Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Προς ώρας



Επανέρχομαι αδιαλείπτως. Στο ίδιο και το αυτό όνειρο.
Ότι είμαι σε ένα λιβάδι. Ξαπλωμένος. Γεμάτο από αγριόχορτα, μαργαρίτες, γαϊδουράγκαθα και παπαρούνες. Ανασαίνω τη δροσιά του νοτισμένου χορταριού και μοιράζομαι την ξένοιαστη ελευθερία των πουλιών. Σφύζοντας από χαρά και αισιοδοξία. Ότι θα κάνω και θα δείξω. Όταν μεγαλώσω βεβαίως. Γιατί προς ώρας κάτι με τρώει. Στην πλάτη και στα πόδια. Σηκώνω τα μάτια για να δω. Από ψηλά, από πολύ ψηλά. Επιλογή πανοπτικής θέασης. Άσπρο και κόκκινο και μοβ σε καταπράσινο φόντο. Εκτός από μια σκούρα πινελιά. Σαν μουντζούρα.
Εγώ.
Θα 'μαι δεν θα 'μαι εφτά χρονών. Ξέπνοος από το παιχνίδι. Πού κυνηγούσα μια μπάλα να βαρέσω. Τώρα να ξαποστάσω λιγουλάκι θέλω. Μια σταλίτσα μόνο. Μετά θα βάλω τα δυνατά για να προφτάσω όλους τους άλλους. Κι ας θα 'χουν ξεμακρύνει. Υπολογίζω, ισαμε τον πευκώνα ή ακόμα πιο πέρα στα αμπέλια. Αλλά προς ώρας μού είναι αδύνατον. Αφού τελώ ζαβλακωμένος. Και κνησμένος. Παντού. Νομίζω ότι φταίει ο ήλιος. Με τις αχτίνες να χτυπάνε κατακούτελα. Τα βλέφαρα να βαραίνουν και σιγά σιγά να κλείνουν. Ενόσω σβήνει στα αυτιά μου ένας μακρινός απόηχος. ”Ο τάδε να έρθει αμέσως στο τηλέφωνο”. Τα μεγάφωνα του μπακάλικου ποτέ δεν ησυχάζουν. Όπως και τα τζιτζίκια. Που συνεχίζουν ακατάπαυστα παντού τριγύρω. Να μου κρατούν τον ίσο.
Ωραία.
Αποκοιμιέμαι. Στο όνειρό μου. Και ονειρεύομαι. Ότι.
Εγώ.
Είμαι μεγάλος. Κάθομαι σε ένα γραφείο και χτυπάω πλήκτρα. Γράφω ένα κείμενο. Που ξεκινάει με το ρήμα “Επανέρχομαι”. Αδιαλείπτως και ξαπλωμένος. Σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Γεμάτο από σημεία στίξης, εκφραστικά μέσα και συντακτικά σχήματα. Σφύζοντας από μια ψιλοκατάθλιψη και από μπόλικη γεροντική νοσταλγία. Για τα παλιά τα χρόνια, που όλα ήταν ωραία και καλά. Γιατί προς ώρας κάτι με τρώει. Στο τριχωτό της κεφαλής και στις συνάψεις των νευρώνων. Σηκώνω τα μάτια για να δω. Από ψηλά, από πολύ ψηλά. Επιλογή πανοπτικής θέασης. Εικόνες και μεταφορές και παρομοιώσεις σε αλληγορικό φόντο. Εκτός από ένα επισημασμένο ορθογραφικό λάθος. Σαν μουντζούρα.
Εγώ.
Κοντεύω σαράντα πέντε χρονών. Αποκαμωμένος από το παιχνίδι. Που έψαχνα μια λέξη για να γράψω. Τώρα να ξεκουραστώ λιγουλάκι θέλω. Μια σταλίτσα μόνο. Και ούτε που με νοιάζει να προφτάσω όλους τους άλλους. Κι ας θα 'χουν ξεμακρύνει. Υπολογίζω, ίσαμε τις υποσημειώσεις ή τα πιο πρόσφατα κεφάλαια του ατέλειωτου βιβλίου. Γιατί είμαι καλά εδώ που είμαι. Ανάμεσα στα διάκενα των λέξεων. Αφού προς ώρας τελώ ζαβλακωμένος. Και εγκλωβισμένος. Νομίζω ότι φταίνε οι αφηγηματικές τεχνικές. Με τις αναχρονίες να εξελίσσονται σε συγχρονίες και με τους εγκιβωτισμούς να καταβροχθίζουν τις μείζονες αφηγήσεις. Ενόσω περιμένω μάταια να ξανακούσω τον μακρινό αντίλαλο. ”Ο τάδε να έρθει αμέσως στο τηλέφωνο”. Αλλά τα μεγάφωνα του μπακάλικου έχουν οριστικά σιγήσει. Και δεν ακούγεται τίποτα. Παρεκτός από τα τζιτζίκια. Που συνεχίζουν ακατάπαυστα μες το μυαλό μου. Να μου κρατούν τον ίσο.
Ωραία.
Πολύ ωραία. Που θα τελειώσουν όλα. Και μάλιστα γρήγορα. Χωρίς καμιά αιτία, χωρίς κανένα νόημα, χωρίς καμιά ελπίδα. Έστω κι αν ξόδεψα ολόκληρη τη ζωή μου ψάχνοντας μάταια μια απάντηση. Ποιο, τελικά, απ' τα όνειρα θα με βόλευε καλύτερα να ζήσω. Αλλά τώρα μακαρίζω τις εγκυμονούσες ρώσικες μπαμπούσκες. Για το αλτσχάιμερ. Που περιέχουν χωρίς να ξέρουν ότι περιέχονται. Που περιέχονται χωρίς να ξέρουν ότι περιέχουν.
Κι εγώ που ξέρω. Ότι περιέχω, ενώ περιέχομαι. Δεν θέλω άλλο να ξέρω. Ότι περιέχομαι, ενώ περιέχω. Αφού το μόνο που θέλω πλέον είναι.
Να το σκάσω από το κείμενο. Που είμαι σαράντα πέντε χρονών. Γιατί περικοκλάδες οι λέξεις τυλίγονται στο κορμί μου. Με σφίγγουν. Ριζώνουν πάνω μου. Με απομυζάνε. Ανθοφορώντας σαρκοβόρες τουλίπες. Που ετοιμάζονται να με κατασπαράξουν.
Παίρνω βαθιές ανάσες, βάζω δύναμη και.
Ανοίγω τα μάτια μου. Είμαι στο καταπράσινο λιβάδι. Εφτά χρονών. Με τα αγριόχορτα, τις μαργαρίτες, τα γαϊδουράγκαθα, τις παπαρούνες. Και μιλιούνια από κόκκινους τερμίτες που σκαρφαλώνουν πάνω στο κορμί μου. Μπήγουν τις δαγκάνες τους. Βαθιά στις σάρκες. Και με κατασπαράζουν.
Παίρνω βαθιές ανάσες, βάζω δύναμη και.
Ανοίγω τα μάτια μου. Θαρρώ, ξύπνιος για τα καλά. Αλλά, και πάλι, δεν παίρνω όρκο. Προς ώρας είμαι στο κρεβάτι. Κοιτάω γύρω και προσπαθώ να καταλάβω. Ανασηκωμένος στους αγκώνες. Με την ανάσα μου κομμένη.
Από το ίδιο ακριβώς όνειρο. Που με βασάνιζε. Όταν ήμουνα παιδί.
Ότι με είχαν παραχώσει βιαστικά σε έναν τάφο. Αλλά ξύπνησα από τη νεκροφάνεια. Προς ώρας είμαι στο φέρετρο. Κοιτάω γύρω μου και προσπαθώ να καταλάβω. Ανασηκωμένος στους αγκώνες. Με την ανάσα μου κομμένη.

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Οι εστέτ

Δημιουργοί που βλακολογούν, που σαλιαρίζουν, που λαϊκίζουν, που επαιτούν και κάποιοι ελάχιστοι μόνο που αληθινά δημιουργούν, που σημαίνει ότι ανοίγουν νέους απόκρημνους δρόμους στη δημιουργία ώστε να έρθουν μετά σε ασφαλτοστρωμένες λεωφόρους όσοι θα συνεχίσουν να βλακολογούν, να σαλιαρίζουν, να λαϊκίζουν και να επαιτούν. 
Ο Ροίδης και ο Καρυωτάκης, ο Καββαδίας και ο Σινόπουλος, ο Αλευράς και ο Λάγιος, ο Καβάφης και ο Γ. Πάνου, κι άλλοι πολλοί ακόμη, που στον καιρό τους αποδοκιμάστηκαν και χλευάστηκαν και συκοφαντήθηκαν και αποσιωπήθηκαν, γιατί αντιμετώπισαν την τέχνη όχι με την ευκολία του συρμού αλλά με την αριστοκρατική αρχοντιά και την εφηβική επαναστατικότητα που της αρμόζει, για να ενταχθούν μόνο αφότου πέθαναν στο κάδρο της μικροαστικής περσόνας της κουλτούρας, αυτής δηλαδή που στοιχειοθετεί την έννοια του κουλτουριάρη. 


Μιλάω τόση ώρα για το νέο βιβλίο του Κώστα Βούλγαρη, τους ΕΣΤΕΤ, εκδ. .poema. Αθήνα 2013, που φρονώ ότι αν εκδιδόταν σε καμιά τριανταριά χρόνια από κάποιον άλλον θα συμπεριελάμβανε σίγουρα και τον συγγραφέα του, που τόσα χρόνια αντί να βλακολογεί, να σαλιαρίζει, να λαϊκίζει και να επαιτεί, επιμένει κι ας καταντάει κάποτε στρυφνός και ενοχλητικός (ή ακριβέστερα επειδή καταντάει στρυφνός και ενοχλητικός) να δημιουργεί αληθινά και ως λογοτέχνης και ως κριτικός, να ανοίγει δηλαδή δρόμους στη δημιουργία για όλους εμάς. 
Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα. Μεγάλα παιδιά είστε και γράμματα γνωρίζετε. Οπότε, ιδού η Ρόδος. 

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Θα ξανασκυλεύσω






Πάνε σαράντα χρόνια από τότε.










Τρίχρονα μωρά και βυζάξαμε απ’ τα συνθήματά της, εξεγερμένοι έφηβοι και ριγήσαμε απ’ τα ιδανικά της, καταληψίες φοιτητές και ξενυχτήσαμε με τα τραγούδια της.




Στο μεταξύ τίποτα σχεδόν δεν άλλαξε.










\

Μόνο που άσπρισαν τα μαλλιά μας και γέμισε με ρυτίδες το πρόσωπό μας. Μεγαλώσαμε. Συστήσαμε γενιά. Της μεταπολίτευσης η χαμένη γενιά. Η πιο χαμένη απ’ όλες. Η πιο λίγη απ’ όλες. Η πιο προδοτική απ’ όλες. Που νόμισε, αλλά δεν πίστεψε. Που αντέδρασε, αλλά δεν αγωνίστηκε. Που γιόρτασε, αλλά δεν τίμησε.







Όχι, εγώ σε λίγες μέρες δε θα γιορτάσω το Πολυτεχνείο. Εγώ σε λίγες μέρες θα ξανασκυλεύσω το Πολυτεχνείο. 


Εγώ κι όλοι οι όμοιοί μου.

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Καθάρια και πόσιμα νερά



Από δύο μέρη η συλλογή. Το πρώτο ατιτλοφόρητο: είκοσι τρία διηγήματα με τη μορφή  είτε αφηγηματικής μινιατούρας που εκτείνεται σε ελάχιστες μόνο αράδες, είτε σύντομων αφηγήσεων που ανέρχονται σε κάποιες εκατοντάδες λέξεις είτε εκτενέστερων εξιστορήσεων που δεν ξεπερνούν το όριο μερικών σελίδων. Το δεύτερο με τον τίτλο “Σκοτωμένο νερό”, απ' όπου και ο τίτλος της συλλογής: δεκατρία διηγήματα που χωρίς να χάνουν την αυτονομία τους μοιράζονται κοινό χώρο, κοινό χρόνο και κοινά πρόσωπα, για να συνομιλήσουν φωναχτά μεταξύ τους μέσα στην ευρύτερη αφηγηματική σύνθεση μιας μικρής νουβέλας.
Δύο κι οι βασικοί χρονικοί άξονες. Στο πρώτο μισό του βιβλίου το άμεσο παρόν, στο δεύτερο το πρόσφατο παρελθόν. Το πρωθύστερο της διάταξης αφενός προφυλάσσει την αφήγηση από το απλουστευτικό σχήμα του αιτίου-αιτιατού και από τη γλυκερή αντίστιξη ενός εξωραϊσμένου χτες με ένα εκφυλισμένο σήμερα και αφετέρου οργανώνει τα ίδια ερωτικά πάθη, τις ίδιες υπαρξιακές αγωνίες, τα ίδια κοινωνικά προβλήματα σε δύο διαδοχικούς αλλά διαφορετικούς άξονες αναφοράς, έτσι που το κολάζ της νεοελληνικής πραγματικότητας να αποκτήσει τη διάσταση του βάθους.



Σκοτωμένο νερό, Ελένη Αναστασοπούλου,
εκδ. Γαβριηλίδης. 2013, σελ. 205



Κάθε διήγημα της συλλογής φωτίζει μια διαφορετική πτυχή αυτής της πραγματικότητας, που στη συνολική της σύνθεση απεικονίζει με μουντά και ξεθωριασμένα χρώματα ένα έρημο τοπίο,  ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι και ένα ρημαγμένο δωμάτιο εντός των οποίων περιφέρονται, χειρονομούν συνουσιάζονται, πεινάνε, υποφέρουν, αγωνιούν, βογκάνε, πέφτουν και σηκώνονται ανθρώπινοι χαρακτήρες που είναι απολύτως αντιπροσωπευτικοί της νεοελληνικής μας ανθρωπογεωγραφίας.
Εδώ ακριβώς διακρίνω μία από τις πιο σημαντικές αρετές του βιβλίου: οι ήρωες, γήινοι, σάρκινοι, σκοτεινοί, αντιφατικοί και σε κάθε περίπτωση ανθρώπινοι, διατηρούν την ιδιαιτερότητά τους και υπερασπίζονται την ιδιωτικότητά τους, χωρίς να πάψουν να πατάνε γερά πάνω στο κοινωνικό έδαφος και να κουβαλάνε σαν λάφυρα ή σαν πληγές όλους τους κοινωνικούς τους προσδιορισμούς. Απέναντί τους στέκεται η συγγραφέας ενίοτε με λεπτότητα και διακριτικότητα, ενίοτε με χιούμορ και ειρωνεία και πάντα με διάθεση κατανόησης, που φέρνει στο μυαλό μου τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων στο έργο του Βιζυηνού – τραγικοί κι αδιέξοδοι αλλά κυρίως συμπαθείς στο σιωπηλό τους δράμα, ακόμη κι όταν ολοφάνερα φταίνε.
Η γλώσσα προδίδει αυτοπεποίθηση, άνεση και ωριμότητα και χωρίς να διεκδικεί τον πρώτο ρόλο εξασφαλίζει τους κατάλληλους ρυθμούς για την εκφορά της αφήγησης. Το υλικό αντλημένο από τη μνήμη, τις ιδιωτικές γωνίες και τους κοινωνικούς περισπασμούς προδίδει μια προτίμηση σε ό,τι φαντάζει καθημερινό,  αδιάφορο και ήσσον για να φανεί μέσα από την αφηγηματική του επεξεργασία ότι περιέχει ένα κρυμμένο νόημα, μια σιωπηλή συντριβή και μια ανοιχτή αιμορραγία, πράγμα που αποδίδει ενιαίο αφηγηματικό αποτέλεσμα στο δεύτερο μισό του βιβλίου αλλά κατά τι άνισο στο πρώτο, όπου θεωρώ ότι η συγγραφέας θα έπρεπε να είναι πιο αυστηρή στο στάδιο της διαλογής. Η λογοτεχνική γραφή δοκιμάζει ποικίλες αφηγηματικές φόρμες, τρόπους και τεχνικές, για να δημιουργήσει την αίσθηση του τετριμμένου όταν χαρίζεται στην ευκολία ενός φωτογραφικού ρεαλισμού και ενός αναπαραστατικού διαλόγου ή την εντύπωση του ανούσιου, όταν επαναλαμβάνει το αφηγηματικό σχήμα της λοξής περιγραφής για να εκβιάσει το ξάφνιασμα του τέλους, και πετυχαίνει τις καλύτερες στιγμές της όταν χαλαρώνοντας ή σμπαραλιάζοντας τον  αφηγηματικό άξονα του χώρου και του χρόνου επιδίδεται στον εσωτερικό μονόλογο και τη συνειρμική ανάπτυξη (Μονοσύλλαβη Περιφρόνηση, Η βαλίτσα, Σε δρόμους σκοτεινούς, Una Fiata Musiata, Κεραμίδι από το Βυζάντιο, Μισή Καρδιά, Μινέρβα Λευκό).
Για να κλείσω, στο “Σκοτωμένο νερό” η γραφή πηγάζει σε πείσμα του τίτλου σαν καθάριο και πόσιμο νερό που αντλείται δίχως βιασύνες, εκβιασμούς και θορύβους από μία και μόνη ανάγκη – μιλάω για την ανάγκη της έκφρασης μιας συσσωρευμένης εμπειρίας και ενός συγκεντρωμένου υλικού ύστερα από την πολύχρονη ωρίμανσή τους. Ως πρώτο βιβλίο καταφέρνει, παρά τις όποιες αδυναμίες, να θέσει αρκετά ψηλά τον συγγραφικό πήχη και να σημαδέψει έναν ανοιχτό ορίζοντα αναγνωστικών προσδοκιών για ό,τι θα ακολουθήσει. Κι αυτό με τη σειρά του, ας το σημειώσω με έμφαση, συνομολογεί ερήμην της συγγραφέα μία δέσμευση με τον υποψιασμένο αναγνώστη.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Οι οχτροί


Σαράντα χρόνια από τότε και σαν να μην πέρασε μια μέρα. 

"Θα 'χει αύριο ποδόσφαιρο" ρωτούσε ο ξάδελφος στο Ψαράκι του Χάκκα.

Ναι, λοιπόν, θα 'χει. Στο εξής πάντα θα 'χει. 

Και να δεις τι σου 'χω για μετά.




Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Η τύφλωση ενός αγωνιστή και η υποκρισία

Γιατί φωνές σαν του Κάιν πρέπει να αναπαράγονται και να αντηχούν.

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Όχι άλλο αίμα

Το απολύτως αυτονόητο, δίχως υποσημειώσεις, αστερίσκους και παραπομπές: ότι είναι μια βδελυρή, ότι είναι μια αποτρόπαια, ότι είναι μια καταδικαστέα πολιτική δολοφονία, τόσο άδικη, τόσο σκληρή και τόσο απάνθρωπη που προκαλεί με τον αδίστακτο φασισμό της. 

Θαρρώ ότι αυτό και μόνο αρκεί για την ώρα - τουλάχιστον για όσο κρατάει η οδύνη για το χαμό. 


Μένει όμως μια μεγάλη κουβέντα για το ποιος και για το γιατί, που ήδη έχει αρχίσει να κλίνει προς την εκδοχή της τρομοκρατίας, εντός της οποίας αναγνωρίζω δύο διακριτά σενάρια: αυτό της αδιέξοδης, της τυφλής και καταστροφικής μανίας και αυτό της μεθοδευμένης ή της απροκάλυπτης αλλά πάντως επικίνδυνης προβοκάτσιας. 

Δεν κομίζω τίποτα καινούριο. Και το ένα και το άλλο, τα 'χουμε δει πολλές φορές να παίζονται. Σε κάθε περίπτωση, στην πλάτη του λαού.