τους, αλλά όσο περνούσε ο καιρός, άρχισαν να συνηθίζουν. Δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. Ο νόμος της φυσικής εξέλιξης. Το λέει και η βιολογία. Αλλάζουν οι συνθήκες; Αλλάζουν και τα είδη. Αλλιώς εξαφανίζονται. Έπρεπε λοιπόν και οι άνθρωποι να αλλάξουν, για να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Γιατί στο μεταξύ λιώσανε οι πάγοι και φούσκωσαν οι θάλασσες. Κοντεύανε πια να πνιγούν μες στα αλμυρά νερά τους. Και να που βρήκαν έναν τρόπο να γλιτώσουν.
Πνίγονται στις φουσκονεριές τα ψάρια; Σιγά να μην πνίγονται. Ε, ούτε κι οι άνθρωποι θα πνίγονται. Ο κύκλος της δημιουργίας: από το νερό βγήκαν, στο νερό ξαναγυρνούσαν να γλιτώσουν. Ένας κύκλος είναι η ζωή, σου το λέω να το ξέρεις. Πας, πας, και πάλι πίσω ξαναγυρνάς. Αλλά ήταν σίγουρο ότι και αυτοί θα ξαναγυρνούσαν; Ναι, έτσι πίστευαν, ότι θα ξαναγυρνούσαν κι ότι θα γλίτωναν. Τι τα είχαν πάνω τους τα λέπια; Για μόστρα;
Αλλά πάλι… να σου το πω αλλιώς για να καταλάβεις. Πιάνεις με πετονιά μια σαρδέλα, βγάζεις όλα τα εντόσθιά της, την πασαλείβεις με χοντρό αλάτι και την κλείνεις στην κονσέρβα, για να την έχεις μεζεδάκι το χειμώνα που θα κάθεσαι με τους φίλους σου να πίνεις τσίπουρα και ούζα. Κι όμως, άνθρωπος είσαι, σε πιάνει στα καλά καθούμενα το πονετικό σου εκεί που πίνεις χειμώνα καιρό με τους φίλους σου τρίτο καραφάκι τα τσίπουρα και τα ούζα και το λυπάσαι το ζωντανό έτσι ψόφιο στην κονσέρβα που το βλέπεις μες στα χοντρά αλάτια και λες κρίμα είναι το καημένο, ας το ξαναρίξω στο νερό για να χαρεί τα νιάτα του, να βρει το ταίρι του, να μη στενοχωριέται κι η καημένη η ψαρομάνα του. Και το παίρνεις από την κονσέρβα, το περνάς ένα χέρι καθάρισμα να φύγουν τα χοντρά αλάτια και το ξαναρίχνεις μέσα στη λεκάνη στο νερό να κολυμπήσει. Θα κολυμπήσει; Όχι, πες μου εσύ, τι πιστεύεις; Θα κολυμπήσει;
Έτσι κι αυτοί. Παστωμένοι με τα αλάτια στις κονσέρβες τους, λεπιασμένοι με τα αλάτια στη ζωή τους, ψάχνανε τρόπο να κολυμπήσουν στα θαλασσόνερα, που όλο φούσκωναν και σηκώνονταν γύρω από τις στεριές τους. Βρήκανε τελικά τον τρόπο; Να σου πω τώρα ότι τον βρήκανε; Ψέματα δε θέλω να σου λέω. Όσο και να το παλεύανε να κολυμπήσουν, στο ανάσκελο μόνο και στο ακούνητο όλο μένανε.
Και μετά… Άσ’ το καλύτερα… Γιατί… γιατί μετά… γιατί μετά ξυπνήσανε απότομα, για να ζήσουν το δικό τους παραμύθι του ύπνου. Κι ήταν εφιάλτης. Χειρότερος κι από τα χειρότερα όνειρά τους. Τουλάχιστον όμως ξυπνήσανε. Να κάνουν τους υπολογισμούς τους και να δουν τη ζημιά και το χρεωστικό τους. Τι είχανε δηλαδή και τι χάσανε.
Έτσι. Τι είχανε και τι χάσανε.

Και να σου πω τώρα ότι ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα;

Όχι, όχι, ψέματα δε θέλω να σου λέω.

Το παραμύθι του ύπνου, Μεταίχμιο 2008, σελ. 185-195

Δεν υπάρχουν σχόλια: