Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

"ΟΥΚ ΑΝ ΛΑΒΟΙΣ" (της Νάνσυ Σπετσιώτη)

2014 απαντοχές

Δανεισμένη από τον φίλο Γιώργο Χ. Παπασωτηρίου η ευχή. Εύχομαι, λοιπόν:











Εις έτη καλύτερα, αδέρφια. 


Και είθε να πάψουμε να κοιμόμαστε και να ξυπνάμε με το κάτοπτρό μας,

είθε να χειραφετηθούμε από τον πολύ εαυτό μας

και με κενωμένο εγώ σαν τους ερωτευμένους 


να γίνουμε ΕΜΕΙΣ... 


Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Επιτάφιος



Πιστεύω ότι δικαιούμαι να διακηρύξω με αυτή τη χαρακτηριστική φράση, που δηλώνει την προσωπική παρουσία σε ένα σημαντικό συμβάν, όπως πρόχειρα ανακαλώ στο μυαλό μου τις εορταστικές εκδηλώσεις για το μιλένιουμ στην ολόφωτη πλατεία του Συντάγματος ή τον τελικό των εκατό μέτρων στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ ή τη δεύτερη ψηφοφορία στον αμφίρροπο διαγωνισμό της Eurovision του 2003 ή την κρίσιμη ποδοσφαιρική αναμέτρηση Πορτογαλίας-Ελλάδας στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 2004, ότι ήμουν κι εγώ εκεί.
Αλλά επειδή ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην πολυγίνω πιστευτός, οφείλω από την αρχή κιόλας να ξεκαθαρίσω πως όσα βεβαιώνω εδώ με την εύσχημη υποσημείωση της λογοτεχνικής γραφής δεν είναι αντλημένα από τη μυθοπλαστική αφλογιστία της φαντασίας μου ούτε από πληροφορίες που αλίευσα από το διαδίκτυο ούτε από τη μεσήλικη ανάγκη μου να ωραιοποιώ το παρελθόν, αλλά μόνο απ' ό,τι μπορώ με αίσθημα ευθύνης να αποκαλύψω σαν αυτόπτης μάρτυρας.
Αφού όπως προείπα ήμουν κι εγώ εκεί.
Λέω εκεί και νιώθω αμέσως να με κατακλύζει το δέος, σαν να πρόκειται για μιαν άλλη πόλη και για μιαν άλλη εποχή, παρ' ότι δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ολόκληρη η χώρα έμοιαζε με υπαίθριο εργοτάξιο, που κατασκεύαζε αθλητικά γυμναστήρια, εγκαινίαζε εμπορικά κέντρα, έστηνε αρχαιολογικά μουσεία, έσκαβε υπόγειες σύραγγες και χάραζε εθνικές οδούς με μια δημιουργική έξαψη και με έναν μεγαλόπνοο σχεδιασμό που εκπλήσσοντας καθημερινά το λυπηρόν της ζωής προσπερνούσε το ταπεινό παρελθόν των πατέρων, για να διεκδικήσει τη δόξα των πιο μακρινών προγόνων.
Συνηθίζω ακόμη και τώρα, τις ώρες που μαυρίζει η ψυχή μου από την περιρρέουσα κατήφεια, να μελετάω την ημερήσια διακύμανση των τραπεζικών μετοχών στις αρχές του '99 ή να περιηγούμαι στη γέφυρα του Καλατράβα και το στάδιο του μπάτιμγκτον ή να διαβάζω κιτρινισμένα αποκόμματα εφημερίδων για τα εξοπλιστικά προγράμματα του στρατού μας και έτσι καταφέρνω να ανασυστήσω με το μυαλό και με τη γραφή μου την εικόνα μιας πόλης που όσοι βρισκόμαστε λίγο πολύ ακόμη στην ώριμη ηλικία παρασκευάσαμεν με τα λόγια του αρχαίου ιστορικού και ες πόλεμον και ες ειρήνην αυταρκεστάτην.
Και αν τώρα κάθομαι και τα γράφω είναι γιατί δεν ανέχομαι την άγνοια και την αχαριστία όλων αυτών που σαν τους απείρους του Θουκυδίδη δεν θέλουν να καταλάβουν ότι, προτού να έρθουν τα πάνω κάτω, η πόλη μας υπήρξε, όπως ακριβώς η αρχαία Αθήνα, σχολείο όλης της Ελλάδας, σχολείο όλης της Ευρώπης και σχολείο όλου του κόσμου, έστω και αν η μαθητεία της ανθρωπότητας στον αρχαίο, στον νεότερο και κυρίως στον σύγχρονο πολιτισμό μας δεν ξεπέρασε σε διάρκεια ένα δίμηνο θερινό κάμπους.
Μιλάω για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, που παρεμπιπτόντως διασώζω ακόμη με τη μορφή του Φοίβου και της Αθηνάς στην πλαστική βάρκα της πεντάχρονης κόρης μου και κάθε φορά που τη βλέπω να αρμενίζει ξένοιαστη δύο και τρία μέτρα από την ακτή κυριεύομαι αμέσως από περηφάνια για εκείνο το μυθικό καλοκαίρι του 2004, που ξεκίνησε με τη μπάλα στα δίχτυα της πορτογαλικής εστίας για να λήξει πρόωρα με το γνωστό τροχαίο των δύο ολυμπιονικών αθλητών μας, που αδράχνω την ευκαιρία να επισημάνω ότι παρά την τελεσίδικη απόφαση της ελληνικής δικαιοσύνης συνεχίζει να αντιμετωπίζεται από τα διεθνή και εγχώρια μέσα ενημέρωσης με μια διάθεση που κυμαίνεται ανάμεσα στην ειρωνεία και στη διακωμώδηση.
Πρόκειται βεβαίως για μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου αποκαθήλωσης του πρόσφατου ελληνικού θαύματος, που για την ώρα προσκρούει όχι μόνο στην αθωωτική απόφαση της ελληνικής δικαιοσύνης, στα ολυμπιακά έργα που λαμπρύνουν την πρωτεύουσα και στις μορφές του Φοίβου και της Αθηνάς που πλατσουρίζουν κάθε καλοκαίρι ανέμελοι πάνω στην πλαστική βάρκα της κόρης μου, αλλά κυρίως στην επικαιρότητα του Θουκυδίδη, που στο κεφάλαιο 37 από τον Επιτάφιο του Περικλή – εννοώ το χωρίο “χρώμεθα γάρ πολιτεία ου ζηλούση... αισχύνην ομολογουμένην φέρουσιν” – μνημειώνει προφητικά πέρα από το κλέος της αρχαίας αθηναϊκής πολιτείας και τη δόξα του πρόσφατου ελληνικού κράτους.
Το περίεργο είναι ότι κάθε φορά που ανασύρω στη μνήμη μου κάποιο από τα επιτεύγματα όλων αυτών που λίγο πολύ βρισκόμαστε στην ώριμη ηλικία συνοδεύεται πάντα από την εικόνα του Γιαννάκη, του παιδικού μου φίλου στο νηπιαγωγείο, που έπασχε από όγκο στον εγκέφαλο και άρπαζε με λαχτάρα τα γλειφιτζούρια που του έδινε η μητέρα του, όταν έπεφτε στο πάτωμα σπαρταρώντας από τους πόνους.
Σκέφτομαι ότι αν ο Γιαννάκης συνέχιζε να βρίσκεται στη ζωή θα μπορούσα τώρα να σηκώσω το δάχτυλο και χρωματίζοντας τη φωνή μου με τη δέουσα σοβαρότητα να του απευθύνω τον ίδιο ακριβώς παραινετικό λόγο που διατύπωσε ο Περικλής στα παιδιά και στις συζύγους των νεκρών πολεμιστών από το πρώτο έτος του Πελοποννησιακού πολεμου, αλλά παρηγοριέμαι με την ιδέα ότι αυτός τουλάχιστον θα είχε το ελαφρυντικό της αρρώστιας συν την παιδική του αφέλεια, αφού στο κάτω κάτω δεν ήξερε ότι έγλειφε μορφίνη, αλλά ακόμη και αν το ήξερε δεν νομίζω ότι θα τον ενοχλούσε καθόλου στην κατάσταση που βρισκόταν.

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Προσκλητήριο



Ενίοτε αρέσκομαι. Να φαντάζομαι ότι. Είναι κάτι βράδια. Που.
Που σέρνω τα γέρικα βήματά μου ώρες ολόκληρες στην πόλη. Και ξεροσταλιάζω στο αγιάζι του Δεκέμβρη. Γιατί κάνει κρύο το Δεκέμβρη. Ακόμη και στην Πάτρα. Τόσο που περπατάω σκυφτός. Χουχουλιάζοντας τα κοκκαλωμένα χέρια μου. Στο τριμμένο πανωφόρι. Κατευθυνόμενος στο μισογκρεμισμένο κτίριο. Που έχω παρανόμως καταλάβει. Για να αφήσω την τελευταία μου πνοή. Ανάμεσα σε χαρτοκιβώτια, φελιζόλ και πλαστικές σακούλες.
Που ανάβω το μαγκάλι μου. Να ζεστάνω το δεκατριάχρονο παιδί μου. Δευτέρας τάξης μαθήτρια του Γυμνασίου Ξηροκρήνης. Το πουλάκι μου. Για να απαγγείλει στον ύπνο της τη Νέκυια του Ομήρου. Ενώ θα εισπνέει τις αναθυμιάσεις. Σε αυτό το σκοτεινό διαμέρισμα, που ούτε καν θυμάμαι. Αν είναι από κομμένο ρεύμα της ΔΕΗ ή από συσκότιση λόγω των νατοϊκών βομβαρδισμών. Στην πατρίδα μου, τη Σερβία. Γιατί τώρα που το σκέφτομαι. Το σκοτάδι και ο πόνος είναι παντού τα ίδια.
Που περιλούζομαι με μπιτόνι. Χειμώνα καιρό. Κι ούτε καν με ενδιαφέρει. Ότι μπορεί να πουντιάσω. Αφού στο κάτω κάτω κρατάω αναπτήρα. Για να γίνω από στιγμή σε στιγμή. Παρανάλωμα του πυρός. Στις έξι και πέντε το απόγευμα κάποιου Σαββάτου, στη διασταύρωση Αχαρνών και Αγίου Μελετίου. Όπου ζητιάνευα όλη μέρα την τροφή μου. Αλλά για κακή μου τύχη ήμουν είκοσι οχτώ χρονών και ιρανός λαθρομετανάστης. Και ως γνωστόν, χειρότερος συνδυασμός δεν γίνεται.
Που σχεδιάζω να του τη φέρω. Του μπαγάσα. Ο οποίος μου κοινοποίησε την έξωση. Για χρέη προς τις τράπεζες. Από το δάνειο που έλαβα για την αγορά του διαμερίσματός μου. Στο Ηράκλειο. Οπότε συμφωνώ να του παραδώσω τα κλειδιά. Στην είσοδο της πολυκατοικίας. Αλλά μια στιγμή τού λέω. Να πεταχτώ να πάρω κάτι. Κι ανοίγω την πόρτα, βγαίνω στο μπαλκόνι, σκαρφαλώνω στα κάγκελα. Και ετοιμάζομαι. Παρά την υψοφοβία μου. Να σαλτάρω από τον τέταρτο όροφο.
Που πέφτω από μια ανοιχτή πόρτα. Του τρόλεϊ. Για να ξεφύγω από τον ελεγκτή. Ο οποίος με έβριζε και με τραβολογούσε. Για τζαμπατζή. Οπότε πιέζω το μπουτόν. Να δώσω έναν πήδο. Προς την ελευθερία. Ενώ ακούω το κεφάλι μου να προσκρούει στο κράσπεδο. Και ξαπλώνω στο πεζοδρόμιο φαρδύς πλατύς. Με την ιδέα πως. Δεκαεννιά χρονών παλικαράκι. Δεν μπορεί. Θα το ξεχάσω, όταν μεγαλώσω.
Ενίοτε λοιπόν αρέσκομαι. Να φαντάζομαι ότι. Είναι κάτι βράδια. Που.
Που αναζητώ το καινούριο θέμα για τη γραφή μου. Και μαζί συμβαίνει να βρίσκω τα πιο βολικά. Άλλοθί μου.


Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Εγγύς από το μέλλον

Πρώτα οι συλλογές "Του έρωτα, της ψυχής και των οστράκων", εκδ. Δωδώνη, 2004, και "Άρρητο", εκδ. Αλεξάνδρεια, και τώρα, πολύ τώρα, η συλλογή "Εγγύς από το μέλλον", εκδ. Σαιξπηρικόν, 2014. Της Ναζής Χατζημωυσιάδου. Ιδού: 


Τον κόσμο τον αντιλαμβάνεσαι
μόνο κραυγάζοντας·
κρέμασα τη σκέψη μου στον ουρανό 
και κοιτάω τη σιωπή. 
Μια ώρα έγινε κίτρινη
και βρίσκομαι μπροστά της 
αλλάζοντας πλευρό στο θάνατο. 
Θα ξεριζώνω υάκινθους από την καρδιά μου
ως τον άλλον αιώνα. 




Κατέβασα ουρανό στα χέρια
κι άφησα εαυτό·
έγινα άνθρωποι και περπάτησα μέσα μου. 
Ένας λυγμός ατελεύτητος μ' ακολούθησε
κι ο Θεός κρυφοκοίταξε το όνειρο 
ενός καταρράχτη από φθινόπωρα 
όπου ζούσα. 




Μέχρι το βράδυ 
έγινε το φως 
μέσα της
σκέψη
που ρημάχτηκε. 




Μηχανή θανάτου 
είναι η αθανασία 
βυθίζοντας τα δόνια της
σε όσους θηρεύουν 
με το αίμα τους 
το Απόλυτο
σ' έναν ορίζοντα από εαυτούς
γεμάτους χιόνι.


Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Το σχολείο του «Οδυσσέα» υπό διωγμό!



     Ο "Οδυσσέας", το παλιότερο και μεγαλύτερο εθελοντικό σχολείο διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας σε μετανάστες, πρόσφυγες και παλιννοστούντες, αναπόσπαστο και ενεργό κομμάτι του εκπαιδευτικού και αντιρατσιστικού κινήματος την τελευταία δεκαπενταετία, βρίσκεται αντιμέτωπος με το μακρύ χέρι του κράτους, ενός κράτους που βλέπει όλο και πιο εχθρικά κάθε προσπάθεια έμπρακτης αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης.
Πριν αναφερθούμε όμως στην ίδια την επίθεση που δέχεται ο «Οδυσσέας», δυο λόγια για αυτόν, για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι στο πρόσωπό του στοχοποιείται η αλληλεγγύη.  Για τον «Οδυσσέα» η ιστορία της εθελοντικής, δωρεάν διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας σε ενήλικες ξεκίνησε το 1997 στη Θεσσαλονίκη με μια πρωτοβουλία καθηγητών και δασκάλων, που διαπίστωσαν την κρατική ανυπαρξία στο θέμα και την ταυτόχρονη ανάγκη για μια κριτική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε ενήλικες εργαζόμενους/ες. Ο αριθμός των 10-15 μαθητών της πρώτης χρονιάς έδωσε σύντομα τη θέση του σε τριψήφια νούμερα, και τις τελευταίες χρονιές ξεπερνούν τους 500, ενώ ο μικρός αρχικός πυρήνας των εκπαιδευτικών διευρύνεται κάθε χρόνο με νέους εκπαιδευτικούς και φοιτητές παιδαγωγικών τμημάτων. Μέχρι σήμερα υπολογίζεται ότι μαθήματα έχουν παρακολουθήσει πάνω από 6000 μαθητές, ενώ οι εθελοντές που έχουν διδάξει στο σχολείο ξεπερνούν τους 250. Τα μαθήματα γίνονται στην Αισώπου 24, σε χώρους που έχει παραχωρήσει ευγενικά το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης.
Στόχος του σχολείου είναι να αποτελέσει χώρο ανάπτυξης κριτικής στάσης απέναντι στην κοινωνική ανισότητα, εξομάλυνσης εθνικών αντιθέσεων, πεδίο πολιτισμικών ανταλλαγών, αλλά και έκφρασης και δημιουργίας. Έτσι λοιπόν διοργανώνει εκδρομές, πολιτιστικές επισκέψεις σε μουσεία και γειτονικές πόλεις, χορούς, προβολές ταινιών, εκθέσεις με έργα των μαθητών, καθώς και παραστάσεις της θεατρικής ομάδας που δημιουργήθηκε το 2000 από τους μαθητές του «Οδυσσέα». Τα τελευταία χρόνια μάλιστα εκτός από μαθήματα ελληνικών προσφέρονται και μαθήματα αγγλικών, γαλλικών, γερμανικών, ισπανικών, ρωσικών, ιταλικών.
Σήμερα ο «Οδυσσέας» απευθύνεται σε ένα ευρύ φάσμα μεταναστών, παλιννοστούντων και προσφύγων με διαφορετικό κοινωνικό, οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο. Στις ομάδες αυτές η οικονομική κρίση έχει προσθέσει πια και ντόπιους Έλληνες που επιθυμούν να ανανεώσουν τις γνώσεις τους σε κάποια ξένη γλώσσα ή να μάθουν μια νέα (είναι χαρακτηριστικό ότι το 1/3 περίπου των μαθητών φέτος είναι Έλληνες). Η κρίση όμως έχει δυσχεράνει ακόμη πιο πολύ και την πάντα δύσκολη χρηματοδότηση του «Οδυσσέα», η οποία βασίζεται στις εισφορές μελών, φίλων και συλλογικοτήτων, και όχι σε παχυλές κρατικές ή ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις. Αυτό το γεγονός όμως δεν απέτρεψε, μετά από έλεγχο της Εφορίας το 2012, την επιβολή εις βάρος του κυριολεκτικά εξοντωτικών προστίμων για καθαρά τυπικές και γραφειοκρατικές φορολογικές παραβάσεις, χωρίς να χρωστάει πουθενά και δίχως να υπάρχει η παραμικρή υποψία κερδοσκοπίας. Μια οργάνωση της οποίας τα μέλη, χωρίς κανένα οικονομικό αντάλλαγμα, έδωσαν και δίνουν απλόχερα χρόνο, γνώσεις, ακόμη και χρήματα, κλήθηκε, σε μια περίοδο με μηδενικά έσοδα, να πληρώσει ούτε λίγο ούτε πολύ 62.000 ευρώ -την ίδια στιγμή που οι χιλιάδες αμαρτωλές off-shore εταιρείες μένουν στο απυρόβλητο, για να αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα. Μάλιστα, ο πρόεδρός του, ο εκπαιδευτικός Αντώνης Γαζάκης, διώκεται ποινικά ως υπεύθυνος κατά το νόμο, και κινδυνεύει -μέχρι την πλήρη αποπληρωμή των προστίμων- με πειθαρχικές διώξεις και απόλυση από την εργασία του. Μπροστά στον κίνδυνο αυτό αποφασίσαμε να επιδιώξουμε με κάθε τρόπο την ακύρωση του προστίμου και όσο αυτό δεν καθίσταται δυνατό να το πληρώνουμε σε δόσεις.
Καλούμε λοιπόν όλες και όλους, κάθε άτομο και συλλογικότητα, να σταθούν στο πλευρό μας και να στηρίξουν με κάθε δυνατό τρόπο τον «Οδυσσέα» στην πιο δύσκολη περιπέτεια του ταξιδιού του, όχι μόνο για να συνεχίσει το έργο του, αλλά και για να βγει πιο δυνατός από αυτή τη δοκιμασία.
ΓΣ «ΟΔΥΣΣΕΑ» 15/12/2013

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Παῦσαι



Ώρα πολλή το κλωθογυρίζω στο μυαλό μου σαν τον κορυφαίο. Του χορού. Που μάσαγε τα λόγια του για να μην τον πει γεροξεκούτη. Ο Κρέων. Όταν πληροφορήθηκε την ταφή του πτώματος. Του Πολυνείκη. Ο οποίος εκστράτευσε με ολόκληρο το στρατό των Αργείων ενάντια στην πόλη του. Τη Θήβα. Όταν παραβιάστηκε η συμφωνία για την ετήσια εναλλαγή στο θρόνο. Από τον Ετεοκλή. Που έπεσε νεκρός σε μονομαχία με τον αδελφό του. Τον Πολυνείκη. Ο οποίος έμεινε άταφος ύστερα από διαταγή του βασιλιά. Του Κρέοντα. Παρότι διαφωνούσε η Αντιγόνη, ο Αίμων, ο Τειρεσίας και ο κορυφαίος. Του χορού. Που ώρα πολλή το κλωθογύριζε στο μυαλό του.
Μήπως. Λέω, μήπως.
Μήπως δεν ήταν του Δαβίδ το φταίξιμο που κυριεύτηκε η Τραπεζούντα κι ας ήταν αρκούντως οχυρή, για να αντέξει στην πολιορκία κάμποσους μήνες ή ακόμη και χρόνια ώστε, αν τελικά έπεφτε, ας έπεφτε τουλάχιστον όρθια, με όλους τους άντρες σκαρφαλωμένους στα τείχη, τα γυναικόπαιδα μαζεμένα στην Παναγία τη Χρυσοκέφαλο και τον αυτοκράτορα κυκλωμένο από τους εχθρούς μπροστά από μια παραβιασμένη πύλη, όπως επέλεξε να πέσει η μεγάλη αδελφή της, η Πόλη, αντί να παραδοθεί αμαχητί στους βάρβαρους κατακτητές και στην ιστορική περιφρόνηση και στον άλαλο χορό του πυρρίχιου και στα συνωμοσιολογικά σενάρια για τον ύποπτο ρόλο του πρωτοβεστιάριου και μέγα λογοθέτη, που ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τους πολιορκητές παρότι εξ αίματος συγγενής μ' έναν από τους αρχηγούς τους.
Τούτος δε ο αχρείος, Γεώργιος Αμιρούτζης ή αλλιώς Αμιρούκης στο όνομα, φιλοσοφικός και θεολόγος στα πνευματικά του ενδιαφέροντα, λέγεται ότι ήταν στα αλήθεια άσος στις ίντριγκες και ότι διήγε ακολούθως βίο αδιατάρακτο στην Κωνσταντινούπολη, μοιράζοντας το χρόνο του ανάμεσα στα αξιώματα που έλαβε, στα κολακευτικά ποιήματα που συνέθετε για τον πολυχρονεμένο και στον έρωτα που έτρεφε για τη χήρα του τελευταίου Δούκα των Αθηνών, και ενώ κανονικά θα έπρεπε να κρατήσει κλειστό το στόμα του, δεν έχασε την ευκαιρία να εκφράσει με επιστολή που απηύθυνε στον Βησσαρίωνα την έγνοια του για την κοινήν πατρίδα, φευ!, την εαλωκυίαν υπ' αλλοφύλων, λες και προαισθανόταν την ιστορική μηχανορραφία που θα στηνόταν σε βάρος του, έστω κι αν δεν υπήρξε ποτέ κανένα αξιόπιστο τεκμήριο που να βεβαιώνει ότι πρόδωσε.
Ωστόσο Μέγας Κομνηνός ο άλλος, κοτζάμ αυτοκράτορας της Τραπεζούντας και μάλιστα αναγνωρισμένος από Πατριαρχική Σύνοδο σαν άγιος άνθρωπος με τη μνήμη του να τιμάται στους αιώνες των αιώνων κάθε 1η Νοεμβρίου, ξεπλυμένη και λευκή σαν αθώα περιστερά, δίχως να μπορεί κανένας Φερνάζης να του καταλογίσει την υπεροψίαν και την μέθην του κοντοχωριανού του, του Δαρείου, ή ότι έσφαλε ή ότι δείλιασε και το μόνο που δικαιούται να πει κανείς είναι ότι ζυγιάζοντας προσεκτικά τις δυνάμεις του εχθρού από τη μια και το καλό του λαού του από την άλλη έγειρε κάτω από την επιρροή κακού συμβουλάτορα, του προδότη Γεώργιου Αμιρούτζη ή Αμιρούκη, στην απόφαση να αφήσει τα κλειδιά της πόλης στην εξώπορτά της, πράγμα που στο τέλος-τέλος αναγνώρισε σαν λάθος ακόμη και ο ίδιος, αφού αλλιώς δεν θα άρχιζε από τον Στρυμόνα όπου του παραχωρήθηκαν κάποιες εκτάσεις γης να ονειρεύεται, καθώς λέγεται, ξανά αυτοκρατορίες Τραπεζούντας, ώσπου βρήκε την αφορμή που έψαχνε ο Σουλτάνος για να τον σφάξει σαν αρνί έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης μαζί με τρία από τα παιδιά του και έναν ανιψιό του.
Αλλά όσο φέρνω στο μυαλό μου την εικόνα της γυναίκας του, της Ελένης, έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης να σκάβει μονάχη μια παγωμένη νύχτα του Νοέμβρη με τα νύχια της τάφους για να θάψει σαν άλλη Αντιγόνη κατά παράβαση της σουλτανικής διαταγής τον άντρα, τα τρία παιδιά και τον έναν ανιψιό της κάθομαι ώρα πολλή και το κλωθογυρίζω στο μυαλό μου σαν τον κορυφαίο του χορού, αλλά μασάω τα λόγια μου για να μη φανώ γεροξεκούτης.
Μήπως, λέω μήπως.
Μήπως ήταν θεόσταλτο το πράγμα τούτο δω, για να προστεθεί ένας ακόμη ήρωας και άγιος στο πάνθεον της εθνικής ιστορίας και της ορθοδόξου πίστεώς μας.  

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Μ' αυτά και μ' αυτά

... αποκτούν λόγο, υπόσταση, παρουσία. 


Με τα έτσι: 

με τα έτσι:


και με τα έτσι:

Να ξεπροβάλει πάντα διαυγής απ' τη θολούρα, ενίοτε μπροστά από τη σημαία της Ε.Ε. Ωσάν εγγυητής.

Μελετώ τις φωτογραφίες του. Και δεν βρίσκω. Τίποτα τυχαίο. Αφού όλα ένα νόημα. Μοχθηρό, απειλητικό και οικείο. Πίσω απ' το οποίο η εγωπάθεια. Κι η αυταρέσκεια. Μαζί ασφαλώς με τη συνδρομή των επικοινωνιολόγων. Και των συστημικών διαδικτυακών τόπων. Που ασταμάτητα τον προβάλλουν. Διαυγή απ' τη θολούρα, μπροστά από τη σημαία της Ε.Ε. 
Έτσι που το τίποτα να καμώνεται για λίγο ακόμη το καμπόσο. 
(Ενώ από πίσω η θολούρα τα 'χει καταβροχθίσει όλα. Ακόμη και τη σημαία.)