Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ένας χρόνος ακόμη



Ένας χρόνος καρυοθραύστης
έσπασε τα τσόφλια της καθημερινότητάς μας βίαια
κι έσπρωξε τη ψύχα μας να κυλήσει ξεψυχισμένη
μετρό Αιγάλεω-Σύνταγμα-Ακαδημίας-Πανεπιστημίου-Εξάρχεια και πάλι πίσω
με τις μάσκες στην τσέπη και την τσέπη άδεια από όνειρο
Όλο και πιο άγνωστος, μέρα με τη μέρα

Ένας χρόνος που μας πλήρωσε με τους τόκους
των επενδύσεών μας τον αέρα τον κοπανιστό
που έκανε την σύγχυσή μας ένδεια, ανέχεια και απουσία
έδεσε το μυαλό μας δισάκι στον ώμο και πάει

Έκανε τους δρόμους μας πόνους και τις σκιές μας πιο μοναχικές
τις μουσικές μας ακόμη πιο παλαιότερες ακόμη κι απ’ τα λόγια μας τα αρχαία
υπολείμματα χθεσινά, αυριανά αζήτητα
κι έδωσε τα στοιχειωμένα μας στις μορφές των αόρατων που ψάχνουν στους κάδους
για ύπαρξη
κι η δικιά μας η ανυπαρξία τρέχει αλαφιασμένη πάνω κάτω
μπας και περισώσει έστω ένα άλλοθι

Ένας χρόνος άμυνα, ένας χρόνος θολούρα κι άρρωστη υπομονή
Κοιτάζω την μαυρίλα να ανεβαίνει από τις καμινάδες
και τα μπαλκόνια με τα σβηστά λαμπιόνια να βαριανασαίνουν κάπνα
και είμαι σίγουρος πια·
η ρωγμή του συστήματος που λέγαμε κάποτε να βρούμε
μας βρήκε αυτή κι έχω την αίασθηση πως μου την έχει στημένη
Κι ετούτος ο χρόνος που έρχεται, γεμάτος πληρωμές θα είναι, να το θυμηθείς
Όλων των μορφών

Δεν έχω με τι άλλο να αμυνθώ·
στο ταμπούρι του εγωισμού μου, όσα των αναγκών μου βόλια προλάβω να φτιάξω,
θα τα ρίξω
σε στόχους επιλεγμένους και σε ολόσωμους καθρέπτες θα τα κοπανήσω
κι ότι κάτσει
κι αν δεν μου βγει κι αυτό, τουλάχιστον προσπάθησα
γιατί δεν υπάρχουν τσάμπα δάκρυα φίλε
Ποτέ...

Καλή χρονιά παίδες…



Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Ψήφισμα

Αντιγράφω: 



Η είδηση:
“Ήταν Σάββατο 21 Ιουλίου, τα μεσάνυχτα, όταν ο Πέτρος Καπετανόπουλος άκουσε φωνές στην γειτονιά του, στον Κολωνό. Μόλις είχε βάλει για  ύπνο το μικρό παιδί του και είπε στην σύζυγό του ότι θα κατέβει να δει τι συμβαίνει. Κατεβαίνοντας είδε πέντε άνδρες της ομάδας ΔΙΑΣ να έχουν συλλάβει έναν μετανάστη, ενώ ένας εξ αυτών είχε το πόδι του πάνω στην κοιλιά του συλληφθέντα. «Γιατί το κάνετε αυτό; Τον συλλάβατε, δεν χρειάζεται βία», τους είπε. Τότε εκείνοι του εξήγησαν ότι δεν τον πατάνε και έκαναν βίαιη επίδειξη πατώντας με δύναμη ξανά τον μετανάστη. «Αυτό σημαίνει τον πατάμε», του είπαν. Ο ίδιος επανέλαβε ότι πρόκειται περί βασανισμού ήδη συλληφθέντος. Το αποτέλεσμα ήταν να συλληφθεί και ο ίδιος. Ο εισαγγελέας του απέδωσε κατηγορίες για «αντίσταση κατά της αρχής», για «ψευδή ανωμοτί κατάθεση», για «απόπειρα απόσπασης κρατουμένου» και για «απλή συνεργία σε ληστεία», κάτι που αποτελεί κακούργημα. Ο Πέτρος Καπετανόπουλος κινδυνεύει να μείνει μέχρι και τέσσερα χρόνια χωρίς εισόδημα καθώς είναι δημόσιος υπάλληλος, και αυτοδικαίως τίθεται σε αργία όταν έχει παραπεμφθεί για πράξη κακουργηματικού χαρακτήρα. Σήμερα πραγματοποιήθηκε συνέντευξη Τύπου, όπου ο δικηγόρος του κ. Καπετανόπουλου παρουσίασε την νομική κατάσταση του πελάτη του, ενώ εκπρόσωποι από κόμματα, φορείς, συνδικάτα και οργανώσεις δήλωσαν αλληλεγγύη και υποστήριξη ενώ έκαναν λόγο για «ένα κράτος που θέλει να μην ενδιαφέρεται κανείς για τον πλησίον του»”
(Περισσότερα στο άρθρο, του tvxs.grΠως μια πράξη συμπαράστασης εξελίσσεται σε κακούργημακαι στο Ελεύθερος ο Πέτρος Καπετανόπουλος, αλλά κατηγορούμενος πλέον και για συνέργεια σε ληστεία”)





Στο ιστολόγιο yperkapetanopoulou.wordpress.com έχει αναρτηθεί το παρακάτω ψήφισμα συμπαράστασης προς συλλογή υπογραφών: 


 Το κείμενο διαμαρτυρίας:
Απαιτούμε να αποσυρθούν όλες οι άδικες κατηγορίες, να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη απέναντί του και η δημοκρατία.
Όλη η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε να διαδηλώσει ενάντια στον ένστολο φασισμό κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπό μορφήν κάθε είδους βασανισμού, κακοποίησης ή εξευτελισμού. Να βάλει δικηγόρους, τον ΟΗΕ, τη διεθνή αμνηστία, και όλους όσοι υποστηρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα να θέσουν αντίθετα στο… σκαμνί εκείνους που τολμάνε να φέρονται αυθαίρετα και φασιστικά με οποιονδήποτε τρόπο, επειδή είναι ένστολοι… εξουσίας.
Ζητήματα που αφορούν όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και τη διεθνή κοινότητα.
Ο πολίτης Πέτρος Καπετανόπουλος υποστήριξε έμπρακτα τη δικαιοσύνη. Έδρασε ενάντια στον φασισμό και την αδικία, υποστηρίζοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Κι  αυτή τη στιγμή είναι κατηγορούμενος γι αυτό ακριβώς! κινδυνεύοντας να χάσει για 4 χρόνια το μισθό του, λόγω τού ότι είναι δημόσιος υπάλληλος, ενώ κατηγορείται άδικα για κακούργημα!
Και όλα αυτά επειδή διαμαρτυρήθηκε για μία, ουσιαστικά φασιστική πράξη, που είδε να συμβαίνει μπροστά στα μάτια του, και αντέδρασε υπέρ της ανθρωπιάς και της δικαιοσύνης.
Αν λοιπόν θέλουμε να λεγόμαστε υποστηρικτές του, πολίτες, δημοκράτες αλλά και άνθρωποι!, πρέπει να τον υποστηρίξουμε έμπρακτα επίσης.
Είμαστε ενάντια στον φασισμό, και φασισμός δεν είναι μόνο ο ναζισμός, αλλά και η κακοποίηση κάθε είδους και κάθε μορφής, όπως και η αδιαφορία!
Υπογράφουμε υπέρ της άμεσης αποφυλάκισης του Πέτρου Καπετανόπουλου και της άρσης όλων των κατηγοριών εναντίον του.
Απαιτούμε να αποσυρθούν όλες οι άδικες κατηγορίες, να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη και η δημοκρατία.
Έλληνες πολίτες



Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Αντί ευχών

Κάτι παραπάνω από απλή συγκίνηση. Διαδοχικά ρίγη, κάτι σαν ηλεκτοσόκ. Τελικά, αξίζει να πιστεύει κανείς. Να πιστεύει στον άνθρωπο και να αγωνίζεται για τον άνθρωπο. Γιατί υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που αξίζουν. 

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Καταστροφολογίες

Είναι 1:13μμ τώρα που ξεκινώ να γράφω κι ακόμα δε συνέβη τίποτα, ούτε κύμα ούτε φωτιά ούτε σεισμός. 
Κηρύσσω λοιπόν επισήμως λήξη συναγερμού.

Το τέλος αναβάλλεται, όπως έγινε τόσες και τόσες φορές στο παρελθόν, αλλά καθόλου δεν πειράζει.
Είμαι βέβαιος ότι κάποια άλλη ημερομηνία θα οριστεί, για να εκφραστεί η μαγική επίδραση που ασκούν πάνω μας οι αριθμοί ή να ανακουφιστούν οι ενοχές του μαζικού υποσυνειδήτου ή να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη ή να έχουν θέμα τα τηλεοπτικά μεσημεριανάδικα ή να τα οικονομάνε οι αστρολόγοι και οι προφήτες. 
Στο μεταξύ είμαστε αναγκασμένοι να συνεχίζουμε τη ζωή μας με τα καθημερινά κύματα, τις καθημερινές φωτιές και τους καθημερινούς σεισμούς: άνθρωποι που αυτοκτονούν, λαθρομετανάστες που πνίγονται, εργάτες κι υπάλληλοι που απολύονται, μαθητές που πεινάνε, λογαριασμοί που μένουν απλήρωτοι, φασίστες που θα σώσουν τη χώρα, ο Σαμαράς που ανακηρύσσεται πρωθυπουργός της χρονιάς. 
Και τώρα που το σκέφτομαι λέω ότι ίσως να ήταν μια κάποια λύση η 1:13μμ της 21.12.2012.  Δεν μπορώ λοιπόν παρά να περιμένω για το 2023. Απ' ό,τι πληροφορούμαι η καταστροφή μετατίθεται για τότε.

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Ποιος είπε ότι δεν είναι ελέφαντας;


Αδίκησες το γιο μου στη βαθμολογία ή ξέχασες να υπογράψεις το δελτίο απουσιών ή άργησες πέντε λεπτά στο μάθημα. Υποβάλλω  λοιπόν έγγραφη αναφορά σε βάρος σου και, αν κινηθεί ένορκη διοικητική εξέταση, η προβλεπόμενη συνέχεια κατά την υπ' αριθμόν Φ. 277 / 412 / 144706 / Δ2 / 19-11-2012 εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας, θα είναι να τεθείς σε αναγκαστική αργία, έως ότου τελεσιδικήσει αθωωτική απόφαση πειθαρχικού οργάνου. 
Έτσι ακριβώς. Να τεθείς σε αναγκαστική αργία. Στο μεταξύ ακόμη και αν είσαι ολοφάνερα αθώος, θα έχεις να αντιμετωπίσεις όχι μόνο την ψυχική ταλαιπωρία και την οικονομική δαπάνη της πειθαρχικής δίωξης αλλά και το στίγμα του ενόχου στα μάτια των συναδέλφων, της διοίκησης και της κοινωνίας, ενώ θα προσπαθείς να συντηρήσεις την οικογένειά σου με το ένα τρίτο της μισθοδοσίας σου. 
Το μέτρο είναι αποκαλυπτικό μιας λογιστικής των αριθμών που ζητάει επειγόντως δυο χιλιάδες κεφάλια φέτος και καμιά εικοσιπενταριά χιλιάδες κεφάλια του χρόνου, και γι' αυτό δεν διστάζει καθόλου να διαλύσει μαζί μ' ό,τι απέμεινε από τις δημόσιες υπηρεσίες και ό,τι απέμεινε από τον δικανικό μας πολιτισμό. Αναφέρομαι, βεβαίως, στο τεκμήριο της αθωότητας που δίνει πλέον τη θέση του στην καφκική συνθήκη του ότι όλοι είμαστε ένοχοι μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου, μ' ό,τι αυτό συνεπάγεται - ακόμη και όταν δεν ασκείται  πειθαρχική δίωξη - στη σχέση μας με τη διοίκηση ή στη συνδικαλιστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας.
Λίγο πολύ γνωστά είναι όλα αυτά και δεν θα τα 'γραφα, αν η εφαρμογή της εγκυκλίου δεν είχε στην περιοχή μου ένα φιλικό ονοματεπώνυμο.
Κωλύομαι να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, αφού κατά έναν τρόπο εμπλέκομαι και ο ίδιος.  Αρκούμαι μόνο να πω ότι  η περίπτωση του Παναγιώτη συνδέεται με τη γνωστή υπόθεση των σαράντα. Ίσως γιατί αρνήθηκε να υποδυθεί το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου. Ίσως γιατί επέλεξε να σταθεί όρθιος. 
Μέσα λοιπόν από την περίπτωση του Παναγιώτη, το νομοθετικό εξάμβλωμα Φ. 277 / 412 / 144706 / Δ2 / 19-11-2012 ορίζει ως ενδεδειγμένη στάση του εκπαιδευτικού το να νίπτει  τας χείρας του ενώ θα επιδίδεται σε βαθιές γονυκλισίες. 

Αμ δε.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Η ζωή ως αφήγημα








ΔΙΑΣΥΡΜΟΣ, Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης,
Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2012, σελ. 183

Στέκομαι στο έργο που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου, φιλοτεχνημένο από την Ελεάννα Μαρτίνου. Γεωγραφικός χάρτης μικρής κλίμακας της Καλλιδρομίου και των πέριξ, με τη γειτονιά των Εξαρχείων στην κορυφή, τους εκδοτικούς οίκους, το καφενείο, το μπαρ και την ταβέρνα σε θέση αναγνωριστικών σημείων του χώρου και το ανθρώπινο περιβάλλον διεσπαρμένο σε τρία σημεία του ορίζοντα υπό μορφή κολάζ προσώπων να ορίζει τη διάσταση της προσωπικής μνήμης.
Επιμένω γιατί, όπως είναι φυσικό, αναγνωρίζω πέρα από την αισθητική διάσταση και μια πολύ ενδιαφέρουσα αφηγητική λειτουργία. Και αν κάτι τέτοιο συμβαίνει σε κάθε εξώφυλλο, ή τουλάχιστον σε κάθε αξιοπρεπές εξώφυλλο λογοτεχνικού βιβλίου, που πυκνώνει, φωτίζει ή βαθαίνει την κυρίως αφήγηση και συντελεί στη διαμόρφωση του κλίματός της, δεν μπορεί παρά να συμβαίνει, και μάλιστα ακόμη παραπάνω, στον Διασυρμό του Μπαμπασάκη, όπου δεν βρίσκω να υπάρχει τίποτα “ατάκτως ερριμμένον”.
Αντίθετα, καθετί  – από τον τίτλο μέχρι τα παραθέματα, από τη φωτογραφία του συγγραφέα μέχρι το υποτιθέμενο σημείωμα της εκδότριας και από τις πληροφορίες της έκδοσης με την αναφορά στις τυπογραφικές διορθώσεις του ΓΙΜ μέχρι την οικογενειακή φωτογραφία των τεσσάρων προσώπων του οπισθόφυλλου – σχολιάζει την κυρίως αφήγηση ή σχολιάζεται από αυτήν, για να χωνευτεί οργανικά στο σώμα της σαν κομμάτι ενός ευρηματικού αφηγηματικού παιχνιδιού.
Γιατί περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Για ένα πανέξυπνο παιχνίδι, που με περιπαιχτική σοβαροφάνεια, χιούμορ, λυρισμό, ειρωνεία και αυτοσαρκασμό αίρει την απόσταση μεταξύ λογοτεχνίας και ζωής, πραγματικότητας και γραφής, αφήγησης και μετά-αφήγησης, συστήνοντας ή αλλιώς διασύροντας σε μυθιστορηματική μορφή τον χαρακτήρα του κεντρικού ήρωα Νίκου Βελή και μαζί με αυτόν, τον χαρακτήρα που κρύβεται πίσω του με τη μορφή του συγγραφέα, Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη.
Ιστορητής και ιστορούμενος ο Νίκος Βελής από τον ιστορητή και ιστορούμενο Γιώργο Ίκαρο Μπαμπασάκη, δεν καταδέχεται, όπως σταθερά επαναλαμβάνει, να γράψει για ό,τι δεν έχει ζήσει και γι' αυτό παίρνει το λόγο όχι μόνο για να αρχίσει μια αφήγηση για τη ζωή του, αλλά και για να συνεχίσει τη ζωή του μέσα από μια αφήγηση, που μιλάει με το αφιονισμένο πάθος και τη φρενιασμένη ένταση της αμερικανικής γενιάς των μπιτ συγγραφέων για τις λέξεις, τα βιβλία, τους έρωτες, τους φίλους, τη λογοτεχνία, τη μουσική, το ουίσκι, τα τσιγάρα και, ασφαλώς, για την ίδια τη ζωή.
Σε 183 λοιπόν σελίδες ο συγγραφέας θύει με το ίδιο ακριβώς πάθος και με την ίδια ακριβώς ένταση σε ό,τι και σε όποιους αγάπησε, δηλαδή σε όσους, όπως σημειώνει στο οπισθόφυλλο “προσπάθησαν, και ακόμη προσπαθούν, να διατηρήσουν μια λάμψη μες στη μουντάδα, τη μελωδία ενός σφυρίγματος μες στον ορυμαγδό” την ώρα που “η Αθήνα είναι αιχμάλωτη μιας καλπάζουσας φθοράς” ενώ “η κουτοπονηριά έγινε ηγεμονία και οδηγήθηκαν στο περιθώριο η Φιλία, η Ευγένεια, η Αγάπη, η Αξιοπρέπεια”.
Ωστόσο, αυτή η μουντάδα, αυτός ο ορυμαγδός, αυτή η καλπάζουσα φθορά δεν βλέπω να αναδεικνύονται όσο θα ήταν αναγκαίο για να δικαιολογηθεί πλήρως η πρόθεση του συγγραφέα. Η κυρίως αφήγηση, μένοντας, για να επανέλθω πάλι στο εξώφυλλο, στην οδό Καλλιδρομίου με τα στενά, το μπαρ, το καφενείο, τους εκδοτικούς, τη γειτονιά των Εξαρχείων στην κορυφή της και το κολλάζ των τριών προσώπων, φαίνεται να λησμονεί τον έξω κόσμο, έστω και αν τα βέλη των δρόμων επιμένουν να δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση.
Πρόκειται για την εγγενή λογοτεχνική αδυναμία που κουβαλάει και η αμερικανική γενιά των μπιτ συγγραφέων, που για να προστατευτεί από τη διαβρωτική επίδραση του έξω χώρου, κλείστηκε τόσο πολύ στον εαυτό της, ώστε να φτάσει μέχρι τα όρια ενός αυτάρεσκου λογοτεχνικού αυτισμού, υμνώντας έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, που προϊόντος του χρόνου ξέχασε απέναντι σε τι και γιατί εγέρθηκε, για να αναλωθεί σε μια επανάσταση της καθεμέρας, που κάθε μέρα όμως έφθινε δια της επανάληψης και της έλλειψης προοπτικής.
Αλλά έστω και έτσι, το βιβλίο δεν χάνει ή, για να είμαι πιο ακριβής, το βιβλίο κερδίζει τόσο πολύ με την ευρηματικότητα της αφήγησης, το παιγνιώδες πάντρεμα λογοτεχνίας και ζωής, την ειλικρίνεια του ύφους και το “εμβατηριακό μένος”, όπως πολύ παραστατικά χαρακτηρίστηκε από τον Παπαγιώργη, της γραφής του Μπαμπασάκη, ώστε η όποια απώλειά του να μην βαραίνει σοβαρά το τελικό αποτέλεσμα.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Δάσκαλε που δίδασκες από καθέδρας όλα αυτά που δεν μπόρεσες να ζήσεις



Ένα εξαιρετικό κείμενο για όσους καμωνόμαστε τους γραφιάδες. Του Κωστή Παπαγιώργη, αλιευμένο από εδώ:    


Όταν πασχίζει κανείς να εκφραστεί, το μέγιστο εμπόδιο είναι η παιδεία του.
Όσα του μάθανε. Όχι τόσο επειδή η προσωπική έφεση μπορεί να αντιβαίνει στα καθεστώτα διδάγματα, αλλά κυρίως επειδή η συστηματική μόρφωση καταδικάζει τις περισσότερες φορές σε ατροφία και σκολίωση αυτήν ακριβώς την ενδιάθετη τάση.
Η παιδεία που επιδαψιλεύεται αφειδώλευτα δημιουργεί κάτι τερατώδες: άτομα με συγκρότηση, αλλά χωρίς κλίση, μήτρες που πάσχουν απλώς από ανεμογκάστρι. Αλλά χωρίς την κλίση και την αληθινή «σύλληψη», τη φλέβα με άλλα λόγια, καμιά δουλειά δεν γίνεται στην εντέλεια. Χρειάζεται κανείς τύχη, τύχη και ατυχία μαζί, για να μπορεί να ζει το θέμα του και όχι να το αναπτύσσει καθ’ υπαγόρευση, να γράφει από δική του ορμέφυτη ανάγκη και όχι από φιλολογικό κούρδισμα – επειδή, τζάνεμ, το πολύ διάβασμα φέρνει και το πολύ γράψιμο-. πράγματα όλα αυτά που ευτυχώς δε διδάσκονται και ούτε ήταν ποτέ δυνατό να διδαχθούν και να μεταδοθούν.
Η καθεστηκυία εκπαίδευση, που σε αρπάζει από το βυζί της μάνας σου και εξ απαλών ονύχων σε υποτάσσει στη μούλα της δεοντολογίας της, κατορθώνει τελικά το αντίθετο του επιδιωκομένου. Αντί να αβγατίσει αυτό που είσαι, να επεκτείνει το σπιτικό σου, σε ξεσπιτώνει και σε βγάζει στους δρόμους ζήτουλα στις ξένες πόρτες. Όσο κι αν προσπαθεί, ο σπουδασμένος δεν μπορεί να σβήσει την εντύπωση ότι τα ’χει λίγο χαμένα, ότι δουλεύει σε ξένο νοικοκυριό, ότι είναι τέλος πάντων λιγάκι «πουλημένος». Υπάρχει ένα πανεπιστημιακό Εγώ, αληθινό λίνο ψυχασθενειών, που εξαγοράζεται με πολύχρονα βάσανα (γιατί τα βιβλία αντιστέκονται – δε χαρίζονται σε κανέναν) και γκρεμίζεται πάλι με κοπιαστικές προσπάθειες.
Όσο για την καταστροφή, τη μεταστροφή για να ακριβολογούμε, δεν αφορά τόσο τις γνώσεις μας, που βρέξει χιονίσει διατηρούν το κύρος τους, αλλά τον καταπονημένο δέκτη ο οποίος, παιδί της γονυκλισίας μέσα στη κεχηνώσα παθητικότητά του, κάνει χρόνια για να βγει (αν ποτέ αξιωθεί) την όρθια στάση, τη δική του ξεχασμένη και αδικημένη φωνή και συνακόλουθα την τόλμη να περιγελάσει το κονκλάβιο, να φτύσει επιτέλους και μια φορά στο πλούσιο πιάτο που του προσφέρουν, να αποφανθεί δηλαδή όχι για το ένδοξο και τρισένδοξο αέρα που καβούρδισε επί δεκαετίες μέσα στις βιβλιοθήκες, όχι για τις δάνειες έγνοιες που του μεταμόσχευσαν με το στανιό για να τον μασκαρέψουν σε θλιβερό Doctus cum libro, αλλά απλούστατα – και το απλό είναι περίπλοκο- για το φτωχό του σαρκίο, το μόν αληθινά δικό του πράγμα.
Ανέκαθεν ο διχασμός και το διαγούμισμα του σπουδαγμένου αποτελούσε θέμα κατάλληλο για κωμική εκμετάλλευση. Δε γελιέται ο άνθρωπος του δρόμου που τον κοιτάζει με λοίδωρη συγκατάβαση και τον θεωρεί ικανό για τη μάθηση αλλά γκαβό στη ζωή. Λες και η ζωή –η μόνη που διδάσκει- είναι το τελευταίο που λογαριάζεται.
Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε ότι διαβάζει κανείς ένα περισπούδαστο σύγγραμμα για τη «μεταφορά» (που δεν είναι βέβαια ρητορικό σχήμα, αλλά ατόφια ζωή, εφόσον δεν είναι στο χέρι του καθενός να πει, πρώτος αυτός και από δικά του, για έναν θαρραλέο άνδρα ότι «έχει άντερα» και για μια θελκτική γυναίκα ότι είναι «ζαργάνα») και κατόπιν, όταν γνωρίζει το συγγραφέα του, βλέπει έναν βλαροτζίτζικα που όχι μόνο έγραψε τα σπουδασμένα, αλλά αδυνατεί –ω του θαύματος- να ψελλίσει ένα κάποιο μεταφορικό σχήμα.
Το χωριό δε θέλει κολαούζο: είναι ψεύτης, μαϊμού, ζει με ξένα λεφτά, δε βγάζει το ψωμί του, τα όσα αραδιάζει δεν είναι προσωπικό του πρόβλημα αλλά δοτή μονέδα. Και ο Καντ είχε την ευγένεια να πει ότι στο άκουσμα του αηδονιού σωπαίνουμε με αγαλλίαση, μόλις όμως αντιληφθούμε ότι δεν είναι αληθινό, παύει να μας αρέσει. Και όντως παύει, γιατί έχουμε μιαν ορμέφυτη ροπή προς το πηγαίο και το αυτοφυές. Αν μάλιστα θέλουμε να κάνουμε ένα βήμα στον γκρεμό, θα λέγαμε ότι προτιμάμε ακόμα και το βουβό αηδόνι που είναι όμως αηδόνι, καταηδόνι, από την οσοδήποτε πετυχημένη απομίμησή του. Τη μαϊμού κανείς δεν την θέλει. Κι όμως οι μαϊμούδες πληθαίνουν σαν τα κουνέλια.
Γνωστός Βορειοαμερικανός γελωτοποιός, ο Τζέρι Λιούις, σε μια στιγμή της σταδιοδρομίας του διέπραξε το εξής απαράδεκτο σφάλμα: ενώ ενσάρκωνε πάντα τον απροσάρμοστο νεανία που πέφτει σε μύριες γκάφες επειδή δεν καταφέρνει να ακολουθήσει τους κανόνες της ορθόδοξης συμπεριφοράς –εξού και η κωμικότητα- αίφνης, Κύριος οίδε γιατί, του μπήκε η ιδέα να παραστήσει έναν κανονικότατο άνθρωπο που είχε όμως την ικανότητα να καμώνεται τον μπούφο. Το αποτέλεσμα ήταν απερίγραπτα λυπηρό. Ό,τι πρωτύτερα ήταν πηγαία αντίδραση, αηδόνι δηλαδή, σάρκα και αίμα, στη συνέχεια κατάντησε υποκριτικό χαριτολόγημα. Ο κωμικός είχε χαθεί. Είχαμε πλέον έναν άνθρωπο που έκανε το γελοίο, δεν ήταν. Καμώματα δηλαδή, τεχνάσματα και ψεύδη κατά παραγγελία και κατά συνθήκη.
Μπορεί, μολαταύτα, τα ψεύδη να διατηρούν την αξία τους, αλλά ο κόσμος στρέφεται ενστικτωδώς προς το πηγαίο. Τον αρκουδιάρη τον θέλεις αρκουδιάρη, δεν μπορείς να σκέφτεσαι ότι είναι υπάλληλος τραπέζης που τις ελεύθερες ώρες του βγάζει σεργιάνι την αρκούδα. Άμα είσαι, ό,τι κι αν είσαι, θα γίνεις εν τέλει αποδεκτός. Τον κακομούτσουνο για παράδειγμα, που όπου βρεθεί έχουν την άνεση να τον δείχνουν και να λένε μεταξύ τους χαμηλόφωνα: για δες το τέρας! όλοι τον δέχονται, έστω και αποστρέφοντας το πρόσωπο. Όλοι παραδέχονται το νάνο με το αφύσικο κεφάλι, την παχύσαρκη Σαρακίνα που σαν μετακινούμενο κήτος μεταφέρει την αλήθειά της. Αλλά από τον άνθρωπο που όλο βάφεται για να μη σκουριάσει και κουκουλώνεται με κάθε λογής περούκες τι να παραδεχθείς;
Ένας κύριος που από καθέδρας και ανιδρωτί διδάσκει όλα αυτά που δεν μπορεί να ζήσει, ο καθηγητής που αναλύει την κατηγορική προσταγή, τον ηθικό νόμο, την αθανασία της ψυχής και δυο στενά παρακάτω παζαρεύει κατεργάρικα τα ραδίκια στο μανάβη, δεν είναι να πεις δόλιος ή απατεώνας. Του συμβαίνει κάτι πολύ χειρότερο. Δεν κατοικεί μέσα στα λόγια του. Επ’ ουδενί, δεν μπορεί να δώσει τον εαυτό του για παράδειγμα. Στην πραγματικότητα, άλλα λέει και άλλα κάνει, με άλλο κεφάλι διδάσκει και με άλλο κεφάλι ζει και, κατά βάθος, ούτε και ο ίδιος συνειδητοποιεί πώς κατάφερε να ενσαρκώνει αυτή την αλλόκοτη διπροσωπία, αυτή τη δικέφαλη ύπαρξη.
Οι πανεπιστημιακές επιτροπές που διανέμουν τα διπλώματα κατέχουν σε βάθος αυτό το πολύτιμο μυστικό. Όταν έχουν να προκρίνουν κανένα χειρουργό, κανέναν οφθαλμίατρο, κανέναν οικονομολόγο, του βγάζουν το λάδι στις εξετάσεις γιατί, δε θέλει και πολλή σοφία, ένας αδέξιος χειρουργός αποτελεί δημόσιο κίνδυνο, όπως άλλωστε κι ένας αδαής τραπεζίτης. Εξαιτίας ενός αλμπάνη οφθαλμίατρου ενδέχεται να χάσεις το φως σου, αλλά εξαιτίας ενός κακού θεωρητικού της αισθητικής –αν μπορεί να υπάρχει καλός σ’ αυτή την ανύπαρκτη δουλειά- ποιο φως θα στερηθείς; Ποιος κινδυνεύει από έναν καθηγητή της φιλοσοφίας που κάνει λάθη; Έτσι θα μπορούσε ν’ αρχίζει ή να τελειώνει ένα σταυρόλεξο για ανόητους.
Η αλήθεια των λόγων μας ανήκει μόνο αν την εξαγοράζουμε με το τομάρι μας. Σκαμπίλι άγνευτο δεν παίζεται. Αυτή είναι η μόνη στέρεη παιδεία. Κάποιος που υπηρετεί τις ιδέες του, που τολμάει να πάει στη σκηνή, να ανέβει στο βουνό – ε, αυτός είναι σαν τα λόγια του, τόσο σωστός και τόσο πλανημένος, πληρώνει τη νύφη με λεφτά παντελονάτα, άρα είναι φίλος και αποδεκτός. Αλλά πώς να γίνει φίλος ένας που φιλολογεί πάνω στην υποτιθέμενη αλήθεια του, που είναι ειλικρινής μόνο όταν πηγαίνει στους γιατρούς να εξεταστεί;
Δε δέχονται να δοκιμαστούν ως ασκούμενοι: αυτό είναι το απογοητευτικό με τους θεωρητικούς. Ένας δικηγόρος σπουδάζει μερικά χρόνια και στη συνέχεια, σαν να τελειώσουνε τα ψέματα, αρχίζουν τα αληθινά ψέματα της δουλειάς. Από τα κιτάπια και τη θεωρία κατέρχεται πια στο γκεζί. Αναγκαστικά περνάει από τη θεωρία στην πράξη, από τις διακηρύξεις στην πραγματικότητα. Αλλά ένας άκαπνος θεωρητικός πώς να περάσει στην πράξη; Κατεβάζοντας ως τ’ αυτιά τη τραγιάσκα του βιβλιογνώστη, μιλάει ασταμάτητα για παλάτια που δεν είδε.
Ο πλατωνιστής φερ’ ειπείν κόπτεται για το Σωκράτη, άνθρωπο της αγοράς, χωμάτινο και λάτρη του χειροπιαστού, που δε μίλαγε ποτέ στον αέρα, που δοκίμαζε τα πάντα στην ίδια του τη ζωή, και θα πρέπει να διαβούν χρόνια για να αντιληφθεί, μετά από άγονες δοκησισοφίες και ανάλατα φληναφήματα, ότι ουσιαστικά μιλάει για κάτι που τον αρνείται ριζικά. Ενώ αυτός κρύβεται πίσω από τα λόγια του, ο γιος του Σωφρονίσκου ό,τι ξεστόμιζε το έλεγε επειδή –όπως λέμε- το «έλεγε η καρδιά του». Και δεν είναι σύμπτωση ότι στα νέα ελληνικά αυτή η φράση δηλώνει θάρρος. Αν κάτι το λέει η καρδιά σου, θα σε βάλει σε κίνδυνο. Διαφορετικά η μόνη λύση είναι να μιμείσαι τον σελιδοδείκτη.
Εδώ άλλωστε φωλιάζει το πρόβλημα με την ερίτιμο αδελφότητα των εγγραμμάτων: δε γυρεύουν να εγκολπωθούν την όποια διδασκαλία τους, να την εκθέσουν στα κύματα της ζωής, τους αρκεί να γίνουν τζουτζέδες της. Πώς να μην καταντήσει ο κόσμος των γραμμάτων μασκαράτα και κάλπικο ανθρωπομάζωμα; Όταν ακονιτί διδάσκουν ό,τι άλλοι άνθρωποι κατάκτησαν με βάσανα, πώς να εκτιμήσουν τα βάσανα; Αυτοί μελετητές είναι, ορντινάτσες, μεταφραστές, διερμηνείς, πιστοί στο γράμμα. Φυλάνε τα ρούχα του νεκρού. Τίποτε άλλο.
Για όλη αυτή την επονείδιστη κουστωδία μία είναι η συμβουλή: πες αυτό που σε παιδεύει, μην ντρέπεσαι, φανού αυτός που είσαι, κάψε το ψευδοεγώ του πανεπιστημίου, πέτα τις βάτες από τους ισχνούς ώμους σου – πάψε να βρυχάσαι και να κάνεις το θηρίο.
Είναι τόσο μεγάλο το κακό που παθαίνουμε με τη μόρφωση, την παθητική πολυμάθεια και τους τίτλους, ώστε όταν η ζωή ζορίζει –τα κάνει αυτά- και τελειώνουν κάποια αστεία, όταν δηλαδή έχεις ανάγκη το μύχιο σου για να σταθείς στα πόδια σου, αυτό αποδεικνύεται τόσο θαμμένο, τόσο φωτόφοβο, ώστε πρέπει να ουρλιάξεις για να σε αφουγκραστεί. Με τους ξυλοδαρμούς δεν συμβαίνει τίποτα διαφορετικό. Μόλις δυο άνθρωποι αρχίσουν τα σπρωξίματα και τις ψιλές, αυτοστιγμεί κάνουν φτερά όλα τα επίθετα: γυαλιά, ψεύτικα δόντια, περούκες, γραβάτες, γιακάδες, ταυτότητες και αλυσίδες με σταυρούς, για να απομείνει μόνο ό,τι πραγματικά τους ανήκει: το αίμα τους και η αλαφιασμένη τους ανάσα.
Ενήμερος όλων αυτών ο Ρουσσώ, στα περί αγωγής των νέων, είναι κατηγορηματικός: όχι λόγια στους νέους, πράγματα μόνο, όχι θεωρίες και κούφιες ιδέες, αλλά ζωή. Όταν λοιπόν ένας υπερφίαλος μπούλης, χθεσινό αυγό με άλλα λόγια, ζεστός ακόμα από την κοιλιά της μάνας του, έρχεται να εκφράσει την αγάπη του για το μέγα «δύνασθαι» της σκέψης, χρειάζεται ιδιαίτερη τέχνη για να του απαντήσεις. Αντί να τον αφήσεις να βελάζει (για το μεταμοντέρνο, για το Θεό, για το Είναι και τα όντα, για την αλλοτρίωση και τα παρόμοια), δώσ’ του καλύτερα καθαρτικό, βάλε τον να σου πει τι πραγματικά τον απασχολεί και ανάγκασέ τον να αρχίσει (φτου κι από την αρχή)
Λένε ότι ο Βάρναλης εφάρμοζε κατά γράμμα αυτή τη ψυχοσωτήρια μέθοδο. Όταν κάποτε ένας νεαρός μιαν ερωτικής υφής ποιητική συλλογή, αφού πρώτα τη διεξήλθε, αρκέστηκε να του πει: «Παιδί μου, βρες μια γυναίκα να γαμήσεις». Se non e vero, e ben trovato, για κάθε νήπιο και για κάθε ξεμυαλισμένο ινφάντη.  
 Κωστή Παπαγιώργη Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΛΕΠΟΥ μισανθρωπίας προλεγόμενα, Εκδόσεις Καστανιώτη 1992

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ - ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ




Πρόκειται για το ιδρυτικό κείμενο της Κίνησης, που πρόσφατα συγκροτήθηκε στην περιοχή της Πέλλας. Καλώ όσους διατηρούν τις δημοκρατικές τους ευαισθησίες να το υπογράψουν, με τα στοιχεία του αποστολέα (oνοματεπώνυμο, ιδιότητα, τηλέφωνο, e-mail) στην ηλεκτρονική διεύθυνση thaxts@hol.gr, και να υποστηρίξουν ενεργά την πρωτοβουλία. Θεωρώ ότι ανάλογες Κινήσεις πρέπει να δρομολογηθούν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.
px


    

"Εξήντα επτά χρόνια μετά τη μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τριάντα οκτώ μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας στη χώρα μας, οι θαυμαστές του Χίτλερ και του Παπαδόπουλου όχι μόνο βρίσκονται στην ελληνική βουλή, αλλά φαίνεται να έχουν την αποδοχή -ή πάντως την ανοχή- ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας μας.
Η Χρυσή Αυγή, εκμεταλλευόμενη:
- την οικονομική κρίση, την ανεργία, τη φτώχεια και την κοινωνική περιθωριοποίηση, στην οποία έχουν οδηγήσει μεγάλα τμήματα του ελληνικού λαού οι πολιτικές των μνημονίων
- τη γενική κρίση του πολιτικού μας συστήματος και της αξιοπιστίας του πολιτικού κόσμου, τη διαφθορά, τη διαπλοκή και τα σκάνδαλα
-  την ελλιπή λειτουργία του κράτους
- την κινδυνολογία περί ανεξέλεγκτης παράνομης μετανάστευσης και τη στοχοποίηση των μεταναστών
- την εξάπλωση της ξενοφοβίας και ενός χρόνιου εθνικισμού μέσα στην ελληνική κοινωνία
- την αποενοχοποίηση της ακροδεξιάς και την οπισθοχώρηση της δημοκρατικής ιδεολογίας
- την πολυετή ανοχή των αρχών στις βιαιότητες των μελών της αλλά και την ειδική μεταχείριση ή και χρησιμοποίησή τους από την Αστυνομία για το χτύπημα συγκεντρώσεων Ελλήνων και αλλοδαπών εργαζομένων
- την ευνοϊκή μεταχείρισή της από κάποια ΜΜΕ
βλέπει τον εθνικιστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό και μισαλλόδοξο λόγο της να βρίσκει απήχηση.
Πίσω όμως από τις καταγγελίες για το διεφθαρμένο πολιτικό και μιντιακό σύστημα, πίσω από τις αντιμνημονιακές της κορώνες, πίσω από το σύνθημα «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» που χρησιμοποιεί  και πίσω από τις στημένες εικόνες Χρυσαυγιτών, που υποκρινόμενοι τους προσκόπους «προστατεύουν» ηλικιωμένους την ώρα που συναλλάσσονται με τράπεζες ή κάνουν τα ψώνια τους, κρύβεται:
- μια φασιστική, νεοναζιστική οργάνωση με διεθνείς διασυνδέσεις, που εχθρεύεται τη δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό, μισεί την τέχνη και την ελεύθερη σκέψη, ομνύει στον αυταρχισμό και τον ολοκληρωτισμό, θεωρεί τον Χίτλερ «Μεγάλο Οραματιστή της Νέας Ευρώπης», μνημονεύει τον Ρούντολφ Ες ως ήρωα και οραματίζεται το 4ο Ράιχ
- μια παραστρατιωτική ομάδα, που θεοποιεί τον μιλιταρισμό, αντιγράφει τις μεθόδους των ναζί, υπερασπίζεται τη δράση των ταγμάτων ασφαλείας και προετοιμάζει νέα τάγματα εφόδου
- μια σοβινιστική, ξενοφοβική και ρατσιστική οργάνωση, που διακηρύσσει την ανωτερότητα της λευκής φυλής, περιφρονεί τους άλλους λαούς, σπέρνει το μίσος για όσους έχουν διαφορετικό χρώμα δέρματος, ξυλοκοπεί άνανδρα ανυπεράσπιστους μετανάστες και πρόσφυγες, υποστηρίζει  τον αντισημιτισμό και κάθε λογής αντιεβραϊκή συνωμοσιολογία   
- μια εγκληματική συμμορία, που θεοποιεί τη βία ως μήνυμα, μέσο και σκοπό, που καθημερινά χρησιμοποιεί τη βία και την απειλή χρήσης βίας, που μέλη της έχουν καταδικαστεί για δολοφονικές επιθέσεις εναντίον αθώων πολιτών
- μια οργάνωση, που μπορεί μεν να εμφανίζεται τελευταία για ευνόητους ψηφοθηρικούς λόγους ως «ελληνορθόδοξη», αλλά θεωρεί τον χριστιανισμό ως «σκοταδισμό 20 αιώνων» και που τα κηρύγματα μίσους που εξαπολύει εναντίον άλλων ανθρώπων -όποιοι κι αν είναι αυτοί-  και οι πρακτικές βίας που εφαρμόζει δεν έχουν καμιά σχέση με τη διδασκαλία του Ευαγγελίου
- ένα κόμμα, που, παρά την αντικαπιταλιστική του ρητορεία, ψηφίζει στη Βουλή υπέρ του χαρίσματος των χρεών των ποδοσφαιρικών ομάδων, κατά της εξεταστικής για τη Ζήμενς, υπέρ του Λάτση και υπέρ της πώλησης της Αγροτικής Τράπεζας.
Η δράση της Χρυσής Αυγής καθημερινά παίρνει όλο και πιο ανησυχητικές διαστάσεις: δεν στρέφεται πλέον μόνο εναντίον των μεταναστών, των ρομά, των ομοφυλόφιλων ή των «αντιφρονούντων». Πλήττει τη δημοκρατία, την κοινωνία, τον πολιτισμό μας. Απειλεί πρωτογενή αγαθά: την ανθρώπινη ζωή, τις στοιχειώδεις ελευθερίες.
Εναντίον αυτού του ακροδεξιού αφηνιασμού, εμείς που υπογράφουμε το κείμενο αυτό (κι ανάμεσά μας πολλοί που είναι εγγόνια προσφύγων και παιδιά μεταναστών) οργανώνουμε εδώ στα Γιαννιτσά, τον τόπο όπου το Σεπτέμβρη του 1944 εκτελέστηκαν πάνω από εκατό συμπατριώτες μας από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής και τους ντόπιους συνεργάτες τους – ιδεολογικούς προγόνους των Χρυσαυγιτών, την ευρύτερη δυνατή αντιφασιστική συμμαχία και αντιπαραθέτουμε ένα πλατύ αντιφασιστικό μέτωπο πολιτικών φορέων, κοινωνικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, απλών πολιτών. Στην συστράτευση αυτή καλούμε όλο τον δημοκρατικό κόσμο, όλους όσοι, ανεξάρτητα από ιδεολογικές ή πολιτικές διαφορές, ιεραρχούν την αντιμετώπιση των νεοναζιστικών ιδεών και της φασιστικής εγκληματικής δράσης ως αυτοτελές πολιτικό διακύβευμα, που δεν υπόκειται σε συμψηφισμούς. Δικαιολογίες για τη μη συμμετοχή δεν υπάρχουν.
Επιπλέον για την αντιμετώπιση της νεοναζιστικής εξάπλωσης και του εκφασισμού της κοινωνίας αναλαμβάνουμε άμεση και πολυεπίπεδη δράση:
- με παρεμβάσεις στις γειτονιές, τα σχολεία και τους τόπους δουλειάς, με τη μαζική κινητοποίηση και παρουσία μας στους δρόμους, με την αντίστασή μας σε κάθε φασιστική εκδήλωση, με την άσκηση πίεσης στις κρατικές αρχές για τήρηση της νομιμότητας, με καταγγελία στη Δικαιοσύνη κάθε εγκληματικής δραστηριότητας των μελών της Χρυσής Αυγής, με τη διάρρηξη των όποιων σχέσεών της με την Αστυνομία, με την αποδόμηση της ουσίας της πολιτικής της στα σημερινά προβλήματα, με αντιφασιστικές εκδηλώσεις και ιδεολογικό αγώνα, με πρωτοβουλίες κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης
- για την ενημέρωση των πολιτών, την καλλιέργεια αντιφασιστικής κουλτούρας στη νεολαία, το ξεμπρόστιασμα του εγκληματικού χαρακτήρα της Χρυσής Αυγής, την αποκάλυψη της ιδεολογίας και της δράσης της, την απονομιμοποίηση του ρόλου που υποδύεται, την αναχαίτιση του κύματος φόβου που καλλιεργεί, την άρση των αιτίων που ευνοούν την εξάπλωσή της, την απομόνωση και περιθωριοποίησή της, την καταστολή από το κράτος της φασιστικής και ρατσιστικής βίας, την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
Οι νεοναζιστές πρέπει πλέον να ξέρουν ότι όσο υπάρχουν αυτοί, θα υπάρχουμε κι εμείς, απέναντί τους και εναντίον τους".

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Ανεπίδοτη επιστολή



Είμαι μισθωτός, δημόσιος υπάλληλος, καθηγητής. Η σύζυγος δασκάλα. Έχουμε τρία παιδιά 10,13 και 15 ετών. Αποφασίσαμε το 2008 να κάνουμε την κίνηση και να αγοράσουμε ένα σπίτι. Πήραμε δάνειο από το Παρακαταθηκών & Δανείων, με σταθερό επιτόκιο κι ας ήταν πιο ακριβό τότε, για να έχουμε μια σχετική σιγουριά, να μπορούμε να οργανώσουμε με σύνεση την ζωή μας και το μέλλον των παιδιών μας. Δεν έχουμε άλλους πόρους πέρα από τους μισθούς μας, δεν κάνουμε ιδιαίτερα, δεν παίρνουμε «μαύρα» από πουθενά, προσπαθούμε να διδάξουμε την αξιοπρέπεια ως στάση ζωής τόσο στα παιδιά μας, όσο και μέσα στις τάξεις. Ένα αυτοκίνητο έχουμε, κι αυτό το αγοράσαμε μεταχειρισμένο κι ακόμη το ξεπληρώνουμε. Διασκέδαση δεν υπάρχει στον προγραμματισμό μας, πέρα από τις σχολικές διακοπές, που έχουμε την πολυτέλεια να πηγαίνουμε στο σπίτι γονιών και πεθερικών (εκτός Αττικής), 40 m2 το ένα σε παραλιακό μέρος και 27m2 το άλλο σε ορεινό.
Λίγο δύσκολο να βολεύονται επτά άτομα σε τόσο μικρούς χώρους, αλλά τα βολεύουμε και δεν παραπονιόμαστε. 
Θεωρούμε τους εαυτούς μας τυχερούς που έχουμε έστω και μια τέτοια επιλογή, ενώ άλλοι δεν έχουν τίποτα. Η δόση του σπιτιού είναι 1000€ και καταφέραμε για 2 χρόναι να πληρώνουμε μόνο τόκους, οπότε για έναν χρόνο ακόμη θα είμαστε “ευεργετημένοι”. 
Βέβαια, θα το πληρώσουμε πανάκριβα μετά, αλλά τώρα είναι τα ζόρια, τώρα δεν βγαίνουμε, δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να καταφύγουμε σε αυτή τη λύση.
Ως τρίτεκνοι, λόγω του διαφορετικού τρόπου φορολόγησης, είχαμε την τύχη να έχουμε επιστροφή φόρου, ένα ποσό περίπου 3000€ που ήταν απίστευτα μεγάλη βοήθεια για να καλύψουμε τις τρέχουσες ανάγκες του σπιτιού και της οικογενείας. Βγάζαμε σχετικά άνετα περίπου τέσσερις με πέντε μήνες με αυτά τα χρήματα, αν και τα πράγματα ζόριζαν γιατί όλο κάτι έκτακτο εμφανιζόταν, μια κάποια βλάβη στο αυτοκίνητο λόγω παλαιότητας, μια κάτι ξαφνικά φουσκωμένοι λογαριασμοί ρεύματος, χαράτσια, κάτι ιατρικά θέματα και πάει λέγοντας.
Φέτος όμως τα πράγματα άλλαξαν. Όχι μόνο δεν πήραμε επιστροφή, μας βγήκε και να πληρώσουμε επιπλέον 2100€. 
Οι μισθοί μας έχουν φάει τέτοιο ψαλίδισμα που πραγματικά δεν θέλω να ξέρω πόσα παίρνω «καθαρά». Εδώ και ένα χρόνο περίπου, δεν περνάει μήνας που να μην συνδράμουν οι γονείς μου από τις συντάξεις ΙΚΑ που παίρνουν. 
Και είναι τα μόνα που έχουν κι αυτοί ως εισόδημα, 1100€ για να περάσουν δύο άτομα και να τσοντάρουν και σε εμάς.
Με το νέο φορολογικό σας, πρόκειται απ΄ ότι μαθαίνω, να καταργήσετε εντελώς το αφορολόγητο των παιδιών, πράγμα που για εμάς θα σημαίνει επιπλέον οικονομική επιβάρυνση, αφού θα κληθούμε να πληρώσουμε περισσότερο φόρο, μάλλον επειδή θεωρείτε πως επειδή αποφασίσουμε να κάνουμε τρία παιδιά, είμαστε και πλούσιοι. 
Πραγματικά φτάνω στο σημείο να μην μπορώ καν να σκεφτώ τι θα κάνουν οι πολύτεκνες οικογένειες.
Ήδη, ο μικρός μου, με ρωτάει μεταξύ σοβαρού κι αστείου: “δηλαδή μπαμπά, αν δεν είχατε εμένα θα πληρώνατε λιγότερα;”
Προσπαθώ να του απαντάω με χιούμορ και να αλλάζω κουβέντα και να μην πανικοβληθώ για την πιθανότητα του να δημιουργηθούν τίποτα ανατριχιαστικοί συνειρμοί στο μυαλό του.
Για να μην αναφερθώ σε περιπτώσεις οικογενειών με παιδιά που γνωρίζω και που και οι δύο γονείς είναι άνεργοι, ή δουλεύει μεν ο ένας, αλλά τα έσοδα δεν καλύπτουν ούτε τα βασικά για μια οικογένεια.
Μιλάμε για δράματα κύριοι, και είναι εδώ, δίπλα μας, δεν είναι ταινία στην τηλεόραση, ούτε ντοκιμαντέρ του Lonely Planet

Επιπρόσθετα, κάθε μέρα, πρέπει να προσπαθώ να ισορροπήσω πάνω από 450 μαθητές και πάνω από 50 καθηγητές στο σχολείο μου, που ο καθένας έρχεται με τα δυσβάσταχτα προσωπικά του φορτία να καθρεπτίζονται στα μάτια του.
Ανέχεια, διαλυμένες οικογένειες και σχέσεις, οικονομικά αδιέξοδα, αρρώστιες, ΠΕΙΝΑ.
Ναι πείνα.
Τώρα, εδώ στην Ελλάδα, το 2012.
Κάθε μέρα με αυτά παλεύω, αυτά βλέπω, αυτά προσπαθώ να διαχειριστώ.
Κάθε μέρα
Από το πρωί μέχρι το μεσημέρι.
Και μετά, πρέπει να προσπαθήσω να τα αφήσω όλα πίσω μου και να πάω σπίτι, να προσπαθήσω να διαχειριστώ και τα δικά μου φορτία.
Να είμαι ο βράχος της οικογένειας, εκείνος που θα δώσει λύσεις, που θα λύσει τα προβλήματα.
Με τι;
Πως;
Με τα λόγια χτίζω ανώγια και κατώγια, από πράξεις όμως, νοιώθω πως στέγνωσα πια. 
Κουράστηκα.
Οι αντοχές μου ελαχιστοποιήθηκαν πολύ, οι αντιδράσεις μου μπορεί να έιναι πιο νωθρές, αλλά ακόμη δεν παραιτούμαι
Ίσως να είναι και ασυναίσθητη οικονομία δυνάμεων, δεν ξέρω

Και έρχομαι και ρωτάω τώρα εγώ, όλους όσους κόπτονται για την προσπάθεια που καταβάλουν εξ΄ ονόματος του «λαού», για να διορθωθεί η κατάσταση, να ανακάμψει η οικονομία, να ξαναγίνει τάχα μου αξιόπιστη η χώρα:

Πόσο θα αντέξω;
Πόσο θα αντέξουμε;
Όχι μόνο εγώ, όχι μόνο η δική μου οικογένεια, αλλά και οι γύρω μας, οι φίλοι, οι γνωστοί, όλοι εκείνοι που γνωρίζουμε και που όλοι βρίσκονται στην ίδια με εμάς κατάσταση και ψυχολογία.
Εκείνο που μας κάνει έξω φρενών όμως, είναι πως δεν συμμετείχαμε στη δημιουργία αυτής της κατάστασης κύριοι να πάρει ο διάολος!
Εσείς όμως το κάνατε
Όπως επίσης και το οτι δεν τα φάγαμε μαζί, δεν κλέψαμε, δεν πήραμε «μαύρα», δεν καταπατήσαμε, δεν βγάλαμε αδήλωτο χρήμα «έξω», δεν κοροϊδέψαμε κανέναν. Τουλάχιστον αυτοί που γνωρίζω εγώ.
Εσείς όμως το κάνατε
Ακόμη κι αν ιδεολογικά κάποιοι συνειδητά είμαστε αντίθετοι με ότι εκπροσωπείτε και ότι υποστηρίζατε, παίξαμε το παιγνίδι πάνω στο fair play, με προμετωπίδα την αξιοπρέπειά μας κι ας ξέραμε πως δεν υπήρχε περίπτωση να «κερδίσουμε»
Εσείς σιγά μην το κάνατε

Αλλά το παιγνίδι έχει φτάσει στα όριά του κύριοι, πλέον μιλάμε για επιβίωση.
Κι είμαι ένα «κλικ» μακριά από την έκρηξη …

Και μην αυταπατάστε κύριοι.
Δεν θέλω ούτε την «συμπόνοια» σας, ούτε τον «οίκτο» σας, ούτε την «κατανόησή» σας, ούτε το χαμηλωμένο βλέμμα σας, ούτε την δήθεν «μετάνοιά» σας, ούτε το φιλικό χτύπημα στην πλάτη, δεν θέλω να με αγγίζετε, δεν θέλω να ανασαίνετε δίπλα μου, δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί σας, δεν θέλω καν να είστε στον τόπο που ζω.
Και μην ακούσω τίποτα ανούσιες βλακείες πως εσείς είστε οι «εργοδότες» μου και δεν μπορώ να σας κρίνω, επειδή ούτε αυτό είστε.
Ο ξεφτιλισμένος –όπως τον καταντήσατε-μισθός μου, βγαίνει από τους φόρους των συμπολιτών μου και αυτοί και μόνο αυτοί μπορούν να λογίζονται σαν «εργοδότες» μου.
Κι έχω την αίσθηση πως οι περισσότεροι, ανεξάρτητα πολιτικών θέσεων και προσωπικών διαφορών, θα μου αναγνώριζαν –τουλάχιστον- την δουλειά που ρίχνω για να είμαι «εντάξει» απέναντί τους και απέναντι στα παιδιά τους.
Για την δικιά σας άποψη και κριτική, απλά αδιαφορώ, όπως κι εσείς αδιαφορείτε αν θα ζήσουμε ή αν θα μας πεθάνετε.
Βέβαια, μπορείτε να προσποιείστε ότι δεν καταλαβαίνετε ή ακόμη χειρότερα, να μην έχετε καν ιδέα για το τι μιλάω
Αν είχατε τουλάχιστον τα κότσια, ας περπατούσατε στους δρόμους να δείτε πως περπατάει ο κόσμος σαν χαμένος, πως οδηγάει σαν να μην υπάρχει αύριο, τι συζητά, τι λέει, πως περνάει…
Στην τελική βέβαια, αναμενόμενο είναι.
Ποτέ ο χορτάτος δεν κατάλαβε τον πεινασμένο ή τουλάχιστον, ήταν προς το συμφέρον του να κάνει πως δεν τον καταλαβαίνει


Έτσι, ετούτο εδώ το κείμενο και ο συντάκτης του, δεν τρέφουν αυταπάτες, ούτε ελπίζουν και ούτε περιμένουν κάτι «καλό» από εσάς και το σινάφι σας.
Από στάχτες στα μάτια πήξαμε, χρόνια τώρα.
Αυτό που επιθυμεί να πετύχει ετούτο το κείμενο, σε ετούτη τη γωνιά στο αχανές διαδίκτυο, είναι να βγάλει από τα εσώψυχα του συντάκτη ένα «ουφ», να το καταγράψει για να μην το ξεχάσει, σαν μια ηθική υποχρέωση εκφρασμένη σε ανεπίδοτη επιστολή, να λειτουργήσει σαν μήνυμα ναυαγού στο μπουκάλι, σαν μια απλή υπενθύμιση από έναν ψευδώνυμο bloger, μια μαρτυρία-  παρακαταθήκη που ίσως κάποιος στο μέλλον βρει ψάχνοντας τα αρχεία του ιντερνετ για να δεί τι γινόταν «τότε» στην Ελλάδα.
Ίσως, αν τελικά τα καταφέρουν, αναγνώστες να είναι και τα ίδια τα παιδιά μου ή και τα παιδιά τους

Ας μάθουν λοιπόν πως περνάμε δύσκολα και ξέρουμε πως έρχονται και δυσκολότερα και ανησυχούμε κυρίως για ότι δεν θα μπορέσουμε να τους προσφέρουμε
Ας μάθουν πως η επιβίωση είναι μια πάρα πολύ ιδιαίτερη κατάσταση γι΄ αυτόν που την βιώνει και θέλει καθαρό μυαλό επειδή μπορεί και ρίχνει ηθικούς φραγμούς, δυναμιτίζει κοινωνίες, αναδομεί την ιεραρχία των αξιών του ατόμου, αλλάζει συμπεριφορές, τρόπους σκέψης, τρόπους δράσης, επηρεάζει την κρίση, το επίπεδο ανοχής και κατανόησης, εξαλείφει την υπομονή σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο, αλλάζει την ίδια την διαδικασία λήψης αποφάσεων…

Πολλοί λοιπόν πολίτες της χώρας έχουν ήδη φτάσει σε εκείνο το χωροχρονικό σημείο  που βιώνουν ως πραγματικότητα την καθημερινή μάχη για επιβίωση και κάποιοι σαν κι εμένα έχουν κάτι παράξενα γουργουρητά στο στομάχι τους τελευταία κι όλο μας πλησιάζουν οι κλαγγές της «μάχης» και προσπαθούμε να προετοιμαστούμε όπως –όπως.

Κυρίως όμως, ας μάθουν πως είναι ύστατη πράξη αξιοπρέπειας και μόνη ελπίδα, το να μην πέσει κανείς μας αμαχητί …