Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Θυμός...



Ας έρθει όποιος καρεκλοκένταυρος νομίζει οτι μπορεί, να κάτσει για μια ώρα σε κάποια από τα σχολεία που διδάσκουμε κάποιοι
Να έρθει να δει νηστικούς μαθητές, μαστουρωμένους μαθητές, μαθητές χωρίς οικογένεια, μαθητές που δουλεύουν στα δεκαέξι τους μέχρι 7 το πρωί και μετά έρχονται για μάθημα, γονείς που δεν έχουν τα εισιτήρια για να έρθουν να δικαιολογήσουν απουσίες, άρρωστους συναδέλφους που δεν μπορούν να πάνε στον γιατρό επειδή δεν βγαίνουν οικονομικά, εξωσχολικούς που τους κυνηγάμε μόνοι μας με ρίσκο της σωματικής μας ακεραιότητας επειδή θέλουν να πουλάνε πρέζα μέσα στο προαύλιο, σαλταρισμένους συναδέλφους στα όρια της κατάθλιψης, συναδέλφους που δουλεύουν σαν τα σκυλιά και δεν ζητάνε τίποτα κι ας ξέρουν οτι του χρόνου δεν θα είναι στο σχολείο.
Ας έρθουν να δουν πόσα βάζουν οι συνάδελφοι από την τσέπη τους για να φέρνουν χαρτί για φωτοτυπίες, πως βάφουν τους τοίχους με δικά τους έξοδα για χρώματα και υλικά, πως ανώνυμα ανοίγουν κοινό ταμείο για να ταΐζουν ανήμπορους οικονομικά μαθητές, πως συντηρούν τα μηχανήματα του σχολείου, τις κλειδαριές, τα καζανάκια, τα φρεάτια, τα σπασμένα παράθυρα και τις χαλασμένες πόρτες και καρέκλες, πως αγοράζουν υλικά για τους μαθητές, όλα απο την τσέπη τους κι ας είναι μόνιμα άδεια
Ναι ξέρω, δεν είναι όλοι έτσι, αλλά πείτε μας ρε παλικάρια της εξουσίας, ΟΣΟΙ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΜΕ ΤΕΤΟΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΣΕ ΤΕΤΟΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ, ΠΟΣΗ ΛΥΣΣΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΑΣ ΚΕΡΑΣΟΥΝ;
Ας έρθετε να δείτε τι ώρα φεύγουμε και τι ώρα πάμε, πως περνάμε, τι κάνουμε, τι καταφέρνουμε και πως τα βγάζουμε πέρα. Δεν το βλέπω όμως...
Ας έλθετε ρε αν τολμάτε, να ρωτήσετε τους μαθητές μας στην τελική
Κι ελάτε μετά να μας πείτε για μειώσεις μισθών και αυξήσεις ωραρίων
Αλλά να μας κοιτάτε στα μάτια ρε ξεφτίλες...
(Το ανέβασα ως "Σπύρος" σαν τσατισμένο σχόλιο εδώ αλλά για κάποιο λόγο, το εμφανίζει ως σχόλιο "Ανώνυμου". Ας είναι. Δεν είναι η πατρότητα της λύσσας το θέμα. Σε ότι με αφορά, είναι η λύσσα αυτή καθ΄αυτή το θέμα. )

Υ.Γ.
Από την μεγάλη μου τσατίλα χθες βράδυ, ξέχασα μόνο να σημειώσω πως την ίδια λύσσα θα ήθελα να φιλοδωρήσω και όλους εκείνους που τσουβαλιάζουν ξεδιάντροπα και ακυρώνουν προσωπικότητες που καταθέτουν ψυχή κάθε ημέρα στα σχολεία της χώρας.
Ας μου τύχει ένας τέτοιος κατά πρόσωπο, να δει ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ και τι σημαίνει "αναξιοπρεπής συμπεριφορά δημοσίου υπαλλήλου"...


Και που ΄στε ρε καλοθελητές· και σήμερα στο σχολείο ήμασταν και αύριο εκεί θα είμαστε και δουλεύαμε, για να συμμαζέψουμε το χάος επειδή δεν προλαβαίνουμε ούτε να κατουρήσουμε όταν έχουμε 500 και βάλε παιδιά γύρω μας.
Δεν θέλουμε μπράβο ρε, να μην μας σκοτίζετε θέλουμε και να μην μας σπρώχνετε στα άκρα
Και δεν είναι η αύξηση ωραρίου κατά δύο ώρες που με θυμώνει.
Σιγά τα ωά...
Έτσι κι αλλιώς, ούτε που ξέρω πόσες ώρες πια είμαι στο σχολείο ή δουλεύω για το σχολείο από το σπίτι.
Είναι που δεν ξέρετε την τύφλα σας για το τι γίνεται στα σχολεία και με τι αλχημείες και ακροβατικά καταφέρνουμε να τα κάνουμε να λειτουργήσουν
Παρ΄όλα αυτά όμως, έχετε "άποψη" και λόγω θέσης βγάζετε "πορίσματα", κάνετε "προτάσεις" και νομοθετείτε "στα ξεκούδουνα" που λένε στο χωριό μου
Ευτυχώς που τουλάχιστον οι μαθητές μου, οι γονείς τους, οι φίλοι μου και αυτοί που με ενδιαφέρει η γνώμη τους, βλέπουν, ξέρουν και καταλαβαίνουν

Και σας στολίζουν σε κάθε ευκαιρία

Για εσάς καρφάκι δεν μου καίγεται

Ξεφτίλες...

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Μεγαλώνουν φεγγάρια στα άδεια μπουκάλια…




Ο δρόμος μου χάθηκε

δίπλα σε άδεια μπουκάλια
κάτω από άδεια σπιρτόκουτα
και αναπτήρες zippo
άδειους κι αυτούς
κάτω από βινύλια
παλιές φωτογραφίες
αδιάβαστα βιβλία
μισοτελειωμένα ποιήματα
άδεια πουκάμισα
και σκιές
πανσελήνου

Χάθηκε…
                        κι η πορεία μου στο άγνωστο
χωρίς νησίδα ασφαλείας πουθενά πια
            κάθε σήμερα και ένα φορτίο
                                    κάθε χθές κι ένας λιγότερος
παρακαταθήκες σε περιγράμματα από ακακίες
με την άνοιξη-αέρα-μαλί-τζιν-και-τσιγάρα-Johnny
                        να χαϊδολογεί το φρεσκοκομένο γκαζόν σε αστικά παρκάκια
δυτικών συνοικιών
που η όλη μαγκιά και η αγριάδα μαλάκωναν
σ’ ένα δερμάτινο βραχιόλι
            κομμένο από χειρολαβές τρόλεϊ
                                    κι αγαπούσαμε τους πάντες
                                                                                    όλους
                                                                                    όλα
τίποτα δεν έμεινε

Με χάσανε
                        τους έχασα
                                    με ξέχασαν
κάποιοι πέθαναν πια
κάποιοι πεθαίνουν κάθε μέρα χρόνια τώρα
κι άλλοι σέρνουμε την επιτυχία μας
σαν το καρότσι που μάζευε πτώματα στην κατοχή

                                                                                                τους θυμάμαι…

τους άφησα…

…Κι υιοθέτησα το βλέμμα του σκληρού και την ψυχή του πεθαμένου
                                                                                    και την έκανα φίλο
                                                                                                αδερφό
                                                                                                            άλλοθι και εφόδιο

να επιβιώσω 


…που είναι μεγάλο το φεγγάρι  κι εγώ μικραίνω ολοένα…



Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Θέλεις Παπαδόπουλο;

Μια εξαιρετική ανάλυση. Για τους υποψιασμένους, τους ανιστόρητους και τους συγκεχυμένους. 


Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

ΑΕΚ - Ελλάδα: μηδέν υπό το μηδέν (αναδημοσίευση)



Περισσότερο συχνά απ’ όσον μπορεί να το αντέξει κανείς χωρίς να αρχίσει να παραξενεύεται, η Iστορία επιδεικνύει μια τσουχτερή ειρωνεία, ενίοτε μάλιστα και σαρκαστική, λες και εξιλεώνει έτσι τα ανεπίδοτα σήματα Μορς που στέλνει στο νησί των Μακάρων. Αίφνης ο Πλούταρχος,
αν μπαίνοντας η Θάτσερ στην Κόλαση, έβρισκε ο ίδιος την ευκαιρία να το σκάσει, μέσα στην αναμπουμπούλα, απ’ τον Παράδεισο, ίσως
να έγραφε με παιγνιώδη διάθεση ένα μικρό παράρτημα στους «Βίους Παράλληλους», τους «Βίους Παράλυτους», συσχετίζοντας τους κατ’ αυτάςβίους αβίωτους της Ελλάδας και της ΑΕΚ - δρόμοι, ή μάλλον μονόδρομοι,παράλληλοι προς την παρακμή και την πτώση. Με ομοιότητες αξιοσημείωτες.Κακοδιαχείριση στην
ΑΕΚ επί χρόνια, διασπάθιση χρημάτων, ανάξιοι ταγοί -και πονηροί, και ιδιοτελείς, και ωφεληθέντες- σπάραγμα σιγά-σιγά η ομάδα, σπάραγμα σιγά-σιγά για τους ίδιους λόγους και η Ελλάδα,
άρχισε να φυτοζωεί, χωρίς γήπεδο, χωρίς παίκτες, μια πορεία σκαλί το σκαλί προς τον πάτο, προς το αυτογκόλ, προς τους χούλιγκανς με το χρυσαυγίτικο μένος και το στουπωμένο μυαλό - αυτοί να δίνουν την «τελική λύση», αυτοί
να ορίζουν την «απαίσια έκβαση», δικαιώνοντας έτσι τα έργα ηγεσιών ανάξιων ως προς τις περιστάσεις και την παθητική ου μην και μοιραία στάση ενός κόσμου, του κόσμου της ΑΕΚ, του κόσμου της Ελλάδας, που αιχμαλωτίσθηκε να παρακολουθεί αδρανής την κάθοδο στον Αδη - πλην ενός 10%, εκείνου του 10%που σε όλες
τις κοινωνίες δεν αφομοιώνεται απ’ τον κυρίαρχο συρμό, αλλά και που, ταυτοχρόνως, ούτε αυτό μπορεί να κάνει τη διαφορά, να ανατρέψει δηλαδή τη φορά των πραγμάτων, για όσο τουλάχιστον δεν μπορεί να επηρεάσει
ή ακόμα και να μπολιάσει το υπόλοιπο 90% σε ένα τέτοιο ποσοστό, που να το κάνει να κινηθεί και να κινήσει την Ιστορία.
Η ΑΕΚ χάθηκε πολύ καιρό πριν να χαθεί, όπως και η Ελλάδα οδηγήθηκε να σκάβει τον λάκκο της πολύ καιρό πριν να τη θάψουν. Λεηλατήθηκαν
και οι δύο με το βαμβάκι. Ανεπαισθήτως. Η ΑΕΚ έγινε ΠΑΕ και η Ελλάδα μπήκε στο χρηματιστήριο. Η ΑΕΚ άφησε πίσω της την ιστορία και την παράδοσή της,
πολλοί απ’ τους ανθρώπους της τους ίδιους σνόμπαραν «την προσφυγιά», τους «καημούς», όλη τη σημειολογία της ΑΕΚ, την έβρισκαν«γραφική», όσο γραφική έβρισκαν
και οι νεόπλουτοι την Ελλάδα της γειτονιάς και της αλληλεγγύης. Είχαν αλλάξει οι εποχές, οι «εκσυγχρονιστές» αποκαθήλωναν τα σύμβολα και τους μύθους, η φανέλα ήταν τα λεφτά που μπορούσε να βγάζει, η σημαία ήταν τα λεφτά που μπορούσαν να βγάζουν απ’ αυτήν οι νέοι θεοί της αγοράς, οι γιάπηδες και οι οπίνιον μέικερς,
μια ορδή αρπακτικών με φάλαγγες ευφημισμών και παρενδεδυμένων εννοιών - αυτοί ήταν πλέον οι κυρίαρχοι του παιγνιδιού,
ενός παιγνιδιού σικέ, στημένου, μιας παράγκας. Μιας φάουσας. Ετσι πλέον πρόσταζε η αγορά, έγιναν οι ομάδες χρήσιμο συστατικό της διαπλοκής, η ΑΕΚ των συναυλιών, του ουζερί με τη φωτογραφία του Παπαϊωάννου στον τοίχοπέθανε, πέθανε λοιδορούμενη, μέσα στην απαξίωση, η «φανέλα με το 9»στάλθηκε να της φορέσουν διαφημίσεις, η φανέλα με το 10
εξασφάλιζε την κόκα του μεγαλοπαράγοντα, στάλθηκε η Ελλάδα δουλικό στις οφσόρ και πλήθυναν απενοχοποιημένοι και παντού οι δολοφόνοι,
οι ίδιοι που εμφανίζονται σήμερα σαν σωτήρες. Ενας κόσμος γκλαμουριάρικος
που έκανε την τέχνη επιδοτούμενη γκαλερί, ΜΚΟ και «χώρο» έκφρασης, της φόρεσε λαμέ κοστούμι και την πήγε αράδα στα σκυλάδικα, πρώτο τραπέζι πίστα, να σνιφάρει μερακλαντάν
με ένα στα όρθια πριν να πέσει ανάσκελα απ’ το μεθύσι, τον αμοραλισμό και τον κυνισμό. Επεφτε η χώρα, κατέρρεε η ομάδα και νόμιζαν και οι δύο ότι χορεύουν σε έναν χορό που δεν θα τελειώσει ποτέ, πήγαιναν από
ήττα σε ήττα, από αυταπάτη σε αυταπάτη αλλά κι από απάτη σεαπάτη, νίκη ήταν ακόμα και τα Υμια, νίκη η Ολυμπιάδα, νίκη τα τοξικά ομόλογα, νίκη τα Μνημόνια, πλουτίσαμε έλεγαν, επιζήσαμε λένε τώρα τα θύματά τους, επιβιώσαμε, έτρωγε εξάρες η ΑΕΚ, ώσπου έφθασε η ομάδα να μην έχει να πληρώσει τους παίκτες και η Ελλάδα να μην έχει να θρέψει τους ανέργους της, τα υποσιτισμένα παιδιά, τους ατιμασμένους της γέροντες.
Αλλά, αν έγιναν εγκλήματα κι εγκλήματα, κάθαρση δεν έγινε. Με τα ίδια μυαλά, τώρα η ΑΕΚ
μια φανέλα χωρίς αριθμό,
μια φανέλα που χάνεται,
θα ψάχνει, με τους ίδιους σωτήρες στο τιμόνι, για νέους παίχτες, νέο αίμα, φθηνό, να ξεκινήσει απ’ την αρχή, αν από τον Αδη επιστρέψει, καθώς και η Ελλάδα νέους παίχτες ψάχνει κι αυτή, φθηνούς, με μεροκάματα μεταγραφή απ’ τη Βουλγαρία, νέο εργατικό δυναμικό, χαμηλόμισθο, τροφή για τα κανόνια της αγοράς. Μια
Ελλάδα ιμιτασιόν, κινέζικη. Μια ΑΕΚ προσεχώς εκτός Μνημονίου, πολύ προσεχώς, όταν χορτάσουν οι Δυνατοί νέο αίμα, φθηνή δουλειά - αυτοί όμως δεν χορταίνουν ποτέ. Αυτογκόλ, μεγάλε,
κι όταν δεν έχεις τη φανέλα σημαία, γίνεται η σημαίαζουρλομανδύας να σ’ τον φοράει ο Δυνατός και να σ’ τον σφίγγει ο φασίστας.
Πολλά πράγματα σνομπάραμε, ΑΕΚτζή μου, και μην τσιτώνετε οι υπόλοιποι, βάλε στη θέση της ΑΕΚ Θρύλος, βάλε στη θέση της Ελλάδας Κύπρος, βάλε ΠΑΟ και ΠΑΟΚ κι Εθνική Τράπεζα και χαράτσι και το έχεις το τοπίο μπροστά σου ολοζώντανα νεκρό. Από
τα κλέη της Ολυμπιάδας έπεσες κατηγορία Φωστήρα, δικέ μου, με τον φονέα των γιγάντων να ’χει ένδοξο παρελθόν αλλά κομμένη σύνταξη, λουκέτο στο μαγαζί
και μια ντροπή να μην έχεις πού να την πεις, χωρίς να σε πάρουν παραμάζωμα τα παπαγαλάκια για την «κακομοιριά» και τη «μιζέρια σου», παραπονιάρη μου. Αυτοί που δεν
φόρεσαν ποτέ φανέλα σού ’καμαν τη σημαία σφουγγαρίστρα για ενοικιαζόμενη καθαρίστρια που θα έχει δουλειά όποτε θέλει ο κ. Τόμσεν και μεόσα θέλει ο κ. Μαζούχ.
Θα μου πεις, η ΑΕΚ είναι οι ΑΕΚτζήδες και η Ελλάδα οι Ελληνες. Σωστό, αλλά χάνουμε, ούτε η κερκίδα παίζει μπάλα, ούτε ο λαός πιστεύει στον εαυτό του - παιγνίδι με τις φανέλες και τις σημαίες κάνουν άρχοντες έχοντες, όπως ο κ. Ψωμιάδης, ο κ. Βενιζέλος, ο κ. Ψυχάρης
για να αναφερθώ ενδεικτικώς σε ορισμένους απ’ τους 600 εκείνουςΣιλεντιάριους που στήνουν το παιγνίδι, στήνουν το σκηνικό και παίζουν μόνοι τους, κόουτς και ρέφερι εν τω άμα, με εμάς να βλέπουμε το ματς απ’ την οθόνησε περιγραφή Τρεμοπρετεντέρη. Δεν κερδίζεται έτσι ο αγώνας.
Τώρα η ΑΕΚ πάει κατά διαόλου, κι αν «σωθεί», πάλι σε συμφωνία με τον Διάολο θα «σωθεί» - ώσπου να πάει μια και καλή με το επόμενο αυτογκόλ, με την επόμενη φαλτσοσφυριξιά. Οταν όμως η ζωή σου εξαρτάται
από μια φαλτσοσφυριξιά, τότε έχεις ήδη πεθάνει. Οσο για την Ελλάδα, τις συμφωνίες της με τον Διάολο τις έχει ήδη κάνει, άλλη
ο Ανδρέας με την «αλλαγή», άλλη ο κ. Σημίτης με τον «εκσυγχρονισμό», άλλη ο «κουρασμένος», άλλη στο Καστελόριζο ο χάχας,συμφωνία τη συμφωνία
φθάσαμε έως εδώ. Σνομπάραμε την ιστορία μας και η Υβρις μάς εκδικείται. Εχει πολύ από Νέμεσιν μπροστά μας, σύντροφοι...

 Πηγή: enikos.gr

Ούτε εκεί μου έμεινε πια ηθικό και ψυχολογικό αποκούμπι (έστω και από συνήθεια, από έξη, μονάχα για τα κυριακάτικα απογεύματα, αλλά κάτι ήταν κι αυτό μερικές φορές). Καιρό τώρα φαινόταν, όπως ακριβώς τα λέει ο Στάθης.
Και πες μου τώρα και τι να πω στον μεγάλο που έχει φαρμακωθεί; (Ο μικρός δεν άντεξε και έγινε Ολυμπιακός μετά την εξάρα πριν μερικά χρόνια...)
Μοναξιά και πίκρα γαμώτο...


Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Ανοιξιάτικη αφιέρωση (Don't Let Go - Bryan Adams and Sarah McLachlan )

Σε κάτι μικρά και ξαφνικά, σε κάτι αναπάντεχα και ξεχασμένα, σε κάτι φαινομενικά άσχετα και απρόβλεπτα, 
εκεί βρίσκεις τους σπόρους που φυτρώνει η ελπίδα σου

το πεζούλι εκείνο που σου δίνει ένα στήριγμα για να κρατηθείς και να πατήσεις 
που αιωρείσαι πριν το χάος καιρό τώρα

Τα χαμόγελα των παιδιών μου και οι βόλτες μαζί τους, τα πειράγματα των μαθητών μου και το καθημερινά και σιωπηλά αποδεκτό παιγνίδι των συμβάσεων μεταξύ μας, τα γραπτά τους σε τοίχους και περιθώρια τετραδίων που νομίζουν πως δεν τα έχω δει, το τι λένε μεταξύ τους και πως βιώνουν την Άνοιξη και την ζωή και που σχεδόν πάντα νομίζουν πως δεν βλέπουμε και δεν καταλαβαίνουμε.

Δεν υπάρχει χώρος για παραίτηση, ούτε πολυτέλεια για ηττοπάθειες (όπως έχει γραφτεί κάποτε) και πάντα θα βρίσκουμε τρόπους στη ζωή

Αρκεί να μην παραιτείται κανείς από την προσπάθεια να βρίσκει πηγές για να αντλεί δύναμη και αποθέματα


(Ανοιξιάτικη αφιέρωση στους μαθητές μου που από συνειδητή επιλογή μου αγνοούν τόσο την ύπαρξη ετούτου του blog όσο και του "Vlaxou", αλλά ακόμη περισσότερο στην μαθήτρια του Πάνου που έγραψε το κείμενο της προηγούμενης ανάρτησης ...)

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Ο δρομέας

Κοιτάω και ξανακοιτάω το γνωστό βίντεο με τον Ισπανό δρομέα που καθοδήγησε μέχρι τα τελευταία μέτρα τον Κενυάτη πρωτοπόρο. Κι ας ήταν στο χέρι του να πάρει την πρωτιά.  Πέραν των άλλων, αναγνωρίζω στο σημείο και μια αποστομωτική απάντηση. Μια αποστομωτική απάντηση σ' όσους δεκαετίες μετά τις ναζιστικές θηριωδίες προσπαθούν να εμπνεύσουν ξανά τις ίδιες νοσηρές ψευδαισθήσεις, τα ίδια διεστραμμένα μίση.

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Κάνει ζέστη ή κάτι καίγεσαι;;;



Τελικά, βάζοντάς τα κάτω και ζυγιάζοντάς τα, ξανά και ξανά, φλερτάροντας κάμποσες φορές τον τελευταίο καιρό  με τα όρια της κατάθλιψης, έφτασα σε κάποια λυπηρά συμπεράσματα, που σε ότι τουλάχιστον αφορά την ψυχολογία μου, με έκαναν να συνειδητοποιήσω το τι κατάφερε πάνω μου όλος ετούτος ο χαμός γύρω μας.
Αισθάνομαι λοιπόν πως αυτό που μου έχει στοιχίσει περισσότερο από όλα όσα διαδραματίζονται στον καθημερινό μας βίο, είναι πως όλο ετούτο το σκηνικό κατάφερε να με κάνει να ενταφιάσω και τα τελευταία κομμάτια της εφηβείας μου, που τα κρατούσα με νύχια και με δόντια ζωντανά, καιρό τώρα, κάτω από δύσκολες συνθήκες, με θυσίες και επιλογές επίπονες, μακριά από διάφορες Σειρήνες και σε απόσταση ασφαλείας από δελεαστικές προτάσεις ενσωμάτωσης, αποκατάστασης και διασφάλισης ενός «ικανοποιητικά σταθερού» μέλλοντος.
Όλα εκείνα τα σωσίβια που κρατούσα φυλαγμένα για ώρες ανάγκης, αποδείχθηκαν εντελώς ξεφούσκωτα και κακοσυντηρημένα, ανίκανα να με συνδράμουν ετούτες τις δύσκολες ώρες.
Επιπρόσθετα, όλος ετούτος ο ορυμαγδός  ήρθε και ζευγάρωσε και με μια απίστευτη ψυχολογία ματαιότητας των πάντων, (μια «αισιόδοξη» εξήγηση θα ήταν να πρόκειται για μια βαρβάτη κλιμακτήριο), τόσο σε εμένα τον ίδιο, όσο και σε αρκετούς από όσους συναντούσα τον τελευταίο καιρό, με απίστευτης έντασης βιώματα που έκαναν αρκετούς δήθεν «φίλους» να εξαφανίζονται, άλλους να αλλάζουν ρότα, άλλους να τα βροντάνε κάτω, άλλους να ενσωματώνονται, άλλους απλά να ξεχνούν και να επιλέγουν τα εύκολα ακόμη και κάνοντας συνειδητά λαθεμένους συνειρμούς και χειρισμούς, τις υποχρεώσεις τους αλλά και τις δικές μου να αυξάνονται, τα όρια όλων μας να στενεύουν απελπιστικά, τις αντοχές μας να στερεύουν σε απίστευτο βαθμό και με κερασάκι την διαπίστωση πως αυτό που κάποτε υπολογίζαμε ως «μέλλον» να φαντάζει πλέον σαν μπαγιάτικος, χιλιοζεσταμένος και κακομαγειρεμένος χυλός, με τους δε επιθετικούς προσδιορισμούς που θα μπορούσαν να τον χαρακτηρίσουν, να κυμαίνονται σε κάτι από «ζοφερό» και «υποθηκευμένο» μέχρι «ανύπαρκτο» και «καταστραμένο».
Όταν έχω μπροστά μου έναν μαθητή, ένα παιδί να διαλύεται σε κομμάτια, με τα μάτια του να τρέχουν ποτάμια βουβά και να καταφέρνει να μου ψελλίζει μόνο ένα 
«Δεν θέλω να είμαι σκουπίδι δάσκαλε...»,
 μετά από αυτό δεν μου περισσεύουν ούτε λόγια ούτε ανάσες πια

… ούτε και μπορώ να φανταστώ τι θα έκανα και πως θα το διαχειριζόμουν αν το δικό μου το παιδί αισθανόταν έτσι και εγώ δεν είχα πάρει χαμπάρι
…ή ακόμη χειρότερα να ήμουν ανήμπορος να το βοηθήσω…

Για ποια «αξιολόγηση», ποια «τρόϊκα», ποια εξουσία, ποιόν συνδικαλισμό, ποια μνημόνια, ποια εξεταστική επιτροπή, ποια κυβέρνηση, ποιο κράτος, ποια ηθική, ποια αντικειμενικότητα, ποια πολιτική σκέψη, ποιον Σαμαρά, ποιόν Βενιζέλο, ποιόν Κουβέλη, ποιόν Τσίπρα, ποια Αλέκα, ποιόν Κασσιδιάρη, ποιο Καμμένο μου μιλάς λοιπόν;
Δεν προλαβαίνω ούτε να μετρήσω πια, πέφτουν κορμιά κάθε μέρα δίπλα μου
«Για ποια επανάσταση μιλάμε, που προσπαθώ όρθιος να σταθώ;;…»

Δεν θέλω να φτάσω στο σημείο να θάβω κομμάτια μου κάθε μέρα για να επιβιώσω γαμώτο…

Κανένα blog, κανένα twitter και κανένα facebook και καμία γρήγορη σύνδεση δεν μπορεί να γεμίσει το κενό μου και να καμουφλάρει την θλίψη μου φίλε…

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Σκιά


  Ούτε καν μορφή. Μόνο ρόλοι. Ρόλοι διοικητικοί, διεκπεραιωτικοί, τυπικοί που τους κράδαινε σαν λάβαρο πίσω από ένα σκοροφαγωμένο γραφειάκι μέχρι το μεσημέρι κι ύστερα τους έβγαζε νωρίς το απόγευμα βόλτα στον πεζόδρομο με τεντωμένο από νόμους, διατάξεις και εγκυκλίους το παράστημα να σέρνει από πίσω του μια συνοδεία από τίτλους, μεταπτυχιακά και τυχάρπαστους αυλοκόλακες, όπως δένουν ακόμα οι πιτσιρικάδες των φτωχογειτονιών σκουριασμένα τενεκεδάκια στο φτερό του ποδηλάτου τους, για να ξεσηκώνουν τον κόσμο στις ώρες κοινής ησυχίας, κι ας ήταν η δική του ησυχία καλά προστατευμένη πίσω από πόρτες ασφαλείας, ηχομονωτικά τζάμια και κατεβασμένες περσίδες, όταν  αργά το βράδυ έβαζε τις ριγέ πιτζάμες και ετοιμαζόταν να ξεκουραστεί εξασκώντας τις μαθηματικές του γνώσεις με ακριβείς υπολογισμούς της απόστασης ανάμεσα στον καναπέ και στην τηλεόραση και ξορκίζοντας την παγερή σιωπή που θα τον έπνιγε με ανεπιθύμητα όνειρα στον πιο βαθύ του ύπνο, αφού τουλάχιστον μπορούσε να ελπίζει ότι αργά ή γρήγορα θα ερχόταν το πρωί, για να τον σώσει.

Αλλά με το που έκλεινε τα μάτια ολοκληρώνοντας την καταμέτρηση των εριφίων για τη νυχτερινή βοσκή τους με την αθωότητα του μικρού ποιμένα που παραφυλάει ανυποψίαστες παιδούλες στο αυγουστιάτικο μπάνιο τους, τιναζόταν πάντα από το βέλασμα του ίδιου απολωλότος προβάτου, που τον υποχρέωνε για αρκετή ώρα σε άκαρπες αναζητήσεις ανάμεσα στην κρεβατοκάμαρα και το σαλόνι, το σαλόνι και την κουζίνα, την κουζίνα και την τουαλέτα, όπου μόνο με το πρώτο φως της μέρας κατάφερνε να βρει τον εαυτό που αναζητούσε, ξεπλένοντας με καυτό νερό τους νυχτερινούς εφιάλτες από το βλέμμα του και αφαιρώντας με κόντρα ξύρισμα τα μελανά στίγματα από το πρόσωπό του.

Ξεκινούσε μια νέα μέρα, όπως ακριβώς η προηγούμενη και η παραπροηγούμενη με την ίδια καλημέρα που εκφωνούσε κοιτώντας το είδωλό του στον καθρέφτη, με την ίδια λοξή ματιά που έριχνε στον ένοικο του κάτω διαμερίσματος και με τον ίδιο επίσημο ήχο που στρίγγλιζαν τα παπούτσια του πάνω στις ξεχαρβαλωμένες πλάκες του πεζοδρομίου, ενώ κατευθυνόταν στη δουλειά του με τέτοια ανάλαφρη διάθεση ώστε ένιωθε να ίπταται σαν χαρταετός πάνω από τα αγκάθια και τα βάτα προς τον αναπαυτικό θρόνο του γραφείου του με τη σκέψη “αμόλα καλούμπα” να δίνει σε όλη τη διαδρομή τον σταθερό ρυθμό στον βηματισμό του. 
Έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα, μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, του άρεσε να στριφογυρίζει πάνω στον άξονα της εργονομικής του πολυθρόνας με όλους και με όλα να στροβιλίζονται γύρω από τον εαυτό του, ώστε στο τέλος να γίνονται ένας ανεπεξέργαστος πολτός από αντικείμενα, έπιπλα, μνήμες και υφισταμένους που τα έκλεινε στη δυσοίωνη φράση “το πολλαπλάσιο του μηδενός ποτέ δεν περισπάται”, χωρίς καν να ξέρει το νόημα ή το λόγο της ενοχλητικής ανάκλησής της από τα πιο σκοτεινά έγκατα της ύπαρξής του και μάλιστα την ίδια πάντα στιγμή της μεγαλύτερης ευτυχίας του, όταν του σερβίριζαν το γλυκύ βραστό του.

Σε αυτήν ακριβώς τη στάση τον βρήκαν με το χέρι απλωμένο στο φλιτζάνι σαν να ζητούσε βοήθεια από τις εγκυκλίους, τους ρόλους και τα νυχτερινά βελάσματα, που σε όλη τη ζωή του συμπίεζαν με άχρηστη γνώση, με ανόητα τελετουργικά και με ανεκπλήρωτα πάθη τα εγκεφαλικά του κύτταρα και το μόνο που πρόλαβε να θυμηθεί στην τελευταία του πνοή ήταν μια ξεχασμένη εικόνα από το δημοτικό, όταν ντυμένος τσολιαδάκι εφορμούσε στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου εναντίον του εχθρού με μια χάρτινη ξιφολόγχη προτεταγμένη στα χέρια, κραυγάζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής του “αέρα”.