Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Το πνεύμα των ημερών


- Θέλω να μου πεις ένα ωραίο παραμυθάκι, μπαμπά, για να κοιμηθώ γλυκά γλυκά. Να, όπως τα παραμύθια που μου λέει κι η μαμά μου. Τη Σταχτοπούτα, την Πεντάμορφη και το Τέρας, τον Παπουτσωμένο Γάτο, τη Χιονάτη και τους εφτά Νάνους, τον κακό το  Λύκο και τα τρία Γουρουνάκια.
- Καλά, θα σου πω. Αλλά όχι τέτοια. Ένα άλλο, δικό μου. Είναι για τον καιρό. Που λέω στην τηλεόραση τι καιρό θα κάνει, κι εσύ, όταν με βλέπεις, φωνάζεις «ο μπαμπάς μου, ο μπαμπάς μου», κι εγώ χαίρομαι που σ’ ακούω. Να δεις που θα σ’ αρέσει πολύ.


Από αρχές Σεπτεμβρίου, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμ­βριος­, τελειωμένος πια και ο Ιανουάριος. Σύνολο πέντε. Αν βγάλουμε κάτι μικρές ψιχάλες, πέντε ολόκληρους μήνες είχε να βρέξει κανονικά. Όπως τουλάχιστον έβρεχε παλιά. Αλλά τώρα τίποτα. Λίγη πάχνη το πρωί και ολημερίς λια­κάδα. Ένας ξε­πλυμένος ήλιος. Πουθενά στον ορίζοντα σύννεφα. Άφαντη κι η βροχή, ούτε μια νιφάδα χιόνι. Σκόνη και ξεραΐλα. Σκόνη και ξεραΐλα μες στο καταχείμωνο…
Στην αρχή δεν έδωσαν σημασία. Συνηθισμένοι από τις αναποδιές του καιρού, πάει δέκα-δεκαπέντε χρόνια συνέχεια το ίδιο βιολί, καπάκι ο ένας καύσωνας μετά τον άλλο, ύστερα δύο μήνες παγω­νιά και χιόνια, στη συνέχεια μια σύντομη περίοδος που ξέχυναν καθημερινά οι ουρανοί τα υπό­λοιπα νερά του χρόνου, και κατόπιν ξανά από την αρχή τα ίδια. «Η υψηλότερη θερμοκρασία από το καλοκαίρι του 2003», «Τόσο πολύ χιόνι έχει να ρίξει από το χειμώνα του 1988», «Το ύψος της βροχής που έπεσε χθες στην Αττική πλησιάζει τη μεγαλύτερη τιμή που κατέγραψε ποτέ η μετεωρολογική υπηρεσία στο λεκανοπέ­διο», άρχισαν να ψελλίζουν δεξιά κι αριστερά στα κανάλια, στους σταθμούς και στις εφημερίδες. Ότι δηλαδή κάτι δεν πάει καλά. Στην πραγματικό­τητα, για να έχουν να λένε και να ησυχάζουν. Παραδέχονταν το πρόβλημα, ανακούφιζαν την ανησυχία και χαίρονταν με την ειλικρίνειά τους. Παραπέρα όμως δεν μπορούσαν και δεν θέλανε να πάνε. Δεν τους βόλευε να πάνε.
Στο κάτω κάτω, κάτι γινόταν ακόμη. Έπιανε το θερμόμετρο 43 βαθ­μούς, βάζανε στο τέρμα τα κλιματιστικά, κουβαλούσαν τους γέρους στα δημόσια κτίρια, ανοίγανε τα σιντριβάνια, πίνανε παγωμένο τσάι και, όταν ευκαιρούσαν, πετάγονταν στις παραλίες. Έπεφτε η βαρυχειμωνιά, ανάβανε στο φουλ τα καλοριφέρ, ρίχνανε στους δρόμους αλάτι, βγάζανε τα εκχιονιστικά, μοίραζαν σούπα στους απόρους και, όταν τα πράγματα έφταναν στο απροχώρητο, κλείνα­νε και τα σχολεία. Τα κουτσοβόλευαν.
Τέτοιο όμως ξεχειλωμένο καλοκαίρι, μεσοστρατίς χειμώνα, πρώτη φορά τούς τύχαινε. Στράφι η διήμερη στο χωριό, γκρίνιαζαν τα σαλέ, χριστοκαντήλιαζαν οι πετρελαιάδες, παραπονιούνταν τα εμπορικά της Εγνατίας και της Τσιμισκή, δυσφορούσε κι ο κοσμάκης. Γιατί Χριστούγεννα περίμεναν, Χριστούγεννα ήρθαν και Χριστούγεννα δε χαίρονταν. Αναμμένο τζάκι και ψημένα κάστανα και φωτεινές ευχετήριες επιγραφές και αραδιασμένες σε πλατείες φάτνες και χιόνια στο καμπαναριό, φαντάσου με δεκατρείς και δεκαπέντε και δεκαέξι και δεκαεννιά βαθμούς Κελσίου, χριστουγεννιά­τικη συσκευασία σε θερινή εκπτωτική προσφορά.


Να, όπως κάνουν στην Αυστραλία, που έχει το Δεκέμβρη καλοκαίρι και είναι όλοι μαζεμένοι στις παραλίες και βγαίνουν με ταχύπλοα από τη θάλασσα οι Αϊ-Βασίληδες και μοιράζουν στον κόσμο δώρα και τους τραβάνε φωτογραφίες με τις γυμνές κοπέλες. Τους βλέπεις μετά στην τηλεόραση και αναρωτιέσαι τι σόι Χριστούγεννα είναι αυτά. Κι όσο να πεις, εκεί το έχουν παράδοση και έθιμο να τα γιορτάζουν έτσι. Εδώ τι γίνεται;
Πήγαιναν λοιπόν οι άνθρωποι στα μαγαζιά, αγόραζαν μάλλινα, τραγουδούσαν τα παιδιά «Καλήν εσπέραν άρχοντες», μαζεύονταν οι συγγενείς στο γιορτινό τραπέζι, ψήνανε στο φούρνο γεμιστές γαλοπούλες, βάζανε φλουριά στις βασιλόπιτες, αντάλλασσαν ευχές για τον καινούριο χρόνο, κάνανε δηλαδή ό,τι συνήθιζαν να κάνουν πάντα στις γιορτές, αλλά και πάλι γιορτές δεν καταλάβαιναν. Όσο κι αν υποκρίνονταν, ένιωθαν ότι κάπου είχαν λάθος. Λες κι έπαιζαν στο θέατρο. Καλοί στους ρόλους τους. Δε λέω, πολύ καλοί. Ωστόσο από άλλη παράσταση τα σκηνικά, από άλλη τα κοστούμια.
Απορούσαν. Είκοσι, τριάντα, πενήντα χρόνια; Τέτοιο πράγ­μα δε θυμούνταν ξανά να τους έχει συμβεί. Άρχισαν σιγά σιγά να προβλημα­τίζονται. Φυσικό φαινόμενο ή ανθρώπινη παρέμβαση; Προσωρινή ανωμα­λία του καιρού ή μόνιμη κατάσταση; Θα φτάσουν για το καλοκαίρι τα αποθέματα νερού ή με το δελτίο θα το πίνουν; Μπορεί και το ένα, μπορεί και το άλλο, απαντούσαν σιβυλλικά οι επιστήμονες, αλλά τεκμηριωμένη απάντηση δεν ήταν ακόμη σε θέση να τους δώσουν.
Τέλειωσαν όμως οι διακοπές, ξεκίνησε πάλι ο κόσμος τις δουλειές του, πρωινό ξύπνημα, τα παιδιά στο σχολείο, ψάξιμο για πάρκινγκ, η φάτσα του συναδέλφου και η γκρίνια του αφεντικού, ψώνια στο σουπερμάρκετ, τα παιδιά από το σχολείο, διάβασμα, τρέχα φροντιστήρια, βρα­δινά τηλεοπτικά μικροσκάνδαλα, βαθύς ύπνος. Περνούσε γρήγορα ο καιρός, λουσμένος με πρωινές πάχνες και χειμω­νιάτικες λιακάδες. Ήσυχα, σχεδόν ευτυχισμένα.
Όσο περνούσαν οι μέρες άρχισαν να αποξεχνιού­νται ή, πιο σωστά, να συνηθίζουν. Κι εδώ που τα λέμε, καλύτερα περνούσαν έτσι. Ούτε χιονιάς αλλά ούτε και κάψα. Ούτε να λερώνονται τα ρούχα, ούτε να καθα­ρίζουν όλη την ώρα τα μπαλκόνια, ούτε να κουβαλάνε ομπρέλες, ούτε να πλένουν συνέχεια το αυτο­κίνητο, ούτε να πληρώνουν τα μαλλιο­κέφαλά τους στα πετρέλαια. Στο κάτω κάτω, ένας ήπιος χειμώνας ήταν μόνο. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Δε χρειάζονταν λοιπόν υπερβολές. Κι αν, αν λέμε, συνέχιζε έτσι ο καιρός, όλο και κάποια λύση θα ’βρισκαν στο τέλος οι επιστήμονες.  

Τελικά το αποφάσισαν. Πιο καλά ήταν έτσι. Κουβέντα δεν ξανακούστηκε. Ουφ! Ησύχασαν.



Χατζημωυσιάδης Παναγιώτης, Το παραμύθι του ύπνου, 
εκδ. Μεταίχμιο, 2008

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Για τις πιο κόκκινες νύχτες που ποτέ δεν ξημερώνουν

"Χαράμισα ολόκληρη τη ζωή μου στα πιο ηλίθια πράγματα και τώρα που νιώθω την απειλή του μηδενός να με τυλίγει κάτω από το λευκό σεντόνι του κρεβατιού αντιλαμβάνομαι ότι μου λείπουν οι πιο κρίσιμες απαντήσεις. Ας πούμε: ποια οροσειρά πατούσε ο πολίτης Κέιν ψελλίζοντας στην τελευταία του πνοή τη λέξη χιόνι, γιατί στις στερνές του ώρες o Κοσμάς Πολίτης μιλούσε συνέχεια για μολόχες, πόσοι, τελικά, από τους προσκεκλημένους επισκέφτηκαν το κοινόβιο του Χάκκα και κυρίως αν μετά το σαράντα πέντε ακολουθεί το σαράντα έξι και αν μετά το σαράντα έξι ακολουθεί το σαράντα εφτά.

Για την ώρα μένω με την απορία. Ακριβέστερα, μένω με την απορία και με την αριθμητική μου. Μετράω και ξαναμετράω τις μέρες της παραμονής με τα δάχτυλα των δύο χεριών και μου βγαίνει σκάρτο κατά μία ολόκληρη μούντζα ο αριθμός πενήντα. Αντιλαμβάνομαι την κατάφωρη αδικία σε βάρος του αριστερού μου χεριού και νιώθω τις δημοκρατικές μου ευαισθησίες να εξεγείρονται σαν το αθόρυβο ποτάμι των αγανακτισμένων που πλημμύρισε τους δρόμους των Εξαρχείων το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008".


Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Ανάξια πλερωμή



Κοντά στις άλλες αντιρρήσεις που ακούγονται για το Πολυτεχνείο υπάρχει και μια αρκετά διαδομένη κριτική που λέει για τους πρωτεργάτες. Ότι εξαργύρωσαν τη συμμετοχή τους με ευρωπαϊκά αξιώματα ή υπουργικούς θώκους ή βουλευτικές θέσεις, συχνά μάλιστα σε ιδεολογικοπολιτικούς χώρους με μηδαμινή ή το πολύ με προσχηματική σχέση με ό,τι εκπροσώπησε η νεανική τους εξέγερση. Αν εξαιρέσω τον αφοριστικό χαρακτήρα της κριτικής, που αδικεί κάμποσους από τους τότε πρωτεργάτες και μετά κατ' επιλογή αφανείς ή με μια σχετική συνέπεια πολιτευόμενους, δύσκολα θα μπορούσε να διαφωνήσει κανείς ως προς ορισμένα άλλα πρόσωπα.




Έτερον εκάτερον. Δεν χρωστάει πολλά πράγματα η ιστορία στα πρόσωπα εξόν από το ότι έπαιξαν πειστικά ή αδέξια έναν ορισμένο ρόλο στις εξελίξεις της, αλλά βεβαίως τα πρόσωπα είναι υπόλογα της προσωπικής τους ιστορίας με διάφορα κριτήρια αξιολόγησης, ανάμεσα στα οποία και το γνωστό “τα στερνά τιμούν τα πρώτα”. Το πώς επιλέγουν να πορευτούν στην κατοπινή τους διαδρομή, έξω δηλαδή από το ιστορικό πλαίσιο που τους ανέδειξε, είναι πρωτίστως δική τους ευθύνη και δεν σχετίζεται με την αποτίμηση του ιστορικού συμβάντος. Το ίδιο το συμβάν προδιαγράφει έναν ορίζοντα κοινωνικών προσδοκιών γύρω από τη μετέπειτα δράση τους, χωρίς όμως να επηρεάζεται εκ των υστέρων από τον βαθμό της ανταπόκρισής τους. Αν πράγματι είναι σημαντικό, υπάρχει αφεαυτού παγωμένο στον ιστορικό χρόνο σαν συμπύκνωση μιας υπόγειας συνομιλίας με το παρελθόν, σαν κορυφαία στιγμή ενός αγώνα για το παρόν και σαν μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον.
Ανήκω σε μια γενιά που ωφελήθηκε πολιτικά και σιτίστηκε ιδεολογικά από την παρακαταθήκη του Πολυτεχνείου. Που εμπνεύστηκε από τους αγώνες, τα οράματα και τα τραγούδια του. Το πώς και το γιατί τα διαχειρίστηκε όπως τα διαχειρίστηκε, είναι άλλο θέμα και δεν αφορά το ίδιο το Πολυτεχνείο. Αλλά μέρες που 'ναι, κάθε φορά που ανοίγοντας το χρονοντούλαπο της ιστορίας σε αυτές τις ανούσιες σχολικές γιορτές προσπαθούμε να μεταδώσουμε τη μνήμη του στη νέα γενιά, ό,τι βλέπω να απομένει είναι η απορία, η αδιαφορία και η άγνοια των παιδιών μαζί με τις κραυγές του ανταγωνιστικού ιδεολογικού λόγου, που τώρα τελευταία ολοένα και πυκνώνουν. Και μας χλευάζουν γιατί, λέει, κανένας δεν σκοτώθηκε στο Πολυτεχνείο και ότι στην περίοδο της χούντας συντελέστηκε στον τόπο ένα οικονομικό θαύμα και ότι καλά βολεύτηκαν όλοι οι πρωταγωνιστές της εξέγερσης.
Στον αντίποδα, η πολιτική δυναμική και οι ιδεολογικές δονήσεις που προκλήθηκαν από την φοιτητική εξέγερση βρίσκουν στα ίδια επετειακά επεισόδια της ίδιας επετειακής πορείας την εκτόνωσή τους, όπως άλλωστε και στην ελεγχόμενη συγκίνηση που πνίγει τους πιο ευαίσθητους ανάμεσά μας κατά τις σχολικές γιορτές. Αλλά θαρρώ ότι όλα αυτά τα 'χει πει πολύ καλύτερα από μένα και μάλιστα πολύ πριν από την εξέγερση του Πολυτεχνείου ο Μάριος Χάκκας, στο ψαράκι του.
ARTINEWS.GR

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Εσύ




Θυμάμαι λοιπόν μια χειμερινή διαβίωση σε κάποιο βουνό του Έβρου με τα κλασικά στρατιωτικά σκηνάκια, ενόσω ο εθνικισταράς λοχαγός του λόχου (πέντε τα άνισα δάχτυλα του χεριού -όσες και μια μούντζα στη μάπα του-, πέντε και οι άνισες φυλές της ανθρωπότητας) καλοπερνούσε στην υπερθερμαινόμενη σκηνή του. Άγρια μεσάνυχτα ξυπνάω κοκαλωμένος από το κρύο και προσπαθώ μάταια να ζεσταθώ μ' έναν αναπτήρα. Στο χειμώνα που έρχεται κάποιοι συνάνθρωποί μας χωρίς ούτε σκηνή ούτε αναπτήρα θα σέρνουν στις χειμωνιάτικες νύχτες από χώρα σε χώρα την σιωπηλή θλίψη της δικής τους απελπισίας. Κοιτάξτε τους στα μάτια: ο πρόσφυγας είναι εσύ.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Η αλληλεγγύη των αποκάτω





Το ίδιο πάντα μήμυμα, σταθερά επαναλαμβανόμενο σε εβδομαδιαία βάση: 
“Υπενθυμίζουμε τα απαραίτητα είδη: μαγειρεμένο φαγητό (ατομικές μερίδες), σάντουιτς, κονσέρβες (όχι χοιρινό), βρασμένα αυγά, ψωμί, φρυγανιές, βρεφικά γάλατα σε σκόνη, γάλατα, φρούτα, νερά και χυμοί (ατομικές συσκευασίες), κρουασάν, μπισκότα, σοκολάτες, παπούτσια (για παιδιά και ενήλικες σε όλα τα νούμερα), κάλτσες, σκουφιά, αδιάβροχα, μπουφάν, μεγάλες σακούλες σκουπιδιών, είδη ατομικής καθαριότητας (σαπούνια, χαρτί υγείας, οδοντόβουρτσες, οδοντόκρεμες, σερβιέτες), κουβέρτες μικρές για παιδιά (εύκολες στη μεταφορά), σλίπινγκ μπαγκς, σακίδια, μικρά λούτρινα παιχνίδια, φάρμακα παυσίπονα και  αντιπυρετικά”.



Κι όμως υπάρχει μια άλλη Ελλάδα.
Μια Ελλάδα που δεν μαγαρίζεται από τα λερωμένα χέρια του Μιχαλολιάκου. Που δεν φυλακίζεται πίσω από τον φράχτη του Σαμαρά. Που δεν πατρονάρεται από τον λαϊκισμό του Γεωργιάδη. Που δεν τρομάζει από τα συνωμοσιολογικά σενάρια της ακροδεξιάς. Που δεν βολεύεται πίσω από τις αγαθές προθέσεις της πολιτικής εξουσίας. Που δεν τρέφει αυταπάτες για τις σχεδιαζόμενες ποσοστώσεις της ευρωπαϊκης φιλανθρωπίας.
Και μας κάνει μέρα με τη μέρα όλο και πιο περήφανους.
Γιατί βεβαιώνει ότι η ανθρωπιά είναι κάτι παραπάνω από ένα like σε σχετικές διαδικτυακές αναρτήσεις, ότι η αλληλεγγύη σφυρηλατείται μέσα από την πολιτική πράξη που γκρεμίζει σύνορα και θρησκείες, ότι ο πολιτισμός θάλλει μέσα από την ενεργητική υποστήριξη σε όσους έχουν ανάγκη, ότι η δημοκρατία είναι ένα λαϊκό καθημερινό διακύβευμα όχι μόνο της πλατείας Συντάγματος αλλά και των λασποχώραφων της Ειδομένης και ότι η πραγματική ευτυχία μπορεί σε πείσμα των διαφημίσεων να αντληθεί από ένα χορτασμένο παιδικό χαμόγελο.
Αναφέρομαι στο πλατύ ποτάμι των απλών ανθρώπων που εδώ και μήνες διαχειρίζονται από το υστέρημα των χρημάτων, του χρόνου και των δυνάμεών τους την πείνα των Σύριων προσφύγων και μαζί της τη δική μας σιωπή, τη δική μας αδράνεια και τη δική μας αμηχανία. Γιατί ό,τι συμβαίνει στα νησιά και στην Ειδομένη από την άποψη της εθελοντικής προσφοράς ξεπερνάει την απλή βοήθεια προς τους πρόσφυγες και επιχειρεί εν αγνοία της να επαναχαράξει τα πολιτιστικά σύνορα του τόπου, που κάποιοι τα ήθελαν να φτάνουν μέχρι τους πρόσφατους Ολυμπιακούς, τις ευρωπαϊκές διακρίσεις του Ολυμπιακού και τις τηλεοπτικές ειδήσεις του MEGA. Και δημιουργεί μια νέα πατρίδα. Που αξίζει να τη ζεις.
Θα επανέλθω. 
ARTINEWS.GR

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Απ' την Κοζάνη στις Βρυξέλες



Η περίπτωση του Μιχάλη Πιτένη

Σκέφτομαι την αδιάκοπη εφημερία της γραφής. Που υπό μία άλλη έννοια είναι σαν τη μύγα του Σωκράτη. Μονολογική και αυτοαναφορική, τρόπον τινά. Δεν σε αφήνει να ησυχάσεις. Αλλά και μοναχική, σιωπηλή, ζαλιστική. Πιάνω τις “Κόρες τις Αφροδίτης”, τα “Υγρά ίχνη της μνήμης”, την “Προφητεία του Μότσαρτ” και την “Απόγονο” και πίσω από το συγγραφικό αποτέλεσμα νιώθω συναδελφικώ τω τρόπω να αναφύεται ένα πλήθος από απορίες. Αναρωτιέμαι, λοιπόν:
Πόσα αποτυχημένα αρχινίσματα πρέπει να ξεκινήσεις, για να κάνεις μια οριστική αρχή; Πόσες σβησμένες λέξεις πρέπει να ξεχάσεις, για να σχηματίσεις μια τελειωμένη φράση; Πόσα εγκαταλελειμμένα πρόσωπα πρέπει να θάψεις, για να πλάσεις έναν ολοκληρωμένο ήρωα; Πόσα πειραματικά στοιχεία πλοκής πρέπει να απορρίψεις για να προωθήσεις μια συνεπή δράση; Πόσες αξημέρωτες νύχτες πρέπει να ξημερώσεις, ώσπου να γράψεις την τελευταία λέξη; Και πόσα επιμέρους βιβλία πρέπει να αθροίσεις για να ολοκληρώσεις το νόημα όσων έχεις κατά νου να πεις;
Ο λόγος για όσους αφοσιωμένα διακονούν τη γραφή, και στην προκειμένη για τον Μιχάλη τον Πιτένη, που με τα έξι ως τώρα πεζογραφικά του και με τη μία συμμετοχή σε συλλογικό έργο θύει σε αυτή την εργώδη εφημερία του πληκτρολογίου με τον μοναχικό, σιωπηλό και ζαλιστικό τρόπο της σωκρατικής μύγας. Αφήνω λοιπόν στην άκρη τα “Κουβάρια της σιωπής”, το “Μην ενοχλείτε τον πρίγκιπα” και το συλλογικό “Συνάντηση”, για τα οποία δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη, και επανέρχομαι στον αρχικό μου προβληματισμό για τη δυσκολία της γραφής.



Οι κόρες της Αφροδίτης” δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο. Ό,τι αντλείται απευθείας από την πραγματικότητα κινδυνεύει να γειωθεί σε ένα ανέμπνευστο ρεαλισμό, πολύ δε περισσότερο όταν η παρουσία της παιδικής ανάμνησης απειλεί να σε παρασύρει στον πειρασμό μιας γλυκερής νοσταλγίας. Ομοίως και “Τα υγρά ίχνη της μνήμης”.
Με έναν άλλο τρόπο, “Η συμφωνία του Μότσαρτ” δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο. Η γραφή του αξιώνει την έμπνευση του λογοτέχνη και τον οίστρο του ερευνητή στην κατάλληλη δοσολογία, ειδάλλως κινδυνεύεις να προδώσεις είτε την αισθητική διάσταση είτε την ιστορική-πολιτική τεκμηρίωση. Ομοίως, και “Η απόγονος”.
Καθόλου τυχαία η δυαδική διάταξη που επέλεξα. Ανάμεσά τους διακρίνω μια ορατή διαχωριστική γραμμή: “Οι κόρες της Αφροδίτης” και “Τα υγρά ίχνη της μνήμης” συστρέφονται στην τοπική και εθνική ιστορία για να οργανώσουν τη γενεαλογία ενός κοντινού παρελθόντος· “Η προφητεία του Μότσαρτ” και η “Απόγονος” απλώνονται στον ευρωπαϊκό χώρο για να οργανώσουν τη γενεαλογία ενός κοντινού μέλλοντος. Πρόκειται για τα διακριτά στάδια της ωρίμανσης του συγγραφέα, που ξεκινά απ' ό,τι ήδη διαθέτει, δηλαδή από το άμεσο και βιωμένο, για να κατακτήσει ό,τι προσδοκά, δηλαδή το μακρινό και διαισθητικό, αλλά την ίδια στιγμή περιέχουν εντός τους σε ενιαίο όλο τις διαφορετικές όψεις της σύγχρονης πραγματικότητας μέσα στις πολύπτυχες και αντιφατικές εκδηλώσεις της και μέσα στις ασταμάτητες και υπόγειες συνομιλίες της.
Ό,τι ακόμη ενώνει τη λογοτεχνική αποτύπωση αυτής της πραγματικότητας είναι η πηγαία αίσθηση της τοπικότητας, με την Κοζάνη άλλοτε να μονοπωλεί τον χώρο της δράσης και άλλοτε να εμφανίζεται δίπλα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες· είναι ένας πολιτικός και ιδεολογικός προβληματισμός, που ακόμη και όταν αποτελεί τον ιδρυτικό λόγο της γραφής (αναφέρομαι στην “Απόγονο” με το νεκραναστημένο φάντασμα του ρατσισμού και στα “Υγρά ίχνη της μνήμης” με τις ανοιχτές πληγές της μετεμφυλιακής τρομοκρατίας) έχει τη σύνεση να διατηρείται στο ημίφως της λογοτεχνικής επεξεργασίας· είναι το θέμα της φθοράς και του θανάτου, που οργανώνουν πίσω από τη δράση το υπαρξιακό βάθος της αφήγησης· είναι η σαγήνη της γυναικείας μορφής, ενίοτε άπιαστη, άλλοτε προκλητική και κατά κανόνα αινιγματική ή λεηλατημένη· είναι οι στέρεοι χαρακτήρες (με πιο ενδεικτική την περίπτωση του Παναγιώτη, από τα Υγρά ίχνη της Μνήμης, της Γαλάτειας και της Αναστασίας από τις Κόρες της Αφροδίτης), που δεν φέρουν πάνω τους τίποτα το παραταιρο ή το φτιασιδωμένο· είναι η εκφραστική επιμέλεια που αποδίδει εξαιρετικό αποτέλεσμα στα δύο πρώτα βιβλία διατηρώντας τους ελάσσονες τόνους μιας ώριμης απλότητας και πετυχαίνοντας την επιθυμητή συστοιχία ανάμεσα στο τι και στο πώς· είναι η αφηγηματική ευχέρεια που κορυφώνεται στα δύο τελευταία βιβλία με τη δράση να διατηρεί αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον δίχως να το εκβιάζει με αφηγηματικές απιθανότητες· είναι, τέλος, η λοξή συγγραφική ματιά που επιμένει να αναζητεί το νόημα, τις αξίες και τις αλήθειες της έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις και τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους τους.
Πέρα όμως από τα κοινά αυτά στοιχεία, οι δύο δυάδες των βιβλίων, που επισήμανα, οργανώνουν ένα διακριτό λογοτεχνικό σύμπαν όχι μόνο από άποψη θεματολογίας, χώρου αλλά και αισθητικού στίγματος. Η πιο παραδοσιακή λογοτεχνική γραφή με την αργή πλοκή, τη στοχαστική διάθεση, την ολιγοπρόσωπη ανθρωπογεωγραφία και την προσήλωση στον τόπο των δύο πρώτων βιβλίων, δίνει στα δύο επόμενα τη θέση της στο συνεχές ζικ ζακ ανάμεσα σε εποχές, πόλεις, πρόσωπα και θέματα για να επιδοθεί κινηματογραφικώ τω τρόπω στους ρυθμούς μιας καταιγιστικής δράσης, το δε λογοτεχνικό αποτέλεσμα των τεσσάρων αυτών βιβλίων, αν εξεταστεί συνολικά, θαρρείς ότι ανήκει σε δύο διαφορετικούς λογοτέχνες.
Δεν διστάζω να ομολογήσω ότι ανάμεσα στον κοζανίτη και στον κοσμοπολίτη Πιτένη προτιμώ τον πρώτο, με όλο τον υποκειμενικό χαρακτήρα που κρύβει μια τέτοια προτίμηση. Έχω τη γνώμη ότι η λογοτεχνική υπόθεση υπηρετείται μπροστά στον ανταγωνισμό της εικόνας και των όμορων τεχνών με το να βελτιώνει τα αισθητικά της μέσα και να καλλιεργεί τους εκφραστικούς της τρόπους και όχι με το να ενδίδει στον πειρασμό της πλοκής και της δράσης. Στην περίπτωση βέβαια του Πιτένη διαπιστώνω το εξής παράδοξο: οι αφηγηματικές αβαρίες που υπήρχαν στα δύο πρώτα βιβλία του ξεπερνιούνται με χαρακτηριστική άνεση στα δύο επόμενα, που παρότι αφηγηματικά άρτια φαίνεται να απομακρύνονται από τη βασική αρετή των δύο πρώτων, εννοώ τη γλώσσα.
Αλλά ακόμη και αυτή η ένσταση δείχνει ότι έχουμε να κάνουμε με έναν εν εξελίξει πεζογράφο, που τολμάει να δοκιμάζει και να δοκιμάζεται πέρα από τον κατακτημένο αισθητικό και εκφραστικό του χώρο. Όταν οι περισσότεροι από μας αρεσκόμαστε στις εύσχημες επαναλήψεις με την ελπίδα να απαλλαγούμε από την έγνοια των αποτυχημένων αρχινισμάτων, των σβησμένων λέξεων κτλ., ο Πιτένης σηκώνει τον προσωπικό του πήχη και αλλάζει και τερέν. Δεν ξέρω πόσες σωκρατικές μύγες βουίζουν στο κεφάλι του, αλλά η απομακρυσμένη από το αθηναϊκό κέντρο εφημερία της γραφής, στην οποία επιδίδεται με αξιοπρέπεια για είκοσι συναπτά χρόνια έξω από το άγχος της αναγνώρισης και την υποστήριξη του λογοτεχνικού κύκλου, φανερώνει πως η μεγαλύτερη ανταμοιβή ενός συγγραφέα είναι αυτή ακριβώς η μοναχική, σιωπηλή και ζαλιστική διαδικασία της ίδιας της γραφής.
Γιατί όλα τα άλλα είναι για να αυταρεσκόμαστε και να κομπάζουμε. Θέλω να πω, δεν έχουν καμία αξία για έναν συγγραφέα που θέλει να τιμάει την ιδιότητά του. 
ARTINEWS.GR

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Ως γνωστόν


... αφού ως γνωστόν, τα πιο ωραία θέματα δεν τα επιλέγεις εσύ ο ίδιος, αυτά έρχονται από μόνα τους και σε βρίσκουν. Σκοντάφτουν στα καλά καθούμενα πάνω σου σαν τα γλιτσιασμένα πεζοδρόμια την ώρα που βαδίζεις αμέριμνος για το σχολείο σου ή σε πετυχαίνουν τις πιο ακατάλληλες στιγμές σαν τους ανυποψίαστους περαστικούς που τους σημαδεύουν ελεύθεροι σκοπευτές στο δόξα πατρί ή σε περιλούζουν με παγωμένο νερό ενώ είσαι έτοιμος να αποκοιμηθείς μπροστά στο τζάκι του σαλονιού σου με την εξιστόρηση του Ανταίου, στις “Μαρτυρίες για τον Εμφύλιο και την Ελληνική Αριστερά”...
Ο Παντελής Πουλιόπουλος, λοιπόν. 

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

Βιβλίο...

Εξαιρώντας τους καλούς φίλους και τη γράπα, αμφιβάλλω αν θα μπορούσε να υπάρξει κάτι άλλο για να απογειώσει την ψυχούλα σας από ένα εξαιρετικό βιβλίο. Ota Pavel, λοιπόν, "Μια ζωή ψαρεύοντας", εκδ. Ίκαρος, 2014.


Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Φθινοπωρινές ευεργεσίες

Είναι και αυτό το είδος των ανθρώπων, που υπάρχουν - αν υπάρχουν και όπως υπάρχουν - για να σου χαλάνε τη γλυκιά μελαγχολία του φθινοπώρου με ασυνάρτητα μηνύματα σε  εκπαιδευτικά ιστολόγια, γνωστοποιώντας στη δημόσια σφαίρα αυτό που είναι τοις πάσι γνωστό, ότι δηλαδή μηδέν από μηδέν μηδέν και ότι από το τίποτα εγώ δεν γίνεται και ότι η πιο επικίνδυνη μορφή τρέλας ενδημεί κάτω από γραβάτες, πάνω από καλογυαλισμένα σκαρπίνια και πίσω από ηλεκτρονικές οθόνες. 



Αλλά έχω βεβαίως την ηθική υποχρέωση να τους εκφράσω και δημοσίως τις ευχαριστίες μου για τη σοφία και την έμπνευση που πολλάκις μου προσέφεραν, έστω και δεν είμαι σίγουρος αν θα μπορέσουν όχι απλώς να καταλάβουν το μέγεθος της ευεργεσίας αλλά ούτε καν να υποψιαστούν τα αποτελέσματά της.  

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ


Τέσσερα χρόνια μετά την καταδίκη τους σε 12 μήνες φυλάκιση από το τριμελές Πλημμελιοδικείο Γιαννιτσών για την αποδοχή εκπρόθεσμων δικαιολογητικών απουσιών ήρθε η ώρα της δικαίωσης για τους σαράντα συναδέλφους μας από το 2ο ΓΕΛ Γιαννιτσών. Με απόφασή του Εφετείου Θεσ/νίκης κρίθηκαν αθώοι ως προς την  κατηγορία της νόθευσης εγγράφου και της παράβασης καθήκοντος, ενώ εκκρεμεί ακόμη η απόφαση για τον τότε προϊστάμενο γραφείου β/θμιας εκπαίδευσης, τους γονείς και τους γιατρούς που ενεπλάκησαν στην υπόθεση. Με την ελπίδα να έχει αίσια έκβαση και η δική τους περιπέτεια, εκφράζουμε τη χαρά μας για την αθώωση των συναδέλφων μας, που αποκαθιστά το διαταραγμένο αίσθημα δικαίου και στέλνει ένα μήνυμα δικαιοσύνης και δημοκρατίας στον εκπαιδευτικό κόσμο όλης της χώρας. Ευχαριστούμε θερμά την ηγεσία της ΟΛΜΕ, τοπικούς και όχι μόνο πολιτικούς παράγοντες, την εκπαιδευτική κοινότητα την τοπική κοινωνία, που σε όλη αυτή τη μάχη στάθηκαν δίπλα στους συναδέλφους μας.
Το Δ.Σ. της


Β’  ΕΛΜΕ ΠΕΛΛΑΣ

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

EST?

Και σκέφτομαι ότι. 
Ότι και η σιγή είναι εντέλει λόγος. 
Ενίοτε δε εκκωφαντικός. 
Μια που ομολογεί την απορία, την αδυναμία και την ομολογία της. 
Που κάποτε έλπισε ματαίως ότι δια του λόγου θα ηττηθεί. 
Αλλά η πραγματική ήττα είναι οι βοές του πλήθους, που σφυρίζουν στα αυτιά μου.  
Και μου ψιθυρίζουν συνωμοτικά ότι. 
Ότι Carthago delenda est.

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Υπεράσπιση της μελαγχολίας



Απ' όσο με θυμάμαι είναι η πρώτη φορά που θα προσέλθω στην κάλπη χωρίς ούτε ένα όραμα ούτε μια ελπίδα ούτε μια πίστη. 


Λέω λοιπόν ότι τούτες οι εκλογές θα 'θελα να μην είχαν γίνει ποτέ. Τα διακύβευμά τους, αν πράγματι υπάρχει που δεν υπάρχει, μ' αφήνει παντελώς αδιάφορο. Το ποιοι δεν θα συνεργαστούν, που τελικά θα συνεργαστούν, είναι έξω από τα δικά μου πολιτικά ενδιαφέροντα, όπως τουλάχιστον ο ίδιος εννοώ την πολιτική. Δηλαδή σαν από κάτω δράση που στοιχίζεται και ενεργεί δημόσια πίσω από κοινές ιδέες, αξίες και ερμηνευτικά σχήματα, και όχι σαν αυτόματος πιλότος που προγραμματίστηκε από το Βερολίνο και έχει σαν τελικό προορισμό κάποιο ξεπουλημένο περιφερειακό αεροδρόμιο της χώρας. Γιατί είτε το θέλουμε είτε όχι η κυβέρνηση της αριστεράς, αυτή που ξεκίνησε στις 26 Ιανουαρίου και τελείωσε πριν από λίγες μέρες, υπήρξε, όπως ακριβώς σχεδίαζαν οι εταίροι, μια μικρή ιστορική παρένθεση, που όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των εκλογών δεν πρόκειται να έχει ούτε συνέχεια ούτε συνεχιστή – τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον.
Και όχι μόνο με ευθύνη των διαφωνούντων, που απέσυραν την υποστήριξή τους, αρνούμενοι να επωμιστούν το βάρος μιας συνολικής ήττας και επιλέγοντας να οχυρωθούν στα ίδια ακριβώς συνθήματα σαν να μη συνέβη ποτέ αυτή η ήττα, αλλά και με ευθύνη της ηγεσίας, που από πολύ καιρό πριν κλείστηκε στον εαυτό της, βάφτισε τις μικρές της προδοσίες τακτικούς ελιγμούς, εκδήλωσε συμπτώματα βοναπαρτισμού και κατέληξε να αντιμετωπίζει την πολιτική με όρους συστημικής επικοινωνιακής διαχείρισης.
Θα προτιμούσα λοιπόν να μην είχαν γίνει ποτέ αυτές οι εκλογές. Ή αφού γίνονται, να απέχω πλήρως από το σχετικό κλίμα, κατεβάζοντας ερμητικά τα στόρια της όρασης και της ακοής μου και μένοντας σιωπηλός μες την μελαγχολία μου, έστω και αν κινδυνεύω να βρεθώ εκτός επίσημης κομματικής γραμμής. Που θέλει με καινούριες αφηγήσεις να με πείσει για τις νέες διαχωριστικές γραμμές, τη νέα προοπτική για τη χώρα, τα νέα κοινωνικά ισοδύναμα και να με κάνει να ξεχάσω τη δική μου μελαγχολία. Ότι δηλαδή είναι η πρώτη φορά που θα προσέλθω στην κάλπη χωρίς ούτε ένα όραμα ούτε μια ελπίδα ούτε μια πίστη και με την επίγνωση ότι χρειάστηκαν να περάσουν τριάντα ολόκληρα χρόνια για να δω τον πολιτικό χώρο με τον οποίο ακόμη και τώρα συνδέομαι να καταλήγει μια παραλλαγμένη εκδοχή του ΠΑΣΟΚ, που τότε κορόιδευα.
Θα 'θελα να κλείσω με το ευχετικό “ελπίζω να διαψευστώ”, αλλά ούτε αυτό μου βγαίνει. Μόνο το αυτονόητο ότι στο μεταξύ η ιστορία προχωράει, και καλά κάνει, δίχως να δίνει δεκάρα για τις δικές μου/μας μελαγχολίες. 
ΑRTINEWS.GR

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Ήπειρος



Το δημοσίευσα πριν από δύο περίπου χρόνια. Στο μεταξύ συμπεριλήφθηκε στη συλλογή μου Ζώνη Πυρός, εκδ. Μεταίχμιο, 2014. Ό,τι συνέβη τούτες τις μέρες στον ευρωπαϊκό χώρο μ' ώθησε να το επαναφέρω:

Όταν τεράστια κομμάτια πάγου άρχισαν να αποσπώνται από τον βόρειο Πόλο και να προσαράζουν στις βόρειες ακτές της Ευρώπης με την συχνότητα των συμμαχικών πολεμικών πλοίων κατά την απόβαση στη Νορμανδία, έλκοντας το ενδιαφέρον των παγκόσμιων μέσων ενημέρωσης, της επιστημονικής κοινότητας, των τουριστικών γραφείων και της βιομηχανίας του κινηματογράφου που διείδε στο φαινόμενο μια ψυχαγωγική αντιστροφή της γνωστής τραγωδίας του Τιτανικού, ελάχιστοι ήταν αυτοί που αντιλήφθηκαν πως ό,τι συνέβαινε εκεί πάνω ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια ακόμη αβαρία του περιβάλλοντος, συνέπεια των γενικευμένων πλέον κλιματικών αλλαγών.
Πράγματι, η περίοδος αυτή – που ξεκίνησε με πολικές θερμοκρασίες μεσούντος του πιο άνυδρου καλοκαιριού της ευρωπαϊκής ιστορίας και, σύμφωνα με έγκριτες αγγλικές εφημερίδες, ανάγκασε τους οίκους μόδας να βγάλουν εσπευσμένα στην αγορά τη χειμερινή κολεξιόν, ενώ υποχρέωσε σε βιαστική φυγή όλα τα αποδημητικά πουλιά και αποτέλεσε τη βασική αιτία για το ενοχλητικό συνάχι που ταλαιπώρησε για έναν ολόκληρο μήνα τη βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας – προκάλεσε ριζικές αλλαγές στον κοινωνικό, πολιτικό και γεωγραφικό χάρτη της Ευρώπης, εγκαινιάζοντας μια νέα φάση στη μακραίωνη διαδρομή της, τον ονομαζόμενο, όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκε, δεύτερο Μεσαίωνα της ιστορίας της.
Η πρώτη και αναμενόμενη συνέπεια ήταν η ανησυχητική άνοδος της στάθμης των θαλασσών, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που αρκούσε ένα μικρό αεράκι, για να σχηματιστούν θεόρατα κύματα που ανά τακτά διαστήματα σάρωναν παράλιες περιοχές κυρίως της Μεσογείου και των πορτογαλικών, γαλλικών και ιρλανδικών ακτών του Ατλαντικού σε βάθος αρκετών χιλιομέτρων, παρασέρνοντας ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και απειλώντας να καταποντίσουν μεγάλα τμήματα ή και ολόκληρες χώρες της ευρωπαϊκής επικράτειας.
Ελάχιστα όμως θα νοιαζόταν η ηγεσία της Ευρώπης για την τύχη της υπανάπτυκτης και τριτοκοσμικής περιφέρειάς της, που έτσι κι αλλιώς από την αρχή ήταν προορισμένη να αποτελεί φυσικό ανάχωμα στην εξάπλωση του κάθε λογής κινδύνου, από τους Άραβες και τους Οθωμανούς μέχρι τις επιδημικές ασθένειες και τους αφρικανούς μετανάστες, αν τα απόνερα από τα διαδοχικά τσουνάμι δεν έφταναν ως την ευρωπαϊκή ενδοχώρα, ξεβράζοντας πτώματα σφιχταγκαλιασμένων μανάδων με τα μωρά τους, ρεζέρβες αυτοκινήτων, μάρμαρα από αρχαίους ναούς και διαφημιστικές πινακίδες “rooms to let” και θέτοντας επιτακτικά την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη μπροστά στο αγχωτικό ερώτημα “μήπως και εμείς;”, που για πολλούς μήνες εκφράστηκε μέσα από την αυξημένη ζήτηση αναγνωσμάτων για τη χαμένη Ατλαντίδα και την κιβωτό του Νώε και θεαμάτων από κωπηλατικούς αγώνες των κολεγιόπαιδων του Κέμπριτς και του Ίτον και από την προφητική ταινία Erik the Viking, με τη χαρακτηριστική σκηνή του νησιού που βυθίζεται αύτανδρο από τη φουσκονεριά ενόσω η πολιτική και η πνευματική του ηγεσία ξορκίζει το κακό με ρητορίες.
Αλλά ακόμη και κάτω από αυτές τις συνθήκες, η ζωή των περισσότερων Ευρωπαίων κατάφερνε να διατηρεί τους κανονικούς ρυθμούς της με τις μικροχαρές από τις αμφίρροπες ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις του champions league και με τις μικρολύπες για την τρομοκρατική επίθεση ισλαμιστών σε βάρος ανυποψίαστων τουριστών στις Φιλιππίνες, προσθέτοντας στην γκάμα των καθημερινών τηλεοπτικών θεαμάτων της εικόνες αγανακτισμένων διαδηλωτών από τις πληγείσες περιοχές που συγκεντρώνονταν στις μεγάλες πλατείες και στους κεντρικούς δρόμους, για να αξιοποιήσουν εμπράκτως το δημοκρατικό δικαίωμα στη μαζική έκφραση της διαμαρτυρίας με τη συνδρομή των δυνάμεων καταστολής και των κατά τόπους υπουργείων προστασίας του πολίτη.
Και κάπως έτσι θα συνέχιζαν τα πράγματα με τους περισσότερους Ευρωπαίους  ηγέτες να ανταγωνίζονται τη δόξα του Λουδοβίκου του 14ου ή να υποδύονται το ρόλο των μεσαιωνικών ιεραποστόλων κραδαίνοντας από τηλεοράσεως εγχειρίδια νεοφιλελεύθερης οικονομικής θεωρίας και συμβουλεύοντας τα βυθιζόμενα κράτη να μετανοήσουν γιατί έρχεται η ώρα της τελικής κρίσεως, με διακεκριμένους γκουρού της οικονομίας να εκφωνούν θρησκευτικούς ύμνους προς τιμήν του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με τα γερμανικά ταμπλόιντ να οργανώνουν ένα νέο κυνήγι μαγισσών σε βάρος των τεμπέληδων και σπάταλων PIGS και με ειδικούς σε θέματα διοίκησης εμπειρογνωμόνες που έχοντας τις αρμοδιότητες των παλιών ιεροεξεταστών αποστέλλονταν από το ευρωπαϊκό κέντρο για να οργανώσουν καλύτερα την οχύρωση των αδύναμων κρατών, κάπως έτσι λοιπόν θα συνέχιζαν τα πράγματα, αν η απελπισία δεν έσπρωχνε ολοένα και περισσότερους πληθυσμούς από τις πληγείσες περιοχές προς τον προστατευμένο ευρωπαϊκό βορά.
Κάτω από την αυξανόμενη πληθυσμιακή πίεση οι Ευρωπαίοι ηγέτες, που δεν ανέχονταν και άλλους τριτοκοσμικούς μετανάστες να μπερδεύονται ανάμεσα στα πόδια τους, αναγκάστηκαν να δράσουν εγκαίρως προτού να είναι πολύ αργά και με ομόφωνη απόφαση γνωστοποίησαν το σχέδιό τους να διανοιχτεί μια τεράστια διώρυγα, που θα διέσχιζε εγκάρσια την Ευρωπαϊκή ενδοχώρα, χωρίζοντας στα δύο τη Γαλλία και αποκόπτοντας οριστικά την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιταλία και ασφαλώς όλα τα Βαλκάνια από τον κυρίως ευρωπαϊκό κορμό, μέτρο που πολύ γρήγορα αποδείχτηκε ευεργετικό όχι μόνο για τον έλεγχο της στάθμης των θαλασσών και την προστασία των απειλούμενων Κάτω Χωρών και των γερμανικών παραλίων αλλά και για την πολυαναμενόμενη επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Γιατί από τη στιγμή που λήφθηκε η απόφαση και άρχισε να δρομολογείται η υλοποίησή της με την εξασφάλιση των αναγκαίων κονδυλίων από τα ευρωπαϊκά ταμεία, τη σύνταξη γεωτεχνικών εκθέσεων και την εκπόνηση μελετών για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ένα πνεύμα αισιοδοξίας κυριάρχησε σε όλες τις αγορές, το οποίο οδήγησε σε εντυπωσιακή άνοδο τα χρηματιστήρια του Χονκ Κονκ, της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου, πρόσφερε τεράστιες επενδυτικές ευκαιρίες λόγω της κατακόρυφης ανάπτυξης του κατασκευαστικού τομέα, όχι μόνο με τη διάνοιξη της διώρυγας αλλά και με την εγκατάσταση ενός πανύψηλου ηλεκτροφόρου φράχτη απ' άκρη σε άκρη στα νέα νότια σύνορα της Ευρώπης, και συνέβαλε στην εντυπωσιακή ανάκαμψη του real estate λόγω της αυξημένης ζήτησης παραθαλάσσιων οικοπέδων με θέα λίγο έξω από τη Βιέννη, στους πρόποδες των Άλπεων και στα σύνορα της Ουγγαρίας.

Κι όπως ο πρώτος Μεσαίωνας ξεπεράστηκε από το κίνημα του διαφωτισμού και τις αστικές επαναστάσεις στην Αγγλία, στη Γαλλία και στην Βόρεια Αμερική, έτσι κι ο δεύτερος έκλεισε με μια εντυπωσιακή επιστημονικοτεχνική πρόοδο, που είχε ως αφετηρία τη διευθέτηση της ασφαλούς μεταφοράς των παγετώνων από τη Βόρεια θάλασσα προς τη Μεσόγειο, με αποτέλεσμα όλος ο πρώην ευρωπαϊκός νότος να μετατραπεί σε μια τεράστια χαβούζα παγωμένων υδάτινων όγκων, και με κοινωνικές επαναστάσεις που αντικατέστησαν την αστική δημοκρατία με το πολίτευμα της χρηματοπιστωτικής ηγεμονίας, με θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις από τις οποίες ξεπήδησε το δόγμα του ευροσταντισμού, που παραδεχόταν το ενιαίο νόμισμα σαν την υλική απεικόνιση του Αγίου Πνεύματος, και με μια φιλοσοφική συζήτηση που ξεκίνησε για την καταγωγή της Ευρώπης και απορρίπτοντας τον αφελή μύθο ότι ήταν κόρη του Αγήνορα και της Τηλέφασσας, που απήχθη από τον μεταμορφωμένο σε ταύρο Δία, κατέληξε με απόλυτη βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι ήταν το νόθο παιδί του Καρλομάγνου, που αφού για αιώνες περιφερόταν άστεγο και περιφρονημένο στις υποσημειώσεις των ιστορικών παραπομπών βρήκε επιτέλους μια νέα ήπειρο για να στεγάσει την αληθινή ταυτότητά της.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Στο ίδιο έργο θεατές;




Δεν ξέρω πόσες εγγυήσεις πρέπει ακόμη να δώσουμε στον Σόιμπλε για να κερδίσουμε την χαμένη εμπιστοσύνη του. Δεν ξέρω πόσες υποχωρήσεις πρέπει ακόμη να κάνουμε για να αμβλύνουμε τις ενστάσεις του Φιλανδού υπουργού Οικονομικών. Δεν ξέρω πόσα προβεβλημένα στελέχη της ελληνικής κυβέρνησης πρέπει ακόμη να θυσιάσουμε, για να εξευμενίσουμε τους Ευρωπαίους εταίρους. Αλλά νομίζω ότι όλοι αυτοί οι διαπραγματευτικοί ελιγμοί δεν έχουν πλέον καμία σημασία.
Τώρα που οι πανηγυρισμοί του όχι εξαργυρώθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση σε μια απογοητευτική πρόταση, που και αυτή με τη σειρά της εξελίσσεται επί τα χείρω κάτω από τις νέες απαιτήσεις του Βερολίνου, η δήλωση του Ρέντσι ότι δεν πρέπει άλλο να εξευτελίζουμε την Ελλάδα πιστεύω ότι συμπυκνώνει την κυρίαρχη ατμόσφαιρα. Δίχως κρυμμένους άσσους και περιθώρια κινήσεων προσερχόμαστε στο τραπέζι των ατέλειωτων αυτών διαπραγματεύσεων όχι, όπως στην αρχή, για να απαιτήσουμε τον σεβασμό που μας πρέπει στη βάση της "ευρωπαϊκής αλληλεγγύης" ή τουλάχιστον να συζητήσουμε την πολιτική διάσταση της κρίσης χρέους προκειμένου να καταλήξουμε σε μια “αμοιβαία επωφελή συμφωνία” αλλά μόνο και μόνο για να επαιτήσουμε μια οποιαδήποτε λύση όσο μονομερής και επώδυνη και αν είναι, την ώρα που η άλλη πλευρά στρέφει εναντίον μας το πιο βαρύ πυροβολικό της με την φημολογούμενη απειλή του grexit να διατυπώνεται σαν επίσημη σχεδόν πρόταση. Η αντίθεση ανάμεσα στη λαϊκή βούληση του δημοψηφίσματος και στην πρόταση που υποβλήθηκε, η εικόνα του καταπονημένου πρωθυπουργού και οι διαφοροποιήσεις πρωτοκλασάτων στελεχών, τα πυκνά ταξιδάκια του θλιβερού Σταύρου στις Βρυξέλες και η αυξανόμενη τρομολαγνεία των μέσων μαζικής ενημέρωσης για το κούρεμα των καταθέσεων αποκαλύπτουν μια κατάσταση κυβερνητικής αδυναμίας, που αγγίζει τα όρια της άτακτης υποχώρησης και προοικονομεί δυσοίωνες εξελίξεις για την έκβαση των διαπραγματεύσεων και την πολιτική σταθερότητα της χώρας.
“Να μην υποτιμάτε πού μπορεί να φτάσει ένας λαός όταν αισθάνεται ταπεινωμένος” είχε απαντήσει ο Τσίπρας στο “the game is over” του Τουσκ και προσέφυγε στο δημοψήφισμα για να τον επαληθεύσει αυτός ο λαός με τον πιο ηχηρό τρόπο. Αλλά τώρα που το όχι έγινε ναι, τώρα που στα πόδια των δανειστών ετοιμάζεται να θυσιαστεί το ένα τρίτο της κυβέρνησης υπό τις ευλογίες των συστημικών μέσων ενημέρωσης και κυρίως τώρα που το μεταμοντέρνο πραξικόπημα έχει φέρει την κυβέρνηση στο χείλος της κατάρρευσης, φαίνεται ότι στο όνομα της παραμονής στο ευρώ ο πρωθυπουργός προτιμάει, τελικά, να έχει έναν λαό ταπεινωμένο. Λέω “φαίνεται” αλλά τρέφω την ελπίδα να διαψευστώ. Γιατί και ο Τσίπρας διαθέτει μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο και ο ήδη ταπεινωμένος λαός δεν φαίνεται διατεθειμένος να υποστεί και άλλες ταπεινώσεις. Αρκεί να νιώθει ότι έχει δίπλα του ανθρώπους που τον υπερασπίζονται – έντιμα, καθαρά και αποφασιστικά. 


ARTINEWS.GR

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Το δίλημμα της Κυριακής




Αυτό στο οποίο καλούμαστε να απαντήσουμε στο δημοψήφισμα της Κυριακής είναι ένα απλό ερώτημα σε μορφή διλημματικής διατύπωσης: αν γίνεται ή όχι αποδεκτό το σχέδιο της συμφωνίας που προτάθηκε από τους θεσμούς πριν τη διακοπή των διαπραγματεύσεων, με τα γνωστά λίγο-πολύ μέτρα που προέβλεπε.
Ξέρω τον κίνδυνο της απλοϊκότητας που κρύβεται πίσω από κάθε προσπάθεια απλοποίησης. Αλλά μέσα στον επικοινωνιακό Αρμαγεδδώνα που έχει ξεσπάσει εδώ και μια βδομάδα γύρω από το δημοψήφισμα, ο βασικός, όπως φαίνεται, κίνδυνος δεν προέρχεται από την απλοϊκότητα αλλά από τη σύγχυση. Τη σύγχυση που μεθοδευμένα καλλιεργείται σε τέτοιο βαθμό και με τέτοιο τρόπο, ώστε να κινδυνεύει το αρχικό ερώτημα να μετατοπιστεί σε ένα σύνολο τρομακτικών διλημμάτων υπέρ ή κατά του ευρώ και ακόμη χειρότερα υπέρ ή κατά της Ευρώπης με απώτερο στόχο να πειθαναγκαστεί ο ψηφοφόρος και να χειραγωγηθεί η ψήφος του κάτω από την πίεση των φοβικών συνδρόμων που έντεχνα πυροδοτούνται.
Αλλά το ερώτημα θα εμφανιστεί μπροστά μας την Κυριακή στην πιο απλή του διατύπωση σε πείσμα των πολιτικών και φαντασιακών διαστρεβλώσεών του και το δημοψήφισμα θα διεξαχθεί την Κυριακή παρά την αντιδημοκρατική προσπάθεια ακύρωσής του. Και αν κάτι βεβαιώνεται από όλη αυτή την τρομολαγνεία των συστημικών μέσων ενημέρωσης, από τις πρωτόγνωρες παρεμβάσεις όλων αυτών των ξένων ηγετών στα εσωτερικά της χώρας και από τη νεκρανάσταση όλων αυτών των παροπλισμένων πολιτικών, που βλέπουμε να αβαντάρουν την πλευρά του ΝΑΙ, είναι ότι υπάρχει ως πραγματικό δεδομένο και όχι ως προπαγανδιστική κινδυνολογία ένα πρόσθετο δίλημμα πέρα από τη διλημματική διατύπωση του ναι ή του όχι στα μέτρα των δανειστών.
Αναφέρομαι στο αν θα επιτρέψουμε ή όχι στο εγχώριο και ξένο ηγεμονικό προσωπικό που οδήγησε τη χώρα στο χείλος της καταστροφής να ξεπλύνει τις ευθύνες του, ώστε να υποδυθεί ξανά τον ρόλο του σωτήρα, εφαρμόζοντας την ίδια ακριβώς – αν όχι χειρότερη – συνταγή καταστροφής.
ARTINEWS.GR

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Το πέταγμα της πεταλούδας



Εκτός από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και το φανταχτερό πανηγύρι των Ολυμπιακών Αγώνων, δεν μπορώ να φέρω στο μυαλό μου άλλη χρονική περίοδο της σύγχρονης ιστορίας μας, που να μονοπωλήσαμε τόσο έντονα το διεθνές ενδιαφέρον. Μόλις τέλειωσε μια σύνοδος κορυφής, ένα δημοψήφισμα προκηρύχτηκε, μια καινούρια σύνοδος κορυφής ετοιμάζεται, τα τηλέφωνα μεταξύ Ουάσινγκτον και Βερολίνου έχουν ανάψει, στο Λονδίνο ετοιμάζουν πορεία, οι Podemos τραγουδούν για την Ελλάδα, ο εμπνευστής του “ΣΟΚ και ΔΕΟΣ” τα βάζει με τον Σόιμπλε, ατέλειωτες ουρές σχηματίζονται έξω από τα μηχανήματα αναλήψεων, οι τράπεζες θα μείνουν κλειστές για μια βδομάδα, κάποια χρηματιστήρια γκρεμίζονται, το ευρώ πέφτει στις ασιατικές αγορές. Μια καταιγιστική αλυσίδα εξελίξεων και μια υπερβολική πύκνωση γεγονότων σε ελάχιστο χρόνο, τέτοια που να καθίσταται ετεροχρονισμένη οποιαδήποτε δημοσιογραφική ανάλυση για το τι έχει ήδη συμβεί και επισφαλής οποιαδήποτε πολιτική εκτίμηση για το τι πρόκειται να συμβεί.
Ό,τι πάντως βλέπω μέχρι τώρα να δικαιώνεται είναι η γνωστή θεωρία του χάους, που σε πολιτική κλίμακα βεβαιώνει πόσο σαθρά είναι τα θεμέλια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Οι εδώ αναταράξεις απλώνονται σε διεθνές επίπεδο, προκαλώντας οικονομικούς και πολιτικούς τριγμούς, που αν δεν υπάρξει άμεση λύση δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα είναι διαχειρίσιμοι τις αμέσως επόμενες μέρες, και με δεδομένες τις λεπτές γεωπολιτικές ισορροπίες. Δεν μπορούμε βέβαια να επιχαίρουμε για τους ασκούς του Αιόλου που άνοιξαν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό ύστερα από την απόφαση για το δημοψήφισμα, αλλά οι μέχρι τώρα εξελίξεις υπηρετούν τους σχεδιασμούς της κυβέρνησης. Εξηγούμαι:
Η τελειωμένη διαδικασία διαπραγμάτευσης επανέρχεται ήδη στο προσκήνιο. Η εικόνα σοβαρότητας των Βρυξελών κοντεύει να γελοιοποιηθεί με τις παλινωδίες του Γιούγκερ για την τελική πρόταση, του Τουσκ για το τέλος του παιχνιδιού και του Σόιμπλε για το δημοψήφισμα. Η υποτιμητική αντιμετώπιση της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας δίνει τη θέση της στην εικόνα ενός πολύ σοβαρού αντιπάλου. Το αρραγές μέτωπο της Γερμανίας αρχίζει ήδη να μπάζει με τις διαφοροποιήσεις – για τους δικούς τους λόγους – της Γαλλίας και της Ιταλίας. Πληθαίνουν και δυναμώνουν οι επίσημες φωνές του εξωτερικού που εναντιώνονται στη μονόπλευρη λιτότητα. Το ζήτημα του χρέους τοποθετείται πλέον στις ακριβείς πολιτικές και διεθνείς του διαστάσεις. Ένα πανευρωπαϊκό κίνημα αντίστασης στον οικονομικό ολοκληρωτισμό του Βερολίνου έχει αρχίσει να διαμορφώνεται. Και πάνω απ' όλα η δημοκρατία επανευρίσκει την πιο γνήσια λαϊκή, άρα δημοκρατική, νομιμοποίησή της.
Μια χώρα, που για πέντε συναπτά έτη αποτέλεσε το πτυελοδοχείο ολόκληρου του κόσμου, μια χώρα, που για πέντε συναπτά έτη αποτέλεσε το οικονομικό βαμπίρ της Ευρώπης, επιχειρεί με την απόφαση για δημοψήφισμα το πέταγμα της πεταλούδας. Η αντιπολίτευση τζογάροντας στο αίσθημα του φόβου ισχυρίζεται ότι η κυβέρνηση τζογάρει την τύχη της χώρας. Αυτό όμως που φαίνεται μέχρι τώρα να ισχύει είναι ότι πρόκειται για μια πολύ μελετημένη κίνηση, που ήδη αποδίδει ό,τι δεν απέδωσαν πέντε μήνες εξαντλητικών διαπραγματεύσεων και πέντε χρόνια ταξιδιών αναψυχής στις Βρυξέλες.
ARTINEWS.GR  

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Οι κάλπες στα σχολεία



Έστω και αν είναι πολύ νωρίς για συμπεράσματα, κάποιες πρώτες εκτιμήσεις μπορούν ήδη να εξαχθούν. Άλλωστε το μέτρο απασχόλησε την εκπαιδευτική κοινότητα από την πρώτη στιγμή της λήψης του, και απ' ό,τι φαίνεται θα συνεχίσει δικαίως να την απασχολεί. Αναφέρομαι στην επιλογή διευθυντών σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που πέρα από τα αντικειμενικά μετρήσιμα κριτήρια (υπηρεσιακή κατάσταση, διοικητική εμπειρία κτλ.) εξαρτάται πλέον και από τη βούληση των συλλόγων διδασκόντων.
Η διαδικασία της ψηφοφορίας μέσα από την οποία εκφράστηκε αυτή η βούληση ολοκληρώθηκε στις 10 Ιουνίου στην περίπτωση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και στις 19 Ιουνίου στην περίπτωση της δευτεροβάθμιας και η μέχρι τώρα εικόνα δείχνει ότι δεν ξεπερνούν το 20% οι σχολικές μονάδες που αλλάζουν διευθυντή. Που σημαίνει ότι η συντριπτική πλειονότητα των μέχρι τώρα διευθυντών συνεχίζει να παραμένει στη θέση της με τη δημοκρατική πλέον νομιμοποίηση και του συλλόγου διδασκόντων.



Πολύ κακό λοιπόν για το τίποτα; Ασφαλώς, όχι.
Μια ψυχολογική ερμηνεία θα μπορούσε να αποδώσει τις περιορισμένες αλλαγές που έγιναν στο αίσθημα της σιγουριάς που εμπνέει μια ήδη δοκιμασμένη λύση, έστω και αν δεν είναι η καλύτερη, σε σύγκριση με την ανασφάλεια που καλλιεργεί μια νέα προοπτική. Η βαθύτερη όμως αιτία βρίσκεται στο νέο θεσμικό πλαίσιο που α) πριμοδοτώντας την υπηρεσιακή κατάσταση και τη διοικητική εμπειρία με δυσανάλογα υψηλά μόρια έθεσε σχεδόν εκτός μάχης αρκετούς νέους εκπαιδευτικούς και β) συνεχίζει να ρίχνει το βάρος στα αντικειμενικά μετρήσιμα προσόντα των υποψήφιων διευθυντών, επιφυλάσσοντας στη γνώμη του συλλόγου διδασκόντων έναν μειωμένο συντελεστή της τάξης του 34%. Και αυτό με τη σειρά του θα μπορούσε να εκληφθεί σαν ένα διπλό φίλτρο προστασίας μπροστά στους κραδασμούς που πιθανώς θα προκαλούσε ο νέος τρόπος επιλογής, αλλά στην πραγματικότητα δείχνει ότι η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας δεν φαίνεται ακόμη να εμπιστεύεται το κλίμα δημοκρατίας που παρ' όλα αυτά προσπαθεί να εισαγαγάγει στον τρόπο λειτουργίας των σχολικών μονάδων.
Υπάρχουν βέβαια και πρόσθετες ενστάσεις όπως όλη αυτή η βιομηχανία των διευκρινιστικών εγκυκλίων για τις λεπτομέρειες που ξέφυγαν από τον αρχικό σχεδιασμό ή κάποιες στρεβλώσεις που παρατηρήθηκαν σε ορισμένες μικρές σχολικές μονάδες όπου μία και μόνη ψήφος αποδείχτηκε ικανή για τον ορισμό διευθυντή ή αθέμιτες τεχνικές που εφαρμόστηκαν από κάποιους υποψηφίους προς άγραν ψήφων ή κυρίως θεσμικές ελλείψεις που αναφέρονται στη διατήρηση των υπεραρμοδιοτήτων του διευθυντικού ρόλου σε βάρος του συλλόγου διδασκόντων.
Τίποτα όμως απ' όλα αυτά δεν μπορεί να ακυρώσει τον θετικό χαρακτήρα της εκλογικής διαδικασίας που έθεσε εκτός διοίκησης αρκετές από τις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις ανεπαρκών διευθυντών ή διευθυντών που προσπάθησαν να μετατρέψουν τις σχολικές μονάδες σε προσωπικά τους φέουδα ή διευθυντών που κρυμμένοι πίσω από την προωθούμενη αξιολόγηση επιχείρησαν να εγκαθιδρύσουν ένα καθεστώς κατατρομοκράτησης, φίμωσης και χειραγώγησης του συλλόγου διδασκόντων. Αλλά το πιο σημαντικό απ' όλα είναι αυτή ακριβώς η εμπειρία της δημοκρατίας που έζησαν οι εκπαιδευτικοί στις 10 και στις 19 Ιουνίου, όταν για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια παραγκωνισμού και απαξίωσης κλήθηκαν κατά την παρουσίαση των υποψηφιοτήτων να συζητήσουν, να συναποφασίσουν και να επιλέξουν ανάμεσα σε διαφορετικά οράματα και στρατηγικές για τη βελτίωση της λειτουργίας των σχολικών μονάδων.
Στην τελική λοιπόν αποτίμηση θεωρώ ότι το πρόσημο είναι ολοφάνερα θετικό και μπορεί στο εξής να γίνει ακόμη πιο θετικό αρκεί αφενός η εκπαιδευτική κοινότητα να υπερασπιστεί με υπευθυνότητα το νέο μέτρο και αφετέρου η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας να βαθύνει τον δημοκρατικό χαρακτήρα του με πρόσθετες ρυθμίσεις.
ARTINEWS.GR

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Πολιτικών αφηγημάτων η συνέχεια...

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταστροφή της κακιάς Μέρκελ σε υποστηρικτή των δικών μας συμφερόντων, ενώ ο κακός Σόιμπλε εξακολουθεί μονότονα να υποδύεται τον ρόλο του κακού. Δεν ξέρω αν οι ιστορικοί του μέλλοντος αναγνωρίσουν κάποια αλήθεια σε όλα αυτά, αλλά καταγινόμενος με τη λογοτεχνία μπορώ να εντοπίσω κάποια αρχετυπικά στερεότυπα του παραμυθιού ενταγμένα στο πολιτικό αφήγημα των ημερών. Που απ' όσο διαπιστώνω δεν προωθείται μόνο από τους έξω αλλά βολεύει και αρκετούς από τους εδώ. Για να το δεχτούμε αδιαμαρτύρητα και ας είναι τίγκα στα κλισέ.

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

6. Φιλοσοφικοί στοχασμοί



Στον Γιώργο Δ.  
για τις αξημέρωτες "Περιστροφές" του Κ. Χατζή


Θαρρώ ότι έχει αρχίσει να μου σαλεύει. Διακρίνω μια σκοτεινή φιγούρα να κοντοστέκεται στην άκρη της ηλεκτρονικής οθόνης και να ζητιανεύει λέξεις. Πιάνω τον εαυτό μου να μιλάει στα χαμένα σαν να απευθύνομαι στην άδεια καρέκλα ή μου ξεφεύγουνε στα καλά καθούμενα κραυγές βοήθειας σαν να με κυνηγάει κάποιος μανιακός με έναν μπαλτά στο χέρι. Είναι μάλιστα φορές που νομίζω ότι δίνω διαλέξεις ενώπιον πολυπληθούς κοινού αποτελούμενου από ανθρώπους με ακρωτηριασμένα τα άνω και τα κάτω άκρα και με ένα πρόσωπο που μοιάζει επικίνδυνα με το δικό μου. Και όταν βαριέμαι τον ήχο της φωνής μου, δεν έχω τι άλλο να κάνω από να ανοίγω συζητήσεις.
Τις προάλλες είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον ηλεκτροκαρδιογράφο γύρω από την ευκλίδεια γεωμετρία. Στεκόταν εκεί σιωπηλός και με κοιτούσε κατάματα με αυτή την οθόνη του καρδιογραφήματος που έχει αντί για πρόσωπο. Διέκρινα στο ύφος του ένα είδος ανυπόκριτης συγκατάβασης, που το εξέλαβα σαν φιλική ή τουλάχιστον σαν μη εχθρική διάθεση. Άδραξα την ευκαιρία και του είπα.
Η έννοια της ευθείας γραμμής αποτελεί θεωρητική αφαίρεση χωρίς καμία εμπειρική επαλήθευση και πρακτική εφαρμογή στον αληθινό κόσμο. Αφού ό,τι μοιάζει να είναι ευθύ έχει πάντα μεγαλύτερες ή μικρότερες αποκλίσεις, εξοχές και εσοχές, κυρτώσεις και καμπυλότητες από την ιδεατή ευθύτητά του. Και όμως όλη η ανθρώπινη δραστηριότητα από τα οξυκόρυφα τόξα του γοτθικού ρυθμού μέχρι την κυρίαρχη αντίληψη για την σεξουαλική συμπεριφορά και από τη ρυμοτομία των δρόμων μέχρι την τακτοποίηση μιας ντουλάπας υπαγορεύεται από την γεωμετρική έννοια της ευθείας, που σε αρκετές περιπτώσεις αγγίζει τα όρια της νευρωτικής εμμονής, όπως συμβαίνει με το άλυτο πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου.

Οποιοσδήποτε άλλος δεν θα έχανε την ευκαιρία να με αποπάρει, υπενθυμίζοντας με προσχηματική διακριτικότητα τη σχεδόν ευθεία στάση που έχει το κορμί μου στο κρεβάτι, πλην της άλλης ευθείας, κατακόρυφης τούτη τη φορά, που σχηματίζεται τις πιο ακατάλληλες στιγμές στην υπογάστρια χώρα μου, αλλά ο ηλεκτροκαρδιογράφος με παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον και στο τέλος συμφώνησε με τις απόψεις μου, επικαλούμενος μάλιστα και τη δική του εμπειρία: η ευθεία γραμμή, είπε, ισούται με τον θάνατο· το νόημα της ζωής βρίσκεται στις ανώτερες και στις κατώτερες απολήξεις της καμπύλης, στις τρόπον τινά γωνίες των κυρτώσεων.
Μου αρέσει να κάνω τέτοιες βαθυστόχαστες συζητήσεις και ιδιαίτερα όταν συμφωνούν οι άλλοι μαζί μου, γιατί γλιτώνω από τον κόπο να τους πείθω ότι έχω δίκιο και από τον εκνευρισμό που μου προκαλεί η αδυναμία τους να το καταλάβουν. Γι' αυτό βαριέμαι αφόρητα τις συζητήσεις με το άσχετο κομοδίνο, που το μόνο που ξέρει να λέει είναι ότι στο εμφιαλωμένο νερό υπάρχει πολύ μικρότερη πιθανότητα συγκέντρωσης κωλοβακτηριδίων από ό,τι στο τρεχούμενο και ότι οι φρυγανιές πρέπει να καταναλώνονται το πολύ σε δύο μέρες από το άνοιγμα της συσκευασίας, και κυρίως αποφεύγω τις συζητήσεις με την άδεια καρέκλα, που από μια διαδικασία ψυχολογικής μετάθεσης ταυτίζεται πάντα με όσους έρχονται και κάθονται εκεί για να μου υπενθυμίσουν, έστω και αν δεν είναι στις προθέσεις τους, ό,τι ακριβώς στερούμαι καρφωμένος τόσα χρόνια στο κρεβάτι. Εκτός βεβαίως από τον θειο μου τον Αβράμη, που ανάμεσα στις μουγγές επισκέψεις του τον πιάνει που και πού μια ακατάσχετη φλυαρία για τα πιο παλαβά πράγματα του κόσμου: από ποιου γεροπλατάνου την κουφάλα ανεβαίνουν στη γη οι καλικαντζαραίοι, πόσες οκάδες στάρι αντέχει στην ανηφοριά ο γκαστρωμένος γάιδαρος, γιατί η τελευταία αρκούδα του Βερμίου προτίμησε να μείνει για πάντα σε χειμερία νάρκη και πότε φωτίζουν δυνατότερα της Κάρλας οι πυγολαμπίδες.
Τις περισσότερες όμως ώρες είμαι αναγκασμένος να κλείνομαι στον εαυτό μου και να σωπαίνω. Παρατηρώ τα τρίμματα από το ξεφλουδισμένο χρώμα του τοίχου να πέφτουν ανάλαφρα στο πάτωμα, στηλώνω τα μάτια στη σβηστή οθόνη του ταβανιού, ρίχνω κλεφτές ματιές στη γραμμή του ηλεκτροκαρδιογράφου και όταν μου τη δίνει επιδίδομαι σε ασυνάρτητους μονολόγους με μένα ή πιάνω μακριές συζητήσεις με τον κανέναν, μπας και ξορκίσω το τέρας της ανίας που χάσκει πάνω από το κρεβάτι μου με ολάνοιχτο το στόμα, έτοιμο να με καταβροχθίσει.
Και ίσως γι' αυτόν τον λόγο καταλήγω στην επιλογή της Κυριακής. Λέω για το τι μέρα είναι και επιλέγω, τελικά, την Κυριακή, έτσι χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο, ακόμη και αν εν γνώσει μου σφάλλω. Είναι Κυριακή, και μάλιστα αργά το βράδυ. Στην κλειστή τηλεόραση ψηλά στον τοίχο, παίζει η Αθλητική Κυριακή του Διακογιάννη και καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους το μουσικό θέμα σηματοδοτεί μια ακόμη διάψευση του σαββατοκύριακου που αρνείται πεισματικά να δώσει τη θέση του στην τσαγκαροδευτέρα.
Έχω την εντύπωση ότι από μικρό παιδί μέχρι και σήμερα ακόμη βουλιάζω και ξαναβουλιάζω στην ίδια ακριβώς διάψευση μιας βαθιά νυχτωμένης Κυριακής, που συνοδεύεται από την εικόνα της αυστηρής κυρίας Ευδοξίας, της δασκάλας μου στο δημοτικό, να με μαλώνει που για άλλη μια Δευτέρα θα με πιάσει αδιάβαστο στο μάθημα της αριθμητικής. 

Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

5. Ο θεός Πρίαπος




Κυριακή ή Δευτέρα; Αν κρίνω από τη γιατρό που με εξετάζει με το στηθοσκόπιο όση ώρα εξετάζω και εγώ – ομολογουμένως, όχι από καθαρά ιατρική άποψη – το στήθος της, κλίνω προς την επιλογή της Δευτέρας, με την επιφύλαξη της κυριακάτικης εφημερίας οπότε αλλάζουν τα δεδομένα. Θα μπορούσα βέβαια να ξεδιαλύνω τη σύγχυση, αν ακολουθούσα το τυπικό διαιτολόγιο του νοσοκομείου, ή αν μοιραζόμουνα τον θάλαμο με άλλους ασθενείς. Κρεατόσουπα τη Δευτέρα, κοτόπουλο με ρύζι την Τετάρτη, χειρουργείο την Παρασκευή, επισκεπτήριο κάθε Τρίτη και Πέμπτη, αποτελέσματα ποδοσφαιρικών αγώνων την Κυριακή και ανασκόπηση όλης της βδομάδας το απόγευμα του Σαββάτου.
Κάτι τελοσπάντων διαφορετικό, ας είναι και ασήμαντο, αλλά τουλάχιστον κάτι για να με αποσπά από αυτό το αδιάκοπο τίποτα που με βυθίζει στην αμεριμνησία της παιδικής μου ηλικίας απαλείφοντας όλες τις ελπίδες, όλες τις έγνοιες και όλες μου τις ανάγκες εκτός από μία και μόνη. Την ανάγκη να γραπωθώ σαν βδέλλα από το κορμί αυτής της σκυμμένης παθολόγου και να κουρνιάσω στην αγκαλιά της, για να με ταχταρίσει τρυφερά, να με βαυκαλίσει “νάνι νάνι το μωρό μου” και άμα ξυπνήσω να μου συλλαβίσει από την αρχή το νόημα του κόσμου: μα-μα, νε-ρο, γα-λα, κα-κα. Γιατί η μόνη γνώση για την οποία μπορώ τώρα να δηλώσω σχεδόν βέβαιος είναι: μερική μαστεκτομή. Αλλιώς δεν εξηγείται η βαθιά ουλή που διακρίνω στο αριστερό της στήθος.
Κάθεται στο κρεβάτι σκυμμένη από πάνω μου. Τα στήθη της ζουλάνε στον ώμο μου, χωρίς να ενοχλούμαι. Τα δάχτυλά της ψηλαφούν τους καρπούς, τις κλειδώσεις των άνω άκρων, τον λαιμό και τον αυχένα. Νιώθω την ανάσα της να δροσίζει ρυθμικά το κορμί μου, αναδεύοντας μέσα μου πανάρχαια ρίγη. Είμαι έτοιμος να αρπάξω το κομμένο στήθος, για να θηλάσω από την αρχή τη ζωή με την ανυποψίαστη αισιοδοξία ενός παιδιού, που βιάζεται να μπει στην εφηβική του ηλικία.
Στο μυαλό μου κάνει πιάτσα μια σεξομανής νοσοκόμα με τεράστια στήθη που τρυπώνει τη νύχτα στα κρεβάτια των ανυπεράσπιστων ασθενών της για να ικανοποιήσει τα ακόλαστά πάθη της. Ή έστω, θα συμβιβαζόμουν ακόμη και με μια σεξουαλική πράξη που θα κουβαλάει όλο το υπαρξιακό άγος της ηρωίδας του Νυμφομάνιακ που ξετίναξε τον ανήμπορο φίλο της στο κρεβάτι της εντατικής. Στην τελική, θα μπορούσα να βολευτώ ακόμη και με τη χριστιανική χειρονομία της νοσοκόμας του Τζόνι που πήρε αρτιμελής το όπλο του για να επιστρέψει από το μέτωπο ένα ακρωτηριασμένο κουφάρι χωρίς καν χέρια για να αυτοϊκανοποιείται στις ώρες της πιο μεγάλης του έξαψης.
Ανασηκώνω το κεφάλι με το στόμα ανοιχτό, τη γλώσσα βγαλμένη και όλη την ιδιωτικότητά μου εκτεθειμένη στους πιο προσωπικούς βιολογικούς της μηχανισμούς και στις πιο βαθιές ψυχολογικές της περιπλοκές, προσδοκώντας μια θετική γνωμάτευση για τη λειτουργία των αναπαραγωγικών μου οργάνων. Αλλά η εξέταση τελειώνει προτού καν φτάσει στο πιο επίμαχο σημείο, με ένα συγκαταβατικό μειδίαμα και μια γυρισμένη πλάτη που με αφήνουν ξανά στα κρύα του λουτρού.
Καλή σας μέρα λοιπόν ευγενική και διακριτική μου γιατρέ, και ας μην αποδειχτήκατε για μένα μια πολλά υποσχόμενη νοσοκόμα ή μια στοχαστική νυμφομανής ή τουλάχιστον μια αδελφή του ελέους. Αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν παρεξηγήσατε την αυξημένη κυκλοφορία αίματος στο γενετικό μου μόριο και δηλώνω ευγνώμων που επιτέλεσατε το επιστημονικό σας χρέος απέναντί μου με τη δέουσα επαγγελματική ευσυνειδησία και τηρώντας κατά γράμμα τον κώδικα της ιατρικής σας δεοντολογίας. Μπορείτε τώρα ήσυχη να πάτε όπου θέλετε σέρνοντας τα αναποφάσιστα βήματά σας, για να προσφέρετε τις ιατρικές σας υπηρεσίες και να διαψεύσετε τις ανομολόγητες προσδοκίες και των άλλων ασθενών σας ή για να επιστρέψετε στο σπίτι με το μισοκομμένο σας βυζί, τις απλήρωτες εφημερίες σας, τη μόνιμη έγνοια σας για το σύζυγο που τον τελευταίο καιρό απουσιάζει συχνά σε επαγγελματικά ραντεβού, την αυξανόμενη ανησυχία για τη μικρή σας κόρη που διανύει την περίοδο της προεφηβικής αμφισβήτησης και το ηλεκτρονικό ιστολόγιό σας, όπου φαντάζομαι ότι δεν θα παραλείψετε να εκφράσετε την υποστήριξή σας στην ενεργητική ευθανασία επικαλούμενη, χωρίς βεβαίως να παραβιάσετε το ιατρικό απόρρητο, την περίπτωσή μου ως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Εγώ, από τη μεριά μου, θα μείνω για πάντα εδώ, με ένα εξόγκωμα ανάμεσα στα πόδια σαν τα λάβαρα των ηττημένων που συνεχίζουν να ανεμίζουν καρφωμένα στο πεδίο της μάχης πάνω από τα πτώματα των υπερασπιστών τους.

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

4.Ο μπαλτάς




Θέλω να βγω από την εικόνα που με έκλεισα και πάγωσε στην οθόνη του ταβανιού μου. Με έναν μπαλτά στο χέρι, μπροστά και πάνω από την ίδια μούρη που δείχνει να απορεί. Να απορεί και να εξανίσταται για τη γραντζουνιά που κρατάει το DVD της ζωής μου στο ίδιο κατεστραμμένο track, ενώ το τικ-τακ του ρολογιού τριβελίζει το μυαλό μου με μια ενοχλητική σκέψη. Για τη ζωή που βιάζεται και φεύγει έξω από το παράθυρό ανάμεσα σε ελπιδοφόρα ανθίσματα, παρατεταμένους καύσωνες, διψασμένα πρωτοβρόχια και τις τωρινές βραδινές παγωνιές που συστέλλουν τα κόκκαλα και συμπιέζουν το κορμί μου. Και ίσως σε αυτές ακριβώς τις παγωνιές να βρίσκεται η αληθινή αιτία της ασθένειάς μου, που με την πρώτη κιόλας ευκαιρία πρόκειται να την ανακοινώσω στους ναλμπάντηδες τους γιατρούς μου. Ότι δηλαδή δεν πάσχω από εγκεφαλίτιδα, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται, αλλά από χρόνια ρευματικά λόγω του ψύχους. Γιατί με έχουν ξεχάσει χειμώνα καιρό στο νοσοκομειακό μου θάλαμο με μια παγωμένη εικόνα στο ταβάνι. Χωρίς μάλιστα να έχω στη διάθεσή μου καμιά άλλη επιλογή από το να ψάχνω στο τηλεχειριστήριο το πλήκτρο Forward, που θα σπρώξει την πλοκή για να ξετυλιχτεί το στόρι. Ας είναι και το πιο ηλίθιο. Όπως το “Αγάπη μου, συρρίκνωσα τα παιδιά” που παίζει στην τηλεόραση, με τα συρρικνωμένα παιδιά να τρέχουν σε ένα πυκνό δάσος από γκαζόν για να αποφύγουν την κουρευτική μηχανή του πατέρα τους.




Το κορμί μου συστέλλεται από την αγωνία των παιδιών και τα κόκκαλά μου μαζεύουν από την υγρασία του δωματίου. Ο ξαπλωμένος και ο ημιορθός του ταβανιού με κοιτάζουν παραξενεμένοι. Υποθέτω ότι φταίει η ανθοδέσμη που αρχίζει να μοιάζει με θάμνο. Και το κομοδίνο με ντουλάπα. Και ο θάλαμος με γήπεδο. Ή τίποτα από όλα αυτά, εκτός από μένα. “Ηλίθιε, συρρίκνωσες τον εαυτό σου” μονολογώ, ενώ ο χτύπος του ρολογιού φτάνει στα αυτιά μου με την απειλή μιας χλοοκοπτικής μηχανής σε σταθερό ρελαντί. Βάζω όλη μου τη δύναμη και τινάζομαι όρθιος, παρά τους αφόρητους ρευματισμούς. Θέλω να το βάλω στα πόδια, αλλά είμαι πολύ μεγάλος για να κρύβομαι από τον πατέρα μου.
Αρπάζομαι από τον σοβά και αναρριχώμαι κρατημένος από τις οπές του. Φτάνω επιτέλους στο ρολόι. Ώρα 11.10μ.μ. Προς στιγμήν κάνω αιώρα στα και. Σε λίγο θα αρχίσω το μονόζυγο στα παρά. Πιο μετά, όταν δηλαδή θα έρθει η στιγμή ανάμεσα στο μετά και στο προ μεσηβρίας, θα παραμείνω γαντζωμένος στο απόλυτο μηδέν, όπου σχεδιάζω να βάλω την πλάτη μου αντίσταση, για να κρατήσω τον λεπτοδείκτη σταματημένο. Στην επικράτεια του πάντα, του πουθενά και του ποτέ. Ελπίζοντας ότι θα πάψει το ύπουλο ρελαντί του τικ-τακ, για να παραδοθώ στη σιγή του θαλάμου μου, έξω από σχέδια, σκοτούρες και προσμονές, απαλλαγμένος από κακολουρδισμένα ρολόγια, ηλίθιες αμερικάνικες ταινίες και αχόρταγες χλοοκοπτικές μηχανές.
Μια ανθρώπινη μινιατούρα που ενοικεί σε νεκρό χρόνο. Σε μια ζωή που δεν βιάζεται και δεν φεύγει, έστω και αν παραμένει εσαεί παγιδευμένη στο ίδιο γραντζουνισμένο track, κολλημένη στην ίδια πάντα εικόνα, πάνω στην οθόνη του ταβανιού. Τικ-τακ, ακούω ήδη το πληκτρολόγιό μου να δίνει την ηχητική υπόκρουση, και παρηγοριέμαι με την ιδέα ότι τουλάχιστον προέρχεται από μένα. Ακανόνιστη. Νευρωτική. Αλλά από μένα.   

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

3. Τίτλοι αρχής


Συνεχίζω ακίνητος με τα μάτια στυλωμένα στο ταβάνι και περιμένω. Θα ήθελα να βάλω τα χέρια σαν χωνί στο στόμα και να αρχίσω να γιουχάρω “τα λεφτά μου πίσω, ρε χασάπη”, έστω και αν κατά βάθος νιώθω την πλήξη να με κυριεύει με την ιδέα των ανθρώπινων συμπλεγμάτων σε γεωμετρικά σχήματα μιας μεταμοντέρνας ευκλείδειας γεωμετρίας που θα γεμίσουν την οπτική μου οθόνη με εξαρθρωμένα χέρια, πόδια, λεκάνες και στήθη σαν να ήταν οι νεκροί από την Γκουέρνικα στον πίνακα του Πικάσο ή σαν τα αναλώσιμα εξαρτήματα, τα τεράστια έμβολα και τα ατσάλινα γρανάζια που βίδωνε ο Τσάρλι Τσάπλιν στους Μοντέρνους Καιρούς, ώσπου δεν άντεξε άλλο την πίεση, πήρε ανάποδες στροφές και λάσκαρε το μυαλό του.


Πάντα με τρόμαζε η εικόνα του σαλταρισμένου Τσάπλιν που τρέχει αλαφιασμένος στους δρόμους με τους προϊσταμένους βάρδιας, τους άλλους εργάτες, τους σωματώδεις αστυνομικούς και τους περαστικούς να τον κυνηγάνε, οπότε φροντίζω από μικρός να είμαι σχολαστικός στο βίδωμα και επιμελής στην κατάρτιση ημερήσιων και εβδομαδιαίων προγραμμάτων και νιώθω τώρα στα στερνά μια ιδιαίτερη ανακούφιση, που απαλλαγμένος από όλες αυτές τις εμμονές μπορώ να αφοσιωθώ απερίσπαστος στον θάνατό μου, που αδράχνω την ευκαιρία για να δηλώσω υπεύθυνα και με πλήρη γνώση των συνεπειών του νόμου ότι αν ήταν στο χέρι μου θα ήθελα να έρθει απροειδοποίητα. Σαν το αναμμένο φως του παιδικού δωματίου που το σβήνει για λόγους οικονομίας αργά τη νύχτα ο πατέρας ή σαν το μεταμοντέρνο μυθιστόρημα που τελειώνει χωρίς καλά καλά να έχει αρχίσει η πλοκή του. Έτσι απλά, χωρίς δακρύβρεκτους απολογισμούς και σιωπηλούς μονολόγους σε αυτήν την άσκοπη εφημερία της γραφής.
Είναι μάλιστα στιγμές που ζηλεύω τις αγριάδες των πολυσύχναστων πεζοδρομίων που ξηραίνονται πατημένες από τους περαστικούς, τις αποκεφαλισμένες κότες που τρέχουν πανικόβλητες για να ξεφύγουν, τις πάπιες που πέφτουν με σπασμένα φτερά και πνίγονται στα νερά της λίμνης, αλλά ακόμη πιο πολύ ζηλεύω τους απεργούς πείνας από το πείραμα της Μινεσότα που απαθανάτισε ο φακός σκελετωμένους αλλά χαμογελαστούς με αυτή τη θρησκευτική βεβαιότητα ότι όπου να 'ναι θα τους δεξιωθεί ο Θεός στο επουράνιο βασίλειό του, γιατί αρνήθηκαν να πάρουν τα όπλα κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου.
Αλλά εγώ που δεν έχω καμία θρησκευτική πίστη για να στεγάσω τις βολικές ψευδαισθήσεις μου και συνεχίζω να αντιλαμβάνομαι ολοκάθαρα την κατάστασή μου, πετυχαίνω πολύ συχνά τον εαυτό μου να βυθίζεται σε φιλοσοφικούς στοχασμούς για τις διαφορές που χωρίζουν το ανθρώπινο ον από τα φυτικά είδη, έστω και αν το μόνο που θέλω πλέον να κάνω είναι να καθίσω στο πάτωμα με γυρισμένη την πλάτη στην πόρτα, συγκεντρώνοντας όλους τους βιολογικούς μηχανισμούς στη λειτουργία της αναπνοής ή να φωτογραφηθώ χαμογελαστός από μια καλλίγραμμη παθολόγο, επιδεικνύοντας τον σκελετωμένο θώρακα με τα εξογκωμένα κόκκαλα, ή να μαζευτώ φοβισμένος σε μια γωνίτσα του πατρικού μου ξενώνα – αν βγήκα ποτέ από κει.
Γιατί όσο περνάνε οι μέρες ξαναβρίσκω τον εαυτό μου στον ίδιο ακριβώς χώρο, όπως τα φαρμακωμένα σκυλιά που επιστρέφουν στη φωλιά τους για να ψοφήσουν. Ανοίγω τα μάτια κι είναι όλα όπως τα θυμάμαι. Το διπλό κρεβάτι στο κέντρο, δεξιά και αριστερά τα κομοδίνα, κατά μήκος του τοίχου η φοβερή ντουλάπα με το τέρας, απέναντι η μακριά κουρτίνα, πάνω από το κρεβάτι η αγιογραφία του Χριστού που ευλογεί τους πιστούς και αντίκρι το γενεαλογικό μου δέντρο σε χρονολογική διάταξη από μια παμπάλαια φωτογραφία του προπαππού μου στην κορυφή μέχρι κάποιους άμεσους συγγενείς στη βάση. Άπαντες απόντες.
Και αν υπάρχει κάτι πέρα από τις ιδιωτικές κινηματογραφικές προβολές που μου δίνει ευχαρίστηση είναι να σκαρώνω βουβές ιστορίες με τα πρόσωπα των κάδρων. Ότι τάχα η μεγαλύτερη αδελφή του πατέρα μου δεν πέθανε από την πείνα στην Κατοχή αλλά από τα κακομαγειρεμένα φαγιά της γιαγιάς μου ή ότι η Αυριανή που συνήθως κρατούσε στα χέρια του ο άκληρος αδελφός του παππού μου, που τον υιοθετήσαμε σαν παππού, ήταν απόκρυψη για το Playboy που έκρυβε εντός της ή ότι ο αραμπάς με τα παιδιά του χωριού που γυρόφερνε στην πλατεία ο θειος μου ο Αβράμης έχει αεροθούμενα φτερά και όταν τελειώνω τη μυθοπλασία συνηθίζω κατά πώς διδάχτηκα στο δημοτικό να συμπυκνώνω το δίδαγμα με την ερώτηση “τι θέλει να πει ο ποιητής;”, που καταλήγει πάντα στο ίδιο άδειο κάδρο του τοίχου.
Οπότε νιώθω ξανά την αναπνοή μου να κόβεται από το φρακαρισμένο δίφραγκο και παρακούοντας τις εντολές του ιατρικού επιτελείου που με παρακολουθεί βάζω χωρίς επιτυχία όλες μου τις δυνάμεις για να πάρω πιο αναπαυτική στάση στο κρεβάτι, αφού η οθόνη έχει επιτέλους γεμίσει αλλά όχι με τον Τσάρλι Τσάπλιν ή τον Μπάστερ Κίτον ή τον Χοντρό Λιγνό ή τουλάχιστον με ερωτικά συμπλέγματα, που όσο τα ανακαλώ στη μνήμη έχω κάτι ανεξήγητες για τους γιατρούς στήσεις, αφού δεν υπάρχει, όπως τους άκουσα να σιγομουρμουρίζουν, προηγούμενο στη σχετική βιβλιογραφία – τίποτα λοιπόν από όλα αυτά, παρά μόνο με μια στατική εικόνα:
Δύο άνθρωποι. Ο ένας ξαπλωμένος και ο άλλος στα γόνατα από πάνω του ημιορθός. Ο ξαπλωμένος έχει τεμαχισμένα τα άνω και κάτω άκρα και ο από πάνω κραδαίνει έναν μπαλτά. Έχουν και οι δύο στραμμένο το βλέμμα στον φακό με ένα ύφος ενόχλησης για την αδιακρισία της κάμερας. Εστιάζω στα πρόσωπα, με τον φόβο ότι θα αναγνωρίσω τον εαυτό μου εις διπλούν, χωρίς μάλιστα να έχω ακόμη αποφασίσει με ποιον από τους δύο ρόλους θα ήταν καλύτερα να ταυτιστώ.
Για την ώρα αρκούμαι στον ρόλο του παρατηρητή, αλλά αγνοώ για πόσο ακόμη.