Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Ευχές


Χρονιά ήταν και πέρασε. 
Με μικρές, μεγάλες και πελώριες απώλειες. 
Για τον καθένα, για τη δημοκρατία, για τον πολιτισμό και για τη χώρα. 
Τέτοια ξανά να μην μας βρουν. Κοιτάμε μπροστά και ελπίζουμε. Αλλιώς δεν γίνεται. 





                                      Εύχομαι το καλύτερο. Σε όλους. Για όλα. 



ΥΓ. Συγγραφική αδεία, η άδεια μου από το ιστολογείν, προκειμένου να αφοσιωθώ στο συγγράφειν. Στο επανιστολείν, λοιπόν. 


Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Για τη "Ζώνη Πυρός"




Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ΤΟ ΒΗΜΑ, 9.11.14, Η εσωτερική έρημος του εγώ


Ειρήνη Παραδεισανού, pareisakth.blogspot, 26.11.14, Ζώνη πυρός

Κώστας Καλημέρης, Η ΑΥΓΗ, 7.12.14, Βινιέτες, στιγμιότυπα και πραγματικότητα

Μιχάλης Πιτένης, pitenis.blogspot.gr/10.12.14,  Τοιχογραφία του συγκεχυμένου εγώ μας

Δημήτρης Νίκου, 11.12.14, diavasame.gr, Ζώνη Πυρός 

Μαρία Φιλίππου, 19.12.14, e-ptolemeos.gr, Ζώνη πυρός 

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Ο λύκος και το κοπάδι

Ζούμε ξανά το ίδιο επικοινωνιακό παιχνίδι, που μπορεί να εκληφθεί και σαν απομίμηση του γνωστού παραμυθιού με τον βοσκό και τον λύκο. Με τη διαφορά ότι ο δικός μας βοσκός δεν το κάνει για αστείο και ούτε είναι τόσο αθώος για την εμφάνιση του λύκου. 
Ίσα ίσα. 
Αυτή η ομοβροντία κινδυνολογικών δηλώσεων, που πυροδοτείται από εγχώριες και ευρωπαϊκές δυνάμεις της άρχουσας τάξης, από θεσμικούς και οικονομικούς παράγοντες του ελληνικού και του ευρωπαϊκού κατεστημένου, ενισχύει μέρα με τη μέρα τον κίνδυνο πιστωτικού γεγονότος που υποτίθεται ότι απεύχεται.
Κι αυτό σημαίνει: 
- ότι η αγκιστρωμένη στην εξουσία κυβέρνηση και το μπλοκ οικονομικών δυνάμεων που κρύβεται πίσω της έχουν αποφασίσει να παίξουν ακόμη και με το ενδεχόμενο της χρεοκοπίας προκειμένου να εμποδίσουν τις πολιτικές εξελίξεις που προαλείφονται, 
- ότι η ελληνική δημοκρατία κινδυνεύει με την ανοχή ή καλύτερα με την ενθάρρυνση της κυβέρνησης να καταντήσει το πτυελοδοχείο των Ευρωπαίων εταίρων, που απροκάλυπτα παρεμβαίνουν στις εσωτερικές μας υποθέσεις για να στηρίξουν τους εγχώριους πολιτικούς υφιστάμενους τους. 
Στην κλασική βεβαίως λύση ο λύκος κατασπάραξε τα πρόβατα, αλλά όσο περνάει ο καιρός πιο συμβατή με τη δική μας πραγματικότητα μου φαίνεται η εκδοχή να πάρουν τα πρόβατα στο κατόπι τον ανεύθυνο και χωρατατζή βοσκό. 








Όχι μόνο γιατί για πολλά χρόνια τα σαλαγούσε σε καμένα και κατάξερα λιβάδια αλλά κυρίως γιατί είχε ο πονηρός στήσει κρυφή συμμαχία με τον λύκο προκειμένου να κρατάει με τη φοβέρα το κοπάδι υπό την κατοχή και τον έλεγχό του. 

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Εν αρχή ήν η αρχή


1
Αριθμώ μία προς μία τις μέρες μου. Όχι σαν τους παλιούς φαντάρους του εικοσιοχτάμηνου ή σαν τους υποψήφιους συνταξιούχους ύστερα από σαράντα χρόνια εργασίας ή σαν τις έγκυες που ετοιμάζονται για καισαρική, ανάποδα. Δεν έχω κανέναν σοβαρό λόγο να τρέφω ελπίδες, να θέτω στόχους και να βάζω όρια για να τα ξεπεράσω και ό,τι εξ ανάγκης με κρατάει ακόμα είναι μια ενοχλητική συνήθεια μαζί με ένα πείσμα που βαίνει συνεχώς μειούμενο. Ότι συνεχίζω να υπάρχω, αθροίζοντας φασούλι το φασούλι είκοσι έξι, είκοσι επτά, είκοσι οκτώ και σήμερα, είκοσι εννιά δηλαδή ολάκερες μέρες.
Έτσι διάγω τον βίο μου το τελευταίο διάστημα. Με ένα θετικό πρόσημο στις ακέραιες μονάδες μου, αδιαφορώντας για την αφαίρεση, τα κλάσματα και τις υποδιαιρέσεις και η μόνη αριθμητική πράξη που παραδέχομαι επιστημονικώς πέρα από την πρόσθεση είναι οι πολλαπλασιαστικοί χτύποι του επιτοίχιου ρολογιού, που γεμίζουν τον θάλαμο με τη βεβαιότητα της κανονικής ροής που έχουν οι μέρες και οι νύχτες μου και οι νύχτες και οι μέρες μου στην ασταμάτητη διαδοχή τους όλον αυτόν τον καιρό της άπραγης ξάπλας μου.
Οπότε το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σκέφτομαι. Εννοώ να μετράω και να σκέφτομαι. Για παράδειγμα, ότι είμαι σε διακοπές και απολαμβάνω τη νωθρότητα του πολυάσχολου αστού που νοίκιασε σπίτι τρία μέτρα από τη θάλασσα μόνο και μόνο για να κοιμάται όλη μέρα· ότι υπερασπίζομαι ανυποχώρητα και παρά την κοινωνική κατακραυγή το δικαίωμα στην τεμπελιά, όπως προβλήθηκε από τα κινήματα της δεκαετίας του '70· ότι είμαι πρωτάκι του δημοτικού, που μόλις επέστρεψε από το απογευματινό παιχνίδι με τους φίλους του και ξαπλώνει ανάσκελα στο κρεβάτι για να παπαγαλίσει το αυριανό μάθημα της αριθμητικής με μια απορία ζωγραφισμένη στα μάτια.
Τελειώνουν, μαμά, ποτέ οι αριθμοί;
Χαράμισα ολόκληρη τη ζωή μου στα πιο ηλίθια πράγματα και τώρα που νιώθω την απειλή του μηδενός να με τυλίγει κάτω από το λευκό σεντόνι του κρεβατιού μου αντιλαμβάνομαι ότι μου λείπουν οι πιο κρίσιμες απαντήσεις. Ας πούμε: ποια οροσειρά πατούσε ο πολίτης Κέιν ψελλίζοντας στην τελευταία του πνοή τη λέξη χιόνι, γιατί στις στερνές του ώρες o Κοσμάς Πολίτης μιλούσε συνέχεια για μολόχες, πόσοι προσκεκλημένοι επισκέφτηκαν το κοινόβιο του Χάκκα και κυρίως αν μετά το είκοσι εννιά υπάρχει το τριάντα και αν μετά το τριάντα ακολουθεί το τριάντα ένα.
Για την ώρα μένω με την απορία. Με την απορία και με την αριθμητική μου. Μετράω νοερά με τα δάχτυλα των χεριών μου και μου βγαίνει σκάρτο κατά ένα δάχτυλο ο αριθμός τριάντα. Αντιλαμβάνομαι την κατάφωρη αδικία σε βάρος του μικρού δαχτύλου του αριστερού μου χεριού και νιώθω τις δημοκρατικές μου ευαισθησίες να αφυπνίζονται.
Ανοίγω τα μάτια, κουνάω το κεφάλι για να απαλλαγώ από το σεντόνι και σκάω ένα χαμόγελο στο ταβάνι. Θέλω να φωνάξω “φτου ξελεφτερία” για να ξορκίσω τα δαιμόνια που με φλερτάρουν και να ανανεώσω με έναν τόνο αισιοδοξίας τις αναγνωστικές προσδοκίες για το επόμενο κεφάλαιο κατά τις συνταγές της δημιουργικής γραφής που κάποτε διδάχτηκα, αλλά δεν μου βγαίνει φωνή κανονική κι ούτε ξέρω καλά καλά αν θα υπάρξει επόμενο κεφάλαιο.
Οπότε αρκούμαι σε μια συνόψιση που με θέλει ξαπλωμένο στο νοσοκομειακό κρεβάτι εδώ και είκοσι εννιά μέρες με το κορμί μου σε παράλυση και με τους νευρώνες του μυαλού μου σε αποδιοργάνωση, κατάσταση που μου επιτρέπει να παρομοιάσω τον εαυτό μου με ολόκληρη τη χρεοκοπημένη χώρα σε συνθήκες μνημονιακής διακυβέρνησης, με τη διαφορά ότι εγώ τουλάχιστον δεν τρέφω αυταπάτες για το μέλλον μου ούτε μεγαληγορώ για το παρελθόν μου ούτε αρέσκομαι να συσκοτίζω τις αιτίες ή να μεταθέτω τις ευθύνες για τα χάλια μου.
Αφού πέραν πάσης αμφιβολίας είναι διαπιστωμένο ότι πάσχω από εγκεφαλίτιδα, που μεταφράζεται σε πλήρη εκφυλισμό όλων των βιολογικών μου λειτουργιών και μάλιστα εν πλήρει συνειδήσει, πράγμα που μου παρέχει την πολυτέλεια να μπορώ να καταρτίζω ένα ακριβές χρονικό του θανάτου μου.
Προηγουμένως όμως το αναγκαίο ιστορικό:
Υπήρξε στην αρχή ένα σώμα, όχι ακριβώς σαν σώμα αλλά σαν απροσδιόριστη ιδέα από ανυπότακτα χέρια και πόδια, που κήρυξε την ορμονική του επανάσταση για να γίνει καλοσχηματισμένο, στητό και αυτοδιάθετο, και για δεκαετίες ολόκληρες προσέβλεπε σε άλλα σώματα για να πετύχει την εθνική του ολοκλήρωση, κι ήρθαν πράγματι καιροί που νόμιζε ότι σειόταν το σύμπαν από τον περήφανο βηματισμό του, έστω κι αν αποδείχτηκε εκ των υστέρων ότι βρισκόταν συνέχεια στο σημειωτόν, ενόσω μάλιστα οι ενδότερες δυνάμεις του εξύφαιναν εθνικές μειοδοσίες.
Τα λοιπά είναι λίγο πολύ γνωστά.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Ξανά για τον Ρωμανό (2)

Τίποτα παραπάνω δεν θα πω από το σχεδόν αυτονόητο, ύστερα απ' όλο αυτό το γαϊτανάκι των τροπολογιών και των υποχωρήσεων, που για άλλη μια φορά διαβάζω ότι έπεσε στο κενό:  ότι, όπως λένε στο χωριό μου, όποιος δεν θέλει να ζυμώσει πέντε μέρες κοσκινίζει.
Και στην προκειμένη περίπτωση, είναι η κυβέρνηση που ψιλοκοσκινίζει διυλίζοντας τoν κώνωπα στην περίπτωση του Ρωμανού και καταπίνοντας την κάμηλο σε πλείστες άλλες, αφού πάνω στο λιωμένο σώμα του απεργού πείνας διακυβεύεται το ακροδεξιό και χρυσαυγίτικο εκλογικό ακροατήριο της ΝΔ. 
Κατά τα λοιπά, όλα τα νομικίστικα τερτίπια που κάθε φορά ορθώνονται είναι για το φαίνεσθαι, πίσω από το οποίο κρύβεται το απαξιωτικό ύφος ενός πρωθυπουργού που αρνείται να εκφέρει ακόμη και το όνομα "του νεαρού με τα καλάσνικοφ".  
Έτσι ήταν από την αρχή, έτσι συνεχίζει πολύ περισσότερο τώρα. Καιρός λοιπόν να το αντιληφθούν και οι τελευταίοι διστακτικοί αλλά καλοπροαίρετοι: 
ότι οι κυβερνώντες μας τζογάρουν τα πολιτικά τους ρέστα παίζοντας στα ζάρια τη ζωή του Ρωμανού. 




Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Ξανά για τον Ρωμανό

Έχουν σχεδόν ειπωθεί τα πάντα: από τον ίδιο τον Ρωμανό, από τους γονείς του, από συγκρατούμενους, από πολιτικούς, από δημοσιογράφους, από αλληλέγγυους και από μη αλληλέγγυους. 
Και τώρα που οτιδήποτε καινούριο γράφεται ή λέγεται, όπως το κείμενο τούτο δω, είναι καταδικασμένο να αναμασά και να αναπαράγει τα χιλιοειπωμένα ή στη χειρότερη περίπτωση να τραβάει από τα μαλλιά τη συζήτηση σε κάτι ανούσιες υπολεπτομέρειες - όπως αν φοίτησε σε ιδιωτικό σχολείο ή αν το συγκεκριμένο ΤΕΙ συστοιχεί με την πολιτική του ιδεολογία ή αν συντάσσει ο ίδιος τα κείμενα που υπογράφει -, νιώθω την ανάγκη να συμμαζέψω τη σκέψη μου απ' όλο αυτό το τρολάρισμα της ηλεκτρονικής προβοκάτσιας, όπου άκοντες εκόντες συμμετέχουν και ορισμένοι μη κακοπροαίρετοι. 
Να συμμαζέψω -είπα- τη σκέψη μου, μπας και καταφέρω να συλλάβω το μεγαλείο μιας ύψιστης πολιτικής χειρονομίας, όμοια μ' αυτή που μνημείωνε κάποτε αποσβολωμένος ο Σινόπουλος στον Καιόμενό του, αλλά έμελλε τώρα να κακοποιηθεί δημοσίως από μια καταρρέουσα κυβέρνηση προς αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης, να αποτελέσει πεδίον λαμπρής δόξης για τους νέους Πόντιους Πιλάτους της πολιτικής και δικαστικής εξουσίας και να καταλήξει βορρά στα πληκτρολόγια των κάθε λογής ανυποψίαστων.




Σημεία των καιρών. 

Όπως και η εικόνα των πεινασμένων και παγωμένων Σύριων προσφύγων που, κατά τη γνωστή ρήση του ραδιοφωνικού παραγωγού, χαλάει με την κουρελαρία της το χριστουγεννιάτικο στολισμό του Συντάγματος ή η εικόνα των επιτιθέμενων στο περίπτερο δυνάμεων καταστολής που είναι, κατά τον Αδώνιδα, απολύτως σύμφωνη με την προστασία της δημόσιας ασφάλειας ή η εικόνα μιας ευρωπαϊκής κυβέρνησης που δίχως κανένα κοινωνικό έρεισμα συνεχίζει να υπάρχει χάριν της κρατικής καταστολής και του κοινωνικού εκφοβισμού.
Αλλά στην περίπτωση του Ρωμανού συμβαίνει κάτι πολύ παραπάνω από τον εξόφθαλμο βιασμό της κοινής λογικής στην οποία μας υποβάλλει καθημερινά η κυρίαρχη ιδεολογία. Γιατί από μια αλυσίδα συμβάντων ο Ρωμανός εξελίχτηκε με ή χωρίς τη θέλησή του σε κάτι πολύ παραπάνω απ' ό,τι τα είκοσι ένα του χρόνια θα του επέτρεπαν να είναι. Εννοώ αναδείχτηκε σε εκφραστή της ελπίδας, της απορίας, της διάψευσης και της οργής μιας ολόκληρης γενιάς που ξύπνησε απότομα από τα ροζ συννεφάκια της σημιτικής και καραμανλικής διακυβέρνησης την 6η κάποιου Δεκέμβρη και είδε εδώ και πέντε χρόνια την καθημερινότητά της να διαλύεται και τα δικαιώματά της να συντρίβονται, αλλά επιμένει να διεκδικεί τη θέση, τον ρόλο και τη ζωή που της αξίζει.
Ως τέτοιος έχει αναπόφευκτα εξελιχτεί σε σύμβολο. Που δεν πρέπει να περιμένουμε να πεθάνει για να το αγιοποιήσουμε.

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Ο νέος λουδισμός

Δεν έχει ακόμη ξεθυμάνει ο ενθουσιασμός που σκόρπισε η ηλεκτρονική επανάσταση στα πρώτα της βήματα, και δεν ήταν βέβαια λίγοι εκείνοι που διείδαν στις σελίδες της κοινωνικής δικτύωσης, στα forum ανταλλαγής απόψεων και στα προσωπικά ιστολόγια το ιδανικό της δημοκρατίας να υλοποιείται έμπρακτα μέσα από την ανεμπόδιστη διακίνηση ιδεών, τη μετεξέλιξη  του παθητικού δέκτη σε σκεπτόμενο πομπό και την επανέξοδο του αποκομμένου ατόμου στο πολιτικό προσκήνιο.
Δικαιολογημένη αντίδραση μιας κοινωνίας που βρέθηκε να παράγει, να κρίνει και να διακινεί λόγο χωρίς τα θεσμικά φίλτρα που μέχρι εκείνη τη στιγμή την κρατούσαν - εξαιρώντας τις συλλογικές μορφές αντίστασης - στην αδράνεια και στη σιωπή. Ό,τι λοιπόν συνέβη μέχρι τώρα μοιάζει με τις ασυνάρτητες λεξούλες που ψελλίζει ασταμάτητα το βρέφος, για να ξορκίσει τη σιγή και να δηλώσει την παρουσία του: από τις πιο ανόητες απόψεις μέχρι τις πιο ενδιαφέρουσες θέσεις, από την πιο ακατάστατη γραφή μέχρι την πιο απαιτητική, από τις πιο συντηρητικές ιδεολογίες μέχρι τις πιο πρωτοποριακές, τα πάντα πλέον διακινούνται, έτσι που στη χωρική διάσταση της οθόνης όλοι - καθημερινοί άνθρωποι και σημαίνοντες πολιτικοί, άγνωστοι γραφιάδες και καταξιωμένοι λογοτέχνες, ανήλικοι χρήστες και αργόσχολοι συνταξιούχοι - να συναγωνίζονται επί ίσοις όροις σε ένα καθεστώς απόλυτης ελευθερίας, που κάποιοι βιάστηκαν να ονομάζουν εφαρμοσμένη αναρχία. 
Και βιάστηκαν με την ίδια ακριβώς βιασύνη, που χαρακτηρίζει κάθε θετικιστική αντίληψη της επιστημονικοτεχνικής προόδου, που αποκόπτοντας την από το κοινωνικό γίγνεσθαι, το κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς, τους συσχετισμούς εξουσίας, τις ιδεολογικές συνισταμένες αποδίδει στις επιστημονικές ανακαλύψεις και στα τεχνικά μέσα έναν σχεδόν μεσσιανικό ρόλο για την επί γης ελευθερία, δημοκρατία και ευημερία. Όμως παρ' όλες τις αρχικές ψευδαισθήσεις, κανένα μέσο δεν είναι ουδέτερο, κανένα μέσο δεν μπορεί ερήμην των κοινωνικών υποκειμένων και του κοινωνικού αγώνα να βελτιώσει τις συνθήκες, κανένα μέσο δεν έχει την ικανότητα να αλλάξει προς το καλύτερο τις σχέσεις εξουσίας: όπως η βιομηχανική επανάσταση, όπως η ηλεκτρική ενέργεια, όπως τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, έτσι και η ηλεκτρονική τεχνολογία διασταυρώνει, αναπαράγει και προάγει ταξικούς, οικονομικούς και πολιτικούς προσδιορισμούς με δεδομένη τη (νομική, και όχι μόνο) θέση ισχύος της εξουσίας.
Αλλά τώρα που πληθαίνουν τα πειστήρια αυτής της ισχύος - από τα σκάνδαλα των υποκλοπών, την ηλεκτρονική παρακολούθηση των χρηστών, τις νέες κατευθυντήριες γραμμές του Facebook για τα πνευματικά δικαιώματα των χρηστών κτλ. κτλ.- βλέπω να ελλοχεύει ο κίνδυνος μιας άλλης υπερβολής: αυτή της αδιάλλακτης απόρριψης που κλείνει αρκετούς λογαριασμούς χρηστών ως έκφραση αντίδρασης στην πολιτική του fb, με έναν τρόπο που ανακαλεί το κίνημα των λουδιστών, των απελπισμένων δηλαδή εργαζομένων της αγγλικής υφαντουργίας του  19ου αι. που κατέστρεφαν τις μηχανές για να μη χάσουν τη δουλειά τους. 


Από την άλλη, εγείρεται ο εξής προβληματισμός: όποιος απορρίπτει το μέσο που του δίνει τη δυνατότητα δημόσιας έκφρασης αυτής της απόρριψης, δεν θα ήταν προτιμότερο είτε να πάψει να το αξιοποιεί είτε να πάψει να το απορρίπτει; 
Ούτε το ένα ούτε το άλλο. 
Ο ηλεκτρονικός χώρος, όπως κάθε άλλος κοινωνικός χώρος, είναι ένα πεδίο ιδεολογικής μάχης, με προειλημμένους βεβαίως τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά όχι με προειλημμένο το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης. Δεν τρέφω την αφελή αυταπάτη μιας εκ θεμελίων ανατροπής, αλλά θαρρώ ότι κάποιες από τις διαρραφές του ηλεκτρονικού ιστού μπορούν συναρτήσει πολλών παραγόντων να χαλαρώσουν προς όφελος της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων.
Γι' αυτό άλλωστε συνεχίζω.  

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Γιατί "όλα είναι δρόμος"

Ακούω παντού την γκρίνια τους. Στο σχολείο, στο καφενείο, στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς, στο δρόμο. Απλοί, καθημερινοί άνθρωποι που μέχρι τώρα σώπαιναν, ύστερα άρχισαν να ψιθυρίζουν και τώρα τελευταία να μιλάνε. Να μιλάνε ακατάσχετα για:

- το νέο προϋπολογισμό λιτότητας που επαναλαμβάνει την ίδια συνταγή αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου προς όφελος των δανειστών και της ανώτερης αστικής τάξης,

- τις κόκκινες γραμμές διαπραγμάτευσης που γι' άλλη μια φορά γελοιοποιούνται και το ανέκδοτο της εξόδου από το μνημόνιο που συνεχίζει ακόμη να διασκεδάζει τις διεθνείς αγορές,

- το εμφυλιοπολεμικό κλίμα που καλλιεργεί η κυβερνητική ηγεσία, προκειμένου να συγκαλύψει τα πολιτικά της λάθη και να κερδίσει χρόνο για το πολιτικό προσωπικό της, 

- τις ευγενείς χορηγίες της γαλλικής στρατιωτικής βιομηχανίας, του εφοπλιστικού κεφαλαίου και των ιδιωτών παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας στους κατ' επάγγελμα εθνοσωτήρες της ακροδεξιάς δράκας,  

την απροκάλυπτη βία της κρατικής καταστολής, που οδηγεί στην ποινικοποίηση των κοινωνικών αγώνων και εγκαθιδρύει καθεστώς αστυνομοκρατίας, αυθαιρεσίας και φόβου, 

- τις μεσαιωνικές συνθήκες εργασίας και αμοιβής που κρύβονται πίσω από τις νεοφιλελεύθερες μεγαλοστομίες για την αναδιάρθρωση της οικονομίας, 

το βραχνά της φτώχειας και της ανεργίας που περισφίγγει τα περισσότερα ελληνικά νοικοκυριά και εξαναγκάζει τη νέα γενιά σε μετανάστευση.

Αλλά επειδή δεν αρκούν τα λόγια,  

την Πέμπτη 27/11 έχουμε απεργία. 




Κι είναι ευκαιρία και ευθύνη του καθένα μας και όλων μαζί. Να ξαναβρεθούμε στον δρόμο, αθροίζοντας τους μονολόγους μας σε συλλογική πράξη αντίστασης. 

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Οι "καλά τους κάνανε" τουρίστες

Σαν τα στεφάνια που καταθέτει η Χρυσή Αυγή στους τόπους μαρτυρίου, στο Κοντομαρί, στο Δίστομο, στο Μεσόβουνο, στα Γιαννιτσά, στον Χορτιάτη. Με τον εκπρόσωπό της σε στάση προσοχής να απονέμει τιμή στα αθώα θύματα, ενόσω κλείνει συνωμοτικά το μάτι στους ξένους και ντόπιους θύτες. Μια "μεγαλόψυχη" χειρονομία "συμφιλίωσης" στην καθημερινή μάχη των σημείων, που έλκει την καταγωγή της από τον "καλά τους κάνανε τουρίστα" του Γιώργου Ιωάννου μπροστά στα φρεσκοσκαμμένα μνήματα των Καλαβρύτων, και υλοποιεί επιτυχέστερα την ιδεολογική της λειτουργία απ' ό,τι οι εκδηλώσεις μίσους στο Γράμμο και στο Βίτσι. 
Γιατί, ως γνωστόν, το να καμώνεσαι ότι τιμάς τον νεκρό που εχθρεύεσαι είναι ο καλύτερος τρόπος για να διασύρεις την επέτειο της μνήμης του. 
Δεν θυμάμαι άλλη επέτειο του Πολυτεχνείου σε τόσο εχθρικό και αφιλόξενο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. Ούτε όταν η αστυνομία του Ράλλη επιβεβαίωνε στα κεφάλια της Σταματίνας Κανελλοπούλου και του Ιάκωβου Κουμή τη συνέχεια του χουντικού κράτους ούτε όταν διαλύονταν στα χυμένα μυαλά του Μιχάλη Καλτεζά οι ψευδαισθήσεις της παπανδρεϊκής αλλαγής. 
Αναρωτιέμαι αν ο αγορητής του κοινοβουλίου που ανακάλυψε δυνάμει τρομοκράτες πίσω από τους διαδηλωτές, αν τα κλεισμένα μικρόφωνα της Βουλής προς απαγόρευση του ενοχλητικού αντιλόγου, αν η εκφοβιστική επίδειξη κρατικής βίας στα σπασμένα κεφάλια των φοιτητών, αν το προληπτικό κλείσιμο πανεπιστημιακών σχολών, αν η αφόρητη αστυνομοκρατία του αθηναϊκού κέντρου, αν το ναπολεόντειο ύφος κάποιων πρυτάνεων, αν η συντεταγμένη μονοφωνία των συστημικών μέσων ενημέρωσης περιποιούν τιμή στη μνήμη των νεκρών του Πολυτεχνείου ή στο τεντωμένο χέρι του Ντερτιλή που σημαδεύει με το περίστροφο το κεφάλι του Μιχάλη Μυρογιάννη  και επαίρεται μετά για την ευστοχία του.



Ο διασυρμός βέβαια του Πολυτεχνείου καλά κρατεί εδώ και δεκαετίες. Αλλά ειδικά φέτος το λουλουδάκι που θα αποτεθεί από ορισμένους πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής στο κομμένο κεφάλι της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, αν δεν έχει μια υπόγεια ομοιότητα με τα στεφάνια της Χρυσής Αυγής, αποτελεί τη συμβολική πράξη ενταφιασμού ενός ενοχλητικού πτώματος, που επανέρχεται τον τελευταίο καιρό πιο ζωντανό από ποτέ άλλοτε  για άλλους σαν εφιάλτης και για άλλους σαν ελπίδα. 

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Ω, τι κόσμος παππού!

Επειδή το θέμα θα περάσει στα ψιλά. Στα πολύ ψιλά. 




Έχουμε λοιπόν και λέμε:
Υπάρχουν εταιρείες. Πολυεθνικές, ή τρόπον τινά πολυεθνικές, ανάμεσά τους και ορισμένες ελληνικές. Που, όπως φάνηκε, απολαμβάνουν ευνοϊκές φορολογικές ρυθμίσεις. Συνεπεία μυστικών και σκανδαλωδών, κατά την κοινή λογική, συμφωνιών. Η οποία κοινή λογική τελεί σε απόλυτη άγνοια. Και στέκεται ενοχική απέναντι στο οικονομικό θαύμα, την διοικητική διαφάνεια και την πολιτική σταθερότητα του Λουξεμβούργου. Που λίγο καιρό πρωτύτερα κουνούσε μαζί με άλλες ευρωπαϊκές χώρες το χέρι στην Κύπρο. Και μάλιστα πολύ επιδεικτικά. Γιατί, λέει, είναι ο τραπεζικός παράδεισος της μεγάλης φοροδιαφυγής. 
Αλλά για να είμαι δίκαιος, σημειώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει κανένα σκάνδαλο. Ούτε καν θέμα. Καθότι όλα νόμιμα. Έστω και πολύ πλαγίως. Κατά τη γνωστή βουλγαράκια ρήση, "ηθικόν το νόμιμον". 
Οπότε δεν χρειάζεται. Δεν χρειάζεται τίποτα. Ούτε έρευνες ούτε διώξεις ούτε πρόστιμα.  
Μπορεί ανενόχλητος ο Ζαν Γκλοντ Γιούγκερ να προωθεί το σπουδαίο έργο του για την αποκατάσταση της σταθερότητας στην Ευρώπη, κατά πώς έπραξε και στο Λουξεμβούργο. 
Μπορεί ανεμπόδιστος ο Υπουργός Οικονομικών της χώρας μας να αθροίζει λογιστικά νούμερα για να μας πείσει ότι παρήλθε η εποχή της κρίσης. 
Μπορεί απερίσπαστο το ΣΔΟΕ να συνεχίζει την έρευνα της λίστας Λαγκάρντ και να παραπέμπει στον εισαγγελέα τους μεγαλοφοροφυγάδες. 
Οπότε, λογικά, μπορούν και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης να εξακολουθούν το κυνήγι των μικροοφειλετών του ΤΕΒΕ ή των τσαμπατζήδων των τραπεζών ή των διεφθαρμένων του δημοσίου ή των τεμπέληδων της τοπικής αυτοδιοίκησης για να ξαναστήσουν την χώρα στα πόδια της. 
Καθότι ως γνωστόν αυτοί τη γονάτισαν. Βεβαίως. 


Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Οι ανυποχώρητοι

Η ίδια παλιά ιστορία σε επανάληψη. Με τον Γολιάθ και τον Δαβίδ. Ή αν προτιμάτε, η άλλη εκδοχή, η εικονογραφημένη. Με το γαλατικό χωριό. Που ανθίσταται. 
Και επιμένει σε πείσμα των εμφύλιων σπαραγμών, των παρασκηνιακών διαπραγματεύσεων και του πολιτικού καιροσκοπισμού. Των γειτόνων και των από αέρος συμμάχων, που τους ήθελαν/είχαν για ξεγραμμένους. 





Το Κομπάνι, λοιπόν. Μια φούχτα αμετακίνητων. Που υπερασπίζεται μια ανύπαρκτη αλλά ελεύθερη πατρίδα.  Δείχνοντας πώς από το τίποτα γεννιούνται σύμβολα. Και οράματα. Και αξίες. Ακόμη και μέσα στη μεταμοντέρνα σύγχυση και τη σκυμμένη καθημερινότητά μας. 




Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Λόγος αλληγορικός

Πολύ απολαμβάνω με την επισκεψιμότητα του ιστολογίου που με οδηγεί αρκετά συχνά σε διάδικες αναρτήσεις. 

Λέω, λοιπόν: ό,τι και αν ψάχνεις, όσο κι αν ψάχνεις, από χρόνια τώρα που ασκώ τη γλώσσα της αλληγορίας, πειστήρια δεν πρόκειται να βρεις Το αυτό και απ' τα βιβλία μου. Έστω και αν δεόντως σε τιμώ στο τελευταίο με ολόκληρο κεφάλαιο. Το κακό είναι ότι ούτε ίχνη σκιών δεν είσαι σε θέση να αναγνωρίσεις. Στο μεταξύ, συνέχισε να ψάχνεις. 
Ίσως κι αυτό, να 'ναι μια κάποια λύσις.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Παρουσιάσεις

ΖΩΝΗ ΠΥΡΟΣ
Το ΟΞΥΓΟΝΟ (Ολύμπου 81, Θεσσαλονίκη) και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέας συλλογής διηγημάτων του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη
ΖΩΝΗ ΠΥΡΟΣ
την Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014,
στις 8 μ.μ.
Για το βιβλίο θα μιλήσει ο Κώστας Καλημέρης, κριτικός λογοτεχνίας
Ο συγγραφέας, Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, θα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο και θα συνομιλήσει με το κοινό και η Δήμητρα Μιμίκου θα πλαισιώσει μουσικά τη βραδιά. 

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Πού βρίσκεται το σημείο επαφής ανάμεσα στη μοναχική περιπέτεια της γραφής και την κρίση της μέσης ηλικίας; Στο ατέλειωτο ερωτικό παιχνίδι των φύλων και στο υπαρξιακό άγος της φθοράς; Στη μνημονιακή διάλυση του κοινωνικού ιστού και στην αποκαθήλωση του ευρωπαϊκού οράματος; Στην υπονόμευση των δημοκρατικών κατακτήσεων και στον φασισμό του νεοναζισμού;
Ο συγγραφέας αναζητεί την απάντηση στη διακεκαυμένη ζώνη πυρός του παρόντος, όπου τα ίδια αρχέγονα ερωτήματα επανέρχονται ακόμα πιο επιτακτικά.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε το 1970 στα Γιαννιτσά. Είναι φιλόλογος και εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τρία ακόμα λογοτεχνικά βιβλία, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ: Τρεις μνήμες και δύο ζωές (2005), Το παραμύθι του ύπνου (2008), Αστοχία υλικού (2010).

Επίσης:
Η Α΄ ΕΛΜΕ Πέλλας και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση
του νέου βιβλίου του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη
ΖΩΝΗ ΠΥΡΟΣ
την Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014, στις 6 μ.μ.,
στο καφέ «Τέσσερις Εποχές» στο Βαρόσι, στην Έδεσσα
.
Για το βιβλίο θα μιλήσει ο κριτικός λογοτεχνίας Κώστας Καλημέρης.
Ο συγγραφέας θα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο
και θα συνομιλήσει με το κοινό.
και...
Ο Σύλλογος Φίλων Βιβλίου Πέλλας, η Β΄ ΕΛΜΕ Πέλλας
και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

σας προσκαλούν στην παρουσίαση
του νέου βιβλίου του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη
ΖΩΝΗ ΠΥΡΟΣ
το Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014, στις 8 μ.μ.,
στην Αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου και Εκδηλώσεων
του Δημοτικού Μεγάρου Πέλλας
(Χατζηδημητρίου και Εθνικής Αντίστασης, Γιαννιτσά).
Για το βιβλίο θα μιλήσει ο κριτικός λογοτεχνίας Κώστας Καλημέρης.
Ο συγγραφέας θα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο
και θα συνομιλήσει με το κοινό.
Συμμετέχει το Μουσικό Σχολείο Γιαννιτσών

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Ζώνη Πυρός



Ζώνη πυρός

Ζώνη πυρός, Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Συλλογή διηγημάτων, σελ. 109, εκδ. Μεταίχμιο, 2 Οκτωβρίου 2014


Πού βρίσκεται το σημείο επαφής ανάμεσα στη μοναχική περιπέτεια της γραφής και την κρίση της μέσης ηλικίας; Στο ατέλειωτο ερωτικό παιχνίδι των φύλων και στο υπαρξιακό άγος της φθοράς; Στη μνημονιακή διάλυση του κοινωνικού ιστού και στην αποκαθήλωση του ευρωπαϊκού οράματος; Στην υπονόμευση των δημοκρατικών κατακτήσεων και στον φασισμό του νεοναζισμού; 
Ο συγγραφέας αναζητεί την απάντηση στη διακεκαυμένη ζώνη πυρός του παρόντος, όπου τα ίδια αρχέγονα ερωτήματα επανέρχονται πιο επιτακτικά.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Η διδασκαλία και εξέταση των φιλολογικών μαθημάτων



Μνημείο παλινωδιών ό,τι συμβαίνει στα φιλολογικά μαθήματα, και δη στη Νέα Ελληνική Γλώσσα και στη Νεοελληνική Λογοτεχνία: οδηγίες διδασκαλίας (αναφέρομαι στις περσινές) που εν μέρει ξηλώθηκαν από εγκυκλίους και προεδρικά διατάγματα και νέες οδηγίες διδασκαλίας (αναφέρομαι στις φετινές) που εν μέρει ξηλώνονται από τις οδηγίες για την εξεταστέα ύλη. 
Εξηγούμαι:
- Στη γλώσσα (α) από το μετασχηματισμό κειμένου ως βασική άσκηση της παραγωγής λόγου, (β) από το δεύτερο κείμενο αναφοράς που θα μπορούσε να είναι εικόνα, φωτογραφία ή σκίτσο και (γ) από την ανοιχτή ύλη που θα εναπόκειτο στην επιλογή του διδάσκοντα και θα αντλούνταν από ποικίλους πόρους οδηγούμαστε σε μια παραλλαγή του προηγούμενου συστήματος με κάποιες τροποποιήσεις. Που σημαίνει ότι μετατίθεται στις καλένδες ο μετασχηματισμός κειμένου, ότι ένα, κατά κανόνα, και όχι πολυτροπικό είναι το αφετηριακό κείμενο και ότι η ύλη συνδέεται πάλι στενά με τις σελίδες του σχολικού βιβλίου.
- Στη λογοτεχνία (α) ορισμένες από τις ερωτήσεις (π.χ. ομοιοκαταληξία, μέτρο κλπ.) της Τράπεζας Θεμάτων απομακρύνονται από τη νέα φιλοσοφία του προγράμματος διδασκαλίας και (β) από τις τρεις διδακτικές ενότητες με την ανοιχτή ύλη της πρώτης λυκείου επανερχόμαστε στη δευτέρα λυκείου στη γνωστή συνταγή των δεκαέξι τουλάχιστον ποιητικών και πεζών κειμένων. Που σημαίνει ότι η Τράπεζα Θεμάτων και οι νέες οδηγίες για την εξέταση του μαθήματος ξανακλείνουν συνωμοτικά το μάτι στην καθιερωμένη σχολιογραφική και ερμηνευτική μέθοδο ανάλυσης του λογοτεχνικού κειμένου, υπονομεύοντας τη δυνατότητα ερευνητικής μάθησης και το μοντέλο των πρότζεκτ στη διδασκαλία του μαθήματος.
Εν πάση περιπτώσει, ό,τι συμβαίνει στο εκπαιδευτικό φιλολογικό αντικείμενο μοιάζει αντανάκλαση όσων συμβαίνουν στη χώρα: ένα ετοιμόρροπο γιοφύρι που χτίζεται και γκρεμίζεται μέχρι να βρεθούν τα εξιλαστήρια θύματα που θα θυσιαστούν για να στεριώσουν οι νέοι συσχετισμοί εξουσίας – αν στεριώσουν. 
Αναφέρομαι στην έλλειψη επιστημονικής θεμελίωσης, εκπαιδευτικής συνέπειας και πολιτικής βούλησης στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση των αλλαγών διδασκαλίας και εξέτασης των μαθημάτων, ειδικά των φιλολογικών, με αποτέλεσμα η όποια προσπάθεια διαφοροποίησης να ανακοινώνεται με μεγαλόστομες διακηρύξεις και ακολούθως να παραδίδεται αμαχητί σε μεγάλες διαψεύσεις, απ’ όπου μόνη αλώβητη βγαίνει τελικά η λογική της ποσοτικοποίησης, που υποβιβάζει τη γνώση σε πληροφορία και τη μάθηση σε εκπαίδευση.
Ό,τι μένει πέρα από τη διάψευση είναι το αίσθημα της γενικευμένης ανασφάλειας, που επιδεινώνεται και από την Τράπεζα Θεμάτων, καθώς εκπαιδευτικοί και μαθητές πλέουν σε πελάγη ασάφειας όσον αφορά το τι και το πώς θα το διδάξουν ή θα το διδαχτούν με χαρακτηριστικότερο το παράδειγμα της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, που αλλιώς διδάχτηκε και αλλιώς εξετάστηκε από την Τράπεζα θεμάτων την περσινή χρονιά, και της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, που αλλιώς διδάχτηκε την περσινή χρονιά και αλλιώς θα διδαχτεί τη φετινή – εκτός και αν επίκεινται νέοι δυσάρεστοι αιφνιδιασμοί. 

Γιατί τίποτα πλέον δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, πέρα από την ηχηρή σιωπή του εκπαιδευτικού (και όχι μόνο) κόσμου. 

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΛΥΚΕΙΟ ΣΗΜΕΡΑ


Το νέο πλαίσιο διδασκαλίας και αξιολόγησης – Η Τράπεζα Θεμάτων
Η διδακτική πρακτική

Ενημερωτική συνάντηση για φιλολόγους

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014, στις 7 μ.μ.




Από το 2011 έχουν γίνει μεγάλες αλλαγές στα Προγράμματα Σπουδών της Α΄ Λυκείου για τα φιλολογικά μαθήματα, κυρίως στα Αρχαία, τη Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, καθώς και στον τρόπο αξιολόγησής τους. Το 2012 υπήρξαν τροποποιήσεις και δόθηκαν νέες οδηγίες στα Αρχαία και τη Λογοτεχνία, ενώ από το 2013 καθιερώθηκε νέος τρόπος αξιολόγησης με βάση Τράπεζα Θεμάτων, η οποία εφαρμόστηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 2014.

Το ΟΞΥΓΟΝΟ και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ διοργανώνουν ενημερωτική συνάντηση για τους φιλολόγους, με στόχο την ενημέρωσή τους για τους νέους τρόπους διδακτικής και αξιολόγησης και με βασικούς άξονες:
  • το νέο πλαίσιο διδασκαλίας και αξιολόγησης των φιλολογικών μαθημάτων,
  • τις προδιαγραφές και απαιτήσεις της Τράπεζας Θεμάτων,
  • μεθοδολογικές οδηγίες και εργαλεία, νέες διδακτικές πρακτικές και κριτήρια αξιολόγησης για εκπαιδευτικούς και μαθητές σε όλα τα φιλολογικά μαθήματα.

Την ενημέρωση θα κάνουν οι φιλόλογοι Αντώνης ΜπιτσιάνηςΔημήτρης Σφακιανάκης και Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, συγγραφείς των νέων εκπαιδευτικών βοηθημάτων για την Α΄ Λυκείου.

Σας περιμένουμε την Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014, στις 7 μ.μ., στο ΟΞΥΓΟΝΟ (Ολύμπου 81, Θεσσαλονίκη), για να συζητήσουμε για τα παραπάνω ζητήματα, να προβληματιστούμε και να ανταλλάξουμε απόψεις.

Θα δοθούν στους εκπαιδευτικούς δωρεάν εκπαιδευτικά βοηθήματα Λυκείου.

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ
ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΔΗΛΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
ΘΑ ΤΗΡΗΘΕΙ ΣΕΙΡΑ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ

Δηλώσεις συμμετοχής στο e-mail: info@oxygono-metaixmio.gr (με την ένδειξη ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΦΙΛΟΛΟΓΟΥΣ). Απαραίτητα στοιχεία: ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο, e-mail.

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Ψάχνω μια ακόμη λέξη


Ψάχνω μια λέξη” ονόμασα τη συμμετοχή μου στο πνευματικό μνημόσυνο της Έλλης που διοργάνωσε ο Πάνος το 2009 στην Κατερίνη, για να καταλήξω στην έννοια της γλυκύτητας εντός της οποίας έκλεισα τη δική μου, μικρή ομολογουμένως, εμπειρία από την Πετρίδου-Εμμανουηλίδου. 
Πέντε χρόνια μετά βρίσκω τον εαυτό μου στην ίδια δύσκολη θέση: να ψάχνω μια ακόμη λέξη. Για τον Πάνο, τούτη τη φορά.


Τον θυμάμαι πάντα κάτω από το κιόσκι. Στην κορυφή του Κούκου. Να αγναντεύει από ψηλά τη φωτισμένη Θεσσαλονίκη. Ήρεμος και εκρηκτικός. Διαλλακτικός και απόλυτος. Συγκαταβατικός και εμμονικός.  Χειρώνακτας και διανοούμενος. Ιεροψάλτης και αριστερός.
Που πάει να πει, μια διαρκής αντίφαση σε μόνιμη αντίστιξη με το χωριό που επέλεξε για τελευταίο ερημητήριό του. Χρειάστηκε πολύς καιρός να καταλάβω το πώς και το γιατί – και τώρα που το σκέφτομαι ίσως και να 'ταν το τίμημα της δικής μου ωρίμανσης, που μέχρι να 'ρθει μού στέρησε πολλές τέτοιες συναντήσεις κάτω από το κιόσκι.
Όχι ευθείες γραμμές ούτε αμβλείες γωνίες ούτε γεωμετρικοί κύκλοι· ένα ατέλειωτο ζικ ζακ οι σημαντικοί άνθρωποι, μια λαβυρινθώδης διαδρομή, μια ακανόνιστη πορεία. Κι όχι σε ασφαλτοστρωμένες λεωφόρους και σε εθνικές οδούς αλλά σε σκονισμένους χωματόδρομους και απόκρημνα μονοπάτια. Δεν γίνεται, αλλιώς. Ο κανόνας της αριστοτελικής μεσότητας βρίσκει εδώ την πιο ισχυρή διάψευσή του: απ' την παραβίαση της μεσότητας τελεσιουργείται η πνευματική δημιουργία και σμιλεύεται η ανθρώπινη αξία.
Πάντα επ' ωφελία μας.
Γι' αυτό ακριβώς στεκόμουν μπροστά στον Πάνο σαν αμήχανο μαθητούδι. Μάθαινα απ' τα βιβλία, μάθαινα απ' τα λόγια, μάθαινα απ' τις σιωπές, μάθαινα απ' τις ιδιοτροπίες του. Γιατί ήταν δάσκαλος. Και στα γραφτά και στη ζωή. Και μάλιστα μέχρι στα πολύ στερνά, ακόμη και στα πιο δύσκολα. Θυμάμαι τον αμίλητο πόνο που τον κατέτρωγε στη διάρκεια της ασθένειας της Έλλης και την αξιοπρέπεια με την οποία αντιμετώπισε τη δική του ασθένεια. Όπως δεν πληροφορηθήκαμε τίποτα για την Έλλη, έτσι δεν πληροφορηθήκαμε τίποτα για τον Πάνο. Όχι από μικροαστική ψωροπερηφάνια. “Δεν ήθελα να βαρύνεστε με τα δικά μας” μου εκμυστηρεύτηκε κάποτε. Κι είμαι απολύτως βέβαιος για την ειλικρίνειά του.
Λεβεντιά, λοιπόν. Να 'τη η λέξη που 'ψαχνα και βγήκε τελικά αβίαστα. Μια ασκητική λεβεντιά σε όλα του που βρήκε αντιστάθμισμα στη γλυκύτητα της Έλλης. Μια ακόμη αντιθετική ζεύξη, απ' όπου προέκυψε το πιο ταιριαστό ζευγάρι που γνώρισα ποτέ. Όπου ο ένας συμπλήρωνε και βελτίωνε τον άλλον. Αχώριστα. Τόσο που δεν μπορούσα να σκεφτώ τον Πάνο έξω από την Έλλη και την Έλλη έξω από τον Πάνο κι όταν αυτό συνέβη αμετάκλητα είδα για πρώτη φορά τον Πάνο γκρεμισμένο. Αλλά πάντα όρθιο.

Ψάχνω λοιπόν μια ακόμη λέξη και σκέφτομαι ότι πληθαίνουν τα ψαξίματα τελευταία. Ήδη από εκείνη την ομάδα του Μεταίχμιου στην εκδήλωση της Λάρισας κάπου στις αρχές του 2000 αριθμούμε τρεις γοερές απώλειες. Τον Θανάση Σιαμανλή, την Έλλη Πετρίδου-Εμμανουηλίδου και τον Παναγιώτη Εμμανουηλίδη, αλλά ειδικά για τους δυο τελευταίους που είχα την τύχη να τους γνωρίσω καλύτερα, νομίζω ότι δικαιούμαι να βαθύνω στο ιδιωτικό μου λεξιολόγιό το περιεχόμενο της λεβεντιάς και της γλυκύτητας με την δική τους εικόνα. Γιατί υπήρξαν δυο αθόρυβοι μαχητές που αντιστάθηκαν με το παράδειγμά τους στη δειλία και στη σκληρότητα που δυστυχώς μας κυριεύει. Μέρα με τη μέρα. 

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Τον απάτριδα











1923, Απτουραχμανλή,
περιφέρεια Ακ ταγ Μαδέν, Πόντος

… Πατρίς. Της πατρίδος, τη πατρίδι, την πατρίδα. Την πατρίδα μου. Ναι, την πατρίδα μου… Εκ του πατήρ. Αρσενική φύτρα, θηλυκό γέννημα. Πατέρας και μάνα μαζί.
Ψέματα. Ούτε πατέρας ούτε μάνα. Ορφανά εμείς…

Φέρνει ξανά μια γύρα το σπίτι. Πλιθόκτιστο, δύο δωμάτια μπροστά, η κουζίνα από πίσω. Στο πλάι αποθή­κη, στάβλος, κοτέτσι. Το μέρος δέκα μέτρα απόσταση, στο ανάμεσο πηγάδι και τουλούμπα. Μανταλω­μένα παρα­θύρια, αμπαρωμένες πόρτες, τα κου­βαλητά εξαφα­νισμένα, τα ακούνητα και τα βαριά στη θέση τους. Νοικοκύρης από πάντα, προκομμένη κι η κυρά του, είχε να λέει όλο το χωριό, τι σπίτια, τι συγυρίσματα, τι μαντριά, τι αυλές, τι χωράφια. Έτσι ήξερε, έτσι έκανε. Γιατί, δηλαδή, να αλλάξει τώρα; Ως και για τις κότες προνόησε, φρέσκο νερό και σκορπισμένο στάρι, σαν κάθε μέρα.
Μπαίνει πάλι στο σπίτι, να δει για τελευταία φορά. Σκοτάδι και σιωπή ζευγαρώνουν με τη στεναχώρια του. Αλλόκοτες μορφές αντίκρυ απ’ την καντήλα σκαρφα­λώνουν στον τοίχο, ανεβαίνουν στο ταβάνι, ρίχνονται στο πάτωμα. Ζεματάει το λάδι και τσιρίζουν.
Βγαίνει έξω. Στέκεται και κοιτάει. Λέει να κρατηθεί. Πρέπει να κρα­τηθεί. Λευτερώνει ένα στεναγμό να ξεθυ­μάνει. Υγρός και βραχνια­σμένος ακούγεται, σαν ψυχοφι­λητό πνιγμένου θρήνου. Σφαλίζει την εξώπορτα και βά­ζει κλειδωνιά. Κρύβει το κλειδί κάτω απ’ το πιατάκι της γλάστρας, στο παραθύρι το δεξί. Βασι­λικός και μοσχο­βολάει. Πού ξέρεις; λέει από μέσα του ψέματα να παρη­γορηθεί.

… Κλειδί. Εκ του κλειδίον, εκ του κλεις, εκ του κλείω. Όθεν κλειδωνιά, κλείθρο, κλεισούρα, κλειδώνω. Κλειδώ­νω την πόρτα, που λέμε, ήγουν σφαλίζω το σπίτι μου.
Να ’ρθουν μετά οι άλλοι και να το ’βρουν νοικοκυρε­μένο. Να μην έχουνε να λένε…

Όλο του το βιος, στον αραμπά φορτωμένο. Δυο γελά­δια, τέσσερα παιδιά, το μεγάλο, ο Πετράκης, σακάτικο το έρμο, πάνε τρία χρόνια που το ’παθε, ένα κορίτσι, η γυναίκα, κατιτί νοι­κοκυρικά. Είκοσι χρόνια δουλειά και ξανά δουλειά. Σχολείο και χωράφια, χωράφια και σχολείο. Μισός αραμπάς το φόρτωμα. Το άλλο μισό η οικογένεια. Αναστενάζει. Σέρνει τα ζωντανά ως το δρόμο.
Αντίκρυ, τριάντα μέτρα απόσταση, ο Τούρκος. Χασάν το όνομα. Γυναίκα, παιδιά, Χασάν έξω απ’ το σπίτι με τα χέρια σηκωμένα. Στέκεται και βλέπει. Από γεννη­σιμιού τους γειτόνοι, όλη μέρα τα παιδιά τους παιχνίδια και μαλώματα, κακή κουβέντα δε γύρισε ο ένας στον άλλο. Φίλος καρδιακός, φίλος αχώριστος, και ας το ’χανε σκοπό Θεοί και δαίμονες να τους χωρίσουν.

… Φίλος, ήτοι αγαπημένος, καθότι εκ του φιλώ, ήτοι αγαπώ. Όθεν φιλία, φιλί, φίλτρον. Φιλίων ή φίλτερος, φίλτατος.
Ο Παύλον, ο Χάλον, ο Γιάννες και ο Χασάν φίλτατοι. Οι τρεις στο χώμα, ο τέταρτος ξωπίσω. Κρατιέται, άραγε, φιλία ανείδωτη;

Καταπίνει το σάλιο του, κλείνει το φράχτη και ανε­βαίνει στον αραμπά.
«Χάιτε», φωνάζει δυνατά να κρύψει το βράχνιασμα και χτυπάει τα λουριά.
Πορεία για πλα­τεία. Στ’ αξημέρωτα ακόμα το πρωινό, σκοτάδι και φως ανάκατα, αλλά όλο το χωριό στο πόδι σηκωμένο. Όχι όπως το ’χαν από πάντα συνήθειο, χωρά­φια, αμπέ­λια, Αύγουστος μήνας, που πήγαινε άλλος θέ­ρισμα, άλλος τσάπισμα, άλλος πότισμα, στα ξανάμματά του το μερο­δούλι. Τώρα, πρόσωπα αγέλαστα, μάτια φου­σκωμέ­να, κε­φάλια κατεβα­σμένα, βήμα βαρύ, σερνάμε­νο. Μαγνή­της από κάτω το χώμα και τραβάει.
Ανταλλαγή τούς είπανε αλλά στα αλήθεια φευγιό με το ζόρι. Παίρνεις τους από δω, τους πας εκεί, κουβαλάς τους από κει, τους βάζεις εδώ. Λες και παιχνίδι. Ρίχνεις μια πατρίδα και στήνεις άλλη. Δίνεις και παίρνεις, δηλαδή. Δίκαια πράματα, νοικοκυρεμένα, με υπογραφές και τα τοιαύτα. Όλοι ευχαριστημένοι.
Δέκα μέρες τώρα, από στόμα σε στόμα, όπου και αν καθίσεις, μ’ όποιον και αν βρεθείς τα ίδια και τα ίδια. «Σο μέρωμα απάν τη Παναΐας, σην πλα­ταίαν»… «Σο μέρωμα απάν τη Παναΐας, σην πλα­ταίαν»… «Σο μέρωμα απάν τη Παναΐας, σην πλα­ταίαν»… Αυτό και μόνο. Τίποτα άλλο, σα να το ’χουν συμφωνημένο ως εκεί να φτάνει ο λόγος. Παραπάνω και να ’θελαν δεν πάει. Καρφιά οι λέξεις και μπήγονται βαθιά στο κεφάλι τους. Όσο λιγότερες τόσο το καλύτερο. Τι, γιατί, πού, πώς αμίλητο και ας ξέρουν. Από Απτουραχμανλή, περιφέ­ρεια Ακ ταγ Μαδέν, πορεία προς Άγκυρα, ύστερα τρένο για Κωνστα­ντινούπο­λη, κατόπι βαπόρι για Ελλάδα. Για τα μετά, πού να ξέρουν; Τους γύρεψε κανένας λόγο; Τους έδωσε κανένας λογαριασμό; Τίποτα. Να φύγουν, τους είπαν. Μόνο αυτό. Να φύγουν. Γιατί, λέει, δεν τους θέλουνε εδώ και να πάνε στην πατρίδα τους. Πού; Στην πατρίδα τους…
Φτάνει στην πλατεία. Έχει ακόμα περίσσεμα, ώσπου να φύγουν. Αράζει τον αραμπά σε μια άκρη, τα παιδιά ξυπνητά, ανυποψίαστα ακόμα, το ’χουν πάρει για παιχνίδι, μόνο ο Πετράκης δείχνει να καταλαβαίνει. Παίρνει τη Σταυρούλα, τη γυναίκα του, και πάει με τα πόδια. «Αγλήορα», φωνάζει νευριασμένος, «πορπά, λέω σε».
Στροφή αριστερά, εκατό μέτρα παρακάτω, σταμάτημα. Μπροστά ό,τι απέμεινε απ’ ένα αλλοτινό σπίτι, κάποτε το ’χαν για το αρχοντικό του χωριού, δυο όροφοι, κεραμίδι από πάνω, μεγαλεία και θάματα. Τώρα ταράτσα μισογκρεμισμένη, καλαμιές ξεσκέπαστες, παρά­θυρα ξε­χαρβαλωμένα, πλι­θιά λιωμένα, τοίχοι φαγωμένοι απ’ τη βροχή. Ερείπιο κανονικό, όρθιο χάλασμα, πνιγμένο από τα χορτάρια, τους κισσούς και τα αγριόδεντρα.
«Δεξαμέντσα!» φωνάζει. Τίποτε. «Δεξαμέντσα!» επι­μένει. Τίποτε. Σπασμένη η πόρτα και μπαίνει μέσα, ένα δωμά­τιο στο βάθος, η σόμπα στο κέντρο, μπροστά η νουνά του, γέρικη βαλανιδιά πελεκημένη απ’ το χρόνο. «Φαΐν εφτάω τη Γιάννε», λέει χωρίς να γυρίσει να τους δει.
Ο Γιάννης, το στερνο­παίδι. Λεβεντάντρας, δυο μέτρα ίσαμε κει πάνω. Απ’ τους πρώτους ανεβασμένος στο βουνό. Σα χάθηκε ο μεγάλος του ο αδελφός στα αμελέ ταμπουρού, πήρε απόφαση να κάνει φυγόστρατος. Σιγά-σιγά μαζεύτηκαν πολλοί. Σήκωσαν κεφάλι. Τα ’βαλαν με την Τουρκιά. Όπου μάχη και ο Γιάννης πρώτος. Δυο τρεις φορές τα πήγανε καλά. Ύστερα τους πήραν στο κατόπι και πού να κρυφτούν.
Πάει χρόνος που έπεσε. Μια βδομάδα τον κρατούσαν κρεμασμένο και ύστερα πήραν απόφαση να τον αφήσουν άθαφτο. Οστά και κρανίο, πεταμένα από δω και από κει. Μεγάλο μνήμα πια ο Πόντος, τάφος ανοιχτός, ξεσκέ­παστοι οι νεκροί, προδομένοι… παρατη­μένοι… άκλαυτοι… Η γριά απ’ τη μεριά της σαν τον είδε ριγμένο κάτω, μες στα αίματα και τις μυρωδιές, σαπι­σμένο και σκουλι­κιασμένο κουφάρι πια, δεν ήθελε να πιστέψει. Στο ίδιο μέρος κάθε μέρα φαΐ, νερό, και μια φορά την εβδομάδα αλλαξιές. Έστελνε ο Στέλιος στα κρυφά το δευτερότοκο, τα ’παιρνε και τα γυρνούσε πίσω. Να ’χει η γριά να ξεγελιέται.
Σαν της είπε για το φευγιό, από μέρες πριν, τον κοί­ταξε σαστισμένη, μπέρδεψε τα λόγια της και πήγε την κουβέντα ξανά στο Γιάννη. «Ποίος α μαϊρεύ ατον;» ρώ­τησε απορημένη. Αγύριστο κεφάλι, δεν έπαιρνε από λόγια. Βρισιές και κατάρες, το ευχαριστώ. Απόειδε και τι να κάνει, δυο γελάδια, πόσους να αντέξουν, αβοήθητοι ανθρώποι, πέντε μικρά στον αραμπά, το ’να τους ανάπηρο, δυο αυτοί εφτά. Και γιατί, παρακαλώ, να φορτωθεί αυτός την ευθύνη, όταν τα μισά ανίψια της δήθεν που δεν ξέρουν, και οι άλλοι οι μισοί δήθεν που δεν μπορούν; Σαλεμένα τα ’χε κιόλας η γριά, βαριά άρρωστη καταπώς φαινόταν, κρεβατω­μένη τον περισσό­τερο καιρό, και πού να την τρέχουνε με το ’να το ποδάρι στον τάφο, δεν το ’θελε αφού. Πήγε να συμβουλευτεί τον παπά. Απόφαση να την αφήσουν. Πέτρωσε την καρδιά του. Έτσι και αλλιώς τη συνείδησή του την είχε καθαρή.
Πλησιάζει. Ούτε που να τη δει κατάματα. Σκύβει και φιλάει το χέρι της. Σκύβει από πίσω κι η Σταυρούλα. Τους χαϊδεύει στο κεφάλι. Το χρέος τους το έκαναν. Την αφήνουν και φεύγουν.

… Αφήνω. Εκ του αφίημι. Αόριστος, όχι ο κανονικός, ο άλλος ο… πώς τον είπαμε ο… βου, ο αόριστος ο βου, αφήκα, μέση φωνή αφείμην, παρακείμενος αφεικα και αφειμαι, μετοχές αφεικώς και αφειμένος.
Εγώ αφηκώς, ένας Γιάννες, μια νουνά, μια πατρίδα αφειμένοι…

Πάνω στο ξεκίνημα τούς προλαβαίνουν. Κάτι λέει ο παπάς, γυρίζει, τους βλογάει, κάνουν το σταυρό τους. Εξήντα πέντε οικογένειες, κοντά τριακόσιες ψυχές. Με τάξη και με οργάνω­ση. Στην κεφαλή ο παπάς, δίπλα του ο μουχτάρης, παραπίσω με τη σειρά τα σόγια. Όχι που θα ξεχνούσαν τη σειρά, δηλαδή. Καθένας τους εκεί που αξίζει. Απ’ τους καλά κρατούμενους στους άλλους. Με γκαμήλες και δυο και τρεις άμαξες στην αρχή, με άλογα, γαϊδούρια και γελάδια από πίσω. Στεί­λανε να φωνάξουνε και ελόγου του. Δάσκαλος άνθρω­πος, για μπροστά μαζί τους, μήνυσαν, ταιριάζει. Αρνήθη­κε. Δεν τα ’θελε τα αρ­χηγι­λίκια.
Δίνουν σινιάλο. Ημέρα Τρίτη, στην ανατολή του ο ήλιος, λίγα σύννεφα μπροστά απ’ τις πρώτες αχτίνες, στα κόκκινα βαμμένος ο ορίζοντας, και η δροσιά να ξεκολλάει πηχτή, δάκρυα ασκούπιστα πεσμένα κάτω. Γύρω-γύρω να μοσχοβολά ο τόπος, να πνίγεται στο πράσινο, να αντιβουίζει απ’ τα κελαηδήματα η πλαγιά, στο ξημέρωμά της μια καινούρια μέρα, χαρά Θεού με τα όλα της, αλλά αυτωνών η ψυχή μες στη μαυρίλα και τη στεναχώρια. Λες και δυο φορές τον γυρίζουν εδώ τον επιτάφιο. Και ακόμα χειρότερα.
Δεξιά το σχολείο. Δέκα φουρνιές μαθητών ξεστρά­βωσε κει μέσα. Σχολιαρούδια τα ’παιρνε και ανθρώπους κανονικούς τα ξεσκόλιζε. Όλα απ’ τα χέρια του περα­σμένα, αίθουσες, θρανία, αυλή, χάρτες, πίνακες. Να ’χουν να μαθαίνουν, να ανοίξουν τα μάτια τους, να προκόψουν στη ζωή τους. Είχαν να λένε για το σχολείο του – τάξη, καθαριότητα, όργανα, αίθουσες -, πρώτο απ’ όλα στην περιφέρεια. Τώρα τέσσερις τοίχοι, στητοί, κούφιο κέλυφος, σώμα αδειασμένο απ’ τα αερικά του, όρθιο ξεψύχισμα, καλοσαβανωμένο και άθαφτο.

… Σχολείο. Εκ του σχολή. Ορθότερα, το σχολείον. Κλίση, όπως το χωρίον - ποιο χωρίον δηλαδή… Όθεν σχόλη, ε ρε κάτι πανηγύρια εδώ, όθεν σχόλασμα.
Από καιρό ξεσχολημένοι εμείς, στα τωρινά για τα καλά, για τα καλά σχολασμένοι.

Σφραγίζει τα μάτια, να μη βλέπει. Πήχτρα το σκοτάδι και ησυχάζει όσο να ’ναι. Ύστερα να σου τους ολοζώντανοι μπροστά του ο Παύλος, ο Χά­λος, ο Γιάννης. Στημένοι απέναντι, θεριά ανήμερα, κλαμένοι. Ξανανοίγει τα μάτια να γλιτώσει το λογάριασμα.
Σπίτια από δω, σπίτια από κει. Αυλές και περιβόλια. Πιο κάτω, ένα άνοιγμα. Το ηρώο. Πρόχειρη κατασκευή. Συρ­μάτινη περίφρα­ξη, κάτι δεντράκια δεξιά και αριστε­ρά, μερικά κομμάτια από μάρμαρο στο κέντρο. Τότε είχαν ακόμα ελπίδες. Τότε ακόμα πίστευαν. Τότε…, αλλά πόσος καιρός από τότε; Δύο χρόνια; Τρία; Τέσσερα; Ποιος ξέρει; Γιατί να ξέρει; Τρεις χιλιάδες χρόνια στο άψε σβήσε, τα δυο και τα τρία και τα τέσσερα θα τους σκοτίζουν; Επι­γραφή: «Εις τους ήρωας του Πόντου».

… Πόντος, ήγουν ανοιχτή θάλασσα. Ο Ιάσονας και ο άλλος με το φανάρι, ο Διογένης, ο Στράβωνας με τη Γεωγραφία. Αυτοκρατορία Τραπεζούντας. Οι Τούρκοι από κοντά, οι Τούρκοι από γύρω, οι Τούρκοι από παντού. Πεντακόσια χρόνια στο ζυγό. Θες θρησκεία, για πάλι θες γλώσσα; Το μακέλεμα απ’ το ’14 και δω. Τώρα ο ξεριζωμός.
Όχι…, όχι ανοιχτή θάλασσα… Πρώτα ανοιχτή χαρά, ύστερα ανοιχτή πληγή, τώρα ανοιχτός θρήνος...

Βγαίνουν απ’ τα τελευταία σπίτια. Δρόμος κατηφο­ρικός, στροφή δεξιά και ύστερα άφαντο το χωριό. Γυρ­νάει μια τελευταία φορά να δει, να ’χει να θυμάται. Στο ύψωμα, απάνω απ’ το δρόμο, μαύρη σκιά στεκάμενη. Κοιτάει και δεν καταλαβαίνει. Σταματάει το κάρο. Ξανα­κοιτάει. Καταλαβαίνει. Η νουνά του.
Στην αρχή ακούνητη και κοκαλωμένη. Σα να ’ναι ψεύτικη, έτσι ήσυχη που κάθεται μες στο κακό, άγαλμα, σκιάχτρο κανονικό, όπως αυτά που έχουν στους μπαξέδες. Ύστερα, χύνεται κάτω, δαιμονισμένο ξωτικό που σπαράζει απ’ το κακό του. Στριφογυρίζει απάνω στο χώμα, σβαρνιέται στα βάτα και στις πουρναριές. Στριγκλίζει, βρίζει, καταριέται, παρα­καλάει. Κλαίει. Τους νεκρούς της ονομάζει, με τους ζωντανούς τα βάζει. Πιάνει και σέρνει μοιρολόγι. Το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα, τα χέρια γροθιές απάνω στο κεφάλι. Στο τέλος, σηκώνεται. Κουρέλια απάνω της τα ρούχα, τα μαλλιά ανάκατα χυμένα. Ξανά ακούνητη και κοκαλωμένη. Και μαύρο και κόκκινο και άσπρο. Ρούχα, αίμα, μαλλιά. Υψώνει το χέρι. Στάση αποχαιρετισμού.
Λέει να κρατηθεί. Πρέπει να κρατηθεί. Τα παιδιά όρθια στον αραμπά κοιτάνε να καταλάβουν. Πέντε από δαύτα έχει να διαφεντέψει, το ’να τους λειψό το έρμο, και μια η γυναίκα του έξι νομάτοι. Μην τον δουν να λυγίζει. Από μικρός έμαθε το κρύψιμο. Απ’ έξω πετρωμένος και από μέσα ας τον δουλεύει ο καημός. Πάνω που πήγαινε να σπάσει, το ’χε συνήθειο να γυρίζει αλλού το νου του. Απ’ αριθμητική έτσι και έτσι, το ζόριζε, το ξαναζόριζε, μέτρια πράγματα, αλλά από γραμματική και ιστορία πρώτος. Ολόκληρη Σχολή Καισάρειας έβγα­λε, μιλούσε και κατιτί ξένα. Για το προξενείο στη Σμύρνη τον είχανε, υπάλληλο τον έταξαν, αλλά αυτός όλο κει, στο χωριό του κολλημένος. Και ποιο χωριό, δηλαδή; Τρύπα ανοιχτή στη μνήμη το Απτουραχμανλή. Άπατρις.

… Άπατρις, ήγουν ανέστιος. Του απάτριδος. Τω απάτριδι. Τον… τον… απάτριδα. Κατά το πατρίς. Όχι, επίθετο είναι. Τρίτη κλίση. Ο, η άπατρις, τον άπατρι. Τρία γένη και δύο καταλήξεις. Ωραία. Δηλαδή, κατά το εύελπις - τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Άρα, τον άπατριν. Σωστά, τον άπατριν.

Το λέει και το ξαναλέει να το στεριώσει καλύτερα στο μυαλό του.

…Τον άπατριν… Τον άπατριν… Τον άπατριν…

Κόμπος δένεται στο λαιμό του. Σφίγγεται να κρατη­θεί. Δυσκολεύεται να αναπνεύσει.

… Άι σιχτίρ! Βρε άι σιχτίρ και η γραμματική σου και όλα σου. Λέγεται ο καημός κρυμμένος πίσω από ένα ν; Όχι δε λέγεται. Δε λέγεται. Τον απάτριδα… Τον απάτριδα… Τον απάτριδα… Να ακούγεται το α, να λευτερώνεται ο λαιμός, να βγαίνει έξω η στενοχώρια. Δε βαστιέται άλλο κλεισμένη μέσα.


«Χάιτε», φωνάζει και ξαναπαίρνουν το δρόμο.

Παναγιώτης Χ., 
Τρεις μνήμες και δύο ζωές, Μεταίχμιο, 2005

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Προσκλητήριο

Στη Στέλλα


Ενίοτε αρέσκομαι. Να φαντάζομαι ότι. Είναι κάτι βράδια. 

Που.







Που σέρνω τα γέρικα βήματά μου ώρες ολόκληρες στην πόλη. Και ξεροσταλιάζω στο αγιάζι του Δεκέμβρη. Γιατί κάνει κρύο τον Δεκέμβρη. Ακόμη και στην Πάτρα. Τόσο που περπατάω σκυφτός. Χουχουλιάζοντας τα κοκαλωμένα χέρια μου. Στο τριμμένο πανωφόρι. Κατευθυνόμενος στο μισογκρεμισμένο κτίριο. Που έχω παρανόμως καταλάβει. Για να αφήσω την τελευταία μου πνοή. Ανάμεσα σε χαρτοκιβώτια, φελιζόλ και πλαστικές σακούλες.

Που ανάβω το μαγκάλι μου. Να ζεστάνω το δεκατριάχρονο παιδί μου. Δευτέρας τάξης μαθήτρια του Γυμνασίου Ξηροκρήνης. Το πουλάκι μου. Για να απαγγείλει στον ύπνο της τη Νέκυια του Ομήρου. Ενώ θα εισπνέει τις αναθυμιάσεις. Σε αυτό το σκοτεινό διαμέρισμα, που ούτε καν θυμάμαι. Αν είναι από κομμένο ρεύμα της ΔΕΗ ή από συσκότιση λόγω των νατοϊκών βομβαρδισμών. Στην πατρίδα μου, τη Σερβία. Γιατί τώρα που το σκέφτομαι. Το σκοτάδι και ο πόνος είναι παντού τα ίδια.

Που περιλούζομαι με μπιτόνι. Χειμώνα καιρό. Κι ούτε καν με ενδιαφέρει. Ότι μπορεί να πουντιάσω. Αφού στο κάτω κάτω κρατάω αναπτήρα. Για να γίνω από στιγμή σε στιγμή. Παρανάλωμα του πυρός. Στις έξι και πέντε το απόγευμα κάποιου Σαββάτου, στη διασταύρωση Αχαρνών και Αγίου Μελετίου. Όπου ζητιάνευα όλη μέρα την τροφή μου. Αλλά για κακή μου τύχη ήμουν είκοσι οχτώ χρονών και ιρανός λαθρομετανάστης. Και, ως γνωστόν, χειρότερος συνδυασμός δεν γίνεται. 

Που σχεδιάζω να του τη φέρω. Του μπαγάσα. Ο οποίος μου κοινοποίησε την έξωση. Για χρέη προς τις τράπεζες. Από το δάνειο που πήρα για να αγοράσω το διαμέρισμά μου. Στο Ηράκλειο. Οπότε συμφωνώ να του παραδώσω τα κλειδιά. Στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ήρεμα και πολιτισμένα, χωρίς φωνές και εντάσεις. Αλλά μια στιγμή, του λέω. Να πεταχτώ να πάρω κάτι. Ανεβαίνω πάλι. Ανοίγω την πόρτα, βγαίνω στο μπαλκόνι, σκαρφαλώνω στα κάγκελα. Και ετοιμάζομαι. Να σαλτάρω από τον τέταρτο όροφο. 

Που πέφτω από μια ανοιχτή πόρτα. Του τρόλεϊ. Για να ξεφύγω από τον ελεγκτή. Ο οποίος με έβριζε και με τραβολογούσε. Για τζαμπατζή. Οπότε πιέζω το μπουτόν. Να δώσω έναν πήδο στην ελευθερία. Ενώ ακούω το κεφάλι μου να χτυπάει δυνατά στο κράσπεδο. Και ξαπλώνω στο πεζοδρόμιο φαρδύς πλατύς. Με την ιδέα πως. Δεκαεννιά χρονών παλικαράκι. Δεν μπορεί. Θα το ξεχάσω, όταν μεγαλώσω. 

Ενίοτε λοιπόν αρέσκομαι. Να φαντάζομαι ότι. Είναι κάτι βράδια. Που. 

Που αναζητώ καινούριο θέμα για τη γραφή μου. Και μαζί τυχαίνει να βρίσκω τα πιο βολικά. Άλλοθί μου.
Ζώνη πυρός, Μεταίχμιο, υπό έκδοση