Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Πολλές, πολλές ακόμη ανάσες

Με μια πρώτη ματιά μπορεί να πει κανείς πως ό,τι συνέβη στην τοπική αυτοδιοίκηση αποτέλεσε μετά την πτώση του τείχους τη μεγαλύτερη ήττα της αριστεράς κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Όχι με την έννοια του τρόπου άσκησης της εξουσίας από πραγματικούς ή υποτιθέμενους αριστερούς δημάρχους, αλλά σε θεωρητική κλίμακα με την έννοια της διάψευσης του αμεσοδημοκρατικού οράματος που βρέθηκε να συνθλίβεται κάτω από το βάρος της κατασπατάλησης δημόσιου πλούτου, της δημιουργίας τοπικών ηγεμονίσκων, της αδράνειας της δημοτικής αρχής μπροστά σε φλέγοντα προβλήματα κτλ. κτλ.  
Στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν το αμεσοδημοκρατικό όραμα της αριστεράς που δοκιμάστηκε στην τοπική αυτοδιοίκηση αλλά η μεταφορά των κεντρικών δυσλειτουργιών του αστικού πολιτικού συστήματος και των δύο κυρίαρχων μέχρι πρόσφατα κομμάτων του: υποψήφιοι που δεν αναδεικνύονταν από την κοινωνία αλλά φυτεύονταν από το κόμμα, υποστηρίζονταν από τους τοπικούς βουλευτές, εδραιώνονταν από τον κομματικό μηχανισμό κι ύστερα έκλειναν συνωμοτικά το μάτι στους εκλογείς, υποδυόμενοι συνηθέστερα τους ανεξάρτητους, συχνά τους φίλα προσκείμενους και σπανίως τους αμιγώς κομματικούς.
Με αυτά και με αυτά, άρχισαν εδώ και πολύ καιρό να ξεπέφτουν  οι αυτοδιοικητικές εκλογές σε ένα ατέλειωτο επικοινωνιακό παιχνίδι. Σε ένα παιχνίδι που κρίνεται με όρους θεάματος στις αίθουσες εκδηλώσεων μεγάλων ξενοδοχείων όπου ο καθένας μπορεί ανέξοδα να σηκώσει όποια κομματική ή πολιτική, μνημονιακή ή αντιμνημονιακή σημαία ευκαιρίας αποδίδει μεγαλύτερη εκλογική κερδοφορία, αφού η  πολιτική δεν παίζεται πλέον στους δρόμους ούτε ορίζεται σε λαϊκές συνελεύσεις ούτε κρίνεται από τη στάση απέναντι στους απολυμένους του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα ούτε εξαρτάται από τη συνέπεια των λόγων και των πράξεων ούτε αποτιμάται με κριτήριο την εναντίωση στην πολιτική της βαρβαρότητας.
Εν ολίγοις αυτό που θέλω να πω είναι ότι οι επικείμενες αυτοδιοικητικές εκλογές θα κρίνουν πολλά περισσότερα από την επιλογή δημάρχου και δημοτικών συμβούλων. Θα κρίνουν αν σε τοπική κλίμακα η πολιτική θα ασκείται με όρους επικοινωνίας ή άμεσης δημοκρατίας, αν η δημοτική αρχή θα είναι υποταγμένη ή θα στέκεται όρθια απέναντι στην κεντρική εξουσία, αν οι δημότες θα υιοθετούν το ρόλο των απλών χειροκροτητών ή των ενεργών πολιτών, αν θα χαραχτεί κάποιο πρότυπο οικονομικής ανάπτυξης ή θα ακολουθηθεί το ισχύον μοντέλο ερήμωσης, αν θα διανοιχτεί κάποια ελπίδα σε πολιτιστική κλίμακα ή θα εξακολουθήσει η ισοπέδωση της μαζικής κουλτούρας.
Οπότε ηθικά, ιδεολογικά και πολιτικά κλίνω - δεν μπορώ παρά να κλίνω -  στο μόνο αριστερό και αντιμνημονιακό ψηφοδέλτιο με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες διαμόρφωσης. Αναφέρομαι στην αυτόνομη δημοτική κίνηση ΑΝ.Α.Σ.Α. Πέλλας.


Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Απολογισμός

Τώρα λοιπόν που κατασιγάζει ο κουρνιαχτός, τώρα που όσοι βγήκαν μπροστά στα ΜΑΤ γυρνάνε με απορημένα βλέμματα, τώρα που όσοι διασκεδάζαμε με like τις αριστερές μας συνειδήσεις ξεδίνουμε με ενοχικά κείμενα, τώρα που όσοι σφυρίζαν αδιάφορα ξαναχώνονται στην μικροαστική τους καθημερινότητα, αναρωτιέμαι αν μένει κάτι πέρα από τις βαρύγδουπες διακηρύξεις για τον αγώνα που συνεχίζεται 



και ανοίγοντας το μέιλ μου διαβάζω το μακάβριο μήνυμα ήμερα βγήκε η λίστα με τα ονόματα που απολύονται και είμαι μέσα" από μια γνωστή μου σχολική φύλακα και βλέπω μπροστά μου κάποιες εκατοντάδες ατομικές καταθλίψεις, όπως χιλιάδες άλλες πρωτύτερα, να κλείνονται στα σπίτια τους και να γερνάνε αμίλητες υπολογίζοντας τη δοσολογία της ζάχαρης και μετρώντας τις μικρές και τις μεγάλες προδοσίες όλων των άλλων, που μπορούσαμε αλλά δεν θέλαμε, μέχρι την ώρα που θα χτυπήσει η μπόρα τη δική μας βολή, για να επαναληφθεί ξανά και ξανά το ίδιο ακριβώς στόρι. 

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Φιλότιμο κι Αξιοπρέπεια …



Από το καλοκαίρι του 2013 που καταργήθηκαν ολόκληροι τομείς εκπαίδευσης στην επαγγελματική εκπαίδευση και δόθηκαν ως «δώρο» στους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην ιδιωτική εκπαίδευση, 2122 εκπαιδευτικοί πετάχτηκαν μεσοπέλαγα στην λογική των προκαθορισμένων απολύσεων -ελέω τρόϊκας- και "αριθμών" που δεν έβγαιναν, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς αιτιολογήσεις, με ένα νεφελώδες «κοινό καλό» να γίνεται πιπίλα στα χείλη των κυβερνητικών ταγών και των παπαγάλων τους, καταστρατηγώντας νόμους και διατάξεις, κάνοντας το ίδιο το Σύνταγμα κουρελόπανο. Όλα αυτά στο όνομα της «προστασίας των υπολοίπων δημοσίων υπαλλήλων», «της ποιοτικής αναβάθμισης της Παιδείας», «της Αξιολόγησης», «της ενίσχυσης της Επαγγελματικής εκπαίδευσης», «της αναδιάρθρωσης και λειτουργικής εξυγίανσης του δημόσιου τομέα της χώρας», «των προαπαιτούμενων δομικών αλλαγών για την ανάπτυξη».
Ψέματα, ψέματα και από πάνω κι άλλα ψέματα.
Και κοροϊδία. Και θράσος. Και αλητεία. Και μικροπολιτικά συμφέροντα.
Και δώσ’ του να παλεύουν οι συνάδελφοι μόνοι τους στην ουσία, δώσ’ του να χτυπάνε πόρτες και να τρώνε πόρτα και απαξίωση, δώσ’ του να μην ξέρουν τι τους ξημερώνει, δώσ’ του από τα κανάλια να τους λοιδορούν και να τους ακυρώνουν ως ανθρώπους και καθηγητές κάτι απίστευτες «κυρίες» και «κύριοι», δώσ’ του να φλερτάρουν καθημερινά με την κατάθλιψη και να εισπράττουν αδιαφορία και εμπαιγμό, δώσ’ του να τους κοροϊδεύει η «Υπηρεσία»  κρεμώντας τις ελπίδες τους ως ευκαιριακή πραμάτεια σε προσωρινές λίστες και σε αιτήσεις και ενστάσεις, δώσ’ του να γίνονται ακτιβιστές και να μάχονται μέχρι τέλους.

Και μετράνε τις μέρες τους για το απολυτήριο· δύο και ξημέρωσε

Εμείς, όμως συνάδελφοι;

«Εμείς»;

«Συνάδελφοι»;

Που είμαστε εμείς;
Που;
Πόσο τους σταθήκαμε;
Αν εξαιρέσει κανείς την ελπίδα που γεννήθηκε –και μάλλον πέθανε- με την πενθήμερη απεργία των καθηγητών τον Σεπτέμβρη του 2013, από εκεί και μετά μια απέραντη θλίψη.

Τους αφήσαμε μόνους τους συναδέλφους μας και δεν τους άξιζε.

Που είναι οι συνάδελφοι των Γυμνασίων;
Που είναι οι συνάδελφοι των Γενικών Λυκείων;
Που είναι οι συνάδελφοι των μαθημάτων γενικής παιδείας των ΕΠΑΛ;
Ακόμη και εκείνοι οι συνάδελφοι των τεχνικών ειδικοτήτων που χάθηκαν;
Πόσο παρτάκηδες γίναμε;
Τον εαυτούλη μας, την δουλίτσα μας, την οικογένειά μας, τον μισθουλάκο μας…
Πόσο ξέπλυμα ενοχών και «αλληλεγγύης» αντιστοιχεί στην εκπλήρωση του μοναδικού «συλλογικού» κλαδικού καθήκοντος της με την εκλογή μελών στα θεσμικά όργανα και την καταμέτρηση εδρών και ψήφων;
Πόση εκχώρηση αξιοπρέπειας αναλογεί στην εκχώρηση της αντιπροσώπευσής μας αποκλειστικά και μόνο μέσα από τα κομματικά και συνδικαλιστικά όργανα;
Ψηφίσαμε κάποιους για να τρέχουν αυτοί για εμάς (όποιοι από αυτούς τέλος πάντων) και τελειώσαμε σαν άτομα και σαν σκεπτόμενοι άνθρωποι;
Για να μην χάσουμε την βολή μας;
Για να μην χάσουμε Πρετεντεροτρέμηδες και ποδόσφαιρο από την υψηλής ανάλυσης τηλεόραση του σαλονιού μας;
Για να μας περισσέψει κι άλλος χρόνος για το ξεφτιλισμένο facebook, τα likes, τα tweets, τo instagram, τo tumplr;
Για να αναπληρώσουμε το έλλειμμά μας στις σχέσεις και την ανθρώπινη επαφή με μια γρήγορη σύνδεση και ένα tablet;

Πόση ξεφτίλα πια; Πόσο πιο κάτω;
Ξεφτίσαμε και ξεφτιλιστήκαμε όχι μόνο ως κλάδος αλλά και ως άνθρωποι πια
Εγκαταλείψαμε.
Παραδοθήκαμε.
Υποταχθήκαμε.

Ας ξεκαθαρίσουμε και κάτι όμως.
Δεν είναι κολυμπήθρα του Σιλωάμ κι ούτε κανείς «αγιοποιείται» κι ούτε παίρνει άφεση αμαρτιών με την συμμετοχή του σε μια απεργία. Η καθημερινή στάση ζωής και οι επιλογές μας δεν μπορούν να συνοψισθούν και να «ισολογισθούν» μόνο με το αν απεργεί κάποιος ή όχι.
Ούτε το ζητούμενο είναι η αποκομιδή πόντων επαναστατικότητας.

Είναι όμως για το φιλότιμο ρε.
Για εμάς τους ίδιους ως εργαζόμενους και ως ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ.
Στέλνουν οι ανάλγητοι καρεκλοκένταυροι σε απόλυση ανθρώπους που τους είχαμε δίπλα μας, τους ξέραμε, τους μιλούσαμε, δουλεύαμε μαζί τους, σχεδιάζαμε, ονειρευόμασταν, γελάγαμε και κλαίγαμε.
Πως το δεχόμαστε έτσι και δεν αντιδράμε;
Που είναι το τσαγανό μας;
Που είναι το «ζωντανό παράδειγμα» που θα κληρονομήσουμε στους μαθητές μας και στα παιδιά μας;
Που είναι το φιλότιμό μας;
Που;

Βολεψάκηδες και παρτάκηδες.
Αυτό καταντήσαμε.
Εμείς.
Μόνοι μας.
Από επιλογή.

Κι αν περιφέρω την μοναξιά μου στις πορείες με τους όλο και λιγότερους πια, κι αν εξακολουθώ να απεργώ ενώ όχι απλά δεν βγαίνω αλλά έχω κυριολεκτικά πνιγεί, κι αν ακόμη κι αυτά τα «χαμένα» χρήματα από την συμμετοχή μου στην απεργία τα «κλέβω» από την οικογένειά μου, κι αν ακόμη πηγαίνω μόνος στις συνελεύσεις και στις πορείες και φεύγω ακόμη πιο μόνος, είναι γιατί δεν θέλω να φτύνω στον καθρέπτη μου τα πρωινά που εγώ ακόμη πάω σχολείο αλλά οι συνάδελφοί μου όχι.

Και τελικά σε ένα άλλο επίπεδο, δεν έχει να κάνει ούτε με το αν οι συνάδελφοι απολυθούν ή καταφέρουν να σώσουν τις δουλειές τους.

Είναι που έχει άμεση σχέση με το τι άνθρωποι και τι καθηγητές θέλουμε να είμαστε.

Είναι για το πώς κοιτάμε τους μαθητές μας στα μάτια χωρίς ενοχικά σύνδρομα και χωρίς απολογητικό ύφος.

Είναι τελικά, που το τι είναι φιλότιμο και τι αξιοπρέπεια δεν το έμαθα στα βιβλία, στα θρανία και στα αμφιθέατρα, ούτε στις πόρτες βουλευτών και βολεμένων παρτάκηδων καρεκλοκένταυρων, ούτε εκ του ασφαλούς και στα εύκολα, αλλά στα δύσκολα και για τα δύσκολα μου το έμαθε ο πατέρας μου κι αυτό το κρατάω πάντα τρανό και μέγα φυλαχτό.


Είναι ένα από τα ελάχιστα που έχω κι εγώ να κληρονομήσω στα παιδιά μου και τους μαθητές μου: Φιλότιμο κι Αξιοπρέπεια …

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

Ες αύριον τα σπουδαία;

Το γνωστό δηλαδή πολιτικό δίλημμα. Που διαρκώς επανέρχεται. Αν ο γιαλός είναι στραβός ή στραβά αρμενίζουμε. 

Καθότι ώρα πολλή το συλλογίζομαι, είμαι - νομίζω - σε θέση να αποφανθώ ότι:  
Ούτε στραβός γιαλός ούτε στραβά αρμενίζουμε. Γιατί κατά πώς λένε οι παλιοί οι ναυτικοί είναι αδύνατο να αρμενίσεις σε απόλυτη νηνεμία και με τη θάλασσα γυαλί. Και αν πάλι, επιμείνεις, πολύ φοβάμαι ότι θα καταλήξεις σαν τη γολέτα του Παπαδιαμάντη, στο Μοιρολόγι της φώκιας, που σαλπίζει το ξεκίνημα αλλά μένει συνεχώς στο ίδιο αγκυροβόλι. 
Οπότε και εγώ που δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω. Από το να φαντάζομαι τη γυναίκα με τα μαύρα στη Σονάτα του Σεληνόφωτος του Ρίτσου. Που φυσάει και ξαναφυσάει το μαντίλι της. Νομίζοντας ότι φουσκώνει τα πανιά της.
Λέω: 
Ή να κηρύξω στα καλά καθούμενα τη μητέρα των επαναστάσεων. Διασύροντας λέξεις, μαδώντας συντάξεις και γδέρνοντας νοήματα. Ώστε στο τέλος να αποκαταστήσω τις σελίδες των βιβλίων μου αναρχοαυτόνομα κρατίδια. Καγχάζοντας για τα καμώματα των ταπεινών. Και καταφρονεμένων. 
Ή να υποδυθώ τον απολύτως αδιάφορο. Με μια δόση υπεράνω. Πράγμα που όσο το σκέφτομαι μπορεί και να μου εξασφαλίσει καλύτερο πλασάρισμα στις βραχείες λίστες των κρατικών βραβείων λογοτεχνίας. 
Αλλά επειδή - επαναλαμβάνω: επειδή - θέλω να κοιτάω τις κόρες μου και τους μαθητές μου και τους ήρωες των βιβλίων μου. Στα μάτια. Όταν μου χτυπάνε όσα θα ήθελαν αλλά φοβούνται να μου πουν. Και επειδή σήμερα. Απήργησαν οι τρεις και ο κούκος. Σου λέω - έστω και αν ξέρω ότι μονολογώ - ότι:
 αύριο στις 9, 
έξω από το πρώτο λύκειο Γιαννιτσών, 
έχει πορεία. 

Ή τουλάχιστον, έτσι θέλω να ελπίζω. 

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Τα σιγανά τα ποταμάκια




Δηλώνω απολύτως ευτυχής που η πολιτική πυξίδα της χώρας κλίνει πλέον εμφανώς προς τα αριστερά, αφού κοντά στα παραδοσιακά και νεότευκτα πολιτικά κόμματα του αριστερού φάσματος προστέθηκε αίφνης και το ΠΟΤΑΜΙ. Και δεν έχω κανέναν λόγο να αμφιβάλλω για το πολιτικό του στίγμα, δεδομένης της αποκαλυπτικής δήλωσης του αρχηγού του, ότι από τα μαθητικά χρόνια αυτοπροσδιοριζόταν στον χώρο της αριστεράς. Ομολογώ δε ότι χαίρομαι για την εμπιστοσύνη με την οποίαν περιέβαλαν τα συστημικά μέσα ενημέρωσης τη δήλωση αυτή, ώστε να την αναμεταδώσουν ξανά και ξανά εις επήκοον της αμήχανης εκλογικής πελατείας της αφύτευτης ΕΛΙΑΣ, έστω και αν δεν είμαι βέβαιος ότι θα ανακοίνωναν με την ίδια ζέση την δική μου δήλωση ότι με απήγαγαν εξωγήινοι και ότι επέστρεψα στη γη σαν μετεμψυχωμένος Μαχάτμα Γκάντι.
Και δεν πολυδίνω σημασία στα κακόβουλα σχόλια που ακούγονται δεξιά και αριστερά, κυρίως αριστερά, για τα νεοφιλελεύθερα ανεμομαζώματα του ΠΟΤΑΜΙΟΥ, το πλυντήριο του Κατίδη και των λιμενικών, τη δημοσιογραφική διακριτικότητα της συνέντευξης με τον Μιχαλολιάκο, τα αντιδραστικά δημοσιεύματα του PROTAGON για την απεργία των εκπαιδευτικών και το ρόλο του γνωστού δημοσιογραφικού οργανισμού στο σχεδιασμό και τη στήριξη του νέου κόμματος. Είμαι δε σίγουρος ότι με τη δημοσιοποίηση του πολιτικού προγράμματος θα διασκεδαστούν οι τελευταίες επιφυλάξεις, θα βεβαιωθεί του αριστερού λόγου το αληθές και μια καινούρια σελίδα θα ανοίξει για τα πολιτικά πράγματα της χώρας και της Ευρώπης.
Μέχρι τότε αρκούμαι στην εικόνα. Στην οικεία εικόνα ενός ώριμου ανθρώπου που με εφηβική καλοσύνη έρχεται με το σακίδιο στην πλάτη από μακρινές δημοσιογραφικές αποστολές κουρασμένος αλλά ευγενικός, για να κάτσει δίπλα μου και να τα πούμε σαν φίλος από τα παλιά. «Καλησπέρα, καλησπέρα» μου χαμογελάει και στα αυτιά μου αντηχεί η μία και μόνη λέξη του παπαγάλου των Κατσιμιχαίων. Την ψυχή μου διαπερνάει ένα σύγκρυο για το τι θα ακολουθήσει όταν σβήσει η κάμερα, αλλά για την ώρα απολαμβάνω τη συνομιλία. Χαίρομαι την αμεσότητά του, διαισθάνομαι ότι κάτι σημαντικό κρύβεται πίσω από το στοχαστικό του ύφος, μοιράζομαι τη συντροφικότητα της τηλεοπτικής του παρέας. Στο τέλος, και ενώ μου γυρνάει την πλάτη, κάνω τον απολογισμό μου: είναι εντυπωσιακό με πόσα νερόβραστα τίποτα μπορεί κανείς να γεμίσει τον τηλεοπτικό του χρόνο, αν έχει φιλοτεχνήσει κατάλληλα την τηλεοπτική του περσόνα.



Είπα, την τηλεοπτική; Και όχι μόνο. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται πλέον για μια καμωμένη με τηλεοπτικό χρόνο πολιτική περσόνα. Να τος, λοιπόν. Που χρόνια τον ακούγαμε. Που χρόνια τον ψάχναμε. Που χρόνια τον συζητούσαμε. Ο ολοζώντανος «κύριος Κανένας». Των δημοσκοπήσεων. 


Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Μου είναι αλήθεια πολύ περίεργο. Το πώς και το γιατί. Κάποιοι επιμένουν. Εν μέσω μεταμοντερνισμού. Να αυτοπαραμυθιάζονται. Με του ρομαντισμού το κοσμοείδωλο. Για τα καθάρια τα νερά. Τα πόσιμα. Που αρδεύονται απευθείας. Από τις κρυστάλλινες πηγές. Ενόσω χορεύουν οι νεράιδες. Τη στιγμή που λαμπυρίζουν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου. Κάτω από τα κλαδιά μιας κλαίουσας ιτιάς.





Εγώ, πάλι. Το βλέπω αλλιώς. Γιατί θέλω δεν θέλω. Ξέρω. Από τότε που γεννήθηκα. Μια δρασκελιά απόσταση από το σπίτι μου στο χωριό. Μες το κουνουπαριό το καλοκαίρι. Στεκάμενα νερά που βρόμισαν. Από τα ψόφια ψάρια και τους απελπισμένους γυρίνους. Κι όταν πάλι, κατεβάζει. Νοέμβρη και Δεκέμβρη. Αδειάζουν οι βόθροι και τα νοσοκομειακά από τους παραπάνω οικισμούς. Οπότε νερόπλυμα και σκατόνερα οι φουσκάλες. Που αφρίζουν.

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Αυτο- και ετερο- αξιολογημένοι


Δύο οι απωθημένες εμπειρίες που εξ ανάγκης ανακαλώ: αφενός το πανοπτικό σύστημα διοίκησης ενός ιδιωτικού σχολείου, όπου είχα την ατυχία να λάβω το βάπτισμα του εκπαιδευτικού πυρός, και αφετέρου ο ολοκληρωτικός τρόπος διοίκησης ενός δημόσιου σχολείου, όπου είχα την ατυχία να υπηρετήσω λίγα χρόνια πριν.
Θυμάμαι ότι και στις δύο περιπτώσεις έμπαινα με σκυμμένο το κεφάλι και την ουρά στα σκέλια. Μαγκωμένος. Μετρούσα κάθε λέξη από φόβο. Με τους μαθητές διεκπεραιωτικός και με τους συναδέλφους απολύτως τυπικός. Ή σχεδόν συνωμοτικός, στις ελάχιστες περιπτώσεις που γινόταν ένα βήμα παραπάνω. Και δεν μιλάω μόνο για ό,τι συνέβαινε εντός της σχολικής μονάδας. Παντού τριγύρω ορθάνοιχτα αυτιά και αδιάκριτα μάτια. Σε τοίχους, σε θρανία, σε γραφεία, σε καφετέριες. Ένα δίκτυο προθύμων, που τότε απλώς προαισθανόμουν, με κύκλωνε ασφυκτικά. Εκ των υστέρων  αντιλήφθηκα ότι ήταν μεγαλύτερο απ' όσο θα ήθελα να νομίζω.
Οι χειρότερες χρονιές μου. Όχι από άποψη εργασιακών συνθηκών, που έκαναν σχεδόν κάθε μέρα να μοιάζει με μια μικρή ήττα ή σε ορισμένες περιπτώσεις και με μια ολοκληρωτική πανωλεθρία της κοινής λογικής, της επαγγελματικής αξιοπρέπειας και της παιδαγωγικής επιστήμης. Πρωτίστως από άποψη διδακτικού έργου, εννοώ προσφοράς προς τους μαθητές. 
Αναπόφευκτα. Δεν ήμουν - δεν μπορούσα να είμαι αφοσιωμένος. Κι ήρεμος.

Αναρωτιέμαι όμως πόσο αφοσιωμένος και ήρεμος μπορώ να είμαι από δω και πέρα. Μιλάω για τον καινούριο επιθεωρητισμό που μπάζει από το παράθυρο η αυτο- και η ετερο- αξιολόγηση της σχολικής μονάδας και του εκπαιδευτικού έργου.
Αφήνω τις ιδεολογικές μου ενστάσεις, ότι μετατίθεται η ευθύνη για τις ταξικές και λοιπές ανισότητες στις πλάτες των εκπαιδευτικών. Αφήνω τις συνδικαλιστικές μου ενστάσεις, ότι προσφέρεται μια εξαιρετική νομιμοποιητική βάση για τις απολύσεις και την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων.
Και πιάνω το κομμάτι του παιδαγωγικού κλίματος. Εννοώ την αναγκαία αφοσίωση και ηρεμία. Έχουμε και λέμε, λοιπόν. 
Με τον σχολικό σύμβουλο να ποσοτικοποιεί με δείκτες την συναισθηματική επαφή μου με τους μαθητές. Με τον διευθυντή να συνυπολογίζει στην αξιολόγησή μου τη στάση που υιοθετώ στις συνεδριάσεις του συλλόγου. Με τον συνάδελφό μου να με κοιτάει καχύποπτα κάθε φορά που μπαίνω στο γραφείο της υποδιεύθυνσης. Ένα ατέλειωτο κυνήγι χαρτούρας, μια συνεχής εξάσκηση διπλωματίας, μια ατέλειωτη τελετουργία γονυκλισίας ξανά και ξανά, με τους πιο επιτήδειους να επιπλέουν, όπως συνέβαινε πάντα, και με όλους τους άλλους να μοιράζονται εσαεί την ίδια ακριβώς αγωνία, ένταση και ανασφάλεια των υπό αξιολόγηση μαθητών της γ' λυκείου.
Πάνω από δύο αιώνες μετά το πανοπτικό του Μπέθαμ και έναν αιώνα μετά τον καφκικό πύργο, η πολιτική εξουσία οραματίζεται ξανά ανθρώπους ζόμπι. Δυο χρόνια που υπήρξα τέτοιο ζόμπι, ήταν αρκετά για να καταλάβω τον παραλογισμό της υπόθεσης. Και αν τότε είχα κάποιους συναδέλφους για να ακουμπάω κάθε φορά που ψιλοόρθωνα το ανάστημα στον παραλογισμό και στην αυθαιρεσία της μικροεξουσίας του σχολείου, τώρα δεν θα υπάρχει ούτε αυτό.
Σαλαμοποιημένοι. Τεμαχισμένοι. Αυτο- και ετερο- ενοχοποιημένοι. Εντελώς μόνοι.  

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

Αμόλα καλούμπα


Θαρρώ ότι ταιριάζει, μέρα που 'ναι, κι ας το 'χω ξανανεβάσει. Εδώ στην τελική του μορφή, με την υποσημείωση-αφιέρωση "για όλες τις σκιές που, για λίγο ακόμα, σκιάζουν τις ζωές μας"

Σκιά
Ούτε καν μορφή. Μόνο ρόλοι. Ρόλοι διοικητικοί, διεκπεραιωτικοί, τυπικοί που τους κράδαινε σαν λάβαρο πίσω από ένα σκοροφαγωμένο γραφείο μέχρι το μεσημέρι κι ύστερα τους έβγαζε νωρίς το απόγευμα βόλτα στο κέντρο της πόλης με τεντωμένο από νόμους, διατάξεις και εγκυκλίους το παράστημα σέρνοντας πίσω του μια κουστωδία από τίτλους, μεταπτυχιακά και τυχάρπαστους αυλοκόλακες. Όπως ακριβώς δένουν οι πιτσιρικάδες των φτωχογειτονιών σκουριασμένα τενεκεδάκια στο πίσω φτερό του ποδηλάτου, για να ξεσηκώνουν τον κόσμο στις ώρες κοινής ησυχίας, κι ας ήταν η δική του ησυχία καλά προστατευμένη μέσα από πόρτες ασφαλείας, ηχομονωτικά τζάμια και κατεβασμένες περσίδες, όταν αργά το βράδυ φορούσε τις ριγέ πιτζάμες και ετοιμαζόταν να ξεκουραστεί, εξασκώντας τις μαθηματικές του γνώσεις με ακριβείς υπολογισμούς της απόστασης ανάμεσα στον καναπέ και στην τηλεόραση και ξορκίζοντας με τις φωνές της οθόνης τη σιωπή που ξανά θα τον έπνιγε με ενοχλητικά όνειρα στον πιο βαθύ του ύπνο μέχρι να 'ρθει το πρωί για να τον σώσει.
Όμως κάθε φορά που τέλειωνε την καταμέτρηση των εριφίων και σήκωνε την πύλη για να τα σαλαγίσει στη νυχτερινή βοσκή τους με την αθωότητα του μικρού ποιμένα που παραφυλάει πίσω από τα βράχια ανυποψίαστες παιδούλες στο αυγουστιάτικο μπάνιο τους άκουγε μέσα στην ησυχία της νύχτας να ηχεί σαν συναγερμός το βέλασμα του ίδιου απολωλότος προβάτου. Άνοιγε τα μάτια τρομαγμένος και χωρίς να αντιλαμβάνεται αν συνεχίζει να είναι μέσα ή έξω από το όνειρο, έβρισκε τον εαυτό του να τριγυρνάει από την κρεβατοκάρα στο σαλόνι, από το σαλόνι στην κουζίνα, από την κουζίνα στην τουαλέτα, όπου πολύ νωρίς το χάραμα κατάφερνε να ανακαλύψει το πρόσωπο που αναζητούσε, αφού προηγουμένως ζεμάταγε με καυτό νερό και ξερίζωνε με κόντρα ξύρισμα όλους τους νυχτερινούς του εφιάλτες.
Ξεκινούσε μια καινούρια μέρα, όπως ακριβώς ήταν η προηγούμενη και η παραπροηγούμενη, με την ίδια τυπική καλημέρα που εκφωνούσε μπροστά στον καθρέφτη, με την ίδια λοξή ματιά που έριχνε στον ενοικιαστή του από κάτω καταστήματος και με τον ίδιο ξερό ήχο που στρίγγλιζαν τα παπούτσια του στις πλάκες του πεζοδρομίου, ενόσω κατευθυνόταν στη δουλειά με την ανάλαφρη διάθεση και με την ξέγνοιαστη χαρά μιας Καθαράς Δευτέρας που φύλαγε στη μνήμη του από το πολύ μακρινό παρελθόν, όταν κατάφερε να σηκώσει για λίγο το χαρταετό του στον αέρα, προτού καταλήξει με μπερδεμένα ζύγια πάνω στα ηλεκτροφόρα.


Αλλά τώρα, που όδευε για τη δουλειά στον ξεχαρβαλωμένο πεζόδρομο της πόλης, ένιωθε τον πιο ούριο άνεμο της ζωής του να τον ανασηκώνει από το έδαφος σαν ήταν ο ίδιος χαρταετός με το σπάγγο δεμένο στην άκρη της γραβάτας, ενώ μέσα του αντηχούσε η φωνή της συνείδησης να δίνει με ένα “αμόλα καλούμπα” το σταθερό ρυθμό στη διαδρομή μέχρι να φτάσει στην πόρτα του γραφείου.
Κι όταν τελικά έφτανε, κυριευόταν από έναν παιδιάστικο ενθουσιασμό που τον έκανε να στριφογυρνάει πάνω από τον άξονα της εργονομικής του πολυθρόνας με όλους και με όλα να στροβιλίζονται γύρω από τον εαυτό του, ώστε στο τέλος να γίνονται ένας ακατάστατος πολτός από αντικείμενα, έπιπλα, μνήμες και υφισταμένους που τα έκλεινε σε κάτι ασυνάρτητες φράσεις, όπως “το πολλαπλάσιο του μηδενός ποτέ δεν περισπάται” ή “μηδέ προ του αθροίσματος μακάριζε” ή “το αφαιρείν εστί φιλοσοφείν” ή “όταν η λήγουσα είναι μακρά, η προπαραλήγουσα ποτέ δεν διαιρείται”, χωρίς να ξέρει το νόημα ή το λόγο της σταθερής ανάκλησής τους κάθε φορά που του σερβίριζαν στις 7:39 προ μεσημβρίας έναν γλυκύ βραστό με μπόλικο καϊμάκι.
Για πέντε ολόκληρα λεπτά στεκότανε ακίνητος στην πολυθρόνα με το βλέμμα προσηλωμένο στη σκούρα επιφάνεια κι όταν πλέον βαριόταν να μετράει τις φουσκάλες, άνοιγε την ηλεκτρονική του ενημέρωση για τις αλλαγές στους νόμους, στις εγκυκλίους και τις διατάξεις ή κολακευόταν με τον πληθυντικό ευγενείας που του απηύθυναν οι συνομιλητές από το τηλέφωνο ή άφηνε τους υφισταμένους να περιμένουν σε θέση ορθοστασίας έξω από το γραφείο, ενόσω ο ίδιος αναποδογύριζε το άδειο ποτήρι με την ελπίδα ότι θα έβλεπε στα τοιχώματα έναν διάπλατο δρόμο κι ένα κεφαλαίο γράμμα που θα ταίριαζε με το όνομά του, για να σχεδιάσει το επόμενο άλμα στην ιεραρχία της διοίκησης.
Και πράγματι διέκρινε έναν διάπλατο δρόμο που οδηγούσε σε μία ορθάνοιχτη πόρτα που έκλεινε ένα μεγάλο γραφείο που διηύθυνε ένα κεφαλαίο γράμμα που σχημάτιζε το δικό του όνομα που κατείχε ανώτατη θέση, αλλά συνέχιζε παρ' όλα αυτά να ασκεί τα καθήκοντά του με την αυταπάρνηση που έδειχνε πιτσιρικάς στις αθλοπαιδιές κάθε φορά που τον έβαζαν οι φίλοι του να κάνει το διαιτητή στην μπάλα, αφού κανένας δεν τον ήθελε συμπαίκτη στην ομάδα.
Σε μια τέτοια στάση τον βρήκαν, με το χέρι τεντωμένο και τους μύες του προσώπου συσπασμένους σαν να έδειχνε κόκκινη κάρτα σε κάποιον ή σαν να ζητούσε βοήθεια από κάπου, όταν μπλέχτηκε ο χαρταετός στους βραχυκυκλωμένους νευρώνες του μυαλού του και τράκαραν τα εγκεφαλικά του κύτταρα στους δαιδαλώδεις διαδρόμους των νέων εγκυκλίων, και το μόνο που πρόλαβε να δει αφήνοντας την τελευταία του πνοή ήταν μια ξεχασμένη εικόνα από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, που ντυμένος τσολιαδάκι εφορμούσε στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου εναντίον του εχθρού με μια χάρτινη ξιφολόγχη προτεταμένη στα χέρια, κραυγάζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής του “Α Ε Ρ Α”.