Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

"Oφείλουμε να απαντήσουμε με μία νέα συλλογικότητα"

Η Χρυσή Αυγή δεν είναι μόνο η πολιτική εφεδρεία του συστήματος, αλλά αποκρύπτει και το φασισμό που βρίσκεται σα σκουλήκι μες στο μήλο και σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς.
«Ο φασισμός προϋπήρχε του Χίτλερ και του Μουσολίνι και εξακολουθεί να υπάρχει, έκδηλα ή άδηλα, και μετά την ήττα τους στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Παντού, στον κόσμο, όπου αρχίζουμε με την κατάπνιξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου και του δικαιώματός του στην ισότητα, ολισθαίνουμε ταχύτατα στο σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης...». Ο συγγραφέας Πρίμο Λέβι, αυτός που έζησε το ναζισμό στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αναφέρει στο παραπάνω εδάφιο τις πολιτικές αιτίες του φασισμού, καταδεικνύοντας ότι το φαινόμενο δεν είναι νομικό αλλά πολιτικό. Είναι πρόδηλο κατά συνέπεια πως η νομική αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής αποκρύπτει τις πολιτικές αιτίες του φασισμού, όπως είναι η κατάπνιξη των εργασιακών και των πολιτικών δικαιωμάτων, της διεκδίκησης της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Πίσω από την ακραία εκδοχή, άρα, των φασιστικών μορφωμάτων τύπου Χρυσής Αυγής κρύβονται εκείνοι οι πολιτικοί σχηματισμοί που ψηφίζουν τους αντεργατικούς νόμους, ή τα διατάγματα που στέλνουν στην εξαθλίωση 1,5 εκ. ανέργους. Επιτέλους, ο πιο ακραίος φασισμός, σήμερα, χειρότερος, ενδεχομένως, κι απ’ αυτόν της Χ.Α. είναι αυτός των γερμανικών ελίτ που θέλουν την Ελλάδα ένα απέραντο Μπούχενβαλντ, εκεί όπου οι άνθρωποι δεν πέθαιναν στους θαλάμους αερίων αλλά στα καταναγκαστικά έργα. Αυτόν τον φασισμό δεν μπορεί να τον αντιμετωπίσει ο «ηρωισμός της λογικής», τον οποίο επικαλούνταν για την αντίστοιχη κρίση του 1935 ο γερμανός φιλόσοφος Ε. Χούσερλ, αλλά η καρδιά. Χωρίς «καρδιά» αυτός ο κόσμος και συγκεκριμένα η ΕΕ θα χαθεί. Γιατί η μεγαλύτερη διαφθορά, που έχει επισυμβεί στις δυτικές κοινωνίες, είναι ο πληθωρισμός από υπερβολικό εαυτό, από υπερδιόγκωση του Εγώ, από υπερσυσσώρευση πλούτου και από μία άγρια ναρκισσιστική ατομικότητα, που καταλήγει στον αυτισμό και στον αντίστοιχο υπερ-εθνικισμό. Γι’ αυτό η απάντηση σ’ αυτή την επίθεση του νεοναζισμού(αλλοδαπού και εγχώριο) με ανάλογο εθνικισμό θα ήταν σαν να παίζουμε στο γήπεδο του αντιπάλου. Αντίθετα, εμείς οι Έλληνες –δεν συμπεριλαμβάνονται οι κουίσλιγκς και οι λοιποί κυνικοί-, όπως το έχουμε ξαναγράψει, οφείλουμε να απαντήσουμε με μία νέα συλλογικότητα, μ’ ένα νέο πατριωτισμό συνδυασμένο με έναν νέο ουμανισμό και μια νέα αγωνιστική αλληλεγγύη. Η αλληλεγγύη οφείλει να είναι αγωνιστική και πολιτική και να μην είναι εκείνη η ατομική συμπόνια του φιλόπτωχου ταμείου που ταπεινώνει τον λήπτη και διαφθείρει τον δωρητή. Εν άλλοις λόγοις, ο δημοκρατικός τόπος που ενώνει στον κοινό στόχο της καταπολέμησης της ανεργίας, της πείνας και όλων των άλλων κοινωνικών αδικιών, είναι ο πολιτικός τόπος της κοινής δράσης, εκεί όπου υφαίνεται πιο αποτελεσματικά το αίσθημα του εαυτού μας με το αίσθημα του άλλου, εκεί όπου εξαλείφεται ο μεγάλος φόβος και ανασυστήνεται ο χαμένος εαυτός. Για να υπάρξει, όμως, ο πολιτικός τόπος της κοινής δράσης απαιτείται ένα κοινό πολιτικό πλαίσιο, που θα ενοφθαλμίσει στους ενοποιοημένους θεσμούς μια νέα οραματική και, ναι, μία νέα ιδεολογική "ματιά" (γιατί ιδεολογία είναι η οπτική γωνία από την οποία βλέπουμε τον κόσμο), επιτρέποντας τη δημιουργία πραγματικών και διαρκών αποτελεσμάτων.
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου,gpapaso.blospot.com

Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

The Show Goes On - Bruce Hornsby


Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο (με πολλές προεκτάσεις και προσωπικά βιώματα ετούτων των ημερών και των καταστάσεων), στο παρακάτω κομμάτι βρίσκω μια πολύ καλή σκιαγράφηση του "σήμερα", αν και μιλάει για φθινόπωρο
Από την άλλη όμως, μήπως και δεν είναι ήδη;

Συντονίσου...



What's the long face, what's all the crying for 
Didn't you expect it when you opened your door 
To the man with the long coat and the long list of victims 
Everybody watching knows he's the one keeping score 
>from where she sits, everyone stands in judgement 
People watching as the curtain falls down 
See the lights do a long slow fade... 

The show goes on, and the sad-eyed sisters go walking on 
Everyone watching all along 
The show goes on, as the autumn's coming 
And the summer's all gone 
Still without you, the show goes on 

Some say she's alright, some say she'll never learn 
Some rush into things, some stand and wait their turn 
I've been here all along standing here all this time 
But you never noticed, just let the same tired flames burn 
>from where she sits, everyone stands in judgement 
People watching as the curtain falls down 
See the lights do a long slow fade 

The show goes on, and the sad-eyed sisters go walking on 
Everyone watching all along 
The show goes on, as the autumn's coming 
And the summer's all gone 
Still without you, the show goes on 

Time is passing,slowly passing you by 
You better try to find it before it passes you by 
As I watch you walking to another cold dawn 
And you keep on walking 
And they keep on talking 
Talking all along 

>from where she sits, everyone stands in judgement 
People watching as the curtain falls down 
See the lights do a long slow fade 
The show goes on, and the sad-eyed sisters go walking on 
Everyone watching all along 
The show goes on, as the autumn's coming 
And the summer's all gone 
Still without you, the show goes on


Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Το βλέμμα της Αλεξάνδρας


“Τρεις ή τέσσερις” μου απαντάει. Υποθέτω ότι έχασε το λογαριασμό από τις τόσες φορές επιτυχούσα στον ΑΣΕΠ. Πάντα ένα βήμα προτού να διαβεί τον Ρουβικώνα. Ήλπιζε ότι  πλησίαζε σιγά σιγά η ώρα. Το δικαιούνταν, άλλωστε. Μέχρι που μηδένισαν τους διορισμούς.
Είναι μια ακόμη από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Αναπληρώτρια. Παντρεμένη. Με παιδιά. Δέκα χρόνια περιφέρεται ανά την Βόρεια Ελλάδα.
Κάθε χρόνο καινούριο σχολείο, άλλος διευθυντής, νέος σύλλογος. Φτου κι απ' την αρχή, το άγχος της προσαρμογής. Πού είναι οι αίθουσες, τι καπνό φουμάρει ο κάθε συνάδελφος, τα ονόματα των μαθητών, τα κουσούρια του διευθυντή, να βρει γκρουπ μετακίνησης. Συνέχεια ριγμένη στις κατανομές ως προς τα τμήματα και τα μαθήματα. Ειδικότης τα ονομαζόμενα “ρετάλια”, ό,τι δηλαδή δεν θέλουνε οι άλλοι κατά την ηλίθια αρχή της παλαιότητας.
Έχω ακόμη το βλέμμα της σε μια ανύποπτη στιγμή. Ότι θα ελαχιστοποιηθούν οι αναπληρωτές, ξεφούρνισε κάποιος πριν από ένα δίμηνο. Τέτοια συμπύκνωση πίκρας σε ένα μόνο κοίταγμα δεν ξανάδα. Την είδα να κοιτάει στους τοίχους. Λες κι έψαχνε κάπου για να γραπωθεί.
Τώρα επιτέλους δηλώνω ήσυχος. Οι εξηγήσεις του Υπουργείου μπορούν να της παράσχουν την ανακούφιση που έψαχνε. Ότι δεν είναι ακριβείς οι αιτιάσεις της ΟΛΜΕ για απολύσεις αναπληρωτών, αφού έτσι κι αλλιώς προσλαμβάνονται για ορισμένο χρόνο. Η σωστή, επομένως, διατύπωση είναι ότι δεν θα ανανεωθούν οι συμβάσεις τους.
Έτσι, απλά. Αλλάζουμε τη φράση, για να αποκαταστήσουμε με επικοινωνιακούς όρους την αλήθεια. Μια αλήθεια όμως που όσες γλωσσικές κακοποιήσεις κι αν υποστεί από την εξουσία δεν θα πάψει να πονάει την Αλεξάνδρα. Με την ίδια πάντα θλιμμένη αξιοπρέπεια που διέκρινα τότε στο βλέμμα της.
Κλείνω. Δέκα περίπου χιλιάδες συνάδελφοι θα προστεθούν στην ατελείωτη λίστα των ανέργων. Τροφή για επικοινωνιακή χρήση των μέσων ενημέρωσης ενόψει των θέσεων εργασίας που θα δημιουργηθούν από τις χρηματοδοτήσεις των ΕΣΠΑ. Αλλά πόσα όνειρα, πόσες προσδοκίες, πόση θλιμμένη αξιοπρέπεια θα αντέξουν στα τριακόσια ευρώ της αμοιβής τους; Και αν.

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Στην κλίνη του Προκρούστη


Από ποιες ειδικότητες διδάσκεται ένα γνωστικό αντικείμενο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης; Με ποια εκπαιδευτικά κριτήρια ορίζεται η έννοια της ανάθεσης; Με ποιες επιστημονικές αρχές διακρίνεται η πρώτη από τη δεύτερη ανάθεση; Ποιες άλλες παράμετροι, πέρα από την επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση, μπορεί να υπεισέρχονται σε αυτή τη διαδικασία; Η περίπτωση της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας είναι άκρως αποκαλυπτική.
Το μάθημα, που διδάσκεται σε όλες τις τάξεις του γυμνασίου και του λυκείου, αποβλέπει στη γνωριμία του μαθητή με τη λογοτεχνία μέσα από την εντρύφησή του σε κείμενα νεοελλήνων συγγραφέων ή ξένων δημιουργών μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα και μέχρι τώρα διδασκόταν (όπως διδάσκοταν) από φιλολόγους, αλλά σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις από τη νέα σχολική χρονιά θα διδάσκεται ως δεύτερη ανάθεση και από εκπαιδευτικούς ξένων γλωσσών.
Έχουν προηγηθεί τα μαθήματα της ιστορίας και της φιλοσοφίας που διδάσκονται ήδη και από άλλες ειδικότητες, έστω κι αν από άποψη επιστημονικού πεδίου από μηδανιμή ως ελάχιστη σχέση διατηρούν με αυτά, αλλά ειδικά ως προς τη νεοελληνική λογοτεχνία το έδαφος προετοιμάστηκε με μια δήλωση της Χριστοφιλοπούλου το 2011 και πιο πρόσφατα με τη συμμετοχή των εκπαιδευτικών ξένων γλωσσών σε επιμορφωτικά σεμινάρια β' επιπέδου για τη διδασκαλία φιλολογικών μαθημάτων με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών και το τελευταίο διάστημα με τις εικονικές δοκιμές που, όπως γράφτηκε στον τύπο, πραγματοποίησε το Υπουργείο Παιδείας με θέμα την αύξηση του ωραρίου.
Γιατί περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Η προωθούμενη αλλαγή είναι μια ακόμη συνέπεια των μέτρων, που εφαρμόζονται στην εκπαίδευση ύστερα από την αύξηση του διδακτικού ωραρίου και το αναμενόμενο πλεόνασμα των χιλίων περίπου εκπαιδευτικών ξένων γλωσσών. Αφού λοιπόν η εκπαιδευτική πραγματικότητα επιμένει να μη συμμορφώνεται με τις περικοπές και να διαψεύδει τους σχεδιασμούς του Υπουργείου Παιδείας, τόσο το χειρότερο για την ορθολογική διαχείριση του διδακτικού προσωπικού, έστω κι αν από παιδαγωγική και επιστημονική άποψη τα πράγματα είναι απολύτως ξεκάθαρα: όσες περισσότερες γίνονται οι υποδιαιρέσεις των αναθέσεων τόσο πιο αδύναμο καταλήγει το κριτήριο της επιστημονικής κατάρτισης και τόσο πιο αμφίβολη καθίσταται η απόδοση του διδακτικού έργου.
Στην περίπτωση της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας αυτό δεν έχει να κάνει με την επιστημονική ανεπάρκεια των εκπαιδευτικών ξένων γλωσσών, που διδάσκονται ανάλυση κειμένου, στοιχεία αφηγηματολογίας, ιστορία και θεωρία της λογοτεχνίας - ίσως μάλιστα καλύτερα απ' ό,τι σε ορισμένα τμήματα της Φιλοσοφικής - αλλά με την έμπρακτη κατάργηση ενός από τους πιο βασικούς σκοπούς του λογοτεχνικού μαθήματος: την καλλιέργεια δηλαδή του γλωσσικού αισθητηρίου και τη βαθύτερη βίωση της ελληνικής γλώσσας, πράγμα που πέρα απ' όλα τα άλλα αφήνει το λογοτεχνικό κείμενο ορφανό από το κύριο αισθητικό συστατικό του, για να επαναφέρει την ξεπερασμένη διάκριση μεταξύ περιεχομένου και μορφής και να θέσει σε προτεραιότητα τη μελέτη του σημαινόμενου έναντι του σημαίνοντος, σε πείσμα όσων διδάσκει η σύγχρονη θεωρία της λογοτεχνίας. Γιατί η λογοτεχνική γλώσσα - και εννοώ το ύφος, τον τόνο, τα εκφραστικά μέσα, τα σχήματα λόγου, τα μορφολογικά και συντακτικά χαρακτηριστικά της φράσης - δεν αποτελεί απλό φορέα του λογοτεχνικού νοήματος αλλά είναι η ίδια η ουσία, η ποιότητα και η διαφορά του από οποιοδήποτε άλλο νόημα, άρα η ανάλυσή της όχι μόνο δεν μπορεί να διαχωρίζεται ή να υποτιμάται, αλλά ίσα ίσα πρέπει να αποτελεί τον κατεξοχήν μηχανισμό της αναγνωστικής προσέγγισης. 
Ασφαλώς ό,τι πάει να συμβεί με το μάθημα είναι ένα υποδεέστερο σε σχέση με την εκατόμβη των αναπληρωτών, τις χαμένες οργανικές και τους περιφερόμενους εκπαιδευτικούς αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα τού πώς εννοείται η αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος σε καιρούς μνημονίου: μια προσχηματική διδασκαλία σε ένα διαλυμένο σχολείο από απαξιωμένους εκπαιδευτικούς, που με το φόβο της αξιολόγησης θα υποχρεώνονται να επιτελούν πάσης φύσεως διδακτικά και υπηρεσιακά καθήκοντα με χαμένους πρωτίστως τους μαθητές αλλά στην προκειμένη περίπτωση και τη λογοτεχνία.
Κυριακάτικη Αυγή, 12.05.2013

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Λες πως έχω πρόβλημα βαρύ· ε, ναι το έχω (Crisis Edition)





Συνοδεύοντας τους μαθητές του σχολείου, σε κάποια βραδινή έξοδο, σε κάποια πόλη της Ελλάδας.

Τα παιδιά διασκεδάζουν χορεύοντας και τραγουδώντας διάφορα hit της εποχής, χαμογελάω συγκαταβατικά ενώ το μυαλό μου δημιουργεί τους δικούς του συνειρμούς με μουσική υπόκρουση που τα παιδιά δείχνουν να απολαμβάνουν.

Στο λεωφορείο του γυρισμού, μου ήρθε ετούτη η (προβοκατόρικη ίσως) οπτική
Καλή διασκέδαση

(Για λόγους δεοντολογίας να αναφερθεί πως όλες οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο, και ο τραγουδιστής λέγεται Δημήτρης Γιώτης)


Σημείωση: Αν έχετε αργή σύνδεση, καλύτερα επιλέξετε ταχύτητα 240p, για να υπάρχει καλύτερος συγχρονισμός
(αν και κατά την μεταμόρφωση, έχει ήδη χάσει ένα "κλικ" από όσο ακριβές φαινόταν όταν το έφτιαχνα)

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Η θέση μας για τις απεργιακές κινητοποιήσεις



Προσθέτουμε τις μισθολογικές περικοπές, το καθεστώς ομηρίας του νέου πειθαρχικού δικαίου και τις διάτρητες διαδικασίες της αξιολόγησης-καρμανιόλας με την πρόσφατη αύξηση του διδακτικού ωραρίου, την απόλυση χιλιάδων αναπληρωτών, τις αναγκαστικές μεταθέσεις του πλεονάζοντος διδακτικού προσωπικού, τις επικείμενες συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων και την αύξηση του μαθητικού δυναμικού ανά τάξη.
Ό,τι έχουμε μπροστά μας είναι η εικόνα ενός απαξιωμένου και διαλυμένου δημόσιου σχολείου, που πίσω από τους ηχηρούς ευφημισμούς για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς του, εγκαθιδρύει μεσαιωνικές συνθήκες εργασίας για τους εκπαιδευτικούς, μεγαλώνει την ψαλίδα των μορφωτικών ανισοτήτων, αυξάνει τα ποσοστά της σχολικής διαρροής και υποβαθμίζει ραγδαία την ποιότητα της παρεχόμενης παιδείας.
Τώρα που ο κεντρικός σχεδιασμός είναι πλέον φανερός, ακόμη και για όσες συνδικαλιστικές παρατάξεις επέμεναν να διασκεδάζουν τις εντυπώσεις και να ωραιοποιούν τις δυσάρεστες πλευρές του, θεωρούμε ότι η απάντηση του κλάδου πρέπει να είναι συνολική, μεθοδευμένη και δυναμική. Ό,τι διακυβεύεται είναι πολύ παραπάνω από τις δύο πρόσθετες ώρες διδασκαλίας ή τις αναγκαστικές μετακινήσεις και αφορά τον εκπαιδευτικό κόσμο όχι μόνο της δευτεροβάθμιας αλλά και της πρωτοβάθμιας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τους μαθητές, τους φοιτητές, τους γονείς, όλη την ελληνική κοινωνία και ως τέτοιο δεν πρέπει να έχει μόνο κλαδικό αλλά κυρίως πολιτικό χαρακτήρα.
Στην κατεύθυνση αυτή και με δεδομένη την έλλειψη προετοιμασίας και τα μέχρι τώρα χαμηλά ποσοστά συμμετοχής στις απεργιακές κινητοποιήσεις, η συζήτηση για απεργία διαρκείας μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις μόνο κακές υπηρεσίες μπορεί να μας προσφέρει. Στον αντίποδα, πιστεύουμε ότι χρειάζεται να καλλιεργηθεί κλίμα αγωνιστικής ετοιμότητας με τη διεξαγωγή γενικών συνελεύσεων, να προκηρυχθεί προειδοποιητική απεργία στη διάρκεια των ενδοσχολικών εξετάσεων, να εξασφαλιστούν οι απαραίτητες κοινωνικές συμμαχίες και να προετοιμαστεί ο κλάδος για μια πιο συνολική και μετωπική αντιπαράθεση από την αρχή της νέας σχολικής χρονιάς, οπότε οι συνθήκες θα είναι από άποψη κοινωνικών συμμαχιών και απεργιακής κινητικότητας πιο ευνοϊκές απ' ό,τι τώρα.
ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ
Β' ΕΛΜΕ ΠΕΛΛΑΣ

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Το λογοτεχνικό "αποτύπωμα της κρίσης"




Το ίχνος, το σημάδι, το χνάρι. Κι όχι μόνο. Στη νοηματική κοίτη του “αποτυπώματος” εκχέονται κι άλλες σημασίες, που προέρχονται από τις πιο καθιερωμένες χρήσεις της έννοιας. Δηλώνει λοιπόν την καθοριστική επίδραση (λέμε: “άφησε το αποτύπωμά του στους άλλους”), την πνευματική δημιουργία (λέμε: “η γραφή είναι το αποτύπωμα της σκέψης στο χαρτί”) και την εξιχνίαση μιας εγκληματικής πράξης (λέμε: “εντόπισαν τα δακτυλικά του αποτυπώματα”).

Στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με ένα “αποτύπωμα της κρίσης”. Η πνευματική δημιουργία αποτυπώνει –δηλαδή εξιχνιάζει– την κρίση και αφήνει πάνω της –δηλαδή επιδρά καθοριστικά– το ανεξίτηλο αποτύπωμά της.

Στο προλογικό σημείωμα θα βρούμε την επιδίωξη αυτή ρητά διατυπωμένη, να σημαδεύει μέχρι πού πρέπει να φτάσει ο ορίζοντας των αναγνωστικών μας προσδοκιών: “από αυτό το τοπίο, το τόσο γνώριμο αλλά ταυτόχρονα ανεξιχνίαστο, ξεπήδησε τούτο το βιβλίο, με τους συγγραφείς να γίνονται οι φωνές της ελληνικής επικαιρότητας”. Πέρα λοιπόν από την αισθητική διάσταση της συλλογής, αυτό που πρέπει να βαρύνει ιδιαίτερα στην προσέγγισή μας είναι το πόσο αντιπροσωπευτικά αποτυπώνει “την ελληνική επικαιρότητα” και πόση αξία μπορεί να έχει για “την ελληνική επικαιρότητα” η λογοτεχνική αυτή ανάπλαση, και μάλιστα όχι στις επιμέρους γραφές των δεκαεφτά συγγραφέων αλλά στο συνθετικό αποτύπωμά τους.
Ως έναν βαθμό, το εγχείρημα στέφεται με επιτυχία. Δεκαεφτά διηγήματα αθροίζουν τις επιμέρους θεματικές ψηφίδες τους σε ενιαίο κοινωνικό μωσαϊκό, που φαίνεται να τα έχει όλα: την ανεργία, την πείνα, τις αυτοκτονίες, τη μετανάστευση, το νεοναζισμό, την περιθωριοποίηση, τη μοναξιά, τη διάλυση του κράτους πρόνοιας, την πολιτική διαφθορά, τη μικροαστική μικροπρέπεια, την κρίση των ανθρώπινων σχέσεων, τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση, την διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, τον προβληματισμό για το τι έφταιξε.
Από τη φιλοτέχνηση όμως της κοινωνικής αυτής τοιχογραφίας, απουσιάζει η διάσταση της προοπτικής, που θα έδινε στο λογοτεχνικό πίνακα την αίσθηση του αναγκαίου βάθους. Κατά κανόνα, η κρίση προσεγγίζεται στις ιδιωτικές της διαστάσεις σαν προσωπικό πρόβλημα με αδιόρατες πολιτικές αιτίες. Η διαφθορά παρουσιάζεται απεκδυμένη από το συστημικό της υπόβαθρο άλλοτε σαν ατομικό κουσούρι, άλλοτε σαν ζήτημα παιδείας και άλλοτε σαν εσφαλμένη ηθική προαίρεση. Ο κοινωνικός χώρος καταλαμβάνεται από τη μεσοαστική και τη μικροαστική τάξη και από το προλεταριάτο των ανέργων, των συνταξιούχων και των μεταναστών, ενώ η εργατική και η αγροτική τάξη λαθροβιούν σε κάποιες ελάχιστες αράδες. Ο πολιτικός αυταρχισμός, η αστυνομική βία και η περιστολή των δημοκρατικών ελευθεριών μένουν σχεδόν στο απυρόβλητο. Οι νέες συλλογικότητες λάμπουν δια της απουσίας τους ή, όταν έχουν την τιμητική τους, σκιαγραφούνται με μορφή καρικατούρας. Οι ιδεολογικές ζυμώσεις που πυροδοτεί η κρίση και η προσπάθεια του ανθρώπου να οργανώσει μια νέα μυθολογία για τον εαυτό του και τις σχέσεις του με το κοινωνικό περιβάλλον αντιμετωπίζονται, εκεί όπου μονοπωλούν το ενδιαφέρον, με διάθεση ρηχής ρητορείας.
Γνωρίζω, ασφαλώς, τις ενστάσεις:
- Ότι ο προοδευτικός ή μη χαρακτήρας ενός λογοτεχνικού κειμένου δεν εξαρτάται, όπως είπε ο Μπαρτ, από το αν περιέχει ή δεν περιέχει προοδευτικές ιδέες, αλλά στη συλλογή αυτή δεν διακρίνω ρηγματώσεις στη γλώσσα ή στην αφήγηση – εκτός από το διήγημα του Χρυσόπουλου – που να θέτουν το ζήτημα αυτό σε αισθητική κλίμακα.
- Ότι η λογοτεχνία περιγράφει και εμβαθύνει στην πραγματικότητα, χωρίς να χρειάζεται να την αναλύσει, να την ερμηνεύσει και να την εξηγήσει, αλλά το ερώτημα που εγείρεται σε κάθε τέτοια προσπάθεια αφορά τον χαρακτήρα αυτής της περιγραφής και το πλάτος αυτής της εμβάθυνσης.
- Ότι είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη η ολοκληρωμένη σκιαγράφηση της πραγματικότητας, αλλά η επιλογή όσων πτυχών της φωτίζονται, υποφωτίζονται ή συσκοτίζονται δεν μπορεί παρά να απορρέει από και να κατατείνει προς την ιδεολογική ανακατασκευή του κόσμου με λογοτεχνικά μέσα.
- Ότι στο βιβλίο υπάρχουν διηγήματα δεδομένης αισθητικής αξίας που αναδεικνύουν με ένταση το ατομικό και το κοινωνικό δράμα και εισάγουν αποκλίνουσες από την κυρίαρχη ιδεολογία οπτικές, αλλά το ζητούμενο δεν παύει να είναι το αποτέλεσμα που αρμογείται από το άθροισμά τους με όλα τα υπόλοιπα.
- Ότι η πεζογραφική ανάπλαση της πραγματικότητας μπορεί να είναι ηθελημένα φενακισμένη, προκειμένου να αποτυπώσει το μέγεθος αυτού του φενακισμού, αλλά εδώ το κακό είναι πως με τους ηθελημένους ή αθέλητους αυτούς φενακισμούς ό,τι αποτυπώνεται είναι ένα φενακισμένο αποτύπωμα της ελληνικής επικαιρότητας, που δεν απομακρύνεται παρά μόνο σποραδικά από το κυρίαρχο μεσοαστικό κοσμοείδωλο.
Είναι αποκαλυπτική η εικόνα των τεσσάρων συνομιλητών στο διήγημα του Γκουρογιάννη που μέσα στη μεσοαστική βολή και μ' ένα ποτό στο χέρι αποφαίνονται ότι για την κρίση φταίνε οι δύο “παραισθησιογόνες” λέξεις, “κεκτημένο” και “δεδομένο”, που “καπνίσαμε θεριακλίδικα επί χρόνια, μαστουρώσαμε με αυτές και τελικά εξαρτηθήκαμε”. Ομοίως, χαρακτηριστικό είναι το κίνημα της μαζικής αυτομαστίγωσης που επινοεί ο Κατσουλάρης, διασπείροντας σε όλο το κοινωνικό σώμα την ευθύνη για τις αιτίες της κρίσης ή η νοσταλγία για ένα εξωραϊσμένο παρελθόν, όπου αναζητάει καταφύγιο ο αφηγητής του Δημητρίου μπροστά στα αδιέξοδα του παρόντος ή η μετατόπιση των πολιτικών και κοινωνικών αιτιών της κρίσης σε θέμα “τοπικής δομικής ανηθικότητας” από τον ήρωα του Μοδινού.
Στον αντίποδα, ο πιο συγκροτημένος αντίλογος σε ιδεολογική κλίμακα αρθρώνεται λογοτεχνικά από τον Κουνενή – όπου το σχέδιο διάσωσης της χώρας τοποθετείται στο ευρύτερο πλαίσιο της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και τα αποτελέσματά του απεικονίζονται με αλληγορικό τρόπο στην πρώτη Εθνική Μπιενάλε Σκοτεινών Τεχνών των Αθηνών – αλλά το διήγημά του καταλήγει μέσα στην ευρύτερη ιδεολογική κατασκευή του βιβλίου να μοιάζει με παραφωνία ή ακριβέστερα με άλλοθι της αναγκαίας σε τέτοιες συλλογές πολυφωνίας.
Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι “Το αποτύπωμα της κρίσης” επωμίζεται την ευθύνη μιας πολιτικής και κοινωνικής χειρονομίας της λογοτεχνικής γραφής, τραβώντας το φύλλο συκής που κάλυπτε το επίμαχο θέμα των σχέσεών της με την κοινωνική και πολιτική επικαιρότητα και αφήνοντας στην άκρη τη γνωστή συγγραφική ένσταση, που πολύ συχνά λειτούργησε σαν άλλοθι για τη λογοτεχνική ιδιώτευση, του πώς δηλαδή να μιλήσεις λογοτεχνικά για ένα εξελισσόμενο πρόβλημα όσο το ζεις από μέσα. Άρα, έρχεται την κατάλληλη στιγμή, για να επισφραγίζει με τον πιο ρητό τρόπο την αυξανόμενη στροφή των λογοτεχνών προς το δημόσιο βίο και να αποτυπώσει τους νέους ιδεολογικούς και αισθητικούς προσανατολισμούς που ζυμώνονται στις συνθήκες της σημερινής κρίσης.
Το ερώτημα όμως είναι τι και αν θα αποδώσουν αυτές οι ζυμώσεις, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι ακόμη και η κρίση μπορεί να αποδειχτεί για τη λογοτεχνική δημιουργία πεδίον λαμπρής δόξης, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι θα είναι κατ' ανάγκη προς όφελος της λογοτεχνίας ή της επικαιρότητας και κυρίως των μεταξύ τους σχέσεων.