Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

"ΟΥΚ ΑΝ ΛΑΒΟΙΣ" (της Νάνσυ Σπετσιώτη)

2014 απαντοχές

Δανεισμένη από τον φίλο Γιώργο Χ. Παπασωτηρίου η ευχή. Εύχομαι, λοιπόν:











Εις έτη καλύτερα, αδέρφια. 


Και είθε να πάψουμε να κοιμόμαστε και να ξυπνάμε με το κάτοπτρό μας,

είθε να χειραφετηθούμε από τον πολύ εαυτό μας

και με κενωμένο εγώ σαν τους ερωτευμένους 


να γίνουμε ΕΜΕΙΣ... 


Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Επιτάφιος



Πιστεύω ότι δικαιούμαι να διακηρύξω με αυτή τη χαρακτηριστική φράση, που δηλώνει την προσωπική παρουσία σε ένα σημαντικό συμβάν, όπως πρόχειρα ανακαλώ στο μυαλό μου τις εορταστικές εκδηλώσεις για το μιλένιουμ στην ολόφωτη πλατεία του Συντάγματος ή τον τελικό των εκατό μέτρων στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ ή τη δεύτερη ψηφοφορία στον αμφίρροπο διαγωνισμό της Eurovision του 2003 ή την κρίσιμη ποδοσφαιρική αναμέτρηση Πορτογαλίας-Ελλάδας στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 2004, ότι ήμουν κι εγώ εκεί.
Αλλά επειδή ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην πολυγίνω πιστευτός, οφείλω από την αρχή κιόλας να ξεκαθαρίσω πως όσα βεβαιώνω εδώ με την εύσχημη υποσημείωση της λογοτεχνικής γραφής δεν είναι αντλημένα από τη μυθοπλαστική αφλογιστία της φαντασίας μου ούτε από πληροφορίες που αλίευσα από το διαδίκτυο ούτε από τη μεσήλικη ανάγκη μου να ωραιοποιώ το παρελθόν, αλλά μόνο απ' ό,τι μπορώ με αίσθημα ευθύνης να αποκαλύψω σαν αυτόπτης μάρτυρας.
Αφού όπως προείπα ήμουν κι εγώ εκεί.
Λέω εκεί και νιώθω αμέσως να με κατακλύζει το δέος, σαν να πρόκειται για μιαν άλλη πόλη και για μιαν άλλη εποχή, παρ' ότι δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ολόκληρη η χώρα έμοιαζε με υπαίθριο εργοτάξιο, που κατασκεύαζε αθλητικά γυμναστήρια, εγκαινίαζε εμπορικά κέντρα, έστηνε αρχαιολογικά μουσεία, έσκαβε υπόγειες σύραγγες και χάραζε εθνικές οδούς με μια δημιουργική έξαψη και με έναν μεγαλόπνοο σχεδιασμό που εκπλήσσοντας καθημερινά το λυπηρόν της ζωής προσπερνούσε το ταπεινό παρελθόν των πατέρων, για να διεκδικήσει τη δόξα των πιο μακρινών προγόνων.
Συνηθίζω ακόμη και τώρα, τις ώρες που μαυρίζει η ψυχή μου από την περιρρέουσα κατήφεια, να μελετάω την ημερήσια διακύμανση των τραπεζικών μετοχών στις αρχές του '99 ή να περιηγούμαι στη γέφυρα του Καλατράβα και το στάδιο του μπάτιμγκτον ή να διαβάζω κιτρινισμένα αποκόμματα εφημερίδων για τα εξοπλιστικά προγράμματα του στρατού μας και έτσι καταφέρνω να ανασυστήσω με το μυαλό και με τη γραφή μου την εικόνα μιας πόλης που όσοι βρισκόμαστε λίγο πολύ ακόμη στην ώριμη ηλικία παρασκευάσαμεν με τα λόγια του αρχαίου ιστορικού και ες πόλεμον και ες ειρήνην αυταρκεστάτην.
Και αν τώρα κάθομαι και τα γράφω είναι γιατί δεν ανέχομαι την άγνοια και την αχαριστία όλων αυτών που σαν τους απείρους του Θουκυδίδη δεν θέλουν να καταλάβουν ότι, προτού να έρθουν τα πάνω κάτω, η πόλη μας υπήρξε, όπως ακριβώς η αρχαία Αθήνα, σχολείο όλης της Ελλάδας, σχολείο όλης της Ευρώπης και σχολείο όλου του κόσμου, έστω και αν η μαθητεία της ανθρωπότητας στον αρχαίο, στον νεότερο και κυρίως στον σύγχρονο πολιτισμό μας δεν ξεπέρασε σε διάρκεια ένα δίμηνο θερινό κάμπους.
Μιλάω για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, που παρεμπιπτόντως διασώζω ακόμη με τη μορφή του Φοίβου και της Αθηνάς στην πλαστική βάρκα της πεντάχρονης κόρης μου και κάθε φορά που τη βλέπω να αρμενίζει ξένοιαστη δύο και τρία μέτρα από την ακτή κυριεύομαι αμέσως από περηφάνια για εκείνο το μυθικό καλοκαίρι του 2004, που ξεκίνησε με τη μπάλα στα δίχτυα της πορτογαλικής εστίας για να λήξει πρόωρα με το γνωστό τροχαίο των δύο ολυμπιονικών αθλητών μας, που αδράχνω την ευκαιρία να επισημάνω ότι παρά την τελεσίδικη απόφαση της ελληνικής δικαιοσύνης συνεχίζει να αντιμετωπίζεται από τα διεθνή και εγχώρια μέσα ενημέρωσης με μια διάθεση που κυμαίνεται ανάμεσα στην ειρωνεία και στη διακωμώδηση.
Πρόκειται βεβαίως για μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου αποκαθήλωσης του πρόσφατου ελληνικού θαύματος, που για την ώρα προσκρούει όχι μόνο στην αθωωτική απόφαση της ελληνικής δικαιοσύνης, στα ολυμπιακά έργα που λαμπρύνουν την πρωτεύουσα και στις μορφές του Φοίβου και της Αθηνάς που πλατσουρίζουν κάθε καλοκαίρι ανέμελοι πάνω στην πλαστική βάρκα της κόρης μου, αλλά κυρίως στην επικαιρότητα του Θουκυδίδη, που στο κεφάλαιο 37 από τον Επιτάφιο του Περικλή – εννοώ το χωρίο “χρώμεθα γάρ πολιτεία ου ζηλούση... αισχύνην ομολογουμένην φέρουσιν” – μνημειώνει προφητικά πέρα από το κλέος της αρχαίας αθηναϊκής πολιτείας και τη δόξα του πρόσφατου ελληνικού κράτους.
Το περίεργο είναι ότι κάθε φορά που ανασύρω στη μνήμη μου κάποιο από τα επιτεύγματα όλων αυτών που λίγο πολύ βρισκόμαστε στην ώριμη ηλικία συνοδεύεται πάντα από την εικόνα του Γιαννάκη, του παιδικού μου φίλου στο νηπιαγωγείο, που έπασχε από όγκο στον εγκέφαλο και άρπαζε με λαχτάρα τα γλειφιτζούρια που του έδινε η μητέρα του, όταν έπεφτε στο πάτωμα σπαρταρώντας από τους πόνους.
Σκέφτομαι ότι αν ο Γιαννάκης συνέχιζε να βρίσκεται στη ζωή θα μπορούσα τώρα να σηκώσω το δάχτυλο και χρωματίζοντας τη φωνή μου με τη δέουσα σοβαρότητα να του απευθύνω τον ίδιο ακριβώς παραινετικό λόγο που διατύπωσε ο Περικλής στα παιδιά και στις συζύγους των νεκρών πολεμιστών από το πρώτο έτος του Πελοποννησιακού πολεμου, αλλά παρηγοριέμαι με την ιδέα ότι αυτός τουλάχιστον θα είχε το ελαφρυντικό της αρρώστιας συν την παιδική του αφέλεια, αφού στο κάτω κάτω δεν ήξερε ότι έγλειφε μορφίνη, αλλά ακόμη και αν το ήξερε δεν νομίζω ότι θα τον ενοχλούσε καθόλου στην κατάσταση που βρισκόταν.

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Προσκλητήριο



Ενίοτε αρέσκομαι. Να φαντάζομαι ότι. Είναι κάτι βράδια. Που.
Που σέρνω τα γέρικα βήματά μου ώρες ολόκληρες στην πόλη. Και ξεροσταλιάζω στο αγιάζι του Δεκέμβρη. Γιατί κάνει κρύο το Δεκέμβρη. Ακόμη και στην Πάτρα. Τόσο που περπατάω σκυφτός. Χουχουλιάζοντας τα κοκκαλωμένα χέρια μου. Στο τριμμένο πανωφόρι. Κατευθυνόμενος στο μισογκρεμισμένο κτίριο. Που έχω παρανόμως καταλάβει. Για να αφήσω την τελευταία μου πνοή. Ανάμεσα σε χαρτοκιβώτια, φελιζόλ και πλαστικές σακούλες.
Που ανάβω το μαγκάλι μου. Να ζεστάνω το δεκατριάχρονο παιδί μου. Δευτέρας τάξης μαθήτρια του Γυμνασίου Ξηροκρήνης. Το πουλάκι μου. Για να απαγγείλει στον ύπνο της τη Νέκυια του Ομήρου. Ενώ θα εισπνέει τις αναθυμιάσεις. Σε αυτό το σκοτεινό διαμέρισμα, που ούτε καν θυμάμαι. Αν είναι από κομμένο ρεύμα της ΔΕΗ ή από συσκότιση λόγω των νατοϊκών βομβαρδισμών. Στην πατρίδα μου, τη Σερβία. Γιατί τώρα που το σκέφτομαι. Το σκοτάδι και ο πόνος είναι παντού τα ίδια.
Που περιλούζομαι με μπιτόνι. Χειμώνα καιρό. Κι ούτε καν με ενδιαφέρει. Ότι μπορεί να πουντιάσω. Αφού στο κάτω κάτω κρατάω αναπτήρα. Για να γίνω από στιγμή σε στιγμή. Παρανάλωμα του πυρός. Στις έξι και πέντε το απόγευμα κάποιου Σαββάτου, στη διασταύρωση Αχαρνών και Αγίου Μελετίου. Όπου ζητιάνευα όλη μέρα την τροφή μου. Αλλά για κακή μου τύχη ήμουν είκοσι οχτώ χρονών και ιρανός λαθρομετανάστης. Και ως γνωστόν, χειρότερος συνδυασμός δεν γίνεται.
Που σχεδιάζω να του τη φέρω. Του μπαγάσα. Ο οποίος μου κοινοποίησε την έξωση. Για χρέη προς τις τράπεζες. Από το δάνειο που έλαβα για την αγορά του διαμερίσματός μου. Στο Ηράκλειο. Οπότε συμφωνώ να του παραδώσω τα κλειδιά. Στην είσοδο της πολυκατοικίας. Αλλά μια στιγμή τού λέω. Να πεταχτώ να πάρω κάτι. Κι ανοίγω την πόρτα, βγαίνω στο μπαλκόνι, σκαρφαλώνω στα κάγκελα. Και ετοιμάζομαι. Παρά την υψοφοβία μου. Να σαλτάρω από τον τέταρτο όροφο.
Που πέφτω από μια ανοιχτή πόρτα. Του τρόλεϊ. Για να ξεφύγω από τον ελεγκτή. Ο οποίος με έβριζε και με τραβολογούσε. Για τζαμπατζή. Οπότε πιέζω το μπουτόν. Να δώσω έναν πήδο. Προς την ελευθερία. Ενώ ακούω το κεφάλι μου να προσκρούει στο κράσπεδο. Και ξαπλώνω στο πεζοδρόμιο φαρδύς πλατύς. Με την ιδέα πως. Δεκαεννιά χρονών παλικαράκι. Δεν μπορεί. Θα το ξεχάσω, όταν μεγαλώσω.
Ενίοτε λοιπόν αρέσκομαι. Να φαντάζομαι ότι. Είναι κάτι βράδια. Που.
Που αναζητώ το καινούριο θέμα για τη γραφή μου. Και μαζί συμβαίνει να βρίσκω τα πιο βολικά. Άλλοθί μου.


Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Εγγύς από το μέλλον

Πρώτα οι συλλογές "Του έρωτα, της ψυχής και των οστράκων", εκδ. Δωδώνη, 2004, και "Άρρητο", εκδ. Αλεξάνδρεια, και τώρα, πολύ τώρα, η συλλογή "Εγγύς από το μέλλον", εκδ. Σαιξπηρικόν, 2014. Της Ναζής Χατζημωυσιάδου. Ιδού: 


Τον κόσμο τον αντιλαμβάνεσαι
μόνο κραυγάζοντας·
κρέμασα τη σκέψη μου στον ουρανό 
και κοιτάω τη σιωπή. 
Μια ώρα έγινε κίτρινη
και βρίσκομαι μπροστά της 
αλλάζοντας πλευρό στο θάνατο. 
Θα ξεριζώνω υάκινθους από την καρδιά μου
ως τον άλλον αιώνα. 




Κατέβασα ουρανό στα χέρια
κι άφησα εαυτό·
έγινα άνθρωποι και περπάτησα μέσα μου. 
Ένας λυγμός ατελεύτητος μ' ακολούθησε
κι ο Θεός κρυφοκοίταξε το όνειρο 
ενός καταρράχτη από φθινόπωρα 
όπου ζούσα. 




Μέχρι το βράδυ 
έγινε το φως 
μέσα της
σκέψη
που ρημάχτηκε. 




Μηχανή θανάτου 
είναι η αθανασία 
βυθίζοντας τα δόνια της
σε όσους θηρεύουν 
με το αίμα τους 
το Απόλυτο
σ' έναν ορίζοντα από εαυτούς
γεμάτους χιόνι.


Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Το σχολείο του «Οδυσσέα» υπό διωγμό!



     Ο "Οδυσσέας", το παλιότερο και μεγαλύτερο εθελοντικό σχολείο διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας σε μετανάστες, πρόσφυγες και παλιννοστούντες, αναπόσπαστο και ενεργό κομμάτι του εκπαιδευτικού και αντιρατσιστικού κινήματος την τελευταία δεκαπενταετία, βρίσκεται αντιμέτωπος με το μακρύ χέρι του κράτους, ενός κράτους που βλέπει όλο και πιο εχθρικά κάθε προσπάθεια έμπρακτης αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης.
Πριν αναφερθούμε όμως στην ίδια την επίθεση που δέχεται ο «Οδυσσέας», δυο λόγια για αυτόν, για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι στο πρόσωπό του στοχοποιείται η αλληλεγγύη.  Για τον «Οδυσσέα» η ιστορία της εθελοντικής, δωρεάν διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας σε ενήλικες ξεκίνησε το 1997 στη Θεσσαλονίκη με μια πρωτοβουλία καθηγητών και δασκάλων, που διαπίστωσαν την κρατική ανυπαρξία στο θέμα και την ταυτόχρονη ανάγκη για μια κριτική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε ενήλικες εργαζόμενους/ες. Ο αριθμός των 10-15 μαθητών της πρώτης χρονιάς έδωσε σύντομα τη θέση του σε τριψήφια νούμερα, και τις τελευταίες χρονιές ξεπερνούν τους 500, ενώ ο μικρός αρχικός πυρήνας των εκπαιδευτικών διευρύνεται κάθε χρόνο με νέους εκπαιδευτικούς και φοιτητές παιδαγωγικών τμημάτων. Μέχρι σήμερα υπολογίζεται ότι μαθήματα έχουν παρακολουθήσει πάνω από 6000 μαθητές, ενώ οι εθελοντές που έχουν διδάξει στο σχολείο ξεπερνούν τους 250. Τα μαθήματα γίνονται στην Αισώπου 24, σε χώρους που έχει παραχωρήσει ευγενικά το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης.
Στόχος του σχολείου είναι να αποτελέσει χώρο ανάπτυξης κριτικής στάσης απέναντι στην κοινωνική ανισότητα, εξομάλυνσης εθνικών αντιθέσεων, πεδίο πολιτισμικών ανταλλαγών, αλλά και έκφρασης και δημιουργίας. Έτσι λοιπόν διοργανώνει εκδρομές, πολιτιστικές επισκέψεις σε μουσεία και γειτονικές πόλεις, χορούς, προβολές ταινιών, εκθέσεις με έργα των μαθητών, καθώς και παραστάσεις της θεατρικής ομάδας που δημιουργήθηκε το 2000 από τους μαθητές του «Οδυσσέα». Τα τελευταία χρόνια μάλιστα εκτός από μαθήματα ελληνικών προσφέρονται και μαθήματα αγγλικών, γαλλικών, γερμανικών, ισπανικών, ρωσικών, ιταλικών.
Σήμερα ο «Οδυσσέας» απευθύνεται σε ένα ευρύ φάσμα μεταναστών, παλιννοστούντων και προσφύγων με διαφορετικό κοινωνικό, οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο. Στις ομάδες αυτές η οικονομική κρίση έχει προσθέσει πια και ντόπιους Έλληνες που επιθυμούν να ανανεώσουν τις γνώσεις τους σε κάποια ξένη γλώσσα ή να μάθουν μια νέα (είναι χαρακτηριστικό ότι το 1/3 περίπου των μαθητών φέτος είναι Έλληνες). Η κρίση όμως έχει δυσχεράνει ακόμη πιο πολύ και την πάντα δύσκολη χρηματοδότηση του «Οδυσσέα», η οποία βασίζεται στις εισφορές μελών, φίλων και συλλογικοτήτων, και όχι σε παχυλές κρατικές ή ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις. Αυτό το γεγονός όμως δεν απέτρεψε, μετά από έλεγχο της Εφορίας το 2012, την επιβολή εις βάρος του κυριολεκτικά εξοντωτικών προστίμων για καθαρά τυπικές και γραφειοκρατικές φορολογικές παραβάσεις, χωρίς να χρωστάει πουθενά και δίχως να υπάρχει η παραμικρή υποψία κερδοσκοπίας. Μια οργάνωση της οποίας τα μέλη, χωρίς κανένα οικονομικό αντάλλαγμα, έδωσαν και δίνουν απλόχερα χρόνο, γνώσεις, ακόμη και χρήματα, κλήθηκε, σε μια περίοδο με μηδενικά έσοδα, να πληρώσει ούτε λίγο ούτε πολύ 62.000 ευρώ -την ίδια στιγμή που οι χιλιάδες αμαρτωλές off-shore εταιρείες μένουν στο απυρόβλητο, για να αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα. Μάλιστα, ο πρόεδρός του, ο εκπαιδευτικός Αντώνης Γαζάκης, διώκεται ποινικά ως υπεύθυνος κατά το νόμο, και κινδυνεύει -μέχρι την πλήρη αποπληρωμή των προστίμων- με πειθαρχικές διώξεις και απόλυση από την εργασία του. Μπροστά στον κίνδυνο αυτό αποφασίσαμε να επιδιώξουμε με κάθε τρόπο την ακύρωση του προστίμου και όσο αυτό δεν καθίσταται δυνατό να το πληρώνουμε σε δόσεις.
Καλούμε λοιπόν όλες και όλους, κάθε άτομο και συλλογικότητα, να σταθούν στο πλευρό μας και να στηρίξουν με κάθε δυνατό τρόπο τον «Οδυσσέα» στην πιο δύσκολη περιπέτεια του ταξιδιού του, όχι μόνο για να συνεχίσει το έργο του, αλλά και για να βγει πιο δυνατός από αυτή τη δοκιμασία.
ΓΣ «ΟΔΥΣΣΕΑ» 15/12/2013

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Παῦσαι



Ώρα πολλή το κλωθογυρίζω στο μυαλό μου σαν τον κορυφαίο. Του χορού. Που μάσαγε τα λόγια του για να μην τον πει γεροξεκούτη. Ο Κρέων. Όταν πληροφορήθηκε την ταφή του πτώματος. Του Πολυνείκη. Ο οποίος εκστράτευσε με ολόκληρο το στρατό των Αργείων ενάντια στην πόλη του. Τη Θήβα. Όταν παραβιάστηκε η συμφωνία για την ετήσια εναλλαγή στο θρόνο. Από τον Ετεοκλή. Που έπεσε νεκρός σε μονομαχία με τον αδελφό του. Τον Πολυνείκη. Ο οποίος έμεινε άταφος ύστερα από διαταγή του βασιλιά. Του Κρέοντα. Παρότι διαφωνούσε η Αντιγόνη, ο Αίμων, ο Τειρεσίας και ο κορυφαίος. Του χορού. Που ώρα πολλή το κλωθογύριζε στο μυαλό του.
Μήπως. Λέω, μήπως.
Μήπως δεν ήταν του Δαβίδ το φταίξιμο που κυριεύτηκε η Τραπεζούντα κι ας ήταν αρκούντως οχυρή, για να αντέξει στην πολιορκία κάμποσους μήνες ή ακόμη και χρόνια ώστε, αν τελικά έπεφτε, ας έπεφτε τουλάχιστον όρθια, με όλους τους άντρες σκαρφαλωμένους στα τείχη, τα γυναικόπαιδα μαζεμένα στην Παναγία τη Χρυσοκέφαλο και τον αυτοκράτορα κυκλωμένο από τους εχθρούς μπροστά από μια παραβιασμένη πύλη, όπως επέλεξε να πέσει η μεγάλη αδελφή της, η Πόλη, αντί να παραδοθεί αμαχητί στους βάρβαρους κατακτητές και στην ιστορική περιφρόνηση και στον άλαλο χορό του πυρρίχιου και στα συνωμοσιολογικά σενάρια για τον ύποπτο ρόλο του πρωτοβεστιάριου και μέγα λογοθέτη, που ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τους πολιορκητές παρότι εξ αίματος συγγενής μ' έναν από τους αρχηγούς τους.
Τούτος δε ο αχρείος, Γεώργιος Αμιρούτζης ή αλλιώς Αμιρούκης στο όνομα, φιλοσοφικός και θεολόγος στα πνευματικά του ενδιαφέροντα, λέγεται ότι ήταν στα αλήθεια άσος στις ίντριγκες και ότι διήγε ακολούθως βίο αδιατάρακτο στην Κωνσταντινούπολη, μοιράζοντας το χρόνο του ανάμεσα στα αξιώματα που έλαβε, στα κολακευτικά ποιήματα που συνέθετε για τον πολυχρονεμένο και στον έρωτα που έτρεφε για τη χήρα του τελευταίου Δούκα των Αθηνών, και ενώ κανονικά θα έπρεπε να κρατήσει κλειστό το στόμα του, δεν έχασε την ευκαιρία να εκφράσει με επιστολή που απηύθυνε στον Βησσαρίωνα την έγνοια του για την κοινήν πατρίδα, φευ!, την εαλωκυίαν υπ' αλλοφύλων, λες και προαισθανόταν την ιστορική μηχανορραφία που θα στηνόταν σε βάρος του, έστω κι αν δεν υπήρξε ποτέ κανένα αξιόπιστο τεκμήριο που να βεβαιώνει ότι πρόδωσε.
Ωστόσο Μέγας Κομνηνός ο άλλος, κοτζάμ αυτοκράτορας της Τραπεζούντας και μάλιστα αναγνωρισμένος από Πατριαρχική Σύνοδο σαν άγιος άνθρωπος με τη μνήμη του να τιμάται στους αιώνες των αιώνων κάθε 1η Νοεμβρίου, ξεπλυμένη και λευκή σαν αθώα περιστερά, δίχως να μπορεί κανένας Φερνάζης να του καταλογίσει την υπεροψίαν και την μέθην του κοντοχωριανού του, του Δαρείου, ή ότι έσφαλε ή ότι δείλιασε και το μόνο που δικαιούται να πει κανείς είναι ότι ζυγιάζοντας προσεκτικά τις δυνάμεις του εχθρού από τη μια και το καλό του λαού του από την άλλη έγειρε κάτω από την επιρροή κακού συμβουλάτορα, του προδότη Γεώργιου Αμιρούτζη ή Αμιρούκη, στην απόφαση να αφήσει τα κλειδιά της πόλης στην εξώπορτά της, πράγμα που στο τέλος-τέλος αναγνώρισε σαν λάθος ακόμη και ο ίδιος, αφού αλλιώς δεν θα άρχιζε από τον Στρυμόνα όπου του παραχωρήθηκαν κάποιες εκτάσεις γης να ονειρεύεται, καθώς λέγεται, ξανά αυτοκρατορίες Τραπεζούντας, ώσπου βρήκε την αφορμή που έψαχνε ο Σουλτάνος για να τον σφάξει σαν αρνί έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης μαζί με τρία από τα παιδιά του και έναν ανιψιό του.
Αλλά όσο φέρνω στο μυαλό μου την εικόνα της γυναίκας του, της Ελένης, έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης να σκάβει μονάχη μια παγωμένη νύχτα του Νοέμβρη με τα νύχια της τάφους για να θάψει σαν άλλη Αντιγόνη κατά παράβαση της σουλτανικής διαταγής τον άντρα, τα τρία παιδιά και τον έναν ανιψιό της κάθομαι ώρα πολλή και το κλωθογυρίζω στο μυαλό μου σαν τον κορυφαίο του χορού, αλλά μασάω τα λόγια μου για να μη φανώ γεροξεκούτης.
Μήπως, λέω μήπως.
Μήπως ήταν θεόσταλτο το πράγμα τούτο δω, για να προστεθεί ένας ακόμη ήρωας και άγιος στο πάνθεον της εθνικής ιστορίας και της ορθοδόξου πίστεώς μας.  

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Μ' αυτά και μ' αυτά

... αποκτούν λόγο, υπόσταση, παρουσία. 


Με τα έτσι: 

με τα έτσι:


και με τα έτσι:

Να ξεπροβάλει πάντα διαυγής απ' τη θολούρα, ενίοτε μπροστά από τη σημαία της Ε.Ε. Ωσάν εγγυητής.

Μελετώ τις φωτογραφίες του. Και δεν βρίσκω. Τίποτα τυχαίο. Αφού όλα ένα νόημα. Μοχθηρό, απειλητικό και οικείο. Πίσω απ' το οποίο η εγωπάθεια. Κι η αυταρέσκεια. Μαζί ασφαλώς με τη συνδρομή των επικοινωνιολόγων. Και των συστημικών διαδικτυακών τόπων. Που ασταμάτητα τον προβάλλουν. Διαυγή απ' τη θολούρα, μπροστά από τη σημαία της Ε.Ε. 
Έτσι που το τίποτα να καμώνεται για λίγο ακόμη το καμπόσο. 
(Ενώ από πίσω η θολούρα τα 'χει καταβροχθίσει όλα. Ακόμη και τη σημαία.) 

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Προς ώρας



Επανέρχομαι αδιαλείπτως. Στο ίδιο και το αυτό όνειρο.
Ότι είμαι σε ένα λιβάδι. Ξαπλωμένος. Γεμάτο από αγριόχορτα, μαργαρίτες, γαϊδουράγκαθα και παπαρούνες. Ανασαίνω τη δροσιά του νοτισμένου χορταριού και μοιράζομαι την ξένοιαστη ελευθερία των πουλιών. Σφύζοντας από χαρά και αισιοδοξία. Ότι θα κάνω και θα δείξω. Όταν μεγαλώσω βεβαίως. Γιατί προς ώρας κάτι με τρώει. Στην πλάτη και στα πόδια. Σηκώνω τα μάτια για να δω. Από ψηλά, από πολύ ψηλά. Επιλογή πανοπτικής θέασης. Άσπρο και κόκκινο και μοβ σε καταπράσινο φόντο. Εκτός από μια σκούρα πινελιά. Σαν μουντζούρα.
Εγώ.
Θα 'μαι δεν θα 'μαι εφτά χρονών. Ξέπνοος από το παιχνίδι. Πού κυνηγούσα μια μπάλα να βαρέσω. Τώρα να ξαποστάσω λιγουλάκι θέλω. Μια σταλίτσα μόνο. Μετά θα βάλω τα δυνατά για να προφτάσω όλους τους άλλους. Κι ας θα 'χουν ξεμακρύνει. Υπολογίζω, ισαμε τον πευκώνα ή ακόμα πιο πέρα στα αμπέλια. Αλλά προς ώρας μού είναι αδύνατον. Αφού τελώ ζαβλακωμένος. Και κνησμένος. Παντού. Νομίζω ότι φταίει ο ήλιος. Με τις αχτίνες να χτυπάνε κατακούτελα. Τα βλέφαρα να βαραίνουν και σιγά σιγά να κλείνουν. Ενόσω σβήνει στα αυτιά μου ένας μακρινός απόηχος. ”Ο τάδε να έρθει αμέσως στο τηλέφωνο”. Τα μεγάφωνα του μπακάλικου ποτέ δεν ησυχάζουν. Όπως και τα τζιτζίκια. Που συνεχίζουν ακατάπαυστα παντού τριγύρω. Να μου κρατούν τον ίσο.
Ωραία.
Αποκοιμιέμαι. Στο όνειρό μου. Και ονειρεύομαι. Ότι.
Εγώ.
Είμαι μεγάλος. Κάθομαι σε ένα γραφείο και χτυπάω πλήκτρα. Γράφω ένα κείμενο. Που ξεκινάει με το ρήμα “Επανέρχομαι”. Αδιαλείπτως και ξαπλωμένος. Σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Γεμάτο από σημεία στίξης, εκφραστικά μέσα και συντακτικά σχήματα. Σφύζοντας από μια ψιλοκατάθλιψη και από μπόλικη γεροντική νοσταλγία. Για τα παλιά τα χρόνια, που όλα ήταν ωραία και καλά. Γιατί προς ώρας κάτι με τρώει. Στο τριχωτό της κεφαλής και στις συνάψεις των νευρώνων. Σηκώνω τα μάτια για να δω. Από ψηλά, από πολύ ψηλά. Επιλογή πανοπτικής θέασης. Εικόνες και μεταφορές και παρομοιώσεις σε αλληγορικό φόντο. Εκτός από ένα επισημασμένο ορθογραφικό λάθος. Σαν μουντζούρα.
Εγώ.
Κοντεύω σαράντα πέντε χρονών. Αποκαμωμένος από το παιχνίδι. Που έψαχνα μια λέξη για να γράψω. Τώρα να ξεκουραστώ λιγουλάκι θέλω. Μια σταλίτσα μόνο. Και ούτε που με νοιάζει να προφτάσω όλους τους άλλους. Κι ας θα 'χουν ξεμακρύνει. Υπολογίζω, ίσαμε τις υποσημειώσεις ή τα πιο πρόσφατα κεφάλαια του ατέλειωτου βιβλίου. Γιατί είμαι καλά εδώ που είμαι. Ανάμεσα στα διάκενα των λέξεων. Αφού προς ώρας τελώ ζαβλακωμένος. Και εγκλωβισμένος. Νομίζω ότι φταίνε οι αφηγηματικές τεχνικές. Με τις αναχρονίες να εξελίσσονται σε συγχρονίες και με τους εγκιβωτισμούς να καταβροχθίζουν τις μείζονες αφηγήσεις. Ενόσω περιμένω μάταια να ξανακούσω τον μακρινό αντίλαλο. ”Ο τάδε να έρθει αμέσως στο τηλέφωνο”. Αλλά τα μεγάφωνα του μπακάλικου έχουν οριστικά σιγήσει. Και δεν ακούγεται τίποτα. Παρεκτός από τα τζιτζίκια. Που συνεχίζουν ακατάπαυστα μες το μυαλό μου. Να μου κρατούν τον ίσο.
Ωραία.
Πολύ ωραία. Που θα τελειώσουν όλα. Και μάλιστα γρήγορα. Χωρίς καμιά αιτία, χωρίς κανένα νόημα, χωρίς καμιά ελπίδα. Έστω κι αν ξόδεψα ολόκληρη τη ζωή μου ψάχνοντας μάταια μια απάντηση. Ποιο, τελικά, απ' τα όνειρα θα με βόλευε καλύτερα να ζήσω. Αλλά τώρα μακαρίζω τις εγκυμονούσες ρώσικες μπαμπούσκες. Για το αλτσχάιμερ. Που περιέχουν χωρίς να ξέρουν ότι περιέχονται. Που περιέχονται χωρίς να ξέρουν ότι περιέχουν.
Κι εγώ που ξέρω. Ότι περιέχω, ενώ περιέχομαι. Δεν θέλω άλλο να ξέρω. Ότι περιέχομαι, ενώ περιέχω. Αφού το μόνο που θέλω πλέον είναι.
Να το σκάσω από το κείμενο. Που είμαι σαράντα πέντε χρονών. Γιατί περικοκλάδες οι λέξεις τυλίγονται στο κορμί μου. Με σφίγγουν. Ριζώνουν πάνω μου. Με απομυζάνε. Ανθοφορώντας σαρκοβόρες τουλίπες. Που ετοιμάζονται να με κατασπαράξουν.
Παίρνω βαθιές ανάσες, βάζω δύναμη και.
Ανοίγω τα μάτια μου. Είμαι στο καταπράσινο λιβάδι. Εφτά χρονών. Με τα αγριόχορτα, τις μαργαρίτες, τα γαϊδουράγκαθα, τις παπαρούνες. Και μιλιούνια από κόκκινους τερμίτες που σκαρφαλώνουν πάνω στο κορμί μου. Μπήγουν τις δαγκάνες τους. Βαθιά στις σάρκες. Και με κατασπαράζουν.
Παίρνω βαθιές ανάσες, βάζω δύναμη και.
Ανοίγω τα μάτια μου. Θαρρώ, ξύπνιος για τα καλά. Αλλά, και πάλι, δεν παίρνω όρκο. Προς ώρας είμαι στο κρεβάτι. Κοιτάω γύρω και προσπαθώ να καταλάβω. Ανασηκωμένος στους αγκώνες. Με την ανάσα μου κομμένη.
Από το ίδιο ακριβώς όνειρο. Που με βασάνιζε. Όταν ήμουνα παιδί.
Ότι με είχαν παραχώσει βιαστικά σε έναν τάφο. Αλλά ξύπνησα από τη νεκροφάνεια. Προς ώρας είμαι στο φέρετρο. Κοιτάω γύρω μου και προσπαθώ να καταλάβω. Ανασηκωμένος στους αγκώνες. Με την ανάσα μου κομμένη.

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Οι εστέτ

Δημιουργοί που βλακολογούν, που σαλιαρίζουν, που λαϊκίζουν, που επαιτούν και κάποιοι ελάχιστοι μόνο που αληθινά δημιουργούν, που σημαίνει ότι ανοίγουν νέους απόκρημνους δρόμους στη δημιουργία ώστε να έρθουν μετά σε ασφαλτοστρωμένες λεωφόρους όσοι θα συνεχίσουν να βλακολογούν, να σαλιαρίζουν, να λαϊκίζουν και να επαιτούν. 
Ο Ροίδης και ο Καρυωτάκης, ο Καββαδίας και ο Σινόπουλος, ο Αλευράς και ο Λάγιος, ο Καβάφης και ο Γ. Πάνου, κι άλλοι πολλοί ακόμη, που στον καιρό τους αποδοκιμάστηκαν και χλευάστηκαν και συκοφαντήθηκαν και αποσιωπήθηκαν, γιατί αντιμετώπισαν την τέχνη όχι με την ευκολία του συρμού αλλά με την αριστοκρατική αρχοντιά και την εφηβική επαναστατικότητα που της αρμόζει, για να ενταχθούν μόνο αφότου πέθαναν στο κάδρο της μικροαστικής περσόνας της κουλτούρας, αυτής δηλαδή που στοιχειοθετεί την έννοια του κουλτουριάρη. 


Μιλάω τόση ώρα για το νέο βιβλίο του Κώστα Βούλγαρη, τους ΕΣΤΕΤ, εκδ. .poema. Αθήνα 2013, που φρονώ ότι αν εκδιδόταν σε καμιά τριανταριά χρόνια από κάποιον άλλον θα συμπεριελάμβανε σίγουρα και τον συγγραφέα του, που τόσα χρόνια αντί να βλακολογεί, να σαλιαρίζει, να λαϊκίζει και να επαιτεί, επιμένει κι ας καταντάει κάποτε στρυφνός και ενοχλητικός (ή ακριβέστερα επειδή καταντάει στρυφνός και ενοχλητικός) να δημιουργεί αληθινά και ως λογοτέχνης και ως κριτικός, να ανοίγει δηλαδή δρόμους στη δημιουργία για όλους εμάς. 
Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα. Μεγάλα παιδιά είστε και γράμματα γνωρίζετε. Οπότε, ιδού η Ρόδος. 

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Θα ξανασκυλεύσω






Πάνε σαράντα χρόνια από τότε.










Τρίχρονα μωρά και βυζάξαμε απ’ τα συνθήματά της, εξεγερμένοι έφηβοι και ριγήσαμε απ’ τα ιδανικά της, καταληψίες φοιτητές και ξενυχτήσαμε με τα τραγούδια της.




Στο μεταξύ τίποτα σχεδόν δεν άλλαξε.










\

Μόνο που άσπρισαν τα μαλλιά μας και γέμισε με ρυτίδες το πρόσωπό μας. Μεγαλώσαμε. Συστήσαμε γενιά. Της μεταπολίτευσης η χαμένη γενιά. Η πιο χαμένη απ’ όλες. Η πιο λίγη απ’ όλες. Η πιο προδοτική απ’ όλες. Που νόμισε, αλλά δεν πίστεψε. Που αντέδρασε, αλλά δεν αγωνίστηκε. Που γιόρτασε, αλλά δεν τίμησε.







Όχι, εγώ σε λίγες μέρες δε θα γιορτάσω το Πολυτεχνείο. Εγώ σε λίγες μέρες θα ξανασκυλεύσω το Πολυτεχνείο. 


Εγώ κι όλοι οι όμοιοί μου.

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Καθάρια και πόσιμα νερά



Από δύο μέρη η συλλογή. Το πρώτο ατιτλοφόρητο: είκοσι τρία διηγήματα με τη μορφή  είτε αφηγηματικής μινιατούρας που εκτείνεται σε ελάχιστες μόνο αράδες, είτε σύντομων αφηγήσεων που ανέρχονται σε κάποιες εκατοντάδες λέξεις είτε εκτενέστερων εξιστορήσεων που δεν ξεπερνούν το όριο μερικών σελίδων. Το δεύτερο με τον τίτλο “Σκοτωμένο νερό”, απ' όπου και ο τίτλος της συλλογής: δεκατρία διηγήματα που χωρίς να χάνουν την αυτονομία τους μοιράζονται κοινό χώρο, κοινό χρόνο και κοινά πρόσωπα, για να συνομιλήσουν φωναχτά μεταξύ τους μέσα στην ευρύτερη αφηγηματική σύνθεση μιας μικρής νουβέλας.
Δύο κι οι βασικοί χρονικοί άξονες. Στο πρώτο μισό του βιβλίου το άμεσο παρόν, στο δεύτερο το πρόσφατο παρελθόν. Το πρωθύστερο της διάταξης αφενός προφυλάσσει την αφήγηση από το απλουστευτικό σχήμα του αιτίου-αιτιατού και από τη γλυκερή αντίστιξη ενός εξωραϊσμένου χτες με ένα εκφυλισμένο σήμερα και αφετέρου οργανώνει τα ίδια ερωτικά πάθη, τις ίδιες υπαρξιακές αγωνίες, τα ίδια κοινωνικά προβλήματα σε δύο διαδοχικούς αλλά διαφορετικούς άξονες αναφοράς, έτσι που το κολάζ της νεοελληνικής πραγματικότητας να αποκτήσει τη διάσταση του βάθους.



Σκοτωμένο νερό, Ελένη Αναστασοπούλου,
εκδ. Γαβριηλίδης. 2013, σελ. 205



Κάθε διήγημα της συλλογής φωτίζει μια διαφορετική πτυχή αυτής της πραγματικότητας, που στη συνολική της σύνθεση απεικονίζει με μουντά και ξεθωριασμένα χρώματα ένα έρημο τοπίο,  ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι και ένα ρημαγμένο δωμάτιο εντός των οποίων περιφέρονται, χειρονομούν συνουσιάζονται, πεινάνε, υποφέρουν, αγωνιούν, βογκάνε, πέφτουν και σηκώνονται ανθρώπινοι χαρακτήρες που είναι απολύτως αντιπροσωπευτικοί της νεοελληνικής μας ανθρωπογεωγραφίας.
Εδώ ακριβώς διακρίνω μία από τις πιο σημαντικές αρετές του βιβλίου: οι ήρωες, γήινοι, σάρκινοι, σκοτεινοί, αντιφατικοί και σε κάθε περίπτωση ανθρώπινοι, διατηρούν την ιδιαιτερότητά τους και υπερασπίζονται την ιδιωτικότητά τους, χωρίς να πάψουν να πατάνε γερά πάνω στο κοινωνικό έδαφος και να κουβαλάνε σαν λάφυρα ή σαν πληγές όλους τους κοινωνικούς τους προσδιορισμούς. Απέναντί τους στέκεται η συγγραφέας ενίοτε με λεπτότητα και διακριτικότητα, ενίοτε με χιούμορ και ειρωνεία και πάντα με διάθεση κατανόησης, που φέρνει στο μυαλό μου τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων στο έργο του Βιζυηνού – τραγικοί κι αδιέξοδοι αλλά κυρίως συμπαθείς στο σιωπηλό τους δράμα, ακόμη κι όταν ολοφάνερα φταίνε.
Η γλώσσα προδίδει αυτοπεποίθηση, άνεση και ωριμότητα και χωρίς να διεκδικεί τον πρώτο ρόλο εξασφαλίζει τους κατάλληλους ρυθμούς για την εκφορά της αφήγησης. Το υλικό αντλημένο από τη μνήμη, τις ιδιωτικές γωνίες και τους κοινωνικούς περισπασμούς προδίδει μια προτίμηση σε ό,τι φαντάζει καθημερινό,  αδιάφορο και ήσσον για να φανεί μέσα από την αφηγηματική του επεξεργασία ότι περιέχει ένα κρυμμένο νόημα, μια σιωπηλή συντριβή και μια ανοιχτή αιμορραγία, πράγμα που αποδίδει ενιαίο αφηγηματικό αποτέλεσμα στο δεύτερο μισό του βιβλίου αλλά κατά τι άνισο στο πρώτο, όπου θεωρώ ότι η συγγραφέας θα έπρεπε να είναι πιο αυστηρή στο στάδιο της διαλογής. Η λογοτεχνική γραφή δοκιμάζει ποικίλες αφηγηματικές φόρμες, τρόπους και τεχνικές, για να δημιουργήσει την αίσθηση του τετριμμένου όταν χαρίζεται στην ευκολία ενός φωτογραφικού ρεαλισμού και ενός αναπαραστατικού διαλόγου ή την εντύπωση του ανούσιου, όταν επαναλαμβάνει το αφηγηματικό σχήμα της λοξής περιγραφής για να εκβιάσει το ξάφνιασμα του τέλους, και πετυχαίνει τις καλύτερες στιγμές της όταν χαλαρώνοντας ή σμπαραλιάζοντας τον  αφηγηματικό άξονα του χώρου και του χρόνου επιδίδεται στον εσωτερικό μονόλογο και τη συνειρμική ανάπτυξη (Μονοσύλλαβη Περιφρόνηση, Η βαλίτσα, Σε δρόμους σκοτεινούς, Una Fiata Musiata, Κεραμίδι από το Βυζάντιο, Μισή Καρδιά, Μινέρβα Λευκό).
Για να κλείσω, στο “Σκοτωμένο νερό” η γραφή πηγάζει σε πείσμα του τίτλου σαν καθάριο και πόσιμο νερό που αντλείται δίχως βιασύνες, εκβιασμούς και θορύβους από μία και μόνη ανάγκη – μιλάω για την ανάγκη της έκφρασης μιας συσσωρευμένης εμπειρίας και ενός συγκεντρωμένου υλικού ύστερα από την πολύχρονη ωρίμανσή τους. Ως πρώτο βιβλίο καταφέρνει, παρά τις όποιες αδυναμίες, να θέσει αρκετά ψηλά τον συγγραφικό πήχη και να σημαδέψει έναν ανοιχτό ορίζοντα αναγνωστικών προσδοκιών για ό,τι θα ακολουθήσει. Κι αυτό με τη σειρά του, ας το σημειώσω με έμφαση, συνομολογεί ερήμην της συγγραφέα μία δέσμευση με τον υποψιασμένο αναγνώστη.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Οι οχτροί


Σαράντα χρόνια από τότε και σαν να μην πέρασε μια μέρα. 

"Θα 'χει αύριο ποδόσφαιρο" ρωτούσε ο ξάδελφος στο Ψαράκι του Χάκκα.

Ναι, λοιπόν, θα 'χει. Στο εξής πάντα θα 'χει. 

Και να δεις τι σου 'χω για μετά.




Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Η τύφλωση ενός αγωνιστή και η υποκρισία

Γιατί φωνές σαν του Κάιν πρέπει να αναπαράγονται και να αντηχούν.

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Όχι άλλο αίμα

Το απολύτως αυτονόητο, δίχως υποσημειώσεις, αστερίσκους και παραπομπές: ότι είναι μια βδελυρή, ότι είναι μια αποτρόπαια, ότι είναι μια καταδικαστέα πολιτική δολοφονία, τόσο άδικη, τόσο σκληρή και τόσο απάνθρωπη που προκαλεί με τον αδίστακτο φασισμό της. 

Θαρρώ ότι αυτό και μόνο αρκεί για την ώρα - τουλάχιστον για όσο κρατάει η οδύνη για το χαμό. 


Μένει όμως μια μεγάλη κουβέντα για το ποιος και για το γιατί, που ήδη έχει αρχίσει να κλίνει προς την εκδοχή της τρομοκρατίας, εντός της οποίας αναγνωρίζω δύο διακριτά σενάρια: αυτό της αδιέξοδης, της τυφλής και καταστροφικής μανίας και αυτό της μεθοδευμένης ή της απροκάλυπτης αλλά πάντως επικίνδυνης προβοκάτσιας. 

Δεν κομίζω τίποτα καινούριο. Και το ένα και το άλλο, τα 'χουμε δει πολλές φορές να παίζονται. Σε κάθε περίπτωση, στην πλάτη του λαού. 

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Να 'ναι γλυκό το βόλι

Μέρα που 'ναι, ας την καλημερίσουμε κατά πώς της πρέπει. Τιμώντας την, κι όχι σπιλώνοντάς την. Γιατί σε πείσμα της στρογγυλεμένης και λοβοτομημένης μνήμης, οι γωνίες είναι πάντα που δημιουργούν την προοπτική του βάθους. Κι αυτές δεν πρόκειται να αμβλυνθούν όσες απαγορεύσεις κι αν επιβληθούν στα σχολεία






Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Διακοπή

Κατεβαίνουν οι κουρτίνες για λίγο. Για το επόμενο διάστημα το ιστολόγιο τελεί υπό αναμόρφωση. 

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

κι όμως... κι όμως...

Αριθμώ το χρόνο μου. Τέσσερα συναπτά έτη γεμάτα διαβουλεύσεις, στρατηγικές, τακτικισμούς, αιφνιδιασμούς, μικρές νίκες και άτακτες υποχωρήσεις. Δεν με χαλάει ο ξοδεμένος χρόνος ούτε η επικρεμάμενη απειλή ούτε που σύρθηκα στο παρασκήνιο ούτε που 'χω τραβήξει των παθών μου τον τάραχο. 



Από την πολλή αρχή ακόμη, ό,τι έγινε σε σχέση με τη δική μου εμπλοκή ήταν συνειδητή επιλογή, κάτι σαν προσωπική στάση ευθύνης, που παρά τους όποιους κλονισμούς συνεχίζω να την υπερασπίζομαι ίσαμε τώρα. Γιατί τώρα που κάθομαι και ανασκοπώ ό,τι συνέβη βρίσκω ότι με διοικητικές όψεις του φασισμού συγκρούστηκα, και μάλιστα πολύ πριν την πολιτική έκφρασή τους στο κοινωνικό πεδίο. 
Δυο διηγήματα κι ένα παρατημένο μυθιστόρημα ό,τι απέμεινε από το χάλασμα, μαζί βεβαίως με μια διαρκή εκκρεμότητα σαν την ενοχλητική παρωνυχίδα στο σώμα ασθενούς με μεταστατικό καρκίνο. 
Και δικαίως το ερώτημα: με παρωνυχίδες θα ασχολούμαστε τώρα; 
Η δε απάντηση είναι πιο πολύ που με πονάει: κι όμως... κι όμως... 

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Ορφανεμένος

Σκέφτομαι να σου πω αλλά δεν θα σου πω. Αφού πάντα έτσι ήταν ανάμεσά μας. Εννοώ ότι ήταν καλύτερα. Με αλληγορίες, μεταφορές και υπονοούμενα αλλά κυρίως με σιωπές. Ίσως γι' αυτό απέφευγα να σε παίρνω - ευκαιρία να σ' το εκμυστηρευτώ κι αυτό. Για ό,τι ήθελα ή άντεχα ή χρειαζόμουν να καταλάβω, έφταναν τα γραφτά σου. Αλλοπρόσαλλα, άναρχα και πάντα σαγηνευτικά. 



Ανακαλώ το αριστερό σου πόδι, τη Μοσχούλα που κρυφακούει και τη μισή Ακρόπολη. Μοιάζουν τόσο μακρινά όλα αυτά. Λες, εφτά κιόλας χρόνια. Κάνω μια πρόχειρη περιδιάβαση. Κάποτε ελπίζαμε, γελούσαμε, οργιζόμασταν, τώρα όλα μου μοιάζουν αγαλματάκια ακούνητα. 
Για να ξέρεις, ούτε κι εγώ αντέχω. Από καιρό τα έχω φτύσει. Φορές φορές βαριέμαι αφόρητα, άλλοτε πάλι αγανακτώ. Αλλά είναι ανοιχτό παράθυρο, δεν θέλω να το κλείσω.   Θα είμαι εδώ για να (σε) περιμένω. 

Σε φιλώ κατακούτελα. 

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Επιμύθιο


Έχω κάτι μήνες τώρα που προσπαθώ να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά, να ξαναπιάσω το κουβάρι από την αρχή γιατί με ζόρισε πολύ ετούτος ο Λαβύρινθος που μου έλαχε τελευταία, πολλές στροφές, χαοτικές κατηφόρες, απότομες ανηφόρες, καταβόθρες, χοάνες, στενά περάσματα, κοφτερούς βράχους που μου ξεσκίζουν τα ρούχα, το μυαλό και το δέρμα.
Έχω κάτι μήνες τώρα που αγωνίζομαι να ανασάνω, κάθε μέρα κι από λίγο, μου λείπει  το οξυγόνο, έχω χάσει κομμάτια μου, γυρνάω λειψός τα βράδια σπίτι, ούτε να γράψω τίποτα μου βγαίνει, ούτε να μιλήσω μπορώ, ύπνος και ξύπνιο ένα και το αυτό, αλλά δεν βαρυγκομώ, δεν απελπίζομαι, δεν τα παρατάω κι ούτε αφήνω κανέναν δικό μου να το κάνει, μελίσσι γύρω μου το «κάθε μέρα», αλλά να, έχει κούραση μεγάλη ο καιρός μου φίλε, ζορίζομαι.
Πολύ.

Είναι και που μου την έφερε και η «κληρωτίδα» που έγραφε κάποτε κι ο Σιμώτας, που στην περίπτωσή μου  σημαίνει δηλαδή, πως εκεί που έλεγα μερικούς μήνες πίσω -πριν μου σκάσει στο κεφάλι ετούτο το τελευταίο καλοκαίρι με όλα του τα βάρη και τις ισοπεδωτικές του καταστάσεις-  οτι θέλω αποφόρτιση· αποφορτίστηκα εντελώς, τι να λέμε τώρα;
Είναι και που είχα την έντονη αίσθηση πως οι καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία έφεραν το πλήρωμα του χρόνου για κάποιους από εμάς, για να θρηνήσουμε επιτέλους την εφηβεία μας και που να τελικά έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα την φόρεσα καπέλο την σοφιστεία μου, αφού όπως αποδείχτηκε λειτούργησε πάνω μου σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Έλεγα που λες πολλά, σκεφτόμουν κι άλλα τόσα και τελικά μου έκατσαν όλα τα απίστευτα και τα απίθανα, όλα μαζί.
Γι’ αυτό και διαφαίνεται ως σοφή επιλογή τελικά το να μην λες πολλά. Σε όλα τα θέματα.
Γι’ αυτό και τελευταία δεν μιλάω, βλέπω μονάχα και ακούω.
Ξαναμαθαίνω πολλά.

Προσωπική είναι η ανάρτηση, δεν υπονοεί, ούτε αναφέρεται, ούτε θέλει να έχει καμία σχέση με όλα αυτά που γίνονται τώρα γύρω μας, αφού δεν εκπλήσσομαι με τίποτα από αυτά, ούτε καν με εκείνους που πέφτουν από τα σύννεφα, που δεν ήξεραν, δεν έβλεπαν, δεν καταλάβαιναν. Μου έλαχε να είμαι από εκείνη την φουρνιά που τα φώναζε αυτά εδώ και τριάντα χρόνια, αλλά μάταια.
Ας είναι, η Ιστορία, βρίσκει πάντοτε τον τρόπο της να προχωράει. Πάντα.
Δεν ξέρω τι θα γίνει τελικά, δεν ξέρω τι θα μας ξημερώσει αύριο, ούτε τι μορφή θα έχει, δεν ξέρω καλά καλά αν θα υπάρξει αύριο, ούτε και σε ποια θέση και σε τι κατάσταση θα μας βρει.

Εκείνο που σίγουρα ξέρω και που είναι ο λόγος που γράφτηκε αυτό το κείμενο, είναι πως ο «Vlaxos» νοιώθει πως έπαψε να υπάρχει πια. Τα στοιχεία που τον γέννησαν και τον χαρακτήριζαν αποτελούν πια ένδοξο παρελθόν, έχουν μείνει πλέον κρεμασμένα ψηλά, στα κλαδιά της βελανιδιάς και στα ελάτια, εκεί πάνω από τα 1200 μέτρα, κάπου στα Άγραφα, εκεί ακριβώς που θα έπρεπε δηλαδή.
Αυτό που απέμεινε και προσπαθεί να ανασάνει, χωρίς κάπα, χωρίς μάσκα, χωρίς μαύρα γυαλιά και χωρίς ηλεκτρονικά φτιασίδια, λογοτεχνικές φανφάρες και ποιητικές περικοκλάδες, είναι μονάχα ο Σπύρος, ο «πολλά πρώην και ελάχιστα νυν» που προσπαθεί να βρει τα βήματά του, να πατήσει λίγο σταθερότερα στο σαθρό έδαφος που του έλαχε, να κάνει ειρήνη με το μέσα του, να ισορροπήσει τα απ’ έξω του και να αποδεχθεί την εύθραυστη φύση των πραγμάτων.

Παίρνω λοιπόν άδεια με ανοιχτή ημερομηνία λήξης.
Χάρηκα πραγματικά που γνώρισα κάποιους από εσάς και για όλα εκείνα τα όμορφα σχόλια των αγνώστων και επισκεπτών στις αναρτήσεις μου, που έθρεφαν τον εγωισμό και την ματαιοδοξία μου.
Σας ευχαριστώ όλους και όλες και ιδιαίτερα τον φίλο μου τον Πάνο που μοιραστήκαμε ετούτο το κονάκι για επτά και βάλε χρόνια
Να προσέχετε παίδες,
που είναι ο κόσμος μας μικρός / κι όλο μικραίνει διαρκώς / κι ο χρόνος που αναλογεί/ είναι κι εκείνος δανεικός


Ίσως τα ξαναπούμε κάποια στιγμή, ίσως εδώ, ίσως αλλού, ίσως αλλιώς

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Στασίδια

Γνωστό τοις πάσι.

Ότι έχει παρέλθει ο καιρός τους. 


Ίσως μάλιστα να μην υπήρξαν ποτέ - τουλάχιστον όπως τους εννοούμε.  


Θρυλικούς κι απροσπέλαστους. 

Μιλάω για τους ήρωες. 

Ούτε θυμάμαι πόσες σελίδες ξόδεψα. 

Για να με απομαγέψω απ' την αχλή τους. 

Αλλά τώρα που νιώθω την ιστορική μου μοναξιά να σφίγγει.

Αρχίζω να εκτιμώ τα σκοροφαγωμένα στασίδια.

Στην παλιά βουλγάρικη εκκλησία του χωριού μου.





(Με αφορμή μια επέτειο)








Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Το αντιφασιστικό προσωπείο


Είναι γνωστό το πογκρόμ του 1916 εναντίον των προσφύγων, που κατέφευγαν στην Ελλάδα για να γλιτώσουν από τη γενοκτονία των Τούρκων, αλλά και εναντίον των Ελλήνων των νέο-απελευθερωμένων περιοχών, όπως η Κρήτη. Η εγχώρια Κου Κλουξ Κλαν της εποχής εκείνης ήταν οι περίφημοι «Επίστρατοι». Οι παρακρατικοί αυτοί εκτέλεσαν μεταξύ 19 και 23 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου 20 πρόσφυγες κοντά στο φθισιατρείο «Σωτηρία» με την δήθεν κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ των αγγλογάλλων. Και η τότε κυβέρνηση είχε δημιουργήσει στρατόπεδο προσφύγων στη Σούδα κατά το ανάλογο των σημερινών «κέντρων φιλοξενίας μεταναστών». Oι εγκλεισμένοι, που μεταφέρονταν από την Αθήνα, πέθαιναν κατά δεκάδες από διάφορες ασθένειες και πείνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το κεντρικό σύνθημα του συλλαλητηρίου του 1923 στους στύλους του Ολυμπίου Διός ήταν «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες» και αφορούσε τους τραγικούς μικρασιάτες. Ο Γεώργιος Βλάχος τους χαρακτήριζε «προσφυγική αγέλη», ενώ ο Ν. Κρανιωτάκης, εκδότης του «Πρωινού Τύπου», ζητούσε εν έτει 1933 να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορούν κίτρινο περιβραχιόνιο(ανάλογο με αυτό που φόρεσαν οι ναζί στους Εβραίους)ώστε να τους αποφεύγουν οι γηγενείς! Ακόμη και τα εργατικά σωματεία ήταν εναντίον των μεταναστών. Έτσι, το 1914 το Εργατικό Κέντρο Αθηνών με ψήφισμά του απευθυνόταν σε όλα τα εργατικά σωματεία της Ελλάδας, και ζητούσε «να μην επιτρέπηται εις τους πρόσφυγας να εργάζονται εις τας εργασίας εντοπίων εργατών…»! Ο χειρότερος εχθρός των μεταναστών είναι το εγχώριο «προλεταριάτο», καθώς το τελευταίο έβλεπε στο πρόσωπο των πρώτων τον προηγούμενο εαυτό του. Αλλά η σύγκρουση με τους μετανάστες(εμφύλιος των «κάτω») είναι μία αρχαία μέθοδος για να μετατίθεται η σύγκρουση από την πρωταρχική αιτία της στη δευτερεύουσα. Η νομιμοποιητική βάση του «κοινωνικού πολέμου» είναι ότι για όλα φταίνε οι μετανάστες, αυτοί που μας παίρνουν τις… δουλειές. Στην πραγματικότητα, το σύστημα χρησιμοποιεί τους μετανάστες σαν εξιλαστήρια θύματα, σαν αποδιοπομπαίους τράγους για να κρύψει τη χρεοκοπία του. Το ίδιο και τις φασιστικές οργανώσεις. Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής έχουμε μία αντιμετώπιση κατά το ανάλογο των ΗΠΑ. Εκεί η κυρίαρχη ελίτ, οι περίφημοι ληστοβαρώνοι –βιομήχανοι και τραπεζίτες- που δρούσαν στη βάση της «νόμιμης παρανομίας», αφού χρησιμοποίησαν τη Μαφία για να τσακίσουν τις απεργίες των εργατών και να διαλύσουν τα συνδικάτα με τις «ραπτομηχανές Σικάγου»(τα αυτόματα όπλα των μαφιόζων), στη συνέχεια στράφηκαν εναντίον της. Αυτό επεδίωξαν και στο Πέραμα κάποιοι μεγαλοεργολάβοι αλλά και στον Πειραιά οι εφοπλιστές μέσω της ΧΑ. Η τελευταία έχει μικτά χαρακτηριστικά(Μαφίας και Κου Κλουξ Κλαν). Και στις δύο περιπτώσεις οι κρατικοί θεσμοί(αστυνομία, πολιτοφυλακή αλλά και οι θρησκευτικές οργανώσεις) συνδέονται ως συγκοινωνούντα δοχεία με τις παρακρατικές οργανώσεις. Αλλά, όπως στις ΗΠΑ η Μαφία και η ΚουΚλουξΚλαν απορροφήθηκαν από το σύστημα, έτσι θα συμβεί και στην Ελλάδα. Ενίοτε δε και ανάλογα με τις συνθήκες το «φασιστικό» φαινόμενο θα αφήνεται να εκδηλωθεί, αποκτώντας ξανά τα τρομοκρατικά χαρακτηριστικά του έτσι ώστε να αποτρέπει την αγανάκτηση του πληθυσμού να κινείται προς μία πραγματικά αντισυστημική κατεύθυνση. Όταν, όμως, θα τείνει να τεθεί εκτός ελέγχου, θα χτυπιέται καίρια και η κυρίαρχη τάξη θα παρουσιάζεται με το δήθεν αντιφασιστικό προσωπείο της, «ξεπλένοντας» τη φασιστική πρακτική της(ανεργία, εξαθλίωση, στέρηση ανθρώπινων δικαιωμάτων)...
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου, gpapaso.blogspot.com

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Σαμαράς ή τανκς

Άνοιξε με το "Καραμανλής ή τανκς" και κλείνει με το "Σαμαράς ή τανκς". Σαράντα χρόνια μεταπολίτευσης για να ξαναβρεθούμε στα ίδια αδιέξοδα διλήμματα.



Αλλά όσοι εκ νέου ενορχήστρωσαν την ιστορική αυτή παρωδία, προκειμένου να υποδυθούν το ρόλο του εγγυητή της δημοκρατικής τάξης, που οι ίδιοι ποικιλοτρόπως υπονόμευσαν, λησμόνησαν τον αστάθμητο ρόλο του λαού. 



Που είναι - θέλω να πιστεύω ότι είναι - πιο ώριμος. Και θα μετατρέψει - θέλω να πιστεύω ότι θα μετατρέψει - τους πολιτικούς σχεδιασμούς τους σε κακόγουστο ανέκδοτο. 

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Οι αποχρώσεις του μαύρου

Αν δεν το έθρεψαν οι ίδιοι, πάντως το άφησαν. Το άφησαν να θεριέψει. Εδώ και χρόνια το έβλεπαν να θεριεύει, αλλά έκλειναν τα μάτια. Ενίοτε, έκλειναν το ένα μόνο μάτι. Συνωμοτικά. 
Τώρα τρέχουν. Τρέχουν να προλάβουν. Μέσα σε λίγες μέρες, έκαναν ό,τι θα έπρεπε να κάνουν τα τελευταία χρόνια.  
Κάτι είναι και αυτό. Δεν λέω. Θα μπορούσα μάλιστα να πιστέψω καλοπροαίρετα ότι κατανόησαν το λάθος τους. Έστω και αργά. 


Αλλά δεν είναι έτσι. 
Μέρες τώρα βλέπω με το μαύρο της Χρυσής Χρυσής να φωτίζει τη δική της ιδεολογική μαυρίλα, να ξεπλένει τα δικά της δημοκρατικά άλλοθι και να παίζει τα δικά της επικοινωνιακά παιχνίδια τούτη η κυβέρνηση. 
Υποδυόμενη τον εγγυητή. Εν μέσω πάντα των δύο άκρων. Ασφαλώς. 





Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Αυτοί οι στίχοι στον Παύλο Φύσσα που σκοτώσαν

Περνάει ο θάνατος
στους δρόμους της Ελλάδας
συμμορίες φασιστών
λυμαίνονται τη χώρα μου 
με την ψήφο των κατοίκων της 
τάγματα εφόδου 
σέρνονται σαν φίδια στη νύχτα
κι ο θάνατος κάνει παρέλαση. 
Βυθισμένος τώρα στο φως 
θα ταξιδέψει ο δολοφονημένος νέος 
τρέμοντας τα δάκρυά μου
θα είναι εσύ πάντα 
σε αυτή τη χώρα 
δολοφονούν την ομορφιά 
πάνω στο αίμα των αθώων 
κι άλλο αίμα ρέει 
γυρνώντας επιδέξια το μαχαίρι 
στον μυ της καρδιάς 
ο θάνατος παρελαύνει στον κόσμο 
μαζί του σέρνοντας σαν φίδια στη νύχτα 
τα τάγματα εφόδου. 
Βυθισμένος τώρα στο φως 
θα ταξιδέψει ο σκοτωμένος νέος 
τρέμοντας τα δάκρυά μου 
θα είναι εσύ 
με τσακίζει η χώρα μου 
μέχρι θανάτου 
εδώ και δεκαετίες
ο υφέρπων φασισμός - 
η ασχήμια με τσακίζει 
Ναζή Χατζημωυσιάδου, 18.09.13

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Κάπου υπάρχει ένα όριο, ξέρεις...

ΚΑΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΟΡΙΟ, ξέρεις....
Και ο Νεκρός και ο Απολυμένος, που είναι Ζωντανός Νεκρός, θέλουν κι ΑΥΤΟΙ την ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ και την ΔΙΚΑΙΩΣΗ του Αγώνα τους.....

ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ στο μαθητή που έχει ΔΙΚΑΙΩΜΑ στην Μαραθώνια Εξεταστοκεντρική Μόρφωση ή σε δεύτερο πλάνο επιλογής: ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ.
ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ στο γονιό που δεν μπορεί να πληρώνει φροντιστήρια για τις ώρες που χάνονται.
ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ στον πολίτη που ενοχλείται με τις συγκεντρώσεις, τα πανό, τις δημόσιες ομιλίες, τα συνθήματα, την παρεμπόδιση της κυκλοφορίας.
ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ στο Δάνειο που διαμαρτύρεται.
ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ στην Τράπεζα που δεν μπορεί να περιμένει.
ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ στο Συνάδελφο που σταμάτησε την απεργία.
ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ στον Βουλευτή που αναγκάζεται να ψηφίσει διατάξεις για να μην χάσει τη θέση του.
ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ στην Κυβέρνηση που θα αναγκαστεί να υπογράψει κι επόμενο μνημόνιο για να ΜΗΝ δηλώσει η χώρα πτώχευση.
ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ στον φασίστα που το Σύστημα του οπλίζει το χέρι.

ΚΑΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΟΡΙΟ, ξέρεις....

Και ο Νεκρός και ο Απολυμένος, που είναι Ζωντανός Νεκρός, θέλουν κι ΑΥΤΟΙ την ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ και την ΔΙΚΑΙΩΣΗ του Αγώνα τους.....

και θα μου πεις: 

μα ΚΑΝΕΙ ΑΓΩΝΑ ο ΝΕΚΡΟΣ;...
ΜΗΝ σου πω πως ΑΥΤΟΣ κάνει τον μεγαλύτερο ΑΓΩΝΑ μέσα στις Συνειδήσεις ΟΛΩΝ μας!!!....
---------------------------------------------------
ΚΑΤΑΝΟΩ, Φίλε μου, πως είναι Ζόρικες πλέον οι Αποφάσεις...

Στο Μαύρο πρέπει να στάξεις πολύ ΦΩΣ από ΨΥΧΗ για να γίνει, έστω, Γκρι..


Τάσος Κάρτας, http://ta4mx.blogspot.gr/