Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Να 'ναι γλυκό το βόλι

Μέρα που 'ναι, ας την καλημερίσουμε κατά πώς της πρέπει. Τιμώντας την, κι όχι σπιλώνοντάς την. Γιατί σε πείσμα της στρογγυλεμένης και λοβοτομημένης μνήμης, οι γωνίες είναι πάντα που δημιουργούν την προοπτική του βάθους. Κι αυτές δεν πρόκειται να αμβλυνθούν όσες απαγορεύσεις κι αν επιβληθούν στα σχολεία






Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Διακοπή

Κατεβαίνουν οι κουρτίνες για λίγο. Για το επόμενο διάστημα το ιστολόγιο τελεί υπό αναμόρφωση. 

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

κι όμως... κι όμως...

Αριθμώ το χρόνο μου. Τέσσερα συναπτά έτη γεμάτα διαβουλεύσεις, στρατηγικές, τακτικισμούς, αιφνιδιασμούς, μικρές νίκες και άτακτες υποχωρήσεις. Δεν με χαλάει ο ξοδεμένος χρόνος ούτε η επικρεμάμενη απειλή ούτε που σύρθηκα στο παρασκήνιο ούτε που 'χω τραβήξει των παθών μου τον τάραχο. 



Από την πολλή αρχή ακόμη, ό,τι έγινε σε σχέση με τη δική μου εμπλοκή ήταν συνειδητή επιλογή, κάτι σαν προσωπική στάση ευθύνης, που παρά τους όποιους κλονισμούς συνεχίζω να την υπερασπίζομαι ίσαμε τώρα. Γιατί τώρα που κάθομαι και ανασκοπώ ό,τι συνέβη βρίσκω ότι με διοικητικές όψεις του φασισμού συγκρούστηκα, και μάλιστα πολύ πριν την πολιτική έκφρασή τους στο κοινωνικό πεδίο. 
Δυο διηγήματα κι ένα παρατημένο μυθιστόρημα ό,τι απέμεινε από το χάλασμα, μαζί βεβαίως με μια διαρκή εκκρεμότητα σαν την ενοχλητική παρωνυχίδα στο σώμα ασθενούς με μεταστατικό καρκίνο. 
Και δικαίως το ερώτημα: με παρωνυχίδες θα ασχολούμαστε τώρα; 
Η δε απάντηση είναι πιο πολύ που με πονάει: κι όμως... κι όμως... 

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Ορφανεμένος

Σκέφτομαι να σου πω αλλά δεν θα σου πω. Αφού πάντα έτσι ήταν ανάμεσά μας. Εννοώ ότι ήταν καλύτερα. Με αλληγορίες, μεταφορές και υπονοούμενα αλλά κυρίως με σιωπές. Ίσως γι' αυτό απέφευγα να σε παίρνω - ευκαιρία να σ' το εκμυστηρευτώ κι αυτό. Για ό,τι ήθελα ή άντεχα ή χρειαζόμουν να καταλάβω, έφταναν τα γραφτά σου. Αλλοπρόσαλλα, άναρχα και πάντα σαγηνευτικά. 



Ανακαλώ το αριστερό σου πόδι, τη Μοσχούλα που κρυφακούει και τη μισή Ακρόπολη. Μοιάζουν τόσο μακρινά όλα αυτά. Λες, εφτά κιόλας χρόνια. Κάνω μια πρόχειρη περιδιάβαση. Κάποτε ελπίζαμε, γελούσαμε, οργιζόμασταν, τώρα όλα μου μοιάζουν αγαλματάκια ακούνητα. 
Για να ξέρεις, ούτε κι εγώ αντέχω. Από καιρό τα έχω φτύσει. Φορές φορές βαριέμαι αφόρητα, άλλοτε πάλι αγανακτώ. Αλλά είναι ανοιχτό παράθυρο, δεν θέλω να το κλείσω.   Θα είμαι εδώ για να (σε) περιμένω. 

Σε φιλώ κατακούτελα. 

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Επιμύθιο


Έχω κάτι μήνες τώρα που προσπαθώ να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά, να ξαναπιάσω το κουβάρι από την αρχή γιατί με ζόρισε πολύ ετούτος ο Λαβύρινθος που μου έλαχε τελευταία, πολλές στροφές, χαοτικές κατηφόρες, απότομες ανηφόρες, καταβόθρες, χοάνες, στενά περάσματα, κοφτερούς βράχους που μου ξεσκίζουν τα ρούχα, το μυαλό και το δέρμα.
Έχω κάτι μήνες τώρα που αγωνίζομαι να ανασάνω, κάθε μέρα κι από λίγο, μου λείπει  το οξυγόνο, έχω χάσει κομμάτια μου, γυρνάω λειψός τα βράδια σπίτι, ούτε να γράψω τίποτα μου βγαίνει, ούτε να μιλήσω μπορώ, ύπνος και ξύπνιο ένα και το αυτό, αλλά δεν βαρυγκομώ, δεν απελπίζομαι, δεν τα παρατάω κι ούτε αφήνω κανέναν δικό μου να το κάνει, μελίσσι γύρω μου το «κάθε μέρα», αλλά να, έχει κούραση μεγάλη ο καιρός μου φίλε, ζορίζομαι.
Πολύ.

Είναι και που μου την έφερε και η «κληρωτίδα» που έγραφε κάποτε κι ο Σιμώτας, που στην περίπτωσή μου  σημαίνει δηλαδή, πως εκεί που έλεγα μερικούς μήνες πίσω -πριν μου σκάσει στο κεφάλι ετούτο το τελευταίο καλοκαίρι με όλα του τα βάρη και τις ισοπεδωτικές του καταστάσεις-  οτι θέλω αποφόρτιση· αποφορτίστηκα εντελώς, τι να λέμε τώρα;
Είναι και που είχα την έντονη αίσθηση πως οι καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία έφεραν το πλήρωμα του χρόνου για κάποιους από εμάς, για να θρηνήσουμε επιτέλους την εφηβεία μας και που να τελικά έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα την φόρεσα καπέλο την σοφιστεία μου, αφού όπως αποδείχτηκε λειτούργησε πάνω μου σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Έλεγα που λες πολλά, σκεφτόμουν κι άλλα τόσα και τελικά μου έκατσαν όλα τα απίστευτα και τα απίθανα, όλα μαζί.
Γι’ αυτό και διαφαίνεται ως σοφή επιλογή τελικά το να μην λες πολλά. Σε όλα τα θέματα.
Γι’ αυτό και τελευταία δεν μιλάω, βλέπω μονάχα και ακούω.
Ξαναμαθαίνω πολλά.

Προσωπική είναι η ανάρτηση, δεν υπονοεί, ούτε αναφέρεται, ούτε θέλει να έχει καμία σχέση με όλα αυτά που γίνονται τώρα γύρω μας, αφού δεν εκπλήσσομαι με τίποτα από αυτά, ούτε καν με εκείνους που πέφτουν από τα σύννεφα, που δεν ήξεραν, δεν έβλεπαν, δεν καταλάβαιναν. Μου έλαχε να είμαι από εκείνη την φουρνιά που τα φώναζε αυτά εδώ και τριάντα χρόνια, αλλά μάταια.
Ας είναι, η Ιστορία, βρίσκει πάντοτε τον τρόπο της να προχωράει. Πάντα.
Δεν ξέρω τι θα γίνει τελικά, δεν ξέρω τι θα μας ξημερώσει αύριο, ούτε τι μορφή θα έχει, δεν ξέρω καλά καλά αν θα υπάρξει αύριο, ούτε και σε ποια θέση και σε τι κατάσταση θα μας βρει.

Εκείνο που σίγουρα ξέρω και που είναι ο λόγος που γράφτηκε αυτό το κείμενο, είναι πως ο «Vlaxos» νοιώθει πως έπαψε να υπάρχει πια. Τα στοιχεία που τον γέννησαν και τον χαρακτήριζαν αποτελούν πια ένδοξο παρελθόν, έχουν μείνει πλέον κρεμασμένα ψηλά, στα κλαδιά της βελανιδιάς και στα ελάτια, εκεί πάνω από τα 1200 μέτρα, κάπου στα Άγραφα, εκεί ακριβώς που θα έπρεπε δηλαδή.
Αυτό που απέμεινε και προσπαθεί να ανασάνει, χωρίς κάπα, χωρίς μάσκα, χωρίς μαύρα γυαλιά και χωρίς ηλεκτρονικά φτιασίδια, λογοτεχνικές φανφάρες και ποιητικές περικοκλάδες, είναι μονάχα ο Σπύρος, ο «πολλά πρώην και ελάχιστα νυν» που προσπαθεί να βρει τα βήματά του, να πατήσει λίγο σταθερότερα στο σαθρό έδαφος που του έλαχε, να κάνει ειρήνη με το μέσα του, να ισορροπήσει τα απ’ έξω του και να αποδεχθεί την εύθραυστη φύση των πραγμάτων.

Παίρνω λοιπόν άδεια με ανοιχτή ημερομηνία λήξης.
Χάρηκα πραγματικά που γνώρισα κάποιους από εσάς και για όλα εκείνα τα όμορφα σχόλια των αγνώστων και επισκεπτών στις αναρτήσεις μου, που έθρεφαν τον εγωισμό και την ματαιοδοξία μου.
Σας ευχαριστώ όλους και όλες και ιδιαίτερα τον φίλο μου τον Πάνο που μοιραστήκαμε ετούτο το κονάκι για επτά και βάλε χρόνια
Να προσέχετε παίδες,
που είναι ο κόσμος μας μικρός / κι όλο μικραίνει διαρκώς / κι ο χρόνος που αναλογεί/ είναι κι εκείνος δανεικός


Ίσως τα ξαναπούμε κάποια στιγμή, ίσως εδώ, ίσως αλλού, ίσως αλλιώς

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Στασίδια

Γνωστό τοις πάσι.

Ότι έχει παρέλθει ο καιρός τους. 


Ίσως μάλιστα να μην υπήρξαν ποτέ - τουλάχιστον όπως τους εννοούμε.  


Θρυλικούς κι απροσπέλαστους. 

Μιλάω για τους ήρωες. 

Ούτε θυμάμαι πόσες σελίδες ξόδεψα. 

Για να με απομαγέψω απ' την αχλή τους. 

Αλλά τώρα που νιώθω την ιστορική μου μοναξιά να σφίγγει.

Αρχίζω να εκτιμώ τα σκοροφαγωμένα στασίδια.

Στην παλιά βουλγάρικη εκκλησία του χωριού μου.





(Με αφορμή μια επέτειο)








Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Το αντιφασιστικό προσωπείο


Είναι γνωστό το πογκρόμ του 1916 εναντίον των προσφύγων, που κατέφευγαν στην Ελλάδα για να γλιτώσουν από τη γενοκτονία των Τούρκων, αλλά και εναντίον των Ελλήνων των νέο-απελευθερωμένων περιοχών, όπως η Κρήτη. Η εγχώρια Κου Κλουξ Κλαν της εποχής εκείνης ήταν οι περίφημοι «Επίστρατοι». Οι παρακρατικοί αυτοί εκτέλεσαν μεταξύ 19 και 23 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου 20 πρόσφυγες κοντά στο φθισιατρείο «Σωτηρία» με την δήθεν κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ των αγγλογάλλων. Και η τότε κυβέρνηση είχε δημιουργήσει στρατόπεδο προσφύγων στη Σούδα κατά το ανάλογο των σημερινών «κέντρων φιλοξενίας μεταναστών». Oι εγκλεισμένοι, που μεταφέρονταν από την Αθήνα, πέθαιναν κατά δεκάδες από διάφορες ασθένειες και πείνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το κεντρικό σύνθημα του συλλαλητηρίου του 1923 στους στύλους του Ολυμπίου Διός ήταν «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες» και αφορούσε τους τραγικούς μικρασιάτες. Ο Γεώργιος Βλάχος τους χαρακτήριζε «προσφυγική αγέλη», ενώ ο Ν. Κρανιωτάκης, εκδότης του «Πρωινού Τύπου», ζητούσε εν έτει 1933 να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορούν κίτρινο περιβραχιόνιο(ανάλογο με αυτό που φόρεσαν οι ναζί στους Εβραίους)ώστε να τους αποφεύγουν οι γηγενείς! Ακόμη και τα εργατικά σωματεία ήταν εναντίον των μεταναστών. Έτσι, το 1914 το Εργατικό Κέντρο Αθηνών με ψήφισμά του απευθυνόταν σε όλα τα εργατικά σωματεία της Ελλάδας, και ζητούσε «να μην επιτρέπηται εις τους πρόσφυγας να εργάζονται εις τας εργασίας εντοπίων εργατών…»! Ο χειρότερος εχθρός των μεταναστών είναι το εγχώριο «προλεταριάτο», καθώς το τελευταίο έβλεπε στο πρόσωπο των πρώτων τον προηγούμενο εαυτό του. Αλλά η σύγκρουση με τους μετανάστες(εμφύλιος των «κάτω») είναι μία αρχαία μέθοδος για να μετατίθεται η σύγκρουση από την πρωταρχική αιτία της στη δευτερεύουσα. Η νομιμοποιητική βάση του «κοινωνικού πολέμου» είναι ότι για όλα φταίνε οι μετανάστες, αυτοί που μας παίρνουν τις… δουλειές. Στην πραγματικότητα, το σύστημα χρησιμοποιεί τους μετανάστες σαν εξιλαστήρια θύματα, σαν αποδιοπομπαίους τράγους για να κρύψει τη χρεοκοπία του. Το ίδιο και τις φασιστικές οργανώσεις. Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής έχουμε μία αντιμετώπιση κατά το ανάλογο των ΗΠΑ. Εκεί η κυρίαρχη ελίτ, οι περίφημοι ληστοβαρώνοι –βιομήχανοι και τραπεζίτες- που δρούσαν στη βάση της «νόμιμης παρανομίας», αφού χρησιμοποίησαν τη Μαφία για να τσακίσουν τις απεργίες των εργατών και να διαλύσουν τα συνδικάτα με τις «ραπτομηχανές Σικάγου»(τα αυτόματα όπλα των μαφιόζων), στη συνέχεια στράφηκαν εναντίον της. Αυτό επεδίωξαν και στο Πέραμα κάποιοι μεγαλοεργολάβοι αλλά και στον Πειραιά οι εφοπλιστές μέσω της ΧΑ. Η τελευταία έχει μικτά χαρακτηριστικά(Μαφίας και Κου Κλουξ Κλαν). Και στις δύο περιπτώσεις οι κρατικοί θεσμοί(αστυνομία, πολιτοφυλακή αλλά και οι θρησκευτικές οργανώσεις) συνδέονται ως συγκοινωνούντα δοχεία με τις παρακρατικές οργανώσεις. Αλλά, όπως στις ΗΠΑ η Μαφία και η ΚουΚλουξΚλαν απορροφήθηκαν από το σύστημα, έτσι θα συμβεί και στην Ελλάδα. Ενίοτε δε και ανάλογα με τις συνθήκες το «φασιστικό» φαινόμενο θα αφήνεται να εκδηλωθεί, αποκτώντας ξανά τα τρομοκρατικά χαρακτηριστικά του έτσι ώστε να αποτρέπει την αγανάκτηση του πληθυσμού να κινείται προς μία πραγματικά αντισυστημική κατεύθυνση. Όταν, όμως, θα τείνει να τεθεί εκτός ελέγχου, θα χτυπιέται καίρια και η κυρίαρχη τάξη θα παρουσιάζεται με το δήθεν αντιφασιστικό προσωπείο της, «ξεπλένοντας» τη φασιστική πρακτική της(ανεργία, εξαθλίωση, στέρηση ανθρώπινων δικαιωμάτων)...
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου, gpapaso.blogspot.com