Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Γουρούνια στον άνεμο (Νίκος Νικολαΐδης)



Όταν έχεις γεννηθεί μια γενιά μετά από εκείνη που όλα τα έζησε στο παρά πέντε, ξεκινάς με μειονέκτημα από τα αποδυτήρια. Χάνεις αρκετό χρόνο στο να καταλάβεις αν οφείλεις να συνεχίσεις κάτι, απροσδιόριστο τι, αν πρέπει να τα γράψεις όλα στα παλιά σου τα παπούτσια και να προσπαθήσεις να γίνεις ένα αξιοπρεπές ρεμάλι, αν θα φοράς το ρολόϊ του παππού σου με την αλυσιδίτσα (που όμως χωρίς μαύρο γελεκάκι είναι ένα ξενέρωμα και μισό), αν θα κάνεις καριέρα με φράγκα και μέλλον εξασφαλισμένο, αν υπάρχει περίπτωση να βρεις τρόπο να τα ισορροπήσεις όλα. Τελικά, κάποτε έρχεται το πλήρωμα του χρόνου και γίνονται επιτέλους κάποια πράγματα, που είτε τα περίμενες και τα υπολόγιζες είτε όχι, είτε τα είχες στην άκρη του μυαλού σαν πιθανότητα, είτε τα καταχώνιαζες ένοχα κάτω από ωραία ηλιοβασιλέματα, ζεστές αγκαλιές, ενοχικά χειμωνιάτικα σαββατόβραδα  και έλεγες «ποιός ασχολείται τώρα, δεν προλαβαίνω, άσε αύριο, τον άλλον μήνα, καλά θα δούμε, χέσε με ρε με τα υπαρξιακά σου» και άλλες τέτοιες μαλακίες, γιατί το είχες δει το έργο και παλαιότερα και υπολόγιζες περίπου τι θα σου σκάσει στα μούτραΟπότε κάπου κόλωνες, κάπου βολευόσουν, κάπου, κάποιος, κάποτε…
Βέβαια παίζει έντονα και η πιθανότητα του να μην συμβεί ποτέ τίποτα, ή τουλάχιστον να μην συμβεί σε εσένα, οπότε και γιατί να χολοσκάς, άρα δεν τρέχει κάστανο κι όλα μέλι-γάλα.
Τα γούστα τα όμορφα όμως, αρχίζουν όταν αρχίζεις και συνειδητοποιείς -την στιγμή ακριβώς που αυτά τα μυστήρια σου συμβαίνουν· ούτε αργότερα ούτε νωρίτερα- τους υπόγειους και μυστικούς συνδέσμους και τους τρόπους που μπλέκονται μεταξύ τους για να σου ανοίξουν το όλο στροφές και ανεβοκατεβάσματα μονοπάτι που σε έφερε μέχρι εδώ, μέχρι δηλαδή την στιγμή που βιώνεις την φάση σε όλο της το μεγαλείο, καθαρή και ατόφια, σαν το μπουκέτο του Άρη στη μάπα σου όταν πήρε χαμπάρι πως σαλιάριζες με την αδερφή του και σε ξάπλωσε φαρδύ πλατύ στο μωσαϊκό της σάλας στο πάρτυ της Ζαχαρούλας, που σε γούσταρε και την έκλασες –τρέχα γύρευε γιατί- κι αυτή πήγε μετά και έγινε γυμνάστρια και χορεύτρια.
Να, ας πούμε, ξεκινάς να γράψεις κάτι και σου βγαίνουν κάτι εικόνες με μοναχικούς σε ξύλινες μπάρες, βροχές με το τουλούμι και τύπους που παρατάνε το κορίτσι και φεύγουν για χάσιμο, αλλά έλα που ταυτόχρονα που τα γράφεις ετούτα τα ψαγμένα, τα πιτσιρίκια θέλουν θάλασσα και χαβαλέ, οπότε τα παρατάς όλα και λες δε γαμιέται καλοκαίρι είναι, έρχονται ζόρια, φράγκα δεν υπάρχουν, πάμε για χαβαλέ μπας και καβαντζώσουμε τίποτα αντοχές για τον χειμώνα
Πας να πάρεις κανένα βιβλίο από την εφεδρική βιβλιοθήκη μπας και σου κάνει κούκου για διάβασμα στην παραλία, τραβάς κάτι καταπλακωμένο από τον σωρό και σου σκάει στα πόδια το «Γουρούνια στον Άνεμο» του Νίκου Νικολαΐδη, εκδόσεις Καστανιώτη 1992.
Το κοιτάς σαν χάχας και θυμάσαι πως σε βρήκε πάνω σε έναν υπαίθριο πάγκο, μόνο λίγους μήνες μετά που το αγόρασες στην καινούρια έκδοσήτου από την Athens Voice, αλλά ποτέ δεν αξιώθηκες να το διαβάσεις, ούτε στην μια, ούτε στην άλλη έκδοση. Ετούτη εδώ είχε και κιτρινισμένες σελίδες και παλιομοδίτικο εξώφυλλο, οπότε σου ταίριαζε καλύτερα, οπότε το βούτηξες και το έβαλες στην τσάντα του μπάνιου.
Ούτε μια γραμμή δεν διάβασες στην παραλία, σιγά μην σ΄ αφήνανε τα πιτσιρίκια, η παρέλαση των ρώσικων οπισθίων και τα δίμετρα τσέχικα μπούτια που σουλατσάρανε μπροστά από την ανασηκωμένη ξαπλώστρα σου.
Το μεσημέρι όμως το ξεκίνησες, αφού πρώτα θυμήθηκες να στείλεις ένα μήνυμα σε ένα ρεμάλι –ένας από εκείνους τους γαμημένους συνδέσμους που αναφέρονται στην αρχή ετούτου του παραληρήματος- πως πηδιέται και ελπίζεις να είναι καλά και να το ευχαριστηθεί.
Για 24 ώρες που κράτησε η ανάγνωση, έβλεπες την ζωή σαν ασπρόμαυρη ταινία, με εικόνες από την Ζούγκλα του Μαυροπίνακα και από κάτι φιλμ νουάρ με τον Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ να καπνίζει, τον Ρόμπερτ Μήτσαμ να κατεβαίνει σκάλες, τον Επαναστάτη Χωρίς Αιτία να πίνει δωδεκάρι Μπαλλαντάϊνς δίπλα σε ένα πτώμα που κακοφόρμιζε αγέρωχα και γυναίκες τόσο straight που μπορούσαν να ευνουχίσουν ταύρο με ένα βλέμμα.
Γέλαγες μόνος σου και γούσταρες, κάποια στιγμή βούρκωσες κιόλας και σιχάθηκες τον εαυτό σου αλλά πάλι γούσταρες, άκουγες σαρανταπεντάρια δισκάκια να παίζουν από το πουθενά τα απίστευτα (που κάποια από αυτά ούτε που τα είχες ξανακούσεις ποτέ σου κιόλας), γέμισες εικόνες και περιγραφές χώρων και καταστάσεων σαν να ήσουν μέσα στην ιστορία και όχι απλός αναγνώστης, πήρες και ένα τηλέφωνο για να δηλώσεις παρών εκεί που έπρεπε, έβρισες πάλι το ρεμάλι, του υποσχέθηκες και μια βότκα σκέτη και στο όρθιο, αλλά σαν κουφάλα που γίνεσαι μερικές φορές όταν αφήνεσαι, την ήπιες καθιστός και με πορτοκαλάδα, την ώρα που γράφεις τούτες τις γραμμές.
Εντάξει, τουλάχιστον ήταν διπλή και βάλε, δεν τρέχει κάστανο, τα ρεμάλια που πρέπει θα καταλάβουν.
Εν τω μεταξύ, μέχρι να τελειώσεις το βιβλίο, κατάφερες και έκανες βουτιά ανάμεσα σε μέδουσες και δεν σε τσίμπησε καμία, μια μέλισσα ήρθε και άρχισε να κόβει βόλτες στον αντίχειρά σου όσο κράταγες το βιβλίο και μόλις έκανες να την διώξεις σηκώθηκε ήρεμα, σου πούλησε τσαμπουκά μέσα στα μούτρα σου και έφυγε ήρεμα προς τα τσέχικα μπούτια κι ούτε να σε χέσει, ένας ντελιβεράς με μια διαλυμένη άσπρη βέσπα με στραβό κάθισμα έκανε λάθος στην διεύθυνση, του άνοιξες με το βιβλίο στο χέρι και αφού κοίταξε μια εσένα, μία το βιβλίο, σε ρώτησε «Μπορείτε να δώσετε αυτήν την τρόμπα στις καλόγριες από πάνω;».
Αφού κοίταξες για δυο δευτερόλεπτα την βλογιοκομμένη του φάτσα με το σραβό χαμόγελο, του είπες να πάει προς τα κάτω γιατί το νούμερο που ζητάει δεν είναι εδώ, κι αυτός ευχαρίστησε, καβάλησε την ταλαιπωρημένη άσπρη βέσπα και έφυγε λάθος προς τα πάνω.
Τι να πεις;

Σαν μην έφταναν όλα αυτά ετούτο τo κείμενο ξεκίνησε με τυχαία μουσική υπόκρουση από το laptop, που το κωλομηχάνημα διάλεξε να αρχίζει με το Tobacco Road των Nashville Teens και να τελειώνει με το Jenny Takes A Ride από Mitch Yrder & The Detroit Wheels

Δεν μπορεί, κάποιος μας κάνει πλάκα από εκεί πάνω
Τι πλάκα δηλαδή, θα έχει ξεσχιστεί στο γέλιο…

Αν λοιπόν γουστάρεις τέτοια αληθινά και ντόμπρα και άλλα διάφορα ορίτζιναλ και όχι μαλακισμένα σύμπαντα που συνωμοτούν και άλλες τέτοιες πίπες, τότε θα πρέπει να κάνεις κλικ εδώ.
Αν είσαι νέος, τότε παίζει και να μάθεις κάτι, αν είσαι πάνω από σαράντα τότε ας πρόσεχες…