Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

"Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν", Σταύρος Σταυρόπουλος



Σε κάποια συνοικιακή έκθεση βιβλίων πριν από δυο χρόνια έπεσα πάνω σε κάτι τίτλους:

"Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου"

"Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα"



Τσίμπησα με το «ροκ» στον τίτλο, ξέρετε τώρα, απωθημένα ενός παρελθόντος από εκείνα που κάποιοι αμετανόητοι αρνούμαστε να το αφήσουμε και εκείνο το ξεφτιλισμένο αρνείται να μας αφήσει.

Το όνομα του συγγραφέα δεν μου έλεγε τίποτα, πράγμα που είναι φυσιολογικό, αφού από συγγραφείς θυμάμαι μόνο όσους έτυχε να διαβάσω και μου ταρακούνησαν κάτι στο «θολωμένο μου μυαλό» που λέει και το άσμα. Δεν θυμόμουν λοιπόν να έχω διαβασει κατι δικό του, ανα και το όνομα παραδόξως κατι μου έλεγε, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ τι.

Ήταν καλοκαίρι, το καλοκαίρι στο υποσυνείδητό μου είναι συνδεδεμένο με ροκ καταστάσεις, επειδή λοιπόν δεν είναι και πολύ ροκ να περνάω τα καλοκαίρια κυνηγώντας τα πιτσιρίκια στην παραλία να φάνε το φρούτο τους, ή να τρώω πίτσα στο Ami και στον Μουστάκα στο Λουτράκι, τα αγόρασα και τα πήρα μαζί μου να μου καλύψουν –νόμιζα- το «ροκ» κενό μου.

Εκείνο το καλοκαίρι τα διάβασα μονοκοπανιά και τα δύο και μετά τα ξαναδιάβασα.

Ο τύπος μου είχε ρίξει απανωτά κροσέ και δύο κλωτσιές στα ούμπαλα, κυρίως για την αίσθηση που έβγαζε, τον τρόπο γραφής του, τις φράσεις που χρησιμοποιούσε, τις αντιστοιχίσεις που έκανε, τις εικόνες που μου δημιουργούσε.

Ήταν σαν να είχα στα χέρια μου και να διάβαζα τις καταθέσεις ψυχής ενός φίλου, ενός δικού μου ανθρώπου, για να μην πω ότι μου ξερίζωνε πράγματα από την ψυχή αφήνοντας με να τραβάω ζόρια με το πώς θα καλύψω το κενό.

Είχα πει τότε, μόλις με το καλό γυρίσω να γράψω κάτι, έτσι για να μείνει κάτι από την αίσθηση εκείνη και για να το δουν και πέντε – δέκα φιλαράκια που μπαίνουν εδώ μέσα.
Όπως όλες οι καλές προθέσεις όμως, έτσι και ετούτη, μπήκε στην λίστα των πραγμάτων που έπρεπε κάποια στιγμή να κάνω, αφού η σαλταρισμένη ιδιοσυγκρασία μου και η ξεφτιλισμένη καθημερινότητα βαράγανε το δικό τους «ροκ», κάνοντας με να χορεύω σε ρυθμούς αρκουδο-punk.

Να και η φωτό που είχα τραβήξει για να συνοδεύει την αναρτηση που ποτέ δεν αξιώθηκα να κανω.


Με κάποιες συζητήσεις μαθαίνω πως ο συγγραφέας είναι γνωστή φυσιογνωμία, αρθρογραφεί, έχει μόνιμες στήλες σε εφημερίδες ή περιοδικά και πως έχει γράψει κι άλλα, κάποια μάλιστα θα πρέπει να τα είχα διαβάσει παλαιότερα, αλλά μάλλον την περίοδο που δεν συγκρατούσα ονόματα συγγραφέων από «άποψη».
Νταξ΄ από τέτοιες μαλακίες έχω κάνει αρκετές
Τα έβαλα λοιπόν σε κάποια θήκη του μυαλού μου για να τα ψάξω κάποια στιγμή.
Ιδιαίτερα όταν φίλος που εμπιστεύομαι την κρίση του (δεν αναφέρω το όνομά του για να μην λέει ο Πάνος πως μεγαλοπιάνομαι) μου είπε «περιπαικτικά»:
- Ρε συ, αποκλείεται να μην τον ξέρεις. Γράφει πολύ καλά, είναι στο στυλ που σου αρέσει, παλεύει με τα σκοτάδια του, τρώει τις σάρκες του, μια χαρά παιδί είναι, «δικός μας».
Και γέλαγε με το «συνωμοτικό» του πράγματος, αφού όπου «δικός μας», σημαίνει κάτι σαν ηθελημένα στην «απ’ έξω», αυτό-ψυχοβγάλτης, συναισθηματικός καταθέτης εικόνων και άλλα τέτοια

Σε μια άλλη έκθεση λοιπόν, πέφτω πάνω σε ένα άλλο τίτλο του, το «Τι γίνονται οι λέξεις σαν μεγαλώσουν», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2008. (Ναι ξέρω, νωρίς τα ανακαλύπτω)
Ώπα λέω, εδώ είμαστε φέρτο κι αυτό.
Έμεινε σε μια πλαστική σακούλα κάτι μήνες (τι πρωτότυπο για μένα!), το ξεκίνησα προχθές.
Είναι συλλογή κειμένων του που έχουν ήδη δημοσιευτεί και δεν το έχω τελειώσει ακόμη.
Επειδή, τα κείμενά του με βυθίζουν ξανά όπως και τα άλλα δύο που είχα διαβάσει και επειδή φοβάμαι μην το αμελήσω πάλι, είπα σήμερα να γράψω ως εξιλέωση για το ότι δεν το είχα κάνει τόσο καιρό.
Το βιβλίο δεν το έχω τελειώσει ακόμη, αλλά δεν αλλάζει η ουσία:

Ο τύπος μου κάνει πολύ.

Αυτά και τέλος.

(Προσθήκη τελευταίας στιγμής: Ψάχνοντας στο διαδίκτυο να βρω καμία φωτογραφία του βιβλίου, έμαθα πως έγραψε και άλλο και μάλιστα είχε παρουσίαση στις 8 Ιανουαρίου.
Το ακόμη καλύτερο ήταν ότι έπεσα πάνω σε αυτό το blog:
http://sstavropoulos.blogspot.com/2008/10/blog-post.html.

Είναι του ίδιου του συγγραφέα!!!

Αν τυχόν διαβάσει ποτέ ετούτη την ανάρτηση, απλά να του δηλώνω τον σεβασμό μου και του εύχομαι να συνεχίσει να γράφει ότι και όπως τα γράφει)

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Για τα μπλόκα




Τους γνωρίζω καλά. Όχι, σαν εικόνα. Όχι, σαν άκουσμα. Πιο πολύ σαν βίωμα, σαν μνήμη, σαν τρόπο ζωής. Την ίδια δουλειά έκαναν οι δικοί μου, την ίδια δουλειά έκανα κι εγώ στα πρώτα είκοσι-είκοσι τρία χρόνια της ζωής μου. Άλλωστε, δίπλα τους συνεχίζω να ζω, έστω και με την ιδιότητα του «διεσπαρμένου», κατά την ορολογία του Γ. Ιωάννου.
Από μένα λοιπόν μην περιμένετε θεωρητικές αναλύσεις. Γιατί...
...ξέρω τι πάει να πει να σηκώνεσαι 5 η ώρα τα χαράματα για να πας «στο καπνό», να γυρίζεις το μεσημέρι και να τα περνάς στη μηχανή, και να ξαναπηγαίνεις στις 6:00 το απόγευμα για να γυρίσεις το βράδυ και να τα περάσεις στη μηχανή,
…ξέρω τι πάει να πει να τρέχεις πανικόβλητος να προλάβεις «το καρούλι», να μετακινείς τους σωλήνες μέσα στη λάσπη και τα κουνούπια, να γίνεσαι λούτσα στο νερό μέσα στην άγρια τη νύχτα και να οργανώνεις την καθημερινότητά σου με βάση τις «στρωσιές»,
…ξέρω τι πάει να πει να κουβαλάς στον ώμο σου τελάρα με ντομάτες που στάζουν και ανακατεύεται το σάπιο ζουμί τους με τον ιδρώτα σου μέσα στην κάψα του Αυγουστιάτικου καλοκαιριού ή να τσαπίζεις όλο το Μάιο τα αγριόχορτα και να μαζεύεις με το χέρι το βαμβάκι στις αρχές Οκτώβρη.
Τα θυμήθηκα γιατί τους είδα χτες το απόγευμα. Μες στο αυτοκίνητο εγώ με τον κλιματισμό στο φουλ, έξω αυτοί, σ’ ένα μπλόκο της συμφοράς με τριάντα-σαράντα τρακτέρ δίπλα τους, το Πάικο κατάλευκο πάνω από τα κεφάλια τους και μια ψευτοφωτιά αναμμένη για να τους ζεσταίνει.
Πρόσεξα τα πρόσωπά τους. Παγωμένα και σκαμμένα. Σχεδόν απελπισμένα. Όχι δεν αγωνίζονται για τις επιδοτήσεις. Για την επιβίωσή τους παλεύουν και κατά βάθος ξέρουν πως το παιχνίδι είναι χαμένο.
Τι να πεις; Σε ποιον να πρωτορίξεις την ευθύνη;
Στο ΠΑΣΟΚ του ’80 που έστησε στην αρχή συνεταιρισμούς για να τους μετατρέψει μετά σε κομματικά τσαντίρια του; Στη ΝΔ του Μητσοτάκη που κατάργησε τα άτοκα δάνεια της Αγροτικής προς τους συνεταιρισμούς για να τους καταχρεώσει σε μια νύχτα και να τους διαλύσει το επόμενο πρωινό; Στο ΠΑΣΟΚ του Σημίτη που έστησε πάνω στο πτώμα των συνεταιρισμών εκατοντάδες κερδοφόρες ιδιωτικές επιχειρήσεις, για να συγκεντρωθεί ο κοινωνικός πλούτος στα χέρια δυο τριών σε κάθε περιοχή; Στη ΝΔ του Καραμανλή που συνέχισε το ρήμαγμα των μικροκαλλιεργητών και εξέθρεψε μια νέα γενιά μεγαλοτσιφλικάδων; Στο ΠΑΣΟΚ του Παπανδρέου που προσφεύγει στον «κοινωνικό αυτοματισμό», για να κρύψει κάτω από το χαλάκι της μικροαστικής εκλογικής του βάσης το πρόβλημα της επιβίωσης μιας ολόκληρης τάξης;
Τους βλέπω στα καφενεία τους. Κολλημένους στην τηλεόραση με ένα «στοίχημα» μπροστά τους να βρίζουν για το χαμένο γκολ.
Εδώ και μια δεκαετία ζουν με την επαιτεία των επιδοτήσεων που σιγά σιγά τελειώνουν. Εδώ και μια δεκαετία ξεπουλάνε τα τελευταία χωραφάκια που τους απέμειναν. Εδώ και μια δεκαετία βλέπουν απορημένοι και ανίκανοι τον εαυτό τους να ξεπέφτει στην κατάσταση του κολίγου.
Και τα χωριά τους; Και τα χωριά τους απέραντα ΚΑΠΙ, στεγάζουν το μαρασμό των γερόντων, αραχνιάζουν τις ελπίδες των νεότερων, κρύβουν πίσω από κλειστές κουρτίνες την απόγνωση, την οργή και την ψυχασθένεια, που μέρα με τη μέρα δυναμώνουν.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Τι τίτλο να βάλω;




Κοιτάζω το γραφείο μου. Ένα ματσο χάλια. Χαρτιά, βιβλία, μικρές σημειώσεις, χαρτάκια με τηλέφωνα, άδειες μπαταρίες, cd’s, ακουστικά, πληρωμένοι λογαριασμοί.
Βιβλία μισοδιαβασμένα, στυλο – μαύροι οι περισσότεροι, χαρτιά που πρέπει να πεταχτούν, το ρολόϊ που πηρα πρωτοχρονιάτικο δώρο στον πατέρα μου και πρεπει να του αλλάξω μπρασελέ κοντευει να βγαλει ρίζες δίπλα στην οθόνη του υπολογιστή.

Κάτω και δίπλα, πλαστικές σακούλες με βιβλία αδιάβαστα, μερικά αγορασμένα μήνες πριν, δύο εφημερίδες αδιάβαστες, ακόμη στην ζελατινα τους, νομίζω είναι Κυριακάτικες, δυο εβδομάδων παλιές.

Η τηλεόραση στο άλλο δωμάτιο δίπλα, παίζει Λαζόπουλο και τα μικρά γελάνε, στο κρεβατι ένα καρο σημειώσεις και βιβλία της συζύγου, «δικά μου» γραπτά προς διόρθωση, μουσική από τα ηχεία, του είδους που ο Πάνος λέει πως είναι ότι πρέπει για «γραψιμο»,

Στο ψυγείο δεν υπάρχει άλλος χώρος για να βάλουμε λογαριασμούς «προς πληρωμή», ο μηνας έχει 26 και έχω μείνει με 4 € στην τσέπη.
Δεν μπορώ να διαβάσω τίποτα, δεν έχω όρεξη να ακούσω ειδήσεις, δεν με νοιάζει τι γίνεται στον κόσμο, αδιαφορώ πόσο σφιγμένος και άσχημος δείχνω, καρφάκι δεν μου καιγεται αν το αυτοκίνητο έπρεπε να περάσει ΚΤΕΟ εδω και ένα χρόνο, αν τα λάστιχα θέλουν άλλαγμα, αν δεν έχω τελειώσει την ταξινόμηση των βιβλίων στην αποθήκη κι αν δεν έχω συνδέσει ακόμη το στεροφωνικό να ακούσω κανένα βινύλιο που τόσο έχω επιθυμήσει.

Μια παγωμένη απόσταση από τα πάντα, βλέπω την ζωή γύρω μου σαν εικόνες μέσα από εκείνα τα παλιά «view-master» που τα έβαζες στα μάτια σου και γύριζαν κυκλικά οι εικονίτσες της Ιστορίας.

Κόσμος περνάει, κόσμος πεθαίνει, πρόσωπα που εξαφανίζονται στην άχλη της καθημερινής διαχείρισης ζωών με θολό σήμερα και τραυματισμένο αύριο.
Συνάδελφοι που δεν λένε καλημέρα, καλημέρες που δεν βρίσκουν συναδέλφους, μαθητές που κάνουν υπερπροσπάθεια να είναι τουλάχιστον σωματικά παρόντες, κουκούλια όλοι μας που περπατάνε δίπλα σε άλλα κουκούλια, τρώμε από τις σάρκες μας, κοιμόμαστε σε εμβρυακή στάση για να ταξιδέψουμε πίσω, ενώ εννέα φορές στις δέκα ξυπνάμε με τα μαξιλάρια μούσκεμα και πάντα ξεσκέπαστοι.

Δεν ανοίγω καν τα mail μου, δεν μπορώ να διαβασω πάνω από πέντε αράδες στο διαδίκτυο, μπαίνω σαν κλέφτης στα ψηφιακά κονάκια φίλων και γνωστών, ρίχνω καμιά ματιά και νυχοπερπατώντας χάνομαι πάλι. Ας με συγχωρέσουν.
Χρωστάω απαντήσεις που δεν βρίσκω τον κουραγιο να δώσω, θέλω να πω δυο κουβέντες «ζωντανά», αλλά είμαι πολύ πτώμα για να το κάνω, μόνο το τζακι αναβω και κάθομαι και κοιταζω τις φλόγες, τρέχα γύρευε τι προσπαθω να εξαγνίσω ή που απευθύνθω σιωπηλή σπονδή.

Άρχισα και πίνω μόνος στο σπίτι κάτι 15άρια ουίσκυ που μου τα είχαν φέρει δώρο χρονια πριν, ξεροσφύρι, χωρίς παρελκόμενα, πράγμα ανησυχητικό γιατί έπινα σπίτι μόνο σε εορτές και ποτέ ουίσκυ.
Κάτι θα πρέπει να γιορτάζω, δεν εξηγειται αλλιώς, ή κάτι αποχαιρετώ ίσως.

Κάνει κρύο, δεν βγαίνω έξω, αλλα και πριν που δεν έκανε πάλι δεν έβγαινα. Τα δρομολόγια είναι συγκεκριμένα.
Μάλλον αύριο θα αφήσω το αυτοκίνητο να τα κάνει μονο του.

Ξεχνάω δουλειές που πρέπει να γίνουν, άρα μαλλον έπρεπε να τις ξεχάσω, δεν φοράω και ρολόϊ για να ξέρω τι ώρα είναι, όλο στο τσακ φτανω παντού, δεν θελω να χάνω τον χρόνο μου σε ψυχαναγκαστικές μετακινήσεις, θέλω να έχω όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο να απολαύσω το τίποτα να με κυριεύει.
Μετα θα έχω όλο τον χρόνο να πανικοβληθώ ή να μην κάνω τίποτα απολύτως.
Το κανω τόσο καλά άλλωστε τελευταία

Πάντως, απ’ ότι θυμάμαι από την εποχή που έλυνα σταυρόλεξα, η κραυγή εξακολουθεί και γράφεται με πέντε γράμματα, όπως και η θλίψη, ακριβώς όπως και η πίκρα.
Ευτυχώς με τόσα γράφονται και οι φίλοι.
Είτε είναι εδώ, είτε τους νοιώθεις πως είναι εδώ
Πως είπαμε πως γραφεται η ζωή;
Σίγουρα με «ήττα» κι ας είχε άλλη γνώμη ο Βαγγέλης ο Γούλας παλιά

Ναι έτσι γράφεται, είμαι σίγουρος πιά

Να ξανακοίταζα λες το λεξικό του Τριανταφυλλίδη;
Μπα, θα βάλω τον διορθωτή του word.
Ή μπορεί και όχι…

Έτσι κι αλλιώς, τα λάθη μας είμαστε κι αυτό δεν διαγράφεται με το backspace

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Εξαιρετικό




Ξέρω ότι σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργώ παρορμητικά. Ξέρω ότι σε αρκετές περιπτώσεις είμαι απόλυτος. Ξέρω ότι σε αρκετές περιπτώσεις ρέπω προς την υπερβολή.
Στην προκειμένη όμως περίπτωση θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν πιο συγκρατημένος, μετριοπαθής και νηφάλιος.
Ε, λοιπόν, είναι το πιο αλλόκοτο, το πιο ανατρεπτικό, το πιο ευφυές, το πιο καλογραμμένο βιβλίο που έχω διαβάσει εδώ και μερικά χρόνια. Μιλάω για το «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;» της Ιωάννας Μπουραζοπούλου.
Ε ξ α ι ρ ε τ ι κ ό.
(Μου το πρότεινε ο Νίκος Κουνενής. Και τον ευχαριστώ)

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Λόγος επίκαιρος

Το αλιεύσα από το ιστολόγιο του Black Cat & Red Cat (http://plagal.wordpress.com), που τo αλίευσε από το ιστολόγιο του Head Charge (http://head-charge.blogspot.com). Επίκαιρο όσο ποτέ.





"Κάθε άνθρωπος γεννημένος και κατοικώντας εις αυτό το βασίλειον, είκοσι ενός χρόνου ηλικίας, είναι πολίτης.
Κάθε ξένος είκοσι ενός σωστού χρόνου, όστις, κατοικώντας εις αυτό το βασίλειον προ ενός χρόνου, ζη με το εργόχειρόν του, είναι πολίτης.
Εκείνος οπού αγοράζει ένα μούλκι είναι πολίτης.
Εκείνος οπού νυμφεύεται μίαν Ελληνίδα είναι πολίτης.
Εκείνος οπού παίρνει ένα ψυχοπαίδι είναι πολίτης.
Εκείνος οπού γηροτροφεί ένα γέροντα είναι πολίτης".

(«Νέα Πολιτική Διοίκησις», σελ. 26)


"Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,
Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,
για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί,
πώς είμαστ’ αντριωμένοι παντού να ξακουσθή.
(…)
Να σφάξωμεν τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν".

(«Θούριος», σελ. 3 & 6)

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Μόνο μια λέξη

Δέκα γραμματάκια όλο κι όλα. Ενωμένα σε μια λέξη. Κλεισμένα σε ένα μήνυμα. Σταλμένα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Κι όμως ήταν αρκετά.
Απριλιάτικος αέρας νότισε πρωί πρωί το μυαλό μου.
Να είσαι καλά, Χριστίνα, έστω κι αν δε νομίζω ότι θα δεις ποτέ αυτό το μήνυμα.

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Πρόσκληση

Σας προσκαλούμε την Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010, ώρα 7μ.μ. στην παρουσίαση του βιβλίου του Δημοσθένη Κούρτοβικ,
Τι ζητούν οι βάρβαροι
Το βιβλίο παρουσιάζουν ο Αντώνης Κάλφας, φιλόλογος-συγγραφέας, και ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, φιλόλογος - συγγραφέας.
Χώρος: Αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου & Εκδηλώσεων Δημοτικού Μεγάρου Γιαννιτσών

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Τελικά, τι ζητούν;


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ, Τι ζητούν οι βάρβαροι,
εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 308, 2008


Το θέμα του βιβλίου είναι αρκετά γνωστό. Εν τάχει, λοιπόν.
Σε πόλη της Βόρειας Ελλάδας διοργανώνεται διαγωνισμός μυθιστορήματος, με σκοπό την προώθηση της κατανόησης και της συνεργασίας μεταξύ των Βαλκανικών λαών. Η οκταμελής κριτική επιτροπή απαρτίζεται από επιφανείς εκπροσώπους ισάριθμων βαλκανικών χωρών. Ανάμεσα στα κρινόμενα έργα οι επικρατέστερες υποψηφιότητες είναι η ελληνική, η βουλγαρική και η σερβική, που από σύμπτωση έχουν ως κοινό θέμα τον βομβαρδισμό ενός μακεδονικού χωριού στα 1913 στη διάρκεια ενός γάμου. Το ίδιο περιστατικό, διασωσμένο από φιλμάκι των αδελφών Μανάκια, αποδίδεται όχι μόνο μέσα από τρεις διαφορετικές λογοτεχνικές αισθητικές αλλά κυρίως μέσα από τρεις αντίπαλες οπτικές γωνίες – όσες δηλαδή και η εθνική προέλευση των συγγραφέων του.
Αρκετά γνωστές είναι κι οι αρετές του βιβλίου. Εν τάχει, λοιπόν.
Η γλώσσα αποπνέει μια αίσθηση μέτρου, ηρεμίας και ωριμότητας. Παρ’ ότι κεντημένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια δεν έχει τίποτα το επιτηδευμένο και παρ’ ότι ταγμένη στην υπηρεσία της αφήγησης δεν έχει τίποτα το διεκπεραιωτικό.
Η αφήγηση κυλά φυσικά και αβίαστα, κρατά τον κατάλληλο ρυθμό, διαμορφώνει το κατάλληλο κλίμα και διατηρεί μέχρι το τέλος το αναγνωστικό ενδιαφέρον – με μόνη επιφύλαξη το ίδιο το τέλος που νομίζω ότι δεν είναι ανάλογο του συνολικού αποτελέσματος.
Η πλοκή οργανώνεται γύρω από έναν κεντρικό θεματικό πυρήνα που όσο ξετυλίγεται ενσωματώνει ένα σύνολο πρόσθετων θεμάτων. Ενώ σε άλλα μυθιστορήματα τα δευτερεύοντα θέματα έχουν κυρίως χρηστική λειτουργικότητα, εδώ όχι απλώς πλαισιώνουν την μείζονα αφήγηση δίνοντάς της τις αναγκαίες αναπνοές, αλλά σχηματίζουν αυτοδύναμες αφηγηματικές, ιδεολογικές, αισθητικές ενότητες που όσο τέμνονται και διαπλέκονται, προσδίδουν στο βιβλίο τη διάσταση του βάθους.
Έτσι, ο λογοτεχνικός διαγωνισμός διανοίγει το ιστορικό θέμα, το ιστορικό θέμα εισάγει το ερώτημα της πρόσληψης των ιστορικών συμβάντων, η πρόσληψη των ιστορικών συμβάντων θέτει τον προβληματισμό για το ρόλο της λογοτεχνίας, ο ρόλος της λογοτεχνίας θίγει το ζήτημα της λογοτεχνικής γραφής, η λογοτεχνική γραφή αναδεικνύει το πρόβλημα της αξιολόγησής της κι η αξιολόγηση φέρνει στο φως την πονεμένη ιστορία των κριτικών επιτροπών. Ένα κατά τα άλλα απλό θέμα γίνεται ο αφηγηματικός καμβάς για το ξεδίπλωμα ενός κριτικού στοχασμού γύρω από την συγκεχυμένη κατάσταση των Βαλκανίων, την εθνική ταυτότητα, την ιστορική συνείδηση, την υπαρξιακή αγωνία και το καθαρτήριο του έρωτα, αλλά κυρίως γύρω από τη θέση που υιοθετεί, το ρόλο που διαδραματίζει και το λόγο που αρθρώνει η λογοτεχνία απέναντί τους.
Το πιο πιθανό είναι πως από το χέρι ενός άλλου συγγραφέα όλα αυτά είτε θα θίγονταν επιφανειακά είτε θα σχημάτιζαν ένα μπερδεμένο κουβάρι, αλλά στην περίπτωση του Κούρτοβικ οργανώνονται σε ενιαίο αφηγηματικό όλο με μια πυκνότητα που χωρίς να βαραίνει το βιβλίο διανοίγει την δυνατότητα διαφοροποιημένων αναγνωστικών προσλήψεων. Που σημαίνει ότι το βιβλίο αυτό δεν μπορεί και δεν πρέπει να διαβαστεί μία μόνο φορά.
Το διάβασα, όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Στο μεταξύ παρακολούθησα τη συζήτηση που διαμείφθηκε και την κριτική που ασκήθηκε, από την πιο φαιδρή που εντάσσει τον Κούρτοβικ τους βαλκανικούς σχεδιασμούς του Σόρος κι υπαινίσσεται με βεβαιότητα την ταυτότητα του οινοπαραγωγού, ως την πιο σοβαρή σε σχέση με τη λογοτεχνική αξία του βιβλίου. Παρ’ όλα αυτά, όταν το ξανάπιασα πριν από λίγες μέρες για τις ανάγκες αυτής της παρουσίασης, ένιωσα όχι μόνο την ίδια αισθητική απόλαυση, αλλά συνειδητοποίησα και κάτι ακόμα.
Συνειδητοποίησα ότι το «Τι ζητούν οι βάρβαροι» είναι το μυθιστόρημα που αρθρώνει τον πιο αιχμηρό κριτικό λόγο απ’ το σύνολο της πρόσφατης λογοτεχνικής παραγωγής που έχω υπόψη μου, και μάλιστα σε πολλά και διαφορετικά μέτωπα. Πιο συγκεκριμένα,
- έναν κριτικό λόγο σε σχέση με την ιστορία των Βαλκανίων, που όπως το φιλμάκι των αδελφών Μανάκια διατηρείται θολή και συγκεχυμένη, επιδεκτική πολλών και ανταγωνιστικών εθνικών προσλήψεων,
- έναν κριτικό λόγο σε σχέση με την εθνική ταυτότητα και τους βαλκανικούς εθνικισμούς, ένθεν κακείθεν – τονίζω εξίσου τα δύο επιρρήματα: ένθεν κακείθεν –, που οργανώνουν τη συνείδησή τους, κρύβοντας κάτω απ’ το χαλί ό,τι δεν τους βολεύει και κλείνοντας συνωμοτικά το μάτι στην ιστορική αλήθεια, προτού βέβαια να σφαλίσουν εντελώς και το άλλο έμπλεοι εθνικού ενθουσιασμού κάτω απ’ τον ήχο εμβατηρίων, όπως αυτό απ’ το οποίο δανείστηκε τον τίτλο του ο Κούρτοβικ,
- ένα κριτικό λόγο σε σχέση με τη συγκρότηση των κριτικών επιτροπών, την επάρκεια και τη συνέπεια των μελών τους, τις ιδεολογικές και αισθητικές σκοπιμότητες που υπηρετούν οι τελικές επιλογές τους,
- έναν κριτικό λόγο σχετικά με τη λογοτεχνία, που αντίκειται όχι θεωρητικά και εκ του ασφαλούς στην ιδιωτική ομφαλοσκόπηση και στις υπαρξιακές περιπλοκές των προηγούμενων δεκαετιών, για να φέρει στο προσκήνιο της λογοτεχνικής προβληματικής το ανθρώπινο θέμα ιδωμένο στις ευρύτερες, κοινωνικές-πολιτικές κι ιστορικές διαστάσεις του.
Το πιο σημαντικό είναι πως παρά τις θέσεις απ’ τις οποίες ασφαλώς εκπορεύεται ο κριτικός αυτός λόγος, σε καμία περίπτωση δεν κομίζει θέσφατα. Πιο πολύ ερωτήματα θέτει. Ερωτήματα, που αν κρίνω απ’ τη συζήτηση που ακολούθησε, δεν καλλιέργησαν τον αναμενόμενο προβληματισμό, όχι γιατί τέθηκαν με λάθος τρόπο, αλλά γιατί συχνά η συζήτηση παρεκτράπηκε. Πάντως είναι παρήγορο το ότι συζητήθηκε τόσο πολύ το βιβλίο, ίσως μάλιστα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο της τελευταίας δεκαετίας.
Το άξιζε, βέβαια. Το άξιζε, από κάθε πλευρά.

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

Σβησμένο τζάκι

Τρυπήσανε οι τσέπες μου φίλε, λύγισε η ραχοκοκαλιά μου, στεγνώνει το μέσα μου μέρα με την μέρα, ώρα με την ώρα, τραγούδι το τραγούδι, μπουκάλι το μπουκάλι.

Μονόδρομος οι απώλειες, μοναδική έξοδος διαφυγής, τι αφήνεις πίσω, τι διαγράφεις, τι σου μένει, τι πουλάς σε πλανόδιες στιγμές συντροφικότητας, τι χαρίζεις στην λήθη.

Ένας θεός μπαμπέσης που εμφανίζει τις Πύλες του παραδείσου όλο και μακρύτερα, ένας Διάβολος φιλαράκος, που προσφέρει στο χέρι βάλσαμο και λύσεις.

Κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα στου κουφού την πόρτα λοιπόν;

Ένα καλάθι θέλω, ένα μεγάλο καλάθι, από εκείνα τα χειροποίητα που έχουν σε κάθε πλέξη τους μιαν ιστορία και έναν κόμπο ιδρώτα, να βάλω μέσα όσα δεν μπορώ να πάρω μαζί μου, να το βάλω στο σαλόνι, δίπλα στον τζάκι, να έχω προσανάμματα γιατί όσα ξύλα της ψυχής έσωσα, δεν ανάβουν εύκολα πια.

Μουχλιάσανε μέχρι το κέντρο τους, έμεινε ή έξω φλούδα, νοτισμένη ψευδαίσθηση, αποκομμένη κάθετα από το αρχικό δέντρο, να θυμίζει λίγο την αρχική ρίζα.


Κι εσύ μου λες γιατί δεν ανάβω την φωτιά, γιατί μένω με το σπίρτο μετέωρο και σβηστό πάνω από τα κούτσουρα, πως είναι κρίμα να μην καούν τα κάρβουνα, πως είναι η ζέστη το ζητούμενο, η συντροφικότητα δίπλα από την Εστία και η κάθαρση μέσα στις φλόγες.
Κι εγώ σου λέω πως με στοιχειώνει που δεν ρώτησε κανείς τα σύνεργα της Εστίας αν θέλουν να καίγονται και να μουτζουρώνονται με καπνιά

Και τρέμει το χέρι μου με το σπίρτο και νοτίζουν κι άλλο τα κούτσουρα και μένουν θλιμμένα τα κάρβουνα και τελικά, κάποιος άναψε ένα air condition converter.

Έμεινα εκεί, όρθιος μα σκυφτός, να κοιτάζω τις παλιές γκρίζες στάχτες στο Σβησμένο μου Τζάκι, πικροχαμογελώντας προς την λαβίδα, το σκαλιστήρι, το σκουπάκι και το φαρασάκι, τα σύνεργα της Εστίας, όσο εκείνα σκάγανε στα γέλια στο διπλανό δωμάτιο

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

Η ανθρωπογεωγραφία της απομόνωσης




ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Τα ζύγια του προσώπου,
εκδ. Πατάκη, σελ. 159, 2009



Ας σταθούμε λίγο στον πίνακα του εξώφυλλου – απ’ το έργο της Μαριλίτσας Βλαχάκη «Χωρίς τίτλο» 2004. Ένα άνυδρο τοπίο, άγονο και χέρσο, κατάστικτο από τριχοειδείς αποφύσεις, όμοιες με τους νευρώνες του εγκεφάλου. Στην άκρη του ορίζοντα, εκεί που η σκοτεινή γη ενώνεται με τον φωτεινό ουρανό, μια θαμπή ανθρώπινη φιγούρα, υποφωτισμένη με κίτρινο χρώμα, που έχει σκυμμένους ώμους και ενωμένα στον κορμό χέρια. Ολόγυρα απλώνεται η ερημιά, αλλά η μορφή συνεχίζει να βαδίζει, έστω και χωρίς ορατό προορισμό, με μοναδική παρέα τη σκιά της.
Αν επιμένω είναι γιατί πιστεύω πως ο πίνακας αυτός εικονίζει με απόλυτη πιστότητα τον λογοτεχνικό κόσμο του Δημητρίου. Τον κόσμο που φιλοτεχνεί, τον κόσμο που διακονεί, τον κόσμο που αφηγείται σε όλα του τα πεζογραφικά έργα, από το πρώτο ως το τελευταίο – τη συλλογή διηγημάτων «Τα ζύγια του προσώπου».
Κι εδώ έχουμε να κάνουμε με θαμπές ανθρώπινες φιγούρες που βαδίζουν σε ένα κατάξερο τοπίο, κατά κανόνα ηπειρώτικο ή αθηναϊκό. Πρόκειται για δύο διαφο¬ρετικούς χώρους, που για διαφορετικούς λόγους τροφοδοτούν από κοινού το ίδιο οδυνηρό βίωμα. Είναι το βίωμα της αποκοπής είτε από το γενέθλιο τόπο ως αποτέλεσμα της αναγκαστικής απομάκρυνσης του ατόμου και της συνακόλουθης διάλυσης των τοπικών κοινοτήτων είτε από το ανθρώπινο περιβάλλον ως αποτέλεσμα της μαζικής συνοίκησης και της συνακόλουθης κατάλυσης των κοινωνικών δεσμών. Έτσι ιδωμένες οι «τριχοειδείς αποφύσεις» του πίνακα μοιάζουν περισσότερο με τις κομμένες ρίζες. Με τις ρίζες απ’ τις οποίες βλάσταινε το αίσθημα του ανήκειν ως την ώρα που απλώθηκε παντού η έρημη γη της ξενότητας.
Μπορεί σ’ όλα αυτά να λανθάνει μια διάθεση εξωραϊσμού του κοινοτικού παρελθόντος. μπορεί όλα αυτά να σχηματίζουν μια μονόπλευρη ερμηνεία του αστικού παρόντος, αλλά το αφηγηματικό σύμπαν που οργανώνουν αποδίδει πλευρές της ανθρώπινης αγωνίας και αναδεικνύει στιγμές από τα πιο ιδιωτικά της πάθη.
Με εξαίρεση τους (λαθρο)μετανάστες («Οδηγέ, ε οδηγέ», «Σταθερές συντεταγμένες», «Η θερμοκρασία μιας χαρτοπετσέτας»), που μένουν ακόμη ανεπηρέαστοι από το αστικό περιβάλλον και συνεχίζουν να αποπνέουν μια αίσθηση ανθρωπιάς, αλτρουισμού και αυτοθυσίας, οι ήρωες του Δημητρίου διαβιούν στα έγκατα της πιο ζοφερής μοναξιάς, που κουβαλάει το υπαρξιακό άγος του θανάτου («Μάι πέρσοναλ γούρ»). Είναι μια μοναξιά που δεν έχει απλώς να κάνει με μια περιστασιακή δυστοκία των σχέσεών τους, αλλά πηγάζει μέσα από την καρδιά της μεγαλούπολης, απλώνεται μέσα από τους δρόμους, μεταδίδεται μέσα από τις λέξεις και κατοικεί μέσα στις πολυκατοικίες, για να μολύνει τελικά και τους ίδιους.
Έτσι, ακόμη κι όταν προκύπτουν κάποιες επαφές έξω από τα όρια των τυπικών συμβάσεων ή της υποχρεωτικής ανεκτικότητας, διατηρούνται πάντα φευγαλέες, και είτε ολοκληρώνονται σ’ έναν μαγικό χώρο («Σταθερές συντεταγμένες») είτε καταλήγουν συγκεχυμένες και αντιφατικές χειρονομίες («Παράξενη αγάπη»), αλλά σε κάθε περίπτωση αδυνατούν να στερεώσουν μόνιμους δεσμούς («Οι άγγελοι των οδοστρωμάτων»). Συνηθέστερα εκπορεύονται από μια αμοιβαία ιδιοτέλεια («Η Βάλια κι ο Δημήτρης», «Εδώδιμα – αποικιακά»), προδίδουν συγκαλυμμένη επιθετικότητα («Το λεωφορείο 110»), προσλαμβάνουν το χαρακτήρα της πιο ακραίας διαστροφής («Στο χέρι του Θεού», «Το τατουάζ», «Το όριο της ευχαριστήσεως»), υποθάλπουν την τρέλα («Κι εγώ φοβάμαι αγάπη μου», «Το έκζεμα», «Ο Φούλης», «Ομόκεντροι κύκλοι», «Θα βρεις στοιχεία») και καλλιεργούν τη μυθομανία («Η δεξίωση»).
Η ανθρωπογεωγραφία του Δημητρίου απαρτίζεται από απλούς, καθημερινούς ανθρώπους. Από ανθρώπους της διπλανής, κλειστής πόρτας. Που επιχειρούν να διαχειριστούν τη μοναξιά τους, αλλά τις πιο πολλές φορές χτυπάνε σε άλλες κλειστές πόρτες. Που επιχειρούν να προστατέψουν την ιδιαιτερότητα («Ενσωμάτωση») ή να διαμορφώσουν την ταυτότητά τους («Τα ζύγια του προσώπου») σε ένα περιβάλλον αλλοτρίωσης. Που επιστρέφουν στα πάτρια εδάφη, αναζητώντας το χαμένο νόημα, για να βρουν έναν άγνωστο πια χώρο («Πριν τους σκεπάσει ο λίσβας», «Δε γαμιέται»).
Ο αφηγητής στέκεται απέναντί τους με συμπάθεια και κατανόηση. Πίσω από τα κουσούρια, τις εμμονές και τα πάθη τους αναγνωρίζει την σιωπηλή οδύνη που κουβαλά κι ο ίδιος, περιφέροντας στους δρόμους τη μοναξιά του, περιθάλποντας τις λησμονημένες λέξεις («Τέσπα») και αναζητώντας τη λύτρωση στις ιστορίες («Σχολείον»).
Όλα αυτά σκιαγραφούν τον γνώριμο αφηγηματικό κόσμο του Δημητρίου. Έναν κόσμο εντός του οποίου σκάβει ακόμη βαθύτερα με τα ίδια γλωσσικά και αφηγηματικά εργαλεία, αλλά δεν τον διευρύνει θεματικά και υφολογικά – πράγμα που είδαμε στο αφήγημα «Τα οπωροφόρα της Αθήνας». Αλλά όπως και να ’χει, είναι ένας κόσμος με περισσή τέχνη καμωμένος.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Να μην ξεχνάμε φιλαράκι, να μην ξεχνάμε....


Νίκος Τεμπονέρας


Μια αναδημοσίευση για να μην ξεχνάμε.

Δεν χρειάζονται πολλά λόγια, οι παλαιότεροι θυμόμαστε καλά.

Το θέμα είναι η εντύπωση που δυστυχώς έχω, οτι δηλαδή η καθημερινότητα έχει την τάση να "κόνταινει" την μνήμη πολλών από εμάς και με ρυθμό που επιταχύνεται.

Αν τελικά αποδεχτούμε πως η επιβίωση κατάντησε να σημαίνει λήθη, τότε δεν υπάρχει ελπίδα.
Τότε καταλήγουμε να είμαστε άξιοι μόνο για αθλιότητες σαν κι αυτές:



Διαβάστε το άρθρο - αφιέρωμα στην δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα και δείτε το σοκαριστικό βίντεο της τότε εποχής:


Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Κορίτσια, ο Μιχάλης!

Έχουν περάσει δύο ολόκληρες βδομάδες, αλλά δεν το έστειλα ακόμη για ανακύκλωση. Συνήθως κρατάω τις κυριακάτικες για τέσσερις πέντε μέρες, όχι τόσο για να έχω την άνεση να διαβάζω ό,τι μου ξεφεύγει απ’ το πρώτο πέρασμα, αλλά για να έχω την ψευδαίσθηση ότι θα το διαβάσω – πράγμα που ποτέ σχεδόν δεν κάνω.
Αλλά αυτό για έναν περίεργο λόγο, καίτοι διαβασμένο, δεν κατέληξε εκεί που περισσότερο από κάθε άλλο κυριακάτικο φύλλο θα άξιζε να καταλήξει – στα σκουπίδια. Μιλάω για το Lifestyle περιοδικό του κυριακάτικου Βήματος BHMagazino με ημερομηνία 20 Δεκεμβρίου 2009.
Έτσι για δύο ολόκληρες βδομάδες ήμουν αναγκασμένος να βλέπω το μουτράκι του να κοιτά κατάματα την κάμερα μ’ ένα ψευτοστοχαστικό υφάκι – τα μισά δηλαδή της χιλιάδας πεντακόσια –, γονατιστός να δένει το δεμένο (!) κορδονάκι του και τα απαιτούμενα αξεσουάρ ενδυμασίας για το τάργκετ γκρουπ στο οποίο απευθύνεται – πέτσινο, τζιν και αθλητικά παπουτσάκια. Κορίτσια, ο Μιχάλης! Γνωστός κι ως Χατζηγιάννης.
Αλλά το κακό παράγινε, γιατί ήμουν υποχρεωμένος κάθε φορά που τον έβλεπε η εφτάχρονη κόρη μου να τσιρίζει «χέρια ψηλά», να τα σηκώνει τρομαγμένη η τρίχρονη κόρη μου, χωρίς να καταλαβαίνει τι θέλει να πει ο τραγουδιστής, να την κοροϊδεύει η μεγάλη, να βάζει τα κλάματα η μικρή, να γίνεται το σώσε, να βρίζω τη γυναίκα μου που τα άφησε να κατέβουν ξανά στο υπόγειο, τρεις ώρες μπροστά στον υπολογιστή κι ούτε μια παράγραφο δεν έχω τελειώσει απ’ τη βιβλιοκριτική.
Τι σκατά όμως; Πατέρας είμαι και όσο να ’ναι έχω τις στοιχειώδεις ιατρικές γνώσεις.
Ξέρω ότι Χατζηγιάννης εστί παιδική ασθένεια, υποτροπή της ονομαζόμενης ασθένειας «ιλαρορουβάς», που όσο νωρίτερα την περνά το τέκνο σου τόσο πιο ευοίωνα τα πράγματα για την αισθητική του υγεία. Ειδάλλως μπορεί και να την κουβαλά μια ζωή. Άκου εκεί μια ζωή! Πάντως εγώ για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο, ξηγήθηκα από νωρίς. «Τρία τα κακά της μοίρας, παιδιά μου» τις είπα: «δεξιές, θεούσες και Χατζηγιάννης». Και συμπλήρωσα: «Στο ένα, τα χάνω εγώ. Στα δύο, τα χάνετε εσείς. Στα τρία, σας σφάζω στο γόνατο». Πάντα μού άρεσε να λειτουργούμε δημοκρατικά σε αυτό το σπίτι.
Όμως γιατί μ’ έπιασε στα καλά καθούμενα η γκρίνια; Όχι για το εξώφυλλό του. Στο κάτω κάτω δεν είναι κακόγουστο. Όχι, που νομίζει ότι κάνει σοβαρή τέχνη. Εδώ άλλοι κι άλλοι αυτοαναγορεύονται καλλιτέχνες επειδή πουλάνε. Αυτό που με ενόχλησε πιο πολύ απ’ όλα είναι που ξέθαψε εκείνη την παλιά κόντρα με τον Πάνο Κατσιμίχα. Χρειάστηκε βέβαια κάποια χρονάκια για βρει την απάντηση. Έστω, κάτι είναι κι αυτό. Τι είπε;
Είπε ότι «αυτό ήταν μια γελοιότητα, απόρροια μίσους και φθόνου». Είπε ότι «ήταν μια προσωπική και όχι καλλιτεχνική επίθεση». Είπε ότι «κάποιοι άνθρωποι εύκολα ξεφεύγουν». Είπε ότι «μερικοί παλιοί είναι απλώς κακοί, κομπλεξικοί και φθονεροί απέναντι στο νέο».
Ναι, έτσι ακριβώς είπε. Δηλαδή, άλλα αντί άλλων. Δηλαδή, άλλα λόγια να αγαπιόμαστε. Δηλαδή, αέρα πατέρα.
Αλλά τι περίμενες; Αφού είναι σίγουρος ότι κάνει σοβαρή τέχνη, δικαιούται να πιστεύει ό,τι άλλο θέλει. Θα μου πεις τώρα ότι και οι Κατσιμίχα έγραψαν το «Ρίτα, Ριτάκι». Ναι, το έγραψαν. Αλλά παραδέχτηκαν ότι το έκαναν για εμπορικούς λόγους. Θέλω να πω ότι δεν το επικαλέστηκαν, για να διεκδικήσουν καλλιτεχνικές δάφνες.
Άλλωστε οι Κατσιμίχα δεν έγραψαν μόνο το "Ρίτα, Ριτάκι", αν με εννοείς...
(ΥΓ. Γεια σου, Σπύρο, με το μουσικό σου σχόλιο)

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

13. "Το βασίλειο της λήθης"

Είμαι ακόμα στο γραφείο κι έχω σηκώσει εδώ και πολλή ώρα το γενικό διακόπτη.
Παραδέχομαι ότι η μορφή σου ήρθε από τότε αρκετές φορές στο ημιφωτισμένο τμήμα, αλλά όλα αυτά έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Η νύχτα τέλειωσε και κοντεύει πια να ξημερώσει.
Δεν έχω ξεμπερδέψει βέβαια με τις διορθώσεις, αλλά δε βιάζομαι καθόλου. Πρέπει πρώτα να διευθετήσω κάτι τελευταίες υποσημειώσεις που εκκρεμούν σε σχέση με το παρελθόν κι ύστερα θα έχω στη διάθεσή μου όσο χρόνο θέλω, μια ολόκληρη ζωή. Σπατάλησα όλο το βράδυ, για να φτάσω εδώ που είμαι, και τώρα που πλησιάζω στην τελευταία σελίδα, νιώθω ένα ασήκωτο βάρος να φεύγει από πάνω μου και όλα τα φαντάσματα που στοίχειωναν το μυαλό και την ψυχή μου να τα ρουφάει το σκοτάδι που σιγά σιγά διαλύεται μπροστά στα μάτια μου. Μια νέα μέρα χαράζει και μαζί της φέρνει την υπόσχεση μιας νέας ζωής.
Προσπαθώ να κάνω τον τελικό απολογισμό μου και νιώθω την ανάγκη να επιστρέψω στις παραδοχές που διατύπωσα στην πρώτη σελίδα. Εκεί που έγραψα ότι απλώς διατηρούμαι, ότι έχω πάθει κάποια μετάλλαξη και ότι δεν υπήρξα πριν αλλά τώρα τουλάχιστον υπάρχω.
Ναι, έτσι ακριβώς είναι αλλά δε σου κρύβω ότι μου αρέσει. Μου αρέσει που συνεχίζω να υπάρχω, ύστερα από όσα μου συνέβησαν. Μου αρέσει που έχω φτάσει στον επαγγελματικό σκοπό μου, παρ’ όλα τα εμπόδια που συνάντησα. Αλλά πιο πολύ μου αρέσει που διατηρούμαι ως εξελιγμένο είδος μιας ψυχικής, ηθικής και πνευματικής διαφοροποίησης, χωρίς να έχω την ανάγκη οποιασδήποτε γενετικής μετάλλαξης για να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα.
Σου μιλώ για τα νέα δεδομένα της μνήμης και της ζωής μου. Να ξέρεις ότι το σχετικό συρταράκι της μνήμης μου έχει εντελώς αδειάσει και δε βλέπω πουθενά στο πάτωμα ή στο σακάκι μου ή στο πληκτρολόγιό σου σταγόνες από αίμα ή πιτσιλιές από κεράσια ή ζωμό από παπαρούνες. Γιατί τόση ώρα που έγραφα, δεν άθροιζα, όπως σου είπα ψέματα στην αρχή, λέξη τη λέξη μνήμες στην αλήθεια μου και αλήθειες στη μνήμη μου, αλλά αφαιρούσα λέξη τη λέξη μνήμες από την αλήθεια μου και αλήθειες από τη μνήμη μου, για να καταλήξω τελικά σε μια αμνήμονα αλήθεια. Ξέρω ότι θα την πεις βολική ή παραπλανητική ή διεστραμμένη – δε με ενδιαφέρει καθόλου. Φτάνει που με εξυπηρετεί και με καλύπτει.
Τολμώ πλέον να πω ότι είμαι πλήρης, που σημαίνει απολύτως ευτυχής. Άντεξα στις δοκιμασίες και έχω φτάσει στον προορισμό μου. Σκαρφάλωσα στο δικό μου Κιλιμάντζαρο και δε σκοπεύω βέβαια να αρχίσω τα «Ελάτε», «Μη φοβάστε», «Δεν είναι τίποτα», «Είδατε εγώ;». Έχω από ώρα καρφώσει το λάβαρο της νίκης μου και κάθομαι για να απολαύσω τη θέα. Βλέπω τα σκυμμένα κεφάλια και τα αγχωμένα πρόσωπα των υφισταμένων μου κι ομολογώ ότι μου αρέσει.
Το καλύτερο από όλα είναι πως ύστερα από τόση ώρα δε διακρίνω πουθενά ούτε τη Μαρία αλλά ούτε και εσένα. Σκύβω και ξανασκύβω, στρέφω το κεφάλι μου προς το γραφείο σου, κοιτάω κάτω από την καρέκλα μου, αλλά δε σας βρίσκω. Γλίτωσα οριστικά, μια και καλή για πάντα, και από τις δυο σας.
Γιατί τουλάχιστον εγώ συνεχίζω να υπάρχω και θα συνεχίσω για πάντα να υπάρχω, ενώ εσείς, που κάποτε υπήρξατε, έχετε πάψει για πάντα να υπάρχετε.
Άρα;
- Τ Ε Λ Ο Σ -

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Κι όμως χιόνισε




Με το που άνοιξα το παράθυρο είδα ένα άσπρο πέπλο. Τίποτα βέβαια το σημαντικό. Ένα ψιλοχιονάκι μόνο, που σε λίγη ώρα θα 'χει λιώσει. Όχι, όχι, δεν παραπονιέμαι. Ας είναι, και μόνο τόσο ας είναι. Παρατάω στη μέση το κείμενο που γράφω απ' τα χαράματα , κλείνω τον υπολογιστή και παίρνω με τα πόδια την ανηφόρα για το βουνό. Καινούρια χρονιά μας ήρθε και το σημερινό χιόνι υπόσχεται μια νέα ελπίδα. Κι ας ξέρω ότι θα λιώσει, όπου να 'ναι.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

12. "Η απόσταση ασφαλείας"

Μια επιγραφή άρχισε να φωτίζει στο σκοτάδι. Διάβασα έναν προς έναν τους χαρακτήρες κι ύστερα όλες μαζί τις λέξεις. Έγραφε: «Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου».
Ήμουν λοιπόν στο σκοτεινό θάλαμό της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου, στο δεύτερο υπόγειο της εταιρείας, καθισμένος σε ένα μακρόστενο τραπέζι. Γύρω μου υπήρχε αρκετός κόσμος μαζεμένος κι όλοι ήταν όρθιοι. Κινούνταν σε κυκλική πορεία με το βλέμμα στραμμένο πάνω μου και επαναλάμβαναν με αυστηρό ύφος τη φράση «Θέλουμε να μας τα πεις όλα».
Όμως οι λέξεις διαλύονταν σε ασυνάρτητους φθόγγους που σχημάτιζαν ολόκληρες στρατιές από μυρμήγκια. Από μαύρα μυρμήγκια της Αφρικής που κατέβαιναν από το κεφάλι, περνούσαν από τον αυχένα και έφταναν στο στήθος, για να μπήξουν τις δαγκάνες τους στη σάρκα μου και να ρουφήξουν όλη την αναπνοή μου. Τα μάτια μου βάραιναν. Έκανα μια τελευταία προσπάθεια να εστιάσω κάπου την προσοχή μου. Υπήρχε στην όψη των ανθρώπων που με κύκλωναν κάτι το γνωστό και οικείο. Πρόσεξα καλύτερα το πρόσωπό τους. Είχαν όλοι την ίδια μορφή με μένα.
Τινάχτηκα από τη θέση μου κι άνοιξα τα μάτια τρομαγμένος, σαν να ξύπνησα από βαθύ λήθαργο. Ένα αδιευκρίνιστο αίσθημα ενοχής με είχε πλημμυρίσει. Προσπάθησα να καταλάβω τι συμβαίνει, αλλά ήταν αδύνατο. Το μυαλό μου είχε κολλήσει. Κρατούσα ένα κόκκινο στιλό κι είχα μπροστά μου κάποιο έγγραφο, χωρίς να ξέρω τι θα έπρεπε να το κάνω. Κοίταξα γύρω μου. Παντού υπήρχαν άδεια γραφεία. Απέναντί μου το ρολόι του τοίχου έδειχνε 10:35 μ.μ. κι έξω είχε σκοτεινιάσει για τα καλά.
Πάνω στο δικό μου το γραφείο βρίσκονταν δύο χάρτινες στοίβες. Μέτρησα τη μία, που είχε είκοσι διορθωμένα έγγραφα. Άρχισα το μέτρημα της άλλης από κάτω προς τα πάνω με έναν αδιόρατο φόβο που διαρκώς μεγάλωνε. Πλησιάζοντας στην κορυφή ένιωσα τον ίλιγγο να με καταλαμβάνει και νόμισα ότι κατρακυλάω. Προσπάθησα να αρπαχτώ από κάπου, αλλά δεν βρήκα τίποτα. Άκουσα το γδούπο που κάνει η απότομη πτώση του ανθρώπινου σώματος και κατάλαβα ότι ήμουν πεσμένος στο πάτωμα. Αναρωτήθηκα τι γυρεύω εκεί κάτω. Κάτι μου ήρθε στο μυαλό από μια παλιά εικόνα και ταράχτηκα.
Άνοιξα διστακτικά τα μάτια μου – κανείς δε με κορόιδευε.
Άγγιξα το φερμουάρ μου – ήταν κατάστεγνο.
Έψαξα για τη Μαρία – δεν φαινόταν πουθενά.
Ξεφύσησα ανακουφισμένος. Ένα φως άστραψε μες στο μυαλό μου κι άρχισαν να πέφτουν μπροστά στα μάτια μου εικόνες σαν να ήταν διαφημιστικά τρέιλερ με τα κινηματογραφικά προσεχώς. Μεμιάς τα θυμήθηκα όλα.
Έφτασα πρωί πρωί στο γραφείο. Βρήκα στο συρτάρι σου ένα γαρύφαλλο. Άρχισα να διορθώνω τα έγγραφά μου. Έπιασα στα πράσα τον προϊστάμενο με την Αλεξίου. Κάθισα στο εστιατόριο με τον Δημάκη. Επικοινώνησα ηλεκτρονικά με την Αλεξίου. Ένιωσα έναν φοβερό πονοκέφαλο. Πήρα ένα χάπι για τις ημικρανίες. Με κάλεσε ο προϊστάμενος. Ενημερώθηκα για την απόφασή του. Επέστρεψα στο γραφείο μου. Συνέχισα τις διορθώσεις. Οι άλλοι έφυγαν. Εγώ έμεινα. Συνέχισα τις διορθώσεις. Το κεφάλι μου βάρυνε. Με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα μετά από πέντε ώρες. Δε θυμόμουν τίποτα. Κοίταξα γύρω μου. Βρισκόμουν πεσμένος στο πάτωμα.
Σηκώθηκα και ξανακάθισα στη θέση μου. Άνοιξα με κάποια ανησυχία το τελευταίο συρτάρι, εκεί που είχα βάλει τα κεράσια, αλλά το βρήκα εντελώς άδειο. Ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη μου. Ήταν άδειο από σένα και το ιστολόγιό σου, τα μικροβιολογικά εργαστήρια και τους ανεξήγητους εφιάλτες σου, τις διαρκείς σιωπές και τα απότομα ξεσπάσματά σου. Εξαφανίστηκαν έτσι απλά, όπως τα γλωσσικά λάθη που διορθώνω στα κείμενα της εταιρείας. Τραβάω μια κόκκινη γραμμή και ξαναγράφω το σωστό από πάνω. Οι γλωσσικές ατέλειες αποκαθίστανται και στη θέση τους μένει μόνο μια μουντζούρα. Λες και δεν υπήρξαν ποτέ ή αν υπήρξαν σαν να ανήκουν πια σε ένα διαγραμμένο παρελθόν.
Γιατί μόνο ό,τι εξασφαλίζει την ορθότητα ενός κειμένου δικαιούται να υπάρχει ως φράση, ως ιδέα, ως στάση. Ειδάλλως, πρέπει είτε να διαγράφεται είτε να διορθώνεται. Όπως για παράδειγμα, η προηγούμενη πτώση μου. Ήταν λάθος να της αποδίδω άλλες διαστάσεις από τις πραγματικές και να τη συνδέω με ό,τι ανήκει πλέον σε ένα διαγραμμένο παρελθόν. Το μόνο που έγινε είναι ότι ζαλίστηκα και έπεσα κάτω. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ένα απλό πέσιμο. Μπορεί ανά πάσα στιγμή να συμβεί στον καθένα.
Τελικά, είχε δίκιο ο προϊστάμενος. Η δυνατότητα να επιβάλλεις στον εαυτό σου και στους άλλους οτιδήποτε επιθυμείς, είτε πρόκειται για ερμηνευτικά σχήματα είτε πρόκειται για ηθικούς περιορισμούς είτε πρόκειται για γλωσσικούς κανόνες, αποτελεί έναν από τους πλέον αντιπροσωπευτικούς δείκτες εξουσίας. Πρόκειται για την εξουσία που σου δίνει την ευχέρεια όχι απλώς να διαβάζεις, αλλά και να παρεμβαίνεις ή ακόμη και να συντάσσεις το κείμενο της δικής σου ζωής και τα κείμενα της ζωής των άλλων, χωρίς να νιώθεις υπόλογος για τους λαθεμένους γλωσσικούς τύπους που ηθελημένα ή αθέλητα εισάγεις.
Ήξερα πολύ καλά ότι όλα αυτά θα με αφορούσαν στο εξής, αλλά όχι με τον τρόπο που ως τώρα είχα συνηθίσει. Με την απόφασή του ο προϊστάμενος με ανέσυρε από την αφάνεια της υπαλληλικής μου ιδιότητας στην επιφάνεια μιας θέσης εξουσίας και με μετέθετε από την κατάσταση του επιμελητή κειμένων στο ρόλο του συντάκτη των κειμένων. Από εδώ και πέρα, δε θα ήμουν ούτε αυτοί ούτε οι άλλοι ούτε καθένας. Από εδώ και πέρα, εγώ θα ήμουν εγώ: ο προϊστάμενος του καλύτερου τμήματος της πιο δυναμικής εταιρείας των Βαλκανίων στον κλάδο των γενετικά διαφοροποιημένων ειδών.
Ένα αίσθημα ευθύνης με κυρίευσε. Όσο ακόμη είχα άνεση και χρόνο, θα έπρεπε να λάβω τις αποφάσεις, να καταστρώσω τα σχέδια και να χαράξω τη στρατηγική μου.
Δε χρειάστηκε πολλή ώρα, για να καταλήξω σε ένα βασικό πλάνο.
Ως προς τον εσωτερικό κανονισμό, χρειάζονται κι άλλα έπαθλα. Θα καθιερώσω μια εύφημη μνεία για την πιο πρωινή προσέλευση, μία ακόμη για τη μη διακοπή της εργασίας κατά το μεσημεριανό διάλειμμα και μία τελευταία για την οικειοθελή παραμονή πέρα από το επίσημο ωράριό μου. Κάθε εύφημη μνεία ίσον ένα μπόνους. Δύο εύφημες μνείες ίσον πέντε μπόνους. Τρεις εύφημες μνείες ίσον δέκα μπόνους. Αποδοτικότητα συν μπόνους ίσον πιο πολλές φρούδες ελπίδες και ακόμη περισσότερες αφελείς προσδοκίες για όλους τους υφισταμένους μου.
Η μηνιαία έκθεση αυτο-αξιολόγησης θα συνοδεύεται από τη μηνιαία έκθεση ετερο-αξιολόγησης. Δεν αρκεί να λογοδοτεί ο καθένας για τον εαυτό του, αλλά πρέπει να είναι σε θέση να παρατηρεί και να ελέγχει τους συναδέλφους του, να αντιλαμβάνεται τις παρεκκλίσεις και να επισημαίνει τα μικρά ή μεγάλα παραπτώματά τους. Με αυτό τον τρόπο, η ατομική ευθύνη ενισχύεται από τη συλλογική και το πνεύμα της ατομικής δράσης πλαισιώνεται από το κλίμα της συναδελφικής αλληλεγγύης. Οι δεσμοί στενεύουν και περιορίζεται η κακώς εννοούμενη ατομικότητα, για να επικρατήσει πλήρως ο ρόλος του υπαλλήλου έναντι της ιδιότητας του προσώπου.
Και το πιο σημαντικό, η «υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου» πρέπει να είναι πανταχού παρούσα. Στους τοίχους, στους τουαλέτες, στους διαδρόμους, στα τηλέφωνα, στα γραφεία, στα μάτια, αλλά κυρίως στις ψυχές και στα μυαλά όλων των υπαλλήλων μου. Τίποτα δεν μπορεί να γίνει μόνο με τις κάμερες, τα προγράμματα ηλεκτρονικής παρακολούθησης και τους τηλεφωνικούς κοριούς, όσο ο έλεγχος περιορίζεται στην εξωτερική επιτήρηση. Αυτό που στα αλήθεια χρειάζεται είναι να νιώθουν όλοι ότι είναι υπόλογοι απέναντι στους άλλους, απέναντι σε μένα κι κυρίως απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό, έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι σε καθημερινή βάση θα τους επιτίθενται ολόκληρες στρατιές από μαύρα αφρικανικά μυρμήγκια. Γιατί όλα έχουν το τίμημά τους. Δε γίνεται να μην το έχουν.
Ως προς το υπαλληλικό προσωπικό, προέχει το θέμα του Δημάκη. Με κανένα τρόπο δεν πρέπει να σημαδευτεί η ανάληψη των νέων καθηκόντων μου με μια παραίτηση. Θα μπορούσαν έτσι να δημιουργηθούν εσφαλμένες εντυπώσεις και να καλλιεργηθεί αρνητικό κλίμα εναντίον μου. Δύο οι επιλογές μου: αποδίδω την παραίτηση του Δημάκη σε αδυναμία συνεργασίας με τον προηγούμενο προϊστάμενο ή την παρουσιάζω ως απόλυση επειδή παραβίασε με ηλεκτρονικά μέσα τα προσωπικά δεδομένα της συναδέλφου του, κ. Μαλαματή. Στο κάτω κάτω, ούτε το ένα ούτε το άλλο απέχει πολύ από την πραγματικότητα.
Με τους δύο μεταφραστές, τον Λεοντιάδη, τη Χατζηγιάννη, την Παπαπέτρου και τον Κωνσταντινίδη δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Είναι συνεργάσιμοι, πειθαρχημένοι κι αρκετά αποδοτικοί, παρ’ όλες τις μικρές αταξίες που κατά καιρούς κάνουν. Εξαιρετικά χρήσιμος είναι και ο Στεργίου, αρκεί να συνεχίσει να αναλαμβάνει δραστηριότητες πέρα από την κύρια απασχόλησή του. Θα απολυθεί όμως ο Χριστοφόρου για το ύπουλο παιχνίδι που έπαιξε πίσω από την πλάτη μου, αλλά κι η Αλεξίου, γιατί γνωρίζει πολλά και ανά πάσα στιγμή μπορεί να εξελιχτεί σε επικίνδυνο ανταγωνιστή μου.
Όσον αφορά τώρα εσένα. Ξέρω ότι θα πικραθείς, αλλά ύστερα από ό,τι έγινε και για να μη με κατηγορήσουν για ευνοιοκρατικά είμαι αναγκασμένος να σε απολύσω. Αν το δεις από μια άλλη οπτική γωνία, θα καταλάβεις ότι για το καλό σου το κάνω. Μπορείς να κάθεσαι ώρες ατελείωτες στον υπολογιστή του υπογείου και να γράφεις στο ιστολόγιό σου για τα παιδικά σου χρόνια, τη ζωή σου στην Αθήνα, τον ευτυχισμένο γάμο μας, τις επαγγελματικές μου επιτυχίες, την καθημερινή φροντίδα του σπιτιού μας, ακόμη και για τις σεξουαλικές φαντασιώσεις σου. Είμαι αρκετά ανοιχτό μυαλό, για να έχω επιφυλάξεις γύρω από τέτοια θέματα.
Θα σε παρακαλούσα μόνο να αποφεύγεις στο εξής οποιαδήποτε αναφορά σε ζητήματα πολιτικού, επιστημονικού ή οικολογικού ενδιαφέροντος που άπτονται άμεσα ή έμμεσα με τις δραστηριότητες της εταιρείας και πιθανώς να πλήξουν την υπεύθυνη θέση που θα αναλάβω στο διοικητικό προσωπικό της. Πού ξέρεις; Αύριο μεθαύριο, μπορεί να προωθηθώ ακόμη πιο ψηλά, ίσως μάλιστα και σε κάποιο διευθυντικό πόστο.
Κάθισα πιο αναπαυτικά στην καρέκλα και σταύρωσα τις παλάμες πίσω από το κεφάλι μου. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό ένιωθα τόσο ευχαριστημένος, σχεδόν ευτυχισμένος. Δεν είναι και λίγο να φτάνει κανείς εκεί που μια ζωή ονειρευόταν να ανέβει.
Το μόνο που έμενε ήταν η λεπτομέρεια με τα αδιόρθωτα έγγραφα. Ήταν το τελευταίο βαρίδι από την προηγούμενη υπαλληλική μου ιδιότητα και ο μόνος λόγος που με κρατούσε ακόμη στο γραφείο μου σε τόσο προχωρημένη ώρα. Αποφάσισα λοιπόν να αφοσιωθώ πλήρως στη δουλειά μου μέχρι να τελειώσω. Έπρεπε να ξεμπερδέψω μια και καλή με όλες τις εκκρεμότητες του παρελθόντος.
Κοίταξα ξανά το ρολόι του τοίχου. Έδειχνε 11:00 μ.μ.
Έσκυψα πάνω από το κείμενο που είχα μπροστά μου, αλλά ένας αδύναμος ήχος τάραξε τη νεκρική σιγή του άδειου τμήματος. Σήκωσα το κεφάλι τρομαγμένος. Είχε σκοτάδι στο βάθος της αίθουσας και δυσκολεύτηκα να διακρίνω καθαρά. Ο ήχος ξανακούστηκε πιο δυνατά. Σαν να μου θύμιζε κάτι ο ξηρός του κρότος κι έστρεψα ανήσυχος το βλέμμα μου προς την πηγή του. Δεν μπορούσα και δεν ήθελα να ξαναζήσω τα ίδια και τα ίδια.
Κι όμως τα ζούσα.
Βρισκόσουν στο γραφείο σου κι είχες ανοιχτή την οθόνη. Έγραφες κάτι στον υπολογιστή χτυπώντας δυνατά τα πλήκτρα. Έμεινα να σε κοιτάω έκπληκτος. Το πρόσωπό σου ήταν κάτασπρο κι οι φλέβες των καρπών σου ήταν κομμένες. Το αίμα έπεφτε σταγόνα σταγόνα πάνω στο πληκτρολόγιο σου, σχηματίζοντας μια αιμάτινη λίμνη στην επιφάνεια του γραφείου σου, που σιγά σιγά απλωνόταν στο πάτωμα του τμήματος. Σε άκουσα να ψιθυρίζεις τους παραποιημένους στίχους του Αναγνωστάκη από το ποίημά του «Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.» και σε είδα να σηκώνεις το κεφάλι προς το μέρος μου. Προσπάθησα να σου χαμογελάσω, χωρίς όμως να τα καταφέρω. Στη θέση των ματιών σου υπήρχαν δύο μεγάλα, κόκκινα κι ομοιόμορφα κεράσια και στα μάγουλά σου κυλούσαν κατακόκκινα δάκρυα.
Δεν άντεχα άλλο να σε βλέπω και να σε ακούω. Έτρεξα σαν τρελός και κατέβασα το διακόπτη από τον κεντρικό πίνακα. Παντού απλώθηκε σκοτάδι. Δεν φαινόσουν πουθενά και το πληκτρολόγιό σου είχε σιγήσει.
Ησύχασα.
Ευχόμουν μόνο να είναι για πάντα έτσι.




(συνέχεια: Τετάρτη 6.1.10,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Το βασίλειο της λήθης",
523λ.)