Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Του Μαγιού οι μυρωδιές

Δεν μου ανήκει πλέον τίποτα. Ούτε καν εγώ ο ίδιος. Για να είμαι δίκαιος, έτσι ήταν απ’ την αρχή κι ας μην ήθελα να το πιστέψω. Αλλά ήρθαν πριν από κάποιες μέρες και μου το είπανε ξεκάθαρα: μια απλή υποδιαίρεση στο κλάσμα του δημόσιου χρέους το είναι μου. Εδώ και μια βδομάδα λοιπόν στέκομαι εγκλωβισμένος ανάμεσα σε μηδενικά που με κυκλώνουν.

Κλείνω τα μάτια. Δε θέλω να βλέπω. Κλείνω τα αυτιά. Δε θέλω να ακούω. Όλη μου η ύπαρξη συγκεντρωμένη στη λειτουργία της όσφρησης. Υπάρχει κάτι που πλανάται στον αέρα. Προσπαθώ να καταλάβω. Όχι δεν είναι του Μαγιού οι μυρωδιές. Βενζίνη είναι. Απ’ άκρη σε άκρη χυμένη βενζίνη σε όλη τη χώρα.

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Ποιον σημαδεύει το περίστροφο;

Το περίστροφο πάνω στο τραπέζι είναι πλέον γεμάτο, μας διαβεβαιώνει με κατηγορηματικό τρόπο ο Γεώργιος Β΄, o Μεγαρομάξιμος. Πέρφεκτ, που λένε και οι αγγλοσάξονες, το δεχόμαστε ως υπόθεση εργασίας και προχωράμε ευθύς στα θεμελιώδη ερωτήματα που αναπόφευκτα προκύπτουν εκ της ανωτέρω παραδοχής.
Ερώτημα πρώτον: Ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του πιστολιού;
Ερώτημα δεύτερον: Ποιος πρόκειται να το χρησιμοποιήσει σε περίπτωση που κάτι τέτοιο καταστεί αναγκαίο;
Ερώτημα τρίτον: Ποιόν ή ποιους θα πυροβολήσει σε τέτοια περίπτωση ο χρήστης και – κυρίως- ποιος ή ποιοι θα λάβουν τη δύσκολη αυτή απόφαση;
Μελετώντας προσεκτικά τα δεδομένα η στήλη κατέληξε σε κάποιες απαντήσεις, τις οποίες θέτει σε στρογγγυλή επιτραπέζια συζήτηση, γύρω ακριβώς από το περίστροφο:
Πρώτον, πραγματικός κάτοχος του πιστολιού είναι όντως ο πρωθυπουργός.
Δεύτερον, χρήστης του συγκεκριμένου περιστρόφου δεν πρόκειται να υπάρξει, αφού το τελευταίο αναπαύεται πάνω στο τραπέζι. Τα στατιστικά στοιχεία, αντλημένα από πλήθος αστυνομικών μυθιστορημάτων και ταινιών, βεβαιώνουν ότι μόλις στο δέκα τοις εκατό των περιπτώσεων ένα πιστόλι εναποτίθεται στην επιφάνεια ενός επίπλου προκειμένου να απειλήσει κάποιον ή κάποιους. Συνήθως εγκαταλείπεται εκεί αθέλητα από τον απειλούμενο ιδιοκτήτη του, τα χέρια του οποίου είναι πλέον ανυψωμένα προς τα ουράνια, ή πλεγμένα πίσω από τον σβέρκο.
Τρίτον, εφόσον το εν λόγω όπλο δεν απειλεί κανέναν, το ερώτημα, και η συνακόλουθη απάντηση, οφείλουν να μετατοπιστούν σε ένα διαφορετικό πεδίο. Η εκδοχή μου είναι η εξής: Ο σεπτός Μεγαρομάξιμος είναι περικυκλωμένος από τέσσερις βλοσυρούς ενόπλους: τον χερ Σπρεντ, εκπρόσωπο του αδίστακτου Συνδικάτου των Αγορών, τον μεσιέ Ζαν Κλοντ, υπεύθυνο Τοκοφόρων ΕΚΤαμιεύσεων της διαβόητης νευροζώνης, τον μεσιέ Ντομινίκ, αφεντικό της τρομερής Δρεπανηφόρας Νομισματικής Τάξης και τη φράου Αγγέλα, πανίσχυρη Ιέρεια της Νευρωνικής Ανομοσπονδίας.
Δεδομένων των μεταξύ τους αντιθέσεων, οι τέσσερις πιστολέρος κρατούν από ένα όπλο στο κάθε τους χέρι. Με το δεξί απειλούν τον αιχμάλωτο, ενώ το αριστερό το έχουν στραμμένο εναντίον των υπολοίπων οπλοφόρων, ώστε να αποκλείσουν εν τη γενέσει της κάθε απόπειρα ανατροπής των ρευστών μεταξύ τους συσχετισμών.
Παρά το γεγονός ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με τα σκοτεινά στόμια των περιστρόφων, ο Δούναβης της πολιτικής σκέψης χαμογελά και ατενίζει με αισιοδοξία τις αχτίδες του ήλιου, που ήδη ξεμυτίζουν από τα περιοδεύοντα σκοτεινά νέφη. Γνωρίζει πως ακόμα κι αν τα όπλα εκπυρσοκροτήσουν, το αλεξίσφαιρο γιλέκο που φορά κάτω από το κουστούμι του, αγορασμένο ακριβά από τους ίδιους τους ένοπλους επιτηρητές του, θα εποστρακίσει αποτελεσματικά τις σφαίρες, κατευθύνοντάς τις ορμητικά προς τα κορμιά των δύστροπων υπηκόων του.

Ν. Κουνενής, εφημ. Δρόμος της Αριστεράς

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Τι να λέμε τώρα...

Γνωστή λίγο πολύ η υπόθεση. Κυρίως στην περιοχή μας. Έτυχε κάποτε να γράψω κάτι σχετικό. Να γράψω ότι το σχολείο δεν είναι ούτε μπορεί να γίνει στρατόπεδο. Να γράψω ότι οι μαθητές δεν είναι ούτε μπορεί να γίνουν τρόφιμοι φυλακής. Να γράψω ότι οι εκπαιδευτικοί δεν είναι ούτε μπορούν να γίνουν δουλικά εκτελεστικά όργανα. Υπάρχει - ακόμη τουλάχιστον υπάρχει - κι η παιδαγωγική διάσταση του πράγματος. Έστω και σε πείσμα της πιο μακιαβελικής αντίληψης περί εκπαιδευτικής διοίκησης.
Εν πάση περιπτώσει. Από τότε τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Το κλίμα εξομαλύνθηκε. Ό,τι έμεινε είναι μια κακή ανάμνηση. Μια κακή ανάμνηση κι ένα ξεδιάλεγμα.
Α, ναι! Υπάρχει και κάτι ακόμη. Κάτι σαν κακόγουστο ανέκδοτο ή σαν το τελευταίο επεισόδιο μας κακής φαρσοκωμωδίας.
Την Τετάρτη 28 Απριλίου, σαράντα στον αριθμό εκπαιδευτικοί (κι άλλοι επτά γιατροί και γονείς) σερνόμαστε στο δικαστήριο. "Παράβαση καθήκοντος" και "νόθευση βαθμολογίας". Που μπήκαμε μπροστά για να προστατεύσουμε τρεις μαθητές μας. Ούτε μασάω τα λόγια μου ούτε υπερβάλλω. Έτσι ακριβώς είναι τα πράγματα: για να προστατεύσουμε τρεις μαθητές. Αλλά τι να λέμε τώρα...

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Εισήγηση

Είναι η εισήγησή μου στη σημερινή παρουσίαση. Έχει ως εξής:


Κανονικά δε θα ’πρεπε να πω τίποτα. Είθισται άλλωστε σε τέτοιες εκδηλώσεις.
Κάθεσαι λοιπόν βουβός μ’ ένα στιλό στο χέρι. Πού και πού κάνεις ότι σημειώνεις κάτι, έτσι για το φαίνεσθαι. Τίποτα βέβαια το σπουδαίο. Τις πιο πολλές φορές μάλιστα το πιθανότερο είναι να μουντζουρώνεις. Όχι ότι δεν σε ενδιαφέρουν αυτά που λένε οι εισηγητές. Ίσα ίσα. Αφού για το βιβλίο σου μιλάνε. Με το που εκφράζονται λοιπόν κολακευτικά, ανασηκώνεσαι στην καρέκλα σου και κουνάς επιδοκιμαστικά αλλά διακριτικά το κεφάλι. Όταν πάλι, ασκούν αρνητική κριτική συνοφρυώνεσαι, αλλά για λόγους ανωτερότητας δεν λες τίποτα. Εσένα οι κακίες, πιθανώς κι οι ζήλιες τους, δε σ’ ακουμπάνε. Το ξέρεις, άλλωστε, πολύ καλά: το βιβλίο σου είναι ένα αριστούργημα.
Έρχεται, λοιπόν, η ώρα να μιλήσεις. Αναρωτιέσαι τι να πεις. Η μουντζούρα ολοένα και μεγαλώνει. Αφήνεις το στιλό και παίρνεις το στοχαστικό σου ύφος. Το πολύ στοχαστικό σου, όμως. Ανοίγεις το μικρόφωνο. Ευχαριστίες, χαιρετισμοί κτλ. κτλ. «Ό,τι είχα να πω, το είπα στο βιβλίο μου» συμπληρώνεις με σιβυλλική διάθεση και βυθίζεσαι ξανά στη σιωπή. Χαμηλώνεις το κεφάλι σεμνά, αλλά με την άκρη των ματιών κόβεις αντιδράσεις. Δείχνεις να μη σε ενδιαφέρει τίποτα, αλλά το ξέρεις καλά: το χειροκρότημα είναι που σε μέλει.
Είναι μια χαρακτηριστική εικόνα. Υπάρχουν ασφαλώς χιλιάδες ανάλογες. Όπως το να έχεις γράψει ένα μυθιστόρημα που ονομάζεται «Αστοχία Υλικού» και να το παρουσιάζεις σε μια επαρχιακή πόλη, φερ’ ειπείν στα Γιαννιτσά. Να βρίσκεσαι στην αίθουσα συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου και να κάθεσαι αναπαυτικά στα υπερυψωμένα (γιατί, άραγε;) έδρανά του. Απέναντί σου σε χαμηλότερο ύψος (γιατί άραγε;) να κάθεται το κοινό σου. Οι πρώτες θέσεις (γιατί άραγε;) να καλύπτονται από τους ονομαζόμενους «επισήμους». Να ξεκινάς την εκδήλωση προσφωνώντας με τη σειρά πρώτα τους επισήμους (γιατί άραγε;), και μάλιστα έναν προς ένα, και στο τέλος (γιατί, άραγε;) όλους τους άλλους μαζί.
Υπάρχει, θα μου πείτε, το πρωτόκολλο. Ναι, το πρωτόκολλο. Το πρωτόκολλο, που αν είσαι στοιχειωδώς ικανός, ώστε να το πλαισιώσεις με τις κατάλληλες τεχνικές διαχείρισης της προσωπικής σου εικόνας, μπορείς να τα πας μια χαρά: και το άγχος σου θα ανακουφίσεις και την αμηχανία σου θα κρύψεις και τις εντυπώσεις θα κερδίσεις.
Είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για να δικαιώσεις το ρόλο σου. Παίρνεις μια δοκιμασμένη φόρμα και την αναπαράγεις αυτούσια. Το πολύ πολύ, και για να διασώσεις τα προσχήματα απέναντι στον εαυτό σου, βάζεις και μια δυο πινελιές πρωτοτυπίας, όπως αυτές που διακρίνουν οι υποψιασμένοι στην ομιλία μου. Από εκεί και πέρα, τα πάντα εξελίσσονται δίχως δυσάρεστες εκπλήξεις και ενοχλητικά απρόοπτα. Γιατί ως γνωστόν, οι νεωτερισμοί ξενίζουν. Ενίοτε δε παρεξηγούνται κιόλας. Πολύ δε περισσότερο, όταν αντίκεινται στις παγιωμένες σχέσεις εξουσίας.
Σκέφτομαι όμως πίσω από πόσα τέτοια πρωτόκολλα στεγάσαμε τις ανασφάλειες, για να επιβεβαιώσουμε τις μικρές και τις μεγάλες εξουσίες ή να υποφέρουμε τις μικρές και τις μεγάλες υποτέλειες της καθημερινότητάς μας. «Αλλά εγώ που εφαρμόζω εδώ και τόσα χρόνια» εκμυστηρεύεται στην αγαπημένη του ο ήρωάς του βιβλίου μου μιλώντας για τα πρωτόκολλα της γλώσσας «σ’ το λέω μια και καλή για να το βάλεις στο μυαλό σου: δεν υπάρχει καμία περίπτωση σ’ αυτήν εδώ την εταιρεία να επιτρέψουν να παγιωθεί κάποιο λάθος».
Κι όμως υπάρχει περίπτωση. Αρκεί να ψάξει κανείς. Εγώ, για παράδειγμα, τη βρήκα στη λογοτεχνία, έστω κι αν δεν είμαι τόσο αφελής, για να παραβλέπω τα λογής λογής λογοτε-χνικά πρωτόκολλα που οργανώνουν σχέσεις εξουσίας εντός του λογοτεχνικού κύκλου. Απ’ το πρώτο λοιπόν βιβλίο ως αυτό που σήμερα παρουσιάζεται, το κύριο θέμα που μ’ απασχολεί είναι η συγκαλυμμένη θλίψη που φωλιάζει, η καταπιεσμένη τρέλα που ελλοχεύει και η ματαιωμένη ζωή που σφαδάζει πίσω από τις πρωτοκολλημένες σχέσεις, πίσω από τις πρωτοκολλημένες σκέψεις, πίσω από τις πρωτοκολλημένες ζωές μας.
Αν λοιπόν θέλετε να καταλάβετε τι είναι αυτό που θέλω να σας πω, απομακρυνθείτε λίγο από την αφήγηση. Είναι άλλωστε κάτι παραπάνω από ορατή η υστέρησή μου στη δράση και στην πλοκή. Ρίχνω το βάρος πάντα σε αυτό που θέλω να πω. Προσέξτε κάποιες υποφωτισμένες διατυπώσεις. Όπως αυτή για τα άταφα πτώματα που κρατά έξω από το λάκκο του μυαλό του ο ήρωας ή στο παράπονο της Ελπίδας που νιώθει κάθε χρόνο να ξανασκυλεύει το Πολυτεχνείο ή στην ενόχληση του προϊσταμένου που οι υπάλληλοί του επιμένουν να διατηρούν την ιδιότητα του προσώπου ή στο βολικό καταφύγιο που βρίσκει ο Θάνος σε μια αμνήμονα αλήθεια.
Δε θέλω να σας κουράσω απαριθμώντας κι άλλες τέτοιες φράσεις. Ο καθένας, άλλωστε, μπορεί να εντοπίσει διαφορετικές απ’ αυτές που εγώ έχω ξεχωρίσει. Νομίζω ότι σε αυτές πρέπει να στρέψει κυρίως το ενδιαφέρον του ο υποψιασμένος αναγνώστης, αν πραγματικά νιώθει ότι αξίζει τον κόπο να αντιληφθεί αυτό που θέλω να πω μέσα απ’ το βιβλίο μου.
Θα μου πείτε τώρα για ποιο λόγο σας το κρατώ μυστικό.
Εξηγούμαι, λοιπόν.
Κατά το πρωτόκολλο, πρέπει να κάνω ότι κρατώ σημειώσεις. Τόση ώρα μουντζούρωνα. Κατά το πρωτόκολλο, πρέπει να κάνω ότι παρακολουθώ τους ομιλητές. Τόση ώρα τους παρακολουθούσα. Κατά το πρωτόκολλο, πρέπει να πάρω τον λόγο. Μόλις πριν από λίγο τον πήρα. Κατά το πρωτόκολλο, πρέπει να πω «ό,τι είχα να πω το είπα μέσα από το βιβλίο μου».
Ε, λοιπόν σας το λέω δεύτερη φορά: ό,τι είχα να πω το είπα μέσα από το βιβλίο μου.

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Συνεδρία πρώτη

(Εξαιρετικά αφιερωμένο. Ξέρεις εσύ)
Να σας πω για τα παιδικά μου χρόνια; Καλά, αφού θέλετε τόσο πολύ να μάθετε, θα σας πω.

Καθόμουνα στο πρώτο το θρανίο. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί, αλλά ενώ η αριστερή και η δεξιά σειρά ήτανε γεμάτες, η δική μου παρέμενε πάντα άδεια. Όταν λοιπόν παίζανε χαρτοπόλεμο οι συμμαθητές μου, όλα σε εμένα πέφτανε. Από αεροπλανάκια και σβήστρες μέχρι βιβλία και τσάντες. Τι να κάνω κι εγώ; Καθόμουνα στη μέση και τις έτρωγα. Νομίζω πάντως ότι με ζηλεύανε. Να, που ήμουν πρώτος στα μαθήματα. «Ποιο καλό παιδί θα μου πει ποιος έσκισε το τετράδιο της Μαιρούλας;» ρωτούσε η κυρία. Μόνο εγώ σήκωνα το χέρι, για να απαντήσω.
Όταν χτύπαγε το κουδούνι, ερχόταν η Μαιρούλα να με βρει. Αλλά δε θέλω να πάει το μυαλό σου στο κακό. Μου είχε απαγορέψει ο πατέρας μου να πασπατεύω τα κορίτσια και μια μέρα που μ’ έπιασε να απλώνω το χέρι μου στη Μοσχούλα – την κατσίκα μας, βρε, θυμάσαι; - έφαγα της χρονιάς μου. Καλός άνθρωπος αλλά λίγο ξεχασιάρης. Να, μου είπε «απαγορεύεται» αλλά ξέχασε να μου πει μέχρι πότε. «Ρε πατέρα» του λέω μια μέρα «μπορώ τώρα;». Με κοίταξε με ένα απλανές βλέμμα σαν χαμένος και ξέσπασε μπροστά μου σε λυγμούς. Μάλλον θα συγκινήθηκε που ήμουν τόσο υπάκουος. Τήρησα, βλέπεις, την εντολή του μέχρι τα τριάντα ένα μου χρόνια.
Σου έλεγα όμως για το διάλειμμα. Να δεις εσύ πόσο ψηλά πηδούσα στο λάστιχο και πόσο εύκολα έπιανα την μπάλα στα μήλα. Τα αγόρια πάλι λύσσαγαν απ’ το κακό τους, όταν μ’ έβλεπαν με τη Μαιρούλα. Πολεμικά ή ποδόσφαιρο δεν μ’ αφήνανε να παίξω, αλλά όταν τους έφευγε η μπάλα στο διπλανό οικόπεδο με τα λυκόσκυλα, μόνο εμένα φωνάζανε να πάω. Θυμάμαι ότι είχαμε ένα παιχνίδι, που ήταν το αγαπημένο μου. Το λέγαμε: ο «ροχάλας». Με βάζανε, που λες, σημάδι στα τέσσερα μέτρα και παραβγαίνανε στο φτύσιμο. Δυσκολεύονταν, αλλά όλο και κάποιος τα κατάφερνε. Μ’ έπαιρναν τότε και με σήκωναν στους ώμους και με πήγαιναν γύρω γύρω σ’ όλο το σχολείο.
Αλλά κι η μαμά με αγαπούσε πολύ. Για να μην κουράζομαι, δε με άφηνε να βγαίνω καθόλου από το σπίτι, παρά μόνο το βράδυ της Ανάστασης. Δώδεκα παρά έξι πηγαίναμε, δώδεκα και έξι γυρνούσαμε. Μπροστά εγώ, πέντε μέτρα πίσω η μαμά.
Όλη μέρα κλεισμένος στο δωμάτιο, δεν είχα τι να κάνω. Ή κοιμόμουνα ή διάβαζα λογοτεχνία. Τι; Τιραμόλα, Μπλέικ, Μίκι Μάους, Μικρό Σερίφη, Ταρατατά. Όλους δηλαδή τους κλασικούς. Τρεις φορές τη βδομάδα ερχόταν στο σπίτι μας κι ο παπάς για ευχέλαιο. Για να σου πω την αλήθεια βαριόμουνα, αλλά δεν γινόταν κι αλλιώς. Μου το είχαν πει ξεκάθαρα: ή θαύμα ή πλαστική εγχείριση. Τι να κάνω κι εγώ; Λεφτά δεν είχαμε. Οπότε περίμενα το θαύμα. Ποιο θαύμα; Σάμπως, ήξερα;
«Θαύμα!» φώναξε μια μέρα η μαμά, όταν της είπα για τη Λίτσα. Ήταν η Λίτσα σαράντα εννιά, κι εγώ, όπως σου είπα, τριάντα ένα. Κράτησε περίπου δύο χρόνια κι όλο έλεγε πως ήμουν ο πιο όμορφος άντρας που είχε δει στη ζωή της. Άτυχο κορίτσι η καημένη. Ένεκα που γεννήθηκε τυφλή. Την παίρνω λοιπόν και την πηγαίνω σε έναν γιατρό στο εξωτερικό, να βρει το φως της. «Πρώτο εσένα θέλω να δω» μου λέει, καθώς της έβγαζαν τις γάζες. Ενθουσιάστηκε τόσο πολύ όταν με είδε, που ανέβηκε σ’ ένα παράθυρο. «Πρόσεχε» της φωνάζω. Ε, δεν πρόσεξε κι αυτή κι έγινε ό,τι έγινε. Γιατί μη νομίζεις, δεν είναι παίξε γέλασε να πηδάς από τον εξηκοστό όροφο ενός ουρανοξύστη…

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Η Β΄ ΕΛΜΕ Πέλλας, η ΔΕΠΑ Γιαννιτσών και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
σας προσκαλούν
στην παρουσίαση του νέου μυθιστορήματος του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη
ΑΣΤΟΧΙΑ ΥΛΙΚΟΥ
την Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010, στις 8:00 μ.μ.,
στην αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου Γιαννιτσών (Δημαρχιακό Μέγαρο).
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Νίκος Κουνενής, συγγραφέας-κριτικός λογοτεχνίας, ο Βαγγέλης Γούλας, συγγραφέας-σχολικός σύμβουλος-πανεπιστημιακός, και ο συγγραφέας.

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

The Koum-Kouat Revenge


(Η αρρωστημένη αισθητική και αίσθηση του χίουμορ του Vlaxou σας προετείνει να κλείσετε την μουσική του blog μόλις αρχίζετε να διαβαζετε ετούτη την ανάρτηση. Έτσι κι αλλιώς θα χρειαστεί να το κάνετε παρακάτω…)



- Βάλε άλλο ένα σε παρακαλώ


Ο μπαρτέντερ τον κοίταξε σιωπηλός, έπιασε το μπουκάλι και του γέμισε άλλο ένα σφηνάκι.

Τον λυπόταν ετούτον εδώ τον τύπο. Τόσα χρόνια στα μπαρ και στα ξενοδοχεία δεν είχε ξαναδεί άνθρωπο να γίνεται ντίρλα με αυτό το ποτό.

Από την άλλη, ούτε του είχε ξανατύχει να του ζητήσουν να βάλει κανένα cd με Γκαϊφύλλια, όπως του είχε ζητήσει πιο πρίν ετούτος ο μυστήριος.

«Δεν βαριέσαι» είπε από μεσα του ανασηκώνοντας αδιάφορα τους όμως του

«Άλλος ένας βαρεμένος» σκέφτηκε και απομακρύνθηκε στο βαθος του πάγκου και έπιασε να καθαρίζει κατι ποτήρια



Ο ΠιΧίς με την θολούρα στο μάτι και τα γυαλιά να γλυστρούν εκνευριστικά πάνω στην μυτη του, κοίταζε το παραμορφωμένο είδωλό του στον καθρέπτη του μπαρ του ξενοδοχείου.

«Χάλια καθρεπτης» σκέφτηκε, αλλα μετά συνειδητοποίησε με πίκρα πως ο καθρέπτης ήταν μια χαρά.

«Τον πστη τον Vlaxo, δίκιο έχει γμω την ομορφιά του μεσα!» σκέφτηκε και απομάκρυνε το βλέμμα του από τον καθρέπτη.

Μόλις τελείωσε την σκέψη του, τσατίστηκε με τον ίδιο του τον εαυτό που ακόμη και όταν σκεφτόταν δεν μπορούσε να βρίσει με ολόκληρες τις λέξεις.

Τους έκοβε τα φωνήεντα, παραλάσσοντας τις λέξεις ώστε η γύμνια της βρισιάς να μην τον κάνει και κοκκινήσει.

Χωρίς φωνήεντα, οι βρισιές ήταν κάπως πιο ευπρεπείς, ταίριαζαν περισσότερο με το ύφος του το μειλίχιο, το ιντελεκτουέλ και το πράο.

Σκέφτηκε μάλιστα πως πριν μπλέξει με τον ακατονόμαστο, δεν έβριζε καθόλου!

Τελικά το ρεμάλι του είχε κάνει περισσότερη ζημιά από όση νόμιζε.

Μα είναι δυνατόν τώρα, ολάκερος φιλόλογος- συγγραφεύς να σκέφτεται βρισιές και να μπεκροπίνει σε μπαρ ξενοδοχείων;

Θα μου πεις και τι έγινε στην τελική, αφού έτσι όπως έιναι τα πράγματα γύρω μας αυτή την περίοδο, βρίζουν ακόμη και οι καλοκάγαθες γιαγιάδες που πάνε στην εκκλησία κάθε Κυριακή και τρώνε λαδερά κάθε Τετάρτη.

Αυτές μάλιστα να δεις πως βρίζουν!

Βγαίνουν τα κανάλια στις λαϊκές και ρωτάνε την γνώμη τους για τους κυβερνώντες και την οικονομική κατασταση και κοκκινίζει μέχρι και οΨινάκης από αυτά που λέει ο στόμας τους.


Οσο δε για το ξενοδοχείο, ένταξει, συγκυριακό ήταν.

Γύρισε με τους μαθητές του πριν ακμια ώρα από την νυχτερική τους έξοδο και είπε να πιεί ένα ποτό μονος του στο έρημο μπαρ.

Αντάρτικα θα ήθελε τώρα να ηρεμήσει λίγο από τα χορπιδάδικο με Κιάμο, Βανδή και Κοκκίνου που τον πήγαιναν τα σκασμένα κάθε βραδυ.

Όχι τίποτε άλλο, αλλα έκανε μεγάλη προσπάθεια να κρατηθεί σοβαρός όταν έβαζαν το «Ένα μαγαζί» του Πάνου Κιάμου, ενώ το μόνο που ήθελε όταν ακουγε τέτοια άσματα ήταν να ανέβει στις μπάρες και να πετάει τα ρούχα του ένα γύρω.

Λέγονται όμως αυτά τα πράγματα; Δεν λέγονται!

Άσε μην το μάθει και ο ρεμάλης στην Αθήνα που ψοφάει για τέτοιους χαβαλέδες και ποιος τον ξεπλένει μετά

Του χρειαζόταν να ξεσκάσει λίγο, γι΄αυτό και πήγε συνοδός με τους μαθητές του σε μια 5ημερη στην Κέρκυρα, μπας και δει και λίγο κόσμο που τόσους μήνες τον είχε φαει η υπόγα και η οθόνη του υπολογιστή μεχρι να τελειώσει το βιβλίο του.

Το τελείωσε πια, το «έθαψε» μέσα του με τιμή και δόξα και του βαλε από πάνω και «σταυρό» την αφιέρωση στο ρεμάλι τον Vlaxo, το κυκλοφόρησε και σε λίγο καιρό πάμε για το επόμενο.

Τουλαχιστον ο Vlaxos τώρα θα τον άφηνε ήσυχο για μερικούς μήνες έτσι παρορμητικά συναισθηματικός γλυκοπατάτας που ηταν και θα σταματαγε να του σπάει τα νεύρα. Του αρεσε, το βιβλίο, έτσι του είχε πει και σ΄αυτά τουλάχιστον ήταν ειλικρινής ο χαλασμένος.

Αν μάλιστα ήταν και τυχερός, η αφιέρωσή του θα ενεργοποιούσε το ρεμάλι να ξεδιπλώσει επιτέλους το συγγραφικό ταλέντο του (ενταξει, μλκιες λέμε τώρα) ή τουλάχιστον θα του τροφοδοτούσε τις αντίστοιχες σκέψεις και συνειρμούς, θα τον βραχυκύκλωνε και θα ησύχαζε για κάμποσο καιρό.

Τον πήγαινε όμως κατά βάθος χωρίς να μπορεί να καταλάβει το γιατί.

Μάλλον επειδή μοιάζανε σε αρκετά πράγματα, είχαν βρει «κοινό έδαφος» που λένε. Ας πούμε είχαν και οι δύο αριστερό αλληθώρισμα, αν και ο Vlaxos παραήταν μερικές φορές, έβγαινε εκτός πλαισίου αναφοράς που λένε, ευτυχώς όμως μονο στην θεωρία

(ευτυχώς δηλαδή, γιατί δεν γούσταρε να δει το blog να μοστραρεται σε κανενα τηλεπαράθυρο τετοιες πονηρές μερες που λυσσάνε οι ρεπόρτερς για το ποιός θα τρομοκρατήσει περισσότερο τον τηλεθεατή, Βρε ούστ λέμε κοπρόσκυλα!)


Επίσης, έβγαζαν καντήλες με τον ευρύτερο πολιτικό σαλτιμπαγκισμό και τις πολλές πολιτικές φιοριτουρες και τσιριτζάντζουλες.


Ακόμη, τους άρεσαν οι λέξεις με διαφορετικό όμως τρόπο.

Ενώ για παράδειγμα ο ΠιΧις τις φρόντιζε, τις καλλιεργούσε, τις πότιζε, τις κλάδευε τους έριχνε λίπασμα εκλεκτό, ξεδιαλεγμένο με ιχνοστοιχεία για να δυναμώσουν και να βγάλουν καρπούς, ο Vlaxos τις ζούμπαγε, τις ταρακουνούσε, τις πεταγε αυτές και τα νοήματά τους δεξια και αριστερά όπου είχε σκληρή επιφάνεια, για να δει αν γκέλαρουν ή αν κάνουνς «κλατς» σαν γινωμένες ντοματες, αν αντέχουν ή αν στραπατσάρονται και μετά τις έπαιρνε, τους έβαζε ένα τσιρώτο και τις κρέμαγε ανάποδα με σκουριασμένα μανταλάκια όπου έβρισκε για να αεριστούν και να αποκτήσουν πικάντικη γεύση.


Επιπρόσθετα, είχαν και οι δύο ρυτίδες, ο μεν Πιχίς στο μετωπο από την σκέψη και τα εσωτερικά μακρουβούτια, ο δε Vlaxos από την τσατίλα και επειδή τον έσφιγγε η μάσκα και ο αναπνευστήρας στις εσω-βουτιές. Ο δε Βλαχογκρινιάρης, είχε και αρκετές μικρές ρυτίδες γύρω από τα ματια, από το πολύ γελιο και από την ένταση που του έβγαινε εκεί όταν τα έπαιρνε στο κρανίο (πράγμα που γινόταν αρκετά συχνά τελευταία)


Ο ΠιΧίς ήπιε άλλη μια τζούρα από το παράξενο ποτό και έπιασε τώρα να σκέφτεται εκείνα στα οποία διέφεραν.

Το ακαμάτικο ρεμάλι λοιπόν, ήταν φωνακλάς, παρορμητικός, κυκλοθυμικός, αντισυμβατικός σε πολλά, καλοπερασάκιας σε μερικά άλλα, μυστηριώδης όταν ήθελε, τσαμπουκαλής όταν έβλεπε αδικίες, αισχρός με τους ψευτοηθικούς, βέβηλος με τους δήθεν…


Άσε δε που (άκουσον άκουσον) ο Vlaxos δεν επινε!


Αν είναι δυνατόν δηλαδή, που να το πεις και να σε πιστέψουν, άνθρωπος που είχε δουλέψει χρόνια σαν μπάρμαν και έφτιαχνε cocktails και σφηνάκια, Καμικάζια, Οργασμούς, Μυαλά πιθήκου, Εκρήξεις, Σπέρματα του μπαρμαν, Αλαμπάμα Σλάμερ, Μπλε Λίμνες και Πράσινους Δράκους, δεν γούσταρε το αλκοόλ.

Κι αυτό γιατί δεν ήθελε – έλεγε- να αλλοιώνει την συνείδησή του και να έχει πλήρη συναίσθηση της ξεφτίλας που τον περιτριγυρίζει και αναγκάζεται να συμβιωνει μαζί της στην δουλειά, στον δρομο, στην κοινωνία.

Το πολύ πολύ μια –δύο μπύρες και στοπ.


Ο ΠιΧίς όμως έπινε αβέρτα.

Ουζο, τσίπουρο και κρασάκι, τους έδινε και καταλάβαιναν.

Αυτός όμως για τους ακριβώς αντίθετους λόγους, επειδή ήθελε μια «άμυνα», ένα σκαλοπάτι να πατήσει για να ξεχάσει την περιρέουσα μπίχλα και παρακμή, την ένδοια εννοιών και πνεύματος. ‘Όχι συχνά όμως και πάντα με μέτρο, δεν το άντεχε πια το πολύ και ας κοκρευόταν στον άλλον για να του μπαίνει.

Τωρα με τούτο εδώ το ποτό που έπινε απόψε εδω στην Δασιά, δεν κατάλαβε πως κόλλησε.

Μάλλον πίστεψε τον ακατονόμαστο που τον πήρε τηλέφωνο και του είπε να μην πιεί πολύ Κουμκουάτ, επειδή δήθεν βαράει στο κεφάλι.

Τον δούλευε πάλι ο ρεμπεσκές!

Μισό μπουκάλι είχε πιεί, είχε πάρει και την φάτσα του σουρωμένου για να πιέσει τον εαυτό του να κανει κεφάλι– μεχρι και ο μπαρμαν τον πίστεψε- αλλα ακόμη να την ακούσει.


Πως έμπλεξε μαζί του γμωτο σκέφτηκε πάλι κρυβοντας ένα φωνήεν από την βρισιά.



Κοίταξε το ρολόϊ του και σκέφτηκε πως έπρεπε να πάει να ξαπλώσει λίγο.

Αύριο είχαν το ταξίδι της επιστροφής και έπρεπε να ξυπνήσει νωρίς για να επιβλέψει τις ετοιμασίες αναχώρησης.

Έκανε να σηκωθεί και ο κόσμος άρχισε να γυρίζει γύρω του.

Πιάστηκε από την μπάρα μην πέσει κάτω.

Ρε λες να έλεγε αλήθεια ο Vlaxos;

Ξαφνικά ένοιωσε πολύ ευδιάθετος, ένα χαμόγελο κόλλησε πάνω στην ασχημόφατσά του, ακριβώς την ώρα που άρχισαν τα μεγαφωνα να παίζουν το «Ένα μαγαζί»

(κάντε δεξί κλικ στον τίτλο του τραγουδιου και ανοιξτε το σε νεο παράθυρο για να έχετε την αρμόζουσα ηχητικη καλυψη της ανάρτησης)

Αυτό ηταν πάνω από τις δυναμεις του.

Τα μέλη του άρχισαν να χορεύουν μόνα τους, ανεξάρτητα, πάνω στον ρυθμό.

Ανέβηκε στην μπάρα, ξεκούμπωσε το πουκάμισο και άρχιζε να το γυρωφέρνει στον αέρα.

Μετά από πέντε στροφές, σωριάστηκε λιπόθυμος στα χέρια του μπαρμαν.

……..

Μισή ώρα αργότερα, την ωρα που ο μπάρμαν έκλεινε τα φώτα, χτύπησε το κινητό του.


- Ναι;;; Έλα ρε Vlaxo, έλα ρε παλιόφιλε, έλα ρε παλιέ μου συνάδελφε….όλα καλά, τώρα είναι στο δωμάτιό του και κοιμάται… ναι… όλα όπως τα είπαμε… ναι βρε, Κουμκουάτ και από το καλό!Ντίρλα έγινε… Δεν το έχω ξαναδεί αυτό! … όχι ρε, ενταξει είναι, απλα αύριο θα έχει πονόκοιλο, νεράκι θα τον πάει… Ναι, μην ανησυχείς, του έβαλα και Κιάμο και τον τράβηξα με το κινητό να χορεύει στην μπάρα όπως τα είχαμε πει. Αύριο το πρωί σου στέλνω το βιντεάκι… Καλά ρε συ, τι σου έχει κανει το παλικάρι;;….




(Disclaimer: Ο ΠιΧις είναι εκδρομή με τους μαθητές του στην Κέρκυρα και ζεί την Άνοιξη, εγώ είμαι στην χαβουζούπολη και βρίζω κάτι γερους που πανε αναποδα σε μονόδρομους με τις κωλοβέσπες τους και μου γρατζουνισανε το αυτοκίνητο, μου στραβώσανε την ζάντα, μου σκάσανε το λάστιχο και με αναγκασανε πρόωρα να σκάσω 540€ για καινούρια λάστιχα και ζάντα, γαμω την καταδίκη μου. Κάπως έπρεπε να ξεδώσω κι εγώ την ομορφιά μου μεσα….)

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

Ομολογίες συγγραφέως

Κατά βάθος, το ήξερε πολύ καλά: θετό παιδί το βιβλίο του, γκαστρωμένη η μαμά στιγμή από τον μπαμπά χρόνο οι αληθινοί γονείς του και αυτός ο κληρωμένος από τα δικά του τα σκοτάδια κηδεμόνας, που το βρήκε παρατημένο στο δρόμο, το είδε δαρμένο στη ζωή των γνωστών, το άκουσε κλαμένο στα χείλη των ξένων, κι ήρθε και το περιμάζεψε λευκή σελίδα, ταίριαξε γράμματα και έβαλε ιδέες, έσιαξε ιστορία και έπλασε χαρακτήρες και να το πια μπροστά του αναστημένο, το κοιτά και το χαίρεται, αλλά βαθιά μέσα του το νιώθει, «τα παιδιά σας δεν είναι δικά σας παιδιά / είναι γιοι και θυγατέρες της λαχτάρας της ζωής να διαιωνιστεί / έρχονται με τη βοήθειά σας στη ζωή, αλλά όχι από εσάς / και δε σας ανήκουν, όσο και αν ζουν μαζί σας», όπως έλεγε ένα αγαπημένο εφηβικό ανάγνωσμα.

Το ένιωθε, άλλωστε, απ' όταν ξεκινούσε ακόμα, που για αλλού γυρόφερνε το μυαλό του και αλλού τριγύρναγε το χέρι του και έβλεπε τις λέξεις να σπάζουνε τα συντακτικά του σχήματα, τις ιστορίες να ανατρέπουν τη λογοκρατική του τυραννία και τους ήρωες να βγάζουν τις αντιασφυξιογόνες μάσκες του. Έξυνε την κούτρα του απορημένος, πάσχιζε να καταλάβει τι συμβαίνει, έλεγε να στοχαστεί βαθύτερα το πράμα, γιατί όχι, δε γίνονται αυτά, από πού και ως πού γυρεύουν να ελευθερω­θούν από το γράψιμο όσα στο γράψιμο υπάρχουν και στο κάτω κάτω μόνο αυτός ορίζει το είναι τους, μόνο αυτός χαράζει τις πορείες τους, μόνο αυτός διαφεντεύει τις ζωές τους, και αν δεν τον πιστεύουν ένα delete υπόθεση όλο κι όλο.

Τα σκεφτόταν και ησύχαζε και χαιρόταν με τον εαυτό του, συγγραφέας πια, και άνοιγε τον υπολογιστή να σαρκώσει ανθρώπους, να χτίσει κόσμους, να κατασκευάσει σύμπαντα, αλλά στόμα ανοιχτό μπροστά του η οθόνη και μια γλώσσα κρεμασμένη απ’ έξω, του έκαναν καζούρα οι ήρωες και τον περιγελούσανε και τον κορόιδευαν, που νόμιζε ο αφελής ότι θα του χρωστούσαν κιόλας μεγάλη χάρη.

Σαν είδαν και απόειδαν, εκεί κοντά στα τελειώματα, όταν έπιανε και ξανάπιανε το διάβασμα πέμπτη και δέκατη και τριακοστή φορά, δεν άντεξαν άλλο οι ήρωές του και του το φανέρωσαν. Όχι αυτός, αλλά οι ιστορίες που τον σάρκωσαν, οι ιστορίες που τον έχτισαν, οι ιστορίες που τον κατασκεύασαν. Και δεν ήταν αυτός που έπλασε τους ήρωές του, αλλά οι ήρωές του ήταν αυτοί που τον έπλασαν, σε ανάποδη κοσμογονία, για να του δώσουν μια μορφή, να του ορίσουν ένα νόημα, να του προσφέρουν μια ζωή. Ναι, λοιπόν, μια ζωή.

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Φίλε...



Είχα πει δεν θα το ανοίξω μεχρι να φτάσω σπίτι.
Έτσι το είχα αποφασίσει, να γυρίσω στο μπαλκόνι μου, να στρίψω ένα τσιγάρο να πάρω μια τζούρα και μετά να το ανοίξω.
Όχι για να το διαβάσω, αυτό θα το κάνω αύριο – μεθαύριο, αλλά για να δω την αφιέρωση.
Έτσι μου είχες πεις φιλαράκι.

Μόλις μπήκα στον εκδοτικό οίκο, το ειδα μπροστα και το πήρα κατευθείαν στα χέρια μου.
Δυο βήματα μεχρι το ταμείο, δύο δευτερόλεπτα για να αφεθω στην παρόρμησή μου.
Εκεί στο πάγκο το άνοιξα και θα πρέπει μάλλον να ανατρίχιασα με θόρυβο γιατί η κυρία στο ταμείο με ρώτησε «Για εσάς είναι η αφιέρωση;»
Της έγνεψα καταφατικά νοιώθοντας εκείνες τις ρουφιάνες τις μικρές φλεβίτσες στο ασπράδι του ματιού μου να φουσκώνουν, ενώ τα αυτιά μου έκαιγαν και πρέπει να είχα πάρει μια τελείως χαζογελοία χαμογελαστή φάτσα.

Στο αυτοκίνητο τα χέρια μου δεν με βοηθούσαν να αναψω τσιγάρο, τρία χαρτακια χάλασα.
Κατηφόρησα την Ιπποκράτους, χαμένος, πέντε δικικλυστές αστυνομικοί με προσπέρασαν στρίβωντας δεξια για εξάρχεια, η κλούβα στο στενο του Χημείου ήταν εκεί, ένας πιτσιρικάς ματατζής κοίταγε κάτι φοιτήτριες, έστριψα Σόλωνος, το κεφάλι μου κουδούνιζε, κοίταγα την σακούλα με το βιβλίο, φούσκωνα και ξεφύσαγα.

Μέχρι να φτάσω Πατησίων κρατιόμουν από κάτι ξέφτια εγωισμού.
Τα κράτησα ακόμη λίγο περνώντας δίπλα από τζάνκια χυμένα στο πεζοδρόμιο, από ανήλικες αλλοδαπές που κανανε πεζοδρόμιο πλάϊ από τον Ερυθρό Σταυρό, από μια μαμά με μουσουλμάνικη μαντήλα που έσπρωχνε ένα καρότσι μωρού και την κράταγαν δυο μικρά κοριτσάκια με μαντήλες κι αυτά.
Μόλις όμως έφτασα Πέτρου Ράλλη άρχισα να χάνω τον έλεγχο.

Βούρκωσα μαλάκα μου.

«Στο Σπύρο για τα βαθιά του ίχνη.
Στο χιόνι.»



Δεν είναι τόσο η πράξη αυτή καθ΄αυτή (που κι αυτή εχει μεγάλη βαρύτητα), κυρίως είναι εκείνο που "ύπουλα" έβαλες με περισσή φροντίδα κάτω από τις λέξεις.
(Πόσες φορές να το άλλαξες άραγε για να του δώσεις αυτή την μορφή;;;)

Δεν έχω λόγια, ή μαλλον έχω πολλα, αλλά τα φυλάω…
Λέω να στα κάνω μουσική υπόκρουση με τα 3 κομματια που έβαλα
Θα συντονιστείς και θα καταλάβεις θαρρώ

Δεν ταιριάζει εδώ γραφής ευχαριστώ, θα υποβαθμίσει αυτό που θέλω να πω, θα του αφαιρέσει όλο το νόημα και το περιεχόμενο.

Πες πως σε κοιτάω κατευθείαν στα μάτια ρε και πως τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας κοιτώντας σιωπηλοί την λίμνη και τα έλατα

Αυτό…

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Ραντεβού με τις κάλτσες

Εναλλάξ

Δρόμος της αριστεράς
Από τον ΚΙΜΠΙ ή τον Νίκο Κουνενή

Όσοι πίστεψαν ότι το ραντεβού στις κάλτσες το οποίο υποσχέθηκε από ευρωπροεκλογικού άμβωνος ο πρωθυπουργός ήταν ένα από τα συνηθισμένα του σαρδάμ, οφείλουν να ομολογήσουν ότι πλανήθηκαν πλάνην οικτράν. Όπως εκ των υστέρων αποδεικνύεται, ο πρύτανις της μεταρητορικής τέχνης, ο Γοργίας των αρχών του αιώνα μας, χρησιμοποίησε σκοπίμως την ως άνω περίτεχνη διατύπωση: μέσω αυτής μας προειδοποίησε σημειολογικώς για την εσπευσμένη επιστροφή στην παράδοση, την οποία τόσοι εξύμνησαν και άλλοι τόσοι- μεταξύ αυτών ο θεόπνευστος κήρυξ κύριος Χρήστος Γιανναράς- επιμόνως απαιτούν.
Όσοι έχουν μια κάποια ηλικία θυμούνται ασφαλώς τις ξεχασμένες τέχνες, στις οποίες το γιωργοπαπανδρεικό όραμα, από κοινού με τις ευρωπαικές προτροπές, μας επαναπροσανατολίζει: το μαντάρισμα της κάλτσας και των λοιπών ειδών ρουχισμού και εσωρουχισμού, το διαρκές σέρβις των αείζωων υποδημάτων, τα επαναλαμβανόμενα ξεδιπλώματα των στριφωμάτων (ώστε το παντελόνι να ψηλώνει ανεμπόδιστα, μαζί με το παιδί).
Δεδομένης της εν εξελίξει εξαέρωσης χιλιάδων εμπορικών επιχειρήσεων, η νοσταλγική αυτή επιστροφή στο παρελθόν αναδιατάσσει ριζικά τα κοινωνικά στρώματα της χώρας. Πλήθος λαικών επιτηδευματιών, ειδικευμένων στη διαιώνιση (δια της διαρκούς και ακαταπόνητης επιδιόρθωσης) εκατοντάδων ειδών ενδυματολογικής και οικιακής χρήσης και χαμένοι μέχρι πρότινος στην αχλύ του χρόνου, προετοιμάζονται ήδη πυρετωδώς για την κοινωνική τους αναβάθμιση, στοχεύοντας στην κατάληψη του πυρήνα της δοξασμένης άλλοτε κοινωνικής κατηγορίας των μικρομεσαίων, που ήδη χηρεύει ένεκα των προαναφερθεισών μαζικών- και επ’ ουδενί εθελουσίων- αποχωρήσεων.
Το γεγονός ότι οι σύγχρονοι κάτοικοι αυτής της χώρας αγνοούν πλέον αυτές τις τέχνες, μέρος των οποίων υπηρετείτο παλαιότερα εντός της οικίας, από εμπειρικώς εκπαιδευμένους οικείους, ενισχύει περαιτέρω τις βλέψεις των ανερχόμενων αυτών στρωμάτων. Τουτέστιν, η προσφυγή στις υπηρεσίες των τελευταίων καθίσταται πλέον απολύτως απαραίτητη για τους περισσότερους από μας: η θριαμβευτική επάνοδος της μανταρίστρας, του τσαγκάρη, του παλιατζή, του μπαλωματή, του καρεκλά, του γανωτή (γιατί όχι και της μαμμής) θεωρείται πλέον επείγουσα και άκρως επιτακτική, ένεκα των εκτάκτων οικονομικών φαινομένων.
Ούτως ειπείν, το ραντεβού με τις κάλτσες καθίσταται πλέον για τους περισσότερους από εμάς νομοτελειακή ιστορική προοπτική, σχεδόν τόσο σημαντική όσο και η πτώση του καταραμένου σπρεντ. Ταυτοχρόνως αναδεικνύεται σε εμβληματικό συνώνυμο του τόσο αναγκαίου εκμοντερνισμού της χώρας, τον οποίο προ μηνός η βλοσυρή Αγγέλα απαίτησε από τον αμνοπρεπή ομόλογό της Γεώργιο και τους (ασυμφώνως σταθεροποιουμένους) υπηκόους του.
Ν. Κουνενής

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

Δεντροφύτευση

Το κάνω εδώ και αρκετό καιρό.







Συνηθέστερα μόνος, άλλοτε με τις κόρες μου ή μ' έναν φίλο για παρέα.





Χτες λοιπόν μαζευτήκαμε πιο πολλοί. Ήταν ο Βαγγέλης, ο Αντώνης, ο Αντώνης, η Δώρα, η Δέσποινα, παλιοί μαθητές και τώρα φίλοι.





Ασφαλώς, δεν έλειψε η Ζωή και η Υρώ. Μαζί τους και το σκυλάκι μας, ο Φάτσας.




Αν εξαιρέσουμε το βαρύ μεθύσι του Βαγγέλη, όλα πήγαν καλά. Σας ευχαριστώ παιδιά.

Σας ευχαριστώ, που μου δίνετε λόγους να διατηρώ την εμπιστοσύνη μου στη γενιά σας.

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Εμείς, αυτό και οι άλλοι - Γιώργος Μεταξάς


Κάποια βιβλία, τα διαβάζω από καιρό σε καιρό ξανά.

Δεύτερη, τρίτη και παραπάνω φορές.

Η θεματολογία τους μπορεί να διαφέρει, μπορεί να είναι δοκίμια, νουβέλες, μονογραφίες, απομνημονεύματα, σατυρικά, δράματα, ποίηση, λογοτεχνία, επιστημονική φαντασία και ότι άλλο βάλει ο νους.

Εκείνο όμως που είναι «κοινό» σε όλα και αποτελεί χαρακτηριστικό τους γνώρισμα, είναι το ότι κάθε φορά που τα διάβαζα, ένοιωθα πως ο/η συγγραφέας έχει κανει προσπάθεια να τυπώσει σε χαρτί κομμάτια του εαυτού του, σαν μια προσπάθεια να στείλει μήνυμα σε μπουκάλι σαν τους ναυαγούς στα παραμύθια.

Μια εν τη γεννέσει της ματαιόδοξη προσπάθεια για να βγάλει από μέσα του και να «περισώσει» εκείνες τις σκέψεις του που τον καθόρισαν και τον έβαλαν στην διαδικασία να «εκτεθεί», ψάχνοντας συνειδητά ή ασυναίσθητα για εκείνη την ρωγμήστον Χρόνο και τον Λόγο που θα του έδινε δικαίωμα στην ψευδαίσθηση της Ύπαρξης.

Είναι συνήθως βιβλία «άγνωστα», ή παλιά, ή βιβλία που κάποτε ίσως και να έιχαν προκαλέσει συζητήσεις, αλλα πλέον είναι εκτός εποχής.

Εντάξει, μπορεί και να είναι απλά «ελιτισμός» από μερους μου (για να προλάβω τυχόν πονηρά σχόλια του Πάνου), με την έννοια του ότι αρέσκομαι να μην ακολουθω το «ρεύμα» και να αντλώ μια ψευδοευχαρίστηση με το να γίνομαι «κοινωνός» σε γραμμές που έχουν διαβάσει «λίγοι».

(γι΄αυτό άλλωστε διαβάζω και τα βιβλία του Πάνου! ΧΟ ΧΟ ΧΟ! Σε πρόλαβα παλιοΠιΧι!!)

Όταν λοιπόν πέφτω πάνω σε κανενα τέτοιο βιβλίο, είναι αξιοσημείωτο πως εξακολουθεί να με εκπλήσσει ευχάριστα το πόσο πολύ το χαίρομαι. Ιδιαίτερα, όταν φτανοντας στο τέλος του, μπορώ να νοιώσω εκείνη την αισθηση αντίστοιχη με του μικρού παιδιού που ενώ ο γονιός του του κάνει κούνια και ενώ του έχουν ήδη κοπεί τα πόδια από τον φόβο, αυτό το σκασμένο φωνάζει «κι άλλο, κι άλλο» και θέλει να ξανρχίζει συνέχεια από την αρχή.

Ένα τέτοιο βιβλιο είναι και το «ΕΜΕΙΣ, ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ» (Ο «χώρος», το κράτος και η κοινωνία), του Γιώργου Μεταξά, εκδόσεων «Μαύρη Λίστα», 2001.

Οι εκδόσεις αυτές δεν υπάρχουν πια αν δεν κάνω λάθος, ο δε συγγραφέας έχει γράψει ακόμη ένα που δεν έχω διαβασει.(Ο καθημερινός χώρος)

Θα μου επις τωρα, τι διάολο ασχολείσαι με ένα βιβλίο που γράφτηκε 10 χρόνια πριν;

Εδώ βγαίνουν καινούρια πράγματα, πληθώρα νέων εικόνων και αρωμάτων, λέξεων, στίχων, αισθήσεων και παραισθησεων,

Τι το φοβερό έχει αυτό το βιβλίο και μας ζαλίζεις;

Ε λοιπόν, δεν ξέρω τι λέτε εσείς, για μένα έχει και παραέχει σημασία το περιεχόμενό του, ακόμη κι αν σε κάποια σημεία διαφωνώ με την οπτική του.

Ειδικά μάλιστα, αν είσαι από έκείνες τις περιπτώσεις που η «πλατεία» (των Εξαρχείων ντε!) είχε -ή ακόμη έχει- μια ιδιαίτερη σημειολογική (τουλάχιστον) βαρύτητα, ή αν σου έρχονται συνειρμικά κάποιες παρελθοντικές εικόνες από μια εφηβεία που είχε ευχή και καταρα – τύχη και ατυχία το να κοινονικοποιηθεί και να πολιτικοποιηθεί (μέσα ή δίπλα) από εκείνο που κάποτε συνηθιζόταν να ονομάζεται και να αυτοοριοθετείται ως «χώρος» (μην ζητήσει κανείς να του εξηγήσω τι σημαίνει αυτό, θα μαλλιοτραβηχτούμε) με όλη την συναισθηματική φόρτιση που τέτοιες εικόνες μπορούν να μεταφέρουν, ακόμη και στην περίπτωση που έστω κι όταν γράφτηκε το βιβλίο η εφηβεία σε είχε εγκαταλείψει καιρό πριν (τουλάχιστον ηλικιακά), έστω κι έτσι λοιπόν, η αποδόμηση εννοιών όπως, κοινότητα, κράτος, εργασία, ψυχαγωγία, ανασφάλεια, οικογένεια, ατομικότητα, προσωπικές σχέσεις και σχέσεις εξουσίας, από κάποιον που έζησε από κοντα πράγματα και καταστάσεις όπως ο συγγραφέας, μόνο θετικό πρόσιμο πιστεύω πως μπορείς να του αποδώσεις.

Τα βραχυκυκλώματα που μπορεί κανείς να ανακαλύψει σε τούτο το βιβλίο είναι διαφόρων ειδών.

Κατακούτελα, με σπόντα, με φάλτσο, με το «μπαμπάκι».

Αν ανήκεις λοιπόν σε εκείνους που «νογάνε» και το διαβάσεις, θα νοιώσεις να σου έρχονται μερικά μπουκέτα στην μάπα για πράγματα που ίσως να μην τα είχες μετρήσει καλά όταν έπρεπε, ή δεν τα είχες ψάξει όσο έπρεπε.

(που πάω και τα πετυχαίνω την αγανάκτησή μου μεσα…)

Να το πάρετε λοιπόν, να ψάξετε να το βρείτε.

(Το δικό μου, το έχει αγκαζάρει ο ΠιΧις για το καλοκαίρι, μαζί με καμια δεκαριά άλλα. Ρε σεις, μήπως με εκμεταλλεύται;;…)

Δεν ξερω κατά πόσο το βιβλίο έχει εξαντληθεί ή όχι, αλλα αν κάποιος το θέλει και δεν μπορέσει να το βρεί, τότε του έχω ένα δωράκι.

Ας ρίξει τότε μια ματιά εδώ.


Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Έκδοση




Ένα μυθιστόρημα
για τις σιωπηλές σκευωρίες της μνήμης
και τις καλοστημένες συνωμοσίες της γραφής



Ημερομηνία έκδοσης: 14-04-10

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010







...Απ’ όσο θυμάμαι, μόλις είχε μπει για τα καλά η άνοιξη। Εδώ στην Αθήνα δεν μπορεί κανείς να καταλάβει τη διαφορά, αλλά στο χωριό θα είχαν σίγουρα φυτρώσει χαμομήλια και θυμάρια. Χαμομήλια και θυμάρια, αλλά θαρρώ και παπαρούνες...



ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΑΝΟΙΞΗ

(Θα τα ξαναπούμε μετά τις γιορτές)