Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Τα αδιάβαστα βιβλία

Έχω καμιά βδομάδα που παλεύω με τη σχολική βιβλιοθήκη μ' αποκλειστικό και μόνο κίνητρο το μεράκι.
Ήταν κάπως έτσι:



Έγινε κάπως έτσι:



Κι ούτε που άρχισα ακόμα. Μένει η επιμέρους οργάνωση κατά θεματική ενότητα κι η ηλεκτρονική καταχώριση. Σχεδιάζω μαθητική λέσχη ανάγνωσης, αναγνωστήριο και εκδηλώσεις, αν βέβαια δεν υπάρξουν στο μεταξύ τρικλοποδιές…

Είναι απίστευτο το τι μπορεί να βρει κανείς σε μια παρατημένη σχολική βιβλιοθήκη. Από το «Προς τη Νίκη» της γνωστής ελληνοχριστιανικής οργάνωσης και τις «Επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού εναντίον των συμμοριτών» μέχρι κριτικά μελετήματα για τον Καρούζο και τα δοκίμια του Μοντένι.

Στην συντριπτική τους πλειοψηφία αδιάβαστα. Παιδιά που ορφάνεψαν, πουλιά που δεν πετάξανε, γυναίκες που δεν αγαπήθηκαν. Έχουν μια θλίψη, έχουν μια παραίτηση τα άπιαστα βιβλία.

Αλλά τι γυρεύω εγώ ανάμεσά τους;

Όχι, δεν είμαι, τουλάχιστον νομίζω ότι δεν είμαι, κανένας αφελής. Ξέρω ότι στο σχολείο οι βιβλιοθήκες λειτουργούν όπως τα οστεοφυλάκια των μοναστηριών: εκθέματα πνευματικών λειψάνων προς θέαση, προς εκφοβισμό, προς φρονηματισμό.

Αλλά ακόμη κι έτσι, δεν το βάζω κάτω. Ένα άπιαστο, ένα αδιάβαστο βιβλίο είναι για μένα μια πρόκληση. Μια πρόκληση που μπορεί για τους εκλεκτούς, τους πολύ εκλεκτούς μαθητές να οργανώσει μια άμυνα, ίσως και να χαράξει μια προοπτική.


Τσακισμένος απ’ όσα έγραψε ο Βλάχος, άδειος, πολύ άδειος εδώ και καιρό, μπερδεμένος, απορημένος, νευριασμένος, θα βυθιστώ μια τελευταία φορά αύριο στη σκόνη και τη σιωπή των αδιάβαστων βιβλίων της σχολικής βιβλιοθήκης και από μεθαύριο θα αρχίσω να ανακατεύω τη στάχτη του Εμφυλίου, κάπου εκεί στα ’48, μπας και βρω τη σπίθα εκείνη που θα φωτίσει το καινούριο, το νέο λογοτεχνικό λείψανό μου, που άπιαστο κι αδιάβαστο θα στολίζει κάποτε στο μέλλον μια άλλη σχολική βιβλιοθήκη προς θέαση, προς εκφοβισμό, προς παραδειγματισμό.


Καλό σας καλοκαίρι. Καλώς εχόντων των πραγμάτων τα λέμε το Σεπτέμβρη. Σας ευχαριστώ για την παρέα.







Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

… Κι ας καεί κι η γούνα μας …


Προσπαθώ να καταλάβω τι γίνεται।


Αδυνατώ…


Το μυαλό μου έχει κολλήσει।


Ξέρω τις αιτίες, γνωρίζω τους υπαίτιους, κατανοώ τις συνθήκες, ψυχανεμίζομαι το αθέατο background, αλλά τελικά, σε πρακτικό επίπεδο, δεν μου προσφέρει και τίποτα επιπλέον αυτό।


Ούτε καν την «χαρά» της κατανόησης πια।


Περνάω ζόρικα, αλλα οι ηθικοί ενδοιασμοί που έντεχνα μου έχει δημιουργήσει η επιστήμη του «εξουσιάζειν», με έχουν αλλοτριώσει τόσο, όσο είναι αρκετό ώστε να μην μπορώ να παραπονεθώ και πολύ, επειδή άλλοι περνάνε πολύ πιο ζόρικα από μένα.

Στο σπίτι πέφτουν δυο μισθοί - έστω και κουτσουρεμένοι - αλλα κάθε 20 του μήνα αγκομαχάμε να τα βγαλουμε πέρα.

Τσοντάρουν οι συνατξιούχοι γονείς, μιλάμε για καταντια ρε συ, όπως και να το δεις.

Δεν ξοδεύουμε, συνέχεια μέσα είμαστε, τα πιτσιρίκια ούτε στην πλατεία δεν τα πολυβγάζω, μην ζητήσουν και κανενα παγωτό και θα πρέπει να τους πάρω.

Τους το έχω αρνηθεί με διάφορές δικαιολογίες, αλλα δεν μπορώ να το κάνω συνέχεια.

Αυτή η κατάσταση του να προσπαθώ να ισορροπήσω μεταξύ αλήθειας και πραγματικότητας από την μια και του ευαίσθητου ψυχισμού των παιδιών και των αναγκών τους, με πιέζει αφόρητα.

Δεν θέλω να τους λέω ψέμματα, αλλα από την άλλη, πρέπει να μην τους δημιουργήσω αισθήματα ανασφάλειας.

Δύσκολες εποχές να είσαι γονιός।


Έχουμε να πάρουμε ρούχα από πέρισυ τον Αύγουστο, από τις εκπτώσεις.

Μόνο κάτι εκτακτα για τα παιδιά, για τις γιορτές του σχολείου τους.

Ευτυχώς που έχουμε και γνωστούς με λίγο μεγαλύτερα παιδιά που μας προμηθεύουν με όσα δεν τους χωράνε πια και εμείς δίνουμε ότι δεν τους κάνει σε κάτι άλλους γνωστούς που έχουν μικρότερης ηλικίας παιδιά κι έτσι πορευόμαστε

Μπάλωσα τα δυο μου ζευγάρια παπούτσια, μαντάρω και κάλτσες πλέον, τα τζιν μου είναι με μπαλώματα κι αυτά। (τουλάχιστον φαίνονται «μοδάτα»).


Το δάνειο για το σπίτι μας έχει πιάσει από τον λαιμό, από κοντά και οι δόσεις του μεταχειρισμένου αυτοκινήτου που πήραμε πριν από δύο χρόνια.

Θα μου πεις, τι τα ήθελες ρε μαλάκα, αφού δεν έβγαινες;

Ναι, αλλά τότε έβγαινα ρε συ, έκανα τον προγραμματισμό μου, υπολόγιζα στον μισθό μου και της συζύγου, ε, είπαμε να κάνουμε το «βήμα».

Το κάναμε και τώρα το κωλοδάχτυλο μας έχει χτυπήσει ακουστικό πόρο।


Χρωστάω τρία κοινοχρηστα και πάμε για τέταρτο.

Ευτυχώς η πολυκατοικία είναι μικρή, μιλάμε με τον διαχειριστή και κάτι ξέρει.

Τι να μου πει;

Τι να του πω;

Κόψαμε κάτι ασφάλεις ζωής δικές μας και έχουμε κρατήσει με νύχια και με δόντια εκείνες των παιδιών, μπας και τους μείνει κάτι να έχουν।


Τα λεφτά από τα κάλαντά τους τα απαλλοτριώσαμε, καθώς και ένα μικρό χρηματικό βραβείο του μεγάλου από έναν μαθητικό διαγωνισμό.

Δεν το ξέρουν ακόμη, κάποια στιγμή όμως θα τους το πούμε.

Δύσκολα φίλε, ζόρικα।


Και τα χειρότερα έρχονται


Αυτό όμως που με τρελλαίνει, είναι πως δεν νομιμοποιούμαι ηθικά, να κάνω σύγκριση με τα ζόρια οικογενειών που μενουν στο νοίκι και είναι στην ανεργία ή που παίρνουν μισθούς μικρότερους από τους δικούς μας.

Άλλο ψυχολογικό φορτίο αυτό.

Να ξέρεις ότι υπάρχουν άνθρωποι σε χειρότερη μοίρα από εσένα, όχι στην άλλη άκρη του πλανήτη, αλλα δίπλα σου, στο διπλανό χαμόσπιτο, στην απέναντι πολυκατοικία, στην ίδια γειτονιά.

Και δεν είναι είναι μια οικογένεια, δεν είναι δύο, είναι πολλές και αυξάνονται καθημερινά.

Ξεφτιλισμένα προνοητικό το σύστημα, σε κάνει ενοχικό που έχεις ενοχές επιδή δεν περνάς καλά।

Ενοχικοί αστούληδες, ταυτόχρονα απο την μια αρνητές και απο την άλλη στυλοβάτες του σάπιου τούτου κοινωνικού οικοδομήματος

Παράνοια σκέτη


Μια μουγκαμάρα έχει πέσει, κόβεις την απελπισία με το μαχαίρι όπως την ομίχλη στα Άγραφα το Φθινόπωρο.

Δεν ακούω γέλια πια, λιγόστεψαν και τα διερχόμενα αυτοκίνητα, στις 11 το βράδυ δεν κυκλοφορεί ψυχή.

Ακούω για κινήσεις πολιτών, για ανάκαμψη του θεσμού της «γειτονιάς», αλλα εγω δεν βλέπω τίποτα τέτοιο.

Αποκομμένος κι εγκλωβισμένος με εναλλακτική την συμμετοχή σε συλλογικότητες της μιζέριας, "έλα κάτσε παρέα μας να κλάψουμε αντάμα".

Να μου λείπει, προτιμώ το μπαλκόνι μου και να κοιτάζω τα σύννεφα.

Μόνο στις πλατείες υπάρχει κόσμος, αλλα όχι τόσο στα σουβλατζίδικα και στις καφετέριες, όσο κάτω στο γρασίδι και στα παγκάκια, με κανενα αναψυκτικό στο χέρι αγορασμένο από το περίπτερο ή κανενα σουβλάκι.

Η «μαρίδα» παίζει, γελάει, φλερτάρει και είναι οι μόνοι που δίνουν μια νότα ζωής στην γενική κατήφια.

Προβλέπω να μεγαλώνουν γρήγορα αυτό το καλοκαίρι.

Εμείς μάλλον θα γεράσουμε πρόωρα αυτό το φθινόπωρο।


Να ‘πω πως δεν φωνάζαμε για ότι έρχεται;

Να ‘πω πως δεν το βλέπαμε, πως δεν αντιδρούσαμε;

Το κάναμε, το έκανα, όσο μπορούσα δηλαδή κι ίσως ακόμη περισσότερο, ρισκάροντας να φάω το ξύλο της αρκούδας, να με τρέχουνε τώρα στα «γεράματα» που δεν μπορω πια να κανω "τα 100 μέτρα κάτω από 12 δευτερόλεπτα" που με πείραζε κι ο Θανάσης.

Ποιο το όφελος στην τελική;

Πάλι εδώ είμαι με τα αδιέξοδα να μεγαλώνουν και να πιέζουν αφόρητα.

Για ένα φιλότιμο και μια αξιοπρέπεια μονάχα।


Μου την βαράει και το διαδίκτυο πια, εκεί που είχα γραφτεί και έμπαινα και έβριζα κανέναν νάζουλα και κανένα φασισταριό για εκτόνωση, δεν μου πάει τώρα να βρίζω, έχουνε λουφάξει κι αυτοί, όλο και πιο αριστερίστικα αρχίζουν κι αυτοί να την βλέπουν την δουλειά και τι να το κάνω τώρα που δεν είμαι και χαιρέκακος;

Να πάνε να πηδηχτούνε, έχω τα δικά μου σκοτάδια να παλαίψω, δεν έχω ούτε όρεξη, ούτε αντοχές, ούτε τα κουράγια πια να τους κράζω ή να τους δουλεύω.

Είμαι σε φάση που νομίζω πως ότι ήταν να ειπωθεί, ειπώθηκε· τα επιπλέον είναι σαν τον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του.

Γι΄αυτό και δεν γράφω τίποτα αυτή την περίοδο, γι΄αυτό και λείπω.

Γενικώς.

Προτιμότερο και σοφότερο το να μιλάω με τα πιτσιρίκια μου, που αρχίζουν και έχουν κάτι παράξενες ερωτήσεις, από εκείνες που δεν μπορείς να τις απαντήσεις «ελαφρά»

Πρέπει μάλλον να αρχίσω να κρύβω καλύτερα τα βιβλία και τις εφημερίδες που διαβάζω.

Όπως μου είχε πει και ο Κώστας «πρόσεξέ το, γιατί οι καιροί είναι παράξενοι και υπάρχει ανάγκη από στρατιώτες। Από εγκεφάλους έχουμε πήξει…»


Σε λίγες μέρες φεύγουμε.

Είμαστε από τους τυχερούς και προνομιούχους που έχουμε (ακόμη) κάπου να πάμε· και για μπάνια και για βουνό, ας είναι καλά οι ρίζες μας.

Δεν είναι όμως το ίδιο για όλους.

Στο ψιλικατζίδικο, στον μαναβη, στον φούρνο, όλο τα ίδια ακούς, «δεν πάει άλλο», «δεν θα πάμε πουθενά φέτος, δεν βγαίνουμε» και τα βερεσέδια αρχίζουν και αυξάνονται επικίνδυνα.

Δεν έχουμε φτάσει ακόμη σε τέτοιο σημείο, αλλα ο χειμώνας που έρχεται, πολύ φοβάμαι πως έχει άγρια σχέδια για όλους μας।


Δεν ξέρω, τα έχω φτύσει, υπάρχουν μερες που ούτε το κινητό δεν ανοίγω πια, σε ποιόν να απαντήσω και τι να του πω, πάλι θα ανακυκλώνουμε την μιζέρια μας και τον εγκλωβισμένο μικροαστισμό μας, έλεος δηλαδή, καταντήσαμε καρικατούρες του εαυτού μας.

Να δω μονάχα κανα δύο φιλαρακια για έναν καφέ πριν φύγουμε, να πακετάρουμε και να την κάνουμε από εδώ (τουλάχιστον σωματικά), να αλλάξω λίγο παραστάσεις, να τονωθώ λιγάκι, να αλλάξω λίγο τον αέρα μου, να χώσω λίγο την οργή μου στην άμμο και να την ααπελευθερώσω πάνω από τα ελάτια, γιατί αρχίζουν και περνάνε από το μυαλό κάτι εικόνες με ντου σε τράπεζες, με ξηλώματα ΑΤΜ, σαλταρίσματα και άλλα τέτοια καουμπόϋκα…


Κάτω δεν το βάζω όμως, δεν θα τους κάνω και αυτή την χάρη।


Αν το μερίδιο της ολιγωρίας και της «ανοχής» μου άφηνε κάποιους να κοιμούντε ήσυχοι και ασφαλείς τα βράδυα, το ύψος της διαρκώς διογκούμενης λαϊκής οργής και σιχασιάς, αλλάζει πλέον τα δεδομένα.

Κι αυτή την φορά, τα νούμερα και οι δείκτες που τόσο λατρέψανε και υπηρετήσανε, έχουν γυρίσει εναντίον τους

Δεν έχουμε άλλα να δώσουμε ρε, πως θα γίνει, φτάνουν αυτά που μας κλέβατε τόσα χρόνια από όλους μας, χωρίς την συναίνεσή μας (εντάξει, κάποιων από εμάς έστω), σίμωσε καιρός να πάρω πίσω, να πάρουμε πίσω।


Τέρμα τα λόγια μάγκες


Τίποτα δεν είναι δικό σας παλιοχαμούρες, ο ιδρώτας των γονιών μας και ο δικός μας είναι, το δικαίωμα στη ζωή και όχι στην επιβίωση των παιδιών μας είναι.

Αρχίστε να ετοιμάζεστε, έρχονται ενδιαφέρουσες στιγμές


Κι εσείς φιλαράκια, πάρτε όσες ανάσες μπορείτε, γιατί βλέπω σύντομα να έχουμε «Ραντεβού στα γουναράδικα» που έλεγε και ο Άρης·


(κι ας καεί κι η γούνα μας η καμένη)



Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

"Το ταμείον είναι μείον"

Μάτι δεν έκλεισε όλη τη νύχτα. Η γυναίκα του κοιμόταν του καλού καιρού και τα πιτσιρίκια ούτε που ακούγονταν. Ξανά θα κουτουλούσε μέχρι να φτάσει στο σχολείο και ξανά θα τους έλεγε άλλα αντί άλλων στο μάθημα. Αλλά δεν ήταν αυτό που τον απασχολούσε. Το μυαλό του κουρκούτιασε από τους αριθμούς, πράξεις κόντρα πράξεις, συν το ένα, συν το άλλο, συν το τρίτο και να σου το μετά ένα μόνο μείον να φέρνει τα πάνω κάτω. Δέκα φορές τα είχε περάσει μέχρι τώρα, δέκα φορές λειψά τα βρήκε, αλλά και πάλι δεν έχασε εντελώς την ελπίδα του. Ίσως να έγινε κάποιο λάθος στο μέτρημα ή εν ανάγκη θα μπορούσε να ψαλιδίσει ακόμα λίγο τις προβλεπόμενες δαπάνες. Αποφάσισε να τα ξαναπιάσει από την αρχή.
Λοιπόν, από δω ο δικός του ο μισθός και ο μισθός της γυναίκας του συν το νοίκι που εισέπρατταν, από κει οι δόσεις για το σπίτι, για το αυτοκίνητο, για τις πιστωτικές και το καταναλωτικό δάνειο, οι μηνιαίες δαπάνες για τα φροντιστήρια των παιδιών, για τους λογαριασμούς, για τη μετακίνηση και τη διατροφή, συν κι ένα ελάχιστο, αλλά πολύ ελάχιστο τώρα πια, υπόλοιπο για τις περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Έκανε το ένα άθροισμα, βρήκε τόσο, έκανε το άλλο άθροισμα, βρήκε τόσο, αφαίρεσε το δεύτερο από το πρώτο και για ακόμη μια φορά κατέληξε στο ίδιο απογοητευτικό συμπέρασμα: το ταμείον είναι μείον.
Τίποτα βέβαια το καινούριο. Γιατί ήξερε εδώ κι αρκετό καιρό ότι το ταμείον είναι μείον, αλλά έβρισκε πάντα τρόπους για να τα βολεύει.
Είχε μεγάλη ανάγκη; Υπεραναλήψεις από το λογαριασμό.
Ξέμενε από μετρητά; Καινούρια πιστωτική.
Δεν μπορούσε να πληρώσει τις δόσεις; Μεταφορά υπολοίπου από τράπεζα σε τράπεζα.
Τότε όλα αυτά έμοιαζαν τόσο φυσικά και αυτονόητα, που ούτε μια φορά δεν πέρασε από το μυαλό του η υποψία ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι κάπου υπάρχει λάθος. Ίσα ίσα. Κάθε φορά που έβαζε την υπογραφή του στα συμβόλαια των πιστωτικών καρτών, των δανείων και των μπλοκ επιταγών ένιωθε ότι έκανε κάτι πολύ παραπάνω από το να επικυρώνει μια απλή οικονομική συμφωνία. ήταν σαν να συμμετείχε σε μια μυστική τελετουργία που οργάνωνε προς τιμή του η τράπεζα προκειμένου να επαναβεβαιωθεί το ενήλικο δικαίωμά του στον παραμυθένιο κόσμο των παιδικών ονείρων: ορθάνοιχτο μπροστά του το λαχταριστό βάζο με το μέλι, ένα υπάκουο τζίνι έξω από το λυχνάρι, το δικό του «άνοιξε σουσάμι» για τη σπηλιά με τον κρυμμένο θησαυρό.
Κι όμως, κατά έναν περίεργο τρόπο, αυτός ποτέ δεν έχωσε ολόκληρο το χέρι του στο βάζο, ποτέ δεν ταλαιπώρησε το τζίνι του με υπερβολικές απαιτήσεις, ποτέ δε σκέφτηκε να αδειάσει ολόκληρη τη σπηλιά από τους θησαυρούς της.
Ευέλικτος, ναι. Προσαρμόσιμος, ναι. Άπληστος όχι. Λαμόγιο, όχι. Μπορεί να ξεθώριασε λίγο η κόκκινη γραμμή που διαχώριζε στη συνείδησή του την εντιμότητα από την ανεντιμότητα, αλλά πότε δεν επέτρεψε στον εαυτό του να την παραβιάσει. Για παράδειγμα: θα μπορούσε να γράψει το διαμέρισμα της γυναίκας του επικαρπία στην πεθερά του, αλλά δεν το έκανε. θα μπορούσε να αποκρύψει κάποια πρόσθετα εισοδήματα από τη συμμετοχή του σε εκπαιδευτικές επιτροπές, αλλά δεν το έκανε. θα μπορούσε να γεμίσει όλα τα απογεύματά του με ιδιαίτερα μαθήματα, αλλά δεν το έκανε.
Μέσα του συνέχιζαν να αντηχούν κάποιες μακρινές φωνές που του έλεγαν να έχει καθαρό το κούτελο, του υπενθύμιζαν ότι μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει και τον συμβούλευαν να κρατάει μικρό καλάθι, όπου ακούει για πολλά κεράσια, αλλά για κακή του τύχη ολοένα και περισσότερο μπερδεύονταν με την σαγηνευτική φωνή της τραπεζικής υπαλλήλου που τον ενημέρωνε για τη νέα πιστωτική κάρτα που εκδόθηκε στο όνομά του ή για το ποσό που θα μπορούσε να εκταμιευθεί αυθημερόν στο λογαριασμό του υπό μορφή καταναλωτικού δανείου.
Είναι, πράγματι, άξιο απορίας: άραγε, τι συμβαίνει όταν αξίες, όπως η αποταμίευση, η ολιγάρκεια και η νομιμοφροσύνη, αντλημένες από άλλα, προγενέστερα, κοινωνικά πλαίσια αναφοράς ενσωματώνονται στη νεοφιλελεύθερη κοινωνία της οικονομικής φρενίτιδας και της καταναλωτικής βουλιμίας;
Στην περίπτωσή του, πάντως, δε συνέβη τίποτα παραπάνω από μια μικρή υπέρβαση των ορίων: ένα αυτοκίνητο λίγο ακριβότερο, ένα σπίτι λίγο μεγαλύτερο, ένα επίπεδο ζωής λίγο υψηλότερο απ’ ό,τι επέτρεπαν οι οικονομικές αντοχές του. Αλλά λίγο συν λίγο συν λίγο και να που τρία λίγο μπορούν, σύμφωνα με τους νόμους της ελεύθερης αγοράς, να αθροιστούν σε ένα μεγάλο μείον.
Πράγματι, ύστερα από τέσσερις ώρες συνεχών υπολογισμών και έντεκα διαδοχικές διασταυρώσεις δεν είχε πλέον καμία αμφιβολία ότι το ταμείον είναι μείον.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό που τον έτρωγε. Γιατί αν κινδύνευε να του πάρει το αυτοκίνητο η τράπεζα, αν χρωστούσε δύο μήνες στα φροντιστήρια των παιδιών, αν ζοριζόταν ολοένα και περισσότερο να πληρώσει τις δόσεις για το σπίτι, δε θα έπρεπε τουλάχιστον να ξέρει ποιος φταίει για όλα αυτά;
Να παραδεχτεί ότι φταίει ο ίδιος; Δεν έκανε τίποτα παραπάνω απ’ ό,τι έκαναν όλοι οι άλλοι. Να ρίξει την ευθύνη στις τράπεζες; Δε θυμάται να ήρθε ποτέ καμία τραπεζική υπάλληλος για να του βάλει το πιστόλι στον κρόταφο. Να πει ότι φταίνε αυτοί που κυβερνούν τον τόπο; Τόσα χρόνια τους στήριζε με τα λόγια, με τις πράξεις και την ψήφο του.
Ένα σιγανό ροχαλητό ακούστηκε από το διπλανό δωμάτιο σπάζοντας την ησυχία της νύχτας. Η γυναίκα του. Αμέσως μια ιδέα φώτισε το μυαλό του.
Ποιος γυρίζει από το σούπερ μάρκετ με το πορτ παγκάζ γεμάτο; Ποιος σπαταλάει τα χρήματά του σε κομμωτήρια και καλλυντικά; Ποιος ξεχνάει συνέχεια τα φώτα του σπιτιού αναμμένα; Ποιος κακομαθαίνει με καινούρια παιχνίδια και ρούχα τα παιδιά; Ποιος γρατσούνισε τις προάλλες τον προφυλαχτήρα του αυτοκινήτου;
Τα νεύρα του τσατάλια.
Το πρωί πρέπει οπωσδήποτε να της τα πει ένα χεράκι. Νισάφι πια. Δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτό το βιολί μαζί της.
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, "Το Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας"

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Fuckές

Περίεργα πράματα συμβαίνουν με αυτό το όσπριο. Πας κι αγοράζεις, φερ΄ειπείν, μισό κιλό φακές. Επιστρέφεις στο σπιτάκι σου, ανοίγεις την εφημερίδα και μαθαίνεις πως ένα ακόμη φιλέτο του ΟΤΕ πωλείται έναντι πινακίου φακής και πως η κυβέρνηση θέλει να πουλήσει ανάλογα μερίδια του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και της ΕΥΔΑΠ, εισπράττοντας επίσης ένα πινάκιο φακής, και για τις δυο μαζί αυτή τη φορά. Δυο σε ένα δηλαδή, και σαμπουάν και κοντίσιονερ, που λένε και οι διαφημίσεις. Και ευλόγως αναρωτιέσαι: τι στο διάολο έγινε και, τόσες χιλιετίες μετά το ιστορικό πινάκιο της Βίβλου, η φακή παραμένει το κατ’ εξοχήν σκληρό νόμισμα των καιρών;
Τέλος πάντων, σε κόβει η λόρδα οπότε αφήνεις στην άκρη τους προβληματισμούς και κατευθύνεσαι προς την κουζίνα, προκειμένου να βράσεις τις φακές σου. Τις κοιτάς και το μετανιώνεις ανεπιστρεπτί. Διότι, σκέφτεσαι, αν αύριο σου κάτσει ξαφνικά η ευκαιρία να χτυπήσεις καμιά ΔΕΗ ή κανα όμορφο ακινητάκι του δημοσίου, και σου ζητήσουνε φακές σε μετρητά, κι εσύ τις έχεις ήδη καταβροχθίσει τις φακές και σου μένει μόνο το πινάκιο, τι θα κάνεις, ε; Θα χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο, αυτό θα κάνεις. Γιατί κάποιος άλλος μάγκας, που αποθήκευσε έγκαιρα τις δικές του φακές, μπας και σκάσει καμιά καραμπινάτη ευκαιρία, θα τρέξει και θα τα αγοράσει τα κελεπούρια, κι εσύ θα στέκεσαι να τον κοιτάς σαν ηλίθιος. Έτσι δεν το’κανε κι εκείνος ο τύπος ο Τέλεκομ, ο Γερμανός, που μόλις έμαθε ότι μπορεί να αγοράσει τον ΟΤΕ με φακές ήρθε και τον πήρε, και του δώσανε τζάμπα και το μάνατζμεντ, γιατί χεστήκανε απ’ τη χαρά τους που τους χρυσοπλήρωσε;
Κάθεσαι λοιπόν και αναστοάζεσαι, ξανανοίγεις την εφημερίδα, και πέφτεις πάνω στη δήλωση του αρμοδίου υπουργού, που κατά σύμπτωση αναφέρεται στο θέμα που σε βασανίζει. Ο τύπος, λοιπόν, με το μαλλί τιγκαρισμένο στο ζελέ, σου εξηγεί υπομονετικά, ότι αυτοί που γκρινιάζουνε για τις ιδιωτικοποιήσεις των τελευταίων απομειναριών της δημόσιας περιουσίας δεν καταλαβαίνουν την τύφλα τους, γιατί οι φακές που θα εισπραχθούν θα επενδυθούν αποτελεσματικά σε διεθνή οσπριοειδή funds και έτσι η αξία τους θα πολλαπλασιαστεί εντός των προσεχών εξήντα ετών, προς όφελος της χειμαζόμενης εθνικής οικονομίας. Και για να σε πείσει πως έχει δίκιο, σου κατεβάζει αναλυτικά στοιχεία για τη συνεχή άνοδο της τιμής της φακής brend στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Λονδίνου και της φακής fuck-e στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Χονγκ Κονγκ. Ε, τι κάνεις τότε, μου λες; Κρύβεις καλού κακού τις φακές σου κάτω απ’ το πάπλωμα, και τρέχεις να προλάβεις να φας κανα σουβλάκι με πίτα, προτού απογειωθεί και η δική του συναλλαγματική ισοτιμία.

Νίκος Κουνενής, kounenik@yahoo.gr, Δρόμος

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Αλφόνς ή αλλιώς Ξενοφών ή αλλιώς Αντρέας




Κώστας Ακρίβος, Ποιος θυμάται τον Αλφόνς, εκδ. Μεταίχμιο 2010, σελ. 307
Ο Αλφόνς Χοχάουζερ γεννήθηκε στην Αυστρία το 1906. Δεκαέξι μόλις χρόνων παράτησε τον τόπο του κι αφού ταξίδεψε σε αρκετές περιοχές κατέληξε στο Πήλιο. Εκεί έζησε όλη τη ζωή του σε συνθήκες απόλυτου εναρμονισμού με το φυσικό περιβάλλον και αυστηρής δωρικής λιτότητας, κάνοντας άλλοτε το χοιροβοσκό, άλλοτε τον ψαρά και κυρίως τον ξενοδόχο. Οι ξενώνες που με προσωπική εργασία οργάνωσε στο Τρίκερι και στο Κουλούρι αποτελούν πρώιμες μορφές εναλλακτικού τουρισμού και έγιναν γρήγορα γνωστοί ακόμη στους πιο εκλεκτικούς κοσμικούς κύκλους της Ευρώπης.
Η φήμη του ιδιόμορφου αυτού ανθρώπου, που ενέπνευσε λογοτεχνικά έργα και κινηματογραφικές ταινίες, κηλιδώθηκε ως ένα βαθμό από υπόνοιες που κατά καιρούς διατυπώθηκαν και συνεχίζουν να διατυπώνονται για το ρόλο του στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, για την ανάμειξή του σε υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας και για την εμπλοκή του στην περίεργη εξαφάνιση μιας τουρίστριας.
Πέρασαν τριάντα ολόκληρα χρόνια από τον σχεδόν μνημειώδη τρόπο που επέλεξε για να πεθάνει, αλλά ο θρύλος του συντηρείται ακόμη από ιστοσελίδες, δημοσιεύματα και προφορικές αφηγήσεις. Ποιος, τελικά, ήταν ο Αλφόνς Χοχάουζερ ή Αντρέας ή Ξενοφών; Μήπως ο δέκατος τρίτος θεός του αρχαιοελληνικού δωδεκάθεου ή μήπως ένας επικίνδυνος τυχοδιώκτης;
Στο ερώτημα αναλαμβάνει να δώσει απάντηση ο Ακρίβος, συστήνοντας τον ξεχωριστό αυτόν άνθρωπο στο ευρύτερο ελληνικό κοινό. Το βιβλίο του βασισμένο σε πλούσιο υλικό, που είναι καρπός πολύπλευρης, μεθοδικής και πολύχρονης έρευνας, απαντά με πειστικό τρόπο στις κατηγορίες που ακόμη πλανώνται, φωτίζει άγνωστες πτυχές και σκιαγραφεί ολοκληρωμένα την προσωπικότητα του Αλφόνς, χωρίς σε καμία περίπτωση να ενδίδει στην ευκολία της αγιογραφίας ή να υποκύπτει στον πειρασμό της μυθοποίησης.
Όμως το πιο ενδιαφέρον σε αυτό το βιβλίο δεν έχει να κάνει τόσο με τον Αλφόνς όσο με τον ίδιο τον αφηγητή. Ο αφηγητής δε στέκεται έξω από το αφηγηματικό υλικό, όπως συνέβαινε στην παραδοσιακή μυθιστορηματική βιογραφία, ούτε είναι ένα ανυποψίαστο δευτεραγωνιστικό μέλος της, όπως συμβαίνει στη μοντέρνα μυθιστορηματική βιογραφία. Με την επίγνωση ότι είναι ο φορέας της αφήγησης, διατηρεί τη διττή ιδιότητα του υποκειμένου και του αντικειμένου της αφηγηματικής πράξης, και στη συγκεκριμένη μάλιστα περίπτωση κρατά ισότιμο ρόλο με τον ίδιο τον Αλφόνς.
Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται τόσο για μια μυθιστορηματική βιογραφία όσο για ένα συγγραφικό οδοιπορικό στην ίδια τη διαδικασία της συγγραφής. Ο Αλφόνς δίνει την εκκίνηση, δίνει το λόγο, ενίοτε αποτελεί το άλλοθι αυτού του οδοιπορικού, αλλά δεν είναι ο μοναδικός σκοπός του. Βλέπουμε το πώς πυροδοτείται η συγγραφική έμπνευση, ποιες υπόγειες διεργασίες καλλιεργούν το συγγραφικό ενδιαφέρον, κάτω από ποιες συνθήκες αναπτύσσονται οι συγγραφικές εμμονές, ποιες φάσεις διανύει η συγγραφική έρευνα κτλ. κτλ.
Αλλά υπάρχει κάτι ακόμη πιο σημαντικό: όσο προχωρεί η συγγραφική έρευνα για τον Αλφόνς, τόσο βαθαίνει η συγγραφική ενδοσκόπηση του αφηγητή. Μέσα από τη μελέτη του «εσύ»,αυτό που τελικά αποκαλύπτεται είναι πριν απ’ όλα το «εγώ». Μπορεί σε ορισμένα σημεία η αποκάλυψη αυτή να γίνεται με βεβιασμένο τρόπο ή να μοιάζει εξαναγκαστική και προσχεδιασμένη (π.χ. το φλερτ ανάμεσα στον αφηγητή και στη μεταφράστρια), αλλά δεν παύει να συνιστά μια ειλικρινέστατη ομολογία για το λόγο, για το νόημα και τον σκοπό της
συγγραφικής διαδικασίας.
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Μια εφιαλτική εικόνα της μικροαστικής ζωής


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ, Αστοχία υλικού, μυθιστόρημα, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 219

«Απολογητικό υπόμνημα», θα μπορούσε να είναι ο τίτλος αυτού του μυθιστορήματος, αν και η αρχική πρόθεση του συντάκτη του να απολογηθεί στην, κατ’ αρχάς, θεωρούμενη εξαφανισμένη σύζυγο και συνάδελφό του και, μέσω αυτής, στον εαυτό του, ασυναισθήτως μετατρέπεται σε πράξη απολογιστική της ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια ως το παρόν της γραφής. «Απολογητικό υπόμνημα», εξάλλου, είναι και ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου∙ απουσιάζουν, ωστόσο, τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να τον δικαιολογήσουν: η μεταμέλεια για κάποιες από τις πράξεις, τις παραλήψεις και τις συμπεριφορές του γράφοντος και η συνακόλουθη ενοχή∙ η, έστω εκ των υστέρων, οδυνηρή κατανόηση και παραδοχή, αν μη τι άλλο, ενός μέρους των προσωπικών ευθυνών που, από τα όσα ο ίδιος -απολογούμενος- «αφηγείται», φαίνεται να τον βαραίνουν.
Μεγαλωμένος στην επαρχία, ταπεινής καταγωγής, άλλο μέλημα δεν φαίνεται να έχει, πάρεξ την επαγγελματική του εξέλιξη, την κοινωνική του καταξίωση και, πάνω απ’ όλα, την αναγνώριση των ικανοτήτων του από τους άλλους. Δύο γεγονότα που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του ψυχισμού του και του χαρακτήρα του (η έκρηξη του Τσέρνομπιλ που συμβαίνει το 1986, αναταράζοντας την αμεριμνησία των παιδικών του χρόνων και, κυρίως, ο οφειλόμενος σε δική του αμέλεια θάνατος του νεανικού του έρωτα, της συγχωριανής του Μαρίας, η οποία σκοτώθηκε εξ αιτίας της πτώσης, σε χαράδρα, ενός δίκυκλου που αυτός οδηγούσε) δεν φαίνεται να τον προβλημάτισαν και να τον δίδαξαν στο απαιτούμενο και αναμενόμενο βάθος. Από το συμβάν του Τσέρνομπιλ στη μνήμη δεν αχνοφέγγει παρά η σωρευτική προμήθεια ειδών διατροφής, το κλειδαμπάρωμα της οικογένειας στο σπίτι, το ραδιενεργό σύννεφο και η τοξική βροχή, ενώ από τον θάνατο της Μαρίας οι μνήμες είναι σαφώς περισσότερες, εντονότερες, κάποτε τραυματικές και διεκδικητικές, διάσπαρτες σε πολλά σημεία του παρελθόντος και του παρόντος του∙ ο τρόπος, ωστόσο, με τον οποίο τις ανακαλεί, προδίδει και μια προσπάθεια να κρατηθεί σε απόσταση ασφαλείας από ό,τι θα μπορούσε να τον εμπλέξει συναισθηματικά, από ό,τι θα μπορούσε να τον καθηλώσει σε δυσάρεστες καταστάσεις, ανασταλτικές της αναρριχητικής κοι-νωνικής του πορείας.
Γνήσιο τέκνο της εποχής του και χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της γενιάς του∙ της χαμένης γενιάς της μεταπολίτευσης (της γενιάς που -κατά την παραδοχή της περισσότερο υποψιασμένης και κοινωνικά-ιδεολογικά προβληματισμένης, «εξαφανισμένης» γυναίκας του- αποδείχτηκε «πιο προδοτικής απ’ όλες. Που νόμισε αλλά δεν πίστεψε. Αντέδρασε αλλά δεν αγωνίστηκε»), απεχθάνεται τις ιδεολογικές συγχύσεις και περιπλοκές. Εγωκεντρικός, ανασφαλής, ματαιόδοξος, μισαλλόδοξος, πειθήνιος και υποτακτικός στους ανωτέρους του, λάτρης των τύπων και της τάξης, έχοντας συστηματικά απεμπολήσει τις όποιες υγιείς καταβολές του από το επαρχιακό περιβάλλον όπου μεγάλωσε, με μνήμη άκρως επιλεκτική, με αναπτυγμένο στο έπακρο έναν επιβιωτικό μηχανισμό εκλογίκευσης, εθελοτυφλώντας μπροστά σε ό,τι θα μπορούσε να διαταράξει την εφησυχασμένη συνείδησή του και να τον εκτροχιάσει από την ανοδική επαγγελματική του πορεία, εξιδανικεύει τα κακώς κείμενα. Έτσι, η μνήμη του Τσέρνομπιλ παρακάμπτεται και δεν στέκεται εμπόδιο στη φιλοδοξία του να αναρριχηθεί σε μια από τις υψηλότερες ιεραρχικά θέσεις της εταιρείας στην οποία εργάζεται∙ μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας, με αντικείμενο τη γενετική μηχανική και, πιο συγκεκριμένα, την εκμετάλλευση των βιογενετικών εξελίξεων και την παραγωγή γενετικά τροποποιημένων τροφίμων (χαρακτηριστικό δείγμα η δημιουργία ενός είδους κερασιάς, που τα κεράσια της είναι εντυπωσιακά στην όψη, πλην όμως είναι άνοστα και, το σημαντικότερο, δεν έχουν κουκούτσια∙ είναι στέρφα, προϊόντα καταληκτικά μιας ασυλλόγιστης μεταλλακτικής διαδικασίας και συμβολικά της δίχως βιολογικό-ηθικό έρμα ζωής των εγκλωβισμένων στα γρανάζια αυτής της διαδικασίας προσώπων).
Αλλά η «μεταλλακτική» δραστηριότητα της εταιρείας δεν περιορίζεται στα προϊόντα που παράγει και εκμεταλλεύεται∙ δεν περιορίζεται στο γενετικό υλικό των φυτικών και ζωικών ειδών, θέτοντας σε κίνδυνο την οικολογική ισορροπία. Επεκτείνεται παρεμβατικά και στις ζωές και, κατά κύριο λόγο, στις ψυχές και στις συνειδήσεις των υπαλλήλων της, προκειμένου να τους έχει πειθήνια όργανα στην απρόσκοπτη ευόδωση των, αμετακίνητα, κερδοσκοπικών στόχων της, διατηρώντας κι αυτούς μεταλλαγμένους, «ως εξελιγμένο είδος μιας ψυχικής, ηθικής και πνευματικής διαφοροποίησης». Ώστε, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όχι απλώς να υποτάσσονται αδιαμαρτύρητα στις άκαμπτες κανονιστικές διατάξεις της εργοδοσίας, αλλά και, εκλογικεύοντας τις όποιες αδυναμίες και ανεπάρ-κειές τους, την ηθική τους μειονεξία και τη θρασυδειλία τους, να θεωρούν εαυτούς υποδείγματα επαγγελματικής ευσυνειδησίας και στυλοβάτες της κοινωνικής ευταξίας και να εκλαμβάνουν ως αδυναμία και ανικανότητα την αντίσταση που κάποιοι -ο καθένας στο μέτρο των αναγκών του και των δυνατοτήτων του- τόλμησαν να προβάλουν στους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς του κεφαλαίου.
Στην κατηγορία των «υποταγμένων» εντάσσεται και ο «απολογούμενος» στην εξαφανισμένη σύζυγό του και στον εαυτό του ήρωας, ο οποίος δεν θέλει να παραδεχτεί ότι η επαγγελματική -και, κατ’ επέκταση, η κοινωνική- του αναρρίχηση οφείλεται στην, εκ μέρους του, σταδιακή απεμπόληση βασικών ηθικών αρχών και δεδομένων απαραίτητων για την ενεργοποίηση του μηχανισμού της αυτογνωσίας. Ακόμα και τώρα, που, κάτω από την επήρεια ηρεμιστικών φαρμάκων, με χαμένη την αίσθηση του χρόνου (η μία εβδομάδα που, στην πραγματικότητα, έχει διανυθεί από το χρονικό σημείο της «εξαφάνισης» της γυναίκας του -που αποτέλεσε, σε συνδυασμό με την επιβραβευτική της υποτέλειάς του προαγωγή του- το έναυσμα αυτής του της «απο-λογιστικής» απολογίας, γι’ αυτόν έχει συρρικνωθεί σε μία νύχτα) γράφει με πρόθεση να καταθέσει την αλήθεια της ζωής του, να ρίξει φως στις σημαντικότερες περιόδους της, δεν είναι απελευθερωμένος από την τάση, που έχει γίνει δεύτερη φύση του: να αισθάνεται δικαιωμένος στα μάτια των άλλων και, ιδίως, των πάνω απ’ αυτόν ιστάμενων στο στενότερο επαγγελματικό και στο ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον. Ό,τι, πρωτίστως, ακόμα και τώρα, φαίνεται ότι τον ενδιαφέρει, είναι η αναρρίχησή του στα ανώτερα ιεραρχικά στρώματα της εταιρείας και το κράτημα μιας απόστασης ασφαλείας από γεγονότα και καταστάσεις που θα μπορούσαν να αφυπνίσουν τη συνείδησή του και να μετριάσουν τη χαρά του για τη μόλις πριν από λίγο τοποθέτησή του στη θέση του διευθυντή του τμήματος της εταιρείας στην οποία εργάζεται. Από μνήμες που θα μπορούσαν να αμαυρώσουν τη στιγμή του προσωπικού του θριάμβου, του βασισμένου στην ψευδαίσθηση ότι, επιτέλους, ανταμείφθηκε για την ψοφοδεή στάση και υποταγή του στη βούληση και στις επιταγές των ισχυρών, περνώντας από την κατηγορία των αδύναμων και δίχως δικό τους πρόσωπο ανθρώπων στην κατηγορία αυτών που περιβάλλονται από την ισχύ ενός ατομικού «εγώ»∙ από την κατηγορία των κατά σύμβαση αρσενικών, στην κατηγορία των πραγματικών ανδρών.
Ακόμα και τώρα, τη στιγμή της κορύφωσης της πραγ-ματικής ή, έστω, νομιζόμενης υπαρξιακής του κρίσης, που, κανονικά, θα έπρεπε όλα να τίθενται εν αμφιβόλω, ο συντάκτης του απολογητικού υπομνήματος -και ήρωας του περί ου ο λόγος μυθιστορήματος- υπεκφεύγει∙ αρνείται να αντιμετωπίσει την αλήθεια κατά πρόσωπο, εξωραΐζοντας και εξιδανικεύοντας γεγονότα, ρόλους και καταστάσεις. Στον περιορισμό της θέας του προς την αλήθεια, τον βοηθούν και τα ηρεμιστικά φάρμακα που του χορηγήθηκαν για να αντιμετωπίσει κάτι που δεν είναι σε θέση να θυμηθεί και να αξιολογήσει, οπότε ανακαλεί και ανασκευάζει περιστατικά της ζωής του με ανεσταλμένες τις νοητικές του δυνατότητες, με την κρίση και τη βούλησή του «σε κατάσταση ελεγχόμενης και μηχανικής υπολειτουργίας», κρατώντας πάντα τις απαραίτητες αποστάσεις ασφαλείας από την εξωτερική και την εσωτερική πραγματικότητα. Αυτήν ακριβώς την ψυχική και πνευματική μετάλλαξη ενός ανθρώπου που επιλέγει τον δρόμο της δικαίωσης στα μάτια των άλλων από τον επίφοβο, επίβουλο και κακοτράχαλο δρόμο της δικαίωσης στα δικά του μάτια, ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης την καταγράφει, τη σκηνογραφεί και τη σκηνοθετεί, κινούμενος με χαρακτηριστική άνεση ανάμεσα στην ψυχογραφία και την ηθογραφία, τον ρεαλισμό και την αλληγορία. Η συχνά παρατηρούμενη υπέρβαση κάποιων περιγραφικών ορίων, οι πλατειασμοί, οι κάποτε περιττές επαναλήψεις, εν τη ρύμη της μνήμης, σκηνών του παρελθόντος, οι, σαν από υπερβάλλοντα ζήλο, εμμονές του να πολιορκήσει από παντού το, εν τέλει, αυτονόητο, μπορεί να μειώνουν, σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν αναιρούν το απο-τέλεσμα του εγχειρήματός του. Το κυριότερο, ακόμα κι όταν περισπούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, δεν παύουν να τον κρατούν σε αναγνωστική εγρήγορση.
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Κυριακάτικη Αυγή, 19.06.10

Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

"Φενακισμοί"

Ένα ακόμη εξαιρετικό κείμενο του Γ.Χ. Παπασωτηρίου.


Ακούω τον υπουργό Α. Λοβέρδο να υπερασπίζεται με απίστευτη ζέση το μεσαιωνικό εργασιακό τερατούργημά του και διερωτώμαι: Τα πιστεύει αυτά που λέει; Κι όμως, τα πιστεύει. Γιατί για να είναι πειστικός πρέπει να μπει στο πετσί του ρόλο του, να πιστέψει τα λόγια του. Η διαπίστωση, ομοίως, του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου ότι τάχα τίποτα δεν έχει αλλάξει στις εργασιακές σχέσεις είναι άλλης τάξεως ζήτημα, είναι μάλλον αντιληπτική αδυναμία. Και στις δύο, πάντως, περιπτώσεις η ίδια η κυρίαρχη τάξη βρίσκεται σε κατάσταση φενακισμού, ήτοι αυτοπαραμυθιάσματος, καθώς «δεν μπορεί να φενακίσει την υπόλοιπη κοινωνία με την ιδεολογία της χωρίς την ίδια στιγμή να μη φενακίζεται και η ίδια»(Κ. Καστοριάδης). Πρέπει δηλαδή να «πιστεύει» και η ίδια τα ψεύδη της. Όμως, ο φενακισμός(ή ξένωση) έχει δύο κατευθύνσεις, αφού στους «κάτω»παρουσιάζεται ως «ψευδής συνείδηση» και στους μεσαίους ή τους «πάνω» καθώς και στους διανοούμενους με τη μορφή του «ως εάν». Με άλλα λόγια στην πρώτη περίπτωση έχουμε την ιδεολογία της ψευδούς συνείδησης και της αλλοτρίωσης και στη δεύτερη την ιδεολογία που αναφέρεται σε μια πραγματικότητα, όχι για να τη φωτίσει και να την αλλάξει, αλλά για να τη συγκαλύψει, επιτρέποντας στους ανθρώπους να λένε κάτι και να κάνουν κάτι άλλο, να εμφανίζονται δηλαδή άλλοι απ’ αυτό που είναι. Ο δεύτερος φενακισμός μπορεί να αναπτυχθεί σε συνθήκες σχετικής ευημερίας, αλλά εξαφανίζεται σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, όπως η σημερινή. Γι’ αυτό αποτυγχάνει η προσπάθεια του κ. Λοβέρδου και τινων άλλων στο ΠΑΣΟΚ να παρουσιάζονται ως «αντιστασιακοί» έναντι του ΔΝΤ. Γι’ αυτό η κοινωνική έκρηξη το φθινόπωρο είναι απολύτως ορατή καθώς οι μεσαίοι αδυνατούν να παίξουν σε συμβολικό επίπεδο(αγορά ακριβών αυτοκινήτων, σπιτιών κ.ά.) το περίφημο «ως εάν». Επίσης, οι «κάτω» είναι αδύνατο να διατηρήσουν την ψευδή τους συνείδηση λόγω των ακραίων συνθηκών της ζωής τους(ανεργία, φτώχεια). Τέλος, μπορεί οι επιχειρηματίες να επιχαίρουν με τα μέτρα εργασιακού μεσαίωνα, αλλά φαίνεται ότι έχουν λησμονήσει το Δεκέμβρη του 2008.

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Μην

Το μήνυμα ήρθε από τη Φανή κι αφορά ένα πρόβλημα που η ίδια το αντιμετωπίζει κάθε μέρα. Λοιπόν:

"Μην παρκάρετε πάνω ή μπροστά στις ράμπες. Κλείνετε το μοναδικό πέρασμα των συμπολιτών σας με αναπηρία''

Ό,τι είναι προφανές ή αμελητέο για εμάς, δεν είναι απαραιτήτως και για το συνάνθρωπό μας. Το πόσο βαθιά το αντιλαμβανόμαστε και το πόσο έμπρακτα το υποστηρίζουμε, πιστεύω πως ορίζει τον πολιτισμό της καθεμέρας.

Σας παραπέμπω στην ανάρτησή της. Το συνοδευτικό βιντεάκι είναι αποκαλυπτικό.

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

"Τελετές μνησικακίας με ηθικά ερείπια"

Είναι αντλημένο από εδώ.


Το πρόσωπο του Ακη Τσοχατζόπουλου στις εφημερίδες των περασμένων ημερών εικονίζει μια εποχή, και το τέλος της. Ο άλλοτε πανίσχυρος υπουργός και γραμματέας του ΠΑΣΟΚ, μέλος τη τρόικας, στενός συνεργάτης του Ανδρέα Παπανδρέου, παρ’ όλίγον πρόεδρος του κόμματος, ο συμπαθής Beau Brummel με τον ακατάληπτο σοσιαλίζοντα λόγο, απολογήθηκε ενώπιον της Επιτροπής Διαφάνειας του ΠΑΣΟΚ για το πώς απέκτησε τα πλούτη του και πώς συναλλάσσεται με υπεράκτιες εταιρείες. Το κόμμα του, το κόμμα που συνίδρυσε μαζί με άλλα ιστορικά μέλη το 1974, αφού τον άκουσε, αποφάσισε να αναστείλει την κομματική του ιδιότητα· να διώξει τον Ακη.
Ο 71χρονος πολιτικός εμφανίστηκε μπροστά στις κάμερες και τα μικρόφωνα για το τελευταίο του On, στο πεζοδρόμιο της Χ. Τρικούπη, εκεί όπου κάποτε παρλάριζε και χρησμοδοτούσε. Δεν έμοιαζε με τον συμπαθή γόη του παρελθόντος. Ηταν κουρασμένος, αδυνατισμένος, σουρωμένος, κατηφής. Δεν φορούσε γραβάτα, το πουκάμισό του ήταν ανοιχτό, φαινόταν ατημέλητος, παραιτημένος. Η φωνή του βγήκε βραχνή, ξέπνοη. Και το βλέμμα του… Το βλέμμα του ήταν θαμπό και άδειο, το βλέμμα ενός ανθρώπου που μόλις συνειδητοποίησε την ήττα, το βλέμμα ενός ανθρώπου που γέρασε απότομα και συρρικνώθηκε και άδειασε.
Μετά τα παλικάρια του εκσυγχρονισμού Μαντέλη και Τσουκάτο, Πασόκους του 1997-2004, το σύστημα ρίχνει κι άλλα κόκκαλα στο αγριεμένο πλήθος, ρίχνει τον Ακη, θεμέλιο του ΠΑΣΟΚ για τρεις δεκαετίες. Το κόμμα του Γιώργου Παπανδρέου δεν περιμένει πια τον εισαγγελέα, τι θα πει, τι θα βρεί· σπεύδει να ξεσαβουρώσει, σπεύδει να εξευμενίσει την πάνδημη οργή, πετάει ό,τι του είναι περιττό. Πετάει κόκκαλα στο αγριεμένο πλήθος που καταδιώκει μανιασμένο το σύστημα, μήπως και κερδηθεί λίγος πολύτιμος χρόνος, μήπως και η προσοχή αποσπαστεί από τη θύελλα που έχει ξεσπάσει, από την απειλή φτώχειας και αποκλεισμού, από την αίσθηση ομηρίας, από το θαμπό παρόν και το δυσοίωνο μέλλον.
Το πλήθος ορμάει στο κόκκαλο, αλλά πολύ γρήγορα αποστρέφει το πρόσωπό του. Δεν χορταίνει με κόκκαλα, δεν χορταίνει με ξοφλημένους και καμένους, με ό,τι έχει ξεφωνηθεί. Tο πλήθος θα μείνει πεινασμένο και αγριεμένο. Και θα φερμάρει και θα αλυχτάει, όλο και περισσότερο, όσο θα σφίγγει ο κλοιός της επισφάλειας.
To επόμενο γεύμα θα είναι δημοσιογράφοι. Η λίστα με τους (πενήντα, εξήντα;) δημοσιογράφους που πήραν δώρα από τη Siemens. H λίστα ακούστηκε αλλά δεν εμφανίστηκε δημοσίως. Από μέιλ σε μέιλ κι από στόμα σε στόμα όμως κυκλοφορούν ονόματα, φήμες, πληροφορίες. Συνεχείς μικροδόσεις δημητήριου, τόσο όσο να σβήνει η δίψα του κοινού, τόσο όσο να μην σκοτώσει τον ασθενή. Ο Τάδε πήγε ταξίδι VIP με έξοδα της εταιρείας, ο Δείνα πήρε δώρο οικοσκευή, ο άλλος έλαβε δώρο σε ρευστό. Η λίστα κρέμεται πάνω από κεφάλια αδίκων και δικαίων, πάνω από την τιμή ενός επαγγελματικού κλάδου, που θα στολιστεί πάλι εν χορώ “αλήτες, ρουφιάνοι” κ.λπ., κρέμεται σαν χατζάρα πάνω από την αξιοπιστία των μήντια, που διαμεσολαβούν και κανονίζουν.
Ολοι εναντίον όλων. Υπό το φάσμα της κλιμακούμενης χρεοκοπίας, όλοι φημολογούν εναντίον όλων, η κοινωνία ποτίζεται ως το μεδούλι από μνησικακία, εχθρότητα, φθόνο, μοχθηρία, εκδίκηση. Κι όσο ποτίζεται, τόσο ερεθίζεται και ζητάει κι άλλο. Η μνησικακία φουντώνει μόνη της, αυτοτροφοδείται.
Οσο αντικρίζει ηττημένα βλέμματα, θρασείς επίορκους και δωρολήπτες, πολιτικά ερείπια, η κοινή αγριότητα θα ζητάει κι άλλα, κι άλλα. Το σύστημα θα απαντά, θα ρίχνει κόκκαλα και κορμιά στην αρένα. Ποιο το κέρδος από τούτη την ασύντακτη, σπασμωδική πτωματοφαγία; Κανένα ουσιώδες. Η φυσική εξόντωση προσώπων ήδη καταβαραθρωμένων ηθικά ικανοποιεί τη δίψα για τιμωρία και εκδίκηση, αλλά θέτει εκτός εστίασης τα πιο φλέγοντα προβλήματα, τις δομικές ανωμαλίες ενός συστήματος που αναπαράγεται τρώγοντας σάπια μέλη.
Η δίκη και η καταδίκη των καταχραστών είναι αναγκαία. Αλλά δεν είναι αρκετή. Η δικαστική εκκαθάριση του πολιτικού βίου αλά ιταλικά θα σαρώσει τα ήδη ερείπια· ίσως καταλήξει σε κράτος δικαστών, ίσως οδηγήσει σε εξαφάνιση των υπαρχόντων πολιτικών σχηματισμών, ίσως οδηγήσει σε μπερλουσκονισμό και Παλινόρθωση, ίσως σε νέες μορφές αυταρχισμού. Πολύ δύσκολα όμως μπορούμε να διακρίνουμε πώς μπορεί ο αυτοκανιβαλισμός του συστήματος να δράσει χειραφετητικά και να οδηγηθούμε σε αναγεννημένο κράτος δικαίου. Οι ελεύθερες κοινωνίες δεν τρέφονται με πτώματα.
Ν. Ξυδάκης

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

Το αθέατο Mundial

Χθες άρχισε το Μουντιάλ 2010, στη Νοτίου Αφρικής

Οι πρώτοι αγώνες ήταν














Νότιος Αφρική - Μεξικό = 1 - 1


















Ουρουγουάη - Γαλλία = 0 - 0



Σήμερα, έχει τους αγώνες:



Νότια Κορέα - Ελλάδα
















Αργεντινή - Νιγηρία


















Αγγλία - Ηνωμένες Πολιτείες






















Τις επόμενες μερες, θα παίξουν κι άλλες χώρες: Χιλή, Γερμανία, Ονδούρα, Γκάνα, Ιαπωνία Βραζιλία και μερικές ακόμη







Όλοι γιορτάζουν αυτές τις μερες, όλοι ξεχνανε τα προβλήματα τους, όλοι συμμετέχουν

Είναι γνωστό άλλωστε, πως το ποδόσφαιρο είναι μια πανανθρώπινη αξία και καθε Μουντιάλ είναι μια παγκόσμια γιορτή των marketiers, των μανατζαραίων, των διαφημιστικών, των επιχειρηματιών μα πάνω απ΄όλα των φτωχών ανθρώπων.

... Άϊντε να μην αρχίσω λέμε ...