Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Η παρένθεση

Η αυτονόητη αλλά αναγκαία διευκρίνιση: 
καμία σχέση με αληθινά πρόσωπα ή περιστατικά.

Θα 'θελε να τα διαγράψει όλα από το μυαλό του μονοκοντυλιά, σαν να μην έγιναν ποτέ, και να γυρίσει αμέριμνος στην κανονική ζωή του, το πήγαινε-έλα των παιδιών, τα μικροάγχη του σχολείου, τα άγραφα διηγήματά του, ή ακόμη καλύτερα να τα κλείσει όλα ερμητικά σε μια παρένθεση, όπως συνήθως συμβαίνει με τις δευτερεύουσες επεξηγηματικές πληροφορίες ενός κειμένου, ώστε ύστερα από χρόνια όταν λόγω επαγγελματικής διαστροφής θα θεωρητικολογούσε με τους μαθητές του στο σχολείο ή με τους φίλους του στο καφενείο για την έννοια του δημοκρατικού πολίτη και την κοινωνική ευθύνη που τον βαραίνει να 'χει τη δυνατότητα να ανοίξει τη δική του παρένθεση, για να αναφερθεί με την τεχνική της επίκλησης στο ήθος του πομπού, που τόσα χρόνια δίδασκε στην έκθεση της γ' λυκείου, στη δικαστική περιπέτεια που κάποτε είχε υπερασπιζόμενος, όπως ο ίδιος πίστευε, την κοινή περί δικαίου αντίληψη και τις πιο βασικές παιδαγωγικές αρχές. 
Αλλά όσο περνούσε ο καιρός έβλεπε ότι αυτή η παρένθεση που άνοιξε στη ζωή του με την προσδοκία να περιλάβει μια σύντομη και κατά προτίμηση αρηματική φράση, όπως “πανηγυρική αθώωση στο τριμελές πλημμελιοδικείο”, εξελισσόταν σε έναν τερατώδη μακροπερίοδο λόγο που μπέρδευε το μυαλό του με δάνειες ελληνικούρες από τη νομική ορολογία, παρέμβλητα νοήματα με τη μορφή ένορκων διοικητικών εξετάσεων και κυρίως μ' ένα σύνολο από επιμέρους παρενθέσεις που περιείχαν κι άλλες δευτερεύουσες επεξηγηματικές πληροφορίες, έτσι που σιγά σιγά άρχισε να νιώθει ότι στριφογυρίζει ανάμεσα στους δαιδαλώδεις διαδρόμους νομικών διατυπώσεων κάτω από τα διερευνητικά βλέμματα των ανώνυμων σχολιαστών που είχαν αποφανθεί οριστικά και αμετάκλητα για την υπόθεσή του στα τοπικά blogs, και μάλιστα χωρίς να έχει την άμυνα της λογοτεχνικής γραφής, που όλο σε κάτι αόριστες ιδέες και ημιτελή σχεδιάσματα ναυαγούσε. 
Αν εξαιρέσουμε λοιπόν κάποιες αποσπασματικές εικόνες που του έρχονταν στα καλά καθούμενα, όπως εκείνη η παγωμένη νύχτα του Φλεβάρη με τους κουκουλοφόρους της αστυνομίας έξω από το δικαστήριο, του ήταν αδύνατο να συντάξει ένα ολοκληρωμένο κείμενο, έστω και με την προσχηματική απόσταση της λογοτεχνικής αφήγησης, για το γιατί, για το πώς και για το πότε ξεκίνησαν όλα αυτά και το μόνο που έμενε ήταν αυτή η ανοιχτή παρένθεση της δικαστικής του περιπέτειας, που λέξη τη λέξη την έβλεπε να ξεμακραίνει από την κοινή περί δικαίου αντίληψη και από τις πιο βασικές παιδαγωγικές αρχές και σιγά σιγά να μοιάζει με σενάριο θεατρικής παράστασης για καλά προετοιμασμένους ηθοποιούς ή με παρτίδα σκάκι για πολύ εξασκημένους παίκτες. 
Ίσως, τελικά, εκεί να ήταν το βασικό του σφάλμα, γιατί αν στην αρχή διατηρούσε το ελαφρυντικό της άγνοιας κινδύνου, όταν μετά από λίγο είδε το στέρεο έδαφος να υποχωρεί σαν κινούμενη άμμος κάτω από τα πόδια του, αυτός συνέχισε για κάποιον περίεργο λόγο τους θεατρικούς ερασιτεχνισμούς και τους σκακιστικούς αυτοσχεδιασμούς, εναποθέτοντας τις ελπίδες του στην ακριβοδίκαιη ζυγαριά της τυφλής και κουφής, όπως αποδείχτηκε, Θέμιδος κι αρνούμενος να αντιληφθεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή η θεσμική απονομή του δικαίου ρυθμίζεται από παράγοντες που μπορεί και να μην έχουν σχέση με την απονομή του δικαίου. 
Κι όταν, τελικά, χρειάστηκε να σπάσει και να ξανασπάσει τα μούτρα του, για να το καταλάβει, ένιωσε, όπως ακριβώς ο “χωλός” μαθητής του με τα εκπρόθεσμα δικαιολογητικά και τις μονόωρες απουσίες να σέρνει αργά τα πόδια του με 70% εγκεφαλική παράλυση σε έναν δικαστικό ανήφορο, που απ' όσο θυμόταν τη διαρρύθμιση του κτιρίου οδηγούσε στην ταράτσα του σχολείου, κάτω δηλαδή από τον ανοιχτό ουρανό μιας παγωμένης νύχτας του Φλεβάρη, από όπου είδε να γκρεμίζονται στο γκρο μπετόν του αύλειου χώρου οι πιο βασικές παιδαγωγικές αρχές του παρέα με την κοινή περί δικαίου αντίληψη. 
Είναι αλήθεια ότι κι ο ίδιος μετεωρίστηκε για λίγα λεπτά της ώρας συνεπαρμένος από τη σκοτεινή γοητεία του κενού κι όταν χαράματα πια επέστρεψε στο σπίτι κλωθογυρίζοντας στο μυαλό του όλον αυτόν τον συρφετό με τις δευτερεύουσες επεξηγηματικές πληροφορίες, στάθηκε μπροστά στον θολό από τους υδρατμούς καθρέφτη του μπάνιου του με τις κάθετες και οριζόντιες γραμμές που σχημάτισε με το δάχτυλό του σαν να πρόκειται για σκακιέρα και δοκίμασε από περιέργεια να προβάρει τη μάσκα της πιο άκαμπτης παιδαγωγικής αποστασιοποίησης και της πιο αυστηρής διοικητικής αφοσίωσης, με την ελπίδα ότι ίσως και να είναι ο καλύτερος τρόπος, για να κλείσει την εκκρεμή παρένθεση. Αλλά με το που είδε να διαγράφεται μπροστά του το συμπαγές, αυτάρεσκο κι αλαζονικό είδωλο μιας αποκρουστικής εξουσίας με μια μικρή φλεβίτσα να κλωτσάει νευρικά κάτω από τη δεξιά παρειά ανακαλώντας ίσως την ανάμνηση όλων των “χωλών” του σχολείου και της ζωής του, ξαναγύρεψε πίσω από τους υδρατμούς του καθρέφτη την παιδική αφέλεια και τον εφηβικό ρομαντισμό του και διέκρινε ένα χαμόγελο αποφασιστικότητας να διαγράφεται στο πρόσωπό του. 
Για την ιστορία, η υπόθεσή του είχε την αναμενόμενη, αίσια ποινική έκβαση και η εκτενής παρένθεση με τις δαιδαλώδεις νομικές διατυπώσεις και τα κακόβουλα σχόλια έκλεισε οριστικά, για να αποτελέσει υλικό για ένα διήγημα που από διαβολική σύμπτωση έφερε τον ίδιο ακριβώς τίτλο με αυτό εδώ κι είχε την ίδια ακριβώς πρόθεση, να πνίξει δηλαδή μέσα στη γενικολογία και την ασάφειά όχι τόσο το φόβο για νέες παρενθέσεις αλλά την απορία για το χαμένο νόημά τους. Μία και μόνη η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα δύο κείμενα, που απ' όσο μπορώ να κρίνω εντοπίζεται στο κλείσιμο του άλλου διηγήματος με τη διαπίστωση ότι ίσως, τελικά, το μόνο νόημα να 'ναι αυτές οι παρενθέσεις.

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Ήμουν κι εγώ εκεί



Πιστεύω ότι δικαιούμαι να διακηρύξω με αυτή την χαρακτηριστική φράση, που δηλώνει την προσωπική παρουσία σε ένα σημαντικό συμβάν, όπως πρόχειρα έρχεται στο μυαλό μου μια κορυφαία ποδοσφαιρική αναμέτρηση που κρίνεται στα πέναλτι ή μια αμφίρροπη ψηφοφορία στον διαγωνισμό της Eurovision, ότι ήμουν κι εγώ εκεί. Αλλά επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μην πολυγίνω πιστευτός, οφείλω από την αρχή κιόλας να διευκρινίσω πως ό,τι αποκαλύπτω εδώ με την εύσχημη υποσημείωση της λογοτεχνικής γραφής δεν είναι αντλημένο από τα άθλια λιβελογραφήματα που είδαν το φως της δημοσιότητας ούτε από τη λαϊκή παραφιλολογία που αναπτύχθηκε στο μεταξύ ούτε, ασφαλώς, από τη μυθοπλαστική αφλογιστία της φαντασίας μου, αλλά μόνο απ' ό,τι μπορώ με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορική αλήθεια και στις μελλούμενες γενιές να βεβαιώσω ως αυτόπτης μάρτυρας, αφού, όπως ήδη προείπα, ήμουν κι εγώ εκεί.
Λέω “εκεί” και νιώθω να με κατακλύζει το δέος και η νοσταλγία, σαν να αναφέρομαι σε μια άλλη πόλη και σε μια άλλη εποχή, αφού κατά έναν περίεργο λόγο πλήθυναν τον τελευταίο καιρό τόσο πολύ οι άπειροι και οι ξυνειδότες, ώστε κανείς δεν μπορεί ή δεν θέλει να θυμάται τι έγινε εδώ πέρα, κι ας μην έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο τόπος έμοιαζε μ' ένα τεράστιο καλλιτεχνικό εργοτάξιο, για να το πω με αυτό τον αδόκιμο όρο, που μεταμόρφωνε χαβούζες σε αθλητικά στάδια, άνοιγε λεωφόρους ανάμεσα σε πολυκατοικίες, σήκωνε μουσεία που ανταμετριούνταν με το ναό του Παρθενώνα, έχτιζε στη μέση του πουθενά εμπορικά κέντρα και έστρεφε όλα τα φώτα της παγκόσμιας δημοσιότητας πάνω του με τη διοργάνωση των ολυμπιακών αγώνων και με μια δημιουργική έξαψη που προσπερνούσε οριστικά το ταπεινό παρελθόν των άμεσων πατέρων και διεκδικούσε τη δόξα των πιο μακρινών προγόνων.
Συνηθίζω ακόμη και τώρα τις ώρες που μαυρίζω από την περιρρέουσα κατήφεια να περιηγούμαι στα χαρακτηριστικά έργα της εποχής, το ολυμπιακό χωριό, το στάδιο του μπάτιγκμτον και την γέφυρα του Καλατράβα, για να ξεκουράσω τα αυτιά μου με τον μακρινό απόηχο από τα τρυπάνια των κατασκευαστικών εταιρειών, ή να βάζω στο dvd τη λαμπρή τελετή έναρξης, για να ξανασυλλάβω πίσω από τη δραματοποιημένη περίληψη της ελληνικής ιστορίας το εθνικό όραμα που υποφώσκει, ή να διαβάζω κιτρινισμένα αποκόμματα από εφημερίδες της εποχής γύρω από εξοπλιστικά προγράμματα, για να νιώσω μεγαλύτερη ασφάλεια μπροστά στους εξωτερικούς κινδύνους, και έτσι καταφέρνω να ανασυστήσω με το μυαλό και τη γραφή μου την εικόνα μιας πόλης που όσοι βρισκόμαστε λίγο πολύ ακόμη στην ώριμη ηλικία “παρασκευάσαμεν” με τα λόγια του αρχαίου ιστορικού “και ες πόλεμον και ες ειρήνην αυταρκεστάτην”.
Κι αν τώρα κάθομαι και τα συζητάω είναι γιατί δεν αντέχω άλλο την ηθελημένη άγνοια και την προκλητική αχαριστία όλων των κατοπινών που αρνούνται να αναγνωρίσουν ότι, προτού να έρθουν τα πάνω κάτω, η πόλη μας υπήρξε, όπως ακριβώς η αρχαία Αθήνα, σχολείο όλης της Ελλάδας, σχολείο όλης της Ευρώπης και σχολείο όλου του κόσμου, έστω κι αν αυτό κράτησε για ένα μόνο καλοκαίρι. Πιέζω τον εαυτό μου για να βρω το συμβολικό ορόσημο πριν και μετά από αυτό το προτού και καταλήγω σ' ένα άγνωστο για τους πιο πολλούς περιστατικό της 12ης Αυγούστου του 2004, στο οποίο, όπως δήλωσα στην αρχή, ήμουν αυτόπτης μάρτυρας.
Απογευματινό ψιλόβροχο με χαμηλές ταχύτητες στη Γλυφάδα, οδηγώ ή το δικό μου το παντζέρο ή το σμαρτ της γυναίκας μου και βιάζομαι του σκοτωμού για να προλάβω τα τελευταία εισιτήρια για τους αγώνες ποδηλατοδρομίας. Από δεξιά μια μηχανή ετοιμάζεται να με προσπεράσει, αλλά τη στιγμή που φτάνει στο ύψος του παραθύρου βλέπω τον οδηγό να σηκώνει τα χέρια από το τιμόνι με μια κίνηση που φέρνει στο μυαλό μου τον Έλληνα αθλητή στο εκατοστάρι του Σίδνεϊ, αλλά όχι με το ίδιο πετυχημένο φίνις: η μοτοσικλέτα καβαλάει το κράσπεδο κι οι δυο αναβάτες της βρίσκονται στο πεζοδρόμιο, χωρίς όμως, απ' ό,τι κατάλαβα, να διατρέχουν κάποιο σοβαρό κίνδυνο.
Συνδέοντας εκ των υστέρων τα γεγονότα μπορώ να διαβεβαιώσω ότι ήταν οι δύο ολυμπιονίκες αθλητές μας, που όπως πληροφορήθηκα κατευθύνονταν στις εγκαταστάσεις του ολυμπιακού χωριού για το καθορισμένο ντόπινγκ κοντρόλ. Δεν ξέρω από ποια σκοτεινά κέντρα καθοδηγήθηκαν τα εγχώρια και παγκόσμια μέσα ενημέρωσης, αλλά ως γνωστόν το συμβάν έλαβε αρνητική δημοσιότητα και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να αντιμετωπίζεται με σκωπτική διάθεση, έστω κι αν η απόφανση της ελληνικής δικαιοσύνης είναι απολύτως ξεκάθαρη και δεν νομίζω ότι δικαιούται κανείς, πολύ δε περισσότερο εγώ, να διατηρεί αμφιβολίες για την αδέκαστη κρίση της ελληνικής δικαιοσύνης, αλλά αυτό είναι το θέμα του επόμενου διηγήματος, οπότε κωλύομαι να υπεισέλθω.
Ό,τι απομένει απ' όλα αυτά είναι ο βαρυσήμαντος λόγος του Θουκυδίδη στο κεφάλαιο 37 από τον Επιτάφιο του Περικλή, “χρώμεθα γάρ πολιτεία... αισχύνην ομολογουμένην φέρουσιν”, για να μνημειώνει στο χρόνο όχι μόνο το κλέος της αρχαίας αθηναϊκής πολιτείας αλλά κατ' αναλογία και τα επιτεύγματα της πολύ πρόσφατης ιστορίας μας, αλλά για κάποιον περίεργο λόγο όταν τα ανακαλώ στο μυαλό μου συνοδεύονται πάντα από την ανάμνηση του Γιαννάκη, του παιδικού μου φίλου στο νηπιαγωγείο, που έπασχε από όγκο στον εγκέφαλο και άρπαζε με λαχτάρα τα γλειφιτζούρια που του έδινε η μητέρα του, κάθε φορά που τον έπιαναν οι πόνοι.
Σκέφτομαι ότι τουλάχιστον αυτός είχε το ελαφρυντικό της αρρώστιας συν την παιδική του αφέλεια, αφού δεν ήξερε ότι έγλειφε μορφίνη, αλλά νομίζω ότι ακόμη κι αν το ήξερε δεν θα τον ενοχλούσε καθόλου.

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Στη σύντροφο




Θυμάμαι ανοιχτά χωράφια και ήλιους να υπόσχονται ζωή
μπουκάλια με μηνύματα από άγνωστες θάλασσες με οικίες γραφές μέσα τους
να ξεβράζονται σαν μυστικά στην ίριδά σου
Γεύομαι χάδια από χέρια που υπήρξαν σύμπαν που φλέγεται
και φιλιά που μυρίζουν βράδια καλοκαιρινά και όπιουμ
από χείλη που δεν έμειναν  να δουν την παρακμή
δεν γέρασαν
δεν ζάρωσαν
δεν είπαν πράγματα που τα μετάνιωσαν στην επόμενη ανάσα.
Ονειρεύομαι με τα μάτια ανοικτά
κοιτάζω με τον νου σε καταστολή
αφήνομαι χωρίς άμυνες
είμαι σίγουρος πως έχω υπάρξει
είμαι εδώ και έχω ίσκιο

Ξαναβλέπω το σημάδι στην παλάμη μου
να ματώνει
και τις μπύρες στη Mad του Περιστερίου
της εφηβείας μου
να γίνονται σελιδοδείκτης της ενηλικίωσής μου
Ο Στέλιος να μου λέει «πρόσεχε μικρέ, είσαι άμαθος»
Τα αυλάκια του μυαλού να πλημμυρίζουν
Comfortably Numb
κι ο χρόνος να γέρνει λοξά το κεφάλι στο παγκάκι της πλατείας
εκεί που είχαμε το θράσος να αναρτήσουμε μαυροκόκκινο ταμπλώ ανακοινώσεων
για να μετρήσω μεθυσμένα βήματα μέχρι το σπίτι
και να ξερνάω προδοσία στην τουαλέτα

Ξέρεις αν δεν γύρναγα το κεφάλι να την κοιτάξω όταν έφευγα,
αν δεν κυλούσαν πλημμύρες τα αντίο στα μάγουλά της, μπορεί και να μην γινόμουν ότι έγινα.

Ξέρεις, αν πραγματικά δεν πίστευα τότε πως εννοούσε μέχρι τα βάθη της ψυχής της πως δεν είναι τίποτα δύο χρόνια μπροστά σε ολάκερη την αιωνιότητα, ίσως και να μην προχώραγα.

Ξέρεις, αν δεν μου ευχόταν να είμαι ευτυχισμένος εκείνο το βράδυ στο ουζερί στα Εξάρχεια πριν αφήσουμε τις ζωές μας να πάρουν τους διαφορετικούς δρόμους που άνοιγαν μπροστά τους, μπορεί και να είχα μείνει ακόμη εκεί περιμένοντας

Ξέρεις, η ερώτηση που τα πυροδότησε όλα
ήταν ένα απλό «γιατί»
μέσα στο βαγόνι Αθήνα-Λάρισα
αν δεν ήταν αγνά απλό ίσως να μην είχαμε μια κόρη και δυο γιούς

Ξέρεις, αν δεν μας αγαπούσε κανείς, ίσως και να μην υπήρχαμε
ούτε σαν σκιές

Ξέρεις, και κανένας που γίναμε, όλο και κάτι υπήρξαμε κάτι καταφέραμε. Καταφέρνουμε και έχουμε σκιά
δεν είναι λίγο

Οι στιγμές μου στο μπλέντερ
το αλκοόλ στο αίμα μου
πιάνα απελευθερώνουν κυψέλες στο μυαλό
κιθάρες τις γεμίζουν, πλήκτρα τις ταξιδεύουν, μπάσα μαλακώνουν τις αναταράξεις
κι η ζωή φεύγει
ακατάπαυστα
Διάλεξα τρόπο και τόπο και λέω πως ακόμη είμαι εγώ
είμαι
εγώ
που είμαι σε αποσύνθεση
και το χαίρομαι
Είναι μεγάλη υπόθεση να ξέρεις πως έχει αγαπηθεί
είναι ακόμη μεγαλύτερη να έχεις αγαπήσει
Τα κατάφερα και τα δύο
νομίζω
η κληρωτίδα στάθηκε ευνοϊκή μαζί μου

Ακόμη κι όταν δεν θα υπάρχει τίποτα από μένα, κάπου ένα κομμάτι ουρανού θα έχει την σκιά μου.
Έτσι φτιάχνονται ουρανοί που έβλεπα από το τελευταίο θρανίο δίπλα στο παράθυρο, έτσι αρχίζουν οι κοσμογονίες που σου υποσχέθηκα κάτω από την κλαίουσα

Δεν έχω, δεν είμαι, φίλα με να γίνω



Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Δυτικά της ιστορίας

Δεν έχω ιδέα από αρχαιολογία. Αν και όμορη σχολή στο πανεπιστήμιο, απέφευγα ακόμη και τα ευκολότερα μαθήματά της, γιατί μπάζει από παντού η μνήμη μου και δυσκολεύομαι να συγκρατήσω λεπτομέρειες, ή για να είμαι πιο ακριβής μπορώ να θυμάμαι μόνο ό,τι με βολεύει, ακόμη και το πιο ασήμαντο. Αναγκαστικά ξέμεινα με κάτι κολυβογράμματα της κακιάς ώρας, που δεν αρκούν για να ξορκίσω την αμηχανία που νιώθω κάθε φορά που βρίσκομαι μπροστά σε κάποιο έκθεμα και νομίζω ότι από άποψη τεχνοτροπίας κατατάσσεται στην κλασική εποχή για να αντιληφθώ με απογοήτευση από την επιγραφή ότι ανήκει, τελικά, στην περίοδο των Μακεδόνων. 
Νομίζω λοιπόν ότι το πιο λογικό θα ήταν να εκβιάσω μια προσχηματική έκφραση πικρίας για το θρυμματισμένο κλέος των αρχαίων που κειτόταν μπροστά στα πόδια μου με τη μορφή σπασμένου αγγείου πίσω από τη πυκνή συστάδα θάμνων στη βάση μιας κάθετης πλαγιάς, αν και δεν αποκλείω πλήρως την πιθανότητα της περιφρόνησης, που κατά βάθος νιώθω απέναντι στο αρχαίο βάρος που χωρίς να φταίει έχει γονατίσει τον τόπο από γεννησιμιού του ή και της αδιαφορίας, που συν τω χρόνω σωρεύει πάνω μου η συνήθεια.
Ολόκληρος ο λόφος είναι χαρακτηρισμένος από την αρχαιολογική υπηρεσία και αν εξαιρέσουμε την άθλια παράγκα που εντάχθηκε στο πρόγραμμα “Αθήνα 2004” ως αθλητικό κέντρο απαγορεύεται οποιαδήποτε οικοδομική δραστηριότητα. Κατά καιρούς βέβαια βρίσκουμε κάποιο νόμισμα ή κομμάτια από κεραμικά και μάρμαρο και ακούμε αφηγήσεις για ανθρώπους που ανασκάφτουν τη νύχτα το βουνό, πράγμα που δεν μπορώ να υποστηρίξω με απόλυτο τρόπο, αφού η μόνη σχετική βεβαιότητά μου αφορά τα μέλη μιας γαλλικής αρχαιολογικής αποστολής που για δύο καλοκαίρια του '70 ανέσυραν απολιθώματα προϊστορικών ζώων, ανάμεσά τους μία ρινόκερο με το ρινοκεράκι της, αλλά αυτοί ασφαλώς δεν ήταν αρχαιοκάπηλοι. 
Αλλά όταν σηκώνοντας το κεφάλι στη διαβρωμένη πλαγιά διέκρινα ολοκάθαρα πάνω στο αργιλώδες χώμα το σημείο της πτώσης σε ένα μικρό κοίλωμα που έμοιαζε με ορφανή από αγγείο χωμάτινη αγκαλιά, ξανάνιωσα, όπως τότε που ήμουνα μικρό παιδί και ξυπνούσα στο πιο επίμονο όνειρό μου από τα μουγκανητά του μικρού ρινόκερου, που ξέφυγε, λέει, από τα χέρια των γάλλων αρχαιολόγων και έψαχνε στο πλατανόρεμα την ξενιτεμένη μανά του, για να ξαναγυρίσουνε για πάντα στην μακάρια ησυχία του τάφου τους. 
Έπεσα στα τέσσερα ανάμεσα στα αγριόχορτα και τις ρίζες των θάμνων με την έξαψη που μ' έπιανε παιδί όταν έσκαβα στον τοίχο ενός θαμμένου βουλγάρικου σπιτιού μέσα στο δάσος ελπίζοντας ότι ανακάλυψα τον τάφο του Αλεξάνδρου και άρχισα να μαζεύω τα κατάσπαρτα σε ακτίνα δέκα μέτρων κεραμίδια, ενώ φανταζόμουν ήδη τη στιγμή που θα τα αράδιαζα αργά τη νύχτα στο υπόγειό μου, για να τα ενώσω κομμάτι κομμάτι με μια ελάχιστη ποσότητα γύψου, μέχρι να αποκαλυφθεί μπροστά μου ένα έξοχο αγγείο της εποχής ασφαλώς των Μακεδόνων ή αν ήταν και της κλασικής περιόδου ακόμη καλύτερα, με παραστάσεις πολεμιστών που κραδαίνουν το κοντάρι εναντίον των εχθρών ή στιγμιότυπα της ειρηνικής ζωής από κυνήγι αγριογούρουνου ή από τον στολισμό της νύφης πριν από το γάμο, και όταν ξημερώματα πια θα 'χα κατάκοπος τελειώσει και θα ξεκινούσα για το πλησιέστερο μουσείο της περιοχής, θα έκανα μια μικρή στάση στην κεντρική πλατεία του χωριού, για να το στήσω στο πιο εμφανές σημείο της. Έφερνα στο μυαλό μου τις φάτσες των χωριανών, άλλος αγουροξυπνημένος για το κοτέτσι, για το καφενείο ή για τον μπαξέ, και άλλος νυσταγμένος από την ολονύκτια τσάρκα στα σκυλάδικα και στα μπαρ της ευρύτερης περιοχής ή στα καζίνο της γείτονος, που ύστερα από την αρχική απορία θα άνοιγαν διάπλατα τα μάτια, κουνώντας περήφανοι το κεφάλι και ψιθυρίζοντας ακατάληπτα λόγια για τη δόξα των αρχαίων, ενώ εγώ καθισμένος παράμερα σε ένα παγκάκι θα σώπαινα μόνο για να τους βλέπω και να τους ακούω. 
Κάπως έτσι νομίζω ότι θα γινόταν, αν δεν έπεφτε το μάτι μου τη στιγμή που ετοιμαζόμουνα να φύγω στο άλλο έκθεμα από στραβοχυμένο μπετόν και ξεχαρβαλωμένη λαμαρίνα που δέσποζε στην αρχή του λόφου, σαν ένδειξη σεβασμού για το κλέος των προγόνων και σαν περίτρανη απόδειξη του κλέους των σημερινών. Οι Ολυμπιακοί του 2004 μπορεί να θύμιζαν κακόφημη φάρσα, αλλά σε αυτήν τουλάχιστον την περιοχή συνέχιζαν να αποτελούν μια διαρκή εκκρεμότητα, αφού το μοναδικό έργο που εντάχτηκε στο πλαίσιό τους δεν είχε ακόμη τυπικά παραδοθεί για χρήση με εκείνη την περίλαμπρη τελετή που όλοι φανταζόμασταν πως κάποτε θα γινόταν με επισκόπους, δημάρχους, τοπικούς βουλευτές, ίσως και με κάποιον υπουργό που θα έκοβε συγκινημένος την κορδέλα. 
Έτσι ανολοκλήρωτο στεκόταν, πνιγμένο από τα αγριόχορτα και το νερό που λίμναζε στα γηπεδάκια, φωλιά πλέον για τα αγριοπερίστερα, τους αρουραίους και τα αδέσποτα του χωριού, ένα ενοχλητικό αγκάθι μνήμης, μια διαρκής υπενθύμιση της υποκρισίας και της αρπακτικότητας που κάποτε όριζε το μέτρο της αδιατάρακτης συνέχειας ανάμεσα στο αρχαίο χτες και το νεοελληνικό σήμερα, αφού το παχυλό κονδύλι που διατέθηκε ήταν αρκετό για την ανέγερση μιας ιδιόκτητης πολυκατοικίας, την ίδρυση μιας σχολής καράτε και τις εκσκαφικές εργασίες μιας κοντινής κτηνοτροφικής μονάδας, αλλά δεν έφτανε για την αποπεράτωση του αθλητικού κέντρου και την κατασκευή του προβλεπόμενου κολυμβητηρίου ολυμπιακών διαστάσεων ή τουλάχιστον για ένα βόθρο περισυλλογής των βρωμόνερων από τα αποδυτήρια, που έπεφταν κατευθείαν στο ποτάμι, εκεί δηλαδή που κάποτε λιαζόταν μες τη λάσπη το ρινοκεράκι μαζί με τη μαμά του. 
Έκλινα πλέον στο συμπέρασμα ότι δεν άξιζε τον κόπο ούτε η νυχτερινή συγκόλληση ούτε η πρωινή έκθεση του αγγείου, αφού εδώ και δύο αιώνες, από συστάσεως δηλαδή του ελληνικού κράτους, που συγκολλάμε αγγεία και τα εκθέτουμε σε δημόσια θέα, και ξανασυγκολλάμε αγγεία και τα ξαναεκθέτουμε σε δημόσια θέα ό,τι απομένει ως υπόλοιπο είναι στραβοχυμένο μπετόν και ξεχαρβαλωμένες λαμαρίνες. Έσπρωξα μαλακά τον κεραμικό σωρό που είχα στοιβάξει και γύρισα με σκυμμένη την πλάτη να φύγω, τρέφοντας κατά βάθος την ελπίδα ότι ίσως και να 'ναι καλύτερα έτσι. Εννοώ ότι έστω και μερικά ανάμεσά τους μπορεί να έχουν την τύχη των σπασμένων κεραμιδιών που τα έβλεπα να φυτρώνουν ανεξήγητα στα πρώτα χρόνια που όργωνε ο πατέρας μου με τρακτέρ και με ανάγκαζε να τα πετάω μαζί με τις πέτρες για να καθαρίσει το χωράφι. Ποτέ δεν του το 'πα, αλλά κάποια από τα πιο ομοιόμορφα κεραμιδάκια συνήθιζα να τα κρύβω στις τσέπες μου και όταν έπεφτε για ύπνο καθόμουν μόνος μου αργά τη νύχτα και ζωγράφιζα με νερομπογιές και μαρκαδόρους καρδούλες, λουδουλάκια και τετράγωνα σπιτάκια.
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Καλή ανατολή, μαλάκα

Αν, λέω “αν”, μπορούσα να σβήσω κάποια μέρα του χρόνου από όλα τα επιτραπέζια ημερολόγια γραφείου, αφήνοντας στη θέση της μια λευκή σελίδα χωρίς τις άχρηστες πληροφορίες για την ανατολή και τη δύση του ηλίου, τους τιμώμενους από την εκκλησία αγίους, τις εθνικές ή θρησκευτικές γιορτές και κυρίως χωρίς τον διαγραμμισμένο χώρο για τις χειρόγραφες καταχωρίσεις η κάτω βρύση στάζει, τηλέφωνο στην οδοντίατρο, να πληρώσω τη ΔΕΗ, αν, λέω “αν”, διέθετα μια τέτοια τυπογραφική δυνατότητα, είμαι βέβαιος ότι θα κατέτασσα και τη σημερινή μέρα ανάμεσα στις πιο ισχυρές υποψηφιότητες, έστω κι αν μια τέτοια κατάταξη δεν θα μου έλυνε καθόλου το πρόβλημα της επιλογής. Γιατί αν εξαιρέσω ένα σ/κ το δίμηνο που παίρνω τα βουνά, τις πρώτες μόνο μέρες από τις χριστουγεννιάτικες και πασχαλινές διακοπές, που όσο να 'ναι διαφέρουν από τις προηγούμενες και τις επόμενες, σίγουρα την πρωτομαγιά από μια ψυχαναγκαστική εφηβική και ιδεολογική εμμονή και τον δεκαπενταύγουστο, που με θυμούνται κάτι απίθανοι παλιοί μαθητές μου, σκέφτομαι ότι όλες οι άλλες μέρες ανήκουν, η καθεμιά για τους δικούς της λόγους, που συνήθως συμπυκνώνονται σε έναν και μόνο αλλά δεν θέλω να τον παραδεχτώ, στην ίδια ακριβώς κατηγορία του λευκού της πιο θανατερής ανίας, αθροίζοντας ένα σύνολο από διακόσια ογδόντα με τριακόσια υποψήφια κελιά των Μπάντερ-Μάινχοφ αραδιασμένα στο επιτραπέζιο ημερολόγιο του γραφείου μου, που παρ' όλα αυτά επιμένει ακόμα να αριθμεί σωστά τις μέρες, γυρισμένο στη σελίδα της 31ης Αυγούστου, με τη σημείωση καλή ανατολή, μαλάκα, να μου υπενθυμίζει τις τιμές που οφείλω ξανά από αύριο να αναπέμψω στην αγία βαρεμάρα και στην οσία πλήξη, μεγάλη η χάρη τους. 
Κι όμως όταν αποβραδίς έγραφα τη σημείωση και ενεργοποιούσα το κινητό μου στη σταθερή αποδώ και πέρα αφύπνιση των 6:45 είχα σχεδόν καταφέρει, ύστερα από το τρίτο -αν θυμάμαι καλά- τσίπουρο, να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν υπήρχε κανένας σοβαρός λόγος, για να αφεθώ στην καθιερωμένη γκρίνια της μέρας. Ό,τι είχα να κάνω, εννοώ τη βρύση, την οδοντίατρο και τον λογαριασμό, έγινε κατά πώς έπρεπε να γίνει, γιατί πιστεύω ότι η μόνη κενή μέρα είναι η μέρα που δεν κάνεις τίποτα, όπως έλεγε κι η μάνα μου, που όλο κάτι έκανε, κι εγώ φροντίζω πάντα να τα κάνω όλα, ή για να είμαι πιο ακριβής φροντίζω πάντα να βρίσκω κάτι καινούριο να κάνω, έστω κι αν τα έχω κάνει όλα, ώστε όταν πέφτει το σκοτάδι κι ετοιμάζομαι για ύπνο, αφού προηγουμένως ορίζω τις δραστηριότητες της άλλης μέρας και σημειώνω την ίδια πάντα ευχή για την ανατολή της είμαι τόσο εξαντλημένος που καθόλου δεν με αγγίζει ο άδειος χρόνος της νυχτερινής αταραξίας που τον νιώθω να ελλοχεύει στο σκοτάδι με την υποψία των πιο αρχέγονων φόβων. 
Λίγο πολύ έτσι είναι τα καλοκαίρια μου, από τότε που με θυμάμαι, – κληρονομιά, πιθανολογώ, των γονιών μου που μας έπαιρναν από το πρωί ως το βράδυ στα καπνά – και αν περνούσε από το χέρι μου δεν θα ξόδευα ούτε ένα ηλιοβασίλεμα, για να λάβω μερίδιο από τη γλυκερή ανάμνηση των διακοπών και από τον ανόητο μύθο της απόδρασης, αφού στην πραγματικότητα όχι μόνο δεν με ενδιαφέρει να αποδράσω, αλλά πολύ θα 'θελα έτσι ακριβώς να οργανώσω και όλο τον υπόλοιπο χρόνο μου, εννοώ με μερεμέτια στο σπίτι, τηλεφωνικά ραντεβού και ηλεκτρονικές εντολές τραπεζικών πληρωμών, μπας κι ησυχάσω επιτέλους από την αγοραφοβία που σφίγγει το στήθος και μουδιάζει τον αυχένα μου κάθε μέρα που πηγαίνω στο σχολείο. 
Αλλά αυτό το βράδυ της 31ης Αυγούστου που ακουμπούσα στο κάγκελο του μπαλκονιού μου σε μια σπάνια για τα δεδομένα της υψοφοβίας μου επίδειξη θάρρους, κυριευμένος από τη σαγήνη της έναστρης νύχτας και την επίδραση του τσίπουρου ένιωσα ένα πρωτόγνωρο αίσθημα πληρότητας, τολμώ να πω ευτυχίας, που ούτε τα ξεφτίδια σκόρπιων αναμνήσεων που ανακαλούσα στον απολογισμό του καλοκαιριού ούτε ο ενοχλητικός ήχος από τις νυχτοπεταλούδες που ψήνονταν στην ηλεκτρική εντομοπαγίδα μου δεν μπορούσαν να κλονίσουν. Κάτω από τα πόδια μου απλώνονταν χίλια τετραγωνικά μέτρα καλυμμένα από παρτέρια, πλακόστρωτους διαδρόμους, ανθισμένες τριανταφυλλιές, κατάφορτους από καρπό λωτούς, καλλωπιστικές δαμασκηνιές, φλαμουριές και δύο πλατάνια, ό,τι δηλαδή έχω ονομάσει με αυτή την ανόητη μεσοαστική συνήθεια των μεταλλικών επιγραφών, που πολύ με εκνευρίζουν, ως “συνοικία το όνειρο”, που για μια ολόκληρη δεκαετία κόπιασα να διαχωρίσω με κάτι πανύψηλα λεμονοκυπάρρισα περιμετρικά της περίφραξης από την σύγχυση, την ανακατωσούρα και την ασχήμια που βλέπω να πυκνώνει ολοένα και περισσότερο απέξω. 
Όμως όταν αργά τη νύχτα, σχεδόν κόντευε να χαράξει, αντήχησε πάνω από το αυτί μου το απειλητικό βουητό από ένα κουνούπι που για κακή μου τύχη ξέφυγε από το υπογάλανο φως της ηλεκτρικής μου εντομοπαγίδας, κι άρχισε να ζαλίζει τα όνειρά μου με την αγωνία μιας βρύσης που συνεχίζει να στάζει, ενός ραντεβού που πρόκειται να ακυρωθεί και μιας τραπεζικής εντολής που βραχυκύκλωσε στο διαδίκτυο, ξύπνησα σφαλιαρίζοντας τον εαυτό μου, για να γλιτώσω, σε ένα δωμάτιο που έδειχνε πανομοιότυπο με τα κελιά των Μπάντερ-Μάινχοφ και τις ατύπωτες σελίδες από το ημερολόγιο της ζωής μου. Μη έχοντας τίποτα άλλο να κάνω τινάχτηκα τρομαγμένος από το κρεβάτι ξύνοντας το λαιμό, τα δάχτυλα του αριστερού χεριού και τον αγκώνα του δεξιού και με τσακισμένα νεύρα προσέφυγα, γιατί κάτι έπρεπε να κάνω, στο πληκτρολόγιο. 
Βρέθηκα τότε μπροστά σε μια άδεια οθόνη που έχασκε απειλητική μπροστά μου με μια δαιμονισμένη έμπνευση που αράδιαζε λέξεις, σχημάτιζε προτάσεις και οργάνωνε παραγράφους, συνθέτοντας τελικά ένα διήγημα, όπως αυτό εδώ, που για κάποιον περίεργο λόγο μού θύμιζε τον κήπο της αυλής μου με το τριφύλλι, τα οπωροφόρα δέντρα και τα λεμονοκυπάρισσα, που αδράχνω την ευκαιρία να δηλώσω, λογοτεχνική αδεία, ότι πολύ θα 'θελα να αποτελέσει για μένα την τελευταία κατοικία, δίπλα ακριβώς στις ανθισμένες τριανταφυλλιές, έστω κι αν δεν διστάζω με μια δόση ειλικρίνειας να παραδεχτώ ότι πιθανώς να έχει συμβεί κι αυτό, και μάλιστα εδώ και πολλά χρόνια, όσο κι αν δεν θέλω να το σκέφτομαι.
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Ολοκληρωτισμός

Στις εκλογές της προηγούμενης Κυριακής τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα ηττήθηκε η πολιτική της λιτότητας. Η εκλογική ήττα, όμως, δεν σημαίνει και αυτόματη ήττα του ευρωπαϊκού(Γερμανικού)οικονομικού μοντέλου. Κι αυτό εμφαίνεται στο βαθμό που τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γαλλία έχει κατά ένα τρόπο «απαγορευτεί» η αλλαγή οικονομικής πολιτικής ώστε να δοθεί χώρος στην ανάπτυξη και στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Η Γερμανία εμμένει στη σκληρή, σχεδόν ιδεοληπτική εφαρμογή της λιτότητας και των δομικών μεταρρυθμίσεων, δηλαδή των νέων μειώσεων των μισθών και των συντάξεων, τη δουλεία αντί της εργασίας καθώς και των χιλιάδων απολύσεων στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. «Οι συμφωνίες μεταξύ κρατών δεν ακυρώνονται από τις νέες εκλογές» δήλωσε ο Βεστερβέλε στη γερμανική βουλή. Αυτό δεν στρέφεται μόνο εναντίον της Ελλάδας αλλά, κυρίως, εναντίον της Γαλλίας και του νέου προέδρου της Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος εξελέγη μιλώντας για αλλαγή του Σταθεροποιητικού Συμφώνου και της ενσωμάτωσης σ’ αυτό ενός κεφαλαίου για την Ανάπτυξη. Το Βερολίνο καλεί, τώρα, τον Ολάντ να υλοποιήσει τις συμφωνίες Σαρκοζί παρά το γεγονός ότι αυτές απορρίφθηκαν από την πλειοψηφία των Γάλλων. Η επίθεση, μάλιστα, εναντίον του νέου Γάλλου προέδρου άρχισε τόσο από την Μέρκελ που εμμένει στην ανάπτυξη μέσω των «δομικών μεταρρυθμίσεων», δηλαδή των απολύσεων, της αύξησης των συνταξιοδοτικών ορίων, την ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας, της μείωσης των μισθών -και όχι μέσω της «δανεικής ανάπτυξης»!- όσο και μέσω της έκθεσης της Κομισιόν, η οποία προέβλεψε έλλειμμα 4,2% του ΑΕΠ για το 2013. Η πρόβλεψη αυτή σε συνδυασμό με την έρευνα για την ανταγωνιστικότητα που κάνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη Γαλλία και σε 11 ακόμη χώρες και τα αποτελέσματα της οποίας θα δοθούν στη δημοσιότητα στις 30 Μαΐου, οδηγούν στην απόπειρα εγκλωβισμού του Φρ. Ολάντ στην ήδη εφαρμοζόμενη πολιτική λιτότητας. Λέγεται δε ότι η παραπάνω έρευνα θα γίνεται διαρκώς από ένα νέο μηχανισμό ελέγχου των «μακροοικονομικών ανισορροπιών» και στη συνέχεια θα δίνονται οδηγίες για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στις κυβερνήσεις. Παρατηρούμε, συνεπώς, ότι το μεγάλο παιγνίδι αυτή τη στιγμή παίζεται μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας. Θα ενσωματωθεί ο Ολάντ στη λογική της λιτότητας; Ήδη η Γερμανία επιχειρεί να δελεάσει τη Γαλλία και τις άλλες βιομηχανικές χώρες αυξάνοντας την κατανάλωση μέσω της αύξησης των μισθών των Γερμανών εργαζομένων. Αντίφαση με τις φοβερές μειώσεις των μισθών των άλλων χωρών; Όχι, λέει ο σχεδόν ιδεοληπτικός Σόιμπλε! Όσο για την Ελλάδα, αυτή θα χρησιμοποιηθεί, όπως ξαναγράψαμε, ως «όπλο» στις διαπραγματεύσεις Γερμανών και Γάλλων. Τούτων δοθέντων, το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί οι Γερμανοί εμμένουν σ’ αυτή την πολιτική; Γιατί αυτή είναι η πολιτική που προωθεί το κυρίαρχο παγκοσμίως χρηματοπιστωτικό σύστημα κι αυτή εκφράζει πολιτικά η κ. Μέρκελ. Η Γουόλ Στρητ, το Σίτι του Λονδίνου και η Φραγκφούρτη επιβάλλουν την πολιτική τους, η οποία δεν έχει ανάγκη τους εργαζόμενους και γενικά τους ανθρώπους, καθώς το χρήμα πλέον παράγεται από το χρήμα, τουτέστιν από τα «στοιχήματα» και τον τζόγο, όπως συμβαίνει με τα περίφημα παράγωγα(τοξικά ομόλογα). Γι’ αυτό δεν έχουν ανάγκη την πραγματική οικονομία ούτε τη ζήτηση των καταναλωτών. Αλλά όταν οι άνθρωποι καθίστανται περιττοί, τότε αυτό λέγεται ολοκληρωτισμός. Κι αυτός είναι σήμερα ο μεγαλύτερος κίνδυνος. 
 Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου, gpapaso.blogspot.com

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Όλα μπροστά μας

Γυρνώντας από το εκλογικό κέντρο, με μπερδεμένα συναισθήματα και κάτι παράξενα τσιγκλίσματα.
Σαν να ξεκολλάνε κάτι στομωμένα γρανάζια
Πονάνε όμως
Μεγαλώνω λες;
Οικογενειακό άραγμα σε ένα πάρκο για καφέ και χάζι.
Ένα τραγούδι συντονίζει εικόνες οικογενειακής ζωής, άνοιξη, άραγμα, τετελεσμένα και αύριο
Όλα μπροστά μας, όλα για μας

"... All I have to do is to think of me and have peace of mind..."



I don't wanna be - Gavin DeGraw

I don't need to be anything other than a prison guard's son,
I don't need to be anything other than a specialist's son,
I don't have to be anyone other than the birth of two souls in one,
Part of where I'm going is knowing where I'm coming from,

I don't wanna be anything other than what I've been tryin' to be lately,
All I have to do is think of me and have peace of mind,
I'm tired of looking 'round rooms wonder what I gotta do,
Or who I'm supposed to be,
I don't wanna be anything other than me,

I'm surrounded by liars everywhere I turn,
I'm surrounded by impostors everywhere I turn,
I'm surrounded by identity crisis everywhere I turn,
Am I the only one to notice?
I can't be the only one who's learned,

I don't wanna be anything other than what I've been tryin' to be lately,
All I have to do is think of me and have peace of mind,
I'm tired of looking 'round rooms wonder what I gotta do,
Or who I'm supposed to be,
I don't wanna be anything other than me,

Can I have everyone's attention please?
If you're not like this and that, you're gonna have to leave,
I came from the mountains,
The crust of creation,
My whole situation made from clay to stone,
And now I'm telling everybody,

I don't wanna be anything other than what I've been tryin' to be lately,
All I have to do is think of me and have peace of mind,
I'm tired of looking 'round rooms wonder what I gotta do,
Or who I'm supposed to be,

I don't wanna be anything other than me,
I don't wanna be anything other than what I've been tryin' to be lately,
All I have to do is think of me and have peace of mind,
I'm tired of looking 'round rooms wonder what I gotta do,
Or who I'm supposed to be,

I don't wanna be anything other than me,
I don't wanna be, hey yeah, hey yeah,
I don't wanna be, oh, oh, oh,
I don't wanna be,
I don't wanna be anything,
Anything other than me,
I don't wanna be (hey yeah, yeah),
I don't wanna be (hey yeah, yeah),
I don't wanna be (hey yeah, yeah),
Hey yeah, yeah,
Hey yeah, yeah.

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

…ότι κι αν βγάλει η κάλπη…



Μέρες τώρα τα πάντα περιστρέφονται γύρω από την κάλπη, τις αυτοδυναμίες, την πιθανότητα ακυβερνησίας, διερευνητικές εντολές, ποσοστά, έδρες, κατανομές, μετεκλογικές συνεργασίες, ανίερες συμμαχίες, μανιπουλάρισμα μέσω τηλεοπτικών σποτς κομμάτων και πολιτικάντηδων με τον φόβο του γιαουρτιού να κρέμεται στα βλέφαρο, εγωπαθή λογύδρια, αισχρές λασπολογίες, ατάκες νηπιαγωγείου, πανικόβλητες επιχειρηματολογίες, συνθήματα και διακυβεύματα, όχι στο μνημόνιο, ναι μεν αλλά, όχι στην κατάθλιψη, όχι στην αποχή, πάρε θέση, μην τους αφήσεις, κάναμε λάθη αλλά μάθαμε, ανακατάληψη πόλεων, χαρίζω οικόπεδα-σώζω ζωές, ψεύτες, μας κοροϊδεύουν, δεν αντέχω, δεν πάει άλλο, δεν πληρώνω, tragic, σας κοιτάζω στα μάτια, μην ψηφίσεις με θυμό-ψήφισε με λογική, τιμημένα αίματα, θα σας φέρω και χάντρες πολύχρωμες με καθρεπτάκια, μέσα τα λαμόγια, μέσα στο ευρώ, μέσα στην ΕΕ, έξω από την ΟΝΕ, έξω από την μιζέρια, έξω από το ζοφερό μέλλον που μας προετοιμάζουν…

Έξω…

Κάνει Άνοιξη έξω
Είναι πανέμορφα έξω
Αλλά με έναν χειμώνα να σε έχει καταπλακώσει, ίσα ίσα που κινείσαι
Ακούς αλλά δεν μιλάς.
Άσε να πουν αυτά που θέλουν να πουν
Υπάρχουν πράγματα που τρέχουν και πρέπει να προλάβεις
Ότι προλάβεις δηλαδή
Να έχουμε την υγειά μας να τρέχουμε
Να, πας ας πούμε να πληρώσεις ένα κοκκινισμένο δάνειο.
Τι να πληρώσεις δηλαδή, ίσα ίσα να βάλεις κάτι ψιλά, μόνο και μόνο για να μην σου ζαλίζουν τον έρωτα τίποτα εισπρακτικές εταιρίες
Έτσι κι αλλιώς σε καταντήσανε να χρωστάς πολλά, εσένα, που δεν καταδεχόσουν να χρωστάς ούτε μισή δραχμή και προτιμούσες να σου χρωστάνε κι ας μην τα έπαιρνες και ποτέ
Πάνε αυτά τώρα, εδώ και καιρό και μακαρίζεις το ότι ήσουν πάντα συνετός και δεν ανοιγόσουν σε άσκοπα έξοδα και άχρηστες αγορές
Πάντα μετρημένος και προσεκτικός
Παρόλα αυτά όμως η κρεατομηχανή σε τσίμπησε κι εσένα πλέον, όπως χιλιάδες άλλους συνετούς και μετρημένους
Πληρώθηκες στις 27 του προηγούμενου μήνα, πλήρωσες τα απαραίτητα και τώρα 4 του νέου μήνα έχεις μείνει με 50€ μέχρι 13 που θα ξαναπάρεις κάτι ψίχουλα
Προς τα πού να βρίσεις και ποιόν να μπινελικώσεις;
Για να μην αναφέρουμε τι έχει κάνει σε άλλους λιγότερο εγκρατείς και προνοητικούς, ή σε πιο αδύναμους, σε πιο ευαίσθητους, σε πιο απελπισμένους

Πας λοιπόν στην τράπεζα και εκεί που περιμένεις παρέα με άλλους εγκλωβισμένους κοιτάζοντας το μαρμάρινο δάπεδο, πέφτει το βλέμμα σου πάνω σε ένα παρατημένο προεκλογικό έντυπο, ενός υποψηφίου από τα λεγόμενα «μεγάλα» κόμματα.
Βλέπεις μια υπομειδιούσα φάτσα να σε κοιτάει από το ιλουστρασιόν χαρτί και λες τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει…
Κοιτάς καλύτερα, διαβάζεις και το όνομα και σου γυρνάει το μάτι ανάποδα

Το μυαλό ανακαλεί σκηνές ανάκατες με παλιά συναισθήματα

Που μετά από πολύ σκέψη, πήρες δάνειο στα σαρανταφεύγα σου για να κάνεις ένα μεταπτυχιακό.
Που ο συγκεκριμένος υποψήφιος, από εύρωστη οικογένεια ήταν συμφοιτητής σου και δεν πάταγε σχεδόν ποτέ, αγγάρευε τους άλλους ομοϊδεάτες του συμφοιτητές να του βάζουν το όνομά του στους παρόντες και στα εξώφυλλα των εργασιών.
Ήταν –όπως έμαθες- με πόστο στην «νεολαία», τον έβλεπες πως στεκόταν απέναντι στους καθηγητές όταν καταδεχόταν να εμφανιστεί κι έλεγες χέστον και διάβαζες και ξενυχτούσες με μωρά παιδιά για να δώσεις αξία στην επένδυση που έκανες, για να διεκδικήσεις ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτά και το μερίδιό σου στην γνώση (τρομάρα σου)

Θυμάσαι το στυλ του και το πώς σε απέφευγε κρατώντας πισινή, αλλά και την στιγμή της έκρηξης:
Που τον πήρες τελικά χαμπάρι τον τύπο να έχει στα χέρια ένα φαξ με τις απαντήσεις των θεμάτων στις τελικές εξετάσεις, ο καθηγητής να κάνει τα στραβά μάτια, οι επιτηρητές το ίδιο και πέντε άτομα να σε κρατάνε που ήθελες να μπεις στο αμφιθέατρο να του βάλεις το φαξ, τα στυλό, τις κόλλες και τα έδρανα εκεί που δεν φτάνει ο ήλιος
Σε κρατήσανε όμως οι συμφοιτητές σου (ναι ρε, σαν σκηνή από ταινία αλλά χωρίς το «κρατάτε με», απλά μούγκρισες και πήγες να μπουκάρεις στο αμφιθέατρο), μπήκανε μπροστά και δεν σε αφήσανε να τα κάνεις λαμπόγυαλο, σε λογικέψανε, σου θύμισαν πως είσαι καθηγητής κι εσύ και όχι ένας απλός φοιτητής, πως θα διακινδυνεύσεις την δουλειά σου για κάποιον που δεν το αξίζει, σου ζητήσανε μάλιστα και συγγνώμη που δεν είχαν τα κότσια να τον βουτήξουν οι ίδιοι και να πράξουν τα δέοντα
Και είπες χέστο το λαμόγιο, άλλος ένας σάλιας, τόσους έχει αυτή η χώρα, γύρνα την πλάτη στην ασχήμια, κοίτα μπροστά

Μετά από μερικά χρόνια ξαναείδες την φάτσα του σε κάποια εκδήλωση στην τηλεόραση, σαν δημοτικό σύμβουλο πλέον
Και είπες από μέσα σου, «ποιοι τον ψηφίζουνε γαμώτο;» αλλά την απάντηση την ήξερες ήδη. Άλλοι ίδιοι σαν κι αυτόν τον ψηφίζουνε, τέτοιοι τους ψηφίζουνε όλους σαν κι αυτόν.
Και σιχάθηκες ακόμη περισσότερο τα εκλογικά πανηγύρια
Αηδίασες και είπες χέστο το λαμόγιο, άλλος ένας σάλιας, τόσους έχει αυτή η χώρα, γύρνα την πλάτη στην ασχήμια, κοίτα μπροστά

Τώρα, να ξανά η φάτσα του στον δρόμο σου
Μπήκες και στην ιστοσελίδα του
Είναι και στην εκλογική σου περιφέρεια
Τι να λέμε
Σάλιας όπως τον θυμάσαι
Και ύφος.
Κι απύθμενο θράσος


Εντάξει ρε φίλε, υποχωρώ.
Θα παίξω το παιγνίδι στο γήπεδό σου
Αλλά με τον δικό μου τρόπο
Μετά από πολύ καιρό θα κατέβω στην κάλπη αν και ξέρω πως το όλο θέμα είναι δομικά προβληματικό
Εκεί είναι που δημιουργούνται και τρέφονται σάλιες και λαμόγια
Την έπαρση σου και το υφάκι σου όμως δεν μπορώ να τα ανεχτώ
Αυτό το απίστευτα γιγαντωμένο και υπερφίαλο εγώ των κοινοβουλευτικών σωτήρων πρέπει κάποια στιγμή να στραπατσαριστεί
Δεν θα κάθομαι άπραχτος για να βγεις και βουλευτής και να κορδώνεσαι δήθεν πως θα παλέψεις για το κοινό καλό και την αγάπη του λαού
Δεν μπορώ δηλαδή στο όνομα μιας ιδεολογικής συνέπειας να ανέχομαι να σε πληρώνω εγώ με τα περισσεύματα από τα δάνεια μου, οι γονείς μου με την κουτσουρεμένη σύνταξή τους και τα παιδιά μου με το επίδομα ανεργίας τους
Δεν μπορώ να αφήσω άτομα σαν κι εσένα να αλωνίζουν στην υγειά των κορόϊδων και να κάνω πως είμαι υπεράνω
Θέλεις πολλά κλωτσίδια κι εσύ και οι όμοιοί σου και αυτοί που σε στηρίζουν
Τόσο καιρό κλωτσάω ένα γύρω όπου φτάνω, αλλά λίγο καταλαβαίνατε
Ας κάνω κι έναν ελιγμό τακτικής να δω που θα βγει
Τόσα χρόνια στους δρόμους, φρόντιζα πάντα να τα έχω καλά με τον εαυτό μου
Μόνο αυτόν εμπιστευόμουν, αυτόν συμβουλευόμουν και με αυτόν αποφάσιζα τι θα κάνω κάθε φορά
Τώρα κάτσαμε να τα συζητήσουμε και μου είπε ένα πράγμα:

Να κοιτάξω να σου κόψω την φόρα με όποιον τρόπο μπορώ.

Αν αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να πάω στην κάλπη, ε, τότε θα πάω
Έχει άλλωστε και μια παράξενη αίσθηση να τρίβεις στην μούρη του εχθρού σου τα ίδια του τα όπλα
Κι ας προσπαθείτε να με κάνετε να τσιμπήσω μπροστά σε έναν ασαφή τρομακτικό μπαμπούλα για το αύριο
Δεν με νοιάζει ρε τι θα γίνει αύριο
Δεν έχω αύριο έτσι πως τα κάνατε
Εκεί μας φέρανε και οι δικοί σου και οι άλλοι
Μπούχτισα με τα μεγάλα ψεύτικα λόγια.
Δεν γουστάρω άλλο να μου τρώτε την ψυχή
Και ξέρετε και κάτι ακόμη; Ακόμη κι αν είστε πολλοί εκείνοι που κάνατε πάρτυ πάνω στις πλάτες τόσων πολιτών ετούτου του τόπου, είναι πολλοί περισσότεροι εκείνοι που ξέρω και που σε τίποτα δεν φταίξανε, πάντα τίμιοι ήταν, πάντα κοίταγαν μην ενοχλήσουν και να μην δώσουν δικαιώματα και το βλέμμα χαμηλά το κράταγαν από σεμνότητα και αλτρουισμό
Κάποιοι από αυτούς λύγισαν και έγιναν και κοψοχέρηδες πάνω από μια φορά
Και τους ισοπεδώσατε όλους και θέλετε να συνεχίσετε να το κάνετε
Και μου λέτε κιόλας να κάτσω ήσυχα και να παίξω το παιχνίδι σας ξανά, να σας βολέψω δηλαδή και να μείνω αμέτοχος ή να γίνω συνένοχος για να με βοηθήσετε μην πτωχεύσω
Αμ δε
Δεν τα φάγαμε μαζί, ποτέ δεν ήμασταν μαζί, σε τίποτα
Ακόμη κι αν κάνω λάθος, ας το κάνω να με πάρει ο διάολος
Δεν αντέχω άλλη ακινησία
Έτσι κι αλλιώς της κολάσεως έχει να γίνει, ας το ευχαριστηθούμε και λίγο
Ξέχνα το λοιπόν
Σε ετούτη την κόλαση που έρχεται «φίλε», θα προσπαθήσω να έχεις κι εσύ ένα μερίδιο που να έχει και την δικιά μου στάμπα πάνω του

Δεν σου ξαναγυρνάω την πλάτη ρε λαμόγιο, δεν γουστάρω άλλο να αναπνέεις από τον αέρα μου, δεν γουστάρω την γλίτσα σου, θα συνεχίσω να κοιτάζω μπροστά και να παλεύω «να σώσω οτιδήποτε κι αν σώνεται», με ότι βρίσκω διαθέσιμο.
Μαζί με τους δικούς μου, τους φίλους μου, τους μαθητές μου ή μόνος μου
Με διαλεκτική, με ηχηρές σιωπές, βρισίδια, πέτρες ή ψήφους

Μια αξιοπρέπεια έχω να κληροδοτήσω στα παιδιά μου και μια προσωπική στάση, τίποτα άλλο
Αυτό και να τους μαθαίνω να μην παραδίδονται στην ασχήμια

Αρκετά πια
Μπορεί να μην μιλάω καιρό τώρα, αλλά δεν ξεχνάω

… και δυστυχώς για εσάς, ότι κι αν βγάλει η κάλπη, δεν αυτοπαραμυθιάζομαι, δεν παραδίνομαι

Να το θυμάστε…


Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Ε και;

Ο λόγος για το "ΑΙΜΑ-ΤΙΜΗ", και ακριβέστερα για το επιχείρημά μου ότι ήταν το σύνθημα των ες-ες, κατά τις παρελάσεις τους στην κατακτημένη Αθήνα. 

Ε και; 

Αυτό μόνο βρήκε να μου πει. Στράφηκα και παρατήρησα το πρόσωπό του, με την ελπίδα ότι θα διακρίνω κάποιον ενδοιασμό, ίσως μια υποψία αμφιβολίας, μια σκιά επιφύλαξης. Όχι μόνο το εννοούσε, αλλά διέγνωσα κι έναν τόνο βεβαιότητας, σχεδόν περηφάνιας στο ύφος του. 
Ήταν αδύνατον να συνεχίσω. Ούτε τα Καλάβρυτα ούτε το Μεσόβουνο ούτε ο Χορτιάτης ούτε το Δίστομο ούτε η Καισαριανή ούτε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ούτε το ολοκαύτωμα των Εβραίων ούτε οι διώξεις σε βάρος των αριστερών, των αθίγγανων και των ομοφιλόφυλων ούτε οι αρχαιοελληνικές αξίες της δημοκρατίας ούτε τα ιστορικά πειστήρια για τη βαρβαρότητα της φασιστικής βίας ούτε ο συστημικός ρόλος του φασισμού ως του έσχατου ερείσματος του καπιταλισμού σε περιόδους βαθιάς κρίσης ούτε η επίκληση στον επιστημονικό λόγο για τις ιδεολογικές αυθαιρεσίες του ρατσιστικού λόγου δεν αρκούν πλέον. 
Το ερώτημα όμως συνεχίζει να βουίζει ειρωνικά στα αυτιά μου και η απάντηση που θα δώσουμε ως κοινωνία αποτελεί ένα από τα σημαντικά πολιτικά διακυβεύματα αυτών των εκλογών, όσο κι αν οι ενδείξεις προμηνύουν δυσάρεστες εκπλήξεις. Τους βλέπω, άλλωστε, να πληθαίνουν ακόμη και μέσα στις λυκειακές τάξεις με αυτή τη στρεβλωμένη εφηβική επαναστατικότητα να αυταρέσκεται με το ιδεολογικό μίσος και τη σωματική βία. Στο πρόσωπό τους αναγνωρίζω τη μεγαλύτερη διάψευση, την πιο κατηγορηματική ακύρωση της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, κι ίσως εκεί ακριβώς να είναι η αιτία και η λύση του προβλήματος.