Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Κατάνυξις...



(Από την περιγραφή του βίδεου...)


Σε κλίμα θρησκευτικής κατάνυξης διεξήχθη η περιφορά του σκηνώματος (τάβλα) του Γέροντα Παστίτσιου σε δρόμους των Εξαρχείων καθώς και στην πλατεία και στο κοινωνικό κέντρο Βοξ.


Η περιφορά του Γέροντα ξεκίνησε από τα γραφεία των Ενθεμάτων επί της Βαλτετσίου και κατέληξε στον πεζόδρομο της Τσαμαδού όπου και εψάλη ακολουθία.

Πλήθος πιστών αλλά και η συγκινητική παρουσία και αντίδραση της νεολαίας της πλατείας έδωσαν τον τόνο στη περιφορά του αγίου. 

Εψάλησαν τα "η θρησκοληψία είναι ένα βίτσιο λευτεριά στον γέροντα Παστίτσιο", "του Γέροντα η μπεσαμέλ ποτέ της δεν σουρώνει, μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι" και άλλοι ύμνοι της πίστεως του λαού μας.

Η πομπή σταμάτησε εις το Κοινωνικών Κέντρον Κ*ΒΟΞ όπου εκατοντάδες αντιεξουσιαστές προσκύνησαν την εικόνα του Οσίου Προστάτη. Μέσα σε ρίγη συγκίνησης και αναφιλητά, μπάχαλοι, νετσαγεφικοί, αναρχοσυνδικαλιστές, αναρχοκομμουνιστές, μηδενιστές, χουλιγκάνοι, ρεφορμιστές, συμβουλιακοί, αυτόνομοι, κολλεκτιβιστές, ευρωκομμουνιστές, Λουξεμπουργκικοί, Τροτσκιστές, Μουλούδες, Συριζοχαλαροί, σοσιαλδημοκράτες, ευρωπασιφιστές διαταξικοί, επαναστάτες και κηπουροί, σερβιτόροι και τρανσέξουαλ, στοιχουργοί και τσιλιαδόροι, γυμναστηριακοί και ζογκλέρ, χωρισμένοι και αγάμητοι, τελειωμένοι και πρωτάρηδες, πρεζάκηδες και διαβασμένοι ακολούθησαν τον Γέροντα Παστίτσιο προς το θείο φως της εξ αποκαλύψεως μιας και μοναδικής αλήθειας:

Ζυμαρικά Ή Τέφρα!!!

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Αντί γι' απάντηση


Η παραδοξολογία δεν παλεύεται. Μου το 'χε πει ένας εκλεκτός φίλος, της φωτισμένης δεξιάς αυτός. Μη νομίζεις ότι προσπαθώ να σε πείσω, είναι πια μάταιο. Αν σου γράφω είναι γιατί κρατάω ακόμη μέσα μου την εικόνα από το χαμόγελο ενός εκβιαστικά μουτρωμένου προσώπου και γιατί χρειαζόμουν μια ανάρτηση, έτσι για να δηλώσω τη διαδικτυακή μου παρουσία. Γράφω, λοιπόν.
Καμία σχέση δεν έχει ο Καζαντζάκης της Ασκητικής με ό,τι πρεσβεύεις και αν δεν κάνω λάθος η ρήση του Τζόρτζιλ αφορούσε τον αγώνα του ελληνικού λαού εναντίον των ιδεών που τώρα ασπάζεσαι. Όσα πάλι χωρία και αν επικαλεστείς από τους αρχαίους Έλληνες, άλλα τόσα και ακόμη παραπάνω μπορώ να αντιτάξω πάλι από τους αρχαίους Έλληνες (είδες που βεβαιώνεται ό,τι ανέφερα;), και προπαντός τη φράση του Πλάτωνα ότι πρέπει να ντρέπεται όποιος ζητάει να τον θαυμάζουν όχι για ό,τι είναι ο ίδιος αλλά για ό,τι ήταν οι πρόγονοί του.
Λες για συνεχιστές, λες για θεματοφύλακες, λες για πανάρχαιες αξίες, χωρίς ούτε καν να καταλαβαίνεις ότι όλα αυτά δεν συνθέτουν ένα ορθολογικό ιδεολογικό σύνολο αλλά μια μεταφυσική πίστη, μια δογματική θρησκεία όμοια με αυτή των ταλμπιμπάν του Αφγανιστάν, που είτε το θες είτε όχι επαναφέρει στο προσκήνιο τον προνεωτερικό λόγο του μεσαίωνα.
Αλλά, ας το πω κι αυτό, δεκάρα δεν δίνω για τα εικονίσματά σου, αφού εδώ και δεκαετίες έχω μάθει να ζω με τη μικρογράμματη γραφή, ακόμη και απέναντι σε όσους θεωρητικούς επιμένω να εκτιμώ. Μπορείς βέβαια εσύ να πιστεύεις ό,τι θέλεις, αλλά μην έχεις την ψευδαίσθηση πως τα σπασμένα κεφάλια των μεταναστών και οι φολκορικές επιδείξεις στο άγαλμα του Λεωνίδα σε καθαγιάζουν εθνικά. Είμαι αρκετά μεγάλος για να ξέρω ότι οι πυρωμένες ιδέες σου κάψανε αυτόν τον τόπο, ότι οι κατοχικοί ομοϊδεάτες σου ήταν ομοτράπεζοι των ες-ες, ότι το μετεμφυλιακό παρακράτος σου περιφερόταν με τρίκυκλο, ότι οι ιδεολογικοί σου συγγενείς βάλανε τη χώρα στο γύψο, ότι τα ένστολα σταγονίδιά τους σκοτώνουν ατιμώρητοι εδώ και χρόνια. Ομοίως, μπορείς να βαυκαλίζεσαι με τα αυξανόμενα εκλογικά ποσοστά αλλά μην έχεις καμία αυταπάτη: είστε το μακρύ χέρι του συστήματος που υποτίθεται ότι αμφισβητείτε και η εκλογική σας επιτυχία θα διαρκέσει όσο κι η κρίση. Μετά το ίδιο το σύστημα θα σας φτύσει, αφού το φόβο που τώρα σπέρνουν στους κοινωνικά αδύναμους - και όχι βέβαια στην άρχουσα τάξη - τα γυμνασμένα μπράτσα και τα ξυρισμένα κεφάλια σας μπορεί αποτελεσματικότερα να τον καλλιεργήσουν, όταν ομαλοποιηθούν οι συνθήκες, τα μέσα ενημέρωσης.

Κλείνω. Σου 'χα προτείνει να τα πούμε σε δύο χρόνια. Έτρεφα την αφελή προσδοκία ότι στο μεταξύ μπορεί να καταλάβεις τη φράση του Χατζιδάκι για το νεοναζιστικό τέρας. Ελπίζω όταν αρχίσουν να κλονίζονται οι βεβαιότητές σου και επιχειρήσεις τον ιδεολογικό απολογισμό σου να δεις την μορφή αυτού του τέρατος που θα σβήνει για να ξανανθήσει το χαμόγελο, που κάποτε ο ίδιος είδα σε σένα. Στο μεταξύ συγχώρεσέ με αν αποφύγω τη διαλογική αντιπαράθεση. Αλλά δεν έχει πια κανένα νόημα.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Μουσειακό είδος




Και ξαφνικά συνειδητοποιείς πως είσαι πλέον μουσειακό είδος.
Κάτι που κάποτε ήταν και τώρα όχι.
Μια μορφή ζωής που μπορούσε να παίρνει αποφάσεις για το τώρα και να κάνει επιλογές που του έδιναν μια αυτονομία, μια ευθύνη, ένα νόημα στην καθημερινότητά του.
Και ξαφνικά κοιτάς γύρω σου και βλέπεις πως είσαι απλά άλλο ένα έκθεμα.
Βλέπεις να περνάνε κάποιοι, συνήθως νεότεροι και σε κοιτάνε,
σε δείχνουν στα πιτσιρίκια τους,
ή τους κρύβουν τα μάτια να μην σε δουν,
να τα προφυλάξουν ποιος ξέρει από τι.
Μάλλον δεν θα θέλουν να ξέρουν, εσύ όμως ξέρεις ήδη, εδώ και καιρό
Κάποιοι λίγοι, σε κοιτούν και κατεβάζουν το βλέμμα, βιάζονται να προσπεράσουν
Δεν είναι καιρός για καθρέπτες πια, δεν είναι καιρός για πολλά πολλά
Χάνεις την φωνή σου σιγά σιγά, αφού δεν έχεις τι να πεις και σε ποιόν.
Έχεις μείνει με το κεφάλι καρφωμένο ψηλά, να κοιτάζει στα γαμωσύννεφα
ψάχνοντας απεγνωσμένα από κάπου να πιαστείς
να αγκιστρωθείς πάνω τους, να σε πάρουν μαζί τους.
Άλλες φορές κοιτάς μόνιμα κάτω μετρώντας ανάσες και πλάκες πεζοδρομίου
Μία, δυο, πέντε, εκατό, δέκα χιλιάδες πεντακόσιες εξήντα τρις, καληνύχτα
Τρομάζεις από τον βαθμό της ερήμωσης που έχει κυριεύσει τις ανθρώπινες ψυχές γύρω σου.
Πάσχιζες να μην παραδώσεις τα όπλα,
να μην αφεθείς,
να κρατηθείς όρθιος,
να μην τσακίσεις.
Σε είχε απορροφήσει τόσο πολύ αυτός ο αγώνας που δεν έβλεπες
τα αναπόφευκτα δίπλα σου
να σαρώνουν τις πιο βασικές έννοιες.
Συντροφικότητα, φιλία, διασκέδαση, αισθητική, τέχνη, διαλεκτική, φαντασία, χιούμορ,
μοιάζουν κακόγουστο αστείο
Φουρτούνες μέσα σου οι εικόνες που έπλαθες για το αύριο
κι όλο πτώματα ξεβράζονται τα χθες σου στις ακτές του παρόντος
Με τι να μετρήσεις τα βάθη σου
που έγιναν άβυσσος οι πληγές σου κι οι κραυγές σου άνεμος
σε εγκαταλελειμμένα καλοκαιρινά κιόσκια σε δύσβατες παραλίες;
Συνήθειες που πληγώνουν την ψυχή
σαν τα ξεχασμένα συρματοπλέγματα στο παλιό πολυβολείο
που όλο μας ξέσχιζαν τα ρούχα κι όλο εκεί εμείς,
κάθε απόγευμα να παίζουμε πόλεμο για να αντρωθούμε

Βλέπω όνειρα παράξενα τελευταία,
βλέπω πράγματα που δεν έζησα,
βλέπω ζωντανούς ανθρώπους να λιώνουν
Ότι μου έλαχε το βλέπω να ξεφουσκώνει σαν παιδικό μπαλόνι που ανεβαίνει, ανεβαίνει και μετά πέφτει κάτω ένα μάτσο διαλυμένο πλαστικό

Τι να περιμένω από εμένα πια; Δεν ξέρω

Ένα βουητό έρχεται από απροσδιόριστα βάθη και δυναμώνει διαρκώς,
με κάνει κι ανασαίνω γρηγορότερα,
με κάνει και λειτουργώ σε μισή ταχύτητα


Μάλλον ξαναγεννιέμαι
                                                ή πεθαίνω


Υπάρχουν στιγμές που είναι το ίδιο


Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Η άδεια τσάντα


Aνοίξαμε, εδώ κι ένα δεκαήμερο περίπου. Πάω, κάνω το μάθημα, σηκώνομαι και φεύγω. Πού και πού λέω κάνα αστειάκι για να ξεχνιέμαι.



Σκέφτομαι ότι και αυτό το καλοκαίρι πέρασε μ' ένα καταναγκαστικό τηλέφωνο στο χέρι. Αυτά και εκείνα και τα άλλα. Τουλάχιστον κάτι έγινε, έστω κι αν ορισμένοι δεν το έχουν καταλάβει. Όσον αφορά εμένα, νιώθω ότι ήρθε το φθινόπωρο σχετικά ανώδυνα. Το αντιλήφθηκα μόλις τις προάλλες από το τελευταίο σμήνος χελιδονιών που κουτσούλισε για καλά την αυλή μου.
Ετοιμάζω αποβραδίς την τσάντα μου, Αντιγόνη, επιτάφιος, λογοτεχνία, έκθεση, ιστορία. Πάντα β' και γ' λυκείου, για λόγους επικοινωνίας. Αλλά το χαρτί για φωτοτυπίες άφαντο, το πρόγραμμα σμπαράλια λόγω των πρότζεκτ, χρήματα για πετρέλαιο δεν υπάρχουν. 
Φέρνω πού και πού στο μυαλό μου τους στίχους του Ρίτσου, “τούτο το σπίτι, παρ' όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει” αλλά κατά βάθος ξέρω ότι όσο διαρκεί το φιλότιμο κάποιων – μιλάω για την διεύθυνση, την υποδιεύθυνση και δυο τρεις ακόμη – θα “επιμένει να ζει” έστω και “με τους νεκρούς του”, πρωτίστως την Αντιγόνη, τον επιτάφιο, τη λογοτεχνία, την έκθεση και την ιστορία.
Αναρωτιέμαι λοιπόν με ποια μούτρα θα μιλάω και φέτος στους εφήβους για την εξέγερση της Αντιγόνης μπροστά στην αυταρχική εξουσία ή θα μεταφράζω χωρία του Επιτάφιου για το ρόλο του πολίτη ή θα αναλύω το “ψαράκι της γυάλας” του Χάκκα ή θα αναφέρομαι στους παραπειστικούς συλλογισμούς του πολιτικού λόγου ή θα εξηγώ το τέλος του κατασυκοφαντημένου Ανδρόνικου Κομνηνού.
Αλλά είναι αργά - πολύ αργά για γκρίνιες, πολύ αργά για ελπίδες - και ούτε που έχω ετοιμάσει ακόμη την τσάντα μου.

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Φοβάμαι αλλά μ' αρέσει κιόλας...



Λοιπόν άκου να δεις, θα στα πω έξω από τα δόντια

Φοβάμαι ρε
Φοβάμαι τόσο πολύ που έχω ξεσχιστεί στη δουλειά για να μην σκέπτομαι.
Αλλά όσο περισσότερο δουλεύω για κάτι γαμημένα ψίχουλα κι όσο περισσότερο γυρνάω κομμάτια στο σπίτι, άλλο τόσο και περισσότερο το γαμημένο το μυαλό μου πιάνει φωτιά.
Κοιτάζω γύρω μου κάθε μέρα στο δρόμο και μετά κοιτάζω και μέσα μου και αρχίζω και παραλύω από φόβο.
Όλο και συχνότερα τελευταία δεν με αναγνωρίζω
Ούτε στα διαβάσματά μου, ούτε στα γραπτά μου, ούτε στον τρόπο που αντιμετωπίζω τα πράγματα.
Μια γραμμή τα σφιγμένα χείλη μου κι όλο και βαθύτερες οι ζάρες στο μέτωπό μου.
Δεν μιλάω σε φίλους, δεν τους στέλνω μηνύματα, δεν τους παίρνω τηλέφωνο, δεν θέλω να ξέρω τι κάνουν επειδή δεν θέλω να μάθουν πόσο φοβάμαι.
Άσχημο πράγμα ο φόβος.
Άσχημο και διαβρωτικά άρρωστο.
Ιδιαίτερα όταν αυτό που φοβάσαι δεν είναι τίποτα από τα απ’ έξω, αλλά το ίδιο σου το μέσα.
Δεν φοβάμαι τι θα απογίνουμε, ούτε πως θα μεγαλώσω τα παιδία μου και πως θα μεγαλώσουν και τα παιδιά του κόσμου.
Θα βρουν δρόμο.
Τουλάχιστον κάποια θα τα καταφέρουν.
Κατά έναν παράξενο τρόπο, είμαι απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό ενώ τίποτα δεν συνηγορεί υπέρ μιας τέτοιας προοπτικής..
Τρέχα γύρευε
Που λες, δεν φοβάμαι την απελπισία ούτε τα ζόρια που τραβάμε, ούτε αυτά που θα σκάσουν στα μούτρα μας πολύ σύντομα
Δεν φοβάμαι την μοναξιά που μας έχει ξεσχίσει τις σάρκες, ούτε την απελπισία που μας πατάει το στέρνο με γερμανικές μπότες.
Στην ουσία δεν φοβάμαι σχεδόν τίποτα, επειδή μάλλον δεν νοιώθω καθόλου ελεύθερος

Ένα πράγμα μόνο:
Εμένα φοβάμαι ρε·
αυτό που έρχεται από τα βάθη μου, αυτό που καταπνίγω καιρό τώρα (νομίζω από το 2008 και δώθε), αυτό που αν απελευθερωθεί δεν ξέρω που θα με οδηγήσει και τι συνέπειες θα έχει.

Όταν ωριμάσει η λύσσα τι καρπούς δίνει τελικά;

Κυκλοφοράω με αστυνομικό πτυσσόμενο γκλομπ στο αυτοκίνητο (μην ρωτάς που και πως, αγορασμένο νόμιμα είναι με 30€), με συλλεκτικό σουγιά steyer στην τσέπη (νόμιμος κι αυτός, δώρο, δεν ξεπερνά την παλάμη μου), με τα κλειδιά περασμένα ανάμεσα στα δάχτυλά μου και το χέρι γροθιά.
Κοιμάμαι νωρίς, διαβάζω ποίηση και εγχειρίδια επιβίωσης, κάνω γυμναστική, κοιτάζομαι στον καθρέπτη και όλο και συχνότερα έχω ένα απόκοσμα κενό βλέμμα
Κενό και ήρεμο, σχεδόν γαλήνιο, τρομακτικό
Ποιος είναι αυτός ρε, εγώ δεν ήμουν έτσι
Εκεί όμως που κυριολεκτικά τρομοκρατούμαι, είναι ότι καταφέρνω ασυναίσθητα και παραμένω απίστευτα γαλήνιος και ξεκαθαρισμένος
Λες και κάποιος μικρός πορτοκαλόχρωμος Βούδας έχει εγκατασταθεί μέσα στην κεφάλα μου και κρατάει τα σχοινιά μου σαν χαλινάρια.
Το θέμα είναι προς τα πού θα γίνει το μπαμ.
Γιατί θα γίνει.
Μια σπίθα λείπει μονάχα.
Και ποιους θα πάρει μετά παραμάζωμα.
Ποια κουφάλα θα τα πληρώσει όλα και μαζεμένα

Και μετά δεν θα μπορώ να γυρίσω πίσω





Ε, αυτό είναι που φοβάμαι…




Υ.Γ.
όλο το πιο πάνω κείμενο πυροδοτήθηκε με κοντό φυτίλι από ετούτη την ανάρτηση του Βυτίου
Τον ευχαριστώ για την κλωτσιά στα αχαμνά

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Η μηχανή του χρόνου

Δεν ξέρω αν ποτέ εφευρεθεί. Πάντως θα είχε μεγάλη πλάκα αν μπορούσαμε να δούμε σε ποια τρύπα λούφαζαν οι εθνοσωτήρες τις μέρες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο ή ποια σημαία παιάνιζε την πρώτη μέρα της επανάστασης ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ή πόσους αρχαίους ναούς βεβήλωσαν οι χριστιανοί ή πόσα βουλγάρικα μάτια ξερίζωσε ο Βασίλειος ή πώς ξεπάτωσαν τη Μήλο οι Αθηναίοι κτλ. κτλ. 
Από την άλλη, ξέρω καλά πως ο καθένας βλέπει ό,τι μπορεί και θέλει από το παρελθόν ή ακριβέστερα ό,τι υπηρετεί και βεβαιώνει τη δική του εκδοχή - ομοίως βέβαια και εγώ. Γιατί  στο κάτω κάτω μια πόρνη είναι η ιστορία, πάει με τον καθένα, κι ας ικανοποιεί σε βάρος της τις πιο άγριες διαστροφές του, κι ύστερα κοιλοπονά μες σε περιθωριακά βιβλία ηρωικές αφηγήσεις για την ανωτερότητα του έθνους και την υπεροχή της φυλής ή ακόμη χειρότερα όταν παρουσιάζονται επιπλοκές στην κύηση γεννά ανθρώπινα εξαμβλώματα με ξυρισμένα κεφάλια, γυμνασμένα μπράτσα και αγκυλωτούς σταυρούς, που αναλαμβάνουν εργολαβικά τη σωτηρία του έθνους από τους ξένους, τους αριστερούς, τους ομοφυλόφιλους κτλ. 




Και μια που κάτι τέτοιο βλέπω να συμβαίνει τα τελευταία χρόνια δεν πιστεύω, τελικά, ότι χρειάζομαι καθόλου τη μηχανή του χρόνου. Το παρελθόν είναι ήδη εδώ σε συνθήκες μιας αληθοφανούς προσομοίωσης, προσφορά της δοσιλογικής κατοχής και όσων επέλεξαν να ζουν με τα ιδεολογικά φαντάσματά της: ολίγον τι μεσαίωνας συν ολίγον τι μεσοπόλεμος. 

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Αντί ευχών

Πάει καιρός από την τελευταία φορά που έγραψα, ένα καλοκαίρι σκατά μες την κάψα, στο αυτοκίνητο, στη νικοτίνη και τα χάπια κατά της νικοτίνης, και όσο έλεγα να πιάσω το πληκτρολόγιο για να ξαναγράψω έβρισκα μέσα μου κάτι που αντιστεκόταν, κάτι που δεν ήθελε, κάτι που αντιδρούσε. Και δεν διστάζω να παραδεχτώ ότι απ' την αρχή που ξεκίνησα να γράφω εδώ έβλεπα ανάρτηση την ανάρτηση να αργοπεθαίνει το ιστολόγιο με την αποφορά ενός σκοπού που έχασε στο μεταξύ το νόημα, το λόγο και τον προορισμό του.
Θυμάμαι μια συνέντευξη του Μάλαμα, που τον ρώτησαν γιατί τόση μυστικοπάθεια γύρω από τον ιδιωτικό του βίο, κι απάντησε ότι δεν θέλει να προσθέτει κι άλλα σκουπίδια στην καθημερινή ενημερωτική μας γκαμούζα, αλλά όσο ξανακοιτάζω κάποιες δικές μου αναρτήσεις διαβάζω τέτοια σκουπίδια, που φέρνουν στο μυαλό μου την επαναλαμβανόμενη φράση "Σήμερα τίποτα", που συμπλήρωνα πολύ πολύ πιτσιρικάς στο ημερολόγιό μου, μόνο και μόνο για να νομίζω ότι δεν το παράτησα. 
Λοιπόν, πιστεύω ακράδαντα δεν έχω κανένα λόγο να ξαναγράψω γιατί αν έγραφα κάτι, το μόνο που θα έχε λόγο να αρθρωθεί θα ήταν η ίδια ακριβώς φράση, "Σήμερα τίποτα" ή καλύτερα η παραλλαγή της "Σήμερα τα ίδια ακριβώς με πέρσι και πρόπερσι", εννοώ ότι οι φθινοπωρινές βροχές αργούν, οι κυνηγοί μπουμπουνίζουν τα πουλιά, ο μαλάκας απειλεί θεούς και δαίμονες, το δάσος μακελεύεται για καυσόξυλα, δυο φίλοι μου χώρισαν, οι κομματικές νεολαίες οργανώνουν φεστιβάλ, τα τζάμπο κάνουν χρυσές δουλειές, η κυβέρνηση εξαγγέλλει νέα μέτρα κτλ. κτλ, που όσο τα σκέφτομαι αντιλαμβάνομαι ότι όρισαν ερήμην μας το στίγμα της τρίτης μεταπολεμικής γενιάς της ήττας, έστω και αν δεν έχουμε δώσει στο μεταξύ καμία μάχη, οπότε όλα φαντάζουν στο μυαλό μου εκ προοιμίου μάταια και ηττημένα, ακόμη κι αυτή η γραφή, αφού ό,τι πάει να γραφεί είναι ως αν να γράφονταν, με τα λόγια του Εγγονόπουλου, αγγελτήρια θανάτου
Τέτοια σκεφτόμουν μέχρι το απόγευμα, όταν μίλησα με τον δεκαεφτάχρονο Μ., που αύριο θα δώσει τη δική του μάχη στο Θεαγένειο, για να ξεριζώσει από τα πνευμόνια του τον τρίτο καρκίνο στη σειρά, κι όπως μου εκμυστηρεύτηκε θα τραγουδάει κατά τη νάρκωση το "έχω μια τίγρη μέσα μου" του Ψαραντώνη, και μόλις εκείνη τη στιγμή άρχισα να καταλαβαίνω ότι υπάρχει κάτι πολύ πέρα από τις προσωπικές ματαιώσεις, τις καθημερινές ήττες και τις πολιτικές φυγομαχίες, που τελικά δικαιώνει το λόγο είτε ως τραγούδι είτε ως ποίημα είτε ως ανάρτηση. Αρκεί να το βρει κανείς. 
Και να που ξαναγράφω ψάχνοντάς το, με την παράκληση αύριο στις 10:15 να σκεφτείτε τον Μ. με την εικόνα ενός σκοπού που ξαναβρίσκει το νόημα, το λόγο και τον προορισμό του.