Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Πρόσκληση



  • Την Τετάρτη 4 Απριλίου 2012 και ώρα 19.00
    στην Αίθουσα συνεδριάσεων Δημοτικού Συμβουλίου Πέλλας,
    Γιαννιτσά

    πραγματοποιείται παρουσίαση του βιβλίου
    της Κατερίνας Μόντη
    Η Κ α τ ά θ ε σ η

    Εισηγητές: Πάνος Θεοδωρίδης, συγγραφέας
    Έφη αχτσιόγλου, υπ. διδάκτωρ Νομικής ΑΠΘ
    Κατερίνα Μόντη, συγγραφέας

    Διοργάνωση: ΔΗΚΕΠΑΠ (Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού Πέλλας)
    και
    Λέσχη Ανάγνωσης «Δείξε τα χέρια σου»

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Δήγμα γραφής

Ο Μάης

του Νίκου Καλογήρου

Εκείνη Στεφανία, εκείνος Χρήστος. Ένεκα βλεμμάτων δυνατών (με καρφώνει σου λέω) και ακόμα αισθησιακότερων αγγιγμάτων (τα νιώθεις αυτά στ' ακροδάχτυλα) δεν άργησε το γλυκό να δέσει. Κι αλήθεια είναι, πως έδεσε για τα καλά. Ως ότου βέβαια να ζαχαρώσει, κι απέ να σαπίσει ολότελα. Πάντως αρχικά, φαινόταν το παρόν λαμπρό και το μέλλον λαμπρότερο. Άλλωστε αυτό το Χρίστος και το Στεφανία δεν ήταν κάτι απλό, εκείνη το ΄ξερε. Ήταν ολοφάνερο, αυτό το στ που έχουν μέσα και τα δυο ονόματα δημιουργεί ένα σημείο αναφοράς, μια δομή. Επιπλέον τα φι και χι. Αυτά που τα πας; Τα ακροτελεύτια γράμματα της αλφαβήτου δεν είναι βαρετά σαν και τα πρώτα, φανερώνουν πορεία, διαδρομή, μονοπάτια, μυστήριο. Σε λίγα ονόματα ζευγαριών θ΄ ακούσεις δύο στ κι επιπλέον φι και χι. Δίνει μια αίσθηση κυκλικότητας κι αρμονίας μια τέτοια ηχητική αλληλουχία, απόκοσμος συνδυασμός σχεδόν μεταφυσικός. Οιωνός, όχι αστεία.

Όπως κάθε έναρξη, κι αυτή πανηγυρική –αν εξαιρέσεις την έντονη μυρωδιά καφέ και ταγγισμένου λαδιού. Σίγουρα μεγαλοπρεπής κι έντονη. Βρίθουσα μεγαλοστομιών, χτυποκαρδιών και από στήθους αρθρωμένων επιφωνημάτων όπως αρμόζει σε κάθε ερωτική σχέση που κουβαλά αυτό το πολύ ξεχωριστό συνταγολόγιο: πασπαλισμένη με παρατεταμένη εφηβόσκονη και καρδαμαμωμένη με μια υποψία ήβης. Αυτό το ορμητικό, το ξαφνικό, το προπάντων απροειδοποίητο χλωμό των χειλιών του έφτανε για να χάσει η Στεφανία τη γη κάτω απ΄ τα πόδια της. Και τούτη τη φορά δεν ήταν πάλι αυτή η λυσσαλέα βουλιμία, όχι. Ήταν εντελώς τ' αντίθετο, ένα αίσθημα απώλειας, αυτό ήταν. Απώλειας του εαυτού, του προσανατολισμού, του ορίζοντα. Αυτός ο θαυμαστός μετεωρισμός γεννούσε αράδες σ' ανεξίτηλα μελάνια. Ο χρόνος μεστωμένος, θαρρείς γεμάτος, περνούσε από δίπλα γλυκοπατώντας στις πατούσες κι ούτε τον έπαιρνες χαμπάρι.

“Κι είναι αμαρτία να σκέφτεσαι το χρόνο σε τέτοιες περιπτώσεις”, σκεφτόταν η Στεφανία, καθ΄ όσον η νιότη με το μυικό της σφρύγος, είναι λύκαινα που κυνηγάει το χρόνο να του σκίσει τη μαλακή προβιά στη Βάλια Κάλντα. Και τα λυκάκια πεινάν. Κρυβόταν, λοιπόν, ο χρόνος και τρύπωνε περίτεχνα στ΄ αμπάρι, χωνόταν τη μια σε τριξίματα συνεχή των κρεβατιών και καρεκλών και καναπέδων, την άλλη στο σάλιο που δένει πισθάγκωνα τη γλώσσα την ώρα που αυτού του “σ' αγαπώ” που όσο πιο υγρό ακουστεί τόσο πολλαπλάσια τα μελλοντικά οφέλη. Όλα πηγαίνανε καλά, πολύ καλά και τα δυο παιδιά κατακτούσαν ένα επίπεδο εμπιστοσύνης κι αλληλοκατανόησης. Μπορούσαν, ρε παιδί μου, να συνεννοηθούν, να αγγίζονται δέρμα-δέρμα χωρίς αμηχανία, μακριά από τα τσουχτερά “δεν πρέπει”. Πράμα σπάνιο και δύσκολο στην παρδαλή εποχή μας.

Μια σειρά από αποτυχημένες σχέσεις στο παρελθόν, της είχαν κοστίσει πολλά της Στεφανίας και να που τώρα είχε βρεθεί αυτός, αυτός που θα μπορούσε όλα να τ’ αλλάξει και να κάνει την καρδιά της να υγιάνει μια και καλή. Διότι εκείνος ήταν αλλιώς. Η καθημερινότητα μαζί του δεν ήταν βαρετή, την πρόσεχε, την αγαπούσε, τη φρόντιζε. Κάθε φορά κι ενώ που νόμιζε πως τον έχει μάθει πια καλά, ο Χρήστος ξεδίπλωνε μιαν ακόμα πτυχή του πολυδιάστατου χαρακτήρα του, γινόταν ακόμα τρυφερότερος και την αιφνιδίαζε τόσο, μα τόσο ευχάριστα. Ο Χρήστος δεν έψαχνε να χαχανίσει, έψαχνε να ζαλιστεί από την εύνοια της συνθήκης του “μαζί”, καταλάβαινε πως είναι να νιώσεις αυτό το “εμείς”. Όταν οι άλλοι κοιτούσαν πως να πουλήσουν πνεύμα, πως να φανούν, πως να ψάξουν την ατάκα και να θριαμβολογήσουν πάνω στο κρύο μάρμαρο του αντρισμού τους εκείνος ήξερε να σωπαίνει, να μένει εμβρόντητος, ν΄ αγαπά.

“Ξέρεις πως με λέει; Με λέει 'καλή του'! 'Καλή του' με λέει, τ΄ ακούς; Και το εννοεί πραγματικά. Είναι κούκλος, το αγόρι μου!”, έλεγε στις φίλες της συνέχεια και ρισκάριζε να γίνει μονότονη.

“Το σημαντικότερο είναι η επικοινωνία. Αν χαθεί ποτέ η επικοινωνία δεν ξέρω. Δε θα χαθεί ποτέ όμως, είμαι σίγουρη”, έλεγε στον εαυτό της ξανά και ξανά και έβαζε τη μάνα της να αρχίζει το ξεμάτιασμα και νάσου οι σταγόνες λάδι να ξαπλώνουν πάνω στο νερό και να χάνονται στα τρίσβαθα, στους ύμνους και στα βάσκανα.

Έλα όμως που οι άνθρωποι κινάνε μόνιμα στ΄ αδιέξοδα. Έχουμε όλοι κακά χημικά μες στο κεφάλι μας που μας σπρώχνουν να αποδείχνουμε συνέχεια σόνι και ντε την ατόφια σαπίλα μας. Δεν εξηγείται η τρομερή ηδονή που αντλούμε απ΄ την καταστροφή, η χαρά που προσφέρει η κλωτσιά όταν γκρεμίζει στην άμμο τα πυργάκια των παιδιών. Λέμε για την ελπίδα, την αγάπη, το καλό με φράσεις παραγεμισμένες ζάχαρη την ώρα που ενδόμυχα ποθούμε την απόλυτη τυραννία του μηδενός και κάπου μέσα μας το ξέρουμε, μα όλοι σφυρίζουμε αδιάφορα και χτίζουμε οράματα και νέφη. Οι έρωτές μας σφραγισμένοι στην ντουλάπα της μνήμης και μόνο μας μέλημα ο σκώρος ο αναπόφευκτος. Ο αληθινός έρωτας, μια στιγμή του κάλπικου μίσους. Έλα που ξανοιγόμαστε να βρούμε ταίρια για να δαμάσουμε λίγο καιρό την άθλια φύση μας και μετά βροντάμε στην κατηφόρα τραβώντας από το πόδι όποιον μπορέσουμε ν΄ αρπάξουμε. Ήταν βέβαια κι η μονογαμία ακανθώδες ζήτημα, άσε που τ΄ αγκάθια σκλήραιναν όσο έμπαινε η άνοιξη. Στο κάτω-κάτω πασχίζουμε να πειστούμε πως είμαστε ικανοί ν΄ αγαπήσουμε και ν΄ αγαπηθούμε, απανωτές απόπειρες να βάλουμε τις μοναξιές μας στο ίδιο προαύλιο μπας και σμίξουν η μια με την άλλη και φάνε ασπιρίνες παρέα.

Το αποψινό βράδυ (10 Μαίου), ο Χρήστος πηγαίνει στο σπίτι της Στεφανίας. Η πόλη είναι μεγάλη και φοιτητούπολη από αυτές που παντού μυρίζει καφές και ταγγισμένο λάδι. Χτυπά το κουδούνι. Η Στεφανία οσφραίνεται το κάτι ανεπαίσθητα αρνητικό από το κουδούνισμα κιόλα. Ανοίγει την πόρτα και ορμά να τον φιλήσει, όπως έκανε πάντα. Αυτή τη φορά δεν αισθάνεται τόσο την ανάγκη για τα χείλη του όσο θέλει να εξακριβώσει τη ρουτίνα, να δει πως όλα πάνε καλά. Αλλά ο Χρήστος στέκει ακίνητος, δεν τη φιλάει πίσω, δεν την παίρνει στην αγκαλιά του παρά κοιτά στο κενό, στο τίποτα, κοκαλωμένος κι ευθυτενής.

- Στέφη, πρέπει να μιλήσουμε.
-
Ναι αγάπη μου, πες μου, τι έγινε; Συνέβη κάτι; Έπαθες τίποτα;

-
Εεε...
- Πες μου, μίλα μου, με τρομάζεις μωράκι μου, τι τρέχει;

-
Θέλω να χωρίσουμε.

-
Παύση. Η Στεφανία ξύνει το κεφάλι της. Βουρκώνει. “Ο μάης” σκέφτεται, “αν δεν είχαμε μάη δε θα με χώριζε. Κωλομήνας”.

-
Ο λόγος;

-
Τίποτα. Δε φταις εσύ. Είναι δικό μου το θέμα.

Τις επόμενες είκοσι μέρες του Μαΐου η Στεφανία κλείστηκε στο σπίτι της. Δε βγήκε ούτε στιγμή. Δεν έτρωγε. 10 Μαΐου, τι μέρα κι αυτή, σκέτος θάνατος. Τετέλεσται. “Δεν ξέρω τι θ' απογίνω, αφήστε με”. Η Στεφανία στις 10 Μαΐου πήρε τη θλίψη, τη μιζέρια, την υπερβολή, την αυτοτιμωρία και τα επέβαλλε στον εαυτό της σαν την κανονικότητα. Έτσι πέρασε ο μήνας της ολόκληρος. Απαίσιες μέρες Μαΐου. «Τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο». Οι φίλες της ανησύχησαν, «καλέ, μήπως πρέπει να την πάμε σε κάποιον ειδικό;»

Δυο χρόνια περάσαν από τότε και το ερωτικό παζλ δε συμπληρώθηκε ποτέ ξανά. Το θέμα είχε κάμποσο παλιώσει και γι΄ αυτό ξεχαστεί. Ο χρόνος είναι νοσοκόμα με γοφούς σκανδαλιάρικους, ιδιοκτήτης κάβας που τρελάθηκε και μοιράζει τζάμπα πραμάτεια, παγωτατζής στο μέσο μιας Σαχάρας ντυμένος στα λευκά.

Απόψε θα κάνει τρομερή ζέστη και η Στεφανία μαζί με τη Πέννυ θα πάνε σε μια νέα φίλη, τη Λουκία, που έχει μια μεγάλη βεράντα και θ΄ αράξουν εκεί στη δροσιά οι τρεις τους για μπύρα. Όση δροσιά μπορέσει να βρει κανείς ανάμεσα στη βαριά μυρωδιά καφέ και ταγγισμένου λαδιού. Η Λουκία θα τους διηγηθεί ιστορίες από ταξίδια που έχει κάνει, από μέρη που έχει δει. Κάποια στιγμή θα βγάλει ένα άλμπουμ με φωτογραφίες και θα βαλθεί να δείχνει και να εξηγεί και μετά δώστου να ξαναδιηγιέται και να ξαναεξηγεί.. Σε μια φωτογραφία μετά την ενότητα “Ισπανία”, η Στεφανία θα δει τη Λουκία αγκαλιά με το Χρήστο σε τρυφερό εσταντανέ. Θα αρχίσει έντονη ταχυκαρδία. Αφού συγκεντρωθεί θα ρωτήσει:

-Αυτός εδώ ποιός είναι;

-Α! Είχα γυρίσει από Βαρκελώνη που 'χα πάει πριν δυο χρόνια τον Απρίλη. Καλά φοβερή πόλη, θα σας πω μετά. Και μετά από κάποιες μέρες κάναμε πικ-νικ στην παραλία και κει γνώρισα αυτό το παιδί, το Χρήστο. Ήμασταν μαζί για λίγο καρό αλλά όχι για πολύ. Στα μέσα του καλοκαιριού χωρίσαμε.
-Α, ωραία.

Τώρα, η Στεφανία πίνει μπύρα σε μεγάλες γουλιές και κοιτά τον πεζόδρομο. Κάποια παιδιά παίζουν και φωνάζουν. Το καναρίνι της Λουκίας κελαηδά. Η βεράντα είναι μεγάλη και άνετη όμως αέρας που φυσά πότε-πότε είναι ζεστός κι αυτός. Όλα είναι ζεστά. Τις γειτονιές διαπερνά μια έντονη μυρωδιά καφέ και ταγγισμένου λαδιού. Η μπύρα αφρίζει στα στομάχια των κοριτσιών όλης της φοιτητούπολης ετούτο το βραδάκι. Η θερμοκρασία δε λέει να πέσει, όλοι βγάζουν τα συμπεράσματά τους απόψε και για τη Στεφανία η αλήθεια είναι μόνο αυτή: “μεγάλος καριόλης ο Χρήστος, και τελικά δεν έφταιγε ο μάης”.


πρώτη δημοσίευση, εκδόσεις-περιοδικό Vakxikon.gr, τεύχος 17

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Της Άρνης το νερό.

Έψαχνα το "τι να θυμηθώ" του Ζούδιαρη με τον Ρίζο, άλλη κομματάρα. Πέφτω λοιπόν πάνω σε αυτό και απο περιέργεια το επιλέγω, ενώ από μέσα μου λέω, τι μαλακία θα ακούσω πάλι. Με το που ανοίγει όμως το στόμα του κοκαλώνω. Από τότε το ακούω κάθε μέρα. Ίσως γιατί είναι ένας από τους ελάχιστους πλέον λόγους που ξυπνούν μέσα μου εκείνο το παιδικό αίσθημα της περηφάνιας που γεννήθηκα σε αυτόν τον ρημαγμένο τόπο.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

"Γράφω" σημαίνει αναμετριέμαι

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΝΤΗ, Η κατάθεση, εκδόσεις Ένεκεν, σελ. 257

Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερη σύνοψη. Αντιγράφω λοιπόν από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: “Τον Ιανουάριο του 2010, δύο αστυνομικοί της Αντιτρομοκρατικής επισκέπτονται στο σπίτι της στην Ικαρία μια γυναίκα, για να της πάρουν κατάθεση. Τι έχουν εναντίον της; Τι τους κρύβει εκείνη; Πώς θα καταλήξει η αναμέτρησή τους να ανασκαλίσει απωθημένα μέχρι και της Μακεδονικής Ιστορίας; Η ανακρινόμενη θα αποφασίσει να γράψει τελικά τη δική της πλέον κατάθεση, όπου αφηγείται και συζητάει για την αριστερά, τις γυναίκες, τον εθνικισμό, τις μειονότητες. Για τις προσωπικές και κοινωνικές μας περιπέτειες και ουτοπίες, σε μια κρίσιμη εποχή για την Ελλάδα και τον κόσμο”.
Είναι κάτι παραπάνω από φανερό: στο βιβλίο της Μόντη δεν χωρούν οι επιφυλάξεις και οι φοβίες μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέα. Η θεματολογική επιλογή της, με κεντρικό άξονα την πολιτική τρομοκρατία, και επιμέρους πυλώνες τη σημερινή κοινωνική κρίση, την καταπίεση των αλλόγλωσσων μειονοτήτων, το πρόβλημα του κοινωνικού ρατσισμού, την ενεργό πολιτική συμμετοχή κλπ., περιλαμβάνει επικίνδυνες, σχεδόν απαγορευμένες αφηγηματικές περιοχές, που πολύ αμφιβάλλω αν θα μπορούσε ή αν θα ήθελε να αντιμετωπίσει ακόμη κι ένας έμπειρος συγγραφέας.

Και όμως η Μόντη στέκεται όρθια στο κέντρο τους, και μάλιστα φαίνεται να το απολαμβάνει, αναφωνώντας, με το στόμα της ηρωίδας, “Γράφω!”. Είναι η στιγμή κατά την οποία διαλύονται οι τελευταίες συγγραφικές ανασφάλειες, αφού προηγουμένως έχει οριοθετηθεί με ευκρίνεια ο χώρος, ο λόγος και ο σκοπός της γραφής: εδώ λοιπόν η γραφή, όχι σαν ιδιωτική ομφαλοσκόπηση ούτε σαν ατομική καταφυγή ούτε σαν έσχατο υπαρξιακό αποκούμπι, αλλά πιο πολύ σαν μέσο μιας δημόσιας αναμέτρησης και ενός ιδεολογικού αναστοχασμού, που ξεπερνώντας κατά πολύ το ατομικό βίωμα της ορατά αυτοδιηγητικής αφήγησης εικονίζει την πορεία μιας ολόκληρης γενιάς.
Πρόκειται για την πρώτη γενιά της μεταπολίτευσης, που μέσα από το στόμα της ηρωίδας αποτιμά τον πολιτικό της ρόλο, ομολογεί τις προδοσίες, ψηλαφεί τις πληγές και δοκιμάζει τις αντοχές της τώρα που έφτασε το «τέλος εποχής». Και μάλιστα, όλα αυτά όχι με τη διάθεση μιας πολιτικά βολικής παρακαταθήκης, που στο όνομα της ωρίμανσης ή με το άλλοθι της ήττας δικαιώνει την απόσυρση, αλλά με την επίγνωση της ανάγκης για μια ενεργητική ιδεολογική ανατοποθέτηση μπροστά στην κρίσιμη κοινωνική πραγματικότητα και για μια ενεργητική ατομική στάση μπροστά στις κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις.
Κάπου εδώ όμως χαλάει η μαγιά. Η επιθυμία της συγγραφέα να τα πει, βαραίνει τόσο στο συγγραφικό χέρι, που θέτει σε δεύτερη μοίρα τις αναγκαίες αφηγηματικές συνθήκες, με αποτέλεσμα να μοιάζει η πλοκή προσχηματική, χαλαρή και άτονη, να μένουν οι χαρακτήρες επιφανειακοί και προβλέψιμοι και να κατατείνουν ορισμένα διαλογικά μέρη προς τη ρηχή πολιτική ρητορεία.
Ό,τι δηλαδή συμβαίνει σε αρκετά ενδιαφέροντα πρωτόλεια: μια ειλικρινής πρόθεση και μια αναμφισβήτητη δυνατότητα που δυσκολεύονται να βρουν την επιθυμητή λογοτεχνική τους έκφραση. Εκλαμβάνω την “Κατάθεση” της Μόντη ως δήλωση προθέσεων, αλλά και τεκμαρτών δυνατοτήτων.

Η κυριακάτικη Αυγή, Αναγνώσεις, 18.3.2012

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Πείτε μου Κε βουλευτά, Κε υπουργέ, Κε πολιτικάντη




Συγγνώμη για την ενόχληση
Μάλλον σας χαλάω τον σχεδιασμό της προεκλογικής στρατηγικής σας τέτοιες μέρες, αλλά με πνίγουν ερωτήματα.
Πολλά ερωτήματα, ζόρικα ερωτήματα

Πείτε μου Κε υπουργέ, Κε βουλευτά, Κε πολιτικάντη
Δημόσιος υπάλληλος είμαι, καθηγητής στο επάγγελμα, μάλλον το ίδιο και στην ψυχή πια,
δεν έχω υποστήριξη από τον εργοδότη μου και οι καιροί είναι δύσκολοι
Δώστε μου την συμβουλή σας, δώστε μου τα φώτα σας

Πείτε μου Κε υπουργέ, Κε βουλευτά, Κε πολιτικάντη
Βλέπω μαθητές να μου έρχονται μαστουρωμένοι για μάθημα,
Κυνηγάω εξωσχολικούς που μπουκάρουν για να γκομενίσουν ή να κάνουν ποιος ξέρει τι νταλαβέρια πηδώντας τα κάγκελα που εδώ και χρόνια κανείς δεν ενδιαφέρεται να τα ψηλώσει λίγο και ένας μονάχα φύλακας που έχουμε δεν φτάνει
Προσπαθώ να αναπληρώσω άφαντους πατεράδες, πεθαμένους αδερφούς, χαμένους φίλους
Έχω μαθήτριες που είναι στα όρια της κατάθλιψης αφού η ανέχεια και ο θάνατος είναι η καθημερινή τους συντροφιά,

Πείτε μου Κε υπουργέ, Κε βουλευτά, Κε πολιτικάντη
Βλέπω συναδέλφους που έχουν αδυνατίσει αφύσικα μέσα σε δύο μήνες, θέλω να τους κεράσω καφέ και δεν έχω, τους βλέπω να μαραζώνουν που έχουν τα παιδιά τους άρρωστα αλλά δεν έχουν λεφτά να πάνε σε παιδίατρο επειδή οι παιδίατροι που ξέρουν δεν συνεργάζονται με ταμεία πια και δεν τους περισσεύουν τριάντα ευρώ
Έχω παπούτσια τρύπια και τρέμω μην τα πάρουν χαμπάρι οι μαθητές μου
Βλέπω μαθητές να μοιράζονται τυρόπιτα και κουλούρι
Έρχονται με τα πόδια από μακριά, επειδή δεν έχουν ούτε για το εισιτήριο
Κουβαλάνε ψυχολογικά προβλήματα και δεν μπορούμε να βοηθήσουμε
Δεν θα πάμε εκδρομές φέτος, αφού οι γονείς τους δεν αντέχουν οικονομικά, ούτε καν στους σχολικούς περιπάτους δεν έρχονται για να μην αναγκαστούν να αγοράσουν καφέ και εισιτήρια

Πείτε μου Κε βουλευτά, Κε υπουργέ, Κε πολιτικάντη·
Βλέπω και βιώνω βία από παιδιά κάθε μέρα, σε μορφές που δεν μπορούσα να φανταστώ.
Προχθές πηδώντας την μάντρα με απείλησε ένα βαποράκι περίπου είκοσι ετών, πως θα με πετύχει έξω με σιδηρογροθιά και το βούλωσε όταν του σφύριξα μέσα από τα δόντια μου πως δεν ξέρει πόση νύχτα κουβαλάω πίσω μου
Μετά γύρισα σπίτι μου και προσπάθησα να χαμογελάω στα παιδιά μου ενώ με την άκρη του ματιού μου κοίταζα να δω ποιος λογαριασμός έχει μείνει ληγμένος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, για να πάω να τον πληρώσω με τα λεφτά από τα κάλαντά τους

Πείτε μου Κε βουλευτά, Κε υπουργέ, Κε πολιτικάντη·
Το κράτος μου χρωστά χρήματα από νόμιμη και δηλωμένη εργασία αλλά δεν μου τα δίνει.
Μου ζητάει χαράτσια όμως, μου μειώνει τον μισθό, προσπαθεί διαρκώς να μου τσακίσει την αξιοπρέπεια
Τι να κάνω, πείτε μου καλοί μου άνθρωποι;
Με κάνατε να χρωστάω και εσείς μου κόβετε κι άλλα
Δεν πεινάω ακόμη αλλά μαραζώνω από το βάρος της ευθύνης απέναντι στα παιδιά μου και στα παιδιά του κόσμου.
Το δικό σας το σινάφι με ποιο θράσος κυκλοφορεί ακόμη;
Και κάνει αστειάκια σε «καλά» εστιατόρια τύπου «Ε, τι φάγαμε πια; Ούτε μια σύνταξη…»;
Ελπίζω να μην είναι αληθές αυτό και να είναι μια κακοήθεια, γιατί αν αληθεύει, μετά πώς να μην έρθει σε σύγκρουση η ιδιότητά μου με την αρμόζουσα και επιδεικνούμενη συμπεριφορά μου;


Πείτε μου λοιπόν, με ρωτάνε τα μάτια των μαθητών μου και των παιδιών μου
Αλλά, τι να τους πω εγώ και τι να μου πείτε εσείς πια…

Σε λίγο δεν θα κρατιούνται και εσείς φυσικά, θα ζητάτε ευθύνες, υποκινητές και υπαίτιους για να μπορέσετε να απολύσετε μερικούς ακόμη

Λες και δεν έχετε καθρέπτη στα ταπεινά σπίτια σας…

Πείτε μου Κε βουλευτά, Κε υπουργέ, Κε πολιτικάντη·
Ξέρετε μήπως πόσους ρόλους πρέπει να παίζω καθημερινά;
Έχω γίνει συντηρητής πατωμάτων, τεχνίτης σπασμένων καρεκλοθρανίων, κλειδαράς, καθαριστής, κλινικός ψυχολόγος, επίτιμος επιπυραγός, γνώστης πολεμικών τεχνών, φυσιογνωμιστής, επιδιορθωτής φωτοτυπικών και χειριστής μηχανών γραφείου πάσης φύσεως, γραμματέας, κλητήρας, διατροφικός σύμβουλος, ερασιτέχνης παιδοψυχολόγος, ιδιωτικός ντετέκτιβ, υπάλληλος ληξιαρχείου, ερμηνευτής εγκυκλίων, διεκπεραιωτής ανούσιων εγγράφων με την ένδειξη «Επείγον», ειδικός ψυχολογικής υποστήριξης σαλταρισμένων συναδέλφων και απελπισμένων γονιών και πάει λέγοντας
Όχι δεν με πληρώνετε για όλα αυτά, αλλά δεν είναι θέμα χρημάτων.
Δεν επέλεξα να κάνω αυτή τη δουλειά για τα χρήματα, από μεράκι το έκανα παρατώντας καριέρα με προοπτικές.
Θέμα αξιοπρέπειας και αντοχών είναι κι ας κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε
Και θέλετε λέει να με αξιολογήσετε;
Έλατε όποτε θέλετε, για την ακρίβεια, ελάτε αν σας βαστάει
Αλλά θα κάτσετε μαζί μου καμιά βδομάδα για full service που λένε
Κι αν δεν το μάθατε να σας ενημερώσω και γι΄ αυτό, πως δηλαδή ότι υπάρχει ακόμη όρθιο και δεν έχει διαλυθεί σε σκόνη και θρύψαλα, βασίζεται στο φιλότιμο και την ανθρωπιά κάποιων μόνιμα ταγμένων στον ρόλο του θύματος και του κορόιδου.
Πόσο να αντέξουμε όμως πια;
Μήπως ξέρετε αν στα νέα αναλυτικά προγράμματα υπάρχει κάποια μέριμνα για Ψυχολογική Υποστήριξη μαθητών;
Καθηγητών ίσως;
Όχι ε;
Κρίμα…
Ένας φίλος μου είπε να πολιτευτώ μπας και σταματήσω να σκέφτομαι.
Πονηρή η κουβέντα του, δεν λέω, αλλά δεν θα πάρω.
Βλέπω πάνω σας τις παρενέργειες μιας τέτοιας επιλογής


Πείτε μου Κε βουλευτά, Κε υπουργέ, Κε πολιτικάντη·
Στους δρόμους που κυκλοφορείτε έχετε λάμπες, έχετε φώτα;
Περπατάει κόσμος χαλαρός; Γελάει;
Εδώ που είμαι εγώ, εδώ και καιρό, όχι
Εδώ ο κόσμος δεν προσποιείται πως όλα θα πάνε καλά, πως όλα θα φτιάξουν
Δεν προσποιείται πως έχει μέλλον.
Προσπαθεί να ρουφήξει ότι μπορεί από το παρόν γιατί δεν έχει να περιμένει τίποτα
Φεύγουν με αυξημένους ρυθμούς γνωστοί και γνωστοί γνωστών από εμφράγματα, καρκίνους, αυτοκτονίες
Και μένουμε κάποιοι να προσπαθούμε να χωρέσουμε στον επίπονο ρόλο του αναπαλαιωτή ψυχών.
Τις δικές μας να δούμε ποιος θα τις κουράρει

Κάνει νύχτα που λέτε Κε υπουργέ, Κε βουλευτά, Κε πολιτικάντη
Πολύ νύχτα
Και θα αργήσει να φύγει, το ξέρετε καλύτερα από εμάς τους απλούς ανθρώπους φαντάζομαι

Να προσέχετε στα σκοτεινά δρομάκια λοιπόν, έχουν πολλές ακάλυπτες λακκούβες, ξέχειλες θλίψη

Γιατί φυσάει και λύσσα τελευταίως στους έρημους δρόμους, μην αρπάξετε κανένα κρύο…

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Με αφορμή ένα βιβλίο

Όλως περιέργως μου θύμισε το Do it του Τζέρι Ρούμπιν, που έβγαινε μετά κι έλεγε ότι οι αμερικανοί χίπεις νίκησαν το σύστημα, αφού αναρριχήθηκαν στις υψηλότερες θέσεις του.
Μιλάω για τον Αναρχικό Τραπεζίτη του Φερνάντο Πεσσόα, κι ας είναι ανίερη η ομοιότητα.
Στο ένα οι εφηβικές ονειρώξεις της μεσοαστικής αμερικανικής τάξης του '60, στο άλλο ό,τι και αν πω είναι λίγο.
Πού έγκειται λοιπόν η έστω και εξωτερική ομοιότητα; Παραθέτω τη γνώμη του αναρχικού τραπεζίτη:
"Δέστε τώρα πώς τις ξεπέρασα (σημ. τις ενστάσεις μου) με την αναρχική μέθοδο εργασίας, που ήταν το αποτέλεσμα των συλλογισμών μου κι είχα δεχτεί ως τη μόνη αληθινή... Αυτή η μέθοδος έχει στόχο να με κάνει πλούσιο, να μου δώσει δηλαδή μια ιδιοτελή αποζημίωση. Αυτή η μέθοδος αποβλέπει στην απελευθέρωσή μου, αν δηλαδή νικήσω την εξουσία του χρήματος, αν λυτρωθώ απ' το χρήμα, τότε γίνομαι ελεύθερος. Είναι αυτονόητο πως αυτή την ελευθερία την αποκτώ μόνο εγώ, γιατί, όπως έχω ήδη αποδείξει, μόνο με την καταστροφή των κοινωνικών θεσμών μπορεί να έρθει η ελευθερία για όλους, μόνο με μια κοινωνική επανάσταση, κι εγώ μόνος μου δεν μπορώ να κάνω καμιά κοινωνική επανάσταση".
Όσο προχωράω στην ανάγνωση, κλίνω προς την εκδοχή ότι πρόκειται για μια βολική εκλογίκευση, όπως άλλωστε και στην περίπτωση του Ρούμπιν, που με λογικούς ακροβατισμούς επιχειρεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Έχω έτοιμη λοιπόν την ένσταση, που με τα λόγια του συνομιλητή του ήρωα διατυπώνεται ως εξής:
"Μια στιγμή, μια στιγμή! Περιμένετε! Καλά κι ωραία όλ' αυτά, όμως παραβλέψατε κάτι. Ξεκινήσατε τη δράση σας, όπως είπατε και μόνος σας, όχι μόνο για να είστε ελεύθερος αλλά για να αποφύγετε την τυραννία. Φέρατε όμως τυραννία. Εσείς ο τοκογλύφος, ο τραπεζίτης, ο αδίστακτος έμπορος -συγχωρέστε με, αλλά αυτό είσαστε- εσείς φέρατε τυραννία. Φέρατε ακριβώς τόση τυραννία, όση κι οποιοσδήποτε εκπρόσωπος των κοινωνικών θεσμών που προφασιζόσασταν ότι πολεμούσατε".
Η απάντηση που δίνει ο Πεσσόα, με το στόμα του ήρωά του, πιστεύω πως προδίδει το μέτρο της εμβρίθειάς του:
"Όχι, όχι, καλέ μου φίλε, εδώ κάνετε κάποιο λάθος. Εγώ δεν έφερα καμιά τυραννία. Η τυραννία που ίσως προέκυψε από την αγωνιστική μου δράση κατά των κοινωνικών θεσμών δεν είναι δική μου, δεν τη δημιούργησα εγώ. Κρύβεται μες στους ίδιους τους κοινωνικούς θεσμούς, κι εγώ δεν την ενίσχυσα στο παραμικρό".
Άτομο ή θεσμός; Στην ερμηνεία που προτείνει ο Πεσσόα, το βάρος πέφτει στον θεσμό, σε αντίθεση με την αντίληψη που έχει διαμορφώσει το αστικό κοσμοείδωλο για το ρόλο του υποκειμένου. Το λέω γιατί συνηθίζουμε δια των προσώπων να σκεπάζουμε πολύ συχνά την ευθύνη των θεσμών ή να ανανεώνουμε πολύ συχνά την πίστη μας στους θεσμούς, λησμονώντας πως το αληθινό πρόβλημα είναι οι οικονομικοί, πολιτικοί, ιδεολογικοί όροι αναπαραγωγής του συστήματος. Ο ρόλος που διαδραματίζουν εντός των όρων αυτών τα πρόσωπα κυμαίνεται ανάμεσα στο να αποτελούν θλιβερές καρικατούρες ή αμυδρές φιγούρες και σπανίως, πολύ σπανίως, συμπαγείς μορφές.
Οι δύο πρώτες εκδοχές επιβεβαιώνονται περίτρανα από την τωρινή πολιτική σκηνή του τόπου και από όσους φιλοδοξούν να πρωτοστατήσουν στις εξελίξεις της.


Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Εν αρχή ην η ποίησις



Ποιητική βραδιά


Η Λέσχη Ανάγνωσης "Δείξε τα χέρια σου" σας καλεί στο piccolo wine bar (Καπετάν Ρούμπα 3, Γιαννιτσά) στις 6:00μ.μ. του Σαββάτου 17.03.2012 στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Σιδέρη Ντιούδη,"Η βραδυπορία της στιγμής", εκδ. ΑΙΩΡΑ.

Εισήγηση:
Ακριβούλα Σιδηροπούλου, Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Σιδέρης Ντιούδης

Κιθάρα-Τραγούδι: Πρόδρομος Μυστακίδης, Αναστασία Καραγκούνη, Μαρία Δέλλιου
Απαγγελία: Μπάμπης Κοζάρης, Ξανθίππη Κουτούφη, Ανανίας Καπουρκατσίδης

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Αναμνήσεις τετραημέρου

Τέσσερις μέρες διαφυγής στην Αθήνα. Προσπαθώ να εστιάσω.
Η μία όψη:

Μεσημεριανή βόλτα στο Μοναστηράκι, νοσταλγική τζούρα από τα φοιτητικά στέκια στα Αναφιώτικα, κλεφτή ματιά στο εκκλησάκι του Παπαδιαμάντη, μικρή στάση για ποιητικές ανάσες, κυριακάτικος περίπατος στο Θησείο.

Η άλλη όψη:

Ο κοιμισμένος άστεγος, το αστυνομοκρατούμενο κέντρο, οι προκηρύξεις των απεργών του Χατζή, η αφόρητη μοναξιά της Ακρόπολης, τα οργισμένα συνθήματα στους τοίχους, οι φιλανθρωπικές συναυλίες του Νταλάρα.

Σκέφτομαι αν είναι η πραγματικότητα ή ό,τι θέλω ή αντέχω να δω απ' αυτήν και δεν διστάζω να αναγνωρίσω πως πίσω απ' όλες τις όψεις, ακόμη κι από τις πιο χαζοχαρούμενες ή υποκριτικές, μία και μόνη η δική μου αλήθεια που τις ενώνει. Μιλάω για τα αμίλητα γαμώτο.
Γραπώνομαι λοιπόν από την αφέλεια των μαθητών που συνοδεύω, με την ελπίδα να ρεφάρω. Ηθικό δίδαγμα: είναι λάθος να χορεύεις Gallagher ύστερα από μια νταμιτζάνα κρασί. Επίκεινται απρόβλεπτες πτώσεις.