Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Φρίκη



Όχι, δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει καθόλου. Ό,τι έγινε εκεί στα διεθνή χωρικά ύδατα, μπορεί να ξεπερνά κάθε νοσηρή φαντασία, μπορεί να προκαλεί και τον πλέον ανάλγητο, αλλά είναι φυσικό και αναπόφευκτο επακόλουθο. Φυσικό και αναπόφευκτο επακόλουθο μιας αλυσίδας ανάλογων συμβάντων με μικρές και μεγάλες κορυφώσεις, περισσότερα ή λιγότερα θύματα, ορατές και αθέατες τραγωδίες που εδώ και έξι περίπου δεκαετίες λαμβάνουν χώρα ασταμάτητα σ’ αυτή την περιοχή, πρώτα και κύρια σε βάρος των Παλαιστινίων, ύστερα των Λιβανέζων, μετά των Συρίων, ακολούθως των Ιορδανών, ενίοτε των ακτιβιστών και ασφαλώς των ίδιων των Ισραηλινών από ένα κράτος-τρομοκράτη, από ένα κράτος-τοποτηρητή των αμερικανικών συμφερόντων, που εδώ και τόσες δεκαετίες ξεπλένει τα εγκλήματά του στην κολυμπήθρα των εγκλημάτων που διαπράχτηκαν σε βάρος του λαού του.
Όχι, δεν είμαι τόσο αφελής για να πειστώ από τις δηλώσεις αποτροπιασμού που όπου να 'ναι θα κάνει θλιμμένος ο Ομπάμα, ούτε και από τους νέους οδικούς χάρτες που όπου να 'ναι θα ανακοινώσει περιχαρής η διεθνής κοινότητα.



(Η φωτογραφία είναι από το μακελειό σε σχολείο του ΟΗΕ κατά τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς στη Γάζα στις 6.01.09. Δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο)

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης,

«Αστοχία υλικού», εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 224


Στο τέταρτο βιβλίο λογοτεχνικό του βιβλίο (και δεύτερο μυθιστόρημά του μετά από «Το παραμύθι του ύπνου», Μεταίχμιο 2008) ο σαραντάχρονος Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση, επιμένει να εστιάζει το λογοτεχνικό του ενδιαφέρον στον δημόσιο χώρο, βάζοντας αυτή τη φορά στο στόχαστρο τη ανθούσα στους καιρούς μας, και ουσιαστικά απολύτως ανεξέλεγκτη, βιομηχανία των μεταλλαγμένων τροφίμων.

Ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας είναι ο ήρωας του βιβλίου, κάποιος που αν και η προηγούμενη ζωή του σημαδεύτηκε από τραυματικά γεγονότα, κατάφερε επιτέλους «να τα έχει όλα στη ζωή του»: ένα, εκ πρώτης όψεως, ισορροπημένο γάμο, μια καλή θέση σε εταιρεία γενετικής τροποποίησης τροφίμων, μια άνετη ιδιόκτητη μονοκατοικία σε προάστιο της πρωτεύουσας και κάμποσο ελεύθερο χρόνο, μέρος του οποίου αφιερώνει στην καλλιέργεια του κήπου του.

Παρά ταύτα, κάτι φαίνεται να πηγαίνει στραβά στη ζωή του, κάτι που ο ίδιος αδυνατεί να προσδιορίσει με σαφήνεια ή έστω να προσεγγίσει. Η γυναίκα του, εργαζόμενη στην ίδια εταιρεία, και (σε αντίθεση με τον ενθουσιώδη για το έργο του, ήρωα) ευαισθητοποιημένη σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες των μεταλλαγμένων στην υγεία των ανθρώπων, απουσιάζει αναιτιολόγητα από το γραφείο της. Η πανταχού παρούσα υπηρεσία έρευνας της εταιρείας φαίνεται να τον παρακολουθεί και να του στήνει ακατανόητες παγίδες. Κάποιοι συνάδελφοί του δείχνουν μια παράξενη- και ενδεχομένως υπονομευτική- συμπεριφορά εναντίον του.

Εντελώς χαμένος μέσα σε μια πραγματικότητα της οποίας τους αρμούς δείχνει να μην μπορεί πλέον να εντοπίσει, ο ήρωας «σερφάρει» άναρχα στις αναμνήσεις του, φιλτράροντάς ιδιότυπα τις τελευταίες μέσα από τον διαταραγμένο και γεμάτο μνημονικές «μαύρες τρύπες» ψυχισμό του και αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα που ο ίδιος αδυνατεί να θέσει.

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης στήνει μια ιστορία «εσωτερικής πλοκής» με διαδοχικές κλιμακώσεις και μια έντονη- και μη αναμενόμενη- τελική κορύφωση.

Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση του είδους της «συνειδησιακής ροής», ο ήρωας αποκαλύπτει προσωπικές σκέψεις και γεγονότα εν είδει διαλυμμένου παζλ, τα κομμάτια του οποίου ταξινομούνται και συνδέονται σταδιακά, αναδεικνύοντας τις όψεις μιας πραγματικότητας την οποία ο ίδιος έχει ασυνείδητα απωθήσει. Με όπλο του τη στέρεη, καλοδουλεμένη γλώσσα και την εκφραστική δύναμη ο συγγραφέας μας ξεναγεί στην ιδιότυπη τραυματισμένη ψυχοσύνθεση ενός συμβιβασμένου ανθρώπου, συνδέοντας το υπαρξιακό δράμα τελευταίου με την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα των καιρών, την επικαθορισμένη από την κυριαρχία της επιχειρηματικής αυθαιρεσίας, που δεν ορρωδεί προ ουδενός (ακόμη και της βιολογικής υγείας και ακεραιότητας των ανθρώπων) προκειμένου να μεγιστοποιεί αδιάκοπα τα κέρδη της.

Ψυχολογικό, υπαρξιακό και βαθύτατα πολιτικό μυθιστόρημα, η «Αστοχία υλικού» μας μιλά για την αιχμαλωσία του σύγχρονου ανθρώπου από τις πανίσχυρες οικονομικοπολιτικές δομές των καιρών και μας υπενθυμίζει πως η αντίσταση (εκφρασμένη εδώ μέσα από τον απεγνωσμένο αγώνα αναζήτησης και αποκάλυψης της αλήθειας τον οποίο διεξάγει η γυναίκα του ήρωα) είναι πλέον ζήτημα ζωής και θανάτου. Το επιβεβαιώνουν άλλωστε και οι ολέθριες στιγμές που ζούμε εσχάτως σε αυτή τη χώρα.

Νίκος Κουνενής, ΑΝΤΙΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, τεύχος καλοκαιριού 2010

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Ανοιχτές πληγές

«Απόψε δεν έχουμε φίλους», Σοφία Νικολαΐδου,

εκδ. Μεταίχμιο, 2010, σελ. 272


Τέσσερα χρόνια ύστερα από τον Μωβ Μαέστρο, η Σοφία Νικολαΐδου επανέρχεται με ένα βιβλίο που αφήνει πίσω τη θεματολογία του ιδιωτικού χώρου και των ατομικών περισπασμών, για να ψηλαφήσει τις ανοιχτές πληγές της πρόσφατης ιστορίας του τόπου. Ο λόγος για το νέο της μυθιστόρημα, Απόψε δεν έχουμε φίλους.
Ποιες κοινωνικές συνθήκες επικρατούσαν στη διάρκεια της Κατοχής; Σε ποιο βαθμό είχε διεισδύσει η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία στην ελληνική κοινωνία; Ποιοι παράγοντες προετοίμασαν τον εμφύλιο πόλεμο; Ποιο κλίμα κυριάρχησε στα πρώτα χρόνια της κυβερνητικής αλλαγής του 1981; Τι κρύβεται πίσω από το μανδύα της ακαδημαϊκής ουδετερότητας που ενδύεται ο πανεπιστημιακός χώρος; Πώς οδηγηθήκαμε στο νεανικό ξέσπασμα τον Δεκέμβριο του 2008;
Πρόκειται για ένα σύνολο θεμάτων που σχετίζονται με δύο διαφορετικούς χρονικούς άξονες (αρχές της δεκαετίας του ’40 και αρχές της δεκαετίας του ’80) και με δύο διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια (ακαδημαϊκός χώρος – κοινωνικός χώρος). Η ανάδειξη του ετερόκλητου αυτού υλικού σε ενιαίο αφηγηματικό σύνολο υπακούει κυρίως στην αρχή της αφαιρετικής πυκνότητας. Η γραφή της Νικολαΐδου δεν έχει τίποτα το επιτηδευμένο και το εκβιαστικό, τίποτα το πλεονάζον και το περιττό. Στο αρχιτεκτονικό όλον, στα στοιχεία της πλοκής, στους χαρακτήρες και στη χρήση της γλώσσας, παντού υπάρχει η αίσθηση της οικονομίας και της αυτάρκειας. Που σημαίνει: με τα λιγότερα δυνατά μέσα πετυχαίνεται το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα ή αλλιώς με τον απλούστερο τρόπο αποδίδεται η πιο σύνθετη πραγματικότητα.
Βλέπουμε λοιπόν τον μαυραγορίτη της Κατοχής να συγχρωτίζεται με τον συνδικαλιστή φοιτητή της ΠΑΣΠ, τον επιστημονικό προβληματισμό για την ιδεολογική λειτουργία της ιστορίας με τα κεφτεδάκια και τις αθερίνες της γιαγιάς Νίνας, και τον απολογητή του ναζισμού με τους διαδηλωτές της 8ης Δεκεμβρίου του 2008. Διαφορετικά πρόσωπα, τοποθετημένα σε διαφορετικούς χρονικούς άξονες και διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια, σχηματίζουν μια πολυεπίπεδη αφήγηση, που μπορεί να διαβαστεί από την οπτική του πανεπιστημιακού αφηγήματος, από την οπτική της τοπικής ιστορίας, αλλά κυρίως από την οπτική μιας πυκνής τοιχογραφίας της νεοελληνικής πραγματικότητας.
Πράγματι, μετακινούμενη η αφήγηση με αξιοζήλευτη άνεση ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές και διαφορετικούς χώρους, ιχνηλατεί το κρυμμένο υφάδι που οργανώνει τις μεταξύ τους σχέσεις, εντοπίζει τους μυστικούς διαύλους τής μεταξύ τους επικοινωνίας και σκιαγραφεί το αποτέλεσμα της διαρκούς αλληλεπίδρασής τους, αναδεικνύοντας παράλληλα το κεντρικό πρόβλημα, που από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα διατρέχει όλο το βιβλίο: από ποιους παράγοντες καθορίζεται η ατομική στάση μπροστά στα κρίσιμα ιστορικά γεγονότα;
Είναι το ίδιο ακριβώς πρόβλημα που απασχολεί και τον ήρωα του βιβλίου, στη διδακτορική διατριβή που εκπονεί, με θέμα το δωσιλογισμό στην κατοχική Θεσσαλονίκη. Η απάντηση που δίνει, ύστερα από τέσσερα χρόνια ενδελεχούς μελέτης του αρχειακού υλικού και των πρωτογενών πηγών, και αφού προηγουμένως ήρθε σε επαφή με έναν από τους πιο προβεβλημένους πανεπιστημιακούς συνεργάτες των Γερμανών, διατυπώνεται ως εξής: «Οι περισσότεροι μελετητές προϋποθέτουν πως οι πολιτικές διεργασίες και οι αποφάσεις μεταφέρονται αυτούσιες από την κορυφή προς τα κάτω. Σχηματικό και βολικό. Απαλείφει τον ανθρώπινο παράγοντα. Με τον τρόπο αυτό, τα υποκείμενα μετατρέπονται σε ιμάντες μεταβίβασης αποφάσεων» (σελ. 158-159).
Η θέση δικαιώνεται πλήρως και από το ίδιο το βιβλίο της Νικολαΐδου, αλλά με έναν τρόπο αρκετά σχηματικό και βολικό, που είτε καταργεί το ρόλο της ιδεολογίας στη ρύθμιση της ανθρώπινης δράσης είτε την αντιμετωπίζει ως συνώνυμο της δογματικής αγκύλωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι ανάμεσα στα περισσότερα πρόσωπα της αφήγησης που εγκαταλείπουν την ιδεολογία τους ή την χρησιμοποιούν ως άλλοθι ή την εκμεταλλεύονται για να προσποριστούν οφέλη, μόνο ο ιδεολογικός απολογητής του εθνικοσοσιαλισμού παραμένει μέχρι το τέλος της ζωής του απολύτως συνεπής στις αποκρουστικές αρχές του.
Αλλά υπάρχει κάτι σημαντικότερο στην ιστορική αυτή θέση, η οποία φαίνεται να συγκλίνει με την προσέγγιση που επιχειρείται τα τελευταία χρόνια από το ονομαζόμενο «νέο ρεύμα» ιστορικών για την περίοδο του εμφύλιου πολέμου. Απαλείφοντας –ή τουλάχιστον υποβαθμίζοντας– το ρόλο της ιδεολογίας προκειμένου να διασωθεί ο ανθρώπινος παράγοντας, κινδυνεύει να απαλειφθεί –ή τουλάχιστον να υποβαθμιστεί– ο ανθρώπινος παράγοντας μπροστά στο ρόλο της ιστορίας.
Το βλέπουμε στην περίπτωση του Τσάκα και του Σουκιούρογλου: η μετεξέλιξη του πρώτου από κομουνιστή της Κατοχής σε καραμανλικό της δεκαετίας του ’80, και η μεταμόρφωση του δεύτερου από ακαταπόνητο και μετρημένο ερευνητή κατά τη δεκαετία του ’80 σε «μπαχαλάκια» τη νύχτα της 8ης Δεκεμβρίου του 2008, όταν κάηκε το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο από κάποιους εξαγριωμένους διαδηλωτές, αποδίδονται χωρίς την αναγκαία αφηγηματική υποστήριξη, σαν να ήταν μια αυτόματη διαδικασία που καθορίζεται έξω από τη σκέψη των προσώπων, με απόλυτα ρυθμιστικό παράγοντα τη θυμική αντίδρασή τους κάτω από την πίεση των γεγονότων.
Υπάρχει βέβαια το ερμηνευτικό σχήμα, που με τα λόγια του Νικηφορίδη συμπυκνώνεται στην αποφθεγματική ρήση: «Πρώτα κοιτάς πού χύθηκε το αίμα και ύστερα διαλέγεις πλευρά» (σελ. 108). Αλλά ανάμεσα στο κοιτάω και στο διαλέγω η απόσταση δεν μπορεί παρά να καλύπτεται από κάτι. Είναι μόνο οι αντιδράσεις του θυμικού; Είναι μόνο η ιδεολογική επεξεργασία στην οποία υποβάλλει τα γεγονότα η σκέψη; Μήπως, πάλι, είναι η συνδυασμένη λειτουργία τους;
Πάντως, το ίδιο χυμένο αίμα, ιδωμένο όχι μόνο από διαφορετικά πρόσωπα την ίδια στιγμή αλλά και από το ίδιο πρόσωπο σε διαφορετικές στιγμές, δεν οδηγεί πάντα στην ίδια πλευρά. Κι αυτό, νομίζω, δείχνει κάτι.

Αναγνώσεις/Η Αυγή της Κυριακής 29.5.10

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Γιατι να διαβάσουμε το καινούριο σας βιβλίο;

Απόλυτα εύλογη η απορία, που εκφράστηκε με τη μορφή ερώτησης από το LIFO. Θα βρείτε τη σύντομη απάντηση που έδωσα εδώ.

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Ιθάκη

Ι θ ά κ η

Στον Γ. Α. Παπανδρέου

Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,

να εύχεσαι να’ ναι φτενός ο δρόμος,

στρωμένος με ανθρώπινες οδύνες.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,

τέτοια στο δρόμο σου στα σίγουρα θα βρεις,

μια κι’ ειν’ η σκέψις σου φτηνή,

και μαύρη απόφαση το πνεύμα και το σώμα σου ορίζει.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον άγριο Ποσειδώνα σύ θα συναντήσεις,

αφού τους κουβανείς μές την ψυχή σου,

αφού η ψυχή σου ηδονικά αφέντες της τούς χρίζει.

Να εύχεσαι νάναι φτενός ο δρόμος.

Πολλά τα ομιχλιασμένα πρωιά να είναι

που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά

θα μπαίνεις σε λιμένας τσακισμένους,

να σταματήσεις σ’ εμπορεία τευτονικά,

τους κόπους του λαού σου να τους δώσεις,

παράδες, ρούχα, φαγητά,

και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,

από ανθρώπων σάρκα αποσταγμένα.

Σε πόλεις στραφτερές πολλές να πάς,

και προσταγές αρχόντων να συλλέξεις.

Πάντα στο νου σου νάχεις την Ιθάκη.

Το φθάσιμον εκεί ειν’ ο προορισμός σου.

Γι αυτό να βιάσεις το ταξείδι.

Κάλλιο στα γρήγορα να φτάσεις,

κι έτσι χαρούμενος ν’ αράξεις στο νησί,

περήφανος που στένεψες το δρόμο

και χάλασες των άλλων το ταξείδι.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.

Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στο δρόμο.

Άλλα δεν θάχει να σε δώσει πιά.

Κι αν διαλυμένη πια την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.

Έτσι σκληρός που απόγινες, με τόσο μένος,

κατάλαβες για σέναν η Ιθάκες τι σημαίνουν.


Για την παραποίηση:

Ν. Κουνενής kounenik@yahoo.gr

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Η επιστροφή των σημασιών - (BFest - 2010)




Επειδή οι σημασίες τελευταίως είτε εξαφανίστηκαν, είτε αλλοτριώθηκαν, είτε κοιμουνται ύπνο βαθύ, είτε ομφαλοσκοπούν ασυστόλως, είτε πήραν την μορφή του Ουροβόρου Όφι, είτε μας βαρεθήκανε και φύγανε επειδή τους αλλάξαμε τον αδόξαστο από άγνοια, βαριεστημάρα, προσωπική βόλεψη ή ομαδική εθελοτύφλωση

για πολλούς και διάφορους τέτοιους λόγους, αιτίες και αφορμές, άλλοθι και πραγματικότητες, σημαίνοντα και σημαινόμενα, λέω να πάω να περάσω καμια βόλτα (και δύο μπορεί, ίσως και τρεις), μπας και βρω καμια σημασία ξεχασμένη σε καμιά γωνία, να μοιραστώ μαζί της τίποτα περισσευούμενα ανικανοποίητα, ενοχικά σύνδρομα και εγκλωβισμένες απελπισίες

Για περισσότερες πληροφορίες, μπείτε στο www.bfest.gr



Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Η κρίση, ο Κον-Μπετίτ, ο Καρυωτάκης και ο Γκοντάρ

Παρακολουθώντας εφημερίδες, τηλεοράσεις και ραδιόφωνα, έχω την αίσθηση πως το μεγαλύτερο μέρος του εγχώριου δημόσιου λόγου αναλώνεται σε κορώνες. Κάποιοι μάλιστα θέτουν ως πολιτικό στόχο την …εθελούσια έξοδο της χώρας από την Ευρώπη και το κοινό νόμισμα, ενεργοποιώντας τα αειθαλή εθνικολαϊκά στερεότυπα και υποσχόμενοι την επιστροφή στον παράδεισο της δραχμής (χωρίς ευρωπαϊκές επιδοτήσεις;). Κάποιοι άλλοι, αναπαράγουν ανεπεξέργαστη την καφενειακή φιλολογία περί παρακμής του πολιτικού συστήματος, ενσωματώνοντας άκριτα την αντιπολιτική αμφισβήτηση της Δημοκρατίας, η οποία αμφισβήτηση δεν έχει βέβαια καμία σχέση με την αριστερή κριτική του αστικού δημοκρατικού πολιτεύματος. Έτσι, είναι λογικό κάθε «έξωθεν» ψύχραιμη νότα να δημιουργεί αίσθηση, έστω κι αν λέει τα αυτονόητα.
Αυτό συνέβη με την πρόσφατη αγόρευση του Ντανιέλ Κον-Μπετίτ στο Ευρωκοινοβούλιο, η οποία, μέσω του you tube, αυτές τις μέρες έκανε έναν απίστευτο κύκλο στο ίντερνετ. Δεν είπε κάποιες σοφίες ο ευρωβουλευτής, αλλά έκανε ό,τι θα έπρεπε να έχει κάνει ένας έλληνας συνάδελφός του ή ένας οποιοσδήποτε αριστερός συνάδελφός του: μίλησε για τη δυναστεία των χρηματιστών, για τις φρεγάτες και τα αεροπλάνα (γερμανικής και γαλλικής κατασκευής) που αγοράζουμε, μίλησε για το Κυπριακό και τη μείωση των εξοπλισμών Ελλάδας και Τουρκίας, για τα ληστρικά επιτόκια με τα οποία μας δανείζουν οι ευρωπαίοι εταίροι, για την εξωφρενική μείωση των μισθών των 1000 ευρώ, για την ανάγκη να μπει στο κάδρο και στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων η κοινωνία, η εργασία, οι συνδικαλιστικοί φορείς κλπ κλπ, μίλησε για την Πορτογαλία και την Ισπανία, που έπονται σε αυτό το φαύλο κύκλο.
Είπε όμως και κάτι άλλο ο Κον-Μπετίτ, επί της ιδεολογικής δεσπόζουσας που συνέχει το τοπίο της νεοελληνικής κοινωνίας: «Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ταύτιση του πολίτη με το κράτος. Καθένας για την πάρτη του».
Πριν σπεύσει κανείς να διαβάσει αυτή τη φράση ως ηθικολογικό αφορισμό, πριν τη συσχετίσει με όσα διαβάζουμε κάθε Κυριακή στις συντηρητικές επιφυλλίδες του Βήματος και της Καθημερινής, καλό θα ήταν να αναλογιστούμε την αφετηρία αυτής της απόφανσης του Κον-Μπετίτ: αφετηρία της είναι το ευρωπαϊκό κεκτημένο, δηλαδή οι αιώνες διαφωτισμού, που διαμόρφωσαν το ευρωπαϊκό κοινωνικό τοπίο∙ αφετηρία της είναι η έννοια του πολίτη, προϊόν της Γαλλικής Επανάστασης∙ αφετηρία της είναι όλα όσα νοηματοδότησαν την ταύτιση του πολίτη με το δημοκρατικό κράτος, αλλά και έκαναν αυτή την ταύτιση να διαφέρει παρασάγγες από την αντίστοιχη ταύτιση στην Αμερική ή την Ασία. Και είναι αυτό το ευρωπαϊκό κεκτημένο που βάλλεται τις τελευταίες δεκαετίες από την παντοδυναμία των χρηματιστηρίων, είναι αυτή η δημοκρατική παράδοση που «ρευστοποιείται» ως ελευθερία των αγορών, εξαφανίζοντας, ακόμα και από τη συζήτηση, την ισότητα, όπως διορατικά έχει αναλύσει ο Λουτσιάνο Κάνφορα στα δύο βιβλία του περί Δημοκρατίας (εκδόσεις Μεταίχμιο), τα οποία έχουμε παρουσιάσει εκτενώς από τις σελίδες μας.
Κατά βάση, ο Κον-Μπετίτ έχει δίκιο. Οι δε αιτίες, για αυτή τη σχέση των νεοελλήνων πολιτών με το κράτος, είναι προφανές πως πρέπει να αναζητηθούν στη μακρά διάρκεια, σε όλη διαδρομή του νεοελληνικού έθνους-κράτους. Και εδώ ο λόγος είναι στην αρμοδιότητα των ιστορικών και των κοινωνικών επιστημόνων, όχι στην αυτοσχέδια ρητορεία. Αλλά, για να προχωρήσουμε ένα βήμα πιο πέρα από τη διαπίστωση του Κον-Μπετίτ, αυτό ακριβώς το ιδεολογικό υπόστρωμα είναι και η αιτία για τις αναιμικές κοινωνικές αντιδράσεις απέναντι στα πρωτοφανή μέτρα της κυβέρνησης.
Χρειάζεται βέβαια μια εξήγηση, χρειάζονται εργαλεία ερμηνείας, αλλά, καθ’ όσον με αφορά, δεν μπορώ να προσφύγω παρά στο λόγο της ποίησης. Επειδή μάλιστα για τα σοβαρά θέματα προσφεύγουμε μόνο στους σοβαρούς ποιητές, που έχουν κοινωνική αίσθηση (αφήνοντας τους περιώνυμους στη χρήση της φιλολογίας και της επετειολογίας), ας δούμε μια αποστροφή του Καρυωτάκη, από την ωδή «Εις Ανδρέαν Κάλβον», όπου αντιδικεί με τον «μεγάλο Ζακύνθιο», όχι μόνο παρωδώντας τη γλώσσα και το ύφος του, αλλά και διανύοντας τη διαδρομή από το 1821 έως σήμερα, για να καταλήξει, ως γνήσιος κοινωνικός ποιητής, στο κοινωνικό συμπέρασμα:
«Μικράν, μικράν, κατάπτυστον
ψυχήν έχουν αι μάζαι,
ιδιοτελή καρδίαν,
και παρειάν αναίσθητον
εις τους κολάφους.»
Έτσι όμως είναι ο ελληνικός λαός; Αυτό είναι το ιδεολογικό του προφίλ; Μήπως τον αδικούμε; Και οι αγώνες του; Το έπος της Αντίστασης και όλες οι άλλες αντιστασιακές στιγμές του πώς προέκυψαν;
Το ερώτημα δεν είναι καινούριο στην αριστερά. Με βάση αυτούς τους στίχους, το ίδιο ερώτημα έχει τεθεί το 1955 στην Επιθεώρηση τέχνης, από έναν κορυφαίο αριστερό διανοούμενο, που κόσμησε τις σελίδες της, αλλά, σήμερα, ως είναι φυσικό, παραμένει όχι μόνο στην αφάνεια αλλά και στο περιθώριο της μάλλον υπεραξιωμένης μυθολογίας του περιοδικού και των ιδεολογικών μαχών που δόθηκαν εκεί. Είναι ο Μανόλης Λαμπρίδης, και έγραφε τότε για την ποίηση του Καρυωτάκη: «Αυτό που εκφράζει αντιστοιχεί σε αυτό που υπάρχει». Και, επικαλούμενος ταυτοχρόνως και τον Βάρναλη, έγραφε για τους παραπάνω καρυωτακικούς στίχους:
«Ο ‘λαός’ είναι μια κατηγορία που δεν είναι απόλυτη, ταυτισμένη με τον εαυτό της, καθ’ εαυτήν’. Συνεπώς: και είναι και δεν είναι έτσι. Είναι έτσι, μόνο σε μιαν ορισμένη στιγμή του κοινωνικού processus. Δεν είναι έτσι, κατά το μέτρο που χειραφετείται από την πίεση της ιδεολογίας των κυρίαρχων∙ όπου οι παρειαί του γίνονται ευαίσθητοι εις τους κολάφους, το μαστίγιο του σαρκασμού τον τσούζει, κι η Καμπάνα [βλ. Σκλάβοι πολιορκημένοι του Βάρναλη] βρίσκει απήχηση κι η ηχώ της πολλαπλασιάζεται μέσα στη συνείδησή του. Μια εξακολουθητική συσσώρευση ‘μοριακών αλλαγών’ στη συνείδηση των μαζών, παράγει, σε ορισμένη στιγμή, το ‘διαλεκτικό άλμα’ της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα: ο λαός, από αδρανές βάρος ή φρένο, εμφανίζεται ως δύναμη εκρηκτική που εισβάλλει στο στίβο της ιστορίας και αίρει την κρίση».
Δεν έχει καμία σημασία να αναπαράγω εδώ τη λυσσαλέα αντίδραση που αντιμετώπισε αυτό το κείμενο, εκ μέρους της κομματικής ορθοδοξίας, η οποία, ουσιαστικά αμέτοχη της μαρξιστικής παιδείας, επικαλέστηκε όλα τα στερεότυπα περί «λαού», με επιχειρήματα που ήσαν πιστά αντίγραφα των καθεστωτικών εννοιολογικών κατηγοριών.
Όμως, όσα χρόνια κι αν πέρασαν από το μακρινό εκείνο 1955, σήμερα στην αριστερά υπάρχει πάλι το δίλημμα: θα δουλέψουμε συστηματικά και πολυεπίπεδα για την «εξακολουθητική συσσώρευση ‘μοριακών αλλαγών’ στη συνείδηση των μαζών», ή θα απαξιώσουμε όλη αυτή τη διαδικασία, φαντασιωνόμενοι πως η στιγμή για το «διαλεκτικό άλμα» ήρθε ήδη, από μόνη της;
Αφήνοντας την προφανή απάντηση να φυτοζωεί μέσα στο βάλτο των «οργανωτικών ζητημάτων», θα σημειώσω μόνο πως ο Καρυωτάκης και ο Λαμπρίδης, σφοδροί αλλά και διορατικοί πολέμιοι της «δημοκρατίας» των αγορών, όπως προκύπτει από τα κείμενά τους, ένιωθαν ευρωπαίοι πολίτες, συμπολίτες του Κον-Μπετίτ, και απεχθάνονταν τον εθνικολαϊκισμό, αφήνοντας την εκμετάλλευση της διαχρονικής φάμπρικας της «ανάδελφης» εθνικής μοίρας και της βαθιάς «ψυχής του έθνους» στους εκάστοτε εργολάβους. Γι’ αυτό και οι δυο τους μπορούν σήμερα, που τα πράγματα σοβαρεύουν, να μας μιλήσουν. Όχι ως κάτοχοι της «μεγάλης αλήθειας», αλλά ως πολίτες προς πολίτες.
Και ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, ως πολίτης της πιο δημοκρατικής γαλλικής παράδοσης, ως αριστερός σκηνοθέτης μεταμυθοπλασίας, άξιος συνεχιστής της πιο πρωτοποριακής ρωσικής παράδοσης, εκείνης του Τζίγκα Βέρτοφ, ευρωπαίος συμπολίτης όλων των προηγούμενων, επέλεξε να μην παρευρεθεί στο φεστιβάλ των Καννών, αλλά να διαμηνύσει τη θλίψη του, τη θλίψη του για την Ευρώπη, επισημαίνοντας τις οφειλές της στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, δημοκρατία, τραγωδία. Γιατί Ευρώπη δεν υπάρχει χωρίς όλες τις μεγάλες παραδόσεις της και, κυρίως, χωρίς τη σύγχρονη φιλοσοφία, δημοκρατία, τέχνη, χωρίς όλα αυτά που εκμηδενίζει η «ελευθερία των αγορών». Η Ευρώπη, η σύγχρονη πατρίδα όλων των μεγάλων φιλοσοφικών, απελευθερωτικών και καλλιτεχνικών προταγμάτων, που τώρα τη
«σκυλεύουν
αλλοφρονούντα τέκνα της».
Κώστας Βούλγαρης, Η Αυγή της Κυριακής, 23.5.10

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Ζοζέ Σαραμάγκου


Διαβάζω «Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον» του Ζοζέ Σαραμάγκου, από τη συλλογή «Βραβεία Νόμπελ», εκδ. Κατανιώτη-FAQ και αλιεύω από το συνοδευτικό τευχίδιο ορισμένες χαρακτηριστικές απόψεις του συγγραφέα. Πρόκειται για συνέντευξη που έδωσε στον Θανάση Λάλα και πρωτοδημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της Κυριακής στις 22.03.99.

Δεν έχετε πιάσει ποτέ τον εαυτό σαν να αναρωτιέται γιατί να υπάρχει τέλος;

Γιατί πάντοτε πρέπει να υπάρχει ένα τέλος, για να υπάρχει και ενδιαφέρον στη διαδρομή… Η απειλή του τέλους κάνει ενδιαφέρουσα τη διαδρομή.

Η αιωνιότητα δεν θα ήταν ενδιαφέρουσα;

Μπορείτε να φανταστείτε κάτι που να είναι αιώνιο; Ποιος μπορεί να πει τι είναι αιωνιότητα; Επίσης πιστεύω ότι είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη του ανθρώπου να αλλάζει, που πιθανόν να μην την άντεχε την αιωνιότητα, μια κατάσταση δηλαδή δίχως τέλος. Σε αυτή την περίπτωση οι άνθρωποι θα αναρωτιόνταν: «Πότε δεν θα αλλάξει κάτι, εγώ δηλαδή θα βρίσκομαι πάντοτε εδώ;» Ο άνθρωπος έχει τόση ανάγκη να αλλάζουν τα πράγματα, που ακόμη και ο θάνατος γίνεται κάτι αποδεκτό μπρος σε αυτή την ανάγκη. Γιατί αυτό είναι και ο θάνατος: μια αλλαγή.

Τότε πώς γίνεται οι θρησκείες να «πουλάνε» πατώντας πάνω σε ένα στοιχείο όπως η αιωνιότητα που καταργεί το ενδιαφέρον της ζωής;

Κατά βάθος κανένας δεν θέλει να πεθάνει. Αν λοιπόν πλησιάσει κάποιος τον άνθρωπο και του υποσχεθεί την αιώνια ζωή, ο άνθρωπος θα το δεχτεί και ας μην ξέρει πώς θα είναι η αιώνια ζωή. Αλλά δεν είναι μόνο η αιώνια ζωή. Οι θρησκείες υπόσχονται και ευτυχία σε ανθρώπους που δεν έχουν άλλη παρηγοριά, που δεν έχουν ελπίδα που δεν έχουν τίποτα άλλο να περιμένουν από αυτήν τη ζωή. Έρχεται κάποιος και τους υπόσχεται κάτι για μετά, τους λέει ότι αυτό που ζούμε δεν είναι τίποτα άλλο από μια προετοιμασία για την αιώνια υπέροχη ζωή.

[…]

Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να χάνουν τη μνήμη τους; Να μην μαθαίνουν από τα λάθη του παρελθόντος;

Κάποιος είπε κάποτε ότι η μνήμη των λαών δεν διαρκεί πολύ. Έτσι είναι. Κατά βάθος δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε. Αν οι άνθρωποι ζούσαν αιώνια, αν οι γενιές δεν εναλλάσσονταν και αν η τελευταία γενιά που θα έμενε πάνω στη Γη ήταν η δική μας, δεν θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε αυτό που ζήσαμε. Αργά ή γρήγορα όμως όλοι θα φύγουμε από αυτήν τη ζωή και θα έρθουν άλλοι που δεν έχουν ζήσει τίποτα από αυτά που ζήσαμε εμείς και διόλου δεν θα τους νοιάζει τι ζήσαμε εμείς. «Ό,τι έγινε έγινε» λένε πάντα οι επόμενες γενιές. Άρα λοιπόν δεν είναι η μνήμη των λαών που δεν κρατάει πολύ. Εκείνο που παίζει ρόλο είναι η μνήμη του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Εγώ, π.χ. έχω κρατήσει στη μνήμη μου 50 χρόνια φασισμού στην Πορτογαλία. Ο εγγονός μου, όμως, που είναι 15 χρόνων, δεν είναι δυνατόν να θυμάται και ας του λέω εγώ ότι συνέβη αυτό ή το άλλο. Όταν κάτι δεν αφορά την ίδια τη ζωή σου δεν έχεις λόγο να το θυμάσαι. Ο εγγονός μου θα θυμάται άλλα πράγματα. Το 1968 τα πράγματα έδειχναν ότι ο κόσμος θα άλλαζε. Τριάντα χρόνια μετά τι συνέβη; Πού είναι εκείνος ο ενθουσιασμός, εκείνη η θέληση να αλλάξει ο κόσμος; Όλα αυτά τα λόγια, οι συγκεντρώσεις, πού πήγαν όλα αυτά; Η νεολαία τού τότε έχει καμία σχέση με τη σημερινή νεολαία; Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό.

Ποιο είναι το χειρότερο;

Το χειρότερο είναι ότι 30 χρόνια μετά έπαψαν να υπάρχουν επαναστάτες. Για ποια πράγματα επαναστατεί σήμερα η νεολαία; Σήμερα τα παιδιά εκείνα του Μάη του ’68 έχουν αποκτήσει δικά τους παιδιά, ο καθένας τα παιδιά που του άξιζαν.

Τι είναι η επανάσταση για σας;

Κατά βάθος μια επανάσταση είναι το «όχι» που αντιτίθεται σε ένα «ναι». Στο «ναι» της ρουτίνας όλων των πραγμάτων που αποτελούν status quo, στο «ναι» μιας κοινωνίας η οποία κατά βάθος παραμένει στάσιμη. Όλα αυτά οδηγούν σε μια επανάσταση η οποία λέει «όχι, αυτό πρέπει να το αλλάξουμε». Σιγά σιγά όμως το «όχι» μετατρέπεται σε ένα καινούργιο «ναι». Ως σήμερα τουλάχιστον αυτό συνέβαινε και νομίζω ότι είναι αναπόφευκτο.

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Ronnie James Dio (1942-2010)



Πέθανε χθες το πρωί από εξάμηνη μαχη με τον καρκίνο στου στομάχου ο Ronnie James Dio, τραγουδιστής των Elf, Rainbow, Black Sabbath, Heaven & Hell, Dio.
(πραγματικό όνομα Ronald James Padavona)


Μια απο τις πιο χαρακτηριστικές φωνές του Heavy Rock, που αρκετούς από εμάς, μας μεγάλωσε και μας χάραξε την ψυχή, το μυαλό και ολόκληρη την εφηβεία μας με την αισθαντική φωνή του σε κομμάτια που αγαπήθηκαν και από μη λάτρεις του είδους.


Για όλους εμάς που ρίξαμε τόνους ιδρώτα σε ροκ πάρτυ, συναυλίες, σε ανήλιαγα στουντιάκια με χαλασμένους ενισχυτές και δανεικά όργανα, ακούγοντας και παίζοντας κομμάτια του, για όλους εμάς που συνδέσαμε έρωτες, χωρισμούς, ομφαλοσκοπίσεις, μεθύσια, προδοσίες, αγαπημένες αναμνήσεις και στιγμές που μας καθόρισαν και διαμόρφωσαν μερος αυτού που γίναμε με μουσική υπόκρουση κάποιο από τα τραγούδια του να γυρναει στα αυτιά μας ή σιγοτραγουδώντας το, ο θάνατός του βιώνεται πραγματικά ως ενα τέλος εποχής.
Γεννηθηκε 10 Ιουλίου 1942 και πεθανε χθες 16 Μαϊου 2010, σε ηλικία 67 ετών
Περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ και εδώ
Ας είναι ελαφρύ το χώμα...

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Άνυδρος εσω-ιδρώτας

Αγκομαχά στριγκά η στεγνή μελάνη σε πεταμένες τσαλάκες χαρτιά με ακμές που κόβουν τις λέξεις σε άλλες κατευθύνσεις.

Ένα αποτύπωμα στο πληκτρολόγιο στο γράμμα Α με κοιτάει με βουβό οίκτο και συγκατάβαση

Βαραίνουν τα στοιχεία ενοχής που κουβαλά όπως όλα τα αποτυπώματα κάθε είδους Μαζί με στάλες DNA σε μια λευκή σελιδοθόνη, όλα αντάμα με βρίζουν στα μούτρα, χαράσσοντας τα αυλάκια του σκεφτόμενου ζελέ μου

Αχρησιμοποίητο το υλικό κι από πρώτο χέρι, αφού δεύτερο χέρι-ενοχικό, δεν ξεπουλάει κανείς -ούτε καν στο διαδίκτυο- κι ας είναι όλα στην φθήνια, σε προσφορές

Δεν δίνει κανείς δυάρα. πια

Ψυχές σε τυπωμένα και αδιάβαστα χαρτιά ασφυκτιούν στο γραφειάκι μου, με το μέτωπο παράλληλο στο έδαφος, με πνίγουν και κάνω έξοδο στο μπαλκόνι να φωνάξω στα φυτά μπας και κουνήσουν τα φύλλα, αλλά δεν είναι εκεί· τα πήραν βόλτα σε πορεία οι ανθοπώλες, να ψεκάσουν πάνω τους οι βοτανολόγοι την επιστήμη τους κατά ριπάς· κι όποιος δεν ξέρει, μένει με την απορία που χάσκουν έρημες οι γλάστρες να αντηχούν το κενό τους απ' έξω.

Παλιά κι η μάσκα μου και δεν περισσεύουν γι' άλλη, δεν βοηθάει δε και πολύ πια, πονάει και το πόδι πια να κλωτσάει διάφανες ασπίδες και περικνημίδες χακί βιασμένων

Δεν μπορώ να κάνω και τα 100 μέτρα κάτω από 12 δευτερόλεπτα που έλεγε και το ένα από τα ρεμάλια κι οι σόλες μου φαγωμένες από τα χιλιόμετρα, στην ανηφόρα με γλιστράνε προς τα κάτω.

Γελώ πικρά που προσπαθώ να τρέξω να ξεφύγω απ’ ότι με προσπερνάει κι όλο πίσω τ’ αφήνω κι όλο μπροστά μου βγαίνει.

Ψάχνω στις καβάτζες μου για χώμα και υπολείμματα λιπάσματος μπας και μου χαμογελάσει κανένας σπόρος από τους παλιούς και καβατζωμένους μιας και δεν μπορώ πλέον να αλετρίσω, ψάχνω με μισό φως τρεμάμενο από παλιά σπαρματσέτα, υγρά και φθαρμένα· και τι να βρω που όλες οι προμήθειες ανάγκης παλιοκαιρίζουν σε τακτοποιημένες κούτες από το ΙΚΕΑ, μόνο ξεραμένη και στείρα λάσπη βρίσκω σε κόμπους, τυλιγμένη βιαστικά σε παλιά αποκόμματα, να θρυμματίζονται στα χέρια μου με μια μυρωδιά παλιά και τυφλή, σαν τους επαίτες έξω από τα εμπορικά κέντρα.

Βαράει ο ήλιος κατακούτελα, τα έκαψε όλα, με κάτι παλιές σελίδες φτιάχνω σκίαστρο και γύρω γύρω σκάβω, άχαρος τόπος, σιωπηλός, πνιγμένος σε οστά χωρίς τιμή, πέτρες και απολιθωμένες στιγμές.

Δεν μείνανε πολλοί όσοι τσαπίζουν κι ακόμη λιγότεροι όσοι οργώνουν.

Μπορεί να ‘ναι που το υνί βάρυνε και έγινε ασήκωτο, κουρνιαχτός το σβάρνισμα και η σπορά μεταλλαγμένη

Τι τα θες, η Γη μπορεί να θέλει τους Αντρειωμένους της, αλλά κι αυτών σώνεται ο νταλκάς, η υπομονή και ο ιδρώτας

«κι αυτός ο πούστης ο ήλιος δεν τελειώνει ποτέ»

Άνυδρος ο τόπος γεννάει και θάβει διψασμένους κι αδιάφορους

Στο μεσοδιάστημα, καμιά βροχή που και που, έτσι ίσα ίσα για να συντηρείται η λάσπη και ξανά από την αρχή

Τίποτα δεν φτάνει όμως στις ρίζες τελικά και πουθενά μια στάλα νερό, να δροσίσει την κάψα των αστικών οστών και την μοναξιά των αποκεντρωμένων σκέψεων

Άστα, με ημίμετρα την βγάζουμε, να πίνουμε μελάνι και να φτύνουμε υπομονή σε λέξεις

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Καλή σας επιτυχία

Μοιάζει με επετειακό λόγο κι ηχεί τετριμμένος, ανούσιος κι ανόητος. Ιδίως μάλιστα τον καιρό αυτόν, μ’ όλα όσα γίνονται γύρω μας στο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πεδίο. Νιώθω όμως την ανάγκη να τον εκφράσω. Γιατί στον απόηχο των ταξικών συγκρούσεων και στην μικρή ανάπαυλα του κοινωνικού αναβρασμού, ενόσω η κυβέρνηση με ψευτονταηλίκια σε βάρος του ΣΕΒ προσπαθεί να ξαναφορέσει το φιλολαϊκό της προσωπείο, ενόσω ο ΠΑΟΚ εξασφαλίζει σε βάρος του Ολυμπιακού την είσοδό του στα ευρωπαϊκά σαλόνια, ενόσω ο Αλκαίος ετοιμάζεται για το διαγωνισμό τραγουδιού, ενόσω ο Μπουνιάς τα ξαναβρίσκει με τη Δημητρίου, ενόσω…, ενόσω…, ενόσω…, αρχίζει από αύριο μια άλλη μάχη, σιωπηλή κι αμίλητη, αγχωτική κι απελπισμένη. Είναι η μάχη της ξοδεμένης νιότης στο πεδίο της λευκής σελίδας μ’ αντίπαλο τον παραλογισμό του εκπαιδευτικού συστήματος και με ουσιαστικό διακύβευμα την προστασία του μυαλού και της ψυχής. Όσου μυαλού κι όσης ψυχής διασώθηκαν από το ως τώρα χάλασμα.
Σκέφτομαι να τους ευχηθώ «καλή επιτυχία» κι ακούω μέσα μου κάτι να ουρλιάζει. Τι να πω; Καλή σας επιτυχία, λοιπόν.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Η ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΔΕΝ ΘΑ "ΧΡΕΩΘΕΙ" ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ/ANAΡΧΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ


ΦΑΣΙΣΤΕΣ,ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΚΑΙ ΜΗΔΕΝΙΣΤΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΟΦΙΣΣΕΣ



ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ "ΜΑΡΦΙΝ",ΣΤΙΣ 5 ΜΑΗ



ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟ ΑΛΕΞΗ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟ,ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ ΠΟΥ ΑΦΗΣΕ ΤΥΦΛΗ ΤΗΝ ΕΡΓΑΤΡΙΑ ΚΩΝΣTΑΝΤΙΝΑ ΚΟΥΝΕΒΑ,ΤΟΝ ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟ "ΚΑΤΑΛΑΘΟΣ" ΑΠΟ ΣΦΑΙΡΕΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ,ΕΡΓΑΤΗ ΝΙΚΟΛΑ ΤΟΝΤΙ



ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΝΑ ΞΑΝΑΦΩΝΑΞΟΥΜΕ

ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟΤΕ,ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ



ΧΑΜΙΝΤΟΥΛΑΝ ΝΑΤΖΑΦΙ

15ΧΡΟΝΩΝ, ΝΕΚΡΟΣ

ΦΕΡΣΤΕ ΝΑΤΖΑΦΙ

11 ΧΡΟΝΩΝ,ΤΥΦΛΗ



ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΑ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟI ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ "ΜΑΡΦΙΝ",ΣΤΙΣ 5/5/2010

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΖΟΥΛΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΤΣΑΚΑΛΗΣ



Η ΣΙΩΠΗ KAI H AΔΙΑΦΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΕΝΟΧΗ



ΚΑΙ ΣΙΩΠΗΛΟΥΣ, ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΣ, ΕΝΟΧΟΥΣ, ΣΥΝΕΝΟΧΟΥΣ Ή ΑΥΤΟΥΡΓΟΥΣ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΦΟΝΟ ΔΕΝ ΘΑ EXETE ΤΟΥΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ



ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ

ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΑΚΡΥΓΟΝΑ,ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΒΙΑΙΟΤΗΤΑ,ΤΗΝ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΜΕ ΠΟΥ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΟΥΝ ΤΟΥΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ ΩΣ ΧΩΡΟ "ΤΥΦΛΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ" ΚΑΙ " ΑΔΙΣΤΑΚΤΩΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΩΝ"



Η ΦΩΝΗ ΜΑΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ

ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΗ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΣΥΝΕΧΗ ΔΙΩΓΜΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΦΕΝΤΕΣ ΚΑΤΑΠΙΕΣΤΕΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ, ΜΑ ΠΑΝΤΑ ΟΡΘΙΑ ΝΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΙ ΤΗΝ ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΖΩΗΣ

"ΕΣΕΙΣ ΜΙΛΑΤΕ ΓΙΑ ΖΗΜΙΕΣ,ΕΜΕΙΣ ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΖΩΕΣ"

ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΑΞΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΖΩΗ ΠΕΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ ΤΗΣ "ΑΓΟΡΑΣ" ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ ΣΑΝ "ΔΑΝΕΙΟ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ","ΟΜΟΛΟΓΟ" ΚΑΙ "ΕΘΝΙΚΟ ΧΡΕΟΣ"

ΕΜΕΙΣ ΜΙΛΑΜΕ ,ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ, ΓΙΑ ΖΩΕΣ

Ο ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΔΙΚΙΑ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΑΠΕΥΘΥΝΘΕΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ,ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΛΑΟ ΓΙΑ ΝΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙ ΟΛΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΠΕΧΘΕΙΑ ΚΑΙ ΜΙΣΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟ ΤΑΓΜΑ ΕΦΟΔΟΥ ΠΟΥ ΣΤΙΣ 5 ΜΑΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕ ΕΝ ΨΥΧΡΩ ΚΑΙ ΜΕ ΜΑΦΙΟΖΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΡΙΑ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ

ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ "ΜΑΡΦΙΝ",ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΣΤΑΔΙΟΥ 23



ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΑΠΛΑ ΝΑ ΤΟ ΛΕΣ, ΑΛΛΑ ΝΑ ΖΕΙΣ ΜΕ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΩΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ, ΜΕ ΨΗΛΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΚΑΙ ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΟΛΕΣ ΣΑΣ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ



ΤΡΕΦΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΜΕ ΕΚΕΙΝΗ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΤΙΜΩΡΗΤΟΥΣ ΦΟΝΙΑΔΕΣ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΠΟΥ ΕΥΘΥΝΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ,ΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΠΟΛΙΤΕΣ,ΔΙΑΔΗΛΩΤΕΣ,ΕΡΓΑΤΕΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ 1974 ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ



ΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο "ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΧΘΡΟΣ" ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΧΥΝΟΥΝ ΜΕ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΨΕΥΤΙΚΑ ΔΑΚΡΥΑ ΓΙΑ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΣΤΗΝ "ΜΑΡΦΙΝ" ΚΑΙ ΠΟΥ ΖΗΤΟΥΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ,ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ,ΤΟ ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗ "ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ", "ΘΥΣΙΕΣ" ΚΑΙ "ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ" ΓΙΑ ΤΟ "ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ", ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ, ΜΙΖΕΡΙΑ, ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ



Ο ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ ΚΑΙ ΞΕΚΑΘΑΡΟ ΠΩΣ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΕΙ ΠΟΤΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΦΑΣΙΣΤΟΕΙΔΗ ΑΠΟΒΛΗΤΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ "ΧΡΕΩΘΕΙ" ΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΑΛΗΤΕΙΑ ΤΟΥ "ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ" ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ "ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ" ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΣΠΑΕΙ ΚΑΙ ΛΕΗΛΑΤΕΙ ΜΑΓΑΖΙΑ, ΠΟΥ ΠΡΟΒΟΚΑΡΕΙ ΚΑΙ ΑΜΑΥΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΗ ΟΡΓΗ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ

Ο ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΕΣ,ΤΡΑΜΠΟΥΚΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ ΟΠΩΣ ΕΧΕΙ Η ΚΡΑΤΙΚΗ ΓΙΑΦΚΑ ΚΑΙ ΣΥΜΜΟΡΙΑ

ΑΛΛΑ ΑΓΝΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΙΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΑΣ, ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΜΑΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΝΤΥΜΕΝΑ ΣΤΟ ΓΕΛΙΟ, ΣΤΗΝ ΧΑΡΑ, ΣΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ, ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ, ΣΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΟΥΣ, ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΠΑΙΔΙΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΑΔΕΛΦΩΝ



ΟΠΟΙΟΙ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ,ΜΕ Ή ΧΩΡΙΣ "ΚΟΥΚΟΥΛΑ"

Ο ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΔΩΣΕΙ ΠΟΤΕ

ΚΑΜΙΑ "ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ" ΚΑΙ "ΚΑΛΥΨΗ" ΣΤΗΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΗΣΕ ΣΤΙΣ 5/5/2010 ΤΑ ΤΡΙΑ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ "ΜΑΡΦΙΝ"

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΣ ΤΟΥΣ



ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

ΧΩΡΙΣ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ, ΧΩΡΙΣ ΕΞΟΥΣΙΑ

ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΔΗΜΙΟΥΣ ΚΑΙ ΘΥΜΑΤΑ, ΧΩΡΙΣ ΣΚΛΑΒΟΥΣ ΚΑΙ ΑΦΕΝΤΙΚΑ



ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΜΑΖΙ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΖΩΗ, ΓΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ



αναρχικη πρωτοβουλια στα νοτια

εκτακτη συνελευση της @ναρχικης συνειδησης εναντια στην βαρβαροτητα και στην τρομοκρατια της καθε εξουσιαστικης συμμοριας

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

Όχι στο όνομά μας



ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ Όχι στο όνομα των αγώνων μας – Όχι στο όνομά μας


Δε θα μπορούσα παρά να προσυπογράψω. Διαβάστε εδώ ένα σχετικό κείμενο. Είναι εξαιρετικό.

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Τι θέλεις να σου πω;




Πες μου τι περιμενεις να γράψω;

«Κάτω» ήμουν, μεσα στους πολλούς, με λίγους φίλους που χαθηκαμε κιόλας, (ενταξει, όλοι καλά είναι, ευτυχώς)
Να σου πω τι;
Για την απρόκλητη εμφανιση και προσπάθεια των ΜΑΤΑΔΩΝ να κόψουν την πορεία στην μεση, στο ύψος των Παλιών Δικαστηρίων, εκεί που ηταν το block των φοιτητών του Πολυτεχνείου;
(Τους έχουν άχτι μάλλον, γιατί οι μάγκες βαράνε και δεν μασάνε, το Σάββατο πάλι με αυτούς ήμουν την «κρίσιμη στιγμή»)

Να σου πω τι τους πετάγαμε; Ότι βρίσκαμε.

Να σου πω την λύσσα του κόσμου; Να στην πω κι αυτήν.

Να σου πω πως 50άρηδες εργάτες φώναζαν στους πιτσιρικάδες με τις βαρειές που έσπαγαν μαρμαρα για πολεμοφόδια, τον σωστό τρόπο να χτυπανε το μαρμαρο για να σπάσει «ωραία»;Θα στο πω κι αυτό.

Να σου πω που είδα τύπο με χρυσο ρολόϊ και καδένα παχιά σαν το δάχτυλο μου να κλαίει από τα δακρυγόνα και να ουρλιάζει «Γαμηστε τους μπάτσους!!!»;; Ε, κι αυτό θα στο πω.

Να σου πω το τι βρισίδι έριχναν παππούδες και γιαγιάδες σε Δελτάδες, ΜΑΤΑΤΖΗΔΕΣ, βουλευτές, λαμόγια. Δεν χρειάζεται, το φανταζεσαι μόνος σου.

Να σου πω πως η αδρεναλίνη ήταν τόση που μου έσκασε δίπλα το χημικό και ενώ το σύννεφο μας κάλυψε μπροστά στην Βουλή και όλοι έτρεχαν προς τα πίσω, εγω πήγαινα μόνος μου προς το σύννεφο ουρλιάζοντας;; Θα στο πω κι αυτό και με ξέρεις αρκετα για να το πιστέψεις.
(Τϊποτα δεν έβλεπα αδερφέ, έτρεχαν τα ματια μου ΑΛΛΑ ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΤΡΕΧΑ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΜΟΥ, ΜΠΡΟΣΤΑ ΠΗΓΑΙΝΑ, ΜΟΝΟΣ ΜΟΥ, ΜΕ ΜΙΑ ΚΩΛΟΜΑΣΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΓΥΑΛΙΑ ΚΑΙ ΈΒΡΙΖΑ ΟΥΡΛΙΑΖΟΝΤΑΣ. Δεν είχα τίποτα άλλο να πετάξω, άσε και που να είχα, έτσι όπως δεν έβλεπα μπορεί να χτύπαγα κανεναν άσχετο.
Μάλλον με περάσανε για σαλταρισμένο και δεν με ακούμπησε κανείς. ΚΡΙΜΑ…)

Τι άλλο θελεις να σου πω;
Φωτογραφίες;
Ναι τραβηξα.
Με το μυαλό μου.
Αυτές είναι που μετράνε.

Μάγκα, ζούμε κομματι Ιστορίας.

ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΙΔΙΑ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ ΦΙΛΑΡΑΚΙ!

Αυτά έχω να σου πω, τα υπόλοιπα ας τα πούνε άλλοι…

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

Αγαπημένο μου ιστολόγιο,

- Που λες, είχαμε σήμερα απεργία. Δύο άτομα σε ολόκληρο το σχολείο. Και για να μην παρεξηγούμαι, δε σου μιλάω γι' αυτούς που δούλεψαν...
- Που λες, μετράω πόσα χρόνια έχω να πάρω μέρος σε πορεία. Πάντα του γλυκού νερού, ή επί το λογιότερον του γραφείου. Πάλι καλά που με ξεκουνάει πού και πού ο Μάκης.
- Που λες, εγώ κομίζω απορίες κι εσύ (όχι ο Μάκης) βεβαιότητες. Έτσι, του είπα. Τι πάει να πει "κομίζω", με ρώτησε. Ανανεωτής-Σκληροπυρηνικός: 0-1. Όλο το Σάββατο βριζόμασταν, ένεκα η εργατική πρωτομαγιά, ώσπου στο τέλος έγινα τύφλα στο μεθύσι. Αυτός απ' ό,τι έμαθα συνέχισε να πίνει. Το φελέκι μου, ούτε και στα τσίπουρα δεν μπορώ να τους παραβγώ...
- Που λες, μαθαίνω ότι αν θέλω πλήρη σύνταξη πρέπει να μείνω μέχρι τα 74. Για να τους τη φέρω, λοιπόν, αποφάσισα να αντέξω και να τη χαρώ μέχρι τα 114. Εμ τι νόμιζαν, ότι θα με πιάσουν κορόιδο;
- Που λες, ντρέπομαι να κοιτάξω τους μαθητές μου στα μάτια και για να αποφύγω τις θυμωμένες απορίες τους όλο στο χαβαλέ το ρίχνω. Ε ρε, αξιολόγηση που μου χρειάζεται...
- Που λες, ο Σπύρος αραίωσε, ο Νίκος έχει καιρό να στείλει κι εγώ σέρνομαι. Μια βιβλιοκριτική κι ένα διήγημα περιμένουν εδώ και μια βδομάδα. Πάω για ύπνο.



Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Αχάριστοι!

Σ’ ό,τι ανακοινώθηκε σήμερα από τον υπουργό , υπάρχει μια διάσταση που έστω και μικρής σημασίας δε θα έπρεπε να διαφύγει την προσοχή μας. Αναφέρομαι στην επικοινωνιακή διαχείριση των νέων μέτρων και στις περίτεχνες στρατηγικές που εφαρμόστηκαν από την κυβέρνηση για τη κατασκευή της συναίνεσης.

Απ’ τη μια ο πρωθυπουργός, ανήσυχος-θλιμμένος-αποφασιστικός, να κρούει κάθε τρεις και λίγο τον κώδωνα του εθνικού κινδύνου, απ’ την άλλη ο Παπακωνσταντίνου να περιφέρει την απόγνωσή του μεταξύ Αθηνών-Βρυξελών και εντέλει τα ΜΜΕ. Τα ΜΜΕ, που πέρα από τον αποπροσανατολισμό, τα ΜΜΕ που πέρα από την κινδυνολογία, τα ΜΜΕ που πέρα από την παραπληροφόρηση επιτέλεσαν τις τελευταίες μέρες και έναν πρόσθετο ρόλο.

Εδώ και μια βδομάδα διέδιδαν τα παπαγαλάκια τους (μιλάω για τις πιο έγκριτες εφημερίδες) ότι είναι οριστικά χαμένος ο 13ος και ο 14ος μισθός στο δημόσιο. Η μάχη, λέγανε, δίνεται μόνο για τα αντίστοιχα επιδόματα στον ιδιωτικό τομέα. Φανταστείτε την απογοήτευση, την απελπισία, τον τρόμο, την αγανάκτηση που ένιωθαν όλες αυτές τις μέρες χιλιάδες ελληνικές οικογένειες. Σκεφτείτε τες να τα βάζουν κάτω, να κόβουν αποδώ κι από κει, να σχεδιάζουν λιγότερες ή και καθόλου διακοπές και στο τέλος να καταλαβαίνουν ότι δεν πάει. Ότι δε βγαίνουν με τίποτα.

Και να που έρχεται αναπάντεχα ο Παπακωνσταντίνου. Κόβει αποδώ, κόβει αποκεί, αλλά όχι όσο μας πληροφορούσαν, και μάλιστα με απόλυτη βεβαιότητα, τα ΜΜΕ. Για παράδειγμα, το επίδομα γιορτών πάει, αλλά στη θέση του εμφανίζεται το δώρο. Κάτι είναι και αυτό. Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν το υπολόγιζε μέχρι τώρα. Οπότε;

Οπότε μετριάζεται η αγανάκτηση. Ενδεχομένως, κάποιοι θα νιώσουν κι ευγνωμοσύνη. Ευγνωμοσύνη, που ο ανήσυχος πρωθυπουργός μας και ο ακούραστος υπουργός μας έδωσαν τη μάχη με τους κακούς και, τελικά, κατάφεραν μια έστω και μικρή νίκη.

Είδατε; Κάνουν ό,τι μπορούν. Αχάριστοι… Ε, αχάριστοι.