Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

6. Φιλοσοφικοί στοχασμοί



Στον Γιώργο Δ.  
για τις αξημέρωτες "Περιστροφές" του Κ. Χατζή


Θαρρώ ότι έχει αρχίσει να μου σαλεύει. Διακρίνω μια σκοτεινή φιγούρα να κοντοστέκεται στην άκρη της ηλεκτρονικής οθόνης και να ζητιανεύει λέξεις. Πιάνω τον εαυτό μου να μιλάει στα χαμένα σαν να απευθύνομαι στην άδεια καρέκλα ή μου ξεφεύγουνε στα καλά καθούμενα κραυγές βοήθειας σαν να με κυνηγάει κάποιος μανιακός με έναν μπαλτά στο χέρι. Είναι μάλιστα φορές που νομίζω ότι δίνω διαλέξεις ενώπιον πολυπληθούς κοινού αποτελούμενου από ανθρώπους με ακρωτηριασμένα τα άνω και τα κάτω άκρα και με ένα πρόσωπο που μοιάζει επικίνδυνα με το δικό μου. Και όταν βαριέμαι τον ήχο της φωνής μου, δεν έχω τι άλλο να κάνω από να ανοίγω συζητήσεις.
Τις προάλλες είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον ηλεκτροκαρδιογράφο γύρω από την ευκλίδεια γεωμετρία. Στεκόταν εκεί σιωπηλός και με κοιτούσε κατάματα με αυτή την οθόνη του καρδιογραφήματος που έχει αντί για πρόσωπο. Διέκρινα στο ύφος του ένα είδος ανυπόκριτης συγκατάβασης, που το εξέλαβα σαν φιλική ή τουλάχιστον σαν μη εχθρική διάθεση. Άδραξα την ευκαιρία και του είπα.
Η έννοια της ευθείας γραμμής αποτελεί θεωρητική αφαίρεση χωρίς καμία εμπειρική επαλήθευση και πρακτική εφαρμογή στον αληθινό κόσμο. Αφού ό,τι μοιάζει να είναι ευθύ έχει πάντα μεγαλύτερες ή μικρότερες αποκλίσεις, εξοχές και εσοχές, κυρτώσεις και καμπυλότητες από την ιδεατή ευθύτητά του. Και όμως όλη η ανθρώπινη δραστηριότητα από τα οξυκόρυφα τόξα του γοτθικού ρυθμού μέχρι την κυρίαρχη αντίληψη για την σεξουαλική συμπεριφορά και από τη ρυμοτομία των δρόμων μέχρι την τακτοποίηση μιας ντουλάπας υπαγορεύεται από την γεωμετρική έννοια της ευθείας, που σε αρκετές περιπτώσεις αγγίζει τα όρια της νευρωτικής εμμονής, όπως συμβαίνει με το άλυτο πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου.

Οποιοσδήποτε άλλος δεν θα έχανε την ευκαιρία να με αποπάρει, υπενθυμίζοντας με προσχηματική διακριτικότητα τη σχεδόν ευθεία στάση που έχει το κορμί μου στο κρεβάτι, πλην της άλλης ευθείας, κατακόρυφης τούτη τη φορά, που σχηματίζεται τις πιο ακατάλληλες στιγμές στην υπογάστρια χώρα μου, αλλά ο ηλεκτροκαρδιογράφος με παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον και στο τέλος συμφώνησε με τις απόψεις μου, επικαλούμενος μάλιστα και τη δική του εμπειρία: η ευθεία γραμμή, είπε, ισούται με τον θάνατο· το νόημα της ζωής βρίσκεται στις ανώτερες και στις κατώτερες απολήξεις της καμπύλης, στις τρόπον τινά γωνίες των κυρτώσεων.
Μου αρέσει να κάνω τέτοιες βαθυστόχαστες συζητήσεις και ιδιαίτερα όταν συμφωνούν οι άλλοι μαζί μου, γιατί γλιτώνω από τον κόπο να τους πείθω ότι έχω δίκιο και από τον εκνευρισμό που μου προκαλεί η αδυναμία τους να το καταλάβουν. Γι' αυτό βαριέμαι αφόρητα τις συζητήσεις με το άσχετο κομοδίνο, που το μόνο που ξέρει να λέει είναι ότι στο εμφιαλωμένο νερό υπάρχει πολύ μικρότερη πιθανότητα συγκέντρωσης κωλοβακτηριδίων από ό,τι στο τρεχούμενο και ότι οι φρυγανιές πρέπει να καταναλώνονται το πολύ σε δύο μέρες από το άνοιγμα της συσκευασίας, και κυρίως αποφεύγω τις συζητήσεις με την άδεια καρέκλα, που από μια διαδικασία ψυχολογικής μετάθεσης ταυτίζεται πάντα με όσους έρχονται και κάθονται εκεί για να μου υπενθυμίσουν, έστω και αν δεν είναι στις προθέσεις τους, ό,τι ακριβώς στερούμαι καρφωμένος τόσα χρόνια στο κρεβάτι. Εκτός βεβαίως από τον θειο μου τον Αβράμη, που ανάμεσα στις μουγγές επισκέψεις του τον πιάνει που και πού μια ακατάσχετη φλυαρία για τα πιο παλαβά πράγματα του κόσμου: από ποιου γεροπλατάνου την κουφάλα ανεβαίνουν στη γη οι καλικαντζαραίοι, πόσες οκάδες στάρι αντέχει στην ανηφοριά ο γκαστρωμένος γάιδαρος, γιατί η τελευταία αρκούδα του Βερμίου προτίμησε να μείνει για πάντα σε χειμερία νάρκη και πότε φωτίζουν δυνατότερα της Κάρλας οι πυγολαμπίδες.
Τις περισσότερες όμως ώρες είμαι αναγκασμένος να κλείνομαι στον εαυτό μου και να σωπαίνω. Παρατηρώ τα τρίμματα από το ξεφλουδισμένο χρώμα του τοίχου να πέφτουν ανάλαφρα στο πάτωμα, στηλώνω τα μάτια στη σβηστή οθόνη του ταβανιού, ρίχνω κλεφτές ματιές στη γραμμή του ηλεκτροκαρδιογράφου και όταν μου τη δίνει επιδίδομαι σε ασυνάρτητους μονολόγους με μένα ή πιάνω μακριές συζητήσεις με τον κανέναν, μπας και ξορκίσω το τέρας της ανίας που χάσκει πάνω από το κρεβάτι μου με ολάνοιχτο το στόμα, έτοιμο να με καταβροχθίσει.
Και ίσως γι' αυτόν τον λόγο καταλήγω στην επιλογή της Κυριακής. Λέω για το τι μέρα είναι και επιλέγω, τελικά, την Κυριακή, έτσι χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο, ακόμη και αν εν γνώσει μου σφάλλω. Είναι Κυριακή, και μάλιστα αργά το βράδυ. Στην κλειστή τηλεόραση ψηλά στον τοίχο, παίζει η Αθλητική Κυριακή του Διακογιάννη και καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους το μουσικό θέμα σηματοδοτεί μια ακόμη διάψευση του σαββατοκύριακου που αρνείται πεισματικά να δώσει τη θέση του στην τσαγκαροδευτέρα.
Έχω την εντύπωση ότι από μικρό παιδί μέχρι και σήμερα ακόμη βουλιάζω και ξαναβουλιάζω στην ίδια ακριβώς διάψευση μιας βαθιά νυχτωμένης Κυριακής, που συνοδεύεται από την εικόνα της αυστηρής κυρίας Ευδοξίας, της δασκάλας μου στο δημοτικό, να με μαλώνει που για άλλη μια Δευτέρα θα με πιάσει αδιάβαστο στο μάθημα της αριθμητικής. 

Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

5. Ο θεός Πρίαπος




Κυριακή ή Δευτέρα; Αν κρίνω από τη γιατρό που με εξετάζει με το στηθοσκόπιο όση ώρα εξετάζω και εγώ – ομολογουμένως, όχι από καθαρά ιατρική άποψη – το στήθος της, κλίνω προς την επιλογή της Δευτέρας, με την επιφύλαξη της κυριακάτικης εφημερίας οπότε αλλάζουν τα δεδομένα. Θα μπορούσα βέβαια να ξεδιαλύνω τη σύγχυση, αν ακολουθούσα το τυπικό διαιτολόγιο του νοσοκομείου, ή αν μοιραζόμουνα τον θάλαμο με άλλους ασθενείς. Κρεατόσουπα τη Δευτέρα, κοτόπουλο με ρύζι την Τετάρτη, χειρουργείο την Παρασκευή, επισκεπτήριο κάθε Τρίτη και Πέμπτη, αποτελέσματα ποδοσφαιρικών αγώνων την Κυριακή και ανασκόπηση όλης της βδομάδας το απόγευμα του Σαββάτου.
Κάτι τελοσπάντων διαφορετικό, ας είναι και ασήμαντο, αλλά τουλάχιστον κάτι για να με αποσπά από αυτό το αδιάκοπο τίποτα που με βυθίζει στην αμεριμνησία της παιδικής μου ηλικίας απαλείφοντας όλες τις ελπίδες, όλες τις έγνοιες και όλες μου τις ανάγκες εκτός από μία και μόνη. Την ανάγκη να γραπωθώ σαν βδέλλα από το κορμί αυτής της σκυμμένης παθολόγου και να κουρνιάσω στην αγκαλιά της, για να με ταχταρίσει τρυφερά, να με βαυκαλίσει “νάνι νάνι το μωρό μου” και άμα ξυπνήσω να μου συλλαβίσει από την αρχή το νόημα του κόσμου: μα-μα, νε-ρο, γα-λα, κα-κα. Γιατί η μόνη γνώση για την οποία μπορώ τώρα να δηλώσω σχεδόν βέβαιος είναι: μερική μαστεκτομή. Αλλιώς δεν εξηγείται η βαθιά ουλή που διακρίνω στο αριστερό της στήθος.
Κάθεται στο κρεβάτι σκυμμένη από πάνω μου. Τα στήθη της ζουλάνε στον ώμο μου, χωρίς να ενοχλούμαι. Τα δάχτυλά της ψηλαφούν τους καρπούς, τις κλειδώσεις των άνω άκρων, τον λαιμό και τον αυχένα. Νιώθω την ανάσα της να δροσίζει ρυθμικά το κορμί μου, αναδεύοντας μέσα μου πανάρχαια ρίγη. Είμαι έτοιμος να αρπάξω το κομμένο στήθος, για να θηλάσω από την αρχή τη ζωή με την ανυποψίαστη αισιοδοξία ενός παιδιού, που βιάζεται να μπει στην εφηβική του ηλικία.
Στο μυαλό μου κάνει πιάτσα μια σεξομανής νοσοκόμα με τεράστια στήθη που τρυπώνει τη νύχτα στα κρεβάτια των ανυπεράσπιστων ασθενών της για να ικανοποιήσει τα ακόλαστά πάθη της. Ή έστω, θα συμβιβαζόμουν ακόμη και με μια σεξουαλική πράξη που θα κουβαλάει όλο το υπαρξιακό άγος της ηρωίδας του Νυμφομάνιακ που ξετίναξε τον ανήμπορο φίλο της στο κρεβάτι της εντατικής. Στην τελική, θα μπορούσα να βολευτώ ακόμη και με τη χριστιανική χειρονομία της νοσοκόμας του Τζόνι που πήρε αρτιμελής το όπλο του για να επιστρέψει από το μέτωπο ένα ακρωτηριασμένο κουφάρι χωρίς καν χέρια για να αυτοϊκανοποιείται στις ώρες της πιο μεγάλης του έξαψης.
Ανασηκώνω το κεφάλι με το στόμα ανοιχτό, τη γλώσσα βγαλμένη και όλη την ιδιωτικότητά μου εκτεθειμένη στους πιο προσωπικούς βιολογικούς της μηχανισμούς και στις πιο βαθιές ψυχολογικές της περιπλοκές, προσδοκώντας μια θετική γνωμάτευση για τη λειτουργία των αναπαραγωγικών μου οργάνων. Αλλά η εξέταση τελειώνει προτού καν φτάσει στο πιο επίμαχο σημείο, με ένα συγκαταβατικό μειδίαμα και μια γυρισμένη πλάτη που με αφήνουν ξανά στα κρύα του λουτρού.
Καλή σας μέρα λοιπόν ευγενική και διακριτική μου γιατρέ, και ας μην αποδειχτήκατε για μένα μια πολλά υποσχόμενη νοσοκόμα ή μια στοχαστική νυμφομανής ή τουλάχιστον μια αδελφή του ελέους. Αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν παρεξηγήσατε την αυξημένη κυκλοφορία αίματος στο γενετικό μου μόριο και δηλώνω ευγνώμων που επιτέλεσατε το επιστημονικό σας χρέος απέναντί μου με τη δέουσα επαγγελματική ευσυνειδησία και τηρώντας κατά γράμμα τον κώδικα της ιατρικής σας δεοντολογίας. Μπορείτε τώρα ήσυχη να πάτε όπου θέλετε σέρνοντας τα αναποφάσιστα βήματά σας, για να προσφέρετε τις ιατρικές σας υπηρεσίες και να διαψεύσετε τις ανομολόγητες προσδοκίες και των άλλων ασθενών σας ή για να επιστρέψετε στο σπίτι με το μισοκομμένο σας βυζί, τις απλήρωτες εφημερίες σας, τη μόνιμη έγνοια σας για το σύζυγο που τον τελευταίο καιρό απουσιάζει συχνά σε επαγγελματικά ραντεβού, την αυξανόμενη ανησυχία για τη μικρή σας κόρη που διανύει την περίοδο της προεφηβικής αμφισβήτησης και το ηλεκτρονικό ιστολόγιό σας, όπου φαντάζομαι ότι δεν θα παραλείψετε να εκφράσετε την υποστήριξή σας στην ενεργητική ευθανασία επικαλούμενη, χωρίς βεβαίως να παραβιάσετε το ιατρικό απόρρητο, την περίπτωσή μου ως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Εγώ, από τη μεριά μου, θα μείνω για πάντα εδώ, με ένα εξόγκωμα ανάμεσα στα πόδια σαν τα λάβαρα των ηττημένων που συνεχίζουν να ανεμίζουν καρφωμένα στο πεδίο της μάχης πάνω από τα πτώματα των υπερασπιστών τους.

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

4.Ο μπαλτάς




Θέλω να βγω από την εικόνα που με έκλεισα και πάγωσε στην οθόνη του ταβανιού μου. Με έναν μπαλτά στο χέρι, μπροστά και πάνω από την ίδια μούρη που δείχνει να απορεί. Να απορεί και να εξανίσταται για τη γραντζουνιά που κρατάει το DVD της ζωής μου στο ίδιο κατεστραμμένο track, ενώ το τικ-τακ του ρολογιού τριβελίζει το μυαλό μου με μια ενοχλητική σκέψη. Για τη ζωή που βιάζεται και φεύγει έξω από το παράθυρό ανάμεσα σε ελπιδοφόρα ανθίσματα, παρατεταμένους καύσωνες, διψασμένα πρωτοβρόχια και τις τωρινές βραδινές παγωνιές που συστέλλουν τα κόκκαλα και συμπιέζουν το κορμί μου. Και ίσως σε αυτές ακριβώς τις παγωνιές να βρίσκεται η αληθινή αιτία της ασθένειάς μου, που με την πρώτη κιόλας ευκαιρία πρόκειται να την ανακοινώσω στους ναλμπάντηδες τους γιατρούς μου. Ότι δηλαδή δεν πάσχω από εγκεφαλίτιδα, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται, αλλά από χρόνια ρευματικά λόγω του ψύχους. Γιατί με έχουν ξεχάσει χειμώνα καιρό στο νοσοκομειακό μου θάλαμο με μια παγωμένη εικόνα στο ταβάνι. Χωρίς μάλιστα να έχω στη διάθεσή μου καμιά άλλη επιλογή από το να ψάχνω στο τηλεχειριστήριο το πλήκτρο Forward, που θα σπρώξει την πλοκή για να ξετυλιχτεί το στόρι. Ας είναι και το πιο ηλίθιο. Όπως το “Αγάπη μου, συρρίκνωσα τα παιδιά” που παίζει στην τηλεόραση, με τα συρρικνωμένα παιδιά να τρέχουν σε ένα πυκνό δάσος από γκαζόν για να αποφύγουν την κουρευτική μηχανή του πατέρα τους.




Το κορμί μου συστέλλεται από την αγωνία των παιδιών και τα κόκκαλά μου μαζεύουν από την υγρασία του δωματίου. Ο ξαπλωμένος και ο ημιορθός του ταβανιού με κοιτάζουν παραξενεμένοι. Υποθέτω ότι φταίει η ανθοδέσμη που αρχίζει να μοιάζει με θάμνο. Και το κομοδίνο με ντουλάπα. Και ο θάλαμος με γήπεδο. Ή τίποτα από όλα αυτά, εκτός από μένα. “Ηλίθιε, συρρίκνωσες τον εαυτό σου” μονολογώ, ενώ ο χτύπος του ρολογιού φτάνει στα αυτιά μου με την απειλή μιας χλοοκοπτικής μηχανής σε σταθερό ρελαντί. Βάζω όλη μου τη δύναμη και τινάζομαι όρθιος, παρά τους αφόρητους ρευματισμούς. Θέλω να το βάλω στα πόδια, αλλά είμαι πολύ μεγάλος για να κρύβομαι από τον πατέρα μου.
Αρπάζομαι από τον σοβά και αναρριχώμαι κρατημένος από τις οπές του. Φτάνω επιτέλους στο ρολόι. Ώρα 11.10μ.μ. Προς στιγμήν κάνω αιώρα στα και. Σε λίγο θα αρχίσω το μονόζυγο στα παρά. Πιο μετά, όταν δηλαδή θα έρθει η στιγμή ανάμεσα στο μετά και στο προ μεσηβρίας, θα παραμείνω γαντζωμένος στο απόλυτο μηδέν, όπου σχεδιάζω να βάλω την πλάτη μου αντίσταση, για να κρατήσω τον λεπτοδείκτη σταματημένο. Στην επικράτεια του πάντα, του πουθενά και του ποτέ. Ελπίζοντας ότι θα πάψει το ύπουλο ρελαντί του τικ-τακ, για να παραδοθώ στη σιγή του θαλάμου μου, έξω από σχέδια, σκοτούρες και προσμονές, απαλλαγμένος από κακολουρδισμένα ρολόγια, ηλίθιες αμερικάνικες ταινίες και αχόρταγες χλοοκοπτικές μηχανές.
Μια ανθρώπινη μινιατούρα που ενοικεί σε νεκρό χρόνο. Σε μια ζωή που δεν βιάζεται και δεν φεύγει, έστω και αν παραμένει εσαεί παγιδευμένη στο ίδιο γραντζουνισμένο track, κολλημένη στην ίδια πάντα εικόνα, πάνω στην οθόνη του ταβανιού. Τικ-τακ, ακούω ήδη το πληκτρολόγιό μου να δίνει την ηχητική υπόκρουση, και παρηγοριέμαι με την ιδέα ότι τουλάχιστον προέρχεται από μένα. Ακανόνιστη. Νευρωτική. Αλλά από μένα.