Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Σαν να μην πέρασε μια μέρα...

(... κι ας έχουν περάσει εξήντα εννιά ολόκληρα χρόνια από τη σύνταξή του...)


[…] Οι ξένοι καταχτητές και οι ντόπιοι αιματορουφηχτάδες ένα σκοπό έχουνε: να μας λυγίσουνε τις ψυχές κάτω από τα χτυπήματα της συμφοράς, να σπάσουνε τα ζωτικά νεύρα της ζωής μας, να τσακίσουνε την ψυχική μας αντίσταση, να ας κάνουνε να δεχτούμε τη μαύρη μοίρα, να μας ρίξουνε στην απελπισία και στη μοιρολατρία.
Μα ο λαός αυτός με την τρισχιλιόχρονη ιστορία, που πέρασε μέσα σε τόσες συμφορές χωρίς να χάσει ποτέ την ελπίδα και τη δύναμη της άρνησης απέναντι σε κάθε καταχτητή, δε θα λυγίσει και τώρα και δε θα απελπιστεί. Και τώρα ολόψυχα ενωμένος θα ριζώσει στο χώμα το ελληνικό και στην ιστορία την ελληνική και με ατσαλωμένη την ψυχή θα αντιτάξει στους τυράννους το «όχι», το «όχι» το οριστικό και αμετάκλητο. Και αυτό πραγματικά κάνει.
Δεν τον ελύγισεν η συμφορά και η παραζάλη, και τώρα συγκεντρώνει τις δυνάμεις του για να το πει το «όχι» αυτό το μεγαλόφωνο και να το στηρίξει με όλα τα κορμιά και όλες τις αδάμαστες ψυχές. Αληθινά ο φριχτότερος εχθρός μας τούτη τη στιγμή θα ήταν η παθητική αποδοχή της μοίρας μας, θα ήταν η αποκαρδίωση, η απελπισία και η μοιρολατρία […].
Κάθε συμβιβασμός, κάθε αποδοχή του μοιραίου είναι προδοσία. Ο λαός που τσακίζεται από την υπέρτερη βία για μια στιγμή, δεν είναι ακόμα σκλάβος. Σκλάβος γίνεται από τη στιγμή που ψυχικά δέχεται τη σκλαβιά. Κι αυτό κοιτάζουνε να πετύχουν οι εχθροί μας με τη φωνή των προδοτών. Και η άλλη μορφή της μοιρολατρίας είναι το ίδιο ολέθρια όταν λέει: «Ας σταυρώσουμε τα χέρια κι ας περιμένουμε να μας ελευθερώσουν άλλοι!». Γιατί και τούτη η μορφή της μοιρολατρίας είναι αποδοχή της σκλαβιάς. Όποιος δέχεται να του χαρίσουν άλλοι τη λευτεριά του, αυτός ομολογεί κιόλας πως είναι σκλάβος και το πολύ-πολύ πρόκειται να αλλάξει αφέντη. Όχι! Κανένα είδος συμβιβασμού, κανένα είδος μοιρολατρίας δεν αποδέχεται ο λαός ο ελληνικός. Και το έδειξε κιόλας και το δείχνει με τη διαγωγή του …
Όχι! Δεν υπάρχει συμβιβασμός και μοιρολατρική αποδοχή της σκλαβιάς. Ένας και μόνος δρόμος ανοίγεται μπροστά μας. Ο δρόμος της ενεργητικής αντίστασης, ο δρόμος του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Αντίσταση ενεργητική. Παλλαϊκός αγώνας για την κατάχτηση την οριστική και την κατοχύρωση την οριστική της λευτεριάς. Αυτή είναι η ηρωική διάθεση του ελληνικού λαού μέσα στην αγωνία του. Η αγωνία του ελληνικού λαού, είναι η αγωνία λαού που θέλει να ζήσει και θα ζήσει. Που θα παλέψει όλος μαζί ενωμένος, που θα παλέψει και θα νικήσει […].

Δημήτρης Γληνός, «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», Εκλεκτές Σελίδες, εκδ. Επικαιρότητα,
τόμ. 4, σελ. 154-155

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Χαμήλωσε και λίγο να σου πω...




Ξέρω ένα μυαλό που είναι γυρισμένο το μέσα έξω

Περπατά στην Αθήνα, ανάμεσα σε σκοτεινές ταράτσες και λασπωμένα άρβυλα

Έχει πάρει στο κατόπι την σκιά του και την πηγαίνει κλωτσοπατινάδα

Αυτή του πιάνει το χέρι, τον χαϊδεύει και τον πάει βόλτες

Γκάζι, Μοναστηράκι, Θησείο, Εξάρχεια, Λυκαβηττό

Μπορεί και να μην πηγαίνει και πουθενά, δεν ξέρω, ούτε κι αυτός ξέρει.

Την αφήνει μόνη της την σκιά κι ας τον πάει όπου θέλει.

Πάλι σε αυτόν θα γυρίσει έτσι κι αλλιώς.


Κρατάει ένα κοπίδι στα χέρια, το βουτάει στα αυλάκια του μυαλού του

το στριφογυρίζει στις ψυχοραφές του και ράβει, κόβει, μοντάρει,

φλουτάρει, αποδομεί και εξαϋλώνει ψυχοδράμια σε πίξελς

Βλέπει το μικρό και στο κολάει στην μούρη τεράστιο

και θα 'θελες να ήσουν εκεί όταν συνέβει

Προσφέρει σε όλους κομμάτια της σάρκας του και μένω αποσβολωμένος να κοιτάω


Θα τα πούμε φιλαράκι, στο έχω ήδη πει


Δεν υπάρχει βιάση, ο Χρόνος είναι ρουφιάνος και τον έχουμε χεσμένο

Μας αρκεί που οι σκιές μας κατάφεραν να κρύψουν λίγο ήλιο

Όλα όμορφα φιλαράκι, ή που θα χάσουμε ή που θα χαθούμε, τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Μιας σκιάς δρόμος είναι τα Φώτα και η Γιορτή κι οι δρασκελιές μας γρήγορες όταν θέλουμε ε;


Χαμήλωσε και λίγο να σου πω:

Χρόνια δημιουργικά σου εύχομαι ρε, να βρεις αυτό που θέλεις και να δημιουργείς πάντα Κάτι από το Τίποτα

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Στιγμιότυπα

Βγαίνω βιαστικός από το σούπερ μάρκετ και μπαίνω στο αυτοκίνητο. Έχω πάλι τα νεύρα μου. Δεκάξι μέρες ατσίγαρος κι η Ζωή να μουρτσοκλαίει που δεν της πήρα το ένα και το άλλο. Ανάβω τη μηχανή και πατάω γκάζι. Το αυτοκίνητο βγάζει μουγκρίζοντας όλο το θυμό μου. Τουλάχιστον, αυτό δεν έπαψε να καπνίζει…

Στρέφω το κεφάλι αριστερά και μόλις που τον βλέπω. Είναι πάνω από έναν κάδο απορριμμάτων με το χέρι χωμένο μέσα. Δε χρειάζεται πολύ για να καταλάβω. Συλλαμβάνω το ένοχο βλέμμα του και μια απέλπιδα προσποίηση για να υποδυθεί ότι κάτι αφήνει μέσα. Γαμώ τον μπελά μου, λέω και γκαζώνω…

Φτάνω στο σπίτι των γονιών μου, για να πάρω την Υρώ. Ως συνήθως η Υρώ κάπου κρύβεται, δήθεν πως δεν είναι εκεί. Που σημαίνει ότι πρέπει να γυρίσω πάνω κάτω, μέσα έξω τρία δωμάτια κι όροφο, ενόσω οι γονείς μου σιγοντάρουν «Πού είναι η Υρώ; Δεν είναι εδώ η Υρώ. Έφυγε η Υρώ». Τελικά, τη βρίσκω πίσω από ένα κομοδίνο. Νιώθω μια ακατανίκητη παρόρμηση να την κοπανήσω στα πισινά, αλλά με εμποδίζουν οι αριστερές ενοχές μου. Την παίρνω αγκαλιά και βγαίνω έξω.

Έξω είναι μαζεμένος κόσμος. Μια κατάξανθη με την κουστωδία της. Μπαίνω αμέσως στο νόημα. Κάποιους άλλωστε τους ξέρω. Υποψήφια του Ψωμιάδη (Θου, Κύριε!) για τις περιφερειακές, συνοδευμένη από την οικονομική εξουσία της περιοχής με τους παρατρεχάμενους της. Κάτι λαμόγια του κερατά, που… , που… , που εν πάση περιπτώσει σε αναγκάζουν να συμφωνήσεις ότι στην περίπτωσή τους μπορεί και να είχε δίκιο ο Πάγκαλος, ακόμη κι αν μιλούσε για τους ομοοϊδεάτες του. Βλέπω τα στιλιζαρισμένα χαμόγελα, την αυτοπεποίθηση που αποπνέει η σιγουριά της νίκης και έρχεται στο μυαλό μου το πληγωμένο βλέμμα του πεινασμένου.

Θέλω να ουρλιάξω. Βάζω τα παιδιά στο αυτοκίνητο και επιστρέφω στο σπίτι. Ευτυχώς υπάρχει και το blog για να πω τον πόνο μου. Κλείνομαι στο γραφείο και κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή. Από δίπλα οι μικρές έχουν ξεδώσει. Ακούνε το cd της Πάτυ από το 7μέρες TV (Θου, Κύριε) που τις αγόρασα μόλις και χοροπηδάνε.

Και λέω από μέσα μου, δεν μπορεί, βαλτοί είναι όλοι τους. Γιατί όπως πάει, με βλέπω να ξαναρχίζω το τσιγάρο, προτού καν το κόψω καλά-καλά...

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

Ιστορίες συνόρων



Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα σύνορα, που τα θεωρούσα καλά φυλαγμένα και δεν περνούσε απ’ το μυαλό των ανθρώπων να τα διαβούν ούτε για πλάκα…, σήμερα οι απελπισμένοι όλου του κόσμου, έχουν πάψει από καιρό να φοβούνται τα φυλαγμένα σύνορα και τα περνούν με τίμημα της ζωής τους… Σε κρατητήριο του Έβρου, δυο μετανάστες από το Ιράν όμως έραψαν τα χείλη τους με τα κορδόνια των παπουτσιών τους για να μην επιστρέψουν στη χώρα τους… και δεν δέχονται ιατρική βοήθεια… Αυτό είναι πάνω από απόγνωση κι απελπισία!!!

Ευσταθία Ματζαρίδου

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Η Ήττα της Γαλέτας



Έρχονται κάτι παράξενες στιγμές που αναρωτιέται κανείς, αν τελικά, το βίωμα της προσωπικής μοναξιάς αποτελεί έκφραση (συνειδητή-ασυνείδητη) ενός «καθάριου» προσωπικού εγωισμού, ή είναι γέννημα και παραβολική απεικόνιση ενός «συλλογικού εγωισμού».


Είπα λοιπόν να το παλέψω λίγο.


Είναι γνωστό πως ο αυτοκαθορισμός και η καλλιέργεια της αυτοσυνείδησης (έννοιες που από μόνες τους είναι «τεράστιες» σε περιεχόμενο), απαιτούν μια διαρκή και σε βάθος αυτό-εξερεύνηση του ατομικού σε συνεχή συνάρτηση και αλληλεπίδραση, με ίδιας διάρκειας και βάθους έρευνα του συλλογικού.


Μάλιστα, τόσο η διαδικασία αυτή καθ΄αυτή, όσο και οι σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών «πόλων», θα πρέπει να είναι «δυναμική» και «εν κινήσει», αφού δεν μπορεί να αγνοηθούν τα νέα δεδομένα που εκδηλώνουν την φύση τους ως ερεθίσματα μετά την έναρξη αυτής της δίμορφης εξερεύνησης.


Με αυτές τις παραδοχές λοιπόν, φτάνουμε να μιλάμε και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε μια τιτάνιου εύρους προσπάθεια χαρτογράφησης τόσο των αιτών που δημιουργούν και δίνουν μορφή – την οποιαδήποτε μορφή- στα ερεθίσματα, αλλά επιπρόσθετα και της κατανόησης των διαδικασιών που θα δομηθούν και ενεργοποιηθούν αφενός, αλλά και των εξελικτικών καταστάσεων που θα πυροδοτήσουν αφετέρου, τόσο σε επίπεδο «εσωτερικό» (ατομική στάση εξαιτίας τους αλλά και απέναντι σε αυτά τα ερεθίσματα), όσο και σε επίπεδο «εξωτερικό» (η συλλογική «μετάφραση» των ίδιων ερεθισμάτων και της αντίστοιχης συλλογικής στάσης απέναντί τους).


Είναι ξεκάθαρο λοιπόν πως, μια τέτοια δυναμική διαδικασία- με την έννοια της συνεχούς ροής- απαιτεί τεράστια (μη «ανθρώπινα») ποσά ενέργειας και μια διαρκή εγρήγορση από μεριάς του ατόμου, αφού τα ερεθίσματα είτε διαδέχονται το ένα το άλλο (σε ρυθμούς που εξαρτώνται από το περιβάλλον που ζει το άτομο, την αντιληπτική του ικανότητα, τα προσωπικά φίλτρα, τους ρόλους του κ.ά.), είτε ακόμη εκδηλώνονται ταυτόχρονα και μαζικά.


Κάτι τέτοιο, λογικά σημαίνει πως οι νοητικές λειτουργίες του ατόμου θα πρέπει να είναι σε 24ωρη συνειδητή λειτουργία και αφού αυτό δεν μπορεί να γίνει, αναλαμβάνει τότε το υποσυνείδητο να «στοκάρει» μεγάλος μέρος των δεδομένων που καταφθάνουν με συνεχή ροή.


Εξυπακούεται βέβαια πως η οπτική αυτή έχει νόημα όταν προσπαθούμε να αναλύσουμε και να εξηγήσουμε αυτούς τους μηχανισμούς και τα αποτελέσματά τους, μέσα από μια «υλιστική» θεώρηση των πραγμάτων, γιατί αν μεταπηδήσουμε στην σφαίρα της μεταφυσικής, τότε πάμε σε άλλα πεδία που αδυνατώ να λειτουργήσω. (Έτσι όπως πάνε τα πράγματα όμως, ίσως και να πρέπει να αρχίσω να εξασκούμαι…)


Εδώ, ίσως και να μπορούσε κανείς να εντοπίσει την πιθανή «εξήγηση», το γενεσιουργό αίτιο, το Big Bang της Αίσθησης Ήττας του Προσωπικού στο ατομικό ασυνείδητο αλλά και κατ΄επέκταση και σε επιμέρους αντίστοιχα χαρακτηριστικά που μπορούν να προσδοθούν στο συλλογικό.


Στην ουσία δηλαδή, αναφέρομαι στον προβληματισμό που έχουμε συζητήσει με τον Πάνο και που το κεντρικό της ερώτημα το έχει γράψει εδώ.


Μια τέτοια προσέγγιση λοιπόν, μπορεί να οδηγήσει στην παραδοχή πως ο σύγχρονος σκεπτόμενος πολίτης (τουλάχιστον στην Ελλάδα), μπαίνει στο στάδιο του κοινωνικού αγώνα με ένα συγκριτικό μειονέκτημα· εκείνο της αίσθησης της Ήττας ή του Ανώφελου, που μάλιστα είναι γραμμένο απ’ ευθείας στο DNA της Σκέψης του, ως κάποιου είδους de jure «λειτουργικής αδυναμίας»


Πρόκειται όμως για μια ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ.


Ψευδαίσθηση όμως που είναι τόσο ισχυρή που αφενός βιώνεται ως «αληθινή» και «νομοτελειακή», αφετέρου αφήνει ανοιχτά παράθυρα στο υποσυνείδητο για την εκτροφή και υπόθαλψη (έστω και σε χειμερία νάρκη) ιδιαίτερα επικίνδυνων ιογενών σπόρων που μπορούν να αποπροσανατολίσουν το άτομο και να εκτρέψουν αντίληψη και σκέψη σε συνειρμικές υιοθετήσεις ετερο-απόψεων σχετικών με την λειτουργία της κοινωνίας αλλά και της ίδιας της δομής της, των στόχων της, της ίδιας της ύπαρξής της, του «σκοπού» και της «ουσίας» της γενικότερα.

(αναφέρομαι στα σχετικά με φυλετικές καθαρότητες, στο δίκιο του ισχυρότερου, στην λογική των παράπλευρων απωλειών, στο «φταίμε όλοι», στο «μαζί τα φάγαμε» κλπ)


Τέτοιες έντεχνα καλλιεργούμενες ψευδαισθήσεις αλλά κυρίως η «αμαχητί» παράδοσή μας σε αυτές και τους φορείς της, διαμορφώνουν το παιγνίδι με τέτοιον τρόπο, που είναι ΑΚΡΙΒΩΣ ο επιθυμητός και επιδιωκόμενος από εκείνους που έχουν ως απώτερο σκοπό την χειραγώγηση συνειδήσεων και σκέψης και την εκμετάλλευση προς ίδιον όφελος των σχέσεων ιεραρχίας και κυριαρχίας

Όσο μάλιστα πιο αστικό είναι το περιβάλλον που δραστηριοποιείται ένα άτομο, σε τόσο πρακτικά και πραγματικά μεγαλύτερο αριθμό προσλαμβανόμενων ερεθισμάτων βρίσκεται το άτομο εκτεθειμένο και τόσο περισσότερο έντονη είναι αυτή η «πίεση» για αποδοχή των ανάλογων ψευδαισθήσεων, η οποία πίεση έχει και αυτή τους λόγους και τις αιτίες που βιώνεται ως τέτοιου μεγέθους, όπως για παράδειγμα η σχέση αυτής της πίεσης με τους ρόλους που καλούνται τα άτομα να επιτελέσουν στην καθημερινότητά τους (είτε ακούσια είτε εκούσια), την δυναμική των ρόλων αυτών και την θέση τους στο πλέγμα της κατανομής εξουσίας, την ιδιαίτερη «μέριμνα» που δείχνει η εξουσία για την χειραγώγηση των μαζών και των ατομικών παρεκκλίσεων (ειδικά εκεί που συνωστίζονται περισσότερο, στις πόλεις δηλαδή) και με χίλια δύο άλλα αντίστοιχα στοιχεία που έχουν καταγραφεί ενδελεχώς και που άλλοι κατέχουν καλύτερα από εμένα.

Η διαβίωση λοιπόν σε μια τέτοια αστική ή αστικοποιημένη καθημερινότητα, υπό την έντεχνη καθοδήγηση εκείνων που μπορούν να την επηρεάσουν και να την «διαμορφώσουν», πιέζει σε επίπεδο συνειδητότητας με απίστευτες δυνάμεις, πασχίζοντας και δυστυχώς καταφέρνοντας να επιφέρει την υιοθέτηση μιας λογικής «επιβίωσης».


Ταυτόχρονα, γίνεται διαρκώς δυσκολότερος ο εντοπισμός και η αποκάλυψη όλων των αντίστοιχων προσπαθειών έξωθεν κακόβουλης επέμβασης, τόσο στους μηχανισμούς της συνειδητότητας όσο και σε εκείνους του ασυνείδητου.


Αυτό τελικά για να οδηγήσει στην υιοθέτηση στάσεων ζωής, τρόπων σκέψης και γενικότερα για να δημιουργήσει το προσωπικό και κοινωνικό προφίλ του ατόμου, περνάει μέσα από ένα πολυποίκιλο, πολύπλοκο και πολύμορφο φιλτράρισμα των ερεθισμάτων (πραγματικών ή που γίνονται αντιληπτά ως τέτοια), αλλά ακόμη και των μηχανισμών άμυνας, που είναι οι μηχανισμοί αποκωδικοποίησής τους.


Από μια άποψη λοιπόν, το φιλτράρισμα αυτό γίνεται αντιληπτό με την μορφή των «εκπτώσεων» των (αρχικών) προσωπικών «θέλω» και την (μερική έστω) ενσωμάτωσή τους στο χωνευτήρι του συλλογικού «προσφέρεται».

Βέβαια, θα μπορούσε εδώ κανείς να αντιτείνει πως αυτή είναι και η ουσία της ανθρώπινης συνύπαρξης και ο θεμελιώδης λίθος της δημιουργίας των ανθρώπινων κοινωνιών και τι θες να μας πεις τώρα, αν δεν γουσταρεις πάρε τα βουνα και μην μας σκοτίζεις.


Όμως, δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητη και χωρίς να αξιολογηθεί, η διαρκώς διογκούμενη οικονομίστικη λογική της κοινωνικής δραστηριοποίησης, με την έννοια πως τόσο η ίδια η αίσθηση του πολίτη για τον κοινωνικό του ρόλο, όσο και η αξία που του αποδίδεται από τους θεματοφύλακες και εγγυητές της λειτουργικότητας της ίδιας της κοινωνίας, τείνει να έχει όλο και περισσότερο ξεκάθαρα και ξεδιάντροπα σχέση με οικονομικά δεδομένα, σχέση απόδοσης και κόστους, παραγωγικότητας και κερδών, απολαβών και ικανότητας κατανάλωσης, παρά με τις παλαιάς κοπής ιδεολογικές – ιδεαλιστικές φόρμες και τις αντίστοιχες σχέσεις, στάσεις και επιλογές του ατόμου και της κοινωνίας γενικότερα

Γίνεται ιδιαίτερα σοβαρή προσπάθεια για να μαθαίνουμε να επιθυμούμε μόνο ότι ρεαλιστικά μας συμφέρει σε προσωπικό επίπεδο και ότι διασφαλίζει την οικονομική μας αυτάρκεια, επιδιώκοντας ταυτόχρονα να μας μάθουν πως να δεχόμαστε αγόγγυστα και ως «φυσικό» μερίδιο ευθύνης την ίδια μας την ύπαρξη ως εμπόδιο για την κρίση της κερδοφορίας τους.


Σε αυτό το ισοπεδωτικό μοτίβο διαμορφώνεται πλέον η λειτουργία της κοινωνίας, δίνοντας άπλετο χώρο σε εκείνους που έχουν συμφέρον από την χειραγώγησή της, να κάνουν «πάρτι» πάνω στα αισθήματα σύγχυσης και στα αδρανοποιημένα κοινωνικά αντανακλαστικά.


Πρωταρχικός σκοπός είναι πια η επιβίωση και δεν μένει πλέον χρόνος και αντοχές για επαναπροσδιορισμό του συλλογικού και της δυναμικής του.


Λυπηρό μεν, πραγματικότητα δε.


Μπορούμε λοιπόν να μιλάμε πλέον για μια γιγάντωση στην αντίληψη του ατόμου αλλά και της ίδιας της κοινωνίας συνολικά, του ρόλου αλλά και της σημασίας των κοινωνικών «Συμβάσεων» ως μοναδικό μέσο διασφάλισης της κοινωνικής «συνέχειας» , για μια εκβιασμένη βουτιά του ατόμου στην πισίνα ενός ευρύτατου φάσματος διαμορφούμενων και υπαρχόντων σχέσεων μεταξύ του «εκχωρώ» και του «μου παρέχεται – δικαιούμαι»,

Βουτιά που κάθε άλλο παρά δροσιστική είναι, αφού επηρεάζει άμεσα και σε τεράστιο βαθμό και τείνει να καθορίζει ολοκληρωτικά τις προσωπικές διαδρομές όλων μας και του καθένα ξεχωριστά, έχοντας δε και την δύναμη να μας πλασάρει μια ψευδομορφή του νέου κοινωνικού οράματος ως έναολόγραμμα «ομπρέλας με ξαπλώστρα», δουλειά και σύνταξη δηλαδή


Κι όλοι προσπαθούν να πλατσουρίσουν και να κάνουν και καμία «βουτηχτή» στον διπλανό τους, μην πνιγούν οι ίδιοι, μπας και προλάβουν καμιά ομπρέλα οι έρμοι.


(να οι δικές μας «μάχες» Πάνο, να και γιατί ίσως αισθανόμαστε ηττημένοι, αφού εμείς μπάνιο ψιλομάθαμε, κάτι ψιλομπρατσάκια έχουμε, αλλά αδυνατούμε να βοηθήσουμε κι άλλους και μένουμε ανήμποροι να βλέπουμε πνιγμούς γύρω μας)


Όσοι λοιπόν δεν επαναπαύονται και εξακολουθούν την προσπάθεια να περάσουν από «αξονικό τομογράφο» ολόκληρο αυτό το πλαίσιο εννοιών, σχέσεων, αιτιών και αίτιων, φαντάζει ως φυσικό και επόμενο πως θα βιώνουν εντονότερα το αίσθημα της μοναξιάς – ήττας και στα δύο πεδία μάλιστα, το ατομικό αλλά και το συλλογικό.


Οι πολίτες αυτοί λοιπόν, μοιάζουν όλο και περισσότερο σαν τους δρομείς μικρών αποστάσεων που ξεκινούν τον αγώνα τους από τα εσωτερικά κουλουάρ και που για να μπορέσουν να κρατηθούν στις στροφές και να μην πατήσουν στην διαδρομή του διπλανού τους και ακυρωθούν, πρέπει να έχουν πρόσθετη συγκέντρωση και να καταβάλουν μεγαλύτερη προσπάθεια.


Κι όσο μεγαλύτερη η ταχύτητα, τόσο μεγαλύτερη η προσπάθεια.


Και κάποιοι έχουν βαλθεί να τρέχουν μανιασμένα τα πράγματα γύρω μας


Αφ’ενός λοιπόν, οι δρομείς αυτοί (θα τους ονομάσω συν-δρομείς) βρίσκουν τον εαυτό τους να υιοθετεί στον κοινωνικό στίβο συμβάσεις που νοιώθουν ότι τους στραγγαλίζουν (να τα ενοχικά σύνδρομα), αφετέρου δεν μπορούν να γίνουν εύκολα αποδεκτοί από το «συλλογικό», αφού θα πρέπει πρώτα να «αποδείξουν» πως ενστερνίζονται απόλυτα την σύμβαση της αντικειμενικότητας και του «Ορθού Λόγου» της «ομάδας», αλλά τα βιώματά τους (ιδιαίτερα αν είναι και μιας κάποιας έντασης) λειτουργούν ως τροχοπέδη και τους προδίδουν, οπότε και αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη ή με απόρριψη (να η έκφραση του συλλογικού «εγωισμού»).


Στο συγκεκριμένο σημείο, μπαίνει και μια ξεχασμένη ανάμνηση:


Σε βαγόνι του «ηλεκτρικού», κνίτης συμμαθητής προσπαθεί με έπαρση και επαναστατικότητα να «καθυποτάξει» διαλεκτικά την παρέα μου (κι εμένα μαζί), με ωτακουστές άλλους επιβάτες.

Για να τον ξεφορτωθούμε, του λέω πως θα γραφτούμε όλοι στην ΚΝΕ αν μπορέσει να μου καταρρίψει την άποψη πως τελικά, τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό μπορούν ΕΞΙΣΟΥ να διαμορφώνουν πολιτικές στάσεις και συμπεριφορές.

Ακόμη θυμάμαι το βραχυκύκλωμα στο βλέμμα του και τα χαμόγελα μερικών επιβατών.


Εντάξει, αυθόρμητο σοφιστικό τέχνασμα ήταν τότε, την τύφλα μας δεν ξέραμε, αλλά είχε την πλάκα του και γελάγαμε καιρό με αυτό.


Που να φανταστώ τότε ότι, λίγο πολύ, εκείνο το ερώτημα θα επανερχόταν και θα με συντρόφευε 25 χρόνια μετά…


Μόνο που τώρα έχει προστεθεί και ο στοχασμός «περί του τιμήματος»


Αν δηλαδή έρχεται φθηνότερα και αν συμφέρει το tour ως μεμονωμένος ταξιδευτής ή ως «group».

Κρίση μαγκες, όλα πρέπει να τα σκεφτόμαστε πλέον


Και μιλάμε μόνο για ναύλα και ύπνο έτσι;

Γιατί για φαγητό υπολογίστε μοναχά καμιά γαλέτα και πολύ θα είναι…



Να και πως βγήκε και ο τίτλος της ανάρτησης…

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Ένα καθυστερημένο σχόλιο

Για άλλη μια φορά με εξέπληξε ευχάριστα το αγωνιστικό πνεύμα που επέδειξαν τα προεδρεία της ΓΕΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ.
Πήγαν, λέει, και προκήρυξαν απεργία για τις 15 Δεκεμβρίου.
Αλλά μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό. Μην τολμήσετε, για παράδειγμα, να σκεφτείτε ότι το έκαναν για να μην οξύνουν την αναμενόμενη κοινωνική αναστάτωση του Νοεμβρίου ή για να θαμπώσουν την κοινωνική διαμαρτυρία με τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Έχουν, άλλωστε, έναν σχεδιασμό στο μυαλό τους με κύριο γνώμονα την υπεράσπιση των κοινωνικών δικαίων. Να, ακούω ότι σκέφτονται να κλιμακώσουν τις κινητοποιήσεις τους με προκήρυξη νέων απεργιακών κινητοποιήσεων για τις 31 Δεκεμβρίου και για τις 15 Αυγούστου.

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

ΠΟΛΥχρωμία-ΠΟΛΥμορφία-πολυΦΩΝΙΑ

Μ’ αρέσει η πολυχρωμία και η πολυμορφία και η πολυφωνία. Μ’ αρέσουν τα χρώματα, το μαύρο το ανοιχτό, το σκούρο, το στιλπνό μαύρο του έβενου και το κίτρινο, εκείνο το χλωμό, μ’ αρέσουν τα χείλη τα χοντρά, τα κρεμαστά, τα μάτια τα σχιστά και τα ζυγωματικά τα πεταχτά, μ’ αρέσουν οι κώλοι οι ξέχειλοι, και οι τουρλωτοί και οι σφιχτοί, μ’ αρέσουν οι πανύψηλοι, αλλά κι οι κοντοί, οι νάνοι, αυτοί που φτάνουν τους πανύψηλους ως το γόνατο…, μ’ αρέσουν οι κουφοί και οι τυφλοί, μ’ αρέσουν οι παχύσαρκοι και οι ανορεκτικοί, μ’ αρέσουν οι ακρωτηριασμένοι, μ’ αρέσουν οι διαφορετικοί… Μ’ αρέσουν τα σύνορα κι όσοι ζουν πέρα απ’ τα σύνορα και πέρα από σύνορα… Οι διαφορετικοί γύρω μου και μέσα μου, οι διαφορετικοί στους δρόμους και στο μετρό, στην τάξη και στην πολυκατοικία με βαθαίνουν και με εκ-λεπταίνουν, μου αφαιρούν γωνίες και αγκυλώσεις, μου αλλάζουν διαθέσεις και προθέσεις, αίρουν εφησυχασμούς και υπνώσεις και αλλοτριώσεις και προλήψεις και προκαταλήψεις και με οδηγούν και με εξωθούν σε αμβλώσεις όλων των εξαμβλωμάτων της σκέψης, της φαντασίας, της διάθεσης, της πρόθεσης… Σιχαίνομαι την ομοιότητα, την πανομοιότητα, την τάξη, την ευταξία, την ευνομία, γιατί οδηγούν στην ευζωία κι αυτή συνεπάγεται ευκολία στη σκέψη, στην αντίληψη, στην πρόθεση. Αυτές οι προθέσεις!!! Μεγάλωσα υπό το κράτος της ομοιότητας κι όλοι έτειναν στην πανομοιότητα, οι διαφορετικοί ήταν ανεπιθύμητοι ως υπονομευτές της ομοιότητας, της πανομοιότητας του χρώματος, της μορφής, της τάξης, της σειράς, της σκέψης, της συμπεριφοράς. Έτσι επικρατούσε το χρώμα το λευκό, η κανονική μορφή, το μπόι των μετρίων κι η τάξη των κανονικών και οι λευκοί, οι εύμορφοι και οι κανονικοί τελικά καθόριζαν και τη φωνή που μπορούσε να έχει ο καθένας, αν θα είναι δυνατή ή αδύναμη ή ανύπαρκτη… Σήμερα στοιχειώνουν τη μνήμη μου όλες εκείνες οι αδύναμες φωνές που δεν ακούστηκαν ποτέ, που δεν εντάχθηκαν ποτέ και πουθενά, σε οικογένεια, σε σχολείο, σε εκκλησία, σε σύλλογο, που ο νόμος της ομοιότητας τις απέρριψε και τις απέβαλε δια παντός ως υπονομευτές μιας συλλογικότητας ….Κι έκτοτε αναζήτησα επίμονα το διαφορετικό, επέλεξα ένα δρόμο διαφορετικό, έκανα μια ζωή διαφορετική, συναναστράφηκα σχεδόν μόνο διαφορετικούς, η διαφορετικότητα έγινε τρόπος ζωής, μοντέλο αυτοβελτίωσης, μοντέλο αυτοπροστασίας απ’ τους ιούς της κάθε ομοιότητας, η αναζήτηση του διαφορετικού έγινε σκοπός, θρησκεία, αίρεση, περπατώ στο δρόμο και χαμογελώ στους μη κανονικούς, κάθομαι στο μετρό και πιάνω κουβέντα με τους μη κανονικούς, μπαίνω στην τάξη και προτιμώ και πριμοδοτώ τους διαφορετικούς στην όψη, στη συμπεριφορά, στο όνομα κι αυτή η συμπεριφορά μου έχει καταντήσει τόσο προκλητική που δικαίως επισύρω το μένος των κανονικών, που νιώθουν ότι κάνω διακρίσεις εις βάρος τους και θεωρούν τη συμπεριφορά μου ρατσιστική, ότι διακατέχομαι από ένα μίσος για όλους τους κανονικούς, τους εύμορφους, τους υγιείς, τους αρτιμελείς, τους ομοπάτρηδες, τους ομόθρησκους, τους ομογάλακτους, τους ομοιδεάτες, τους ομοεθνείς κι ότι τέλος πάντων κολλάει σ’ αυτό το ομο- και τους κάνεις όλους μια μάζα, έναν πολτό άμορφο, άχρωμο, ανούσιο και κυρίως και προπαντός ά-ψυχο.

Ευσταθία Ματζαρίδου