Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

3. Τίτλοι αρχής


Συνεχίζω ακίνητος με τα μάτια στυλωμένα στο ταβάνι και περιμένω. Θα ήθελα να βάλω τα χέρια σαν χωνί στο στόμα και να αρχίσω να γιουχάρω “τα λεφτά μου πίσω, ρε χασάπη”, έστω και αν κατά βάθος νιώθω την πλήξη να με κυριεύει με την ιδέα των ανθρώπινων συμπλεγμάτων σε γεωμετρικά σχήματα μιας μεταμοντέρνας ευκλείδειας γεωμετρίας που θα γεμίσουν την οπτική μου οθόνη με εξαρθρωμένα χέρια, πόδια, λεκάνες και στήθη σαν να ήταν οι νεκροί από την Γκουέρνικα στον πίνακα του Πικάσο ή σαν τα αναλώσιμα εξαρτήματα, τα τεράστια έμβολα και τα ατσάλινα γρανάζια που βίδωνε ο Τσάρλι Τσάπλιν στους Μοντέρνους Καιρούς, ώσπου δεν άντεξε άλλο την πίεση, πήρε ανάποδες στροφές και λάσκαρε το μυαλό του.


Πάντα με τρόμαζε η εικόνα του σαλταρισμένου Τσάπλιν που τρέχει αλαφιασμένος στους δρόμους με τους προϊσταμένους βάρδιας, τους άλλους εργάτες, τους σωματώδεις αστυνομικούς και τους περαστικούς να τον κυνηγάνε, οπότε φροντίζω από μικρός να είμαι σχολαστικός στο βίδωμα και επιμελής στην κατάρτιση ημερήσιων και εβδομαδιαίων προγραμμάτων και νιώθω τώρα στα στερνά μια ιδιαίτερη ανακούφιση, που απαλλαγμένος από όλες αυτές τις εμμονές μπορώ να αφοσιωθώ απερίσπαστος στον θάνατό μου, που αδράχνω την ευκαιρία για να δηλώσω υπεύθυνα και με πλήρη γνώση των συνεπειών του νόμου ότι αν ήταν στο χέρι μου θα ήθελα να έρθει απροειδοποίητα. Σαν το αναμμένο φως του παιδικού δωματίου που το σβήνει για λόγους οικονομίας αργά τη νύχτα ο πατέρας ή σαν το μεταμοντέρνο μυθιστόρημα που τελειώνει χωρίς καλά καλά να έχει αρχίσει η πλοκή του. Έτσι απλά, χωρίς δακρύβρεκτους απολογισμούς και σιωπηλούς μονολόγους σε αυτήν την άσκοπη εφημερία της γραφής.
Είναι μάλιστα στιγμές που ζηλεύω τις αγριάδες των πολυσύχναστων πεζοδρομίων που ξηραίνονται πατημένες από τους περαστικούς, τις αποκεφαλισμένες κότες που τρέχουν πανικόβλητες για να ξεφύγουν, τις πάπιες που πέφτουν με σπασμένα φτερά και πνίγονται στα νερά της λίμνης, αλλά ακόμη πιο πολύ ζηλεύω τους απεργούς πείνας από το πείραμα της Μινεσότα που απαθανάτισε ο φακός σκελετωμένους αλλά χαμογελαστούς με αυτή τη θρησκευτική βεβαιότητα ότι όπου να 'ναι θα τους δεξιωθεί ο Θεός στο επουράνιο βασίλειό του, γιατί αρνήθηκαν να πάρουν τα όπλα κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου.
Αλλά εγώ που δεν έχω καμία θρησκευτική πίστη για να στεγάσω τις βολικές ψευδαισθήσεις μου και συνεχίζω να αντιλαμβάνομαι ολοκάθαρα την κατάστασή μου, πετυχαίνω πολύ συχνά τον εαυτό μου να βυθίζεται σε φιλοσοφικούς στοχασμούς για τις διαφορές που χωρίζουν το ανθρώπινο ον από τα φυτικά είδη, έστω και αν το μόνο που θέλω πλέον να κάνω είναι να καθίσω στο πάτωμα με γυρισμένη την πλάτη στην πόρτα, συγκεντρώνοντας όλους τους βιολογικούς μηχανισμούς στη λειτουργία της αναπνοής ή να φωτογραφηθώ χαμογελαστός από μια καλλίγραμμη παθολόγο, επιδεικνύοντας τον σκελετωμένο θώρακα με τα εξογκωμένα κόκκαλα, ή να μαζευτώ φοβισμένος σε μια γωνίτσα του πατρικού μου ξενώνα – αν βγήκα ποτέ από κει.
Γιατί όσο περνάνε οι μέρες ξαναβρίσκω τον εαυτό μου στον ίδιο ακριβώς χώρο, όπως τα φαρμακωμένα σκυλιά που επιστρέφουν στη φωλιά τους για να ψοφήσουν. Ανοίγω τα μάτια κι είναι όλα όπως τα θυμάμαι. Το διπλό κρεβάτι στο κέντρο, δεξιά και αριστερά τα κομοδίνα, κατά μήκος του τοίχου η φοβερή ντουλάπα με το τέρας, απέναντι η μακριά κουρτίνα, πάνω από το κρεβάτι η αγιογραφία του Χριστού που ευλογεί τους πιστούς και αντίκρι το γενεαλογικό μου δέντρο σε χρονολογική διάταξη από μια παμπάλαια φωτογραφία του προπαππού μου στην κορυφή μέχρι κάποιους άμεσους συγγενείς στη βάση. Άπαντες απόντες.
Και αν υπάρχει κάτι πέρα από τις ιδιωτικές κινηματογραφικές προβολές που μου δίνει ευχαρίστηση είναι να σκαρώνω βουβές ιστορίες με τα πρόσωπα των κάδρων. Ότι τάχα η μεγαλύτερη αδελφή του πατέρα μου δεν πέθανε από την πείνα στην Κατοχή αλλά από τα κακομαγειρεμένα φαγιά της γιαγιάς μου ή ότι η Αυριανή που συνήθως κρατούσε στα χέρια του ο άκληρος αδελφός του παππού μου, που τον υιοθετήσαμε σαν παππού, ήταν απόκρυψη για το Playboy που έκρυβε εντός της ή ότι ο αραμπάς με τα παιδιά του χωριού που γυρόφερνε στην πλατεία ο θειος μου ο Αβράμης έχει αεροθούμενα φτερά και όταν τελειώνω τη μυθοπλασία συνηθίζω κατά πώς διδάχτηκα στο δημοτικό να συμπυκνώνω το δίδαγμα με την ερώτηση “τι θέλει να πει ο ποιητής;”, που καταλήγει πάντα στο ίδιο άδειο κάδρο του τοίχου.
Οπότε νιώθω ξανά την αναπνοή μου να κόβεται από το φρακαρισμένο δίφραγκο και παρακούοντας τις εντολές του ιατρικού επιτελείου που με παρακολουθεί βάζω χωρίς επιτυχία όλες μου τις δυνάμεις για να πάρω πιο αναπαυτική στάση στο κρεβάτι, αφού η οθόνη έχει επιτέλους γεμίσει αλλά όχι με τον Τσάρλι Τσάπλιν ή τον Μπάστερ Κίτον ή τον Χοντρό Λιγνό ή τουλάχιστον με ερωτικά συμπλέγματα, που όσο τα ανακαλώ στη μνήμη έχω κάτι ανεξήγητες για τους γιατρούς στήσεις, αφού δεν υπάρχει, όπως τους άκουσα να σιγομουρμουρίζουν, προηγούμενο στη σχετική βιβλιογραφία – τίποτα λοιπόν από όλα αυτά, παρά μόνο με μια στατική εικόνα:
Δύο άνθρωποι. Ο ένας ξαπλωμένος και ο άλλος στα γόνατα από πάνω του ημιορθός. Ο ξαπλωμένος έχει τεμαχισμένα τα άνω και κάτω άκρα και ο από πάνω κραδαίνει έναν μπαλτά. Έχουν και οι δύο στραμμένο το βλέμμα στον φακό με ένα ύφος ενόχλησης για την αδιακρισία της κάμερας. Εστιάζω στα πρόσωπα, με τον φόβο ότι θα αναγνωρίσω τον εαυτό μου εις διπλούν, χωρίς μάλιστα να έχω ακόμη αποφασίσει με ποιον από τους δύο ρόλους θα ήταν καλύτερα να ταυτιστώ.
Για την ώρα αρκούμαι στον ρόλο του παρατηρητή, αλλά αγνοώ για πόσο ακόμη.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

2. Σκοτεινό δωμάτιο



Προσηλώνω το βλέμμα στο ταβάνι. Μαύρα στίγματα χορεύουν στην οπτική μου οθόνη, όπως στις κόπιες του βωβού κινηματογράφου πριν από τους τίτλους αρχής και μετά τους τίτλους τέλους. Θέλω να πιστεύω ότι ισχύει το πρώτο, χωρίς να είμαι σε θέση να το επιβεβαιώσω. Για την ώρα το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να πιστεύω και να περιμένω. Όπως άλλωστε περίμενα τους τίτλους αρχής σε όλη τη ζωή μου μέχρι τώρα.
Το χρωστάω στον πατέρα μου. Που με έκλεισε στον κατασκότεινο ξενώνα, τιμωρία για ένα δίφραγκο που κατάπια λίγα μέτρα πριν από το παγωταντζίδικο της γεινονιάς. Ένα αφάγωτο παγωτό έλιωνε στο στόμα μου με γεύση βανίλιας, ενόσω το χρίτσι χρίτσι της ντουλάπας με μυούσε στους πιο αρχέγονους φόβους: τέρας με κεφάλι νυχτερίδας, σώμα κατσαρίδας και δαγκάνες σκορπιού φώλιαζε στο μεσαίο φύλλο της ντουλάπας μασουλώντας ξύλα, καλσόν, μύγες και τιμωρημένα παιδιά. Ξάπλωσα στο κρεβάτι με ορθάνοιχτα τα μάτια, σταύρωσα τα χέρια και περίμενα τη σειρά μου.




Κλίνω προς την ιδέα ότι τούτο το δίφραγκο αποτέλεσε το προπληρωμένο εισιτήριό μου. Όχι μόνο για τις ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν, του Μπάστερ Κήτον και του Χοντρού-Λιγνού που για ένα ολόκληρο πεντάωρο παρακολούθησα το απόγευμα της τιμωρίας μου, αλλά και για όλες τις υπόλοιπες ιδιωτικές προβολές, που από τότε άρχισαν να παρουσιάζονται στον προσωπικό μου κινηματογράφο κάθε φορά που διέτρεχα έναν πραγματικό ή φανταστικό κίνδυνο.
Μια γκάμα επιλογών από εκπομπές ποικίλης ύλης, που άλλοτε περιελάμβαναν την κυριακάτικη θεία λειτουργία στον μητροπολιτικό ναό Θεσσαλονίκης, άλλοτε ένα εκπαιδευτικό ντοκιμαντέρ για τη χλωρίδα στις ασιατικές στέπες και άλλοτε ταινίες με τον Ταρζάν, τον Μόγλι, το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι και τη Λάση, πράγμα που έπαψε απότομα να συμβαίνει με το που μπήκα στην εφηβεία.
Από κει και πέρα η ταινιοθήκη μου δεν διέφερε από το σταθερό πρόγραμμα του επαρχιακού σινεμά με τα λεκιασμένα καθίσματα και τα πνιγμένα αγκομαχητά, που νωρίς το μεσημέρι μιας Παρασκευής επισκέφτηκα σκαστός από το σχολείο: συνέχεια η ίδια ταινία, με άλλα πρόσωπα και σε άλλες στάσεις αλλά με εμένα πάντα για πρωταγωνιστή-επιβήτορα, ρόλο με τον οποίο ταυτίστηκα σε τέτοιον βαθμό ώστε αρκετά συχνά να βρεθώ σε άβολη θέση, όπως συνέβη στο αναισθητικό κρεβάτι πριν να ενεργήσει ο αιθέρας σε μια επέμβαση κοίλης ή κάθε φορά που σηκωνόμουνα στο Λύκειο για να λύσω μια άσκηση στον πίνακα, ειδικά στο μάθημα της ευκλείδειας γεωμετρίας – από όπου αντλώ την αξιωματική παραδοχή μου για τις ασύμπτωτες ευθείες που δεν εγγυώνται καμία λύση στο πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου.
Από την άλλη, δεν διστάζω να παραδεχτώ ότι έτσι όπως είμαι τώρα, στον νοσοκομειακό μου θάλαμο με μια καλπάζουσα εγκεφαλίτιδα να αριθμεί τους ατετραγώνητους κύκλους της ζωής μου, χίλιες φορές θα προτιμούσα τούτες τις άβολες θέσεις με τις ασύμπτωτες ευθείες τους. Στην οθόνη συνεχίζουν να χορεύουν μαύρα σχήματα και εγώ αρχίζω να ανησυχώ για μια ακόμη διάψευση. Ότι ενδέχεται να μην ακολουθουν οι τίτλοι αρχής.

1. Μαθήματα αριθμητικής


Από την εγκιβωτισμένη νουβέλα του μυθιστορήματος που γράφω. Εικάζω ότι η ολοκλήρωσή της θα γίνει σε 14-16 αναρτήσεις. 

Αριθμώ μία προς μία τις μέρες μου. Όχι σαν τους παλιούς φαντάρους του εικοσιοχτάμηνου ή σαν τους υποψήφιους συνταξιούχους ύστερα από σαράντα χρόνια εργασίας ή σαν τις έγκυες που ετοιμάζονται για καισαρική, ανάποδα. Δεν έχω κανέναν σοβαρό λόγο να τρέφω ελπίδες, να θέτω στόχους και να βάζω όρια για να τα ξεπεράσω και ό,τι εξ ανάγκης με κρατάει ακόμα στη ζωή είναι μια ενοχλητική συνήθεια μαζί με ένα πείσμα που βαίνει συνεχώς μειούμενο. Ότι συνεχίζω να υπάρχω, αθροίζοντας φασούλι το φασούλι σαράντα δύο, σαράντα τρία, σαράντα τέσσερα και ένα, που μόλις έκλεισε πριν από μερικές μέρες, σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια.
Έτσι διάγω τον βίο μου απ' όταν με θυμάμαι. Με ένα θετικό πρόσημο στις ακέραιες μονάδες μου, αδιαφορώντας για την αφαίρεση, τα κλάσματα και τις υποδιαιρέσεις και η μόνη αριθμητική πράξη που παραδέχομαι επιστημονικώς πέρα από την πρόσθεση είναι οι πολλαπλασιαστικοί χτύποι του επιτοίχιου ρολογιού, που γεμίζουν τον θάλαμο με τη βεβαιότητα της κανονικής ροής που έχουν οι μέρες και οι νύχτες μου και οι νύχτες και οι μέρες μου στην ασταμάτητη διαδοχή τους όλον αυτόν τον καιρό της άπραγης ξάπλας μου.



Το μόνο λοιπόν που μπορώ να κάνω είναι να σκέφτομαι. Εννοώ να μετράω και να σκέφτομαι. Ότι είμαι σε διακοπές και απολαμβάνω τη νωθρότητα του πολυάσχολου αστού που νοίκιασε σπίτι τρία μέτρα από τη θάλασσα μόνο και μόνο για να κοιμάται όλη μέρα· ότι υπερασπίζομαι ανυποχώρητα και παρά την κοινωνική κατακραυγή το δικαίωμα στην τεμπελιά, όπως προβλήθηκε από τα κινήματα της δεκαετίας του '70· ότι είμαι πρωτάκι του δημοτικού, που μόλις επέστρεψε από το απογευματινό παιχνίδι με τους φίλους του και ξαπλώνει ανάσκελα στο κρεβάτι, για να παπαγαλίσει το αυριανό μάθημα της αριθμητικής με μια απορία ζωγραφισμένη στα μάτια.
Τελειώνουν, μαμά, ποτέ οι αριθμοί;
Χαράμισα τη ζωή μου στα πιο ηλίθια πράγματα και τώρα που νιώθω την απειλή του μηδενός να με τυλίγει κάτω από το λευκό σεντόνι του κρεβατιού αντιλαμβάνομαι ότι μου λείπουν οι πιο κρίσιμες απαντήσεις. Ας πούμε: ποια οροσειρά πατούσε ο πολίτης Κέιν ψελλίζοντας στην τελευταία του πνοή τη λέξη χιόνι, γιατί στις στερνές του ώρες o Κοσμάς Πολίτης μιλούσε συνέχεια για μολόχες, πόσοι από τους προσκεκλημένους επισκέφτηκαν το κοινόβιο του Χάκκα και κυρίως αν μετά το σαράντα πέντε ακολουθεί το σαράντα έξι και αν μετά το σαράντα έξι ακολουθεί το σαράντα εφτά.
Για την ώρα μένω με την απορία. Με την απορία και με την αριθμητική μου. Μετράω και ξαναμετράω τις μέρες της παραμονής με τα δάχτυλα των δύο χεριών και μου βγαίνει σκάρτο κατά ένα ολόκληρο χέρι ο αριθμός πενήντα. Αντιλαμβάνομαι την κατάφωρη αδικία σε βάρος του αριστερού μου χεριού και νιώθω τις δημοκρατικές μου ευαισθησίες να εξεγείρονται σαν το αθόρυβο ποτάμι των αγανακτισμένων που πλημμύρισε τους δρόμους των Εξαρχείων άργα το βράδυ μιας 6ης του Δεκέμβρη.
Ανοίγω τα μάτια, κουνάω το κεφάλι για να απαλλαγώ από το σεντόνι και σκάω ένα χαμόγελο στο ταβάνι. Θέλω να φωνάξω “φτου ξελευτερία”, για να ξορκίσω τα δαιμόνια που με φλερτάρουν με την αγωνία του πιο πηχτού σκότους και να ανανεώσω με έναν τόνο αισιοδοξίας και προσμονής τις αναγνωστικές προσδοκίες για το επόμενο κεφάλαιο κατά τις συνταγές της δημιουργικής γραφής που κάποτε διδάχτηκα, αλλά δεν μου βγαίνει φωνή κανονική και ούτε ξέρω καλά καλά αν θα υπάρξει επόμενο κεφάλαιο.
Οπότε αρκούμαι σε μια συνόψιση που με θέλει ξαπλωμένο στο νοσοκομειακό κρεβάτι εδώ και σαράντα πέντε χρόνια με το κορμί μου σε παράλυση και με τους νευρώνες του μυαλού μου σε σχετική αποδιοργάνωση, κατάσταση που μου επιτρέπει να παρομοιάσω τον εαυτό μου με μια χρεοκοπημένη χώρα, με τη διαφορά ότι εγώ δεν τρέφω αυταπάτες για το μέλλον μου ούτε μεγαληγορώ για το παρελθόν μου ούτε αρέσκομαι να συσκοτίζω τις αιτίες και να μεταθέτω τις ευθύνες για τα χάλια μου. Διότι δεν έχω πλέον κανένα λογο για να κρύβω ότι πάσχω από καλπάζουσα εγκεφαλίτιδα, που μεταφράζεται σε πλήρη εκφυλισμό όλων των βιολογικών μου λειτουργιών και μάλιστα εν πλήρει συνειδήσει, πράγμα που μου παρέχει την πολυτέλεια να ζω τον θάνατό μου και μάλιστα να καταρτίζω ένα ακριβές χρονικό του τέλους μου.
Προηγουμένως όμως το αναγκαίο ιστορικό:
Υπήρξε στην αρχή ένα σώμα, όχι ακριβώς σαν σώμα αλλά σαν απροσδιόριστη ιδέα από ανυπότακτα χέρια και πόδια, που κήρυξε την ορμονική του επανάσταση για να γίνει καλοσχηματισμένο, στητό και αυτοδιάθετο, και για δεκαετίες ολόκληρες προσέβλεπε σε άλλα σώματα για να πετύχει την εθνική του ολοκλήρωση, και ήρθαν πράγματι καιροί που νόμιζε ότι σειόταν το σύμπαν από τον περήφανο βηματισμό του, έστω και αν αποδείχτηκε εκ των υστέρων ότι βρισκόταν συνέχεια στο σημειωτόν, ενόσω μάλιστα οι ενδόμυχες δυνάμεις του εξύφαιναν εθνικές μειοδοσίες.
Τα λοιπά είναι λίγο πολύ γνωστά.

Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

Χειρονομίες

Υπάρχουν κάποιες χειρονομίες που μας ξεπερνούν. Όπως το ποίημα της Τέτης με τη σημείωση "Ένα ποίημα για το βιβλίο σου" και με τη συμπλήρωση "ότι μετά από ένα χρόνο ξαναγράφω ποίηση και ότι ίσως βγάλω ένα βιβλίο εξαιτίας σου". Νόμιζα ότι είχα βρει τη συγγραφική μου δικαίωση στο σχόλιο μιας αναγνώστριας που μου εκμυστηρεύτηκε ότι θα 'θελε να με δείρει για το παγωμένο ντουζ της ανάγνωσης, αλλά τώρα ξαναβρίσκω στο ποίημα της Τέτης μια ακόμη σημαντικότερη.




"Μια κενή σελίδα είναι μια σελίδα χωρίς αναγνώστες
ακόμα κι όταν αυτή ανήκει σ’ ένα ημερολόγιο.
Κι όμως εκείνη τη μέρα έγιναν σκέψεις, θάνατοι, πόλεμοι και γάμοι,
αλλά κανείς δεν ήθελε να τα αφηγηθεί ούτε να τα σημειώσει.
Είπαν ότι εκείνη την ημέρα οι εφημερίδες εκδόθηκαν λευκές,
οι τραπεζικές συναλλαγές δεν σημειώθηκαν προσεκτικά και τυπικά
και τα χρήματα χάθηκαν γιατί είχαν γίνει άσπρα λερωμένα χαρτιά.
Κάποιοι είπαν ότι εκείνη την ημέρα έσβησαν τα δάνεια των φτωχών
και δόθηκαν αυξήσεις στις συντάξεις ,
κι ακόμα ότι στα σχολεία μπήκαν στους ελέγχους τα περισσότερα άριστα από ποτέ.
Σε μια φυλή της Αφρικής γεννήθηκε ένα παιδί και έμεινε άγραφο και ανώνυμο,
κάπου στην Μέση Ανατολή έγινε μια γενοκτονία αλλά δεν ξέρουν πού και από ποιους.
Εσύ είχες δέσει, εκείνη τη μέρα, ένα κόμπο στο μαντήλι σου και έφυγες πιο βιαστικός από ποτέ.
Βγήκα στο δρόμο να δω που πηγαίνεις και ο δρόμος είχε εξαφανιστεί.
Μετά έγινε σεισμός και όλα ξαναγύρισαν στην τρέλα".
Τέτη Θεοδώρου, 2/4/2015