Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΛΥΚΕΙΟ ΣΗΜΕΡΑ


Το νέο πλαίσιο διδασκαλίας και αξιολόγησης – Η Τράπεζα Θεμάτων
Η διδακτική πρακτική

Ενημερωτική συνάντηση για φιλολόγους

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014, στις 7 μ.μ.




Από το 2011 έχουν γίνει μεγάλες αλλαγές στα Προγράμματα Σπουδών της Α΄ Λυκείου για τα φιλολογικά μαθήματα, κυρίως στα Αρχαία, τη Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, καθώς και στον τρόπο αξιολόγησής τους. Το 2012 υπήρξαν τροποποιήσεις και δόθηκαν νέες οδηγίες στα Αρχαία και τη Λογοτεχνία, ενώ από το 2013 καθιερώθηκε νέος τρόπος αξιολόγησης με βάση Τράπεζα Θεμάτων, η οποία εφαρμόστηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 2014.

Το ΟΞΥΓΟΝΟ και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ διοργανώνουν ενημερωτική συνάντηση για τους φιλολόγους, με στόχο την ενημέρωσή τους για τους νέους τρόπους διδακτικής και αξιολόγησης και με βασικούς άξονες:
  • το νέο πλαίσιο διδασκαλίας και αξιολόγησης των φιλολογικών μαθημάτων,
  • τις προδιαγραφές και απαιτήσεις της Τράπεζας Θεμάτων,
  • μεθοδολογικές οδηγίες και εργαλεία, νέες διδακτικές πρακτικές και κριτήρια αξιολόγησης για εκπαιδευτικούς και μαθητές σε όλα τα φιλολογικά μαθήματα.

Την ενημέρωση θα κάνουν οι φιλόλογοι Αντώνης ΜπιτσιάνηςΔημήτρης Σφακιανάκης και Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, συγγραφείς των νέων εκπαιδευτικών βοηθημάτων για την Α΄ Λυκείου.

Σας περιμένουμε την Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014, στις 7 μ.μ., στο ΟΞΥΓΟΝΟ (Ολύμπου 81, Θεσσαλονίκη), για να συζητήσουμε για τα παραπάνω ζητήματα, να προβληματιστούμε και να ανταλλάξουμε απόψεις.

Θα δοθούν στους εκπαιδευτικούς δωρεάν εκπαιδευτικά βοηθήματα Λυκείου.

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ
ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΔΗΛΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
ΘΑ ΤΗΡΗΘΕΙ ΣΕΙΡΑ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ

Δηλώσεις συμμετοχής στο e-mail: info@oxygono-metaixmio.gr (με την ένδειξη ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΦΙΛΟΛΟΓΟΥΣ). Απαραίτητα στοιχεία: ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο, e-mail.

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Ψάχνω μια ακόμη λέξη


Ψάχνω μια λέξη” ονόμασα τη συμμετοχή μου στο πνευματικό μνημόσυνο της Έλλης που διοργάνωσε ο Πάνος το 2009 στην Κατερίνη, για να καταλήξω στην έννοια της γλυκύτητας εντός της οποίας έκλεισα τη δική μου, μικρή ομολογουμένως, εμπειρία από την Πετρίδου-Εμμανουηλίδου. 
Πέντε χρόνια μετά βρίσκω τον εαυτό μου στην ίδια δύσκολη θέση: να ψάχνω μια ακόμη λέξη. Για τον Πάνο, τούτη τη φορά.


Τον θυμάμαι πάντα κάτω από το κιόσκι. Στην κορυφή του Κούκου. Να αγναντεύει από ψηλά τη φωτισμένη Θεσσαλονίκη. Ήρεμος και εκρηκτικός. Διαλλακτικός και απόλυτος. Συγκαταβατικός και εμμονικός.  Χειρώνακτας και διανοούμενος. Ιεροψάλτης και αριστερός.
Που πάει να πει, μια διαρκής αντίφαση σε μόνιμη αντίστιξη με το χωριό που επέλεξε για τελευταίο ερημητήριό του. Χρειάστηκε πολύς καιρός να καταλάβω το πώς και το γιατί – και τώρα που το σκέφτομαι ίσως και να 'ταν το τίμημα της δικής μου ωρίμανσης, που μέχρι να 'ρθει μού στέρησε πολλές τέτοιες συναντήσεις κάτω από το κιόσκι.
Όχι ευθείες γραμμές ούτε αμβλείες γωνίες ούτε γεωμετρικοί κύκλοι· ένα ατέλειωτο ζικ ζακ οι σημαντικοί άνθρωποι, μια λαβυρινθώδης διαδρομή, μια ακανόνιστη πορεία. Κι όχι σε ασφαλτοστρωμένες λεωφόρους και σε εθνικές οδούς αλλά σε σκονισμένους χωματόδρομους και απόκρημνα μονοπάτια. Δεν γίνεται, αλλιώς. Ο κανόνας της αριστοτελικής μεσότητας βρίσκει εδώ την πιο ισχυρή διάψευσή του: απ' την παραβίαση της μεσότητας τελεσιουργείται η πνευματική δημιουργία και σμιλεύεται η ανθρώπινη αξία.
Πάντα επ' ωφελία μας.
Γι' αυτό ακριβώς στεκόμουν μπροστά στον Πάνο σαν αμήχανο μαθητούδι. Μάθαινα απ' τα βιβλία, μάθαινα απ' τα λόγια, μάθαινα απ' τις σιωπές, μάθαινα απ' τις ιδιοτροπίες του. Γιατί ήταν δάσκαλος. Και στα γραφτά και στη ζωή. Και μάλιστα μέχρι στα πολύ στερνά, ακόμη και στα πιο δύσκολα. Θυμάμαι τον αμίλητο πόνο που τον κατέτρωγε στη διάρκεια της ασθένειας της Έλλης και την αξιοπρέπεια με την οποία αντιμετώπισε τη δική του ασθένεια. Όπως δεν πληροφορηθήκαμε τίποτα για την Έλλη, έτσι δεν πληροφορηθήκαμε τίποτα για τον Πάνο. Όχι από μικροαστική ψωροπερηφάνια. “Δεν ήθελα να βαρύνεστε με τα δικά μας” μου εκμυστηρεύτηκε κάποτε. Κι είμαι απολύτως βέβαιος για την ειλικρίνειά του.
Λεβεντιά, λοιπόν. Να 'τη η λέξη που 'ψαχνα και βγήκε τελικά αβίαστα. Μια ασκητική λεβεντιά σε όλα του που βρήκε αντιστάθμισμα στη γλυκύτητα της Έλλης. Μια ακόμη αντιθετική ζεύξη, απ' όπου προέκυψε το πιο ταιριαστό ζευγάρι που γνώρισα ποτέ. Όπου ο ένας συμπλήρωνε και βελτίωνε τον άλλον. Αχώριστα. Τόσο που δεν μπορούσα να σκεφτώ τον Πάνο έξω από την Έλλη και την Έλλη έξω από τον Πάνο κι όταν αυτό συνέβη αμετάκλητα είδα για πρώτη φορά τον Πάνο γκρεμισμένο. Αλλά πάντα όρθιο.

Ψάχνω λοιπόν μια ακόμη λέξη και σκέφτομαι ότι πληθαίνουν τα ψαξίματα τελευταία. Ήδη από εκείνη την ομάδα του Μεταίχμιου στην εκδήλωση της Λάρισας κάπου στις αρχές του 2000 αριθμούμε τρεις γοερές απώλειες. Τον Θανάση Σιαμανλή, την Έλλη Πετρίδου-Εμμανουηλίδου και τον Παναγιώτη Εμμανουηλίδη, αλλά ειδικά για τους δυο τελευταίους που είχα την τύχη να τους γνωρίσω καλύτερα, νομίζω ότι δικαιούμαι να βαθύνω στο ιδιωτικό μου λεξιολόγιό το περιεχόμενο της λεβεντιάς και της γλυκύτητας με την δική τους εικόνα. Γιατί υπήρξαν δυο αθόρυβοι μαχητές που αντιστάθηκαν με το παράδειγμά τους στη δειλία και στη σκληρότητα που δυστυχώς μας κυριεύει. Μέρα με τη μέρα. 

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Τον απάτριδα











1923, Απτουραχμανλή,
περιφέρεια Ακ ταγ Μαδέν, Πόντος

… Πατρίς. Της πατρίδος, τη πατρίδι, την πατρίδα. Την πατρίδα μου. Ναι, την πατρίδα μου… Εκ του πατήρ. Αρσενική φύτρα, θηλυκό γέννημα. Πατέρας και μάνα μαζί.
Ψέματα. Ούτε πατέρας ούτε μάνα. Ορφανά εμείς…

Φέρνει ξανά μια γύρα το σπίτι. Πλιθόκτιστο, δύο δωμάτια μπροστά, η κουζίνα από πίσω. Στο πλάι αποθή­κη, στάβλος, κοτέτσι. Το μέρος δέκα μέτρα απόσταση, στο ανάμεσο πηγάδι και τουλούμπα. Μανταλω­μένα παρα­θύρια, αμπαρωμένες πόρτες, τα κου­βαλητά εξαφα­νισμένα, τα ακούνητα και τα βαριά στη θέση τους. Νοικοκύρης από πάντα, προκομμένη κι η κυρά του, είχε να λέει όλο το χωριό, τι σπίτια, τι συγυρίσματα, τι μαντριά, τι αυλές, τι χωράφια. Έτσι ήξερε, έτσι έκανε. Γιατί, δηλαδή, να αλλάξει τώρα; Ως και για τις κότες προνόησε, φρέσκο νερό και σκορπισμένο στάρι, σαν κάθε μέρα.
Μπαίνει πάλι στο σπίτι, να δει για τελευταία φορά. Σκοτάδι και σιωπή ζευγαρώνουν με τη στεναχώρια του. Αλλόκοτες μορφές αντίκρυ απ’ την καντήλα σκαρφα­λώνουν στον τοίχο, ανεβαίνουν στο ταβάνι, ρίχνονται στο πάτωμα. Ζεματάει το λάδι και τσιρίζουν.
Βγαίνει έξω. Στέκεται και κοιτάει. Λέει να κρατηθεί. Πρέπει να κρα­τηθεί. Λευτερώνει ένα στεναγμό να ξεθυ­μάνει. Υγρός και βραχνια­σμένος ακούγεται, σαν ψυχοφι­λητό πνιγμένου θρήνου. Σφαλίζει την εξώπορτα και βά­ζει κλειδωνιά. Κρύβει το κλειδί κάτω απ’ το πιατάκι της γλάστρας, στο παραθύρι το δεξί. Βασι­λικός και μοσχο­βολάει. Πού ξέρεις; λέει από μέσα του ψέματα να παρη­γορηθεί.

… Κλειδί. Εκ του κλειδίον, εκ του κλεις, εκ του κλείω. Όθεν κλειδωνιά, κλείθρο, κλεισούρα, κλειδώνω. Κλειδώ­νω την πόρτα, που λέμε, ήγουν σφαλίζω το σπίτι μου.
Να ’ρθουν μετά οι άλλοι και να το ’βρουν νοικοκυρε­μένο. Να μην έχουνε να λένε…

Όλο του το βιος, στον αραμπά φορτωμένο. Δυο γελά­δια, τέσσερα παιδιά, το μεγάλο, ο Πετράκης, σακάτικο το έρμο, πάνε τρία χρόνια που το ’παθε, ένα κορίτσι, η γυναίκα, κατιτί νοι­κοκυρικά. Είκοσι χρόνια δουλειά και ξανά δουλειά. Σχολείο και χωράφια, χωράφια και σχολείο. Μισός αραμπάς το φόρτωμα. Το άλλο μισό η οικογένεια. Αναστενάζει. Σέρνει τα ζωντανά ως το δρόμο.
Αντίκρυ, τριάντα μέτρα απόσταση, ο Τούρκος. Χασάν το όνομα. Γυναίκα, παιδιά, Χασάν έξω απ’ το σπίτι με τα χέρια σηκωμένα. Στέκεται και βλέπει. Από γεννη­σιμιού τους γειτόνοι, όλη μέρα τα παιδιά τους παιχνίδια και μαλώματα, κακή κουβέντα δε γύρισε ο ένας στον άλλο. Φίλος καρδιακός, φίλος αχώριστος, και ας το ’χανε σκοπό Θεοί και δαίμονες να τους χωρίσουν.

… Φίλος, ήτοι αγαπημένος, καθότι εκ του φιλώ, ήτοι αγαπώ. Όθεν φιλία, φιλί, φίλτρον. Φιλίων ή φίλτερος, φίλτατος.
Ο Παύλον, ο Χάλον, ο Γιάννες και ο Χασάν φίλτατοι. Οι τρεις στο χώμα, ο τέταρτος ξωπίσω. Κρατιέται, άραγε, φιλία ανείδωτη;

Καταπίνει το σάλιο του, κλείνει το φράχτη και ανε­βαίνει στον αραμπά.
«Χάιτε», φωνάζει δυνατά να κρύψει το βράχνιασμα και χτυπάει τα λουριά.
Πορεία για πλα­τεία. Στ’ αξημέρωτα ακόμα το πρωινό, σκοτάδι και φως ανάκατα, αλλά όλο το χωριό στο πόδι σηκωμένο. Όχι όπως το ’χαν από πάντα συνήθειο, χωρά­φια, αμπέ­λια, Αύγουστος μήνας, που πήγαινε άλλος θέ­ρισμα, άλλος τσάπισμα, άλλος πότισμα, στα ξανάμματά του το μερο­δούλι. Τώρα, πρόσωπα αγέλαστα, μάτια φου­σκωμέ­να, κε­φάλια κατεβα­σμένα, βήμα βαρύ, σερνάμε­νο. Μαγνή­της από κάτω το χώμα και τραβάει.
Ανταλλαγή τούς είπανε αλλά στα αλήθεια φευγιό με το ζόρι. Παίρνεις τους από δω, τους πας εκεί, κουβαλάς τους από κει, τους βάζεις εδώ. Λες και παιχνίδι. Ρίχνεις μια πατρίδα και στήνεις άλλη. Δίνεις και παίρνεις, δηλαδή. Δίκαια πράματα, νοικοκυρεμένα, με υπογραφές και τα τοιαύτα. Όλοι ευχαριστημένοι.
Δέκα μέρες τώρα, από στόμα σε στόμα, όπου και αν καθίσεις, μ’ όποιον και αν βρεθείς τα ίδια και τα ίδια. «Σο μέρωμα απάν τη Παναΐας, σην πλα­ταίαν»… «Σο μέρωμα απάν τη Παναΐας, σην πλα­ταίαν»… «Σο μέρωμα απάν τη Παναΐας, σην πλα­ταίαν»… Αυτό και μόνο. Τίποτα άλλο, σα να το ’χουν συμφωνημένο ως εκεί να φτάνει ο λόγος. Παραπάνω και να ’θελαν δεν πάει. Καρφιά οι λέξεις και μπήγονται βαθιά στο κεφάλι τους. Όσο λιγότερες τόσο το καλύτερο. Τι, γιατί, πού, πώς αμίλητο και ας ξέρουν. Από Απτουραχμανλή, περιφέ­ρεια Ακ ταγ Μαδέν, πορεία προς Άγκυρα, ύστερα τρένο για Κωνστα­ντινούπο­λη, κατόπι βαπόρι για Ελλάδα. Για τα μετά, πού να ξέρουν; Τους γύρεψε κανένας λόγο; Τους έδωσε κανένας λογαριασμό; Τίποτα. Να φύγουν, τους είπαν. Μόνο αυτό. Να φύγουν. Γιατί, λέει, δεν τους θέλουνε εδώ και να πάνε στην πατρίδα τους. Πού; Στην πατρίδα τους…
Φτάνει στην πλατεία. Έχει ακόμα περίσσεμα, ώσπου να φύγουν. Αράζει τον αραμπά σε μια άκρη, τα παιδιά ξυπνητά, ανυποψίαστα ακόμα, το ’χουν πάρει για παιχνίδι, μόνο ο Πετράκης δείχνει να καταλαβαίνει. Παίρνει τη Σταυρούλα, τη γυναίκα του, και πάει με τα πόδια. «Αγλήορα», φωνάζει νευριασμένος, «πορπά, λέω σε».
Στροφή αριστερά, εκατό μέτρα παρακάτω, σταμάτημα. Μπροστά ό,τι απέμεινε απ’ ένα αλλοτινό σπίτι, κάποτε το ’χαν για το αρχοντικό του χωριού, δυο όροφοι, κεραμίδι από πάνω, μεγαλεία και θάματα. Τώρα ταράτσα μισογκρεμισμένη, καλαμιές ξεσκέπαστες, παρά­θυρα ξε­χαρβαλωμένα, πλι­θιά λιωμένα, τοίχοι φαγωμένοι απ’ τη βροχή. Ερείπιο κανονικό, όρθιο χάλασμα, πνιγμένο από τα χορτάρια, τους κισσούς και τα αγριόδεντρα.
«Δεξαμέντσα!» φωνάζει. Τίποτε. «Δεξαμέντσα!» επι­μένει. Τίποτε. Σπασμένη η πόρτα και μπαίνει μέσα, ένα δωμά­τιο στο βάθος, η σόμπα στο κέντρο, μπροστά η νουνά του, γέρικη βαλανιδιά πελεκημένη απ’ το χρόνο. «Φαΐν εφτάω τη Γιάννε», λέει χωρίς να γυρίσει να τους δει.
Ο Γιάννης, το στερνο­παίδι. Λεβεντάντρας, δυο μέτρα ίσαμε κει πάνω. Απ’ τους πρώτους ανεβασμένος στο βουνό. Σα χάθηκε ο μεγάλος του ο αδελφός στα αμελέ ταμπουρού, πήρε απόφαση να κάνει φυγόστρατος. Σιγά-σιγά μαζεύτηκαν πολλοί. Σήκωσαν κεφάλι. Τα ’βαλαν με την Τουρκιά. Όπου μάχη και ο Γιάννης πρώτος. Δυο τρεις φορές τα πήγανε καλά. Ύστερα τους πήραν στο κατόπι και πού να κρυφτούν.
Πάει χρόνος που έπεσε. Μια βδομάδα τον κρατούσαν κρεμασμένο και ύστερα πήραν απόφαση να τον αφήσουν άθαφτο. Οστά και κρανίο, πεταμένα από δω και από κει. Μεγάλο μνήμα πια ο Πόντος, τάφος ανοιχτός, ξεσκέ­παστοι οι νεκροί, προδομένοι… παρατη­μένοι… άκλαυτοι… Η γριά απ’ τη μεριά της σαν τον είδε ριγμένο κάτω, μες στα αίματα και τις μυρωδιές, σαπι­σμένο και σκουλι­κιασμένο κουφάρι πια, δεν ήθελε να πιστέψει. Στο ίδιο μέρος κάθε μέρα φαΐ, νερό, και μια φορά την εβδομάδα αλλαξιές. Έστελνε ο Στέλιος στα κρυφά το δευτερότοκο, τα ’παιρνε και τα γυρνούσε πίσω. Να ’χει η γριά να ξεγελιέται.
Σαν της είπε για το φευγιό, από μέρες πριν, τον κοί­ταξε σαστισμένη, μπέρδεψε τα λόγια της και πήγε την κουβέντα ξανά στο Γιάννη. «Ποίος α μαϊρεύ ατον;» ρώ­τησε απορημένη. Αγύριστο κεφάλι, δεν έπαιρνε από λόγια. Βρισιές και κατάρες, το ευχαριστώ. Απόειδε και τι να κάνει, δυο γελάδια, πόσους να αντέξουν, αβοήθητοι ανθρώποι, πέντε μικρά στον αραμπά, το ’να τους ανάπηρο, δυο αυτοί εφτά. Και γιατί, παρακαλώ, να φορτωθεί αυτός την ευθύνη, όταν τα μισά ανίψια της δήθεν που δεν ξέρουν, και οι άλλοι οι μισοί δήθεν που δεν μπορούν; Σαλεμένα τα ’χε κιόλας η γριά, βαριά άρρωστη καταπώς φαινόταν, κρεβατω­μένη τον περισσό­τερο καιρό, και πού να την τρέχουνε με το ’να το ποδάρι στον τάφο, δεν το ’θελε αφού. Πήγε να συμβουλευτεί τον παπά. Απόφαση να την αφήσουν. Πέτρωσε την καρδιά του. Έτσι και αλλιώς τη συνείδησή του την είχε καθαρή.
Πλησιάζει. Ούτε που να τη δει κατάματα. Σκύβει και φιλάει το χέρι της. Σκύβει από πίσω κι η Σταυρούλα. Τους χαϊδεύει στο κεφάλι. Το χρέος τους το έκαναν. Την αφήνουν και φεύγουν.

… Αφήνω. Εκ του αφίημι. Αόριστος, όχι ο κανονικός, ο άλλος ο… πώς τον είπαμε ο… βου, ο αόριστος ο βου, αφήκα, μέση φωνή αφείμην, παρακείμενος αφεικα και αφειμαι, μετοχές αφεικώς και αφειμένος.
Εγώ αφηκώς, ένας Γιάννες, μια νουνά, μια πατρίδα αφειμένοι…

Πάνω στο ξεκίνημα τούς προλαβαίνουν. Κάτι λέει ο παπάς, γυρίζει, τους βλογάει, κάνουν το σταυρό τους. Εξήντα πέντε οικογένειες, κοντά τριακόσιες ψυχές. Με τάξη και με οργάνω­ση. Στην κεφαλή ο παπάς, δίπλα του ο μουχτάρης, παραπίσω με τη σειρά τα σόγια. Όχι που θα ξεχνούσαν τη σειρά, δηλαδή. Καθένας τους εκεί που αξίζει. Απ’ τους καλά κρατούμενους στους άλλους. Με γκαμήλες και δυο και τρεις άμαξες στην αρχή, με άλογα, γαϊδούρια και γελάδια από πίσω. Στεί­λανε να φωνάξουνε και ελόγου του. Δάσκαλος άνθρω­πος, για μπροστά μαζί τους, μήνυσαν, ταιριάζει. Αρνήθη­κε. Δεν τα ’θελε τα αρ­χηγι­λίκια.
Δίνουν σινιάλο. Ημέρα Τρίτη, στην ανατολή του ο ήλιος, λίγα σύννεφα μπροστά απ’ τις πρώτες αχτίνες, στα κόκκινα βαμμένος ο ορίζοντας, και η δροσιά να ξεκολλάει πηχτή, δάκρυα ασκούπιστα πεσμένα κάτω. Γύρω-γύρω να μοσχοβολά ο τόπος, να πνίγεται στο πράσινο, να αντιβουίζει απ’ τα κελαηδήματα η πλαγιά, στο ξημέρωμά της μια καινούρια μέρα, χαρά Θεού με τα όλα της, αλλά αυτωνών η ψυχή μες στη μαυρίλα και τη στεναχώρια. Λες και δυο φορές τον γυρίζουν εδώ τον επιτάφιο. Και ακόμα χειρότερα.
Δεξιά το σχολείο. Δέκα φουρνιές μαθητών ξεστρά­βωσε κει μέσα. Σχολιαρούδια τα ’παιρνε και ανθρώπους κανονικούς τα ξεσκόλιζε. Όλα απ’ τα χέρια του περα­σμένα, αίθουσες, θρανία, αυλή, χάρτες, πίνακες. Να ’χουν να μαθαίνουν, να ανοίξουν τα μάτια τους, να προκόψουν στη ζωή τους. Είχαν να λένε για το σχολείο του – τάξη, καθαριότητα, όργανα, αίθουσες -, πρώτο απ’ όλα στην περιφέρεια. Τώρα τέσσερις τοίχοι, στητοί, κούφιο κέλυφος, σώμα αδειασμένο απ’ τα αερικά του, όρθιο ξεψύχισμα, καλοσαβανωμένο και άθαφτο.

… Σχολείο. Εκ του σχολή. Ορθότερα, το σχολείον. Κλίση, όπως το χωρίον - ποιο χωρίον δηλαδή… Όθεν σχόλη, ε ρε κάτι πανηγύρια εδώ, όθεν σχόλασμα.
Από καιρό ξεσχολημένοι εμείς, στα τωρινά για τα καλά, για τα καλά σχολασμένοι.

Σφραγίζει τα μάτια, να μη βλέπει. Πήχτρα το σκοτάδι και ησυχάζει όσο να ’ναι. Ύστερα να σου τους ολοζώντανοι μπροστά του ο Παύλος, ο Χά­λος, ο Γιάννης. Στημένοι απέναντι, θεριά ανήμερα, κλαμένοι. Ξανανοίγει τα μάτια να γλιτώσει το λογάριασμα.
Σπίτια από δω, σπίτια από κει. Αυλές και περιβόλια. Πιο κάτω, ένα άνοιγμα. Το ηρώο. Πρόχειρη κατασκευή. Συρ­μάτινη περίφρα­ξη, κάτι δεντράκια δεξιά και αριστε­ρά, μερικά κομμάτια από μάρμαρο στο κέντρο. Τότε είχαν ακόμα ελπίδες. Τότε ακόμα πίστευαν. Τότε…, αλλά πόσος καιρός από τότε; Δύο χρόνια; Τρία; Τέσσερα; Ποιος ξέρει; Γιατί να ξέρει; Τρεις χιλιάδες χρόνια στο άψε σβήσε, τα δυο και τα τρία και τα τέσσερα θα τους σκοτίζουν; Επι­γραφή: «Εις τους ήρωας του Πόντου».

… Πόντος, ήγουν ανοιχτή θάλασσα. Ο Ιάσονας και ο άλλος με το φανάρι, ο Διογένης, ο Στράβωνας με τη Γεωγραφία. Αυτοκρατορία Τραπεζούντας. Οι Τούρκοι από κοντά, οι Τούρκοι από γύρω, οι Τούρκοι από παντού. Πεντακόσια χρόνια στο ζυγό. Θες θρησκεία, για πάλι θες γλώσσα; Το μακέλεμα απ’ το ’14 και δω. Τώρα ο ξεριζωμός.
Όχι…, όχι ανοιχτή θάλασσα… Πρώτα ανοιχτή χαρά, ύστερα ανοιχτή πληγή, τώρα ανοιχτός θρήνος...

Βγαίνουν απ’ τα τελευταία σπίτια. Δρόμος κατηφο­ρικός, στροφή δεξιά και ύστερα άφαντο το χωριό. Γυρ­νάει μια τελευταία φορά να δει, να ’χει να θυμάται. Στο ύψωμα, απάνω απ’ το δρόμο, μαύρη σκιά στεκάμενη. Κοιτάει και δεν καταλαβαίνει. Σταματάει το κάρο. Ξανα­κοιτάει. Καταλαβαίνει. Η νουνά του.
Στην αρχή ακούνητη και κοκαλωμένη. Σα να ’ναι ψεύτικη, έτσι ήσυχη που κάθεται μες στο κακό, άγαλμα, σκιάχτρο κανονικό, όπως αυτά που έχουν στους μπαξέδες. Ύστερα, χύνεται κάτω, δαιμονισμένο ξωτικό που σπαράζει απ’ το κακό του. Στριφογυρίζει απάνω στο χώμα, σβαρνιέται στα βάτα και στις πουρναριές. Στριγκλίζει, βρίζει, καταριέται, παρα­καλάει. Κλαίει. Τους νεκρούς της ονομάζει, με τους ζωντανούς τα βάζει. Πιάνει και σέρνει μοιρολόγι. Το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα, τα χέρια γροθιές απάνω στο κεφάλι. Στο τέλος, σηκώνεται. Κουρέλια απάνω της τα ρούχα, τα μαλλιά ανάκατα χυμένα. Ξανά ακούνητη και κοκαλωμένη. Και μαύρο και κόκκινο και άσπρο. Ρούχα, αίμα, μαλλιά. Υψώνει το χέρι. Στάση αποχαιρετισμού.
Λέει να κρατηθεί. Πρέπει να κρατηθεί. Τα παιδιά όρθια στον αραμπά κοιτάνε να καταλάβουν. Πέντε από δαύτα έχει να διαφεντέψει, το ’να τους λειψό το έρμο, και μια η γυναίκα του έξι νομάτοι. Μην τον δουν να λυγίζει. Από μικρός έμαθε το κρύψιμο. Απ’ έξω πετρωμένος και από μέσα ας τον δουλεύει ο καημός. Πάνω που πήγαινε να σπάσει, το ’χε συνήθειο να γυρίζει αλλού το νου του. Απ’ αριθμητική έτσι και έτσι, το ζόριζε, το ξαναζόριζε, μέτρια πράγματα, αλλά από γραμματική και ιστορία πρώτος. Ολόκληρη Σχολή Καισάρειας έβγα­λε, μιλούσε και κατιτί ξένα. Για το προξενείο στη Σμύρνη τον είχανε, υπάλληλο τον έταξαν, αλλά αυτός όλο κει, στο χωριό του κολλημένος. Και ποιο χωριό, δηλαδή; Τρύπα ανοιχτή στη μνήμη το Απτουραχμανλή. Άπατρις.

… Άπατρις, ήγουν ανέστιος. Του απάτριδος. Τω απάτριδι. Τον… τον… απάτριδα. Κατά το πατρίς. Όχι, επίθετο είναι. Τρίτη κλίση. Ο, η άπατρις, τον άπατρι. Τρία γένη και δύο καταλήξεις. Ωραία. Δηλαδή, κατά το εύελπις - τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Άρα, τον άπατριν. Σωστά, τον άπατριν.

Το λέει και το ξαναλέει να το στεριώσει καλύτερα στο μυαλό του.

…Τον άπατριν… Τον άπατριν… Τον άπατριν…

Κόμπος δένεται στο λαιμό του. Σφίγγεται να κρατη­θεί. Δυσκολεύεται να αναπνεύσει.

… Άι σιχτίρ! Βρε άι σιχτίρ και η γραμματική σου και όλα σου. Λέγεται ο καημός κρυμμένος πίσω από ένα ν; Όχι δε λέγεται. Δε λέγεται. Τον απάτριδα… Τον απάτριδα… Τον απάτριδα… Να ακούγεται το α, να λευτερώνεται ο λαιμός, να βγαίνει έξω η στενοχώρια. Δε βαστιέται άλλο κλεισμένη μέσα.


«Χάιτε», φωνάζει και ξαναπαίρνουν το δρόμο.

Παναγιώτης Χ., 
Τρεις μνήμες και δύο ζωές, Μεταίχμιο, 2005

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Προσκλητήριο

Στη Στέλλα


Ενίοτε αρέσκομαι. Να φαντάζομαι ότι. Είναι κάτι βράδια. 

Που.







Που σέρνω τα γέρικα βήματά μου ώρες ολόκληρες στην πόλη. Και ξεροσταλιάζω στο αγιάζι του Δεκέμβρη. Γιατί κάνει κρύο τον Δεκέμβρη. Ακόμη και στην Πάτρα. Τόσο που περπατάω σκυφτός. Χουχουλιάζοντας τα κοκαλωμένα χέρια μου. Στο τριμμένο πανωφόρι. Κατευθυνόμενος στο μισογκρεμισμένο κτίριο. Που έχω παρανόμως καταλάβει. Για να αφήσω την τελευταία μου πνοή. Ανάμεσα σε χαρτοκιβώτια, φελιζόλ και πλαστικές σακούλες.

Που ανάβω το μαγκάλι μου. Να ζεστάνω το δεκατριάχρονο παιδί μου. Δευτέρας τάξης μαθήτρια του Γυμνασίου Ξηροκρήνης. Το πουλάκι μου. Για να απαγγείλει στον ύπνο της τη Νέκυια του Ομήρου. Ενώ θα εισπνέει τις αναθυμιάσεις. Σε αυτό το σκοτεινό διαμέρισμα, που ούτε καν θυμάμαι. Αν είναι από κομμένο ρεύμα της ΔΕΗ ή από συσκότιση λόγω των νατοϊκών βομβαρδισμών. Στην πατρίδα μου, τη Σερβία. Γιατί τώρα που το σκέφτομαι. Το σκοτάδι και ο πόνος είναι παντού τα ίδια.

Που περιλούζομαι με μπιτόνι. Χειμώνα καιρό. Κι ούτε καν με ενδιαφέρει. Ότι μπορεί να πουντιάσω. Αφού στο κάτω κάτω κρατάω αναπτήρα. Για να γίνω από στιγμή σε στιγμή. Παρανάλωμα του πυρός. Στις έξι και πέντε το απόγευμα κάποιου Σαββάτου, στη διασταύρωση Αχαρνών και Αγίου Μελετίου. Όπου ζητιάνευα όλη μέρα την τροφή μου. Αλλά για κακή μου τύχη ήμουν είκοσι οχτώ χρονών και ιρανός λαθρομετανάστης. Και, ως γνωστόν, χειρότερος συνδυασμός δεν γίνεται. 

Που σχεδιάζω να του τη φέρω. Του μπαγάσα. Ο οποίος μου κοινοποίησε την έξωση. Για χρέη προς τις τράπεζες. Από το δάνειο που πήρα για να αγοράσω το διαμέρισμά μου. Στο Ηράκλειο. Οπότε συμφωνώ να του παραδώσω τα κλειδιά. Στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ήρεμα και πολιτισμένα, χωρίς φωνές και εντάσεις. Αλλά μια στιγμή, του λέω. Να πεταχτώ να πάρω κάτι. Ανεβαίνω πάλι. Ανοίγω την πόρτα, βγαίνω στο μπαλκόνι, σκαρφαλώνω στα κάγκελα. Και ετοιμάζομαι. Να σαλτάρω από τον τέταρτο όροφο. 

Που πέφτω από μια ανοιχτή πόρτα. Του τρόλεϊ. Για να ξεφύγω από τον ελεγκτή. Ο οποίος με έβριζε και με τραβολογούσε. Για τζαμπατζή. Οπότε πιέζω το μπουτόν. Να δώσω έναν πήδο στην ελευθερία. Ενώ ακούω το κεφάλι μου να χτυπάει δυνατά στο κράσπεδο. Και ξαπλώνω στο πεζοδρόμιο φαρδύς πλατύς. Με την ιδέα πως. Δεκαεννιά χρονών παλικαράκι. Δεν μπορεί. Θα το ξεχάσω, όταν μεγαλώσω. 

Ενίοτε λοιπόν αρέσκομαι. Να φαντάζομαι ότι. Είναι κάτι βράδια. Που. 

Που αναζητώ καινούριο θέμα για τη γραφή μου. Και μαζί τυχαίνει να βρίσκω τα πιο βολικά. Άλλοθί μου.
Ζώνη πυρός, Μεταίχμιο, υπό έκδοση

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Εν αρχή ην η τέχνη



Aπ' την αρχή το ξεκαθαρίζω, προς αποφυγή παρανοήσεων: ότι δεν προκειται για βιβλιοκριτική. Αφού καταργώ μονοκοντυλιά την αναγκαία απόσταση και αποποιούμαι την βολική ψευδαίσθηση της αντικειμενικότητας. Που κατά σύμβαση θα μπορούσα να διεκδικήσω. Όχι όμως εδώ. Και με δεδομένη την προτίμηση. Που έτσι κι αλλιώς έχω από καιρό εκφράσει.
Γιατί το ξέρω. Ότι όσο δύσκαμπτος. Όσο κλειστός. Όσο αυτοαναφορικός. Ό,τι τέλος πάντων, κι αν είναι αυτός ο λόγος. Κάτι γίνεται εντός του. Κι είναι πολύ σημαντικό.
Αν μη τι άλλο, ξεμακραίνει. Από την πεπατημένη αφήγηση. Που σέρνεται και σέρνει, πλέκεται και πλέκει. Γύρω από ένα στόρι. Με ξαφνιάσματα, τεχνάσματα και λαχανιάσματα. Τέχνης της πλήξεως δοκιμές. Εν Φαντασία και Λόγω. Προς αναζήτηση αναγνωστών και δημιουργία προσδοκιών. Το αυτό δηλαδή παραμύθι, αιώνες τώρα. Παραλλαγμένο. Παραδοσιακό ή μοντέρνο. Αλλά το αυτό.
Που εδώ όμως δεν είναι αυτό. Δεν είναι οι ήρωες, δεν είναι οι κορυφώσεις, δεν είναι η δέση, δεν είναι η λύση, δεν είναι οι τεχνικές διαχείρισης του αφηγηματικού χρόνου. Αφού μια συστροφή ο λόγος, στα εντός των εντός του, δηλαδή στις λέξεις και διαμέσου αυτών στις συγγραφικές εμμονές. Τον Πάνου. Τον Καρυωτάκη. Τον Βαλτινό. Και ακόμη πιο πέρα στην ιστορία. Την άβατη ιστορία, την αποσιωπημένη απ' την εθνική αφήγηση. Ώστε όχι μόνο γλωσσικά, όχι μόνο υφολογικά, όχι μόνο διακειμενικά αλλά και ιστορικά να προωθηθείται με συνέπεια η βασική μεταμοντέρνα παραδοχή. Ότι όλα είναι αφηγήσεις. Κυρίαρχες ή περιθωριοποιημένες, διευθετημένες ή ατακτοποίητες. Αλλά πάντα αφηγήσεις σε ένα εμφύλιο σώμα από λόγους. Που μας συγκροτούν, μας κατοικούν και ενίοτε μας στοιχειώνουν.



Το εμφύλιο σώμα”, λοιπόν. Του Κώστα Βούλγαρη. Από τις εκδόσεις του Εικοστού πρώτου. Πρώτη έκδοση, άνοιξη του '14. Σελίδες 363.
Μια ανακεφαλαίωση της σύμπασας γραφής του. Με ορισμένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα απ' τα προηγούμενα βιβλία του. Όπου τελεσιουργείται ο λόγος. Σαν τέχνη του λόγου. Τουτέστιν, σαν λογοτεχνία. Ασκητική, αυστηρή και πρωτοπόρα. Με ορισμένα έξοχα δείγματα γραφής. Και τη δική μου (αυθαίρετη;) σημείωση ότι προορίζονται μόνο για τους απαιτητικούς. Από τον εαυτό τους. Απ' τα αναγνώσματά τους. Και απ' τη λογοτεχνία.
Όπως ακριβώς και ο Βούλγαρης. Όσο τουλάχιστον τον ξέρω, όσο τουλάχιστον τον μελετώ.
Και ανεπιφύλακτα τον προτείνω. Ώστε να μάθουμε να είμαστε πιο απαιτητικοί.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Τα μισάδια







1941, Μεσόβουνο,
επαρχία Εορδαίας, Κοζάνη



Όμορφα που ’ναι το φθινόπωρο και ακόμα πιο καλά λέω το χειμώνα… Με το που πιάνει κρύο δω πάνω στις ράχες και στα ανηφόρια, δεν είναι παίξε γέλασε. Αγέρας και βροχή, βροχή και χιόνι. Οκτώβρη μήνα αρχι­νάνε και ίσαμε τον Απρίλη φτάνουν. Αραιώ­νουν οι δρόμοι. Που­θενά ψυχή. Κρεβάτι και καρέκλα, ξάπλα και πρέφα. Απ’ το πρωί ως το βράδυ και ύστερα ξανά απ’ την αρχή. «Καθένας σο σπίν ατ και ο λύκον σο τρυπίν ατ», που λένε. Πιο καλά που δεν τους βλέπω…
Άνοιξη και καλοκαίρι, να σου τους, σαν τα μυρμήγκια, σταματημό δεν έχουν, πάνω κάτω, πάνω κάτω… να τρέ­χουν αλαφια­σμένοι, άλλοι στα καπνά, άλλοι στα δέντρα, άλλοι στους μπαξέδες. Εγώ να τους κοιτώ. Ακούνητος. Πρωί, μεση­μέρι, απόγεμα, βράδυ… Εδώ… ξανά εδώ… πάντα εδώ… Ίδιος με κάδρο, περίγραμμα παρά­θυρο και εικόνα ανάπηρος σε καροτσάκι… Με πιάνει η στεναχώ­ρια. Αλλά μπορώ και αλλιώς; Στο κάτω κάτω, μια συνήθεια είναι όλα.
Πάλι καλά, έχω τη Μαρία να με νοιάζεται, είναι και η μάνα μου, περνάει η κακομοίρα πού και πού, τι να κάνει χαροκαμένη γυναίκα, πέντε μάς είχε και οι δυο της πεθάνανε, είναι και ο μονάκριβός μου. Στελάκης το όνομα, του πατέρα μου.
Φορές-φορές που τον κοιτάω, βρε τον μπαγάσα, φτυστός ο μακαρίτης, ίδιο σουλούπι, ίδιο μάτι, ίδιο κοίταγμα. Μωρό παιδί, σκέφτομαι με τον εαυτό μου, πού την ηύρε τέτοια συννεφιά; Σαν τότες, λες ακόμα χτες, κι ας πέρασαν - πότε άραγε πέρασαν; - είκοσι τόσα χρόνια, φορτωμένοι εμείς στον αραμπά, για δω ξεκινημένοι, κάτι λίγα νοικοκυρικά, τα μικρά ξεραμένα στον ύπνο, εγώ το μάτι μου γαρίδα, κάνει προς τα πίσω αυτός και τον βλέπω κόκκινο κόκκινο και συννεφια­σμένο, αστραπές και βροντές και χαλάζι και αγέρας κάτω απ’ τα φρύδια. Το ποτάμι να τρέχει, χείμαρρος ορμητικός. Άστα, και που τα θυμάμαι, συγκινούμαι. Βρε, τι τα θέλω τώρα αυτά;
Λέω, στο λαιμό μου τους πήρα, σακάτης άνθρω­πος, τα απάνω να δουλεύουν, τα κάτω να κρέ­μονται σαπισμένα και άχρηστα, από μι­σός σε όλα μου. Γιος, θέλεις… Σύζυγος… Στο κρεβάτι…. με το συμπά­θειο δηλα­δή… Πατέρας… Ντρέπομαι να τους κοιτάξω.
Μωρέ μπράβο λέω, υπομονή που την έχει η κοκόνα μου! Για κανονικό με προξενεύανε και μισάδι της εβγή­κα. Το Στελάκι μαθές να κουλαντρίζει, στη μάνα μου να τρέχει, εμένα να ξεσκατίζει. Παράπονο δε βγαίνει απ’ το στόμα της. Άγιος άνθρωπος. Αλλά μπορεί και αλλιώς; Το τυχερό της ήταν. Και γυναίκα στα σπιτικά της και άντρας στα χωράφια της. Και ’γω; Τι να σου κάνω εγώ, σακάτης άνθρωπος;
Αλλά να ’τανε μονάχα αυτά; Τρεισήμισι η ώρα, αλάλη­τα ακόμα τα κοκόρια, κι αποβραδίς ξυπνητός. Γίνεται όμως ύπνος έτσι; Δυο μέρες έχει απ’ το κακό και ησυχία δε βρίσκω. Κάνω να κοιμηθώ, αλλά κει το μάτι τσιτω­μένο. Δεν πάνε καλά τα πράγματα, δεν πάνε καθόλου καλά. Ολόκληρο πρόεδρο καθαρίσανε. Λες λοιπόν εσύ η διοίκηση αυτόν εδώ θέλω, να ο άνθρωπος μου, και ύστερα έρχονται οι άλλοι και τον τρώνε στα καλά καθούμενα. Και τώρα σκέφτομαι εγώ με τον εαυτό μου, είναι να το αφήσουν έτσι; Και αν, λέω αν, τ’ αφήσουν, τότε τι παράδειγμα θα δώσουνε; Μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δίνετε; Δε γίνονται αυτά. Θέλει σκληράδα να ’χεις την αρχή. Αλλιώς πού να σκύψουν το κεφάλι, αμά­θητοι για χρόνια στο σκύψιμο ανθρώποι;
Αλλά, όλα αυτός… αυτός τα φταίει. Και τι περίμενες, δηλαδή; Ντόπιος. Άτιμη ράτσα. Θες, κύριέ μου, να σώ­σεις τον κόσμο, κάτσε στο χωριό σου και ξεστρά­βωσε τους δικούς σου. Στα άλλα τα χωριά, τι δουλειά έχεις; Για δάσκαλο σε φέραμε και, να χαρώ εγώ, Κολοκοτρώνης καινούριος μάς εβγήκες. Αντί για μαθήματα στα παιδιά, τους μεγάλους μαθαίνω περνάς στην τάξη. Πώς, να δεις, το λένε; Πώς το λένε; Κατατόπιση, καθοδήγηση, θα σε γελάσω… Σάμπως τι ξέρω και εγώ απ’ αυτά, σακάτης άνθρωπος;
Και αυτοί, οι στούρνοι, δε βλέπουνε τι βαλτός είναι του λόγου του. «Καθέστεν ραχάτε. Α πέρτσας σο λαιμόν ατ», τους έλεγα. Πού; Για Θεό τους τον έχουνε. Το μπαϊράκι του αυτός, φυσάνε και οι ζουρλοί από πίσω. Μέχρι και ο Στελάκης μου, με το που φτάνει στην αφεντιά του η κουβέντα σα να φωτίζεται το πρόσωπό του. Και να σου τους ο ένας μετά τον άλλον να βγάζουν τις γαλότσες, να αφήνουν τις κατσίκες στην κυρά, να χρεώνουν το χωράφι στον πρωτότοκο, για να φορέσουν, παρακαλώ, τα φυσεκλίκια και στο βουνό να ανέβουν. Τέσσε­ρις, πέ­ντε στην αρχή…, τριάντα άτομα, μαθαίνω, τώρα απ’ το χωριό και καμιά δεκαριά από γύρω. Στήσανε το λημέρι τους, βγάλανε και σκοπιές και αρχίσαν τα κλεψίματα… Τι επανάσταση και άρες μάρες! Τι απελευθέ­ρωση μου λες! Τι κοινοκτημοσύνες μού θέλεις! Αληταρία ελόγου τους, κακοποιά στοι­χεία. Οι τεμπέληδες και οι άχρηστοι του χωριού.
Τέσσερις παρά δέκα. Τρεχαλητά μού φάνηκαν και βουητό σα να πήρε τ’ αυτί μου. Παραφυλάω. Μπα, θα παράκουσα…
… λέγαμε για τους τεμπέληδες… Πάρε τον έναν και χτύπα τον άλλο. Τέτοιας λογής επαναστάτες. Αχαΐρευτοι όλοι τους, αν είναι να περιμένουμε απ’ αυτούς προκοπή, πάει… καήκαμε…
Ξανά τρεχα­λητά… Κοιτάω έξω. Τίποτα. Ξανακοιτάω. Τίποτα. Στήνω αυτί. Ησυχία. Το πολύ-πολύ κάνας πρωινός στο ξύπνημα.
… σα δε μπόρεσαν να προκόψουν, το ρίξανε στις θεωρίες. Δικαιοσύνες σου λέει και ισότητες και λαοκρατίες. Ως τα εψές σου ’βγαζαν το μάτι για μια δεκάρα και τώρα, λέει, βάλανε σκοπό τους να τη μοιραστούνε. Σε ποιον τα λένε…
Όι μάνα ’μ. Πάναΐα ’μ και Χριστέ ’μ. Όι, όι. Εχπαράα. «Μαρία! Στελάκι!» φωνάζω «Μαρία, λέω. Κι ακούς; Το μωρόν! Α χάν’ μας ο Θεόν και συ κοιμάσαι; Σουκ, καλέ».
Αντάριασε ο τόπος στα καλά καθούμενα. Λες και ξύπνησαν τα σωθικά της γης και βγάζουνε μουγκρίσματα για να ξεδώσουν. Χαλασμός Κυρίου. Κόλαση κανονική. Τρεξίματα και γαβγίσματα και φωνές και κλάματα. Μηχανές και αυτοκίνητα και καμιόνια. Τρέχουν από δω, τρέχουν από κει. Πού πάνε; Μπρος θεριό ανήμερο, τρία μέτρα ύψος, ντυμένο στο σιδερικό, κανόνι απάνω κρεμασμένο, και από πίσω μαύρες σκιές, γέμισε ο τόπος, ίδιοι διαβόλοι, λες και καλικαντζαραίοι. Πυρο­βολισμοί. Ξανά πυροβολισμοί. Πολλοί πυροβο­λισμοί. Και φωτιές. Η νύχτα μέρα. Δεν μπορεί! Όχι, δε γίνεται! Οι Γερμανοί, λέω. Να τα μας... Όλα δω πληρώνονται. Να σας δω μωρέ, πού θα βρείτε να κρυφτείτε. Που σηκώσατε όπλο. Που νομίσατε ότι θα τα βάλετε με τη διοίκηση. Που πήρατε τον κόσμο στο λαιμό σας. Ρεμάλια του κερατά. Χαμένα κορμιά. Άχρηστοι ανθρώποι.
Τρεμάμενος ο Στελάκης, έρχεται αγουροξυπνημένος και πέφτει στα γόνατά μου. Η Μαρία από πάνω να με σφίγγει απ’ τους ώμους. Και εγώ να θέλω, αλλά τίποτε να μην μπορώ να κάνω. Αλλά και πάλι, λέω με τον εαυτό μου, γιατί; Ήσυχοι άνθρωποι εμείς. Ποιόνα, δηλαδή, πειράξαμε; Ξέρουν αυτοί. Σάματις δεν ξέρουν;
Ανοίγει η πόρτα. Πρώτα το πόδι, μετά το όπλο, ύστερα το κράνος, στο τέλος τα υπόλοιπα. «Raush», ουρλιάζει και μας σπρώ­χνει. Το όπλο σηκωμέ­νο, ίσια κατα­πάνω μας. Σε εμένα, παρακαλώ, που ούτε κουνούπι πείραξα –και σάματις να το ’θελα, μπορούσα; -, σε μένα και στην οικογένειά μου. Περίεργα πράματα… Μπα, κάποιο λάθος κάνουνε. Πού θα πάει; Θα καταλά­βουνε στο τέλος. Ξέρουν αυτοί. Σάματις δεν ξέρουν;
Μας πάνε εκκλησία. Σαράντα λεπτά τώρα φέρνουν και ξαναφέρνουν κόσμο. Μας χωρίζουν. Από τη μια γέροι, γυναίκες και παιδιά, απ’ την άλλη άντρες, μαζί τους και γω – σκέψου, λέω από μέσα μου να με είχανε με τους άλλους, τι θα ’λεγε ο έρμος ο Στελάκης. Στο ανά­μεσο οι αξιωματικοί, οι φαντάροι και ένας με το κεφάλι σκεπασμένο. Ψάχνω να δω. Δέκα μέτρα από­σταση, σκο­τάδι ακόμα, όσο και να πεις. Κοιτάω και ξανακοιτάω. Κάπου παίρνει το μάτι μου τη Μαρία και το Στε­λάκι. Άφαντη η μάνα.
Μας τραβάνε και από κει. Τα γυναικόπαιδα μένουν πίσω. Καμιά πεντακοσαριά μέτρα πορεία. Σταματάμε. Πλαγιά απ’ τη μια, ίσιωμα απ’ την άλλη. Μας βάζουνε τον ένα δίπλα στον άλλο. Παράταξη κατά μέτωπο. Απέναντι έτοιμοι τρίποδες στημένοι. Δε θέλω να πιστέψω. Να και τα πολυβόλα. Τρομάζω. Κρύος ιδρώτας με λούζει. Θέλω να πάω και προς νερού μου – πού ’σαι Μαρία! Ένας λυγμός ανεβαίνει. Κάνω να τον πνίξω. Δε βαστώ.
Έρχεται ο Γερμαναράς και με κοιτάει. Τον πιάνει η ψυχοπονιά, τρομάρα του. Κάτι λέει και γελάνε οι από πίσω του. Ύστερα με δείχνει με το χέρι και κουνάει το κεφάλι. Με βγάζουνε απ’ τη σειρά. Υπάρχει τελικά Θεός! Για μια στιγμή, το λέω το κρίμα μου, κόντεψα να χάσω την πίστη μου. Τώρα ξανάρθα στα λογικά μου. Υπάρχει τελικά Θεός.
Στέκομαι αντίκρυ.
Πρόσωπα δύσκολα να ξεκρίνω. Στην αρχή όλους μαζί, ένα μπούγιο τούς βλέπω. Μαλώματα και αγάπες και φιλίες, κόμπος δεμένος στο λαιμό και να καταπιώ δε γίνεται. Τριάντα πέντε χρόνια κοντά τους, ούτε ένας τους δε βρέθηκε να με πει σακάτη και τώρα έρχονται οι ξένοι να με χωρίσουν για σακάτη.
Πιο προσεκτικά κάνω τώρα να κοιτάξω. Ο Χρήστον και ο Πέτρον, ο Χριστό­φορον, τη Σοφίας ο Γιάννες, ο Κώστας τη κουτσού και ο Λάζαρον, τη Αγλαΐας ο άντρας… Αμούστακα ακόμα παλικαράκια, ψωμωμένοι άντρες, μεσήλικες και βάλε, γέροι. Φωνάζουν τα από μέσα μου και με πιάνει το παράπονο. Θολώνει το μάτι και άλλο δε βλέπω.
Και λέω, πώς θα αντικρίσει η μάνα μου τις άλλες τις μανάδες; πώς η Μαρία μου τις άλλες τις κυράδες; πώς ο Στελάκης μου τα άλλα τα παιδιά; Φοβετσέα εμένα δε θα με πουν. Ούτε σακάτη. Μια ζωή να κρύβω την αναπηρία και τώρα να κρύβομαι από πίσω της. Δε μου φαίνεται και για καλό.
Και ύστερα, σα δεν έχω εγώ το φταίξιμο, γιατί να ’ναι αυτοί τους φταίχτες; Τι άλλο κάνανε, όσοι κάνανε, γιατί πολλοί τους ούτε που κάνανε, απ’ το να μη θέλουνε, με τον τρόπο τους δηλαδή, να ’ναι σακατεμένοι; Γιατί δηλα­δή εγώ να κλαίω το σακάτεμα στο σώμα και αυτοί να τραβάνε το σακάτεμα στην ψυχή; Αντιδράσανε και με το δίκιο τους. Και μπράβο τους και ξανά μπράβο τους. Και αν το ’λεγε η καρδιά τους, ας το κάνανε και άλλοι. Ορίστε μας.
«ΕΑΜ-ΕΑΜ - Λαοκρατία» φωνάζω, αλλά δε μου βγαίνει φωνή κανονική.
«ΕΑΜ-ΕΑΜ - Λαοκρατία» ξαναφωνάζω και ακούγεται τώρα δυνατά.
«ΕΑΜ-ΕΑΜ - Λαοκρατία» απαντούν κάποιοι απ’ απέναντι.
Παγωμάρα.
Κάτι λέει αυτός με την κουκούλα και βλέπω τον έναν τους να πλησιάζει αγριεμένος. Με σπρώχνει με θυμό και με κλοτσάει. Πέφτω κάτω και σέρνομαι στη λάσπη. Κάνω να σηκωθώ στα χέρια. Δεν μπορώ. Με το όπλο με χτυπάει και με ξαναχτυπάει στην πλάτη. Σουβλίζει ο πόνος. Ποτάμι το αίμα. Κάτι ακούω να φωνάζουν. Γερμανικά και δεν κατα­λαβαίνω. Έρχονται δυο απ’ τους δικούς μας. Με σηκώνουνε και αργά-αργά με φτάνουν στη σειρά τους. Στ’ ανάμεσά τους, τώρα. Δένουν τα χέρια απάνω απ’ τους ώμους μου. Δένω και γω τα δικά μου στα μπράτσα τους. Πιάνομαι απάνω τους και στέκομαι στητός. Ναι, στητός!
Παράπονο που το ’χα από μικρός να χορέψω το κότσαρι. Μ’ έπιανε λιγοθυμιά σαν τους έβλεπα στις σχό­λες να τραντάζονται περήφανοι και αντρειωμένοι, χέρια τεντωμένα, κορμιά τσιτωμένα, πρόσωπα πετρωμέ­να. Και να που τώρα στα στερνά μου, γραφτό μου λέω είναι, στο θανατικό απάνω να χορέψω. Και τι δηλαδή που αντί για λύρα θα ’χω τα πολυβόλα να μου κρατούν το ίσο; Ας είναι και έτσι. Δεν παραπονιέμαι.


Να, κείτουμαι εδώ, απεθαμένος. Δύο με βρήκανε στο στήθος, πάλι καλά, τη μια μόνο πρόλαβα να καταλάβω. Η τρίτη, η χαριστική, που λένε, στο κεφάλι. Ύστερα, φύ­γανε και έμεινα κρατημένος στο χέρι με τους διπλα­νούς. Ο ένας κοντά στον άλλο. Όπως ήμασταν παιδιά, στην πατρίδα, που πέφταμε όλοι μαζί στο αθέριστο σιτάρι, να νιώσουμε το Μάη. Αλλά τώρα είναι Οκτώ­βρης, το κρύο ξυρίζει, Μεσόβουνο εδώ. Και νιώθω που η Μαρία κρα­τάει απαλά το κεφάλι μου, ο Στελάκης, δεκα­τριών χρο­νών παλικαράκι, τα πόδια, και με απιθώνουνε κάτω. Ένα με το χώμα να γίνω, να μοιραστώ στα ίσα τα από δω και πέρα με τους άλλους. Όχι… όχι ξανά μισάδια.

Παναγιώτης Χ., Τρεις μνήμες και δύο ζωές, Μεταίχμιο, 2005

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Ζώνη Πυρός








Ζώνη πυρός, Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Συλλογή διηγημάτων, σελ. 109, εκδ. Μεταίχμιο, Οκτώβριος 2014



Πού βρίσκεται το σημείο επαφής ανάμεσα στη μοναχική περιπέτεια της γραφής και την κρίση της μέσης ηλικίας; Στο ατέλειωτο ερωτικό παιχνίδι των φύλων και στο υπαρξιακό άγος της φθοράς; Στη μνημονιακή διάλυση του κοινωνικού ιστού και στην αποκαθήλωση του ερωπαϊκού οράματος; Στην υπονόμευση των δημοκρατικών κατακτήσεων και στον φασισμό του νεοναζισμού; 
Ο συγγραφέας αναζητεί την απάντηση στη διακεκαυμένη ζώνη πυρός του παρόντος, όπου τα ίδια αρχέγονα ερωτήματα επανέρχονται πιο επιτακτικά.

[Κυκλοφορεί στις 6 Οκτωβρίου]

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Τιμητική εκδήλωση


Παναγιώτης Εμμανουηλίδης (1942-2013)
Ένας αληθινός δάσκαλος - Ένας σπουδαίος άνθρωπος
Τον θυμόμαστε και τον τιμούμε

Ο Παναγιώτης Εμμανουηλίδης γεννήθηκε το 1942 στις Μουριές του Νομού Κιλκίς. Ήταν φιλόλογος (απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ) με μακρόχρονη διδακτική πείρα κυρίως σε δημόσια ελληνικά σχολεία (Γυμνάσια και Λύκεια). Διετέλεσε διευθυντής σε διάφορα Γυμνάσια του Νομού Πιε­ρίας και υπηρέτησε συνολικά 32 χρόνια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Συνέγραψε, είτε μόνος είτε σε συνεργασία με τη σύζυγό του Έλλη Πετρίδου-Εμμανουηλίδου (η οποία πέθανε το 2008), δεκάδες εκπαιδευτικά βοηθήματα για φιλολόγους και μαθη­τές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, τα περισσότε­ρα από τα οποία αναφέρονται στη διδασκαλία της Νεοελληνικής Γλώσσας (όλα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ). Ακόμα, πήρε μέρος στη συγγραφή σχολικών βιβλίων του ΥΠΕΠΘ. Το 2011 κυκλοφόρησαν επίσης από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧ­ΜΙΟ δύο πρωτότυπα λεξικά του για την ορθή χρήση της Νεοελληνικής Γλώσσας: 1. Βρίσκω τον τύπο που θέλω, 2. Ψάχνω την κατάλληλη λέξη. Τελευταίο του εγχείρημα το ιστολόγιο «Γλωσσικά Ολισθήματα» όπου παρουσίαζε και σχολίαζε γλωσσικά ολισθήμα­τα, τα οποία σταχυολογούσε από τον δημόσιο λόγο. Με τη σύζυγό του απέκτησε δύο κόρες και έζησε στον Κούκο Πιερίας μέχρι το τέλος της ζωής του
(Απρίλιος 2013).

To ΟΞΥΓΟΝΟ και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, σε συνεργασία 
με τον Σύλλογο Αποφοίτων
Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ «Φιλόλογος», ως ελάχιστο φόρο τιμής 
στον πολύτιμο συνεργάτη τους
σας προσκαλούν σε μια βραδιά αφιερωμένη στον ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗ
την Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014, στις 8 μ.μ., στον χώρο του ΟΞΥΓΟΝΟΥ (Ολύμπου 81, Θεσσαλονίκη).
Θα μιλήσουν οι φιλόλογοι-συγγραφείς
Θεόδωρος Μαυρόπουλος, Αντώνης Μπιτσιάνης,
Δημήτρης Σφακιανάκης και Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης,
ο φιλόλογος Βασίλης Παπανικολάου, ο εκδότης Νώντας Παπαγεωργίου,
ο Γιάννης Τζανής, Πρόεδρος του «Φιλολόγου»,
και οι κόρες του Παναγιώτη Εμμανουηλίδη Ρίτα και Καλλιόπη Εμμανουηλίδου.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Τι γυρεύει ο Μπακούνιν στο φαράγγι της Σαμαριάς;


Με καλλιγραφικούς χαρακτήρες διαβάζουμε στις πρώτες γραμμές το «Αθώοι και φταίχτες» (2004), με νευρώδη γραφή στις επόμενες «Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ» (2010) και με υγρό ακόμη το μελάνι στις τελευταίες γραμμές το  «Έλα να πούμε ψέματα» (2014). Το μεγαλεπήβολο σχέδιο μιας τριλογίας που πριν από δέκα χρόνια σχεδίαζε η Μάρω Δούκα να συνθέσει πάνω στις γραμμές του μύθου και της ιστορίας έχει μόλις ολοκληρωθεί και η αίσθηση καθενός από τα βιβλία που συντηρούσε πολύ υψηλά τις αναγνωστικές μας προσδοκίες για το επόμενο μένει να δικαιωθεί  και στο σύνολο.
Που σημαίνει ότι το ιστορικό και κοινωνικό μωσαϊκό που μέχρι τώρα τοιχογραφούνταν σαν αυτοτελείς εικόνες πρέπει πλέον να θεωρηθεί σαν ενιαίο καλλιτεχνικό όλο, προκειμένου να προσδιοριστούν οι αισθητικές και οι ιδεολογικές προκείμενες που το συνθέτουν, να ανιχνευτεί η διακειμενική επικοινωνία μεταξύ των επιμέρους στοιχείων που το αρθρώνουν και να καθοριστεί το ειδικό βάρος που το καθένα φέρει στο τελικό αποτέλεσμα, έργο που ελπίζω ότι πολύ σύντομα θα αναλάβει η κριτική. Η δική μου προσοχή είναι για την ώρα στραμμένη στο τρίτο και τελευταίο βιβλίο της σειράς, που  έστω και κατά μόνας ιδωμένο αρκεί και με το πολύ παραπάνω για να προσελκύσει το ενδιαφέρον μου.


Μάρω Δούκα, Έλα να πούμε ψέματα,
εκδ. Πατάκη, 2014, σελ. 664

Πιο συγκεκριμένα.
Η πρώτη ύλη της αφήγησης αντλείται από τον καθημερινό βίο τεσσάρων προσώπων της χανιώτικης κοινωνίας, που καλούνται να διαχειριστούν τους προσωπικούς τους περισπασμούς μέσα στην κοινωνική ερημοποίηση της Ελλάδας των μνημονίων. Η διάλυση του κοινωνικού ιστού, ο εργασιακός μεσαίωνας, η τηλεοπτική αποβλάκωση και η πολιτική καταπίεση διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό περιβάλλον εντός του οποίου οι ατομικές διαψεύσεις, οι ψυχικές ανασφάλειες και οι υπαρξιακές αγωνίες δεν μπορούν πλέον να κρύβονται κάτω από το ροζ χαλί της ευμάρειας και να ξορκίζονται μέσα από την καταναλωτική επιδειξιομανία. Αν θέλουν οι ήρωες να συνεχίσουν να στέκονται όρθιοι είναι υποχρεωμένοι να αναμετρηθούν με το παρόν και με το παρελθόν τους προκειμένου να συστήσουν ένα άλλο παράδειγμα ζωής που θα εδραιώνεται σε πιο στέρεες σχέσεις με τον εαυτό τους, με τους άλλους και με την ιστορία του τόπου.
Τούτη η ιστορία είναι πανταχού παρούσα μέσα από μισόλογα, προφορικές αφηγήσεις ή ξεχασμένα γραπτά και σε κάθε περίπτωση διατηρείται σαν χαίνουσα πληγή που υποβάλλει ένα αίσθημα ματαίωσης και συντηρεί ένα κλίμα μυστηρίου. Και ενώ σε μια συμβατική αφήγηση θα περίμενε κανείς το  ξεδιάλυμα του μυστηρίου να γίνει αφορμή ώστε να αποκαλυφτούν ένοχα οικογενειακά μυστικά που στην αρχή θα κλονίσουν ψυχικά τους ήρωες αλλά στο τέλος θα τους βοηθήσουν να ξαναδούν καλύτερα τον εαυτό τους και τον κόσμο και να βγουν σοφότεροι από τη δοκιμασία, η Δούκα δεν ενδίδει στην ευκολία των αφηγηματικών κλισέ: το μυστήριο παραμένει αξεδιάλυτο, η δε απάντηση που κάθε φορά προτείνεται υπαγορεύεται πιο πολύ από την ανάγκη των ηρώων να κουτσοβολέψουν τη σχέση τους με το παρελθόν επιλέγοντας την πιο βολική για τους ίδιους ερμηνεία, παρά να κατακτήσουν διαπαντός την αντικειμενική γνώση του – αν μπορεί να υπάρξει ποτέ μια τέτοια γνώση.
Αν λοιπόν οι εγκιβωτισμένες αφηγήσεις που φιλοξενούνται στο σώμα της μείζονος αφήγησης δεν περικλείουν συνταγές ατομικής σοφίας και δεν περιορίζονται στην αναγκαία επιβράδυνση της πλοκής, τότε ποια λειτουργία επιτελούν;
Στην περίπτωση των σημειώσεων της μητέρας της Κριαρά και κυρίως του πατέρα του Ιδομενέα έχουμε μια άμεση και αυθεντική σκιαγράφηση των δραματικών συνθηκών του εμφυλίου, που κομίζει από πρώτο χέρι το βίωμα της τραγωδίας, εδραιώνει στενότερους δεσμούς ανάμεσα στις δύο γενιές, υπονοεί μια σχέση ομοιότητας, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, ανάμεσα σε ό,τι συνέβη στην Ελλάδα του εμφυλίου και σε ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα των μνημονιών και  προσφέρει στη συγγραφέα τη δυνατότητα να εκφέρει λόγο και να πάρει θέση απέναντι στην αναθεωρητική αντίληψη της ιστορίας που αρέσκεται να εξισώσει τους θύτες με τα θύματα.
Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση του Μπακούνιν, που εγκιβωτίζεται μέσα από τα νεανικά γραπτά του Πανάρη, προκειμένου να φιλοτεχνηθεί το γοητευτικό πορτρέτο του Ρώσου αναρχικού και να ανυψωθεί σε σύμβολο της αιώνιας επανάστασης σαν τον Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, ώστε να αναγνωρίσουμε τη μορφή του όχι μόνο στους δρόμους της παρισινής κομούνας ή της εξεγερμένης Πράγας, όπου πράγματι έλαβε μέρος, αλλά και ανάμεσα στους φυλακισμένους της Ακροναυπλίας, στους εκτελεσμένους της Καισαριανής και στους αποκλεισμένους αντάρτες στο φαράγγι της Σαμαριάς.
Όλα αυτά είναι δηλωτικά ενός πολιτικού αισθητικού στίγματος που με συνέπεια υπερασπίζεται η Δούκα από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη του βιβλίου της. Τώρα που ο πολιτικός προβληματισμός επανακάμπτει στη λογοτεχνία άλλοτε με τη μορφή υπαινικτικών σχολίων, συνηθέστερα ως ανώδυνη κριτική διάθεση και ακόμη πιο συχνά σαν εκθέσεις ιδεών που αναμασούν κυρίαρχα ιδεολογήματα, η συγγραφέας καταφέρνει δίχως να ξεστρατίζει από την πορεία της αφήγησης, δίχως να κρύβεται πίσω από γενικολογίες και δίχως να καταλήγει  στην ευκολία του αφορισμού, να συνομιλεί με την επικαιρότητα και να αντλεί το υλικό της από τις τρέχουσες εξελίξεις, αρθρώνοντας έναν αιχμηρό πολιτικό λόγο και θέτοντας με την τεχνική του απροσδόκητου τον αναγνώστη προ των ευθυνών της δικής του στάσης.
Φοβάμαι όμως ότι αδικώ το βιβλίο, όσο στέκομαι μόνο στην πολιτική του διάσταση. Γιατί το «Έλα να πούμε ψέματα» είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα ακόμη βιβλίο για την κρίση. Πρωτίστως είναι ένα εμπνευσμένο μυθιστόρημα για το ασίγαστο πάθος της ελευθερίας με φόντο την τρέχουσα και πρόσφατη ιστορία του τόπου που καταφέρνει να συναιρεί εντός του διαφορετικές αφηγηματικές φωνές, διαφορετικά κειμενικά είδη, διαφορετικά χρονικά επίπεδα, διαφορετικές αισθητικές τεχνοτροπίες, όπως για παράδειγμα η τριτοπρόσωπη αφήγηση που διαρκώς φλερτάρει με το ελεύθερο πλάγιο ύφος ή το απομνημόνευμα που συνυπάρχει με τη μυθιστορηματική βιογραφία ή η εμφυλιοκρατούμενη Ελλάδα που συνομιλεί με την Ελλάδα των μνημονίων ή η μεταμοντέρνα πολυφωνική γραφή που συναντάει το ρομαντικό διήγημα κτλ., και μάλιστα με τόσο αβίαστο τρόπο, ώστε η τελική σύνθεση να διακρίνεται για την έντεχνη αρμολόγηση και την απόλυτη αρμονία ενός εκ πρώτης όψεως ετερόκλητου υλικού. 
Ορισμένες ήσσονες επιφυλάξεις που διατηρώ για το πολυχρησιμοποιημένο αφηγηματικό εύρημα των κρυμμένων τετραδίων ως αγωγών στην επικοινωνία ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν ή για κάποια διαλογικά μέρη, όπου η ανάγκη της αληθοφάνειας γειώνει απότομα το ρυθμό και την ένταση του ελεύθερου πλάγιου ύφους, δεν είναι σε καμία περίπτωση αρκετές για να άρουν την βασική διαπίστωσή μου.

Ότι εδώ έχουμε να κάνουμε μ' ένα (ακόμη) εξαιρετικό δείγμα συγγραφικής ωριμότητας της Δούκα.   

Αυγή της Κυριακής, 
7/9/2014