Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Ήρθε η ώρα κι ο Vlaxos να σας αποχαιρετήσει




Η ιστορία ξεκίνησε το 2006, την περίοδο της δίμηνης απεργίας των δασκάλων, στο φόρουμ ενός site εκπαιδευτικών
Ένας εκπαιδευτικός με φρέσκο ένα μεταπτυχιακό, έφτιαξε έναν λογαριασμό και μπήκε στο site για να απαντήσει σε μια ερώτηση σχετική με δάνεια εκπαιδευτικών.
Επέλεξε ένα χαζό nickname που να δίνει κάποιο χαρακτηριστικό του ατόμου πίσω από την περσόνα. Δεν επιτρεπόταν ελληνικοί χαρακτήρες στα ψευδώνυμα εκεί, οπότε προέκυψε το «Vlaxos»
Ήταν η περίοδος που έψαχνα κι εγώ πληροφορίες για να αγοράσω σπίτι, ο διδασκαλικός κόσμος έβραζε, τα σχολεία είχαν συντριπτική συμμετοχή στην απεργία, κατέβαινα στις πορείες συνέχεια παρέα με την σύντροφό μου (ή και χωρίς αυτήν σε πιο «σκληρές» καταστάσεις) και αργά το βράδυ κονταροκτυπιόμουν με διάφορους απίστευτους κρετίνους στο διαδίκτυο, γράφοντας αναλύσεις και τοποθετήσεις μέχρι τα ξημερώματα.
Εκεί μέσα προέκυψαν και κάποιες γνωριμίες με άτομα που εξελίχτηκαν αργότερα σε φίλους, φίλες, αδέρφια, καρντάσια
Κάποια στιγμή τα βρόντησα κάτω, επεδίωξα και κατάφερα να με διώξουν και εκεί γνωρίστηκα διαδικτυακά και με τον px
Μετά, με έβαλε συνδιαχειριστή σε ετούτο εδώ το blog, ετούτη την γωνιά στο αχανές ίντερνετ που μπαίναμε και βάζαμε κομμάτια από τα περισσεύματα της ψυχής μας, μηνύματα σε μπουκάλια πεταγμένα σε άγνωστες θάλασσες
Κάποιοι τα βρήκαν και μας έδωσαν σημάδια ελπίδας και συντροφικότητας, μας έδωσαν ελπίδα, μας έδωσαν κίνητρο, μας έμαθαν πράγματα, μας έφεραν μπροστά στον εαυτό μας γυμνούς, μας έκαναν να σκεφτούμε και να αναστοχαστούμε, μας έκαναν να ξεθάψουμε κρυμμένα και παραχωμένα κομμάτια μας.
Έγιναν μέρος της ζωής μας, μας έβαλαν σε έναν άλλο τρόπο σκέψης και αντίληψης των πραγμάτων, μοιράστηκαν μαζί μας στιγμές και ξενύχτια, ενοχές και οράματα, γέλασαν, έκλαψαν, παρεξηγήθηκαν,  έμαθαν.
Κι εμείς μετρήσαμε και μάθαμε πολλά
Τώρα είναι αλλιώς.
Μυρίζει φωτιά παντού τριγύρω, τα ζόρια είναι πολλά, οι αντοχές λιγότερες, η διάθεση του να μοιράζεσαι εσώψυχα έχει περάσει σε μια φάση παράξενης αμυντικής αναστολής
Με πνίγουν διάφορα, με στοιχειώνουν λέξεις και μουσικές, αισθήσεις και αισθήματα, πραγματικότητες και οράματα.
Γράφω και τα κρατάω πλέον, δεν ξέρω τι θα τα κάνω, δεν ξέρω αν είναι ψυχαναγκασμός ή ψυχοθεραπεία, δεν ξέρω τι μας ξημερώνει, κανείς μας δεν ξέρει. Παίρνουμε τις μέρες μια μια και κοιτάμε να κάνουμε ότι καλύτερο μπορούμε
Όσο αντέξουμε

Μέσα σε όλα αυτά, υπάρχουν και στιγμές που με κάνουν και χαμογελάω.
Να, για παράδειγμα η κοινή απόφαση μεταξύ συναδέλφων να μείνουμε στο σχολείο εθελοντικά για μια βδομάδα επιπλέον, πέντε έξι άτομα να βοηθήσουμε τα παιδιά με το μηχανογραφικό τους.
Δεν μπορούμε να τα αφήσουμε μόνα τους σε μια τόσο σημαντική στιγμή τους. Είμαστε εκεί και υπάρχουμε, επειδή είναι κι αυτά εκεί. Επειδή θα μπορούσε να ήταν και δικά μας παιδιά και θα θέλαμε να τα βοηθήσει κάποιος.
(Το ωραίο είναι πως προχθές ήρθε εγκύκλιος για να μείνουν – με πληρωμή λέει - ΔΥΟ συνάδελφοι για να βοηθήσουν με τα μηχανογραφικά. Πολύ αργά Κύριοι του υπουργείου, πολύ αργά πια. Σας ξεπεράσαμε… )

Σκεφτόμουν λοιπόν μέσα σε όλα αυτά, να έκλεινα και τον κύκλο του «Vlaxos», να τον πεθάνω διαδικτυακά, να πάω παραπέρα, να δω που θα με βγάλει.Με αυτό το σκεπτικό ξεκίνησε ετούτο το κείμενο.
Από την άλλη όμως, ίσως έτσι να κλείσω μια διέξοδο, μια εναλλακτική έκφρασης που με αποφόρτιζε κάποιες φορές και να βγω τελικά χαμένος.
Δεν ξέρω. 
Δεν έχω αποφασίσει
Αυτό που σίγουρα ξέρω είναι πως χρειάζομαι ξεκούραση

…Κι ελπίδα…

Γι΄ αυτό την κάνω, πάω να προσπαθήσω να ξανανακαλύψω πράγματα ή να χαθώ προσπαθώντας

… και βλέπουμε…

Να προσέχετε τους εαυτούς σας και όσους αγαπάτε


ΚΑΙ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΤΕ: 


Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ



Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Ανάπαυλα

Καλές δροσιές στους καύσωνες που μας κυκλώνουν. 

Τον Σεπτέμβρη ξανά.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Μια κρίσιμη αναμέτρηση




Ως γνωστόν στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα αλλά εκλογές, όμως το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι τι συμβαίνει όταν οι εκλογές μεγαλώνουν τα αδιέξοδα που υποτίθεται ότι λύνου. Κάτι τέτοιο φαίνετια ότι συνέβη στις εκλογές του 20..., που καταγράφηκαν στο βιβλίο Guiness σαν το πιο αξιοπερίεργο συμβάν στην παγκόσμια ιστορία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Ορεινός οικισμός Ανθέων στις υπώρειες του Ολύμπου, δυο χιλιόμετρα πάνω από την κοιλάδα των Μουσών. Μόνιμος πληθυσμός είκοσι επτά υπερήλικες ξεχασμένοι όχι μόνο από το κράτος, τον ιερέα της γειτονικής ενορίας, τα παιδιά και τα εγγόνια τους αλλά και από τον γραμματέα του μητροπολιτικού δήμου, που λόγω ερωτικής απογοήτευσης παρέλειψε να ενεργήσει για τον ορισμό δικαστικού αντιπροσώπου. Οι επαναληπτικές εκλογές που προκηρύχτηκαν σε διάστημα επτά ημερών, όπως ο εκλογικός νόμος ορίζει, θα περνούσαν εντελώς απαρατήρητες ακόμη και από τον επαρχιακό τύπο της περιοχής, αν το αποτέλεσμά τους δεν ήταν σε θέση να ανατρέψει την εύθραυστη διαφορά των δώδεκα ψήφων, που σύμφωνα με την τελική καταμέτρηση χώριζε τους δύο μονομάχους.
Όσα προβλήματα κι αν δημιουργούσε στον τόπο η παράταση της ακυβερνησίας, το ατυχές αυτό περιστατικό αντιμετωπίστηκε σαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την προβολή των δημοκρατικών θεσμών και την επιβεβαίωση της λαϊκής κυριαρχίας, γιατί, σύμφωνα με το διάγγελμα του υπηρεσιακού πρωθυπουργού, ποτέ άλλοτε η ψήφος των πολιτών δεν είχε τόση αξία και ποτέ άλλοτε μια μικρή κοινότητα δεν καλούνταν να αποφασίσει για το πολιτικό μέλλον ολόκληρης της χώρας.
Από την επομένη κιόλας των εθνικών εκλογών, η ορεινή κοινότητα Ανθέων μονοπώλησε το ενδιαφέρον όλων των έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, αλλά δυστυχώς χωρίς κανένα πρακτικό αντίκρισμα στους χωρικούς, που άνοιγαν τις ασπρόμαυρες τηλεοράσεις τους μόνο για το δελτίο καιρού, νόμιζαν ότι η χρησιμότητα των εφημερίδων περιορίζεται στην καθημερινή υγιεινή τους και είχαν μαύρα μεσάνυχτα για την πρόοδο της ηλεκτρονικής τεχνολογίας. Και ενώ βρίσκονταν στο επίκεντρο των πολιτικών διεργασιών μιας ολόκληρης χώρας, οι ίδιοι συνέχιζαν τις καθημερινές τους ασχολίες, φτυαρίζοντας χιόνι από τις αυλές, υπολογίζοντας δοσολογίες φαρμάκων, καταπίνοντας κομμάτια ομίχλης και συνομιλώντας με τους νεκρούς θεούς του Ολύμπου, χωρίς να πολυνοιάζονται για τις αφίσες, τα φέιγ βολάν, τα πανό και τις μικροφωνικές με τα συνθήματα που έφεραν, Νοέμβρη μήνα, τις απόκριες στο χωριό τους.
Ήταν μια πρωτόγνωρη κατάσταση, που έκανε τα κομματικά επιτελεία των δύο μονομάχων να σηκώνουν τα χέρια ψηλά και να πειραματίζονται συνεχώς με νέους τρόπους προσέλκυσης ενός εκλογικού σώματος που αποδεικνυόταν εξαιρετικά ολιγαρκές για να ενδώσει σε υποσχέσεις, πολύ μεγάλης ηλικίας για να υποκύψει σε εκβιαστικά διλήμματα και αρκετά βαρήκοο για να καταλάβει τι λένε οι υποψήφιοι στις προεκλογικές συγκεντρώσεις. Τα πράγματα χειροτέρευσαν ακόμη περισσότερο, όταν διέρρευσαν τα αποτελέσματα της πρώτης κρυφής δημοσκόπησης σύμφωνα με την οποία δεκατέσσερις κάτοικοι δήλωναν βενιζελικοί, έξι προτιμούσαν τον στρατηγό Πλαστήρα, τρεις έκλιναν προς το κόμμα των Ελλήνων κυνηγών, άλλοι τέσσερις περίμεναν με το όπλο παρά πόδας τις αποφάσεις της επόμενης ολομέλειας του Βουκουρεστίου και μόνο ένας δήλωνε ψηφοφόρος υπαρκτού κόμματος αλλά όχι κάποιου από τα δύο κυρίαρχα.
Η αρνητική αυτή εξέλιξη ανάγκασε τον υποψήφιο του δεύτερου κόμματος να βγάλει τη γραβάτα, να κατέβει από την εξέδρα και να εμπιστευτεί σ' έναν σωματοφύλακα το ρόλεξ, για να αποδυθεί σε έναν προσωπικό προεκλογικό αγώνα, που έφερε την κωδική ονομασία “είμαι το δικό σου παιδί”, αλλά πολύ σύντομα, όταν δηλαδή φάνηκαν από τις κρυφές δημοσκοπήσεις τα πρώτα θετικά αποτελέσματα, ακολουθήθηκε και από τον υποψήφιο του άλλου κόμματος, που παράτησε το αρμάνι, άφησε τη χρυσή αλυσίδα και κατέβηκε από το τζιπ, για να αποδυθεί σε έναν εξίσου προσωπικό προεκλογικό αγώνα, που έφερε την κωδική ονομασία “είμαι το δικό σου εγγόνι”.
Πράγματι, ό,τι συνέβη τις τρεις τελευταίες μέρες πριν από τις εκλογές αποτέλεσε ένα ανεπανάληπτο θέαμα που ξεπέρασε σε τηλεθέαση ακόμη και τα ριάλιτι, αφού προς δημόσια τέρψη προβαλλόταν η εικόνα των διεκδικητών της εξουσίας που τριγυρνούσαν πρωί πρωί με ρούχα που δανείστηκαν από τους κηπουρούς τους, για να μαζέψουν τα αβγά από το κοτέτσι, να καθαρίσουν τις σβουνιές από το μαντρί ή να αρμέξουν την κατσίκα, δραστηριότητες που δυστυχώς αποτέλεσαν αντικείμενο κακόβουλης σάτιρας στο διαδίκτυο με σχόλια του τύπου “επιχείρηση χρυσά αβγά” ή “σκατά τα κάναμε” ή “ψηφίστε με για να σας αρμέξω καλύτερα”, και όταν έπεφτε το βράδυ μπορούσε κανείς να τους δει να κάθονται ώρες ατέλειωτες δίπλα στο προσκέφαλο των γερόντων κρατώντας προστατευτικά το χέρι τους και να ακούν με ενδιαφέρον ιστορίες από την κατοχή και τον εμφύλιο, τους χίτες, τους ταγματασφαλίτες και τους μαυραγορίτες της περιοχής, κι ας διαδίδονταν διάφορες φήμες για το ύποπτο οικογενειακό παρελθόν των δύο πολιτικών ανδρών.
Κι όταν το απόγευμα της παραμονής των εκλογών ξανάβαλαν τα ρόλεξ, τις γραβάτες και τα αρμάνι τους και επιβιβάστηκαν στα πελώρια μαύρα τζιπ, φτύνοντας πίσω τους “μπουρτζόβλαχοι” και “κωλοχωριάτες”, για να επιστρέψουν στον πολιτισμό της πρωτεύουσας με τη συνείδηση τους ήσυχη ότι έκαναν το ανθρωπίνως δυνατό για το πολιτικό μέλλον του τόπου, έφυγαν τόσο βιαστικά που δεν πρόλαβαν να δουν τους ηλικιωμένους που ξεμύτιζαν με τα μπαστουνάκια αργά αργά από τα σπίτια τους, για να συγκεντρωθούν στην άδεια πλατεία.
Το βράδυ της άλλης μέρας που άνοιξε η κάλπη βρέθηκαν δεκαπέντε ψήφοι που ήταν άκυροι λόγω των κοσμητικών επιθέτων πάνω στα ψηφοδέλτια των δύο κομμάτων και άλλοι δώδεκα υπέρ του δεύτερου, πράγμα που πολύ απλά μεταφράζεται στην παγκόσμια πρωτοτυπία της απόλυτης ισοψηφίας των δύο πρώτων κομμάτων.
Αλλά επειδή, όπως ορθά ειπώθηκε στην αρχή, στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα αλλά εκλογές, το αδιέξοδο λύθηκε με επαναληπτικές εκλογές σε εθνική αυτή τη φορά κλίμακα που χάρισαν, επιτέλους, στον τόπο μια υπεύθυνη πολιτική ηγεσία και μια εξίσου υπεύθυνη αξιωματική αντιπολίτευση.
Για την ιστορία, ο ερωτευμένος γραμματέας δεν ξέχασε αυτή τη φορά να ενεργήσει για τον ορισμό δικαστικού αντιπροσώπου, αλλά εκ του αποτελέσματος αποδείχτηκε εντελώς άσκοπο το ενδιαφέρον του, αφού κανείς από τους είκοσι επτά ηλικιωμένους κατοίκους του χωριού δεν ξαναπήγε να ψηφίσει.
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης 

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

LYNYRD SKYNYRD – ΑΘΗΝΑ 18/06/2012








Με τις πρώτες νότες, θυμήθηκα γιατί ξεκίνησα να παίζω κιθάρα,
τους χαμένους φίλους που παίζαμε μαζί σε ανήλιαγα υπόγεια και σε στούντιο προχειροφτιαγμένα με επένδυση από αυγοθήκες στους τοίχους,
τις ζεστές μπύρες και τα τράκα τσιγάρα

Θυμήθηκα γιατί πονάνε οι μνήμες από φίλους που πέρασαν και άφησαν πίσω τους πέντε κουβέντες, κάμποσα μεθύσια και όνειρα μιας εφηβείας που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχαστούν, πριν επιλέξουν άλλους κόσμους να συνεχίσουν να ροκάρουν

Θυμήθηκα τους δρόμους που άφηνα πίσω μου κι εκείνους που ανοίγονταν μπροστά μου και τον αέρα στα πυκνά και μακριά – τότε- μαλλιά.
(Εντάξει, ακόμη πυκνά είναι, μακριά όμως μόνο από μέσα)

Αυτό το βράδυ άδειασα το φλασκί μου στητός και όρθιος και ξαναθυμήθηκα πότε άρχισα να αγαπώ τη ζωή

… και με το Free Bird σαν τελευταίο τραγούδι, 

πείσμωσα


Όχι ρε κουφάλες, δεν ξοφλήσαμε ακόμη όσο και να το θέλανε κάποιοι.
Εδώ γύρω παραμένουμε κι ας μην μιλάμε πολύ πια

Αν μάθαμε κάτι τόσα χρόνια, είναι να προσέχουμε την ψυχή μας,

να έχουμε κότσια

και να αντέχουμε



Με αυτή την σειρά…

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Μια ανεπηρέαστη ψήφος

Η κρίση του λαού δεν μπορεί παρά να γίνει σεβαστή, έστω κι αν η ψήφος του εκβιάστηκε με τρομοκρατικά διλήμματα, έστω κι αν το εγχώριο κεφάλαιο εκβίαζε με απολύσεις, έστω κι αν εξωτερικοί παράγοντες εκβίαζαν με έξοδο από το ευρό, έστω κι αν τα μμε εκβίαζαν με πτώχευση.
Ό,τι συνέβη τον τελευταίο μήνα, που έθρεψε με ελπίδες πολιτικές αυταπάτες δεκαετιών, αποκαλύπτει τις στρεβλώσεις, τις αγκυλώσεις, τους περιορισμούς, τις αδυναμίες και, τελικά, τη φενάκη της δημοκρατίας, που τεντώνει, ξεχειλώνει και κονταίνει ανάλογα με τα κυρίαρχα συμφέροντα.
Τώρα όμως που η καραμέλα της επαναδιαπραγμάτευσης έχει σχεδόν λιώσει στο στόμα όσων για λόγους προεκλογικής ανάγκης την έγλειφαν και θα βρεθούμε να πανηγυρίζουμε τη μία και μόνη νίκη εναντίον των Γερμανών -μιλώ ασφαλώς για τον επικείμενο ποδοσφαιρικό αγώνα-, πολύ φοβάμαι ότι η αξιοπρέπειά μας ξανά θα ταπεινώνεται από τις γονυκλισίες των εθνικών μας κυβερνώντων, από τις ασχήμιες των εθνικών μας ροπαλοφόρων και από τις αυτοκτονίες των εθνικών μας οραμάτων.
Το μόνο παρήγορο σε όλα αυτά είναι η εκτίναξη στο ιλιγγιώδες 26,89, που αν δεν μεταφραστεί σε αλαζονεία, είναι μια πολιτική παρακαταθήκη για το μέλλον, που γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, αν λάβει κανείς υπόψη τη ρητή δέσμευση για μια "κινηματική αντιπολίτευση". 
Έτσι ακριβώς, κινηματική, με ενεργούς και σκεπτόμενους πολίτες, που δεν θα ανέχονται την διαστροφική γοητεία που ο βιαστής ασκεί πάνω σε ορισμένα θύματα, αλλά θα βεβαιώνουν τη δημοκρατία στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στο εργοστάσιο, στο καφενείο και στο δρόμο μπροστά στην απαστράπτουσα σημερινή καρικατούρα της. 
Χαρακτηριστικό δείγμα: το πρώτο που έχει να κάνει ο Σαμαράς, έλεγε συστημικός δημοσιογράφος μετά τη γνωστοποίηση του αποτελέσματος, είναι μια δήλωση που θα καθησυχάζει το χρηματιστήριο του Χονκ Κονκ, λίγο πριν από το άνοιγμά του...

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Μια συνετή ψήφος


Μια από τις τελευταίες γραμμές άμυνας των εγχώριων και διεθνών μέσων ενημέρωσης είναι η μονότονη παρότρυνση για συνετή ψήφο, που φωτογραφίζει ένα ορισμένο πολιτικό κόμμα και αποκλείει ένα άλλο. Αφήνω λοιπόν στην άκρη τα διαόλια μου για ό,τι συνέβη σε αυτόν τον ρημαγμένο τόπο τα τελευταία σαράντα χρόνια και προσπαθώ με ορθολογικά κριτήρια να πάρω την απόφασή μου, εξετάζοντας ποιο πολιτικό πρόγραμμα:
- έχει ήδη ανοίξει τη συζήτηση στην Ευρώπη για την αδιέξοδη πολιτική των μνημονίων,
- εναντιώνεται στην πλήρη ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών αγαθών και στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και του ορυκτού πλούτου,
- εκλαμβάνει το κοινωνικό σώμα όχι με την ιδιότητα του ατόμου αλλά του πολίτη και αναζητά τους πολιτικούς όρους για την ενεργοποίησή του σε μορφές οικολογικής, κοινωνικής και πολιτικής δράσης,
- λαμβάνει μέριμνα για την προστασία των κατώτερων κοινωνικών τάξεων μπροστά στην αρπακτικότητα του κεφαλαίου και περιλαμβάνει μέτρα για την αναδιανομή του δημόσιου πλούτου,
- επικαλείται την αρχή της ισότητας, της αλληλεγγύης και της αξιοκρατίας όχι σαν φτηνά ιδεολογικά άλλοθι αλλά σαν πολιτικές έννοιες προς κοινωνική εφαρμογή. 
Δεν είμαι αφελής για να αγνοώ την απόσταση ανάμεσα σε ένα πολιτικό πρόγραμμα και σε μια κυβερνητική πολιτική, πολύ δε περισσότερο όταν οι αντικειμενικές δυσκολίες και οι υποκειμενικές αδυναμίες είναι κάτι παραπάνω από ολοφάνερες. Κι όμως ψηφίζω αριστερά, πάντα άλλωστε αυτό έκανα, κι είναι θαρρώ μια απολύτως συνετή ψήφος.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Όλα λάμπουν

Τελευταίο στάδιο της μεγάλης φυλετικής εκκαθάρισης, που απάλλαξε μια και καλή τον τόπο από όλους τους μετανάστες, τους πρόσφυγες, τους τυφλούς, τους τραυλούς, τους ανάπηρους, τους κωφάλαλους, τους καθυστερημένους, τους φορείς του AIDS, τους αριστερούς, τους αθίγγανους, τους ψυχασθενείς και ασφαλώς τους ομοφυλόφιλους, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε στο τέλος να μείνει μόνο το ένα δέκατο του αρχικού πληθυσμού της χώρας, ήταν το στάδιο της γλωσσικής απολύμανσης απ' όλα τα ξενόφερτα λεκτικά στοιχεία, που εδώ και αιώνες μόλυναν την ελληνική γλώσσα με την ύποπτη ανοχή ή την προδοτική συνενοχή όλων των σάπιων καθεστώτων του παρελθόντος, πλην βεβαίως κάποιων φωτεινών εξαιρέσεων όπως η μεταξική δικτατορία και επταετής επανάσταση των συνταγματαρχών.
Συστάθηκε λοιπόν ειδική επιτροπή από γνωστούς γλωσσολόγους με αποστολή την κατάρτιση καταλόγου από αναφομοίωτες δάνειες λέξεις, που αποτέλεσε τη βάση για την πρώτη μαζική εκκαθάριση της γλώσσας. Παρά τα προβλήματα που εμφανίστηκαν στο ειδικό λεξιλόγιο, με χαρακτηριστικότερη τη διχογνωμία που για δώδεκα  συνεχόμενα χρόνια απασχόλησε τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο για το μονολεκτικό γλωσσικό ισοδύναμο του αλληλούια και του αμήν, το έργο υλοποιήθηκε χάρη στην κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού και τον ενθουσιασμό του κοινωνικού σώματος, αφού αρκούσε  ένας τεχνικός όρος ή ένα σημείο στίξης, για να καλυφθούν με μπογιά βιτρίνες καταστημάτων ή να ξηλωθούν διαφημιστικές επιγραφές ή να καταγγελθούν ανύποπτοι πολίτες από τους γείτονές τους ή να αποκηρυχτούν γονείς από τα παιδιά τους ή να καούν δημοσίως πασίγνωστα βιβλία.
Η επόμενη φάση, που σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό έφερε τον τίτλο μία λέξη-μία έννοια, στράφηκε εναντίον της πολυσημίας των λέξεων με την κατάργηση όλων των συνωνύμων και την απαλοιφή της μεταφορικής σημασίας και των συνυποδηλωτικών διατυπώσεων, προκειμένου να λείψουν από την καθημερινή επικοινωνία οι ενοχλητικές παρανοήσεις και να πάψουν οριστικά τα λανθάνοντα νοήματα του λαϊκού σκώμματος και της καλλιτεχνικής σάτιρας, όπως αυτά που η ιστορική εμπειρία βεβαιώνει για το αδίκως διασυρμένο πουλί των απριλιανών συνταγματαρχών, πράγμα που ελάφρυνε το επίσημο λεξικό από σελίδες με άχρηστες λέξεις ή επικίνδυνες έννοιες.
Τελευταίο και πιο αποφασιστικό βήμα ήταν ο εντοπισμός όλων των αφομοιωμένων δάνειων λέξεων, με το επιχείρημα ότι είναι τα συγκαλυμμένα, και γι' αυτό πιο επικίνδυνα, υπολείμματα των βδελυρών γλωσσικών επιμειξιών του παρελθόντος. Η προσπάθεια που στην αρχή αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα, καθώς θα έπρεπε να επινοηθούν νέες λέξεις, όπως ο τεχνητοπίδακας αντί του σιντριβανιού, ή περιφραστικές διατυπώσεις, όπως το υφάλμυρο ύδωρ γαλαζωπής αποχρώσεως αντί της θάλασσας, στέφθηκε στο τέλος με απόλυτη επιτυχία χάρη στη συνδρομή των μέσων ενημέρωσης που καθημερινά δημοσιοποιούσαν καταλόγους με απαγορευμένες λέξεις και πρόβαλλαν σε απευθείας αναμετάδοση την δημόσια τιμωρία της  στοματορραφής όσων από άγνοια ή αφέλεια ή δόλο επέμεναν να τις χρησιμοποιούν, εκτός ασφαλώς από τις τρεις ιερές λέξεις-εμβλήματα του νέου καθεστώτος, δηλαδή τον ρατσισμό, την προπαγάνδα και τον νεοναζισμό, που σύμφωνα με μια πολύ ενδιαφέρουσα γλωσσολογική άποψη ανάγονταν ετυμολογικά σε άγραφες λέξεις των προελλήνων, άγνωστο όμως σε ποιες.
Αλλά τότε παρουσιάστηκε το μεγάλο ζήτημα της φοινινικής προέλευσης του ελληνικού αλφαβήτου, που καθιστούσε στα μάτια των πιο σοβαρών διανοουμένων ύποπτες ακόμη κι όσες λέξεις αναγνωρίζονταν σαν απολύτως ελληνογενείς. Η λύση που δόθηκε φανερώνει με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο την τόλμη και την αποφασιστικότητα των κυβερνώντων, που με την τελευταία ανακοίνωση που εξέδωσαν κατάργησαν στο εξής την ανάγκη της γλωσσικής επικοινωνίας, ακύρωσαν το επίσημο λεξικό και κάλεσαν όλο το λαό στην πλατεία του Συντάγματος σε δημόσια διαβούλευση για το μέλλον του έθνους.
Όταν λοιπόν συγκεντρώθηκαν οι τελευταίοι και οι πιο γνήσιοι εκπρόσωποι αυτού του ηρωικού γένους, αφού στο μεταξύ υπήρξαν και άλλες φυλετικές εκκαθαρίσεις σε βάρος των ναρκομανών, των κοντών, των αριστερόχειρων, των μελαχρινών, των ευτραφών, των ηλικιωμένων, των ανέργων, των γυναικών, των παράφωνων, των αρρώστων, των ερωτευμένων και ασφαλώς των ποιητών θα μπορούσε κανείς να απολαύσει το μοναδικό στην ιστορία θέαμα ενός ολόκληρου λαού σε απόλυτη ομοψυχία, που δεν χρειαζόταν πια τη γλώσσα για να επικοινωνεί, αλλά μόνο τα ηχηρά επιφωνήματα του μεγάλου ηγέτη, που έμοιαζαν με βρυχηθμούς, και τις συγκαταβατικές αναφωνήσεις του κοινού, που έμοιαζαν με βελάσματα.
Αλλά ακόμη πιο εντυπωσιακή, σχεδόν μεγαλειώδης, ήταν η εικόνα του ολιγάριθμου αυτού έθνους που συνεπαρμένο από την ιδέα της φυλετικής και της γλωσσικής του καθαρότητας δεν δίστασε να αποφασίσει παμψηφεί την οικειοθελή ευθανασία του, προκειμένου να διαφυλάξει στα ακούνητα σπερματοζωάρια και στις λευκές σελίδες του λεξικού του τη γενετική και πνευματική ιδιοπροσωπία του αμόλυντη και αναλλοίωτη στον αιώνα των αιώνων.

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Πες μου κάτι

Σαν να έχει περάσει ένας ολόκληρος αιώνας μέσα σε οχτώ μόλις χρόνια, που ήρθαν κι έφυγαν με την βιασύνη των καινούριων μαγνητικών αμαξοστοιχιών στην Κίνα, ώσπου να κοιτάξεις έξω από το παράθυρο είσαι ήδη αλλού. 
Τον είχα αφήσει στις Συκιές, να συνομιλεί με τη μοναξιά του με τηλεφωνικά μηνύματα που έστελνε στον εαυτό του, “Πες μου κάτι. Ό,τι να 'ναι”, κι ύστερα να στήνει διαλόγους με αραδιασμένα στρατιωτάκια, “Εσύ Πέτρος, αυτός Κώστας, ο άλλος Λευτέρης, να και η Σόνια”. 
Την προηγούμενη φορά που τον θυμήθηκα βρισκόμουν έξω από τα Ιωάννινα. “Μουσείο κέρινων ομοιωμάτων” πρόλαβα να διαβάσω στην πινακίδα και προτού να εξηγήσω τον συσχετισμό, ήμουν ήδη αλλού, έτρεχα μ' εκατόν εξήντα να προλάβω το πλοίο για την Κέρκυρα. Τώρα όμως που προαισθάνομαι ξανά την παρουσία του κάτω από τα πλήκτρα του υπολογιστή μου, με αφορμή τη λεζάντα μιας μεσημεριανής εκπομπής για το πώς θα βελτιώσετε το Feng Shui του σπιτιού σας, στέκομαι και τον παρατηρώ με την απορία του επιβάτη μιας υπερταχείας αμαξοστοιχίας μπροστά σε έναν εγκαταλελειμμένο σταθμό στη μέση της ερήμου. 
Τον βρίσκω στο οροφοδιαμέρισμά του στις Συκιές, που κάποτε περιέγραφα σαν το βασίλειο του Feng Shui αλλά νομίζω πλέον ότι πιο ακριβής θα ήταν μια αναλογία με το μουσείο του Βρέλλη: μια κέρινη απεικόνιση της ζωής του με τα σημαντικότερα περιστατικά των τελευταίων οχτώ χρόνων. 
Στην κουζίνα απορροφημένος από μια πανεπιστημιακή διάλεξη για το αστικό δίκαιο, στην κρεβατοκάμαρα του πατέρα του σκυμμένος πάνω από ένα παραμορφωμένο σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα πτώμα, στο υπνοδωμάτιο του κουκουλοφόρος με μια μολότοφ στα χέρια μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο του Συντάγματος, στον ξενώνα αμήχανος ενώ διαβάζει το γυναικείο όνομα σε ένα αεροπορικό εισιτήριο με προορισμό τη Μελβούρνη, στον διάδρομο ντυμένος στο χακί τη στιγμή που λογχίζει στον αέρα κάποιον αόρατο εχθρό και στο σαλόνι καθιστός στο πάτωμα με ένα σταθερό τηλέφωνο ανάμεσα στα πόδια. 
Αναρωτιέμαι ποιο ανάμεσά τους θα μπορούσε να παρουσιάσει λογοτεχνικό ενδιαφέρον και νιώθω το βλέμμα μου να απογειώνεται νοερά από τη γυρισμένη πλάτη του ήρωα, το σωρό με τα ανοιγμένα έγγραφα που είναι αραδιασμένα γύρω του και τα πρώτα ίχνη φαλάκρας κάτω από τα μακριά μαλλιά του προς τη μαυροντυμένη μορφή ενός ψηλόλιγνου εφήβου που κλείνει σε ένα μπουκάλι με αναμμένο φυτίλι όλα τα αστικά δίκαια, όλα τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, όλα τα αεροπορικά εισιτήρια και όλους τους στρατιωτικούς λογχισμούς της ζωής του, προκειμένου να ζεστάνει με ένα πυρπολημένο δέντρο τον πιο παγωμένο Δεκέμβρη της ζωής του. 
Θυμάμαι ολοκάθαρα τη νύχτα αυτή, αφού πέντε έξι τετράγωνα παρακάτω από τη νεκρή φύση του Συντάγματος η συγγραφική μου ανασφάλεια χαμογελούσε κολακευμένη σε μια ακόμη ανούσια βιβλιοπαρουσίαση. Προσπαθώ να ανακαλέσω τα πιο θετικά σχόλια των εισηγητών, αλλά με προλαβαίνει ο ήχος μιας τηλεφωνικής κλήσης. 
“Όταν με ειδοποίησαν για την πρώτη μου δουλειά σε ένα δικηγορικό γραφείο, έσφιγγα το χέρι της Λιάνας μπροστά στον Λευκό Πύργο, όλα θα πάνε καλά, της έλεγα, θα δεις. Δεν ξέρω αν έφταιξε ο κουτσουρεμένος μισθός μου ή η κάμερα πάνω από το κεφάλι μου ή το συμφωνητικό που υπέγραψα ότι αποποιούμαι κάθε δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσης ή το ξεχειλωμένο ωράριο των δέκα ωρών ημερησίως. Πάντως κάθε φορά που σήκωνα τα μάτια από τον υπολογιστή κι έβλεπα τα σκεβρωμένα πρόσωπα των άλλων τριών χειρωνακτών του πληκτρολογίου, με τους οποίους μοιραζόμουνα το στενό διάδρομο που έφερε την επιγραφή “γραφείο βοηθητικού προσωπικού”, ήξερα πολύ καλά τι σημαίνει να χαραμίζεις άσκοπα τη ζωή σου. 
 Το χειρότερο όμως είναι ότι τώρα, που έφυγε η Λιάνα και γέμισε το σαλόνι με απλήρωτους λογαριασμούς του ρεύματος, του τηλεφώνου, του νερού και δικαστικές ειδοποιήσεις για διακανονισμό των οφειλόμενων δόσεων του διαμερίσματος, φοβάμαι ότι θα καταλήξω σαν εκείνη τη γυναίκα από την Ολλανδία, αν δεν κάνω λάθος, που στοίβαζε για χρόνια στο διαμέρισμά της άχρηστα προϊόντα από το σούπερ μάρκετ, ώστε όταν πέθανε έψαχναν τρεις ώρες για να βρουν το πτώμα της. 
Θέλω να πω ότι όσο περνάει ο καιρός, αρχίζω να σκέφτομαι ότι ίσως η νεκρή ζωή που διέκρινα στα πρόσωπα των συναδέλφων μου να ήταν προτιμότερη από τις τριάντα αναπάντητες κλήσεις που έκανα σήμερα με απόκρυψη στο κινητό μου με την ελπίδα ότι μία τουλάχιστον ανάμεσά τους δεν θα προέρχεται από το δικό μου σταθερό κι ίσως μάλιστα να είναι κάποιος εργοδότης, ακόμη κι από εκείνο το μεγάλο δικηγορικό γραφείο, που θα με πληροφορεί ότι βρήκε πολύ ενδιαφέρον το βιογραφικό μου κι ότι θα 'θελε να διαπιστώσει από κοντά αν του κάνω. Όμως για να μην νομίζεις ότι είμαι αχάριστος, νιώθω την ανάγκη να σε ευχαριστήσω, γιατί σε αντίθεση με όλους τους άλλους που περιμένουν μάταια ένα τέτοιο τηλεφώνημα εγώ τουλάχιστον μπορώ να παρηγοριέμαι με την ιδέα ότι θα γίνω για δεύτερη φορά το συγγραφικό σου άλλοθι. Αρκεί βέβαια να έχεις βρει το θέμα σου. Πες μου, σε παρακαλώ, το βρήκες;” 
Έφυγα με σκυμμένο το κεφάλι χωρίς να του απαντήσω, αλλά τώρα που κοντεύω να τελειώσω το διήγημα, μπορώ με βεβαιότητα να ισχυριστώ ότι το βρήκα. Και το θέμα και το άλλοθι. Τρομάζω μόνο στην ιδέα του τι θα βρω εδώ μέσα αν ξανάρθω ύστερα από οχτώ χρόνια.
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Θέλω τα λεξοτανίλ μου

  Τον πρώτο καιρό η κατάσταση ήταν απολύτως ελεγχόμενη. Ορατές ελλείψεις δεν υπήρχαν στα περισσότερα φαρμακεία, ή αν υπήρχαν αποκρύβονταν από τα μέσα ενημέρωσης και τα αποθέματα που φυλάσσονταν στην κρατική φαρμακαποθήκη έφταναν, σύμφωνα με ανακοίνωση του αρμόδιου υπουργού, για όσο διάστημα χρειαζόταν.
  Πού και πού διέρρεαν πληροφορίες για άυπνους ηλικιωμένους που τριγυρνούσαν τις νύχτες στους δρόμους ή για ζευγάρια που χαριεντίζονταν μέχρι τα ξημερώματα στα παγκάκια των δημόσιων πάρκων ή για παιδιά που εξομολογούνταν στους συμμαθητές τους όνειρα που είδαν, αλλά η κρατική υπηρεσία ψυχικής υγείας διέψευδε κατηγορηματικά τη φημολογία, κάνοντας λόγο για ψευδαισθησιακή στρέβλωση ενός ενοχικού συλλογικού υποσυνείδητου που διατηρεί ακόμη κάποια υπολείμματα μνήμης από την παλιά εποχή της στέρησης. 
  Αλλά κάπου εκεί, ανάμεσα δηλαδή σε μια έλλειψη που δεν ήταν ακόμη πραγματική έλλειψη και στην ανάμνηση μιας στέρησης που είχε για την ώρα δώσει τη θέση της στη βεβαιότητα της αφθονίας, άρχισε ύπουλα να τρυπώνει ο φόβος της αγρύπνιας με αυτές τις χαρακτηριστικές εικόνες που ο καθένας μπορούσε να ανακαλέσει από ένα σχετικά πρόσφατο παρελθόν, το παγωμένο δηλαδή ντουζ, τα αυτοκόλλητα τσιρότα κι η άσκοπη περιφορά στους δρόμους ώστε να τεθούν σε αναγκαστική αϋπνία οι χειρότεροι εφιάλτες, αλλά όσο συχνότερα επανέρχονταν αυτές οι εικόνες τόσο περισσότερο παρατεινόταν η ώρα της μαζικής κατάκλισης για κάποια τρομακτικά δευτερόλεπτα αμφιβολίας, εξαναγκάζοντας αρκετούς χρήστες του φαρμάκου στη λύση της αυξημένης δοσολογίας. 
  Αντί λοιπόν για τα συνηθισμένα δύο δισκία άρχισαν να παίρνουν δυόμιση, ύστερα τρία και οι πιο ασύνετοι έφτασαν μέχρι τα τέσσερα. Έπεφταν σαν μολύβι στο κρεβάτι, φροντίζοντας από πριν για διαθέσιμες προμήθειες κάτω από το προσκέφαλό τους, κι ήταν ίσως η πρώτη φορά από τότε που η κυβερνητική αρχή επέβαλε την μαζική χρήση του σκευάσματος, που απολάμβαναν έναν τόσο αδιατάρακτο και παρατεταμένο ύπνο, χωρίς καν να ενοχλούνται από το ακατάληπτο ψέλλισμά τους, τη μόνη δηλαδή γνωστή παρενέργεια από τη χρήση του φαρμάκου, που κάποιες φορές έκανε ακόμη και τα κατοικίδια τους να βγαίνουν στο μπαλκόνι και να γρυλίζουν φοβισμένα. 
  Αλλά αυτή η κατακόρυφη αύξηση της κατανάλωσης, που για όσους μήνες κράτησε, προσέφερε στη χώρα την εθνική περηφάνια της αναρρίχησής της στο νούμερο δεκαεννιά της σχετικής κατάταξης παγκοσμίως, μεγάλωσε τις γνωστές δυσλειτουργίες του οικονομικού νόμου της αγοράς και της ζήτησης, έτσι που να κινδυνεύει με κατάρρευση ολόκληρο το σύστημα. Η πολυεθνική δήλωνε αδυναμία ανταπόκρισης, το σκεύασμα άρχισε να εξαφανίζεται από τα ράφια των φαρμακείων κι όσα απέμειναν κόστιζαν μια ολόκληρη περιουσία, ενώ τα αποθέματα της κρατικής φαρμακαποθήκης αποδείχτηκαν πολύ κατώτερα από τις αρχικές ανακοινώσεις, αφού εξαντλήθηκαν από τη δεύτερη κιόλας μέρα. 
  Και μπορούσες εκείνη την ταραγμένη περίοδο, που σύμφωνα με τους κατοπινούς μελετητές δεν είχε κανένα ιστορικό ανάλογο, να δεις την επαλήθευση των πιο επαναστατικών θεωριών της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας για τη μετουσίωση της αισθητικής έκφρασης σε κοινωνική πράξη: ανθρώπους δηλαδή που έβαζαν για ύπνο τα κατοικίδιά τους και έβγαιναν για να γρυλίσουν οι ίδιοι στα μπαλκόνια ή μαγαζάτορες που άνοιγαν μεταμεσονύκτια τα εμπορικά τους όχι για να εξυπηρετήσουν τον κόσμο αλλά για να έχουν οι ίδιοι κάτι να κάνουν ή εξοργισμένους ροπαλοφόρους που έκαναν επιθέσεις σε ηλικιωμένους, προκειμένου να μειωθεί η αυξημένη ζήτηση του φαρμάκου, ή εργάτες που εκλιπαρούσαν για νυχτερινή βάρδια στα εργοστάσια αλλά ήταν ανίκανοι να επιτελέσουν την πιο απλή χειρωνακτική δραστηριότητα ή νυχτοφύλακες που απηύθυναν ερώτημα στους γλωσσολόγους αν είναι δόκιμο να ονομάζονται ημεροφύλακες ή ένα ιδιόρρυθμο νησί που κατήγγειλε την ηπειρωτική χώρα για κλοπή των πνευματικών του δικαιωμάτων στην κοινωνική πατέντα. 
  Τότε ακριβώς η κυβερνητική αρχή, για να αντιμετωπίσει την επιδημία της αγρύπνιας, ανακοίνωσε την απόφασή της να προβάλλονται συνεχώς από τα τηλεοπτικά μέσα αισθησιακές ταινίες, σε βαθμό που να επισημαίνεται από τον ιατρικό σύλλογο ο κίνδυνος της αυνανιστικής εξουθένωσης του πληθυσμού, και να σαλπίζουν όλες οι δημοτικές μπάντες εθνικά εμβατήρια, με αποτέλεσμα να βγουν λόγω παρανόησης μερικά τανκς στους δρόμους, και να συσταθούν ειδικά συνεργεία για την αναγκαστική χορήγηση του γεννόσημου, παρά τις παρενέργειες που προκάλεσε στον υπουργό υγείας όταν σε απευθείας μετάδοση το δοκίμασε πρώτος και άρχισε να απαγγέλει από μνήμης ολόκληρα αποσπάσματα βουκολικής ποίησης, και, τέλος, να κηρυχτεί η χώρα σε κατάσταση πολεμικής ετοιμότητας, μπροστά στη σκευωρία που οργάνωναν σκοτεινά κέντρα του εξωτερικού και του εσωτερικού εναντίον της. 
  Αλλά όταν σε εκείνες τις πολύ κρίσιμες στιγμές, που η νύστα βάραινε τα βλέφαρα των ανθρώπων με την ελπίδα να ανταλλάξουν ό,τι τους είχε απομείνει για μια ακόμη πίστωση χρόνου στην αγκαλιά του χημικού τους Μορφέα και με τον τρόμο που γεννούσε η επίγνωση ότι δεν είχαν τίποτα άλλο για να ανταλλάξουν, άρχισαν χωρίς να το σχεδιάζουν, ίσως μάλιστα και χωρίς να το επιθυμούν, να βγαίνουν σιγά σιγά από την ελπίδα και τον τρόμο και μη έχοντας τίποτα άλλο να περιμένουν ή να φοβούνται, ξάπλωσαν στα κρεβάτια τους και παραδόθηκαν στον πιο ελαφρύ τους ύπνο.  
  Έχουν ήδη περάσει τριάντα χρόνια από τότε, κι οι γνώμες για ό,τι συνέβη εξακολουθούν να διίστανται. Η πολυεθνική επικαλείται το παράδειγμά των παράξενων εκείνων ανθρώπων, για να υποστηρίξει τις συνέπειες που προκαλεί η στέρηση του φαρμάκου. Οι πιο έγκριτοι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι ήταν ο πιο παρατεταμένος Μάιος, που από μια ημερολογιακή ιδιοτροπία, κάλυψε ολόκληρο σχεδόν τον Ιούνιο. Οι ίδιοι, πάντως, ισχυρίζονται ότι κοιμήθηκαν με την πιο σκοτεινή ύλη των ονείρων τους και όταν έφτασαν στα έγκατά της ξαναθυμήθηκαν τη μακριά αφήγηση των παππούδων τους δίπλα από το τζάκι μια χιονισμένη μέρα του Φλεβάρη. 
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Αξίζει




Αξίζει
για τα Κυριακάτικα πρωινά την άνοιξη
για ότι υπόσχονται μερικά φουσκωμένα σύννεφα σε ένα αέναο γαλάζιο
για τα μωρουδιακά γέλια από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου
για την έκφραση του μικρού Άτζεμ στο φανάρι όταν αντί για λεφτά
του δίνεις ένα μεγάλο γλυκό

για τις αγκαλιές και τα δάκρυα των φίλων που έχουν να σε δουν καιρό
από την έναρξη της φθοράς και πίσω
για το χάδι των γονιών με τα ροζιασμένα και παραμορφωμένα χέρια τους
για το κύλισμα στο χορτάρια με τα πιτσιρίκια

γιατί τα μάτια σου κάνουν τον χρόνο
γιατί είδαμε μαζί να ανατέλλουν ζωές
γιατί είμαστε μόνο αυτό που έχουμε

επειδή τα καλοκαίρια μένουν σε άσπρα κυκλαδίτικα σπίτια με ψάθινες καρέκλες
και φορούν ινδιάνικα χαϊμαλιά
επειδή έχουν νόημα οι πεζοπορίες στη φθινοπωρινή βροχή
με τις στάλες να κυλούν από το περιτύλιγμα του μυαλού στον σβέρκο
επειδή ο χειμώνας μου δείχνει ποιος είμαι και το φθινόπωρο τι θα μπορούσα

για εκείνες τις φορές που η χαρά ξεπλένεται στα ματόκλαδα
και για εκείνη την αβάσταχτη θλίψη να είσαι ο φίλος που έμενε πίσω

για εκείνες τις στιγμές που το σύμπαν ξετυλίχτηκε μπροστά μου
που είδα τρις φορές την ζωή μου να γεννιέται με ένα κλάμα
και για εκείνες που η σύντροφός μου με έκανε αθάνατο

που συλλαμβάνω εικόνες που δεν νοιάζουν κανέναν άλλο
που σώζοντας κάποιον δημιουργώ κομμάτι Μοίρας
που άλλαξα ροή σε πράγματα ή που τουλάχιστον πάλεψα γι’ αυτό

που μάθαμε να μαθαίνουμε αγκαλιά
που θέλουμε να πεθάνουμε το ίδιο

που τα μόνα γέλια που ακούγονται στην γειτονιά είναι από ένα χαμόσπιτο δίπλα
από μια εγγονή και τους παππούδες της -χωρίς ρεύμα τρεις βδομάδες τώρα
που έμαθα σαν φεύγω να αφήνω απαλά τα κομμάτια μου πίσω σαν πετραδάκια
κι ας μην γυρίσω ποτέ
που έβρισα και βρίστηκα
που ήπια και με ήπιανε
που ερωτεύτηκα 
που μ΄ αγαπήσανε κι αγάπησα
που πόνεσα, που έσφαλλα, που με μέτρησαν λάθος,
που συγκρούστηκα, που ηττήθηκα, που υπάρχεις,
που αλλάζω, που ήμουν, που έγινα,
που ακόμα το παλεύω,
που προχωράω
έστω και έρποντας,
έστω και λοξά σαν κάβουρας με δαγκάνες φαγωμένες και άχρηστες
περιμένοντας παλίρροιες

Αξίζει

Χώνεψέ το κι άσ’ τους να λένε



Κούνησα το κεφάλι και δεν μου απάντησα

Χαμογέλασα και άφησα τα πόδια μου να με οδηγήσουν μπροστά