Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Τι έχουνε τα έρμα και ψοφάνε;





Από την προκήρυξη που έπεσε στα χέρια μου στην χθεσινή πορεία:


......
Ματαίωση  των προσδοκιών και  βλάβη των ανθρώπινων σχέσεων
Οι προλετάριοι έχουν διαμορφώσει  ιστορικές  ανάγκες και προσδοκίες  για πρόσβαση σε φυσική διατροφή, μόρφωση, ψυχαγωγία, σωματική & ψυχική υγεία, οι οποίες όμως  για να ικανοποιηθούν απαιτούν ένα στοιχειωδώς αξιοπρεπή μισθό. Η μείωση μισθού συμβολίζει  ματαίωση των προσδοκιών τους και  σημαντική  επιδείνωση  των  ανθρώπινων σχέσεων. Γιατί η οικονομία είναι  σύνολο σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Τραγική επιβεβαίωση είναι ο αυτόχειρας άνεργος εκπαιδευτικός από το Ηράκλειο, που δεν άντεχε να βλέπει καθημερινά τα παιδιά του να υποφέρουν.
Οι συνάδελφοι που συμμετέχουν στις απεργίες  και  τις  διαδηλώσεις ανησυχούν ουσιαστικά για αυτή την  επιδείνωση των ανθρώπινων σχέσεων και όχι για το χρήμα. Όσοι διεκδικούν αυξήσεις μισθών δε συνηγορούν στην καταναλωτική μανία του καπιταλισμού, αλλά  αντίθετα υπερασπίζουν την κοινωνική αλληλεγγύη και συνοχή.
Η μείωση μισθών αναδιαμορφώνει όμως και τη σχέση μας με τη φύση, αφού από τη μια αναγκάζει τον φτωχότερο να καταναλώνει ακόμα και τρόφιμα ‘ύποπτης προέλευσης’ (μεταλλαγμένα, φτιαγμένα από μολυσμένες πρώτες ύλες κλπ.) κι από την άλλη επιδεινώνει την υστερία κατανάλωσης προβάλλοντας την ‘πράσινη ανάπτυξη’ ως προνομιακή για όσους διαθέτουν δυνατότητα πρόσβασης σ’αυτήν, ενώ αποδεδειγμένα συμβάλλει αφενός στην αύξηση των ενεργειακών «αναγκών» ξεπλύνοντας καταναλωτικές ενοχές, αφετέρου αυξάνει την παγκόσμια ανισότητα (ας θυμηθούμε με τα βιολογικά καύσιμα την αύξηση της τιμής τροφίμων σε χώρες παραγωγής και την ‘κρίση πείνας’ που προκάλεσε ή ακόμα την ανελέητη φθορά των δασών με την κατασκευή αυτοκινητόδρομων, προκειμένου να ευνοηθεί το ‘πράσινο’ αυτοκίνητο, αντί να προωθούνται άλλα μέσα μεταφοράς).
Τέλος, αν η λιτή διαβίωση δεν είναι ελεύθερη επιλογή που στηρίζεται στη συνειδητή περιφρόνηση του καπιταλιστικού καταναλωτισμού ή στο σεβασμό της φύσης, αλλά είναι μία αναγκαστική προσαρμογή λόγω περικοπής των μισθών, τότε γίνεται αβάσταχτη δικτατορία. Όμως  κάθε δικτατορία,  γεννάει μέσα στις γραμμές των καταπιεσμένων οργή και διάθεση  αντίστασης και εξέγερσης.

.....
 Ολόκληρη η προκήρυξη καθώς και η αφίσα της ανάρτησης εδώ 
Ρίξτε καμιά ματιά, έχει ενδιαφέροντα πράγματα


Όπως είπα και στον Συν-ιχνιλάτη, κατέβηκα χθες στην πορεία μπας και δροσίσω την αίσθηση στεγνώματος που νιώθω τελευταία. Τελικά το μόνο καλό ήταν οτι βρήκα μερικούς "συνήθεις ύποπτους" για δυο κουβέντες, η συγκεκριμένη προκήρυξη και η "καινοτομία" του να αλλάξει λίγο δρόμο η πορεία και να περάσει μπροστά από το υπό κατάληψη δημαρχείο της Αθήνας ως συμπαράσταση στον αγώνα των καταληψιών.
Επίσης κι ένα από τα συνθήματα που έλεγε "Αυτή η Άνοιξη είναι πολύ ωραία, την χώρα όλη να κάνουμε μια νεα Κερατέα" ή κάπως έτσι
Λίγα όμως ρε φίλε, απελπιστικά λίγα
Δεν μπορώ να πω πως δεν καταλαβαίνω τις αιτίες της θλίψης, της ψυχολογίας παραίτησης και της αίσθηση αδυναμίας, αλλά πόσο κάτω θα πρέπει να φτάσει στο πάτο του βαρελιού ένας καθηγητής και ένας δάσκαλος (και όχι μόνο αυτοί βέβαια) για να διεκδικήσουν το ελάχιστο της αξιοπρέπειας;
Σε έναν ολοκληρο κλάδο, σε μια ολόκληρη κοινωνία, μας έχουν περάσει το ενοχικό κουστούμι και κάνουν παιγνίδι μόνοι τους.
Κατεβείτε κάτω την αγανάκτησή μου μέσα κι ας κάνετε και λάθος στην τελική.
Αντίσταση δεν είναι το "Αλ τσαντίρι", ούτε το "Ραδιο Αρβύλα".
Στην καλύτερη περίπτωση μόνο ως"οδοδείκτες" μπορούν να θεωρηθούν αλλά μέχρι εκεί.

Αυτή η "απραξία" θα μας σαπίσει όλους γαμώ τους καναπέδες σας μέσα


Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Προγκρόμ

Ένα εικαστικό αριστούργημα από τον ζωγράφο ΓΑΠ

Για μια ακόμη φορά ο ιδιοφυής καλλιτέχνης ΓΑΠ έβγαλε ασπροπρόσωπη τη χώρα μας, κερδίζοντας ομόφωνα τον Χρυσό Κόρακα της Μπιενάλε Σκοτεινών Τεχνών των Βρυξελλών. Το Πογκρόμ του είναι μια μεταμοντέρνα σύνθεση συλλογικού τρόμου. Με φόντο της μια κατεδαφισμένη πόλη – θύμα του αναδιαρθρωτικού οράματος πρωτοπόρων οικονομικοκοινωνικών αρχιτεκτόνων- η αριστουργηματική τοιχογραφία του εμπνευσμένου ζωγράφου μας αναδεικνύει τις πανικόβλητες αντιδράσεις της απαίδευτης και μαθημένης στα εύκολα κοινωνικής μάζας, μπροστά στη νομοτελειακή μετάλλαξη της άθλιας ύπαρξής της σε πολυάνθρωπο πληβειακό κουφάρι.

Τα πληττόμενα κοινωνικά στρώματα διακρίνονται σε διαφορετικά σημεία του έργου: Πάνω αριστερά οι παράσιτοι, συνταξιούχοι γέροι που έμαθαν να λαθροβιώνουν με επιταγές του κράτους, γονατίζουν θρηνώντας με μαύρο δάκρυ, που απεικονίζεται εντυπωσιακά με τη χρήση σταγόνων πίσσας. Πιο κάτω οι ανεύθυνοι, μητέρες, νέοι, και μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, ολοφύρονται σε ένα μπερδεμένο πολυσωματικό κουβάρι, πασπαλισμένο από τον καλλιτέχνη με αληθινά αιμοπετάλια. Πάνω δεξιά οι κοπρίτες, προνομιούχοι τεμπέληδες του δημοσίου, χτυπάνε με λύσσα τα κεφάλια τους στη γη, πλάι στους αλλόφρονες τζαμπατζήδες, που ασφυκτιούν καταπλακωμένοι από δεκάδες μπάρες διοδίων. Στο κέντρο τα κωλόπαιδα, βρέφη, νήπια, μαθητές του δημοτικού του γυμνασίου και του λυκείου, παρακολουθούν έντρομα την καταστροφή, ατενίζοντας με πανικόβλητο βλέμμα το Μέλλον, που εμφανίζεται στο κέντρο του πίνακα ως μυστακοφόρος άνδρας με αραιή λευκή τριχοφυία, ενδεδυμμένος με στολή που παραπέμπει στον Μπάτμαν, γνωστό ήρωα των αμερικανικών κόμικς. Κομμάτια αιμόφυρτης ανθρώπινης σάρκας και ραγισμένων οστών (δωρεά του νεκροτομείου της Αθήνας στον μεγάλο ζωγράφο μας) καθιστούν απολύτως ρεαλιστική την απεικόνιση, ενσωματώνοντάς την με ιδανικό τρόπο στο όλο μεταρεαλιστικό σχέδιο.

Σε διάφορα σημεία του πίνακα αυθεντικά εντόσθια- καρδιές, στομάχια, έντερα, οισοφάγοι, σπλήνες, ουροδόχοι κύστες, εγκέφαλοι κ. ά.- συσσωματώνονται με τα υπόλοιπα υλικά, προσδίδοντας στο έργο μια πρωτοφανή και αρκούντως συγκλονιστική ένταση. Ο Πόνος, η Απόγνωση, η Απελπισία, η Καταρράκωση, η Πνιγμονή εμφανίζονται ως θεικές μορφές του Άνω Κόσμου που κραδαίνουν ξίφη και γκλομπς, νουθετώντας δια της βίας τους θρηνούντες. Στην κριτική επιτροπή που τίμησε ομόφωνα τον καλλιτέχνη μας συμμετείχαν οι διάσημοι τεχνοκριτικοί Αγγέλα Μένγκελε, Ντομινίκ Στρωσ’ τους Κατ’, Ζαν Κλοντ Μπάνκερ, Ζαν Κλοντ Πριχτέ και Όλι Ρέντικιουλ.


Υ.Γ. Η ενέργεια των ανεύθυνων διαδηλωτών που προσπάθησαν να αμαυρώσουν την μεγάλη εθνική μας επιτυχία εισβάλλοντας στον χώρο της Μπιενάλε και τοποθετώντας πάνω στην τοιχογραφία του ΓΑΠ κακότεχνο πίνακα άγνωστου ζωγράφου με τίτλο Οργή και Απόφαση, αντιμετωπίστηκε ακαριαία από τις δυνάμεις της τάξης που επιτηρούν άγρυπνα την έκθεση, φοβούμενοι μαζική κλιμάκωση ανάλογων κινητοποιήσεων.

Νίκος Κουνενής

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Δελτίο τύπου

Σιδέρης Ντιούδης, Η βραδυπορία της στιγμής, εκδ. Αιώρα, σελ. 32


Ο Σιδέρης Ντιούδης εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του το 2006 με τίτλο Ελεύθερη Πτώση και απέσπασε το Βραβείο Νέων Ποιητών στο 23ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Ποίησης και Λογοτεχνίας. Η βράβευση ήταν απόρροια σταθερής παρουσίας στο χώρο της λογοτεχνίας και δημοσιεύσεων σε περιοδικά, ανθολογίες και ιστοσελίδες από τα πρώτα ποιητικά βήματά του και ακολούθησε άλλες διακρίσεις που είχαν προηγηθεί. Η βραδυπορία της στιγμής μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αιώρα. Η συλλογή αποτυπώνει τις προσωπικές διαδρομές του ποιητή άλλοτε σε θέματα διαχρονικού προβληματισμού που εκτείνονται από την έννοια και το ρόλο του χρόνου, τη γραφή και τη δημιουργία, την επιθυμία και την οδύνη της απώλειας μέχρι το φευγαλέο χαρακτήρα στιγμών και συναντήσεων και με άξονα αναφοράς πάντα την συνειδητότητα του υποκειμένου σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, “σημαντικές” ή μη. Με ύφος λιτό, διεισδυτικό και άμεσο καταθέτει τους στροβιλισμούς του στην ανίχνευση της πραγματικότητας. Ο Σιδέρης Ντιούδης γεννήθηκε στα Γιαννιτσά το 1976. Σπούδασε Βιβλιοθηκονομία και εργάζεται στο χώρο του βιβλίου. Συμμετείχε σε πανελλήνιους διαγωνισμούς ποίησης και απέσπασε επαίνους και βραβεία. Ποίησή του έχει συμπεριληφθεί σε ποιητικές ανθολογίες, περιοδικές εκδόσεις, καθώς και σε ιστοσελίδες. Έχει συνεργαστεί κατά καιρούς με διάφορα περιοδικά (Υποβρύχιο, Index, Sonic) και εφημερίδες ως βιβλιοκριτικός. Υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού "Λέξημα" και συνδιαχειρίζεται το blog http://www.humantraffic.gr/.




[Το έχω ξαναπεί: πέρα από την ίδια τη λυτρωτική εμπειρία της γραφής, μέσα από τη λογοτεχνία γνώρισα μερικούς εκλεκτούς φίλους. Ο Σιδέρης συμπεριλαμβάνεται ανάμεσά τους.]


Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Έτσι στα ξεκάρφωτα

Μετά τις αναγκαίες συγγνώμες προς τον συνιχνηλάτη για το "καπέλωμα", επί της ουσίας(;) τώρα.
Επαιξα το 70, μεγάλωσα το 80, έτρεξα το 90, λαχάνιασα το 00 και τώρα;
Τώρα βλέπω τις ευχές να πέφτουν βροχή στο κινητό και στο FB, ενόσω ψάχνω για υπόλοιπα. Τι έχει μείνει, αν άξιζε τον κόπο, αν αντέχεται από δω και πέρα. Προσπαθώ να το αφήσω στην άκρη, δεν έχω τις πολυτέλειες για τέτοια. Ακόμη μια νύχτα θα βρικολακιάσω πάνω στο πληκτρολόγιο για έναν χαμένο λόγο. Αλλά και πάλι δεν παραπονιέμαι, γιατί τουλάχιστον μπορώ να ελπίζω στο καλοκαίρι. 1300 άτομα με περιμένουν κάπου στα Άγραφα για να τα οδηγήσω αφηγηματικά μέχρι τα Πιέρια. Η αφήγηση, λένε, στήνει σύμπαντα. Ενιότε, αναπληρώνει κιόλας. Πιο παλιά πίστευα πως ένα βιβλίο σε γράφει. Τώρα πλέον πιστεύω ότι σε αναπληρώνει κιόλας. Ακριβέστερα, αναπληρώνει τη ζωή που δεν έζησες.
Το χειρότερο απ' όλα είναι που νιώθω ενοχές για τη μελαγχολία μου. Απ' όταν με θυμάμαι, χλεύαζα με το σύνθημα της ηλίθιας γενιάς μου, που πέρα από τον καπιταλισμό έβλεπε να υπάρχει και η μοναξιά. Και τώρα που ο καπιταλισμός έδειξε τα δόντια του, με έπιασαν οι μοναξιές . Κρίση της μέσης ηλικίας; Μπορεί. Είναι και αυτή η ρουφιάνα η μέρα... Ποτέ δεν τη γούσταρα.
Λοιπόν αύριο θα πιω για όσους έλειψαν, για όσους έλειψα, για όσους με έλειψαν.

Απλώς περί ποιήσεως... (Αναδημοσίευση)

Photo by David McKelvey via Flickr


Όσοι ψάχνετε την συγκίνηση των λέξεων και των εικόνων τους, καλό θα είναι να την έχετε υπόψη

Απλώς περί ποιήσεως...
Του Βασίλη Ρούβαλη

Ενα εκμαγείο της ποίησης αποτελούν πλέον τα ψηφιακά μέσα για τη διασπορά της: η έλευση της νέας εποχής έχει σηματοδοτηθεί από το Διαδίκτυο, την αξιοποίηση των ηλεκτρονικών εργαλείων, την εφευρετική -και ίσως επαναστατική- προώθηση του γραπτού λόγου μέσα από τα λεγόμενα «ηλεκτρονικά βιβλία». Η ποίηση, τα ποιήματα και οι ποιητές, κινούνται προσήνεμα σ' αυτή την εξελικτική πορεία. Και εξάλλου δεν θα ήταν δυνατόν κάτι διαφορετικό, καθώς το ανανεούμενο αναγνωστικό κοινό δεν παρεκκλίνει από τη δεδομένη παρακολούθηση αυτής της πραγματικότητας. Με το παρόν τεύχος το (.poema..) ολοκληρώνει έναν πενταετή κύκλο συνεχούς, περιοδικής παρουσίας στη νεοελληνική γραμματεία προτείνοντας το αυτονόητο: τη σύγχρονη ποίηση με έμφαση στους νεότερους δημιουργούς, τη «συνομιλία» με τις παλαιότερες ποιητικές γενιές, την εξωστρέφεια συνδυασμένη με την επαφή με ξένους ποιητές και ποιητικές, την καταγραφή του ποιητικού γίγνεσθαι μέσα από άλλες καλλιτεχνικές φόρμες. Ολ' αυτά υπηρετήθηκαν και εξυπηρετήθηκαν χάρη στην ηλεκτρονική μορφή του περιοδικού. Απαρέγκλιτα και πειστικά. Η δε αναμέτρηση με την ανάγκη έκφρασης και διαμόρφωσης μιας ταυτότητας και ταυτοποίησης με το ποιητικό γίγνεσθαι, παραμένει φανερή. Ισχύει η άποψη του Οδυσσέα Ελύτη και είναι απώτερος στόχος, ευγενής προσδοκία: «...το να μεταγγίζεις δοσμένες γνώσεις σε στίχους είναι -το πολύ- κατόρθωμα. Ν' αποκαλύπτεις όμως μια πρωτόγνωρη αίσθηση -θαύμα». Με το «στόμα του ποιητή» οι λέξεις αποκτούν άλλο νόημα: κάθε σελίδα του περιοδικού προάγει τη μαγεία που υπαινίσσεται κάθε συνδυασμός νοήματος και εικόνας, δοσμένης αλήθειας και υπερακοντισμένου εγώ μέσα από τις «μεταμορφώσεις» του κάθε προτεινόμενου δημιουργού. Το προαιώνιο ερώτημα των ποιητών για τη σημασία της γραφής, πράγματι, εξακολουθεί να απασχολεί τόσο τους πομπούς όσο και τους δέκτες του ποιητικού κειμένου. Η έμπνευση είναι κινούμενος στόχος, αγαθότητα, συνειδητή φθορά, ήχος σχισμένου κορμού. Το ποίημα μοιάζει με το σκίρτημα ενός έφηβου έρωτα, τη μανιακή επιμονή της ωριμότητας, τη συνειρμική αλληλουχία ανάμεσα στις πραγματικότητες του αποδέκτη του. Είναι σύμβολο του πραγματικού, είναι αυτόνομη ύπαρξη αλλά και πληθώρα σημασιών. Το περιοδικό δεν αποκλίνει εξακολουθητικά από αυτές τις αισθητικές συνισταμένες επαναξιολογώντας και αποσαφηνίζοντας τις θέσεις του απέναντι στον λογοτεχνικό κανόνα. Στη διάρκεια αυτής της πενταετίας πραγματοποιήθηκαν εκδηλώσεις σ' αυτό το πνεύμα (ημερίδες, συναντήσεις, παρουσιάσεις), οργανώθηκε η Λέσχη Ανάγνωσης Ποίησης, άρχισαν να κυκλοφορούν βιβλία με την ετικέτα του ομότιτλου εκδοτικού οίκου, πραγματοποιήθηκαν συνεργασίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο (ομιλίες-παρουσιάσεις σε φεστιβάλ βιβλίου και ποίησης, σύνδεση με βιβλιοθήκες αλλά και με τον πολιτιστικό φορέα Lyrikline). Κι έπεται συνέχεια˙ το περιοδικό συνεχίζει την πορεία του εμπλουτίζοντας την ύλη, ανανεώνοντας τις μόνιμες στήλες, επικεντρώνοντας σε νέες πτυχές ή πρωτοτυπίες. Βασική επιδίωξη παραμένει η προαγωγή του ποιητικού λόγου.

editor@e-poema.eu


Είναι που και οι καιροί είναι παράξενοι, άλλοι σηκώνουν σημαίες στα μπαλκόνια τους, άλλοι λάβαρα, άλλοι μπουγάδα τα λερωμένα τ' άπλυτά τους, άλλοι τον ίδιο τους τον εαυτό και τις σάρκες τους, αλλά κανείς δεν δίνει σημασία πλέον, ο καθένας τρώει τις δικές του.
Κάποιοι άλλοι πάλι, έχουν χεσμένα τα μπαλκόνια και τα λάβαρα, δεν τους έχει μείνει τσιγκελι για τσιγκέλι να κρεμάσουν τα κομάτια τους, δεν έχουν καν μπαλκόνι ή ακόμη κι αν έχουν, μπορούν να λειτουργήσουν μονάχα σε Υπόγεια και Σιωπές, όσο ψάχνουν την λέξη που θα τους λυτρώσει από το διαρκές χαρακίρι

Γνωστά στοιχειώματα ετούτα, γνωστές και οι διαγνώσεις: 
Αυτοάνοσο νόσημα, καμία διαφυγή...

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Η φυλή των συγγραφέων -Τέος Ρόμβος (Αναδημοσίευση)



“Η Φυλή των Συγγραφέων”
του Τέου Ρόμβου (Φουρόγατου)
Από μικρός διάβαζα κι έγραφα με τις ώρες. Έγραφα διαρκώς, σαν γραφέας σε αποθήκη της αρχαίας Βαβυλώνας. Κάποια μέρα στο σχολείο, την ώρα του μαθήματος, σκάρωσα μια χειρόγραφη εφημερίδα που την ονόμασα “Ο Ινδιάνος”. Στην πρώτη σελίδα περιέγραφα ένα μικρό παιδί που ήθελε μεγαλώνοντας να γίνει Ινδιάνος. Συνέχισα την εφημερίδα γράφοντας τακτικά για τον Ινδιάνο και τις δοκιμασίες στις οποίες έπρεπε να υποβάλλεται στη διάρκεια της ζωής του. Σ’ αυτή μου την ενασχόληση βρήκα πραγματικό ενδιαφέρον και διέξοδο από τις γκρίζες σχολικές μέρες. Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι τα παιδιά που έχουν έφεση στο γράψιμο ξεκινούν συχνά με την προσωπική τους εφημερίδα. Το ίδιο έκαναν πολλοί συγγραφείς, το ίδιο είχε κάνει και ο Aνεμοστρόβιλος, που αργότερα –χωρίς να το γνωρίζω- ακολούθησα τα βήματά του στη Γαλλία, όταν ερευνούσε τις οικογενειακές του ρίζες, και όλα αυτά τα χώρεσε  στο βιβλίο του “Satori in Paris”

Τα πρωινά καθόμουν σε ένα μικρό καφέ στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα κι εκεί, γύρω στις δέκα η ώρα, έβλεπα ένα γεροδεμένο άντρα με μακριά μαλλιά να έρχεται στηριζόμενος σε δυο μπαστούνια. Καθόταν δίπλα μου, ακουμπούσε τη φορητή του γραφομηχανή στο τραπέζι, πέρναγε στον κύλινδρο χαρτί, τσάκιζε τα δάχτυλά του μια-δυο φορές, ξερόβηχε και άρχιζε να χτυπάει με λύσσα τα πλήκτρα της γραφομηχανής.  Από τη θέση που καθόμουν έβλεπα το χαρτί να γεμίζει με λέξεις, το  κείμενο  να σκεπάζει την άσπρη επιφάνεια σαν πλημμυρίδα.
Η πρόζα έρεε από μέσα του, από τα ακροδάχτυλά του ξεχυνόταν η ζωή. Πρόσωπα, σχέσεις, πλοκή, μέλλον και παρελθόν λιώνουν. Ένιωθα τον άντρα αυτό «σαν ένα μικρό θεό, που από το τίποτα δημιουργούσε κάτι που κι αυτόν τον ίδιο θα τον παραξενέψει». Σταματούσε να γράφει μόνο όταν το γκαρσόνι του έφερνε το ποτήρι με το κονιάκ κι έπινε. «Δεν μ’ ενδιαφέρει η φιλολογική τελειότητα του έργου», μου έλεγε, «αλλά η περιγραφή μιας συνεχούς ροής της ίδιας της πραγματικότητας, όπως τη ζω πάνω στο πετσί μου».

Ο Μεγάλος Χάνκ είχε πει: «Οι πιο δημιουργικές ώρες είναι όταν βρίσκομαι υπό την επήρεια του αλκοόλ, με βοηθάει να ξεπερνάω τις αναστολές μου, γιατί  κατά βάθος είμαι ένας ντροπαλός και συνεσταλμένος άνθρωπος και το αλκοόλ μου επιτρέπει να γίνομαι ξαφνικά εκείνος ο ήρωας που διασχίζει ασυγκράτητος το χωροχρόνο κάνοντας ένα σωρό κατορθώματα».
«Υπάρχει κάτι στην ακατάσχετη ροή της ποιητικής πρόζας του πότη, κάτι σαν ασυνάρτητο παραμιλητό, σαν μοναχικό παράπονο, σαν σκούξιμο σκύλου που τον βαρέσανε και τον διώξανε». Ταχυδρομούσε τα δακτυλόγραφα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού για δημοσίευση και του έστελναν ένα τσεκ. Ένας εκπατρισμένος Αμερικανός στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα, οι κινήσεις του όλο σιγουριά, ο αέρας μπερδευόταν στα μαλλιά μου, το πρόσωπό του φωτισμένο από κάτι εσωτερικό, καθισμένος καταμεσής στο πεζοδρόμιο ενός γαλλικού δρόμου έγραφε για το αμερικάνικο κοινό.
Η εικόνα αυτή απέπνεε την απόλυτη ελευθερία. Και εγώ είχα αποφασίσει για το τι θα έκανα στη ζωή. Είχα ελάχιστα χρήματα. Φυτοζωούσα, έτρωγα σπάνια, έπινα μόνο καφέ, κάπνιζα και έγραφα ασταμάτητα. Ήμουν σε μια διαρκή κίνηση. Ένιωθα ότι έπρεπε να περάσω τη δοκιμασία της πείνας όπως την περιέγραψε Αυτός που είχε Μαύρη Καρδιά  στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του το 1890. Περιπλανιόμουν και φωτογράφιζα με το μυαλό μου ό,τι έβλεπα στις καθημερινές βόλτες μου σε αστραφτερές συνοικίες και σε άθλιες τριτοκοσμικές γειτονιές και το βράδυ στρωνόμουν για να γράψω ό,τι είχα δει στη διάρκεια της μέρας.

Ζούσα σε απίστευτη ανέχεια κι όταν μου ζήτησαν, για ένα πεντοχίλιαρο, να γράψω τα διαφημιστικά κείμενα για μια σειρά hardcore βίντεο, είπα γρήγορα ναι. «Να μένουμε μακριά από το παζάρι της τέχνης», συμβούλευε ο Χορευτής των Βουβαλιών, και το Φωτεινό Σύννεφο αρνιόταν να εισπράξει τα δικαιώματα από τα βιβλία του: «Είναι δυνατόν να θέλεις να βγάλεις λεφτά από την τέχνη; Αν υπάρχει το στοιχείο του ωφελιμισμού όλα αλλάζουν. Η τέχνη δεν μπορεί να είναι επάγγελμα. Είναι τρόπος ζωής».

Όμως, Εκείνος που Ζούσε Μόνος περίμενε στα καφέ τη σύντροφό του, που πήγαινε στους εκδότες με την τριλογία του (ο Ακατονόμαστος, ο Μολλόυ και ο Μαλόν πεθαίνει) και άκουγε μόνον αρνήσεις. Οι δυο τους ζούσαν σε άθλια οικονομική κατάσταση. Πριν τα τριάντα του ο Κόνδορας του Ήλιου για να επιβιώσει στο Παρίσι, έπλενε βιτρίνες, σκούπιζε πεζοδρόμια, κουβάλαγε βιβλία. Το “Κιβώτιο” έμελλε να είναι το μοναδικό μυθιστόρημα που πρόλαβε να ολοκληρώσει, ποτέ δεν έζησε από κοντά τη μεγάλη επιτυχία του βιβλίου του στην Ελλάδα που, το 1975, πούλησε περισσότερο από σαράντα χιλιάδες  αντίτυπα. Τρία χρόνια μετά, όταν το βιβλίο εκδόθηκε στη Γαλλία, εκείνος πέθανε και θάφτηκε σαν άπορος στο Νεκροταφείο των Ξεχασμένων.

Συχνά η φυλή των συγγραφέων βιώνει την εξαθλίωση, επιβιώνει μέσα από συγκρούσεις με το κατεστημένο και την εξουσία και γίνεται δυνατότερη από τις επιλογές της, το Ακριβοθώρητο Ζαρκάδι, ο Ουράνιος, η Ροδάνθη, το Κόκκινο Σύννεφο, ο Άνεμος που Στριγγλίζει, η Αρκούδα που Περπάταγε στη Σκιά, τo Ουράνιο Τόξο, και πολλοί άλλοι, κυνηγήθηκαν, ριχτήκανε στη φυλακή, λιμοκτονήσανε, όμως συνέχισαν.

Το γράψιμο είναι στην πραγματικότητα μια διαρκής αγωνία, είναι πάλη με μια χάρτινη τίγρη. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να μη μπορείς να γεμίσεις το χαρτί. «Με αγχώνει πολύ το γράψιμο», έγραφε το Φωτεινό Σύννεφο. «Η λευκή σελίδα με τρομοκρατεί κι όσο μπορώ το αναβάλλω». Ο Θρόνος στα Σύννεφα περιέγραψε, «κάτι ανείπωτο, κάτι κρυφό που μου εξαφανίζει τις λέξεις που έχω βρει, κάτι καταστρέφει τη σκέψη μου». Ο Χορευτής των Βουβαλιών έλεγε: “Μα γράφουμε ποίηση όχι για να ζήσουμε αλλά για να πεθάνουμε”.

Καθόμουν μπροστά στη γραφομηχανή κι ενδοσκοπούσα. Κοιτάζοντας εντός μου αφουγκραζόμουνα τους χτύπους της καρδιάς μου, αισθανόμουν τα σπλάχνα μου, το αίμα στις φλέβες μου να εξακοντίζεται, προσπαθούσα να εισχωρήσω εκεί που γεννιέται ο λόγος, στο μετείκασμα των προσλαμβανομένων εικόνων σε αισθήματα, στους ανασασμούς της ψυχής μου,  πάσχιζα να ψηλαφίσω το υλικό από το οποίο είναι πλασμένο το είναι μου. Η Φουντωτή Λόχμη μου ψιθύριζε: «Το γράψιμο απαιτεί απόλυτη μοναξιά, η μοναξιά σημαίνει Βιβλίο ή Θάνατος. Θα γράψω ή θα πεθάνω. Να γράφω σημαίνει να μην ομιλώ, να σωπαίνω. Και να ουρλιάζω χωρίς να βγάζω ήχο…»
Πώς έγραψε αλήθεια ο Αγριόγατος ολόκληρο το κείμενο του “Μαλντορόρ” με μια ανάσα, πώς ο Aνεμοστρόβιλος σκυμμένος πάνω στη γραφομηχανή του γινόταν εξομολογητικός, αυτοσχεδιαστικός, χειμαρρώδης, απρόβλεπτος…

Γράφω για το περιθώριο, είναι ένας κόσμος που τον γνώρισα καλά. Στο Βερολίνο έμενα σε κατειλημμένα σπίτια μαζί με ρεμάλια και τεμπέληδες που δεν ήθελαν να πηγαίνουν κάθε πρωί στη δουλειά καλοξυρισμένοι, με κουστούμι και γραβάτα. Ήθελαν όπως κι εγώ να γίνουν συγγραφείς και μαζί γράφαμε σενάρια, κασέτες με λογοτεχνία και τρεφόμασταν από κλοπές. Οι άνθρωποι αυτοί συχνά ξεπερνούσαν τα όριά τους, κι αυτή η απέλπιδα, λυσσαλέα προσπάθειά τους ήταν για μένα πράξη αντίστασης σε μια κοινωνία που ήθελε και θέλει να μας βάλει σε καλούπια. Κι εμείς δε γουστάραμε τους νόμους, την ηθική, τη θρησκεία και τους κανόνες. Δεν ήθελα να με φέρει η κοινωνία στα μέτρα της…

Λίγα χρόνια μετά, στα βουνά της Μονεμβασιάς, στο δικό του Πανεπιστήμιο της Ζωής, συνάντησα τον Ελεύθερο Κυνηγό, έναν Αμερικάνο συγγραφέα. Κατοικούσε σ’ ένα ερειπωμένο κτίσμα μαζί με πάπιες, κότες, μια κατσίκα, ένα κουτσό γάιδαρο και κάποιους μαθητές που μάθαιναν τρόπους επιβίωσης, γραφή, ιστορία τέχνης. Ο Ελεύθερος Κυνηγός ζούσε χωρίς αναστολές κι έκανε έρωτα με όλα τα έμβια του πλανήτη του. Στις φλέβες του έρεε ινδιάνικο αίμα και όταν κάποτε τον κατηγορήσανε από το χωριό για κάποια κλοπή, εκείνος έβαψε το πρόσωπό του με τα χρώματα του πολέμου και κατέβηκε από το βουνό να πολεμήσει τους ενοικιαστές δωματίων. Κάθε φθινόπωρο έγραφε μια βιογραφική πρόζα που την τύπωνε σε δυο χιλιάδες αντίτυπα και την έστελνε σαν επιστολή του σκύλου του “Letters from Floke’ s farm”, το κείμενο τελείωνε με μια έκκληση σε φίλους και γνωστούς να τον συνδράμουν για να επιβιώσει το Πανεπιστήμιο της Ζωής και οι τρόφιμοί του.

Καθημερινά, παντού στον πλανήτη, νέοι Ινδιάνοι συνεχίζουν να καταπίνουν σβώλους από χαρτάκια μπενζεντρίνης, να μασάνε πεγιότλ, γιάχε, ντατούρα, μανδραγόρα, ελλέβορο, να γράφουν και να βομβαρδίζουν τους εκδοτικούς οίκους με χειρόγραφα και συνοδευτικές επιστολές όπου αναφέρουν με όλο το τακτ της τακτικής τους το ποσόν που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν ώστε να τυπωθεί και να κυκλοφορήσει το βιβλίο τους, δίπλα σε άλλα βιβλία σπουδαίων συγγραφέων. Στα γραφεία των εκδοτών, οι υπεύθυνοι σειρών που είναι και οι άτυποι “αναγνώστες” διαβάζουν, χλευάζουν, γελούν, κοροϊδεύουν και κάνουν σαΐτες με τα χειρόγραφα των νέων συγγραφέων. Ο κόσμος των εκδοτών είναι ένας φρικαλέος, καταθλιπτικός, ανούσιος, στερημένος αισθητικής και φαντασίας τόπος. Είναι γνωστοί οι εκδότες που ζύγιζαν στη ζυγαριά και πούλαγαν με το κιλό τα βιβλία. Είναι γνωστός ο εκδότης που είχε στις  αποθήκες του μαζί με τα βιβλία πεπόνια και εμπορευόταν εποχιακά πότε το ένα εμπόρευμα και πότε το άλλο. Είναι  γνωστός ο εκδότης δεκάδων βιβλίων του Ιουλίου Βερν που πετσόκοψε χιλιάδες σελίδες από τα πρωτότυπα για να κυκλοφορήσει όλα τα βιβλία με διακόσιες σελίδες Είναι επίσης γνωστός ο εκδότης που αγόρασε μια νεκροφόρα και την έστελνε  στην επαρχία για να κάνει δειγματισμό στα βιβλία του. Είναι γνωστός ο εκδότης που εξέδωσε σχεδόν όλη την ευρωπαϊκή σκέψη, στη μοναδική, τότε, σειρά φιλοσοφίας, με μεταφραστές της Μακρονήσου που έμαθαν να μεταφράζουν στην εξορία από μεθόδους ξένων γλωσσών, με αποτέλεσμα ουδείς αναγνώστης να καταλαβαίνει τι διαβάζει. Και είναι γνωστός ο εκδότης επιστημονικής σειράς βιβλίων αντιψυχιατρικής που εμπιστεύτηκε τις μεταφράσεις τους σε κουλουρά της οδού Πατησίων… Ο νέος Ινδιάνος πρέπει  να γνωρίζει πως, ακόμη και αν εκδοθεί, και μολονότι στην αλυσίδα της παραγωγής του βιβλίου θα βρίσκεται πρώτος, στις πληρωμές θα έρχεται πάντα τελευταίος. Αντί, λοιπόν, να ακολουθήσει όλη αυτή την ψυχοφθόρο διαδικασία των διαδοχικών απορρίψεων από διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους θα του πρότεινα να εκδώσει μόνος το βιβλίο του ή να τυπώσει μόνο το εξώφυλλο του βιβλίου και να το περάσει σ’ ένα CD για να το μοιράζει ή να το ανεβάσει στην προσωπική του ιστοσελίδα…

Ο γέρο Ινδιάνος καθισμένος ψηλά σ’ ένα βράχο χαιρετάει την αυγή, νιώθει ότι έχει περάσει όλες τις δοκιμασίες, την πείνα, τη στέρηση, τον έρωτα, τον πόνο, την ταύτιση, την προδοσία, το θάνατο, δεν έχει πια κάτι να διηγηθεί, τον πλημμυρίζει γαλήνη, ένας μικρός θεός που δημιούργησε από το τίποτα κείμενα, μνήμες, ευχές, όνειρα και μπόρεσε να δει πίσω από τείχη, λόφους, πέρα από τον ορίζοντα, πίσω από λέξεις, στο βάθος των νοημάτων, στις έννοιες και στην ουσία των πραγμάτων, βλέπει τα κείμενα να πλέουν σαν ερημονήσια στο Αιγαίο, όλα τα εγκόσμια να έχουν γίνει κείμενα που ταξιδεύουν πάνω από χώρες και γλώσσες σαν αποδημητικά πουλιά, το γράψιμο ήταν ανάγκη, έγραφε και ούρλιαζε άηχα για να ξορκίσει το κακό,  για να μην αυτοκτονήσει, για να παραμείνει στη ζωή, υπήρξε κι αυτός ένα τέτοιο πλάσμα, συνεχίζει να γράφει για να δηλώσει ότι βρίσκεται ακόμη εδώ, σκεπτόμενος τους φίλους του που έγιναν μέρος των αναμνήσεών του, γράφει για τα διόδια του βαρκάρη, πρέπει να δυναμιτίσει τα περάσματα, να υπονομεύσει τη θνησιμότητα, να μνημονεύσει και να ζωντανέψει τα πρόσωπα των προσφιλών νεκρών, όμως, κάτι κρυφό, κάτι ανείπωτο, εξαφανίζει τις λέξεις που έχει βρει, κάτι καταστρέφει τη σκέψη του και ο νους του δηλητηριάζεται από έννοιες.

Πραγματικά ήρεμος είναι μόνο ο Ινδιάνος.

Η φυλή των Συγγραφέων
Αγριόγατος – Λωτρεαμόν
Ακριβοθώρητο Ζαρκάδι – Αρθούρος Ρεμπώ
Άνεμος που Στριγγλίζει  – Λεωνίδας Χρηστάκης
Aνεμοστρόβιλος – Τζακ Κέρουακ
Αρκούδα που Περπατάει στη Σκιά – Ηλίας Πετρόπουλος 
Αυτός που Έχει Μαύρη Καρδιά – Κνούτ Χάμσουν
Αυτός που Κάνει τους Άλλους να Γελούν – Πάνος Κουτρουμπούσης
Βράχος – Χανς Φαλάντα
γέρο Χάμπαρντ -  Ουίλιαμ Μπάροουζ
Εκείνος που Ζούσε Μόνος – Σάμιουελ Μπέκετ
Ελεύθερος Κυνηγός – Χάνα
Επισκέπτης – Πολ Όστερ
Θρόνος στα Σύννεφα – Αντοντίν Αρτό
Κόκκινο Σύννεφο – Έντγκαρ Άλαν Πόε
Κόνδορας του Ήλιου – Άρης Αλεξάνδρου
Μαύρη Aρκούδα – Άλεν Γκίνσμπεργκ
Μεγάλος Χάνκ -  Τσαρλς Μπουκόβσκι
Ουράνιο Τόξο – Όσκαρ Ουάιλντ
Ουράνιος – Παναΐτ Ιστράτη
Πνεύμα των Πολεμιστών – Γιοργκ Φάουζερ
Ροδάνθη – Αλμπερτίν Σαραζίν
Σιγανό Ποτάμι – Λουί Φερντινάν Σελίν
Το Πουλί με το Μεγάλο Ράμφος – Όμηρος
Φουντωτή Λόχμη – Μαργκερίτ Ντιράς
Φωτεινό Σύννεφο – Ε. Χ. Γονατάς
Χορευτής Βουβαλιών – Νίκος Εγγονόπουλος
Ψυχή των Προγόνων – Νικολάι Γκόγκολ
Δημοσιεύτηκε στη ΓΑΛΕΡΑ, τ. 23, Αύγουστος 2007

(Για τέτοια κείμενα και τέτοιες παρουσίες σαν του Ρόμβου, τι να πει κανείς; "Τίποτα" είναι μάλλον η σωστή απάντηση, αλλα και πάλι, σαν άκαιρη και φτηνή πολυλογία θα ακουστεί... 
Τώρα το βρήκα, τώρα το διάβασα, τώρα το αναδημοσιεύω αφού είναι γνωστό πως τελικά, για κάθε τι έρχεται και η κατάλληλη ώρα.
Ο Τεος Ρόμβος, διαθέτει πλέον δωρεάν ΟΛΟ του το έργο στο διαδίκτυο εδώ.
Σύνδεσμο θα βρει κανείς και στο blog-roll αριστερά, στη "Λογοτεχνία- ποίηση- χνάρια λέξεων...")

Γράμμα σ’έναν ιάπωνα φίλο



Αγαπητέ Τακέσι,
Δεν σε γνώρισα ποτέ, αλλά νομίζω πως μπορώ σε κάποιο βαθμό να σε φανταστώ. Έχεις περίπου την ίδια ηλικία με μένα, και μέχρι χθες πίστευες πως είχες οριστικοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόσουν τον κόσμο και τη ζωή σου. Μεγάλωσες με την εφιαλτική μνήμη της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, υπήρξες άλλωστε εγγόνι και γιός θυμάτων . Αυτός ήταν και ο βασικότερος λόγος για τον οποίο μετακόμισες νωρίς στο Τόκυο, πολλά χιλιόμετρα μακριά από την πηγή αυτής της ακατάπαυστα οδυνηρής υπενθύμισης. Εκεί σπούδασες, εκεί γνώρισες τη γυναίκα σου, εκεί γεννήθηκαν οι δυο σου κόρες, φοιτήτριες πια.
Έζησες, λοιπόν, στην ανθούσα πρωτεύουσα και στήριξες με τη ακάματη εργασία σου την οικοδόμηση του αλήστου μνήμης οικονομικού θαύματος (ακόμα θυμάσαι την κάπως ρεβανσιστική υπερηφάνειά σου για το γεγονός ότι η χώρα σου επούλωνε με τρομακτική ταχύτητα τις πληγές της και φάνταζε σαν η μοναδική οικονομία που μπορούσε να αναμετρηθεί κάποτε με την πανίσχυρη υπερδύναμη που τόσο σας τραυμάτισε). Κατόπιν ήρθε η μακροχρόνια ύφεση, που συρρίκνωσε αρκετά τις προσδοκίες σου. Μικρό το κακό. Ακόμη και διολισθαίνουσα, η Ιαπωνία είχε μονιμοποιηθεί για τα καλά στη θέση μιας από τις σημαντικότερες δυνάμεις του πλανήτη κι εσύ, ένας αρκετά ευκατάστατος υπάλληλος, δεν κινδύνευες πλέον απ’ όσα είχαν συνταράξει τους προηγούμενους. Το οικογενειακό σου παρελθόν, άλλωστε, είχε μπολιάσει με κάμποση γείωση την έτσι κι αλλιώς ανατολική θυμοσοφία σου.
Καθηλωμένος τώρα μπροστά στην τηλεόραση, παρακολουθείς με γουρλωμένα μάτια από απόσταση καθόλου ασφαλή, (κι ας σε διαβεβαίωναν στην αρχή για το αντίθερο) τη νέα ραδιενεργό εμφάνιση της Ιστορίας, βασισμένη σε αλλιώτικες αιτίες και απολύτως διαφορετικό σενάριο. Η εγκατάσταση πληθώρας πυρηνικών σταθμών στη χώρα σου, αυτό που πολλοί γεροντότεροι συμπατριώτες σου αποκάλεσαν Ύβρι, αποτέλεσε το πεδίο έκφρασης μια καινούριας τραγωδίας, διόλου μεθοδευμένης αυτή τη φορά από κάποιον ανελέητο εχθρό. Φυσική, φυσικότατη ήταν τώρα η τρομακτική δύναμη που έθεσε σε κίνηση τον νέο πυρηνικό τρόμο. Κι ας δήλωναν οι μεταλλαγμένοι πολιτικοί και επιστήμοντες και οι άπληστοι μεγαλοεπιχειρηματίες σας πως κάτι τέτοιο αποκλείεται στις δικές τους εγκαταστάσεις. Ούτε κι εσύ, άλλωστε, την περίμενες τη συμφορά. Γελούσες μάλιστα με τις αφελείς προειδοποιήσεις των κινδυνολόγων, που έτσι κι αλλιώς λιγόστευαν προιόντος του χρόνου.
Συνέβη όμως, πράγμα που αποδεικνύει πως όντως μπορούσε να συμβεί. Κι αυτό με τη σειρά του σημαίνει πως σίγουρα θα επαναληφθεί και στο μέλλον, σε άλλους τόπους και χρόνους. Μέχρι να καταλάβετε- μέχρι να καταλάβουμε- πως τα σκατόψυχα, αγοραία, κερδομανή τέρατα που κυβερνάνε απ’ άκρου σ’ άκρο τον κόσμο μας γίνονται όλο και πιο επικίνδυνα για τον πλανήτη και την ανθρώπινη συνιστώσα του. Μέχρι να αποφασίσετε- μέχρι να αποφασίσουμε- πως αν δεν τα ξεράσουν κάποτε οι δονήσεις του δικού μας οργισμένου Εγκέλαδου, τα κύματα των δικών μας απελευθερωτικών τσουνάμι, η προσδοκία μιας πραγματικής ζωής πριν απ’ το θάνατο δεν θα’ χει πολύ περισσότερο νόημα από την αφελή θεολογική πίστη περί της συνέχισής της μετά απ’ αυτόν.

Ν.Κουνενής
kounenik@yahoo.gr

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Λέξεις-Ψέματα

Την «εκποίηση», το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, το είπαν «αξιοποίηση», την κατάργηση σχολείων τη λένε «συγχώνευση», τη μείωση των μισθών και τον εκφυλισμό του συνδικαλίζεσθαι την αποκαλούν «ανταγωνιστικότητα». Λένε τη θηλιά «ανάσα», ενώ αποκρύπτουν τις αλυσίδες που έχουν αποδεχθεί προκειμένου να λάβουν την επιμήκυνση. Ψέματα κρυμμένα στις γενικεύσεις, κρυμμένα στις συνδηλώσεις των λέξεων, εκεί όπου η καταλήστευση των ανθρώπινων ζωών παρουσιάζεται σαν σωτηρία. Παντού ψέματα αναμεμιγμένα με τρομοκρατικό φόβο, το φόβο της χρεοκοπίας, την ανασφάλεια και τη διαλυτική λειτουργία του κοινωνικού αυτοματισμού. Πιο απάνθρωπος, εντέλει, κι από τον μισό μισθό, τη μισή σύνταξη, τη μισή αποζημίωση και τη μισή ζωή είναι ο εμπαιγμός των άνεργων νέων, των γυναικών και των γερόντων! Γιατί δεν είναι μόνο τα χρήματα που αφαιρούνται. Πάνω απ’ όλα αφαιρούν την αξιοπρέπεια, την ανθρώπινη υπόσταση καθώς η ανέχεια αποανθρωποποιεί. Την ίδια ώρα στον ΟΗΕ οι επαγγελματίες ηγέτες του κόσμου θα εξακολουθούν να μιλούν με ευφημισμούς, για «τη διατροφική ανασφάλεια» και την «κρίση ανθρώπινων πόρων», πίσω από τους οποίους κρύβεται η πείνα και ο θάνατος ενός δισεκατομμυρίου ανθρώπων! Υπενθυμίζουμε ότι ο Τζών Κ. Γκαλμπρέηθ (στο βιβλίο του «τα αθώα ψέματα») έχει μιλήσει για τις έρευνες τη δεκαετία της «μεγάλης ύφεσης» στις ΗΠΑ, το 1930, ώστε να βρεθεί ένα νέο όνομα, μία νέα λέξη για τον καπιταλισμό, που είχε αποκτήσει έντονα αρνητικό περιεχόμενο. Κι αυτό ήταν η «Αγορά» ή στον πληθυντικό, όπως συνηθίζεται σήμερα, «οι αγορές»! Στη βάση όλης αυτής της προπαγάνδας, η οποία αποκαλείται, επίσης, κατ’ ευφημισμό επικοινωνία, βρίσκεται η άποψη ότι μέσω της πληροφορίας, και των νέων τεχνολογιών όλα πλέον μπορούν να μετρηθούν και η κοινωνία μπορεί να οργανωθεί τοποθετώντας σε τσιπάκια τα άτομα και τις ομάδες, τα αναλυτέα σύνολα και τις ήδη καταγεγραμμένες κατατάξεις. Έτσι, όλα τα εμπορεύματα (άνθρωποι και πράγματα) καθίστανται στην πράξη υπόθεση του δημόσιου και του δημοσιονομικού ελέγχου της οικονομικής λειτουργίας. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη το σύνολο των οργανώσεων, δηλαδή το όλο Σύστημα μπορεί να είναι σταθερό, να ισορροπεί και να αυτορυθμίζεται. Αυτός ήταν και είναι ο νεοφιλελευθερισμός, που τελικά διαψεύσθηκε, καθώς υποτιμήθηκε η μεταβολή, η γενικευμένη σήψη του συστήματος και η διαφθορά. Παρόλα ο νεοφιλελευθερισμός είναι εδώ χρησιμοποιώντας τώρα το σύνθημα της οργανωμένης γραφειοκρατικής λογικής που είναι «η ανταγωνιστικότητα». Κι ενώ ζητάει λιγότερο κράτος, το κράτος, οι πολιτικοί, οι γραφειοκράτες, όλοι συναινούν τόσο εναντίον της ιστορικότητας (που αυτές οι ομάδες καθόλου δεν την έχουν καταλάβει) όσο και εναντίον της ιστορίας, ως επιστήμης (που καθόλου δεν την έμαθαν, παρά μονάχα ως ανεκδοτολογία). Αμφισβητούν την κίνηση στην ιστορία. Εξοστρακίζουν τις απειλές του γίγνεσθαι, ομνύοντας στην τάξη και την ασφάλεια μέσω της προπαγάνδας και των φιλικών τους μέσων μαζικής ενημέρωσης, ειδικά της τηλοψίας. Αλλά θα ξαναπούμε πως όλα έχουν τα όριά τους. Και η απάντηση σε μία ορισμένη, απάνθρωπη χρήση των νέων τεχνολογιών είναι οι αρχαϊκοί τρόποι. Εν προκειμένω, «ο δρόμος»…

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Οι Μαύρες Βαλίτσες




Έχω κάτι Μαύρες Βαλίτσες γεμάτες παρανομία.
Είναι στο Υπόγειο, δίπλα σε κουτιά με παλιές φωτογραφίες, φωτοτυπίες πτυχίων και παλιά κόμικς
Είναι όλες τους μαύρες, σε μέρος σκιερό, ασφυκτικά τιγκαρισμένες με λέξεις πεθαμένων και όνειρα νεκρών.
Ανάκατο το περιεχόμενό τους, κάνει τα φερμουάρ τους να τρίζουν και τις ραφές ν’ αγκομαχούν για λάσκα και χώρο.
Δίπλα στοιβάζονται φάκελοι με παιδικές ζωγραφιές, πανδαισίες χρωμάτων με αφιερώσεις ανορθόγραφες και σχήματα πρωτοχαραγμένα.
Χάρτινα λουλουδάκια και κατασκευές, αλφάβητα κομμένα και μπογιατισμένα με παιδική προσοχή και τσάντες σχολικές με πρωτογράμματα.
Κούτες με ένοχη φροντίδα κλεισμένες, με πρώην παρόντα και ακυρωμένα μέλλοντα, αρχειοθετημένες ήττες και μπουκωμένες αναζητήσεις.
Ψηλότερα ισορροπούν ράφια που λυγίζουν από τις φορτωμένες αιτίες, τις αφορμές και τα επιχειρήματα, πιέζοντας στα κενά σφηνωμένα, παλιά χαϊμαλιά, ασημένια δαχτυλίδια χίππικα μενταγιόν και προσεκτικά διπλωμένα χαρτοπετσέτες με ξεραμένα λουλουδάκια.
Χαμηλότερα συρτάρια με ανάκατα ίσως και παροπλισμένα «θα το δω» σε αποκόμματα εφημερίδων και ξεχασμένες προκηρύξεις.
Μαυσωλείο εφηβείας που δεν την κράτησα όσο θα ήθελα και όλων όσων δεν αποφάσιζα και νάτα τώρα, σε ντοσιέ σεμιναρίων, μαζί με χαρτάκια τηλεφώνων και ονόματα εξαϋλωμένα στην λήθη.
Όλα σε μαύρες βαλίτσες και σκούρα σακ-βουαγιάζ, έτοιμα λες για ταξίδι, όπως μπαίνω δεξιά, αριστερά της αναχώρησης και πλάι στις αντιολισθητικές αλυσίδες.

Που λες, νομίζω πως έχω κάτι Μαύρες Βαλίτσες, παλιές και ξεφτισμένες, αλλά τελικά μάλλον αυτές με έχουν· αχθοφόρο, ίσως κάποτε ευθυτενή κι αέρινο, σκυφτό τώρα, φτηνιάρη, για αγώγι ευκαιρίας, στο αντίτιμο του ενός καφέ, των δύο τσιγάρων και ενός λογαριασμού μισθοδοσίας.

Με κάθε ξημέρωμα το βάρος τους αυξάνει, το χρώμα όμως ίδιο μένει…

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Τα κακά της Λέτα

"Μπορείς να κάθεσαι ώρες ατελείωτες στον υπολογιστή του υπογείου μας και να γράφεις στο ιστολόγιό σου για τα παιδικά σου χρόνια, τη ζωή σου στην Αθήνα, τον ευτυχισμένο γάμο μας, τις επαγγελματικές μου επιτυχίες, την καθημερινή φροντία του σπιτιού μας, ακόμα και για τις σεξουαλικές φαντασιώσεις σου. Έχω αρκετά ανοιχτό μυαλό για να διατηρώ επιφυλάξεις γύρω από τέτοια θέματα". Έτσι έγραφα στο τελευταίο μου, διασκεδάζοντας το τίποτα, το κενό, το μηδέν που διεκδικεί λόγο, αρθρώνεται σε πρόταση, εκφέρεται ως δημόσια στάση.
"Μέσα σε μερικά λεπτά, ένα σύννεφο από πουκάμισα και παντελόνια και μαξιλαράκια "σεξ-ερράγησαν" σε όλο το σαλόνι" εκμυστηρεύεται στο προσωπικό της ιστολόγιο για την ερωτική ζωή με το σύζυγό της η συναδέλφισσα Χέδερ από τις ΗΠΑ.
"Η μυρωδιά με χτύπησε σαν τσεκούρι στο πρόσωπο.Κατάφερα να απομακρύνω το σώμα της από πάνω μου και τα είδα, τα κακά της, μια έκρηξη από κεφτεδάκια με σάλτσα στην κορυφή της πάνας που είχαν βρέξει σαν σιντριβάνει τα μαλλιά της" αποκαλύπτει σε άλλη ανάρτηση για τη νεογέννητη κόρη της, τη Λέτα.
Κι όμως τη δέχτηκαν στο Λευκό Οίκο για τα ιστολογικά πονήματά της, έχει 4-6 εκατομμύρια σελιδοπροβολές το μήνα και 1.556.587 φίλους στο twitter, μπήκε στη λίστα "Forbes" των 30 γυναικών με τη μεγαλύτερη επιρροή στα μέσα ενημέρωσης και βγάζει μηνιαίως από τις διαφημίσεις πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια.
Δεν τα έχω μαζί της ούτε με τους αναγνώστες της. Άλλωστε, μια εποχή που προσπορίζεται πλούτο από τα κακά της Λέτα μόνο στα σκατά κι απόσκατα αξίζει να συνεχίζει να υπάρχει.
Προκληθέν υστερόγραφο: Όχι μην ελπίζετε να γράψω για τα κακάκια της Υρώς. Είναι ζήτημα ηθικής και πολιτικής αρχής για μένα να μην ξεπέφτω στη σκατίλα. Για τον άλλον, τον συνιχνηλάτη εννοώ, δεν εγγυώμαι. Πάει, άλλωστε, τρία χρόνια εδώ μέσα, που μαζεύω τα κακάκια του.

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

Το βασίλειο του χρόνου

Όσοι έχουν ξενυχτήσει μ' ένα στιλό ή μ' ένα πληκτρολόγιο στο χέρι το ξέρουν: δύσκολο πράγμα η γραφή. Δύσκολο και λυτρωτικό. "Θέλει αμέτρητα νυχτέρια", που λέει κι ο "ποιητής". Έχω να κάνω τέτοια νυχτέρια, εδώ και ένα χρόνο. Έμπλεξα με τα ανούσια κι άσκοπα χαλιέμαι, ελπίζοντας σε ένα καλοκαίρι που μακραίνει ακόμα. Η μόνη παρηγοριά είναι οι γραφές των άλλων. Να, όπως το κείμενο μιας μαθήτριας μου. Δεν είναι μπάλσαμο, δηλητήριο είναι. Κάποτε, είμαι σίγουρος γι' αυτό, θα γίνει ακόμη πιο δηλητηριώδες. Κι αυτό με ανακουφίζει. Γιατί είμαστε τελειωμένοι εμείς. Εννοώ η γενιά μου, η λογοτεχνική και πολιτική γενιά μου. Από πίσω όμως υπάρχει κάτι. Κι αχνοφέγγει, συνομιλώντας με τη μελαγχολία και τη σιωπή.


Μάτια πρησμένα απ’ τα ξενύχτια, άδεια βλέμματα, δυο-τρία αθώα ψέματα και μια αλήθεια απ’ αυτές που σου ταρακουνάνε τα μέσα σου, τρυπάνε τα σωθικά σου κι εσύ μένεις μουδιασμένος, μ’ έναν ελαφρύ κλυδωνισμό σαν απόηχο του παρελθόντος. Ένα χαλασμένο παντζούρι σ’ ένα δωμάτιο πνιγμένο στο σκοτάδι, ένα παιδί με ματωμένα γόνατα κι ένα ραντεβού σε μια πλατεία με κάτι περιστέρια. Ένα σώμα τυλιγμένο μ’ ένα μαύρο πέπλο, ένα ζευγάρι μάτια που αχνοφαίνονται και μια καρδιά με χτύπο ρυθμικό – ανεπαίσθητο μεν, αλλά ρυθμικό. Μια ψυχή κατακερματισμένη με κομμάτια διάσπαρτα στο Βασίλειο του Χρόνου, με μια αιώνια Σιωπή για βασίλισσά του κι ένα ποτήρι νερό της λησμονιάς για ελιξίριο του θανάτου. Ένα μυαλό, στον πάτο μιας μπανιέρας με χρυσά χερούλια και χρυσά δάχτυλα, γεμίζει φυσαλίδες – ή καλύτερα χρυσαλίδες, τον αέρα. Κάτι μπαλόνια λίγο πιο πέρα, τα κρατάει ένα παιδί, μολύνουνε το γκρίζο. Ξεστράτισε ο μικρός απ’ τους κανόνες της Σιωπής… Κάτι κλουβιά κρέμονται απ’ τις ταράτσες, απ’ τα μπαλκόνια κι απ’ τα παράθυρα, γεμάτα με μικρά φτερωτά πλάσματα. Νομίζω τα λένε Όνειρα και Ελπίδες και Ευχές. Ιπτάμενοι καβαλάρηδες ντυμένοι στα μαύρα, υπηρέτες της Σιωπής, περνούν κάθε λίγο και τα μαζεύουν. Τα οδηγούν σε κάτι μπουντρούμια κρύα και υγρά για να τα καταπιεί το θηριώδες τέρας της Θύμησης – που το’ χουν κι αυτό φυλακισμένο και ζητά τροφή – κι έτσι να χαθούν στο μαύρο έρεβος του χρόνου αν θες, ή του παρελθόντος, ίσως πάλι του παρόντος, μπορεί ακόμη και του μέλλοντος. Κι ένας ανυπέρβλητος κανόνας της Σιωπής είναι ότι απαγορεύονται τα μπαλόνια. Και τις πιο μύχιες σκέψεις σου, τις ξέρει, τις διαβάζει, τις οσφραίνεται στον αέρα και φροντίζει να τις τσακίζει πριν πάρουν μορφή και υπόσταση. Κι αυτό που σε πονά πιο πολύ είναι ότι ξέρεις ότι απαγορεύονται τα μπαλόνια. Κι είχες δει κάποτε ένα παιδί να κρατά έξι ή εφτά μπαλόνια και με τα δυο του χέρια. Και τώρα συλλογίζεσαι: «τι να’ γινε εκείνο το παιδί; Άραγε το σκότωσαν, το άφησαν τυφλό ή μήπως του έκοψαν τα χέρια;» Και ξαφνικά θυμάσαι. Είχες ακούσει για ένα παιδί που του’ δωσαν να πιει εκείνο το πικρό νερό της λησμονιάς κι ύστερα αυτό είχε ξεχάσει τ’ όνομά του, το σπίτι του, ακόμα και τα μπαλόνια του. Έπειτα κουνάς το κεφάλι επικριτικά, ρίχνεις μια ματιά στην πλατεία και αναρωτιέσαι: «Πού ήθελα να φτάσω;» Έχεις ξεχάσει. Έχεις ξεχάσει τ’ όνομά σου, το σπίτι σου, ακόμα κι αυτά που κρατούσες στο χέρι σου πριν χρόνια, μικρό παιδί με τα μπαλόνια. Το μόνο που σου απέμεινε είναι ο ανεπαίσθητος εκείνος κλυδωνισμός και κάτι πεθαμένα μάτια. Σκέφτεσαι ξανά ότι απαγορεύονται τα μπαλόνια κι ο πόνος δυναμώνει….
Εβίτα Π.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Έχω κι ένα χρυσό δόντι, να πάω στον Βόλο;

Ξεκίνησα να γράψω κάτι, και έπεσα πάνω εδώ...

... μετά, εκείνο που είχα γράψει, αρνιόταν πεισματικά να βγει "στον αέρα".
Ανανδιπλώθηκε και ενσωματώθηκε σε κάτι άλλο που ίσως βγει άλλη στιγμή

Τι να σχολιάσω, από που να το αρχίσω και που να το πάω;

Καλύτερα σιωπή...

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Υπάρχουν και καλές ειδήσεις

Έχω γράψει για το βιβλίο. Έχει γράψει κι ο Σπύρος για το προηγούμενο του ίδιου συγγραφέα. Κατά τα άλλα, ο συγγραφέας έμεινε (αδίκως) στην αφάνεια. Όπως τόσοι και τόσοι άλλοι (αδίκως) σε αυτό τον τόπο. Η (δίκαιη) βράβευσή του αποτελεί μια έξωθεν δικαίωση. Ως προς την εδώ αναγνώριση, κρατώ επιφυλάξεις. Ο τόπος αυτός κατασπαράζει τα καλύτερα παιδιά του.


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
01-03-2011

ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΡΑΒΕΥΣΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΜΑΝΩΛΙΟΥ ΜΕ ΤΟ AEON AWARD 2010


Η Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας, με ιδιαίτερη ικανοποίηση, πληροφορήθηκε χθες από τον επίσημο διαδικτυακό τόπο του 5ου Ετήσιου Διεθνούς Διαγωνισμού Διηγημάτων Φανταστικής Λογοτεχνίας την κατάκτηση του πρώτου βραβείου ΑΕΟΝ AWARD 2010 από τον συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας -και μέλος της ΑΛΕΦ- Μιχάλη Μανωλιό με το διήγημά του «Αίθρα». Το βραβείο συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 1000 ευρώ και δημοσίευση της αγγλικής μετάφρασης του διηγήματος (που έκανε η Θάλεια Μπίστικα) στο ιρλανδικό περιοδικό Albedo One.

Με την ευκαιρία αυτή, η ΑΛΕΦ αισθάνεται την ανάγκη να επισημάνει πως, αν και δεν είναι η πρώτη φορά που ένα ελληνικό διήγημα της Λογοτεχνίας του Φανταστικού εμφανίζεται στο εξωτερικό, μεταφρασμένο σε κάποια διεθνή ανθολογία ή ένα διεθνές φεστιβάλ, η βράβευση του διηγήματος «Αίθρα» αποτελεί σαφώς ένα ποιοτικό άλμα στην ελληνική εκπροσώπηση του είδους για τους παρακάτω λόγους:

Α) Είναι η πρώτη φορά που ένα διεθνές βραβείο εγνωσμένου κύρους απονέμεται σε ένα διήγημα που γράφτηκε στα ελληνικά, πρωτοδημοσιεύτηκε σε ελληνικό περιοδικό (και συγκεκριμένα στο περιοδικό Κόμικς & Επιστημονικής Φαντασίας "9", τεύχος #64, 5 Σεπτεμβρίου 2001) και περιλαμβάνεται σε μια ελληνική συλλογή διηγημάτων («…και το Τέρας», Τρίτων, 2009).

Β) Η κριτική επιτροπή, που αποτελείται από πρόσωπα σεβαστά στον χώρο της λογοτεχνίας του Φανταστικού (Ίαν Γουώτσον, Ανν ΜακΚάφρεϋ, Μάικ Ρέσνικ και Σαμ Μίλαρ), βράβευσε επίσης για πρώτη φορά στην πεντάχρονη ιστορία του διαγωνισμού – και μάλιστα με το πρώτο βραβείο – διήγημα μη αγγλόφωνου συγγραφέα, τοποθετώντας στην δεύτερη και τρίτη θέση έναν Αμερικανό και έναν Ιρλανδό συγγραφέα που φυσικά έγραφαν στη μητρική τους γλώσσα.

Γ) Επιπλέον, στον διαδικτυακό τόπο του AEON AWARD αναφέρεται:
Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι η νικητήρια ιστορία είναι μια μετάφραση από τα ελληνικά. Συχνά μεταφράζονται λογοτεχνικά έργα από τα αγγλικά σε άλλες γλώσσες, αλλά πολύ λιγότερα έργα μεταφράζονται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ελπίζουμε ότι η νίκη μιας μεταφρασμένης ιστορίας στο Aeon Award θα συνεισφέρει στο να δείξει στον αγγλόφωνο κόσμο τι χάνει σε εξαιρετικής ποιότητας λογοτεχνία η οποία πολύ συχνά δεν μεταφράζεται.

Για όλα τα παραπάνω, η Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας που, από το 1998 που ιδρύθηκε, σταθερά υποστηρίζει την διάδοση της ε.φ. στην Ελλάδα και έμπρακτα προωθεί την ελληνική δημιουργία του είδους, έχει πραγματικά κάθε λόγο να αισθάνεται δικαιωμένη.

Το Δ.Σ της ΑΛΕΦ

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Ψήφισμα Συμπαράστασης

(Θερμή παράκληση: προωθήστε το)
ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
ΣΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ – ΑΠΕΡΓΟΥΣ ΠΕΙΝΑΣ

Από τις 25 Ιανουαρίου τριακόσιοι μετανάστες, που ζουν και εργάζονται για χρόνια στη χώρα μας, θύματα οικονομικής εκμετάλλευσης και κοινωνικού αποκλεισμού, ξεκίνησαν απεργία πείνας, διεκδικώντας το δικαίωμα σε μια ανθρώπινη ζωή. Αγωνίζονται με το μόνο όπλο που τους έχει απομείνει, με το ίδιο τους το σώμα, για τη νομιμοποίησή τους.
Την εποχή αυτή της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης, οι τριακόσιοι δείχνουν με τη στάση τους ότι υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι έτοιμοι να θυσιάσουν και τη ζωή τους ακόμη για ηθικές αξίες.
Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στο συγκλονιστικό τους αγώνα.
Καλούμε την Κυβέρνηση να εγκαταλείψει την αναλγησία και την αδιαλλαξία της και να δώσει άμεση λύση στα προβλήματά τους, προτού να είναι πολύ αργά.
Η κατάσταση της υγείας των απεργών πείνας είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Ήδη πάνω από πενήντα έχουν μεταφερθεί στα νοσοκομεία με σοβαρές επιπλοκές, που οι γιατροί προειδοποιούν ότι είναι μη αναστρέψιμες. Η ζωή τους πλέον κρέμεται από μια κλωστή.
Η ανθρώπινη ζωή είναι μέγεθος μη συμψηφίσιμο με κανέναν επικοινωνιακό, πολιτικό ή νομικό υπολογισμό. Ο θάνατος του πρώτου μετανάστη, ο οποίος κάθε στιγμή που περνάει γίνεται όλο και πιο πιθανός, θα είναι μια κηλίδα ανεξίτηλη για την ελληνική κοινωνία, για όλους μας.

Ονοματεπώνυμο Ιδιότητα Υπογραφή

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Δε σίγησαν όλοι

Να λοιπόν, που σε πείσμα της συνωμοσίας της σιωπής, κάποιοι επιμένουν να σκέφτονται και να μιλάνε. Εδώ.

Ξανά για τη βιβλιοθήκη

Έχει ένα μήνα τώρα, που καταχωρίζω ηλεκτρονικά τα βιβλία της σχολικής βιβλιοθήκης και την άλλη μέρα τα βρίσκω σβησμένα. Ας όψονται οι ερασιτεχνισμοί μου...
Αλλά ακόμη κι έτσι μου αρέσει. Είναι ένας τρόπος να αποδώσω τιμή στον κόσμο του βιβλίου, να βουτήξω στη σιωπή του, να μυηθώ στην κουλτούρα της εγκατάλειψής του.
Έρχονται πού και πού οι πιτσιρικάδες, δανείζονται από κανένα. Κι όμως, είναι έξω από τα πρωτεύοντα ενδιαφέροντα και τις κατασκευασμένες ανάγκες τους. Έτσι τους θέλουμε, έτσι τους κάναμε, έτσι είναι.
Στο μεταξύ εγώ εγγράφω και σβήνω τα βιβλία. Κάτι σαν ιδιότυπο μνημόσυνο.
Πώς το είπε ο άλλος; Σε είκοσι χρόνια όσοι διαβάζουν λογοτεχνία, δε θα ξεπερνούν όσους σήμερα διαβάζουν ποίηση της ρωμαϊκής εποχής...