Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Γιατί...

Πιο αραιά εφεξής. Και μόνον εφόσον υπάρχει λόγος.
Σοβαρός.
Αφού εδώ που τα λέμε.
Περίσσεψαν οι λέξεις, αλλά λιγοστέψαν οι ιδέες.
Σαν τις αφρισμένες φωνές.
Πού τόσο δυναμώνουν, όσο δεν έχουν τίποτα να πούνε.
Οπότε λέω.
Στον πληθωρισμό της φλυαρίας να πάψω στο εξής να θύω.
Γιατί. Είναι πού κατά βάθος.
Θέλω τις λέξεις πυγολαμπίδες. Σιωπηλές και φωτεινές.
Και να.
Που απορροφημένος στα γραφτά μου, εννοώ στα πολύ γραφτά μου.
Λέω.
Πιο αραιά εφεξής. Και μόνον εφόσον υπάρχει λόγος. Σοβαρός.
Στο μεταξύ, σάς φιλώ. Κατακούτελα.

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

Πιθανώς...

Ότι είναι μια διελκυστίνδα. Που ατέλειωτα τραβάνε. Όλο και πιο δυνατά. Οπότε πρέπει. Αν δεν θέλεις να σε πάρουν αμπάριζα. Για να σε σέρνουν. Μπρος στις τηλεοπτικές κάμερες. Σαν το πτώμα του Έκτορα. Που κι εκείνος βέβαια έπεσε. Αλλά έπεσε γενναία. Αν, λοιπόν, δε θέλεις. Βάζεις πέλμα, γόνατο, λεκάνη. Κάτι τέλος πάντων. Και νιώθεις να ματώνουν οι παλάμες σου, ενόσω μπήγονται οι σκλήθρες, και να γδέρνεται το δέρμα σου, ενόσω σε τραβολογάνε πάνω στις πέτρες, και να τεντώνονται οι φλέβες, ενόσω η καρδιά  σου χτυπάει κόκκινο.

Αλλά όπως και να 'χει, είναι κάτι στιγμές, που λες ότι άξιζε τον κόπο. Ναι, άξιζε. Κι ας πνίγηκα όλο τον υπόλοιπο καιρό μες στα σκατά. Κάθομαι λοιπόν κάτι κυριακάτικα βράδια και θυμάμαι. Τότε που άξιζε. Γιατί όταν δεν θυμάμαι δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω από το να συνεχίσω να πνίγομαι. Μες στα σκατά. Όπως τις προάλλες που πήγα στο πρώτο για ενημέρωση. Κι ένα λευκό απεργιακό δελτίο το αποτέλεσμα. Χωρίς ούτε μια αμυχή. Έτσι για ξεκάρφωμα. Για να μη με πιάνουν τα διαόλια μου. Για της μεταπολίτευσης τη χαμένη γενιά. 

Αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί. Λέω μπορεί. Να φταίει η εποχή. Που είναι τέτοια, ώστε να μην αντέχει κανείς να σταθεί ολόρθος απέναντί της. Ούτε κι εγώ βεβαίως. Οπότε. Οπότε σέρνομαι. 

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Τώρα ξέρω

Πάει χρόνια τώρα. Ξανά και ξανά η ίδια απορία. Μα γιατί πήγαιναν; 


Σαν πρόβατα επί σφαγή. Δίχως όμως το άλλοθι της άγνοιας. 


Κι όμως πήγαιναν. Μάζευαν τα μπογαλάκια, σκύβαν τα κεφάλια, μπαίναν στη σειρά και πήγαιναν. 


Κι ας ήξεραν κατά βάθος. Δεν μπορεί, παρά να ήξεραν. Ακριβέστερα, όφειλαν να ήξεραν.


Οπότε αναρωτιέμαι. Τι; Τι ήλπιζαν ότι θα κέρδιζαν ή τουλάχιστον ότι δεν θα έχαναν αν πήγαιναν; Μήπως, λέω μήπως, θα ήταν χίλιες φορές καλύτερα αν αντιστέκονταν. Έστω και συμβολικά, έστω και απελπισμένα. 



Αλλά κοιτώ γύρω μου. Δυο μνημόνια και ένα τρίτο στα σκαριά. Ίσον μια οικονομική γενοκτονία. Θαρρώ ότι όχι απλώς βρήκα την απάντηση. Πάει πολύς καιρός τώρα που τη ζω. Στο πετσί μου. Μαζί μ' ολάκερο τον τόπο.