Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Το αντάρτικο του πληκτρολογίου

Δεν προφταίνω. Τρέχουν οι μέρες και στέκομαι σαν το χαζό και τις κοιτάζω. Πολλά καρπούζια φορτωμένος εδώ και χρόνια, κοντεύω να κλατάρω.
Οπότε, άρχισα να ξεκόβω. Από αλλού με χαρά, από αλλού με μισή καρδιά.
Ήρθε κι η σειρά του μπλοκ. Βαριά η καλογερική του ανά τρεις μέρες. Θέλει ασκητές ή πολυλογάδες - κι εγώ δεν διαθέτω άλλες αντοχές ούτε έχω εύκαιρες λέξεις.
Πολλές φορές είπα να τα παρατήσω, αλλά έκανα πίσω. Πιο πολύ για την παρέα, για την ανάγκη της εκφόρτισης και την (ψευδ)αίσθηση της επικοινωνίας.
Τώρα όμως προστέθηκαν κι άλλοι - πιο σημαντικοί λόγοι.
Θυμάμαι την επομένη του Γρηγορόπουλου, που είπαμε με τον Σπύρο να σηκώσουμε μαύρη σημαία για καμιά βδομάδα ως έκφραση αντίδρασης. Έξω καιγόταν ο κόσμος κι εμείς τσουρουφλιζόμασταν στις φλογερές σιωπές μας. Το κρατήσαμε δυο-τρεις μέρες, κι ύστερα προσχωρήσαμε στο αντάρτικο του πληκτρολογίου.
Κάτι ανάλογο νιώθω ότι ισχύει και τώρα.
Εννοώ ότι πέρα από την κούραση, πέρα από τη μοναξιά, πέρα από την κατάθλιψη υπάρχει και και η βαρβαρότητα. Κι όταν πληθαίνουν οι ιδεολογικοί απολογητές της, η σιωπή δεν είναι λύση - ακόμη κι αν κουβαλάει το άλλοθι μιας τρόπον τινά αντίδρασης.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Ανάπαυλα

Διακόπτουμε. Υποθέτω για κάποιες μέρες, ώσπου ο Vlaxos να κάνει το αισθητικό του θαύμα στο ιστολόγιο. Κλείνουμε ήδη δύο χρόνια έτσι κι από καιρό νιώθουμε την ανάγκη της αλλαγής.

Νέα μορφή, νέα αρχή. Με πολύ μεράκι και σφιγμένα δόντια.

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Μαυσωλείο.doc





«Νοιώθω πως έφυγε ένα βάρος από μέσα μου ρε συ» είπε όσο ξαναγέμιζε τα ποτήρια τσίπουρο.
«Δεν άντεχα άλλο, δεν είχα ούτε καν από τα καβατζωμένα αποθέματα τόσων χρόνων να τους δώσω κάτι που να έχει κάποια σημασία σήμερα. Δεν ξέρω, ίσως και να μην ήθελα, δεν έβρισκα πια νόημα, σαν να είχε στεγνώσει η ψυχή μου.
Η σχέση στην τάξη είναι μια ισορροπία του δίνω και του παίρνω κι εγώ ένοιωθα πως τελευταία μόνο έπαιρνα από τα παιδιά. Έπαιρνα τα νιάτα τους, την φρεσκάδα τους,  την σπιρτάδα του πνεύματός τους, την ανάγκη τους για ζωή.
Κι εγώ δεν μπορούσα να τους δώσω κάτι.
Όλα μου ήταν παλαιάς κοπής, παρωχημένα, λες κι από άλλον κόσμο. Προσπαθούσα αλλά δεν μου έβγαινε. Ρέταρε ο λόγος μου στην αίθουσα, κόμπιαζα να τους εξηγήσω διφορούμενα έννοιες και νοήματα  με τρόπο που να μην τους στερήσω την παιδικότητά τους και αυξάνονταν επικίνδυνα οι φορές που το μυαλό μου κόλλαγε πάνω στις κορυφές των δέντρων στο αλσάκι έξω από το προαύλιο, έτσι και κοίταγα από το παράθυρο.
Η αγάπη τους θα μου λείψει, ο σεβασμός τους, η ζωντάνια τους.
Δεν πήγαινε άλλο όμως. Σερνόμουνα σαν μελλοθάνατος κάθε πρωί στο Μαυσωλείο, την αίθουσα Καθηγητών ντε, υποχρεωμένος να αντικρίσω πετρωμένες ψυχές και laptops, αντιαισθητικά και λιπόψυχα χαχανητά από πεθαμένα χιλιοειπωμένα αστεία, να βλέπω μαλλιά να ασπρίζουνε και χέρια που ψάχνουν τα άλλοθί τους στην σκόνη της κιμωλίας και το χειρότερο όλων· να εισπράττω συγκαταβατικούς χαιρετισμούς νεότερων συναδέλφων με Βάρκιζες στο βλέμμα.
Τέρμα πια. Ώρα να με ξαναγεννήσω. Άντε στην υγειά μας λοιπόν»
Τα ποτήρια τσούγκρισαν σε σπονδή και αντανακλούσαν την λάμψη του βλέμματος του Κώστα, αλλά δεν μπορούσε να ξεκαθαρίσει αν ήταν από το τσίπουρο ή από «το βάρος» που έμενε πλέον πίσω και την «αποστράτευση» από το χαράκωμα με την μορφή σύνταξης. Πραγματικά χαιρόταν με την χαρά του, τόσα χρόνια φίλοι, τον είχε και Καθηγητή πριν  από πολλά χρόνια, «Μέντορα» τον φώναζε και γέλαγε από καρδιάς ο Κώστας κάθε φορά που το άκουγε.
Του άρεσαν οι συναντήσεις τους, πάντα έφευγε από αυτές με μια αναζωογονημένη εσωτερική δύναμη να διεκδικεί ξανά το αύριο και να καθησυχάζει το τώρα. Άνοιγαν τα εσώψυχά τους κάθε φορά και αυτό του έδινε ένα κουράγιο, μια αίσθηση παλιομοδίτικης συντροφικότητας, τον έδενε με το παρελθόν του, τον στήριζε στο παρόν του, του ιντρίγκαρε την σκέψη για το μέλλον.
Κι είχαν μαζευτεί πολλά που ήθελε να του πει αφού είχαν κάμποσο καιρό να τα πουν, αλλά σήμερα δεν ήθελε να του θαμπώσει την χαρά. Γιατί θα τον μαύριζε τον φίλο του έτσι κι άρχιζε και δεν το ήθελε.
Ήπιαν άλλο ένα και την ώρα που σηκώνονταν να φύγουν, ένα φύλλο από το διπλανό πλατάνι προσγειώθηκε πάνω στο στρατιωτικό παντελόνι του Κώστα. Εκείνος το μάζεψε, το κοίταξε, χαμογέλασε μισομεθυσμένα και το έβαλε απαλά στην τσέπη του ψιθυρίζοντάς του: «Θα γράψω για σένα κάτι αύριο».
Γέλασαν και οι δύο, αγκαλιάστηκαν όπως στις ταινίες που οι σύντροφοι ξέρουν εξ΄ αρχής πως τίποτα δεν είναι σίγουρο κι έφυγαν.
            Γύρισε στο σπίτι αργά, όλοι κοιμόντουσαν, πήγε και σκέπασε τον μικρό, χάιδεψε το μάγουλο του μεγάλου, φίλησε τα μαλλιά της κόρης και πήρε το βιβλίο και τα γυαλιά από την κοιμισμένη σύντροφό του.
Άνοιξε τον υπολογιστή και ξεκίνησε να γράφει αθόρυβα αλλά με ταχύτητα, το τσίπουρο είχε μεταφέρει στους νευρώνες των δαχτύλων του τα λόγια που δεν είπε στον Κώστα.
Έπρεπε κάπου να ακουμπήσει κι αυτός το δικό του βάρος

Φίλε που λες,
Κόλλησα Μοναξιά και Σκέψη. Δεν ξέρω πως ακριβώς, ψυλλιάζομαι από κιτρινισμένες σελίδες βιβλίων και υπερέκθεση σε ψυχικά χνάρια, στον δρόμο, σε παρέες, στην δουλειά, στο διαδίκτυο, δεν είμαι σίγουρος. Μάλλον έχω την αυτοάνοση μορφή οπότε δεν βλέπω να ξεμπλέκω, άσε που δεν είμαι και καθόλου σίγουρος πως θα το ήθελα κιόλας.
Έμαθα και πως δεν υπάρχει συνταγογράφηση έτσι και κολλήσεις, ο καθένας το παλεύει μόνος του, άλλοι με ξόρκια, παραιτήσεις και Βάρκιζες, άλλοι με υποκατάστατα, placebo και άλλοι με ομοιοπαθητική, μια παράξενη αγωγή λήψης υπερβολικής δόσης.
Ούτε και η εξέλιξη και η κατάληξη είναι ίδια για όλους. Άλλους τους κάνει και μαραίνονται και καταλήγουν σαν κακόγουστα αποξηραμένα φυτά εσωτερικού χώρου, να στολίζουν θάνατο κλειδαμπαρωμένα προσωπικά ερμάρια με χαμένα τα κλειδιά, και άλλοι ανθίζουν σαν σπάνια μοβ λουλούδια του Βουνού, να κρατάνε σφιχτά το χώμα στις ρίζες τους, να στέκουν τα βουνά πάνω τους.
Που λες, διαβάζω ζωές με μαύρα γράμματα σε άσπρους χαρτοπολτούς, ρουφάω σκέψεις σε εικόνες και πληκτρολογήσεις. Και κάθε πρωί, ξυπνάω και ελπίζω να μην βρω τις διαλυμένες παντόφλες μου, να πατήσω κρύο μωσαϊκό, μα οι ρουφιάνες μένουν εκεί που τις άφησα αποβραδίς. Γυρνάω μέσα στο σπίτι με τα φώτα σβηστά ν’ ακούσω τις ανάσες των παιδιών και της συντρόφου μου, να νοιώσω πως κάτι κέρδισα που επέτρεψα στις νύχτες μου να είναι σκοτεινές.
Κάθε πρωί το ψυγείο μου θυμίζει πόσα ακόμα χρωστάω για το δικαίωμά μου στην υποχρέωση της μετριότητας του κοπαδιού, για να βελάξω κι εγώ με τον ορθό τρόπο που αναγνωρίζει ο Χασάπης. Κι εγώ, το μόνο που καταφέρνω είναι να μηρυκάζω συμβάσεις και ν’ αφήνω εγκεφαλικές αιμοπτύσεις σε χαρτιά Α4
Κάθε βράδυ έγχρωμες οθόνες μου προβοκάρουν την ψυχή και ταΐζουν στα μουλωχτά τα φαντάσματά μου με ακτίνες Α.
Αλλά μην νομίζεις· κι όταν έρχεται ο ύπνος, δεν αλλάζουν και πολλά από το ξύπνιο. Πλήρης αποκοπή του συνειδητού από την συνείδηση.
Μια σκούρα ψευδαίσθηση γκιλοτίνας συναισθημάτων.
Μόλις κλείσουν τα βλέφαρα «χραααπ»…
Κι όλο αναρωτιέμαι για ασύνδετα πράγματα, παράταιρα, άχρονα, ακατανόητα, χωρίς λογική σειρά, μπερδεμένα, έρμαιο αχαρτογράφητων ερεθισμάτων
Για παράδειγμα· γιατί κυκλοφορώ με έναν σουγιά στην τσέπη πια; Κάποτε κουβάλαγα μόνο το θράσος μου και τον τσαμπουκά του μυαλού και της ψυχής μου, μου έφταναν αυτά και περίσσευαν. Φαίνεται πως μάλλον στην πορεία χάνουμε περισσότερα απ’ όσα υπολογίζαμε πως μας αναλογούσαν και χρειαζόμαστε κάτι μικρό και διακριτικό, να χωρά στην τσέπη για να μας ισορροπεί και να μας δίνει αιτίες και αφορμές. Άλλοι έχουν mp3’s, άλλοι κινητά τρίτης γενιάς, άλλοι κανένα κομπολόι, εσύ το σημειωματάριό σου. Σε είχα δει κάμποσες φορές πως γυάλιζε παιχνιδιάρικα το μάτι σου όταν το έβγαζες για να σημειώσεις, μια φράση, μια εικόνα, μια ιδέα. Σ΄ εμένα κλήρωσε ο σουγιάς.. Προσπαθώ να διώξω από το μυαλό μου την σκέψη πως υπάρχει πιθανότητα να τον βγάλω και να τον χρησιμοποιήσω. Και θα είναι για λάθος σκοπό. Άντε βγάλε άκρη.
Αμ το άλλο; Έμαθα να ξυρίζομαι χωρίς να συναντώ το βλέμμα μου. Με τον καιρό μάλιστα, αρχίζω να αμφιβάλλω αν είχα ποτέ μου βλέμμα. Μπορεί κάποιοι να γεννιόμαστε με σκούρα γυαλιά, ποιος ξέρει;
Κάτι έχει αλλάξει πάνω μου τον τελευταίο, το νοιώθω, αλλά δεν μπορώ να εστιάσω. Ένα από τα ρεμάλια τους φίλους μου -ευτυχώς που υπάρχουν κι αυτοί κι ακόμη ευτυχέστερα που είναι και ρεμάλια- μου είπε πως χρειάζομαι διακοπές. Εκεί πετάχτηκε ένα άλλο ρεμάλι και ρώτησε πως σκατά μπορεί κανείς να κάνει διακοπές από την ζωή του.
Τι να πω, δεν ξέρω. Κατάντησα να με νοιάζει μόνο η μισθοδοσία πια, να μπορούν τα παιδιά μου να έχουν τα βασικά, να μπορώ να βελάζω κι εγώ μετριότητα, μπας και σταματήσει κάποια στιγμή να παίζει τον ρόλο του λογιστή κι εκείνη η ξεφτιλισμένη η πόρτα του ψυγείου μου.
Αρχίζω κι εγώ να γίνομαι έκθεμα στο Μαυσωλείο λες;
Το μόνο που με στήριζε κάπως, που με έκανε να νοιώθω να κυλάει το αίμα στις φλέβες μου, είναι οι ώρες μέσα στην τάξη με τα παιδιά, οι κουβέντες τους έξω από τα βιβλία ύλης και τα υποχρεωτικά διαγωνίσματα, τους βαθμούς και τις απουσίες.
Αυτό και  το άλλο, που κατέβαινα στις πορείες και τα συλλαλητήρια.
Όμως στην τελευταία πορεία, βρέθηκα φαρδύς πλατύς κάτω, στα σκαλιά μπροστά στο Μεγάλη Βρετανία, με έναν αγριεμένο ματατζή από πάνω μου, και την ώρα που μου τράβηξε την μάσκα και σήκωσε το χέρι να μου τσακίσει το κεφάλι με το κλομπ, έμεινε εκεί με το χέρι σηκωμένο κοιτάζοντάς με, με παράτησε πεσμένο και έφυγε να κυνηγήσει άλλους. Δεν ξέρω γιατί, μάλλον ήμουν μεγαλύτερος από ότι περίμενε, το θέμα είναι ότι τα είδα όλα, είπα πάει τελείωσε, με τσάκισε.
Δεν ξέρω, μάλλον παραμεγάλωσα κι εγώ πια για πορείες, δεν αντέχω το πολύ τρέξιμο όπως παλιά, κι αναρωτιέμαι όλο και πιο συχνά ποιο το νόημα στην τελική. Άσε που φοβούνται και τα παιδιά με τα πλάνα που δείχνει η τηλεόραση και δεν μπορώ να τα βλέπω φοβισμένα.
Κι ας με πνίγει εκείνος ο φόβος πως όταν δεν θα μπορώ να κατεβαίνω πια σε πορείες με την μάσκα μου, θα σημάνει και την στιγμή που θα έχω τις μεγαλύτερες πιθανότητες να αρχίσω να μπλέκω με κυριολεκτικά παράνομες σκέψεις και πράξεις. Γι΄ αυτό και όλο προσπαθώ να κάνω τα μικρά μου να γελάνε, να χαρούν το τώρα, την στιγμή.
Θα έχουν καιρό να σοβαρέψουν και να φοβηθούν όταν μεγαλώσουν και επιλέξουν το δικό τους χαράκωμα και η ικανότητα τους να αντλούν χαρά από το εφήμερο θα μειώνεται γεωμετρικά, όσο αυξάνουν τα άλατα στις αρθρώσεις.
Ξέρω· είναι θέμα αποφάσεων, το έχουμε ξαναπεί. Έχω πάρει πολλές αποφάσεις όμως, δεν παραπονιέμαι. Τις έχω στο γραφείο μου να σκονίζονται. Κάποιες από αυτές, ακόμη μέσα στο κουτί τους…
…………

Ένιωσε το τσίπουρο και την κούραση να του ρίχνουν τους ώμους στο πάτωμα ενώ τα μάτια του έτσουζαν από την προσήλωση στην οθόνη. Έσωσε το κείμενο με το τίτλο «ΜΑΥΣΩΛΕΙΟ.doc» κι έσβησε τον υπολογιστή.
Την επόμενη μέρα έδιναν ελέγχους και έπρεπε να είναι νωρίς στο σχολείο


            Τα ταμπελάκια με τους αριθμούς των αιθουσών και τα τμήματα που αντιστοιχούσαν σ΄ αυτές, είχαν αναρτηθεί στην είσοδο και είχαν κολληθεί έξω από κάθε μια από τις αίθουσες. Αρκετοί συνάδελφοι ήταν ήδη στις θέσεις τους να δίνουν τους ελέγχους  και πληροφορίες, εκτός από τους μόνιμα καθυστερημένους και τους μόνιμα αδιάφορους.
Στο τμήμα του ήταν όλα έτοιμα, αφού είχε ήδη μεριμνήσει να κάνει όσα ανθρώπινα λάθη καταμέτρησης απουσιών θα πέρναγαν απαρατήρητα και οι απουσίες των μαθητών του δεν ξεπέρασαν το επικίνδυνο όριο. Με τους βαθμούς δεν θα υπήρχε θέμα, έβαζε σε όλους δύο-τρις παραπάνω και το συντριπτικό ποσοστό της τάξης προσπαθούσε σκληρά να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του.
            Ο πατέρας του Παναγιώτη, μπήκε στην αίθουσα, τον χαιρέτησε παρέλαβε τον έλεγχο ρίχνοντάς του μια γρήγορη μάτια κοιτάζοντας λίγο παραπάνω εκεί που ήταν οι απουσίες και τον έδωσε στον ίδιο που τον κοίταζε χαμογελώντας αμήχανα.
            «Να τον χαίρεστε, είναι πανέξυπνος, εργατικός και κατασταλαγμένος. Αν συνεχίσει έτσι, σίγουρα μπαίνει σε σχολή. Αρκεί να μην τον εκτροχιάσουν οι ορμόνες του την Άνοιξη» είπε στον γονιό.
Γέλασαν και οι δύο κι ο Παναγιώτης έψαχνε χαμογελώντας τις μύτες των All Star του.
«Σας ευχαριστώ πολύ» του είπε ο πατέρας και πάνω στην χειραψία, διστάζοντας για μια μονάχα στιγμή, ρίχνοντας μια πλάγια ματιά στον γιο που είχε φτάσει στην πόρτα, έσκυψε και του είπε στο αυτί:
«…και συγγνώμη για τις προάλλες που σας έριξα κάτω στο Σύνταγμα, αλλά το είδατε κι εσείς ότι υπήρχε πολύ ένταση και με τις μάσκες, όλοι μοιάζετε. Κωλοδουλειά, αλλά σε δύο μήνες παίρνω μετάθεση και ξεμπλέκω. Χάρηκα πάντως που είστε καλά»
            Χαμογέλασε συγκαταβατικά, ολοκλήρωσε την χειραψία και προσπάθησε για λίγο να βρει χώρο στο μυαλό του να δει αν χωράει πουθενά καμιά οπτική για το «ανθρώπινο πρόσωπο» της καταστολής.
Δεν μπόρεσε.
Αντ’ αυτού του ήρθε η εικόνα του Παναγιώτη με εκείνη την ξανθιά του Γ2 να φιλιούνται στην Πανεπιστημίου με τις μάσκες στα χέρια, την ώρα που εκείνος στο απέναντι πεζοδρόμιο πέρναγε με τους φίλους του τα ρεμάλια βήχοντας χημικά.
Εκείνες τις απουσίες είχε κάνει «λάθος» και δεν του τις είχε υπολογίσει στην καταμέτρηση. Δεν ένοιωθε κανένα βάρος γι΄ αυτό, αντίθετα τον ξαλάφρωνε με έναν μυστήριο τρόπο.
Κάτι τέτοια σωστά λάθη, του θύμιζαν μια από τις αγαπημένες του φράσεις του Νίκου του Νικολαΐδη του σκηνοθέτη, αλλά και κάτι παλιούς ξεχασμένους συνωμοτικούς κανόνες και υποσχέσεις ζωής της παλιάς παλιοπαρέας που πάσχιζε να τηρεί, όλο και πιο δύσκολα όσο πέρναγαν τα χρόνια είναι η αλήθεια. Κι όλο και πιο μπερδεμένα γίνονταν τα πράγματα. Να, για παράδειγμα, μήπως κι ο πατέρας του Παναγιώτη δεν είχε συνειδητά κάνει ένα ανάλογο «λάθος»;

Χαμογέλασε και ξεκίνησε για το Μαυσωλείο των Καθηγητών, με τον σουγιά να βαραίνει άβολα κι ενοχλητικά στην τσέπη του.
Το απόγευμα θα τον πέταγε και θα έβγαινε με τα πιτσιρίκια στο πάρκο.
Θα έψαχνε για καινούρια λάθη από αύριο, ίσως ν’ αγόραζε κι ένα μικρό σημειωματάριο ή ακόμη καλύτερα μια μικρή πυξίδα τσέπης.
Και μια καινούρια μάσκα να του βρίσκεται, γιατί η παλιά διαλύθηκε.

…Ρε τον μπαγάσα, ακούς εκεί «Μαυσωλείο»…

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Πάρε κι αυτό, πάρε κι αυτό, πάρε κι αυτό

Όσο κι όσο. Μπορεί και καθόλου. Καμιά εικοσαριά χρόνια το μαγαζί, σπασμένη πενηντάρα η ίδια. Αλλά πολύ σπασμένη. Ένα πρωινό πρόσωπο απελπισίας για καλημέρισμα. Ύστερα ήρθαν οι άλλες οι ειδήσεις, μια για τη συναδέλφισσα που έφυγε από το δρόμο τρέχοντας να προλάβει το πρωινό κουδούνι και μια άλλη για το ζευγάρι των γυμναστών που έμειναν στον τόπο κάπου στην Εγνατία αφήνοντας τρία παιδάκια πίσω.
Λοιπόν, λέγαμε για την πωλήτρια. Πέντε ευρό τα δύο. Δεν μου 'χει ξανατύχει. Πήραμε από δύο ζευγάρια για τις μικρές και άλλο ένα για ένα κακόμοιρο του χωριού. Σύνολο δώδεκα και πενήντα. Πληρώνουμε και ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Την ακούμε να φωνάζει. Επιστρέφουμε απορημένοι.
"Πάρε κι αυτό, πάρε κι αυτό, πάρε κι αυτό", μας χώνει άλλα τρία ζευγάρια με το ζόρι στην τσάντα.
"Κατάσχεση, δε θέλω να μου τα πάρουνε αυτοί" εξηγεί.
Δεν άντεξα να την κοιτάξω στα μάτια.

Κράτησα μόνο το αναπροσαρμοσμένο μήνυμα:

Κατάσχεση, δεν πρέπει να μας τα πάρουνε αυτοί.

ΥΓ. Η αλληλεγγύη.
Το μόνο που μας απέμεινε.
Η αλληλεγγύη στους δρόμους, στις πλατείες, στα παγωμένα σπίτια, στις σιωπηλές αίθουσες.

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Το "χρέος" και τα χρέη

Νομίζω ότι με αφοπλιστική απλότητα πυκνώνει ό,τι συμβαίνει στον τόπο μας, έστω κι αν αναφερόταν σε παγκόσμια κλίμακα: "το πρόβλημα" είπε "δεν είναι η διαφθορά και η απληστία, αλλά το σύστημα που σε σπρώχνει στη διαφθορά".


Ειδικά τώρα που επιχειρείται η διασπορά ευθυνών επί δικαίων και αδίκων, κάτω από τις συνθήκες ενός εξελισσόμενου κοινωνικού κανιβαλισμού, η άποψή του βαραίνει ακόμη περισσότερο. Όπως άλλωστε, και το παράδειγμά του. Μπροστά στους επ' αμοιβή ή αυτόκλητους ιδεολογικούς απολογητές του συστήματος, η στάση του φέρνει ξανά στην επιφάνεια την έννοια του "οργανικού διανοούμενου" και επαναλαμβάνει σιωπηλά το λησμονημένο χρέος.

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Νίκος Κουνενής, περί δημοκρατίας

Είχα την τύχη να το διαβάσω, αρκετά πριν από την έκδοσή του. Ό,τι πιο επίκαιρο, ό,τι πιο δίκαιο, ό,τι πιο αυστηρό θα μπορούσε να γραφεί για την ούτως ονομαζόμενη μεταπολιτευτική δημοκρατία μας, με το γνωστό σαρδώνιο ύφος της κουνενικής σάτιρας. Ασφαλώς, θα επανέλθω. Είναι χαρά να γράφει κανείς για τέτοια βιβλία.
Μόλις κυκλοφόρησε. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:


Η αερολογοκρατία

Αερολογία, χυδαιστί παπαρολογία, (και, για τους αρχαιομαθείς, επεοπτεροντική ρητορεία ή φιλοσοφία της αμπέλου) καλείται ο λόγος ο οποίος στερείται ουσιαστικού (ή και οποιουδήποτε άλλου) περιεχομένου. Οι αντίπαλοι της πραγματιστικής δημοκρατίας προσάπτουν στους τους εκπροσώπους των κομμάτων εξουσίας (και των προθύμων συμμάχων τους), τον χαρακτηρισμό του αερολόγου. Θα επιχειρήσω εδώ να αποδείξω με ισχυρά επιχειρήματα τη βαρύτατη πλάνη στην οποία περιπίπτουν οι εμπαθείς αυτοί άνθρωποι.

Ο έντεχνος λόγος των ειδικευμένων ρητόρων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ο διασυρόμενος ανευθύνως ως αερολογικός, διακρίνεται, γενικώς, σε δυο βασικές κατηγορίες: τον απλό και τον σύνθετο. Οι φορείς του απλού λόγου έχουν ως αρχή τους την ανάδειξη της αυτονόητης αλήθειας σε ολοφάνερο πυρήνα της εκάστοτε ασκούμενης, και πάντα γειωμένης, κυβερνητικής πολιτικής. Οι εκφραστές του σύνθετου λόγου, αντιθέτως, παρουσιάζουν την ίδια αλήθεια μέσα από υποδειγματικά λεκτικά φίλτρα, κατανοητά μόνον από στενούς κύκλους μυημένων ή και αποκλειστικά από τον εαυτό τους. Οι δυο αυτές εκδοχές αλληλοσυμπληρώνονται, αποδεικνύοντας τόσο τον πραγματισμό των υπεύθυνων πολιτικών όσο και το υψηλό επίπεδο του στοχασμού τους.

Η πλέον συνεπής και αποτελεσματική έκφραση του απλού πολιτικού λόγου είναι αυτή της ενακαινακανουνδυολογίας (εκ του «ένα κι ένα κάνουν δυο»). Βασικά της χαρακτηριστικά είναι το λιτό λεξιλόγιο, που σπανίως υπερβαίνει τις εκατό έως εκατόν σαράντα λέξεις, και η διαρκής έκπληξη η οποία είναι αποτυπωμένη στα πρόσωπα των φορέων της. Η έκφραση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι οι ρήτορες της συγκεκριμένης κατηγορίας αδυνατούν απολύτως να αντιληφθούν πώς είναι δυνατόν ορισμένοι εκ των συνομιλητών τους να μην μπορούν να κατανοήσουν μια πραγματικότητα η οποία εκτίθεται εντελώς γυμνή μπροστά στα μάτια τους και ως εκ τούτου να επιμένουν να αντιδικούν με τους εκφραστές της. Πέραν της πολιτικής, διακεκριμένους εκπροσώπους της ανωτέρω τάσης συναντάμε επίσης στα μέσα ενημέρωσης και στον μεγαλοεπιχειρηματικό χώρο.

Εμβληματικό παράδειγμα λεκτικής προβολής του αυτονόητου ως αυταπόδεικτης και αυτοτροφοδοτούμενης αλήθειας αποτελεί ο λόγος του κεντροδεξιού πολιτικού και επιχειρηματία Στέφανου Μάνου, πρώην υπουργού και βουλευτή του μεγάλου κεντροδεξιού κόμματος, ο οποίος εκλέχτηκε μια φορά και με το μεγάλο κεντροαριστερό κόμμα, και εν συνεχεία ηγήθηκε μερικών business plun εξωκοινοβουλευτικών σχηματισμών. Σύμφωνα με την πολιτική αντίληψη του ανδρός, η πεποίθηση πολλών πως ζούμε σε έναν σύνθετο και βυθισμένο στην αδικία κόσμο, η γνώση του οποίου απαιτεί διαρκή και αρκούντως επίπονη ανάλυση, αποτελεί μύθευμα. Τα πάντα βρίσκονται μπροστά στα μάτια μας, απολύτως αναγνωρίσιμα και δηλωτικά της μοναδικής εφικτής- και μη επιδεχόμενης ουσιαστικών αλλαγών- πραγματικότητας.

Η επιχειρηματολογία του κυρίου Μάνου αναπτύσσεται κάπως έτσι: Η χώρα βυθίστηκε στο χρέος και στα ελλείμματα; Όλοι ευθυνόμαστε εξίσου γι αυτό, οπότε όλοι πρέπει να πληρώσουμε για να σωθεί. Οι μισθωτοί, συνταξιούχοι και μικροί επαγγελματίες διαμαρτύρονται πως οι ίδιοι δεν ευθύνονται, καθώς επιβαρύνονται με το μεγαλύτερο μέρος της φορολογικής πίττας, την ίδια ώρα που οι μεγαλοκεφαλαιούχοι το γλεντάνε ανενόχλητοι σε βάρος των ίδιων και της οικονομίας; Αστεία πράγματα. Αν δεν υπήρχαν οι μεγαλοεπιχειρηματίες, δεν θα υπήρχαν οι μισθωτοί, άρα και οι συνταξιούχοι. Στην περίπτωση που τα βάρη της κρίσης πέσουν στους πρώτους, οι δεύτεροι θα συντριβούν ολοκληρωτικά. Ναι, αλλά τελικά πληρώνουν το μάρμαρο μόνο οι φτωχοί, ενώ π.χ. οι τραπεζίτες επιδοτούνται με δεκάδες δις. Ωραία λοιπόν, να μην επιδοτούνται τα πιστωτικά ιδρύματα, να χρεοκοπήσουν, να δούμε τότε τι θα λένε οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι για τις καταθέσεις τους. Τα λεφτά των ασφαλιστικών ταμείων φαγώθηκαν σε άτοκες καταθέσεις, απαξιωμένες μετοχές και δημημένα ομόλογα. Και τι να κάνουμε τώρα, να τα αδειάσουμε τελείως, σπαταλώντας τα στις συντάξεις; Μα το ύψος των συντάξεων καθορίζεται από τις εισφορές των ίδιων των εργαζομένων, οπότε δικαιούνται να πάρουν τα λεφτά τους πίσω. Θα τα έπαιρναν, αν υπήρχαν. Ας διαλέξουν, επιτέλους, οι άνθρωποι. Ή λιγότερα και σίγουρα λεφτά, ή καθόλου συντάξεις. Ένα κι ένα κάνουν δυο.

Στην ίδια με τον Μάνο ρητορική γραμμή κινούνται ο κεντροδεξιός πρώην υπουργός και βουλευτής, που εκλέχτηκε επίσης μια φορά και με το μεγάλο κεντροαριστερό κόμμα, Ανδρέας Ανδιανόπουλος, ο κεντροδεξιός υπουργός Γιώργος Σουφλιάς, ο κεντροαριστερός αντιπρόεδρος Θεόδωρος Πάγκαλος και πολλοί άλλοι. Η απλότητα της επιχειρηματολογίας αυτής της κατηγορίας των πολιτικών ρητόρων, τους καθιστά περιζήτητους από τα τηλεοπτικά κανάλια, ειδικά στις περιόδους στις οποίες πρέπει να τεκμηριωθεί η ανάγκη σκληρών θυσιών εκ μέρους των εργαζομένων και των συνταξιούχων, προκειμένου να σωθεί η πληττόμενη κερδοφορία των επιχειρήσεων και κατ’ επέκταση η εθνική οικονομία.

Η τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία των εκπροσώπων της απλής εκδοχής του έντεχνου πολιτικού λόγου ενισχύεται με ιδανικό τρόπο από τους ταλαντούχους εκφραστές της σύνθετης τάσης του. Στη δεύτερη αυτή κατηγορία συναντάμε τρεις διακριτές υποκατηγορίες: Τη γριφολογία, την ολιγολεκτική διάλεκτο και την πλειστολεκτική διάλεκτο.

Πρύτανης της γριφολογικής εκδοχής πολιτικού λόγυ στη χώρα μας υπήρξε ο αείμνηστος κεντροδεξιός πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος. Οι λιτοί, στην κυριολεξία δωρικοί, γρίφοι του εντυπωσίασαν το κοινό της εποχής, το οποίο επιδιδόταν σε επίπονες- και συνήθως ανεπιτυχείς- προσπάθειες να τους ερμηνεύσει. Το μυστήριο εντεινόταν εξαιτίας του γεγονότος ότι η βαριά προφορά του μεγάλου αυτού πολιτικού στερούσε από τις ρήσεις του την απαραίτητη άρθρωση.

Μερικοί από τους απλούστερους, και οπωσδήποτε επιδεχόμενους ερμηνείας γρίφους του Καραμανλή είναι οι εξής: «Ή εμείς ή το χάος» (Μήνυμα προσανατολισμού ενάντια στις τάσεις αυτοκαταστροφής του εκλογικού σώματος, και, κατ’ επέκταση, της χώρας). «Έξω πάμε καλά» (Ιδιοφυής ημιπρόταση που υπαινίσεται υπογείως ότι μέσα δεν πάμε καθόλου καλά). «Η Ελλάς είναι ένα απέραντο φρενοκομείο» (Ψυχιατρική διάγνωση, που μέσα από έξι μόνο λέξεις ερμηνεύει σε βάθος τα αίτια και τις κακοδαιμονίες της ελληνικής κοινωνίας). «Λατρεύω τις σπανακόπιτες» (Έμμεση προτροπή προς το λαό να επιλέγει φτηνές και υγιεινές διατροφικές λύσεις, προκειμένου να διαπαιδαγωγηθεί στην ανάγκη προσαρμογής του στις απαραίτητες πολιτικές λιτότητας).

Μετά τον θάνατο του μοναδικού αυτού ηγέτη και δεδομένου του υψηλού πήχυ τον οποίο ο ίδιος είχε τοποθετήσει στον χώρο της γριφολογίας, η υποκατηγορία αυτή της σύνθετης εκδοχής του έντεχνου πολιτικού λόγου περιέπεσε σε παρακμή, και στις ημέρες μας έχει σχεδόν εκλείψει.

Η ολιγολεκτική διάλεκτος είναι μια υποκατηγορία πολιτικού λόγου που υιοθετείται από πολιτικούς οι οποίοι διαθέτουν σχετικά φτωχό λεξιλόγιο, το οποίο ωστόσο αξιοποιούν ιδανικά μέσω της διατύπωσης ιδιότυπων- και συνήθως δυσανάγνωστων από τους αδαείς πολίτες- προτάσεων. Οι τελευταίες συνοδεύονται κατά κανόνα από στομφώδες και περισπούδαστο ύφος. Η ολιγολεκτική διάλεκτος εκφέρεται από στόματος αρκετών πολιτικών (ανδρών κυρίως) και άνθισε κυρίως στην περίοδο 1975- 1990. Σε αντίθεση με την γριφολογία, οι κυριότεροι εκπρόσωποι αυτού του είδους ανήκουν στην κεντροαριστερά. Ξεχωριστές εκφραστές του υπήρξαν δυο στενοί συνεργάτες του αείμνηστου κεντροαριστερού πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, ο Άκης Τσοχατζόπουλος και ο Κίμων Κουλούρης. Ο δεύτερος, εκτός των άλλων, επιδόθηκε ημιεπιτυχώς και στη διαρκή μίμηση του εκφραστικού λόγου και ύφους του ταλαντούχου ηγέτη του.

Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονταν οι εκπρόσωποι της συγκεκριμένης κατηγορίας επιχειρώ την κατασκευή δυο προτάσεων αυτού του τύπου: «Το Κίνημά μας ανασυνθέτει τη δυναμική της λαικής δυνατότητας με δυναμικό τρόπο στο πλαίσιο του εφικτού και του δυνατού, αξιοποιώντας τη δύναμη που του δίνουν με τους δυναμικούς αγώνες τους οι μη προνομιούχοι». «Η μεγάλη νίκη μας, δεν ανήκει σε μας, αλλά αποκρυσταλλώνει τη λαική απόφαση του λαού να αναδείξει εμάς στην κυβέρνηση και τον λαό στην εξουσία, εν ονόματι των διαχρονικών λαικών συμφερόντων και οραμάτων του υπερήφανου λαού μας».

Η πλειστολεκτική διάλεκτος, είναι, κατά γενική ομολογία, η ανώτερη ποιοτικά υποκατηγορία του έντεχνου- και εδώ πραγματικά περίτεχνου- πολιτικού λόγου. Οι πολιτικοί που την υπηρετούν διαθέτουν υψηλότατο δείκτη ευφυίας, πλούσιο λεξιλόγιο και ευδιάκριτες επικοινωνιακές ικανότητες. Και εδώ ο χώρος της κεντροαριστεράς είναι αυτός ο οποίος φιλοξενεί στους κόλπους του την πλειονότητα των εκλεκτών αυτών δημιουργών, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στον Κώστα Λαλιώτη. Εκτός του γεγονότος ότι ο ξεχωριστός αυτός πολιτικός υπήρξε στενός συνεργάτης του Α. Παπανδρέου και συνδιαμορφωτής της φυσιογνωμίας του μεγάλου κεντροαριστερού κόμματος, διακρίθηκε και σε μια μορφή προσωπικού λόγου, που από πολλούς καταγράφηκε ως «λαλιωτική μιλιά». Ο υψηλός βαθμός περιπλοκότητας της τελευταίας καθιστά τη γλωσσολογική της ανάλυση απολύτως αδύνατη.

Ξεχωριστή σχολή πολιτικού (και όχι μόνο) πλειστολεκτικού λόγου έχει δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια ο γνωστός βουλευτής και συγγραφέας Μίμης Ανδρουλάκης. Ο ευφυέστατος αυτός άνθρωπος εγκαινίασε τη συμμετοχή του στα κοινά με την παρουσία του στη συντονιστική επιτροπή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Στη συνέχεια έγινε σκληρός αριστερός βουλευτής, ενώ αργότερα μετεξελίχθηκε σε μαλακό αριστερό βουλευτή. Εν τέλει (ή μάλλον εν συνεχεία, διότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια σε ποιο κόμμα θα κλείσει τον πολιτικό του κύκλο ένας τόσο ανήσυχος και υπερκινητικός πολιτικός), κατέληξε στο μεγάλο κεντροαριστερό κόμμα, με τη σημαία του οποίου πλέον εκλέγεται.

Ο αναγεννησιακός αυτός άνθρωπος εκφράζει την πολυγνωστική (και κατά τους αντιπάλους του ξερολική) τάση της πλειστολεκτικής διαλέκτου. Σε αντίθεση με τον υπαινικτικό λόγο άλλων πλειστολεκτούντων ρητόρων, ο λόγος του Ανδρουλάκη, προφορικός και γραπτός, είναι χειμαρρώδης και βρίθει επιχειρημάτων, αντλημένων από τους χώρους της πολιτικής, της επιστήμης, του πολιτισμού, του έρωτα, της γευσιγνωσίας, της φυσικής, της αστρονομίας, της ιατρικής, της φιλοσοφίας, της ψυχανάλυσης, της κοινωνιολογίας, της βιολογίας, της ιντερνετολογίας, των μαθηματικών, της μελλοντολογίας, της οικονομίας, της οινολογίας, της γευσιγνωσίας κ.λπ. και συνοδεύεται, στις ζωντανές εμφανίσεις του, από μια εμβληματικώς διδακτική κίνηση του τεταμένου δείκτη της δεξιάς του χειρός.

Απαντώντας σε όσους κατηγορούν τον αιρετικό αυτό στοχαστή ότι διακατέχεται από έναν υπερφίαλο και απολύτως ναρκισιστικό θεωρητικό ξερολισμό, υπενθυμίζω ότι η στάση του στη βουλή κατά τη διάρκεια της ψήφισης του μνημονίου και όλων των λοιπών νομοθετικών ρυθμίσεων για τη διάσωση της χώρας υπήρξε απολύτως υπεύθυνη και ολιγολεκτική. Όσες φορές ο πρόεδρος του ναού της δημοκρατίας τον ρώτησε τι ψηφίζει, εισέπραξε την ίδια περήφανη απάντηση: «Ναι σε όλα!»

Πέραν των κατηγοριών έντεχνου πολιτικού λόγου που αναφέρθηκαν, η ρητορική έκφραση εκάστου πολιτικού σφραγίζεται και από το ιδιαίτερο προσωπικό του στίγμα. Τα σαρδάμ ή οι κάθε είδους γλωσσικές εμπλοκές, λόγου χάριν, του αείμνηστου αρχηγού του κεντροδεξιού κόμματος Μιλτιάδη Έβερτ και των κεντροαριστερών πρωθυπουργών Κώστα Σημίτη και Γιώργου Παπανδρέου του νεότερου αποτελούν ευδιάκριτα συστατικά στοιχεία της πολιτικής, και όχι μόνον, έκφρασής τους. Παραθέτω εδώ χαρακτηριστικά παραδείγματα: «Όποιος δεν συμφωνεί, ιδού η πρότα» (= πόρτα), του Κ. Σημίτη. «Πχιότητα» (= Ποιότητα), του ίδιου, «Ραντεβού στις κάλτσες!» (=κάλπες), του Γ. Παπανδρέου. Η εκφραστική ιδιοτυπία του τελευταίου περιλαμβάνει επίσης και άλλα αξιοσημείωτα διακριτικά στοιχεία. Ένα από αυτά είναι το μπέρδεμα των άρθρων: «του πολιτικής κατάστασης της χώρας», «του κυβέρνησης», «της ελλείμματος τον κρατικού προυπολογισμού» κ.λπ. Το σημαντικότερο ωστόσο από τα εκφραστικά γνωρίσματα του ιδιοφυούς αυτού πολιτικού είναι οι περίφημες περιοδικές παύσεις του λόγου του, συνοδευόμενες από ένα αργό και αρκούντως διακριτικό «αααααα…». Πρόκειται για ένα γνωστό αγγλοσαξωνικό ημιεπιφώνημα, αντίστοιχο του ελληνικού «εεεεεεε…» και του γαλλικού «υυυυυυυ…».

Μια ειδική εκδοχή δημόσιας ρητορείας, που μπορεί να εκφραστεί και συνδυαστικά με τις προηγούμενες, είναι αυτή που εκφράζει ταυτόχρονα δυο ή περισσότερα αντιτιθέμενα νοήματα, στο πλαίσιο της γνωστής ρήσης «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ». Ο σημαντικότερος εκφραστής αυτής της τάσης είναι ο Αντώνης Σαμαράς. Ο ταλαντούχος αυτός κεντροδεξιός ηγέτης καταφέρνει να συνδυάσει τον αντιπολιτευτικό λόγο με την συμπολιτευτική ουσία και τη δεξιά στόχευση με τον λαικό προσανατολισμό. Στις ομιλίες αγριεύει εναντίον των εγχωρίων αντιπάλων του, καταφέρνοντας ταυτόχρονα με υποδειγματικό τρόπο να συγκατανεύει διαρκώς σε κεντρικές πολιτικές επιλογές των τελευταίων (π.χ. στις εργασιακές σχέσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις, την παιδεία κ.ά.) και προετοιμαζόμενος να παίξει σύντομα- και με ελάχιστες επιφανειακές παραλλαγές- τον δικό τους ρόλο.

Ένα ακόμη αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του λόγου του Σαμαρά είναι το γεγονός ότι αυτός διαθέτει ένα άκρως συμβατικό στυλ, με αποτέλεσμα οι ρήσεις του να μη διατηρούνται στη μνήμη όσων τον ακούν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δυο έως τεσσάρων ωρών. Το γεγονός αυτό του επιτρέπει να αλλάζει διαρκώς θέσεις, χωρίς να κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ασυνεπής (χυδαιστί κωλοτούμπας), όπως άλλοι, λιγότερο προικισμένοι, συνάδελφοί του.

Μια ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση του έντεχνου πολιτικού λόγου είναι και η διαρκής επανάληψη ορισμένων προτάσεων, χαρακτηριστικών της εκφραστικής ιδιαιτερότητας του κάθε ενός πολιτικού: π. χ. «Νοιώθω βαθιά ανθρώπινη συγκίνηση», του Ανδρέα Παπανδρέου. «Γιατί να το κρύψωμεν, άλλωστε;» του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη κ.λπ.

Ανάλογη είναι και η εμμονή αρκετών πολιτικών στην επανάληψη μια και μόνης λέξης, αυτής που κατά τη γνώμη τους αποτελεί το επίκεντρο της φιλοσοφίας και της ίδιας της δημόσιας ύπαρξής τους. Ο Νίκος Κωνσταντόπουλος, κεντροαριστερός πρώην πρόεδρος αριστερού κόμματος, αποτελεί εμβληματικό εκφραστή αυτής της τάσης. Σημείο κλειδί κάθε ομιλίας ή συμμετοχής του σε μια συζήτηση είναι η λέξη «θεσμός» και τα παράγωγά της. Κατά κάποιον τρόπο το προσωπικό ενδοεγγεφαλικό λεξικό του ευπρεπούς αυτού πολιτικού περιλαμβάνει τη διαρκή επανεμφάνιση αυτής της λέξης ως πέμπτης, μετά από τέσσερις που προηγούνται βάσει της λεξικογραφικής σειράς. Π.χ. (στο γράμα Α): α, αβαείο, αβαθής, αβαθμολόγητος, θεσμός, άβαθος, άβακας, αβάκιο, αβαλσάμωτος, θεσμός κ.λπ. (Παρόμοιο εσωτρικό λεξικό διαθέτει και ο κεντροαριστερός ηγέτης Φώτης Κουβέλης).

Ας σημειωθεί ότι ο αταλάντευτος σε ζητήματα πολιτικής συνέπειας Κωνσταντόπουλος έβαλε αρκετό νερό στο θεσμικό κρασί του, αποδεχόμενος την πρόταση που του έκανε ο όμιλος Βαρδινογιάννη να γίνει πρόεδρος της ΠΑΕ Παναθηναικός. Συνηπήρξε έτσι, για λίγο, με παράγοντες που χρησιμοποιούσαν μια γλώσσα μάλλον ακατέργαστη και, βρίθουσα ύβρεων και σεξισμών (π.χ. «Το ζήτημα, πρόεδρε, είναι να ξεσκ…με στο ντέρμπι τον γ……νο τον Ολυμπιακό. Όλα τα άλλα είναι τρίχες, με το συμπάθειο»). Ο ιστορικός συμβιβασμός του μορφωμένου αυτού ηγέτη με τον άξεστο κόσμο του ποδοσφαίρου έληξε άδοξα, με την αιφνίδια εκπαραθύρωσή του από την ΠΑΕ, λόγω εσπευσμένης αλλαγής της ιδιοκτησίας της.

Εκτός από τις λεκτικές γλώσσες ιδιαίτερους τρόπους πολιτικής έκφρασης μπορούμε να εντοπίσουμε και στη λεγόμενη «γλώσσα του σώματος». Ο Α. Παπανδρέου, για παράδειγμα, απευθυνόταν στους παθιασμένους οπαδούς του ανοιγοκλείνοντας περήφανα τα χέρια του, κατά το υπόδειγμα του αετού. Ο διάδοχοί του Κ. Σημίτης και Γ. Παπανδρέου ακολούθησαν με σχετική επιτυχία αυτό το πρότυπο, παραπέμποντας ο ένας σε ζωηρή μπεκάτσα και ο άλλος σε ευθυτενή παπαγάλο του Ειρηνικού.

Υπόδειγμα επιμελώς προετοιμασμένης, χρήσης της γλώσσας του σώματος αποτελεί αυτή του υπουργού του μεγάλου κεντροδεξιού κόμματος, μετέπειτα δημάρχου, εν συνεχεία αρχηγού ενός βραχύβιου κόμματος και τελικώς (αν και ουδείς γνωρίζει το τέλος) εκ νέου βουλευτής, υπουργός, και αντιπρόεδρος του αρχικού του κόμματος, Δημήτρης Αβραμόπουλος. Ντυμένος και χτενισμένος άψογα, ο σύγχρονος αυτός πολιτικός, ομιλεί κουνώντας τα χέρια του κατά έναν περιοδικά επαναλαμβανόμενο τρόπο: Αρχικά κινεί τρεις φορές προς τα έξω την δεξιά παλάμη. Εν συνεχεία την κατεβάζει και ανεβάζει την αριστερή παλάμη επαναλαμβάνοντας με ακρίβεια την προηγούμενη κίνηση. Ακολούθως την κατεβάζει και αυτή και προτείνει- σε ήπιο πάντα στυλ- τον τεταμένο δείκτη του δεξιού του χεριού, δείχνοντας προς την κάμερα (ασχέτως του αν υπάρχει ή όχι τηλεοπτικό συνεργείο μπροστά του). Μετά επαναλαμβάνει την δεικτοβαρή αυτή κίνηση με το αριστερό του χέρι, κατόπιν ξαναρχίζει τη διαδικασία της εξερχόμενης δεξιάς παλάμης κ.ο.κ.

Ειδική έκφραση της γλώσσας του σώματος είναι η οφθαλμική τοιαύτη. Στα αξιοσημείωτα πολιτικά βλέμματα μπορούν να συμπεριληφθούν, επιλεκτικώς, τα εξής: το αγέρωχο (Γ. Παπανδρέου ο πρεσβύτερος, Κ. Καραμανλής ο πρεσβύτερος και Α. Παπανδρέου), το απλανές (Κ. Σημίτης και Γ. Παπανδρέου ο νεότερος), το εξυπνοπονηροαπειλητικό (Κ. Μητσοτάκης και Ντ. Μπακογιάννη), το βαμπιρικό (οι ίδιοι), το περί άλλα τυρβάζον (Κ. Καραμανλής ο νεότερος), το καισαροπαπικό (Ε. Βενιζέλος) το γκλαμουχλιδάτο (Δ. Αβραμόπουλος, Ά. Σπηλιωτόπουλος), το κλαυθμηρό (Α. Λοβέρδος), το ζοχαδιακό (Θ. Πάγκαλος) κ.λπ.

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Οι σκοπευτές στις στέγες





Έρχεται κάποτε η στιγμή που κατεβάζεις τα στόρια,
κλειδώνεις την αυλόπορτα,
φέρνεις το πατάκι της εξώπορτας μέσα,
και τραβάς κουρτίνες.
Απαιτεί σκοτάδια και συγκέντρωση ετούτο το ζύγισμα,
γι’ αυτό κατεβάζεις το ακουστικό του τηλεφώνου,
βγάζεις από την πρίζα οτιδήποτε έχει οθόνη,
να μην τρέφεται,
να μην σε τρώει,
να μην επιζητά μερίδιο στην ίριδα,
να μην καταλαμβάνει άλλες εγκεφαλικές κυψέλες,
να πάψει να εξουσιάζει την αναποφασιστικότητά σου,
να μην μπορούν εύκολα να υφαίνονται κι άλλα άλλοθι

Μετά,
(αφού πάντοτε υπάρχει ένα μετά, ακόμη και ύστερα από το αέναο)
κοιτάς τις σκιές σου στον τοίχο
και προσπαθείς να ξαναπιάσεις το νήμα από την αρχή.
Το  ‘χεις ξανακάνει άλλωστε, κάθε φορά όμως έχει άλλο βάρος.
Και βάθος.
Τα καλά της προπόνησης
Μετράς τους τοίχους στις ζωές σου
και με τις γνώριμες από παλιά ενοχές,
πασχίζεις ν’ απελευθερώσεις στο μυαλό
την σκιά του χρόνου να ανέβει και να σκεπάσει το ταβάνι
σαν σάβανο

Στο μεταξύ, τα κατεβασμένα στόρια κρατάνε έξω τις σκιές των άλλων,
κι ας τις ακούς να σέρνονται στα παραθυρόφυλλά,
να στριμώχνονται στις χαραμάδες
με την απελπισία υγρή και λεκιασμένη από ιδρώτα και κλάμα,
θα γεμίσει πάλι η αυλή παραδοχές κι ομολογίες,
-κάποιες ίσως και δικές σου, μπορεί και όλες-
αλλά είναι πλέον οριστικό·
ο καθείς και η τελαμόνα του,
άσφαιρα ή τροχιοδεικτικά, θα δείξει.
Καθένας απέναντι στους δικούς τους τοίχους,
καθένας και μοναδικός στόχος
κι όλοι μαζί
απέναντι σε όλους μαζί
και όλοι μόνοι μας.

Είναι σκληρό πράγμα η επιβίωση.
Μετρημένες οι επιλογές, μονόδρομος τα διλήμματα.
Πονάει το κορμί από την προσπάθεια καταμέτρησης υπολοίπων αντοχής,
βογκά υπόκωφα ν΄ απελευθερωθεί το κενό των 22 γραμμαρίων και κάτι

Οι τραβηγμένες κουρτίνες δεν είναι μόνιμη λύση
Το πολύ-πολύ να σώσουν αέρα για μια ανάσα
Εντάξει, ίσως μια βαθιά ανάσα
Μόλις την γευτείς όμως, μόλις γεμίσει τα πνευμόνια σου,
θα πρέπει να σφίξεις την σκανδάλη δίχως σκέψη
Πλησιάζει από τις σκιές η στιγμή που όλοι θα καπνιστούν, στόχοι και άστοχοι, πλέοντες και επιπλέοντες, λέγοντες και κλαίγοντες
Δεν υπάρχει απυρόβλητο, δεν υπάρχει άσυλο, μονάχα μια βεβαιότητα:
Δεν μπορείς να χάσεις γιατί ακόμη κι αν δεν μείνει τίποτα για μετά, ήδη δεν σου έχουν απομείνει και πολλά τίποτα να χάσεις.

Το ξέρεις κιόλας, ο θρήνος είναι χαμένη υπόθεση
Απλά κοίτα γύρω σου
Χάσκουν τρύπες σε κρανία και θώρακες, σε συνειδήσεις, υπολήψεις, αναλύσεις και αισθήσεις

Αν σε κάποιο κρυφό κύτταρο έχει απομείνει έστω και ένα δράμι ένστικτο, θα αισθανθείς πως τελικά, κάπου, κάποιος σκοπευτής από ψηλά έχει σίγουρα και μια σφαίρα για σένα.

‘Φάτον πριν σ’ εντοπίσει και κάντο τώρα
Αλλιώς τα στόρια σου θα μένουν συνέχεια κλειστά, οι σκιές θα κοπανιόνται στις γρίλιες κι εσύ θα μαζεύεις στην αυλή σου παραδοχές κι ομολογίες,
σε σακούλες του σουπερμάρκετ
να τις ανακυκλώνεις
για ένα πιάτο φαΐ και το δικαίωμα σε μια ακόμη σιχαμένη ανάσα, κρυμμένος σε λαγούμια και λεξόπυργους, να μην δίνεις στόχο.

Κοίτα μονάχα μην έχει ήδη μπει μέσα ο σκοπευτής και σου στοχεύει κατευθείαν μυαλό

Αύριο πρωί πρωί, μόλις θα βγάλεις το πατάκι στην εξώπορτα και αφού πας τα παιδιά σχολείο, βρες τρόπο και κανόνισέ το

Κάποια στιγμή θα πρέπει να τελειώνουμε με την αμυντικογεννή διαχείριση του αγνώστου

…και τους σκοπευτές στις στέγες

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

Ξανά, λοιπόν.

Το κυνηγάω εδώ και ένα χρόνο, αλλά συνέχεια μου ξεφεύγει.
Πρώτα ανέβηκα ψηλά μέχρι τη Βράχα, χάραξα στο χάρτη δρομολόγια κι ακολούθησα νοητά πορείες. Ύστερα, εγκαταστάθηκα για κάνα μήνα στις εσχατιές του Ολύμπου, έχτισα με το μυαλό μου απομονωμένες κοινότητες κι είδα τα νερά να φουσκώνουν επικίνδυνα. Τέλος, κατέληξα σε ένα πλημμελιοδικείο, μ' έναν ανάπηρο να εμπαίζεται από τον πατρικό νόμο για την πρωινή αργοπορία του στο σχολείο.
Καιρός για απολογισμούς: ούτε το ιστορικό μυθιστόρημα μού πάει ούτε στη λογοτεχνία της φαντασίας τα καταφέρνω ούτε το καταγγελτικό αφηγηματικό χρονικό μού ταιριάζει. Στο κάτω κάτω, ό,τι αρχίζει, τελειώνει, ενίοτε χωρίς να έχει κάνει τον κύκλο του. Έτσι κι αλλιώς καλά ήταν, όπως και να ήταν.
Τελικά, ήρθε από μόνο του. Χωρίς πίεση, χωρίς εκβιασμούς, χωρίς σχέδια.
Και τώρα που γύρω μου ο κόσμος υποφέρει, εξεγείρεται, δέρνεται, εγώ για άλλη μια φορά κλείνομαι στην ενοχική ευτυχία της γραφής, βλέποντας έκπληκτος τον κέρσορα να σχηματίζει λέξεις. Όμως δεν μετανιώνω: μάτωσα για να φτάσω μέχρι εδώ και τολμώ να πω - έστω κι αν φαντάζει εγωιστικό, αλαζονικό και άδικο - ότι νομίζω πως το δικαιούμαι.



Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Η Λέσχη Ανάγνωσης «Δείξε τα χέρια σου», ο Δικηγορικός Σύλλογος Γιαννιτσών

και η Β΄ ΕΛΜΕ ΠΕΛΛΑΣ και το βιβλιοπωλείο "Πρόταση"

σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου

του Θωμά Κοροβίνη


Ο γύρος του θανάτου (εκδ. ΑΓΡΑ),

που θα γίνει την Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

στις 8.ΟΟ μ.μ. στο κτήμα Λίγας, 1ο χιλιόμετρο Γιαννιτσών-Αρχοντικού.


Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Θωμάς Κοροβίνης και ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης.


Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Λέγκω

Τον είδα αργά το βράδυ στη Φλέσσα. Πιο γκριζομάλλης, είναι αλήθεια, αλλά ακόμη πιο ώριμος, ακόμη πιο σοφός, έτσι που να ξέρεις ότι με το που θα ανοίξει το στόμα του, κερδισμένος θα είσαι.

Ο Μαρκόπουλος διεκδικεί επάξια μια φωτεινή θέση στο νεοελληνικό πολιτισμό, κι αν κάποιοι εφετζήδες τον επισκίασαν για κάποια χρόνια στην αντίληψή μου, αρκετά γρήγορα κατάλαβα πόσο κάλπηδες ήταν.

Ακούω ξανά και ξανά τη Λέγκω. Στη ζωντανή ηχογράφηση με όλο το στάδιο να σείεται σύγκορμο, όταν εκφέρονται τα τελευταία λόγια: να αναζητά μια χαμένη λευτεριά.

Η μουσική του Μαρκόπουλου, αποπνέει το κλίμα ενός άλλου καιρού. Τότε που η Ελλάδα έβγαινε από τον κατοχικό δωσιλογισμό, τα ξενόδουλα ανάκτορα και τις δοτές κυβερνήσεις κι αναζητούσε να θεμελιώσει μια νέα αξιοπρέπεια παντρεύοντας – είναι αλήθεια, με επιλεκτικό πολλές φορές τρόπο – τον Μακρυγιάννη με τον Βελουχιώτη και τον Σολωμό με τον Καρούζο.

Ο Μαρκόπουλος μας γνώρισε τις ηρωικές μορφές αυτού του τόπου με μια ρωμαλέα μουσική, πλημμυρισμένη από πείσμα και λεβεντιά, που μας έφερε πιο κοντά στη βυζαντινή μουσική, στο δημοτικό τραγούδι και στη νεοελληνική ποίηση, κλείνοντας μέσα του την ελληνικότητα, όπως την όρισε ο ποιητής: «Καλή ’ναι η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι».

Στέκομαι τώρα και σκέφτομαι, προς τι αυτή η υπερέκθεση στα μέσα: η Φλέσσα, το Βήμα, τα ραδιοφωνικά αφιερώματα.

Φέρνω στο μυαλό μου τις εμμονικές αναφορές του Πρωθυπουργού στο πατριωτικό καθήκον, αναθυμάμαι τις παγκάλιες θυμοσοφικές ρήσεις, επικαλούμαι τα λοβέρδια δακρύβρεκτα λογύδρια και νομίζω ότι αρχίζω να καταλαβαίνω.

Ο νεόκοπος αυτός πατριωτισμός είναι το τελευταίο ιδεολογικό οχυρό της άρχουσας τάξης, ώστε να διασπείρει τις ευθύνες, να διαμοιράσει επί ίσοις όροις τα βάρη και να κρατήσει τα κεφάλια που εξέχουν μέσα, έστω κι αν δύο είναι οι πιο πιθανές εξελίξεις: αφενός η ενίσχυση του πολιτικού εθνικισμού και αφετέρου η καλλιέργεια του νεοφιλελεύθερου λαϊκισμού.

Θαρρώ ότι η υπερέκθεση του Μαρκόπουλου συμβάλλει ενεργά σε αυτό το στόχο. Η ελληνικότητα που εξέφρασε κάτω από τις ιστορικές συνθήκες του παρελθόντος αξιοποιείται τώρα για τη διαμόρφωση του ιδεολογικού μετώπου που θα διασώσει την αστική τάξη στο παρόν. Όπως και να 'χει, η μουσική του Μαρκόπουλου θα είναι στο τέλος η χαμένη.