Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!!!!

Άϊντε μπρε, άλλος ένας χρόνος πάει.

Μπαίνουμε σε καινουρια δεκαετία κιόλας, σαν να μηδένισε το κοντέρ ένα πράγμα και να ξαναγραφει από την αρχή.
Το βράδυ θα αρχίσουμε να λέμε τι καναμε στον χρόνο που έφυγε, τι θελουμε στον καινούριο, οι λέξεις που θα έχουν την τιμητική τους θα έιναι «Υγεία, Αγαπη, Ευτυχία» , ματς-μουτς, αχ θέλεις έναν κουραμπιέ, αχ φάε και από τα μελομακάρονα, μμμμ! τι ωραίες δίπλες, γαμωτο, τι ώρα θα έρθουν και οι κουμπαροι, ο δίπλα ο αχωνευτος παπάρας έχει ρεβεγιόν απόψε προβλέπεται να μας τα κανει τούμπανο, δεν βαριέσαι, άστονα να χαρεί κι αυτός λιγο που έγινε η μούρη του σαν αποξηραμένο φυτό, άναψε ταλαμπάκι,α ανψε τα κεράκια, πάρε μια «σαμπάνια», άσε κατω τους κουραμπιέδες…

Ανάψαμε και το τζάκι απόψε, τι κι αν έξω έχει 20 βαθμούς, χλίδα λέμε, white christmas (από τα γιαούρτια που έπρεπε να έχουμε ρίξει σε πολλούς και τα λουστήκαμε εμείς), last christmas I gave you my heart and you gave τρία μετρα κέρατο, let it snow-let it snow τι snow και σαφρίδια ριγανάτα, εδώ ανθίζουν οι κερασιές Γεναρη μηνα γαμω την ατυχία μας…

Που λες, εντάξει, εμείς οι σχεδόν «πρώην», κουτσά στραβα επιβιώσαμε και φέτος, κάπως θα την βγαλουμε ακόμη, με μια καταθλιψούλα, με λιγο ιντερνετάκι, με κανα δυο τρείς μπουκάλες τσίπουρα η βίσκυα –μόνοι οι πιο τυχεροί, μοναχότεροι με παρέα οι πιο διαλλακτικοί, με συγκαταβαση οι υπόλοιποι- , τα πιτσιρίκια θα χαρούν που πήραν και φέτος τα παιγνίδια τους και όχι ένα κομμάτι καρβουνο που αφηνει ο Αγιοβασίλης στα σκανταλιάρικα παιδιά, η τηλεόραση θα παίξει πάλι «εορταστικά προγράμματα» για εγκλωβισμένους και απελπισμένους, όλα μια χαρά.

Σαν να μην πέρασε μια μερα που λεει και το άσμα.

Αλλοτρίωση – επιβίωση κι όλα καλά.
Ο «προβληματισμός» μου είναι στους «νυν» και στο πως θα την βγάλουν.
(Ποιος προβληματισμός δηλαδη, που τετοιες μερες τρέχω και ανασα δεν παίρνω, που χρόνος για προβληματισμούς;;;)
Κάτι μου λέει λοιπόν, πως θα βρουν τον τρόπο και θα μας εκπλήξουν για ακόμη μια φορά.
Τουλάχιστον αυτό θέλω να πιστεύω.
Εδώ είμαστε και θα τα δούμε.
Βαριέμαι να εξηγώ, αλλά είστε γατόνια θα καταλάβετε.
Είμαι σίγουρος

Εν κατακλείδι λοιπόν, ένα το συμπέρασμα:

ΜΗΝ ΜΑΣΑΤΕ ΡΕ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΑΣΧΗΜΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ.
Κανονίστε να είμαστε κάπου κοντα να μην χάσουμε τις εξελίξεις και το «θέαμα».
Τσιρότα, γάζες, οινόπνευμα, μάσκες, αραιωμένο Maalox, αθλητικά παπούτσια, καλό θα είναι να σας βρίσκονται πρόχειρα


Μεχρι τότε όμως, την δουλειά μας εμείς (οι κάπως πουρο-έτσι), ξέρετε τώρα.
Ομφαλοσκοπήσεις, απολογισμοί πεπραγμένων, ψυχο-ισοζύγια, «τέταρτες» και «πέμπτες» σκέψεις (πάνε οι «δεύτερες» και οι «τρίτες», ανεβήκαμε επίπεδο), δημιουργική γκρίνια, ΧΙΟΥΜΟΡ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ, καθαρό μυαλό και συνεχή προσπάθεια αντοχής.
Μόνο να καταφερουμε να βρουμε ΚΑΙ τον τρόπο να μην μένουμε μονο στα «ισοζύγια πεπραγμένων» αλλά να πλουτίσουμε όπως μπορούμε ο καθένας το «πράττειν».

Τα ξερετε τώρα, να μην τα ξαναλέω.

Και τώρα, ο κλασσικός κλισεδιάρικος μικροαστικός επίλογος, που αν δεν τον πεις, σε κράζουν οι mainstream γιατί και καλά γίνεσαι κυνικός και ελιτιστής, ενώ όταν τον λες, ούτε να σε φτυσουν οι upstream, επειδή λέει γίνεσαι αστούλης του κερατα, ένας ακόμη του συσρμού, ψευτο-κουλτουριάρης και δήθεν αλτρουϊστής.

Ρε δεν με χέζετε λέω ‘γω χρονιάρες μερες…

ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΛΑ, ΧΡΟΝΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΑ,
ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΤΡΕΧΟΥΜΕ,
ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΚΙ ΕΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΧΡΟΝΙΑ, ΔΥΝΑΜΗ ΝΑ ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ.

ΤΣΑΚΙΣΤΕ ΤΑ ΜΕΛΟΜΑΚΑΡΟΝΑ ΛΕΜΕ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!


Φιλούρες στα ,μελωμένα μούτρα σας από τους λύκους- Ιχνηλάτες.




Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

"Η πόλη μου είναι μια άλλη πόλη"


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΥΚΕΣΑΣ, «Το τσίρκο των ψύλλων»,
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 357, 2009



Φαίνεται από την πρώτη ακόμη ματιά. Τέσσερις σελίδες με περιεχόμενα χωρισμένα σε πέντε κεφάλαια, καθένα από τα οποία διαιρείται σε πολλά υποκεφάλαια έκτασης λίγων μόνο σελίδων. Το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να εντάσσεται στην κατηγορία του μυθιστορήματος, αλλά τα στοιχεία που το συνθέτουν οργανώνονται στη βάση της μικρής φόρμας.
Έτσι παρέχεται στον αφηγητή η ευχέρεια να ελίσσεται ανεμπόδιστα ανάμεσα σε φαινομενικά ασύνδετα πρόσωπα, χρονικά επίπεδα και περιστατικά, με έναν τρόπο που μπορεί στην αρχή να δημιουργεί την εντύπωση του μπερδεμένου παζλ, αλλά σχετικά γρήγορα αποκαθιστά την αίσθηση του ενιαίου συνόλου. Με άλλα λόγια, στιγμιότυπα που μοιάζουν μεμονωμένα αποδεικνύονται αφηγηματικές ψηφίδες ενός μυθιστορηματικού μωσαϊκού ή, ακριβέστερα, αφηγηματικές πινελιές μιας μυθιστορηματικής τοιχογραφίας της σύγχρονης νεοελληνικής πραγματικότητας.
Η μετάβαση από το επιμέρους και αποσπασματικό στο συνολικό και ενιαίο γίνεται με το σταδιακό ξεδίπλωμα του αφηγηματικού μίτου που αφορά μια δολοφονία. Πιο συγκεκριμένα, ο ηγούμενος της Μονής Αγίας Αθανασίας βρίσκεται δολοφονημένος έξω από την εκκλησία κάποιου χωριού της Χαλκιδικής. Ένας δαιμόνιος αστυνομικός αναλαμβάνει να λύσει το μυστήριο. Ποιος είναι ο δολοφόνος; Μήπως ο σαλός που τριγυρίζει ανάμεσα στα χωράφια συνομιλώντας με τα πουλιά ή ο ιερέας της εκκλησίας με το σκοτεινό παρελθόν και το βεβαρημένο ποινικό μητρώο; Ποια εμπλοκή έχει, αν βέβαια έχει, ο αγιογράφος μοναχός ή η δικηγόρος της μονής μαζί με τους δύο αφοσιωμένους φίλους της ή ο διακεκριμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος της βυζαντινής αρχαιολογίας; Ποιο ειδικό βάρος διατηρούν γεγονότα που συνέβησαν τριάντα ή σαράντα χρόνια πριν από το φονικό; Και τελικά, ποια σχέση έχει με την υπόθεση το κατεξοχήν πρωταγωνιστικό πρόσωπο της αφήγησης, ο Κύρος Λαύρος, μαζί με τον αθίγγανο φίλο του;
Μέσα από το θρυμματισμένο αυτό αφηγηματικό υλικό αναδύεται μια κερματισμένη κοινωνική πραγματικότητα ατομικών κόσμων, ερμητικής μοναξιάς και ένοχων μυστικών, που συρράπτονται σε ενιαίο σύνολο με κυρίαρχη συγκολλητική δύναμη τον ατομικό μεγαλοϊδεατισμό, την ηθική εκπόρνευση και τον εύκολο πλουτισμό. Είναι το ιδεολογικό χαρμάνι που προέκυψε από την ανάμειξη της εθνικοθρησκευτικής παράδοσης με τις νεοφιλελεύθερες αξίες, για να παγιώσει νέες μορφές δημαγωγίας, ευτέλειας και αριβισμού - που με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο εκφράστηκαν στο πρόσφατο σκάνδαλο του Βατοπεδίου.
Με αυτή την έννοια, δεν είναι καθόλου τυχαίο που η δράση εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη που περισσότερο από κάθε άλλη πόλη ασχημονεί στο ιστορικό παρελθόν και στο φυσικό της κάλλος. Στη Θεσσαλονίκη που περισσότερο από κάθε άλλη πόλη ανταλλάσσει το κοσμοπολίτικο πνεύμα με τον φοβικό εθνικισμό και τη θρησκευτική μισαλλοδοξία. Στη Θεσσαλονίκη που περισσότερο από κάθε άλλη πόλη εμπιστεύεται την πορεία της προς το μέλλον στους θασιώτες της πιο οπισθοδρομικής συντήρησης. Ό,τι απομένει ύστερα απ’ όλα αυτά, είναι μια πόλη-φάντασμα, μια πόλη-έκτρωμα, μια πόλη-τέρας. Αμεριμνησία προτιμά να την ονομάσει ο αφηγητής. Και δικαίως.
Αλλά η Θεσσαλονίκη; Πού είναι η Θεσσαλονίκη;
«Η πόλη μου είναι μια άλλη πόλη» ακούμε τον ήρωα να μονολογεί με παράπονο. Η αληθινή πόλη πάει, χάθηκε. Τη ρήμαξαν τύποι σαν τον πανεπιστημιακό δάσκαλο της βυζαντινής αρχαιολογίας, τη μεγαλοδικηγόρο και τον ηγούμενο της μονής, που μετέχουν στις κυρίαρχες αξίες, τις υπηρετούν και τις αναπαράγουν, τη στιγμή που τύποι σαν τον σαλό, τον ήρωα και τον αθίγγανο θέτουν τον εαυτό τους εκτός, πληρώνοντας βέβαια το αναπόφευκτο τίμημα της επιλογής τους.
Αλλά αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε οφείλω να επισημάνω ότι ξενίζει το τέλος του μυθιστορήματος. Φαίνεται κατά τι ανακόλουθο ή, από μια άλλη οπτική, συγκαλυμμένα διδακτικό και σε κάθε περίπτωση ελαφρότερο του αναμενόμενου. Ας σημειώσω και μια πρόσθετη αδυναμία, σχετική προφανώς με την δημοσιογραφική ιδιότητα του συγγραφέα: υπάρχουν σημεία στα οποία η αφήγηση μοιάζει να αποτελεί άλλοθι για την έκφραση ενός στοχαστικού και κριτικού λόγου ή και να ακυρώνεται πλήρως από αυτόν, όπως στο μη αριθμημένο κεφάλαιο («Διάλειμμα: Μια περιήγηση στην Αμεριμνησία»).
Θα ήταν όμως άδικο να μείνω σε αυτά. Γιατί «Το τσίρκο των ψύλλων», πέρα από τις αρετές στη γλώσσα και στην πλοκή, είναι από τα λίγα μυθιστορήματα που ακουμπάνε με τόση τόλμη την επικαιρότητα, από τα ακόμη πιο λίγα που συνδυάζουν τη λογοτεχνική αξία με τον πολιτικό προβληματισμό, και από τα ελάχιστα που καταφέρνουν να απεικονίσουν με τέτοια εμβρίθεια τη νεοελληνική πραγματικότητα.
Και αυτά νομίζω ότι αρκούν, και μάλιστα με το παραπάνω.

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Το πνεύμα των ημερών

- Θέλω να μου πεις ένα ωραίο παραμυθάκι, μπαμπά, για να κοιμηθώ γλυκά γλυκά. Να, όπως τα παραμύθια που μου λέει κι η μαμά μου. Τη Σταχτοπούτα, την Πεντάμορφη και το Τέρας, τον Παπουτσωμένο Γάτο, τη Χιονάτη και τους εφτά Νάνους, τον κακό το Λύκο και τα τρία Γουρουνάκια.
- Καλά, θα σου πω. Αλλά όχι τέτοια. Ένα άλλο, δικό μου. Είναι για τον καιρό. Που λέω στην τηλεόραση τι καιρό θα κάνει, κι εσύ, όταν με βλέπεις, φωνάζεις «ο μπαμπάς μου, ο μπαμπάς μου», κι εγώ χαίρομαι που σ’ ακούω. Να δεις που θα σ’ αρέσει πολύ.


Από αρχές Σεπτεμβρίου, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, τελειωμένος πια και ο Ιανουάριος. Σύνολο πέντε. Αν βγάλουμε κάτι μικρές ψιχάλες, πέντε ολόκληρους μήνες είχε να βρέξει κανονικά. Όπως τουλάχιστον έβρεχε παλιά. Αλλά τώρα τίποτα. Λίγη πάχνη το πρωί και ολημερίς λιακάδα. Ένας ξεπλυμένος ήλιος. Πουθενά στον ορίζοντα σύννεφα. Άφαντη κι η βροχή, ούτε μια νιφάδα χιόνι. Σκόνη και ξεραΐλα. Σκόνη και ξεραΐλα μες στο καταχείμωνο…
Στην αρχή δεν έδωσαν σημασία. Συνηθισμένοι από τις αναποδιές του καιρού, πάει δέκα-δεκαπέντε χρόνια συνέχεια το ίδιο βιολί, καπάκι ο ένας καύσωνας μετά τον άλλο, ύστερα δύο μήνες παγωνιά και χιόνια, στη συνέχεια μια σύντομη περίοδος που ξέχυναν καθημερινά οι ουρανοί τα υπόλοιπα νερά του χρόνου, και κατόπιν ξανά από την αρχή τα ίδια. «Η υψηλότερη θερμοκρασία από το καλοκαίρι του 2003», «Τόσο πολύ χιόνι έχει να ρίξει από το χειμώνα του 1988», «Το ύψος της βροχής που έπεσε χθες στην Αττική πλησιάζει τη μεγαλύτερη τιμή που κατέγραψε ποτέ η μετεωρολογική υπηρεσία στο λεκανοπέδιο», άρχισαν να ψελλίζουν δεξιά κι αριστερά στα κανάλια, στους σταθμούς και στις εφημερίδες. Ότι δηλαδή κάτι δεν πάει καλά. Στην πραγματικότητα, για να έχουν να λένε και να ησυχάζουν. Παραδέχονταν το πρόβλημα, ανακούφιζαν την ανησυχία και χαίρονταν με την ειλικρίνειά τους. Παραπέρα όμως δεν μπορούσαν και δεν θέλανε να πάνε. Δεν τους βόλευε να πάνε.
Στο κάτω κάτω, κάτι γινόταν ακόμη. Έπιανε το θερμόμετρο 43 βαθμούς, βάζανε στο τέρμα τα κλιματιστικά, κουβαλούσαν τους γέρους στα δημόσια κτίρια, ανοίγανε τα σιντριβάνια, πίνανε παγωμένο τσάι και, όταν ευκαιρούσαν, πετάγονταν στις παραλίες. Έπεφτε η βαρυχειμωνιά, ανάβανε στο φουλ τα καλοριφέρ, ρίχνανε στους δρόμους αλάτι, βγάζανε τα εκχιονιστικά, μοίραζαν σούπα στους απόρους και, όταν τα πράγματα έφταναν στο απροχώρητο, κλείνανε και τα σχολεία. Τα κουτσοβόλευαν.
Τέτοιο όμως ξεχειλωμένο καλοκαίρι, μεσοστρατίς χειμώνα, πρώτη φορά τούς τύχαινε. Στράφι η διήμερη στο χωριό, γκρίνιαζαν τα σαλέ, χριστοκαντήλιαζαν οι πετρελαιάδες, παραπονιούνταν τα εμπορικά της Εγνατίας και της Τσιμισκή, δυσφορούσε κι ο κοσμάκης. Γιατί Χριστούγεννα περίμεναν, Χριστούγεννα ήρθαν και Χριστούγεννα δε χαίρονταν. Αναμμένο τζάκι και ψημένα κάστανα και φωτεινές ευχετήριες επιγραφές και αραδιασμένες σε πλατείες φάτνες και χιόνια στο καμπαναριό, φαντάσου με δεκατρείς και δεκαπέντε και δεκαέξι και δεκαεννιά βαθμούς Κελσίου, χριστουγεννιάτικη συσκευασία σε θερινή εκπτωτική προσφορά.
Να, όπως κάνουν στην Αυστραλία, που έχει το Δεκέμβρη καλοκαίρι και είναι όλοι μαζεμένοι στις παραλίες και βγαίνουν με ταχύπλοα από τη θάλασσα οι Αϊ-Βασίληδες και μοιράζουν στον κόσμο δώρα και τους τραβάνε φωτογραφίες με τις γυμνές κοπέλες. Τους βλέπεις μετά στην τηλεόραση και αναρωτιέσαι τι σόι Χριστούγεννα είναι αυτά. Κι όσο να πεις, εκεί το έχουν παράδοση και έθιμο να τα γιορτάζουν έτσι. Εδώ τι γίνεται;
Πήγαιναν λοιπόν οι άνθρωποι στα μαγαζιά, αγόραζαν μάλλινα, τραγουδούσαν τα παιδιά «Καλήν εσπέραν άρχοντες», μαζεύονταν οι συγγενείς στο γιορτινό τραπέζι, ψήνανε στο φούρνο γεμιστές γαλοπούλες, βάζανε φλουριά στις βασιλόπιτες, αντάλλασσαν ευχές για τον καινούριο χρόνο, κάνανε δηλαδή ό,τι συνήθιζαν να κάνουν πάντα στις γιορτές, αλλά και πάλι γιορτές δεν καταλάβαιναν. Όσο κι αν υποκρίνονταν, ένιωθαν ότι κάπου είχαν λάθος. Λες κι έπαιζαν στο θέατρο. Καλοί στους ρόλους τους. Δε λέω, πολύ καλοί. Ωστόσο από άλλη παράσταση τα σκηνικά, από άλλη τα κοστούμια.
Απορούσαν. Είκοσι, τριάντα, πενήντα χρόνια; Τέτοιο πράγμα δε θυμούνταν ξανά να τους έχει συμβεί. Άρχισαν σιγά σιγά να προβληματίζονται. Φυσικό φαινόμενο ή ανθρώπινη παρέμβαση; Προσωρινή ανωμαλία του καιρού ή μόνιμη κατάσταση; Θα φτάσουν για το καλοκαίρι τα αποθέματα νερού ή με το δελτίο θα το πίνουν; Μπορεί και το ένα, μπορεί και το άλλο, απαντούσαν σιβυλλικά οι επιστήμονες, αλλά τεκμηριωμένη απάντηση δεν ήταν ακόμη σε θέση να τους δώσουν.
Τέλειωσαν όμως οι διακοπές, ξεκίνησε πάλι ο κόσμος τις δουλειές του, πρωινό ξύπνημα, τα παιδιά στο σχολείο, ψάξιμο για πάρκινγκ, η φάτσα του συναδέλφου και η γκρίνια του αφεντικού, ψώνια στο σουπερμάρκετ, τα παιδιά από το σχολείο, διάβασμα, τρέχα φροντιστήρια, βραδινά τηλεοπτικά μικροσκάνδαλα, βαθύς ύπνος. Περνούσε γρήγορα ο καιρός, λουσμένος με πρωινές πάχνες και χειμωνιάτικες λιακάδες. Ήσυχα, σχεδόν ευτυχισμένα.
Όσο περνούσαν οι μέρες άρχισαν να αποξεχνιούνται ή, πιο σωστά, να συνηθίζουν. Κι εδώ που τα λέμε, καλύτερα περνούσαν έτσι. Ούτε χιονιάς αλλά ούτε και κάψα. Ούτε να λερώνονται τα ρούχα, ούτε να καθαρίζουν όλη την ώρα τα μπαλκόνια, ούτε να κουβαλάνε ομπρέλες, ούτε να πλένουν συνέχεια το αυτοκίνητο, ούτε να πληρώνουν τα μαλλιοκέφαλά τους στα πετρέλαια. Στο κάτω κάτω, ένας ήπιος χειμώνας ήταν μόνο. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Δε χρειάζονταν λοιπόν υπερβολές. Κι αν, αν λέμε, συνέχιζε έτσι ο καιρός, όλο και κάποια λύση θα ’βρισκαν στο τέλος οι επιστήμονες.
Τελικά το αποφάσισαν. Πιο καλά ήταν έτσι. Κουβέντα δεν ξανακούστηκε. Ουφ! Ησύχασαν.
(Είναι από το προηγούμενο βιβλίο μου, "Το παραμύθι του ύπνου". Το θυμήθηκα όταν είδα από πολύ πρωί τον ήλιο να αστράφτει. Δυστυχώς, ταιριάζει απόλυτα με την περίσταση...)

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Ευχές



Χρόνια σας πολλά απ' όλους μας



(Το σχέδιο έγινε από τη Ζωή, η εικονιζόμενη τρίτη στη σειρά)
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Ευχές σφήνα (ζήλεψα κι εγώ):
Ο Βενιαμίν της οικογένειας, έφτιαξε αυτό για το blog
Αν και μικρότερος, εβαλε τον εαυτό του προτελευταίο. Κάτι θελει να πει μάλλον...
Καλες γιορτές σε όλους.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

11. "Η προσωπική μου Χιροσίμα και το ιδιωτικό μου Ναγκασάκι"

Αποβραδίς είχα προνοήσει να κρύψω το χαπάκι σε μια συσκευασία με ασπιρίνες, μην τύχει και με υποψιαστούν οι άλλοι στη δουλειά. Το έβγαλα με προφύλαξη και το κατάπια αμέσως, χωρίς να το αφήσω να λιώσει εντελώς στη γλώσσα, αλλά μια δυσάρεστη αίσθηση πρόλαβε κι απλώθηκε σε όλη τη στοματική μου κοιλότητα. Ήταν σαν να τρως ένα ξερό κομμάτι ασβέστη.
Ακολούθησα νοητά τη διαδρομή της υγρής μάζας από το στενόμακρο σωλήνα του οισοφάγου ως τον ασκοειδή θύλακα του στομάχου. Τη φαντάστηκα να αποσυντίθεται στα χημικά της στοιχεία και να απελευθερώνει εντός μου μια τεράστια δύναμη μεγατότων. Λες κι είχα μια πυρηνική βόμβα στην κοιλιά μου έτοιμη να συντρίψει όλες τις Χιροσίμες και όλα τα Ναγκασάκια του μυαλού μου. Ένιωσα την ισχύ της πυρηνικής έκρηξης να διαπερνά το είναι μου και το ωστικό κύμα να μεταδίδεται διαμέσου του αίματος από τα πόδια μέχρι το κεφάλι. Ήξερα καλά τι επρόκειτο να συμβεί μέσα μου τις επόμενες ώρες.
Ύστερα από ένα σαραντάλεπτο θα ένιωθα τα άνω και κάτω άκρα μου να ατονούν, το μυαλό μου να μουδιάζει και τα συναισθήματά μου να νεκρώνονται. Δε θα έπαυα να έχω συνείδηση του εαυτού μου, αλλά κάποιες διανοητικές ικανότητες, όπως η κρίση και η βούληση, θα περιέρχονταν σε κατάσταση ελεγχόμενης και μηχανικής υπολειτουργίας, ενώ κάποιες άλλες όπως η φαντασία και η μνήμη θα χειραγωγούνταν πλήρως. Ο χώρος της πρώτης θα κυριευόταν από ψυχεδελικούς εφιάλτες και η δεύτερη θα θρυμματιζόταν σε μικρά μικρά κομμάτια αποσυντεθειμένων αναμνήσεων χωρίς καμία ενότητα και λογική.
Στη συνέχεια τα εγκεφαλικά κέντρα που είναι υπεύθυνα για την κίνηση του σώματος, την ικανότητα της αντίληψης και την εκφορά του λόγου θα εξασθενούσαν κάτω από την πίεση διαδοχικών χημικών επιθέσεων που θα καταλάμβαναν όλες τις νευρικές οδούς της εισαγωγής αισθητηριακών ερεθισμάτων και της εξαγωγής εγκεφαλικών εντολών, με αποτέλεσμα να βρίσκομαι σε μια σχετική απόσταση από την εξωτερική και την εσωτερική μου πραγματικότητα. Πρόκειται για μια απόσταση ασφαλείας του εγώ από εμένα, του μυαλού από την ψυχή και της γνώσης από την αλήθεια που οχυρώνει ένα νέο χώρο βίωσης και συνείδησης των πραγμάτων. Έναν χώρο που με αρέσει να τον ονομάζω «το βασίλειο της λήθης».
Αλλά είχα αρκετό χρόνο για να φτάσω σε αυτό το επίπεδο και στο μεταξύ όφειλα να οργανώσω τη λειτουργία μου με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην κινώ τα περίεργα βλέμματα και τα κακεντρεχή σχόλια των άλλων υπαλλήλων, κυρίως του Στεργίου. Κούνησα το κεφάλι μου πάνω κάτω και προσπάθησα να επανέλθω. Κοίταξα μπροστά μου κι είδα τη χάρτινη στοίβα να με περιμένει. Τράβηξα το πρώτο έγγραφο από κάτω και άρχισα να το διαβάζω χωρίς να έχω καθόλου όρεξη. Έπεσα σε ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να μου τύχει: πρόσκληση ενδιαφέροντος για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Δεν πρόλαβα να φτάσω ούτε μέχρι τη μέση, όταν άκουσα το τηλέφωνο του γραφείου μου να χτυπάει. Πρώτος, δεύτερος, τρίτος χτύπος, καμία αντίδραση από μέρους μου. Το σήκωσα στον τέταρτο, όπως ακριβώς προβλέπεται από τον εσωτερικό κανονισμό.
«Αποστόλου Θάνος, 2cΒ6. Σε τι θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος;»
«Ελάτε αμέσως, σας παρακαλώ. Σας περιμένω στο γραφείο μου» ακούστηκε η φωνή του προϊσταμένου.
Κοκάλωσα. Περίμενα ότι αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε κι αυτό, αλλά θα προτιμούσα να γίνει οποιαδήποτε άλλη ώρα εκτός από αυτήν. Όχι μόνο γιατί θα ήθελα να είχαν ξεκαθαρίσει προηγουμένως κάποια πράγματα, ώστε να ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά κυρίως γιατί κάτω από την επίδραση του χαπιού ήμουν πιο τρωτός και αδύναμος, λιγότερο ευέλικτος και ικανός για να αντεξεπέλθω στη δοκιμασία. Συν τοις άλλοις, υπήρχε και ο κίνδυνος να αρχίσω ανά πάσα στιγμή να κομπιάζω, να ιδρώνω και να τραυλίζω. Κοίταξα το ρολόι αγχωμένος. Είχα τριάντα πέντε λεπτά ακόμη μέχρι τα πρώτα ορατά συμπτώματα. Θα έπρεπε να βιαστώ.
Άνοιξα το τελευταίο συρτάρι και έβγαλα τη σακούλα με τα κεράσια. Σηκώθηκα με δυσκολία και περπάτησα σέρνοντας τα πόδια μου στο διάδρομο. Πέρασα μπροστά από το γραφείο σου και έριξα ένα άδειο βλέμμα. Ήμουν ακόμη σε θέση να θυμάμαι για ποιο λόγο έλειπες και επιτάχυνα το βήμα μου, για να προφυλάξω τον εαυτό μου από εκείνες τις ανεπιθύμητες σκέψεις, μνήμες ή αισθήματα, που μόνο κακό θα μπορούσαν να μου κάνουν σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή.
Εννιά ζευγάρια μάτια είχαν καρφωθεί πάνω μου και με κοιτούσαν γεμάτα οίκτο, αδιαφορία, συμπάθεια, πιθανώς και χαιρεκακία. Δεν ήθελα βέβαια να δείξω μπροστά τους καμία αδυναμία και συνέχισα με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα μέχρι το γραφείο του προϊσταμένου. Χτύπησα την πόρτα, παρ’ ότι με έβλεπε πίσω από το τζάμι. Άνοιξα με δισταγμό και βρέθηκα μπροστά του.
«Καθίστε, σας παρακαλώ».
Κινήθηκα προς την καρέκλα που μου υπέδειξε κι ακούμπησα μαλακά τη σακούλα που κρατούσα στο πάτωμα.
«Τι έχετε εκεί;»
«Είχα υποσχεθεί να σας φέρω μερικά κεράσια. Είναι η ρίζα που με την ευγενική μεσολάβησή σας έλαβα από την εταιρεία πριν από μερικά χρόνια. Το δενδρύλλιο έγινε ολόκληρο δέντρο και αυτά εδώ είναι τα κεράσια του. Σας τα φέρνω ως έκφραση ειλικρινούς ευχαριστίας».
«Καλοσύνη σας».
Τέντωσε το χέρι προς το μέρος μου. Στην αρχή ξαφνιάστηκα, αλλά όταν κατάλαβα το νόημα της χειρονομίας, σήκωσα τη σακούλα, για να του τη δώσω. Ένιωσα κάποια αδυναμία στον καρπό, αλλά τελικά δε δυσκολεύτηκα. Έκανε μέρος ανάμεσα σε κάποια έγγραφα και την ακούμπησε πάνω στο γραφείο του. Κράτησε μπροστά του μόνο ένα έγγραφο.
«Δε νομίζω να τα έχετε ραντίσει. Μπορεί να μας κατηγορούν οι οικολόγοι, αλλά αυτή η ποικιλία χρειάζεται πολύ λιγότερα φυτοφάρμακα από τα συμβατικά είδη».
«Σας διαβεβαιώνω πως δεν τα ράντισα ούτε μια φορά εδώ και τρία χρόνια».
«Πολύ ωραία».
Έβγαλε ένα κεράσι, το σκούπισε προσεκτικά με ένα χαρτομάντιλο και το έφερε στο στόμα. Το δάγκωσε στην άκρη. Τα ζουμιά κύλησαν στο σαγόνι του κι έσταξαν πάνω στο έγγραφο. Έκανα να σηκωθώ για να τον βοηθήσω, αλλά με εμπόδισε με μια αυστηρή κίνηση του χεριού του.
«Μην μπαίνετε, σας παρακαλώ, στον κόπο» μου είπε με γεμάτο στόμα και έβγαλε ένα δεύτερο χαρτομάντιλο. Καθάρισε το πρόσωπό του και σκούπισε ένα προς ένα όλα τα δάχτυλα.
Φαίνεται ότι του άρεσε και πήρε ακόμη ένα.
«Νόστιμα, ε;» σχολίασε.
«Έτσι είναι όλα. Μεγάλα, ζουμερά και νόστιμα» συμφώνησα.
«Θα ξετρελαθεί η γυναίκα μου. Ξέρετε, της αρέσουν πολύ τα κεράσια».
«Τότε, μπορώ να σας φέρνω όποτε θέλετε. Αρκεί να μου το λέτε».
«Να είστε καλά. Και μια που είπα για τη γυναίκα μου. Θέλω να εκφράσω για ακόμη μια φορά τη λύπη μου για το τραγικό συμβάν».
«Σας ευχαριστώ» του απάντησα και χαμήλωσα το κεφάλι.
«Έχω όμως τη δυσάρεστη υποχρέωση να σας υπενθυμίσω ότι εδώ είναι γραφείο και καλά θα κάνετε να τα αφήσετε όλα στην άκρη. Είχατε μια ολόκληρη βδομάδα στη διάθεσή σας, για να εκτελέσετε το καθήκον σας απέναντι στη σύζυγό σας, να θρηνήσετε την απώλειά της και να τιμήσετε τη μνήμη της. Αλλά τώρα που επιστρέψατε, περιμένω από εσάς να είστε το ίδιο ακμαίος και αποδοτικός. Ξέρω ότι δεν είναι τόσο εύκολο, αλλά σκεφτείτε, σας παρακαλώ, τι εικόνα δίνετε στους άλλους υπαλλήλους. Όχι μόνο μας ήρθατε ατημέλητος και αξύριστος, όχι μόνο κόβετε άσκοπες βόλτες στο διάδρομο, αλλά πληροφορούμε κιόλας πως έχετε μείνει πολύ πίσω στις διορθώσεις σας. Λυπάμαι που σας το λέω, αλλά είστε σε πλήρη αποδιοργάνωση και δε μου αρέσει καθόλου να σας βλέπω έτσι».
Δε χρειάστηκε πολλή σκέψη για να καταλάβω από πού προέρχονταν οι πληροφορίες του. Όλοι ξέρουν ποιος είναι ο αληθινός ρόλος του Στεργίου στο τμήμα.
«Έχετε δίκιο. Είμαι όμως διατεθειμένος να μείνω όσο χρειάζεται, για να τελειώσω όλες μου τις διορθώσεις. Ακόμη κι ως αργά το βράδυ».
Ένα χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα χείλη του, αλλά γρήγορα ξαναπήρε το σοβαρό του ύφος.
«Έχω εδώ το κείμενό σας. Αυτό που γράψατε με τίτλο “Η οπωροφόρα επανάστα¬ση”».
Με μεγάλη έκπληξη συνειδητοποίησα ότι το έγγραφο που μόλις είχε χρησιμοποιήσει σαν τραπεζομάντιλο πάνω στο γραφείο του ήταν το δικό μου κείμενο. Ενοχλήθηκα αλλά προσπάθησα να μην του το δείξω.
«Το διάβασα με μεγάλη προσοχή και διαπίστωσα ότι κάνατε δύο διορθώσεις. Θα ήθελα, σας παρακαλώ, να μου εξηγήσετε το λόγο».
Έσπρωξε το κείμενο προς το μέρος μου. Είχε τρεις κόκκινες σταγόνες, που έμοιαζαν να είναι αίμα. Αγχώθηκα στην αρχή, αλλά γρήγορα επανέκτησα την ψυχραιμία μου. Όσο η συζήτηση στρεφόταν γύρω από γλωσσικά ζητήματα, το παιχνίδι παιζόταν στο δικό μου γήπεδο και δεν είχα κανένα λόγο να φοβάμαι. Επέλεξα με προσοχή τα λόγια μου και του είπα:
«Προτίμησα τον όρο “διαφοροποίηση” για να αποφύγω τους αρνητικούς συνειρ¬μούς, τους οποίους δυστυχώς γεννά σε αρκετούς η έννοια της τροποποίησης. Υπάρχει, βλέπετε, ακόμη η προκατάληψη σε βάρος των μεταλλαγμένων ειδών».
«Και το δεύτερο;»
«Λέτε για την αφαίρεση του κόμματος στην περίοδο “Πρόκειται για ένα ακόμη θαύμα της γενετικής μηχανικής, που υπόσχεται να δώσει τα αμέσως επόμενα χρόνια λύση στις αυξανόμενες διατροφικές ανάγκες του αναπτυγμένου και κυρίως του υπανάπτυκτου κόσμου”»;
«Ναι, γι’ αυτό λέω».
«Με την αφαίρεση του κόμματος ευρύνεται το νόημα. Το θαύμα που θα δώσει λύση στις αυξανόμενες διατροφικές ανάγκες δεν είναι μόνο τα νέα οπωροφόρα υβρίδια που προωθεί στο εμπόριο η εταιρεία μας, αλλά κι όλη η γενετική μηχανική στο σύνολο των εφαρμογών της. Έτσι προβάλλουμε όχι μόνο τα συγκεκριμένα υβρίδια οπωροφόρων δέντρων αλλά και τις γενικότερες επιστημονικές εξελίξεις που υλοποιούνται στον τομέα της βιοτεχνολογίας».
Περίμενα με αγωνία την αντίδρασή του. Ουσιαστικά το κείμενο αυτό ήταν το μόνο υπερασπιστικό μέσο που διέθετα μπροστά σε ένα πλήθος ενοχοποιητικών στοιχείων που το τελευταίο διάστημα σωρεύονταν σαν χιονοστιβάδα εναντίον μου. Είχα τέτοιο άγχος που άρχισαν να τρέμουν τα χέρια μου και αναγκάστηκα να αφήσω αμέσως το έγγραφο πάνω στο γραφείο του, για να μη γίνω αντιληπτός.
Ο προϊστάμενος το πήρε και αφού έριξε μια τελευταία ματιά, το τσαλάκωσε και το πέταξε επιδεικτικά στο καλάθι των αχρήστων.
Έμεινα να τον κοιτάω άφωνος. Δε χωρούσε καμιά παρερμηνεία η στάση του: επρόκειτο για την καταδικαστική απόφαση που μόλις είχε εκφωνηθεί σε βάρος μου με τον πλέον συμβολικό αλλά αδιαμφισβήτητο τρόπο.
Δίστασα για λίγο και τελικά τον ρώτησα:
«Μήπως δε σας άρεσε;»
«Ποιο; Το κείμενο;»
«Ναι, για το κείμενο σας μιλάω».
«Μην το παίρνετε έτσι. Το κείμενο που γράψατε είναι πολύ καλύτερο απ’ ό,τι θα περίμενα».
Ξαφνιάστηκα από την απάντησή του. Σκέφτηκα ότι μπορεί να το πέταξε γιατί ήταν λερωμένο, ίσως μάλιστα και να μου ζητούσε ένα καθαρό αντίτυπο. Βρήκα λοιπόν το θάρρος κι επέμεινα:
«Επιτρέψτε μου. Αλλά αν πράγματι σας άρεσε, τότε για ποιο λόγο το πετάξατε;»
«Εκτέλεσε ήδη την αποστολή για την οποία γράφτηκε».
Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Νόμιζα ότι η αποστολή του ήταν να δημοσιευτεί σε κάποια εφημερίδα. Δε θα είχα αντίρρηση ακόμη κι αν αυτό γινόταν χωρίς το όνομά μου.
«Δηλαδή, δεν πρόκειται… θέλω να πω, δε σκοπεύετε να το δημοσιεύσετε;»
«Να το δημοσιεύσουμε; Πώς σας πέρασε από το μυαλό; Τρεις από τις μεγαλύτερες εφημερίδες και δύο τηλεοπτικά κανάλια χρηματοδοτούνται από κονδύλια της εται¬ρείας μας. Έχουμε μισθώσει ορισμένους από τους καλύτερους δημοσιογράφους, έστω κι αν κάποιοι ανάμεσά τους τυχαίνει να το αγνοούν. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας λόγος να εναποθέτουμε τη διαφώτιση της κοινής γνώμης για τόσο σοβαρά ζητήματα σε έναν απλό υπάλληλο της εταιρείας, ακόμη κι αν αυτός γράφει τόσο ωραία όσο εσείς».
Τρεις ώρες χρειάστηκα για να το γράψω συν οι ελπίδες που έτρεφα τόσες μέρες, συν ο καβγάς που είχα μαζί σου. Κι όλα αυτά, μόνο και μόνο για να ακούσω ότι είμαι ένας απλός υπάλληλος της εταιρείας που τυχαίνει να γράφει ωραία.
«Τότε μπορείτε να μου πείτε γιατί μου ζητήσατε να το γράψω;» ύψωσα λίγο τη φωνή μου.
«Μη βιάζεστε, σας παρακαλώ, και προπαντός μην εκνευρίζεστε. Για το καλό σας το λέω».
Κάτι μέσα μου επαναστατούσε, αλλά κατάφερα μετά βίας να το συγκρατήσω. Ο προϊστάμενος συνέχισε να μιλάει.
«Υπάρχει, βλέπετε, ένα ακόμα θέμα που πρέπει να το συζητήσουμε. Ξέρω ότι δεν είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για σας, αλλά τα χρονικά περιθώρια που έχω στη διάθεσή μου στενεύουν επικίνδυνα».
«Σε ποιο θέμα αναφέρεστε;»
«Στο γάμο σας».
Ξεροκατάπια και έσκυψα το κεφάλι.
«Τι ακριβώς θέλετε να μάθετε για το γάμο μου;»
«Γνωρίζατε ότι απαγορεύεται από τον εσωτερικό κανονισμό αυτό που κάνατε;»
«Ναι, το γνώριζα».
«Τότε γιατί το κάνατε;»
«Πείτε το νεανική επιπολαιότητα. Έτσι κι αλλιώς, δεν νομίζω ότι ήταν τίποτα παραπάνω. Θέλω να πω ότι αναγνωρίζω το λάθος μου. Άλλωστε, το παραδέχτηκα και στην έκθεση αυτο-αξιολόγησης».
«Σκεφτείτε όμως να κάνανε όλοι εδώ μέσα τέτοια λάθη. Πιστεύετε ότι θα μπορούσε το τμήμα μας να παραμείνει πρώτο σε αποδοτικότητα ανάμεσα σε άλλα και μάλιστα πολύ μεγαλύτερα τμήματα της εταιρείας;»
Έφερα στο μυαλό μου την εικόνα της Ελένης στην τουαλέτα κι ένιωσα πως ό,τι γινόταν εκείνη τη στιγμή σε εκείνο το γραφείο ήταν η τελευταία πράξη από το θέατρο του παραλόγου στο οποίο έπαιρνα κι εγώ μέρος σαν κομπάρσος όσα χρόνια εργαζόμουν σε αυτή την εταιρεία. Δεν άντεξα άλλο και αντέδρασα.
«Αυτό φαντάζομαι ότι ισχύει για όλους μας. Ακόμη και για εσάς».
«Ασφαλώς κι ισχύει. Αλλά γιατί το λέτε; Μήπως έχετε διαφορετική άποψη για μένα;»
«Το λέω γιατί δεν πιστεύω ότι εφαρμόσατε με τόσο τυπικό τρόπο τον εσωτερικό κανονισμό πριν από δύο περίπου ώρες στην τουαλέτα. Ή μήπως κάνω λάθος;».
Κι όμως δε διέκρινα καμία έκπληξη ή ανησυχία στο πρόσωπό του. Σαν να του μιλούσα για μια ακόμη διόρθωση που είχα κάνει στο κείμενό μου.
«Να είστε σίγουρος ότι τον τήρησα κατά γράμμα» μου απάντησε με αργή και σταθερή φωνή.
«Εγώ όμως που έτυχε να βρίσκομαι στις αντρικές τουαλέτες σχημάτισα άλλη εικόνα» επέμεινα κοιτώντας τον στα μάτια.
Συνέχιζε να είναι το ίδιο ατάραχος.
«Έχω υπόψη σε τι αναφέρεστε. Φρόντισα να μάθω. Γι’ αυτό τις έχουμε τις κάμερες σε όλο το τμήμα. Επιμένω πάντως στην απάντηση που σας έδωσα».
Άρχισα να εξοργίζομαι. Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να παρουσιάζει το πλέον καταφανές ψέμα του σαν να ήταν η πιο φυσική αλήθεια. Αποφάσισα να τα παίξω όλα για όλα. Έπρεπε να του δείξω ότι είχα στο μανίκι μου αρκετούς κρυμμένους άσους και ότι, αν χρειαζόταν, θα μπορούσα ανά πάσα στιγμή να προστατεύσω τον εαυτό μου.
«Τον τηρήσατε και με την Ελπίδα; Ή, θα το αρνηθείτε κι αυτό με την ίδια ευκολία».
Ένα πλατύ χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη του. Μου φάνηκε πως ήταν, όπως ακριβώς το περιέγραψε ο Δημάκης. Βαλσαμωμένο.
«Μην το παίρνετε προσωπικά. Στα μάτια μου η σύζυγός σας ήταν μια απλή υπάλληλος, όπως κι όλες οι άλλες. Ό,τι κι αν πιστεύετε, σας λέω με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι και σε αυτή την περίπτωση ήμουν τυπικότατος στην τήρηση του κανονι¬σμού. Αυτό είναι ίσως το τελευταίο μάθημα που πρέπει να μάθετε εδώ μέσα».
Δεν ήθελε πολύ μυαλό για να αντιληφθώ ότι τα λόγια του υπαινίσσονταν με βεβαιότητα την απόλυση μου. Αξιολόγησα τη θέση μου: με σένα νεκρή, δε θα μπορούσε να σταθεί υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης σε κανένα δικαστήριο. Υπήρχε βέβαια και η Ελένη, αλλά δεν ήμουν καθόλου σίγουρος για την πρόθεσή της να κινήσει νομική διαδικασία σε βάρος του, πολύ δε περισσότερο τώρα που, σύμφωνα με την εκτίμησή μου και σε αντίθεση μ’ όσα έλεγε η ίδια, θα αναλάμβανε τη θέση του προϊσταμένου. Σαν να ξεφούσκωσε η οργή μου και μαζεύτηκα ηττημένος στην καρέκλα μου.
«Να σας εξηγήσω όμως τι ακριβώς θέλω να πω, για να μην παρεξηγήσετε τα λόγια μου. Υπάρχει ένας εσωτερικός κανονισμός που ισχύει για όλους τους υπαλλήλους εδώ μέσα, και για μας ασφαλώς τους προϊσταμένους και για τους διευθυντές και για τους μεγαλομετόχους της εταιρείας. Αλλά ειδικά για τους προϊσταμένους υπάρχει κι ένας άλλος κανονισμός, όπως υπάρχει κι ένας άλλος για τους διευθυντές, κι ένας άλλος για τους μεγαλομετόχους. Είναι όμως άγραφοι αυτοί οι κανονισμοί, ισχύουν εθιμικώ δικαίω, κι ορίζουν ότι έχουμε το δικαίωμα, ίσως μάλιστα και το καθήκον, να προβαίνουμε με την απαιτούμενη πάντα προσοχή και προφύλαξη κι αφού προηγουμένως έχουμε σταθμίσει όλα τα ενδεχόμενα, σε μικρές ή μεγάλες παραβιάσεις του επίσημου κανονισμού, προκειμένου να διασφαλίσουμε την πιστή τήρηση του από τους υφισταμένους μας. Αυτό συμβαίνει, όπως άφησα να εννοηθεί, και στη σχέση των διευθυντών με τους προϊσταμένους και των μεγαλομετόχων με τους διευθυντές. Είναι ο άγραφος νόμος της επιβολής και της δύναμης, που κάθε μηχανισμός εξουσίας από αυτόν που ασκείται μέσα στην οικογένεια μέχρι αυτόν που ασκείται μέσα στο κράτος, πρέπει να τηρεί απαρέγκλιτα, αν θέλει να συνεχίσει να ασκείται».
Σταμάτησε για λίγο και πήρε ένα απολογητικό ύφος.
«Γι’ αυτό αναγκάζομαι να έρχομαι στη δουλειά με τη Mercentes, παρ’ ότι θα προτιμούσα να την κρατάω καθαρή στο γκαράζ του σπιτιού μου. Γι’ αυτό αναγκάζομαι να πηγαίνω πού και πού με καμιά υπάλληλο, αν και δεν έχω στην ηλικία μου καμιά όρεξη για τέτοια. Γι’ αυτό αναγκάζομαι να βάζω τις φωνές στον Στεργίου, παρ’ όλη τη συμπάθεια που τρέφω απέναντί του. Είναι τα μικρά κι όχι πάντα ευχάριστα προνόμια ή υπό μία άλλη έννοια είναι τα άτυπα καθήκοντα που με βαραίνουν ως προϊστάμενο, προκειμένου να συντηρώ τις φρούδες ελπίδες και τις αφελείς προσδοκίες των υπαλλήλων μου».
«Δε σας καταλαβαίνω».
«Κοιτάξτε τους» μου έδειξε τους συναδέλφους έξω από το παράθυρό του. «Κάνετε μεγάλο λάθος, αν νομίζετε ότι εργάζονται μόνο για το μισθό τους. Καθένας από αυτούς ελπίζει ότι σε λίγα χρόνια θα έχει το δικό μου αυτοκίνητο και ότι θα είναι σε θέση να παραβιάζει τον εσωτερικό κανονισμό χωρίς να νιώθει, όπως τώρα, υπόλογος απέναντι σε μένα. Είναι αυτονόητο ότι δε μιλάω για παραβιάσεις που αφορούν αυτή καθαυτή την εργασία τους, αλλά την εν γένει συμπεριφορά και λειτουργία τους ως προσώπων. Γιατί δεν παύουν, όσο κι αν δε μας αρέσει αυτό, να υπάρχουν και ως πρόσωπα».
«Θέλετε να πείτε ότι γίνονται παραβιάσεις του εσωτερικού κανονισμού εν γνώσει σας;»
«Αν γίνονται λέει; Ο Χριστοφόρου βγαίνει κάθε μήνα με άλλη υπάλληλο της εταιρείας, οι δυο μεταφραστές που μας έμειναν είναι ομοφυλόφιλοι και μαθαίνω ότι σκέφτονται να παντρευτούν τον άλλο χρόνο στο εξωτερικό, η Χατζηγιάννη έχει δεσμό με τον Κωνσταντινίδη, εσείς ήσασταν παντρεμένος με τη Μαλαματή και διατηρούσατε παράλληλη σχέση με την Αλεξίου, ο Λεοντιάδης χρησιμοποιεί το ηλεκτρονικό δίκτυο της εταιρείας, για να επισκέπτεται σε καθημερινή βάση από το σπίτι του πορνοσελίδες, η Παπαπέτρου ενημερώνεται για το ωροσκόπιο από το τηλέφωνο της εταιρείας και ο Στεργίου ήταν τις προάλλες στο αυτόφωρο για τα επεισόδια στο γήπεδο του Παναθηναϊκού».
«Μα, αφού τα ξέρετε όλα αυτά, γιατί δεν παίρνετε τα μέτρα σας;»
«Αυτό που δεν έχετε καταλάβει είναι πως μια διοίκηση δεν μπορεί να ασκείται μόνο δια της τιμωρίας, όπως γινόταν παλιότερα, αλλά κυρίως δια του φόβου της τιμωρίας και ακόμη καλύτερα δια της προσδοκίας κάποιων μελλοντικών προνομίων. Αρκεί να δείτε τι είναι διατεθειμένοι να κάνουν και να πουν, προκειμένου να διασκεδάσουν τους φόβους και να εξασφαλίσουν την εύνοιά μου. Αλλά τι σας λέω τώρα; Αφού κι εσείς τα ίδια κάνετε, κι ίσως μάλιστα περισσότερο από όλους τους άλλους».
Τον κοίταξα ενοχλημένος.
«Μην με παρεξηγείτε, δεν σας μέμφομαι. Αν μάλιστα θέλετε τη γνώμη μου, πολύ καλά κάνατε, που αναφέρατε στην έκθεση αυτο-αξιολόγησης το γάμο σας με την κυρία Μαλαματή. Να είστε σίγουρος ότι θα ήταν πολύ χειρότερη η θέση σας, αν δεν προβαίνατε σε αυτήν την ομολογία. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, τα ήξερα όλα. Μου δώσατε όμως την ευκαιρία να εκτιμήσω την ειλικρίνεια και την αποφασιστικότητά σας».
«Είπατε ότι τα ξέρατε; Από ποιον τα ξέρατε;»
«Δυο τρεις μού έφερνε ο Στεργίου σκισμένες σελίδες από το καλάθι των αχρήστων σας που λέγανε για μανιτάρια, πορτοκάλια και μανταρίνια στα ελληνικά και στα αγγλικά. Μυστικός κώδικας, ε; Πολύ ευφάνταστο. Οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν πριν τέσσερις περίπου μήνες με τη βοήθεια του Χριστοφόρου, που άφησε κάποιους σχετικούς υπαινιγμούς. Φαντάζομαι ότι το έμαθε από την Αλεξίου, γιατί την ίδια ακριβώς περίοδο είχαν ένα πολύ σύντομο φλερτ. Μετά την Αλεξίου στράφηκε στη γυναίκα σας, αλλά αυτή τον απέρριψε. Ήταν, βλέπετε, αρκετά αφοσιωμένη σε σας. Οπότε πληγώθηκε ο εγωισμός του κι αποφάσισε να πάρει την εκδίκησή του. Τι πιο λογικό; Στη θέση του κι εσείς το ίδιο δε θα κάνατε;»
Προσπάθησα να αποφύγω την απάντηση κι έστρεψα αλλού το θέμα.
«Μου κάνει φοβερή εντύπωση η ικανότητά σας να τα θυμάστε όλα αυτά και μάλιστα με τόσες λεπτομέρειες. Εγώ, πάλι, έχω μια εξαιρετικά επιλεκτική μνήμη».
«Μη σχηματίσετε την εσφαλμένη εντύπωση ότι τα ξέρω όλα. Το σίγουρο είναι ότι υπάρχουν πολλά ακόμη που αγνοώ. Γιατί για κάποιον περίεργο λόγο, που αδυνατώ να κατανοήσω, οι σημερινοί άνθρωποι έχουν γίνει αρκετά ιδιόρρυθμοι και διαστροφικοί. Πάντως, αρκεί που νομίζετε πως τα ξέρω όλα ή εν πάση περιπτώσει ότι μπορώ με κάποιον τρόπο να τα μάθω. Από εκεί και πέρα φροντίζω κι εγώ βέβαια, όταν διαπιστώνω σημάδια χαλάρωσης, να διεγείρω μέσα σας την ενοχή, την ανησυχία και τον φόβο, προκειμένου να σας κρατώ σε διαρκή κατάσταση απολογίας. Γι’ αυτό επινόησα ένα ανύπαρκτο τμήμα της εταιρείας, όπως είναι η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου, και γι’ αυτό συνέταξα την επιστολή που λάβατε σήμερα το πρωί».
«Ανύπαρκτο; Είπατε… είπατε ανύπαρκτο;»
«Ναι, έτσι ακριβώς».
«Θέλετε να πείτε ότι δεν υπάρχει;»
«Ναι, θέλω να πω ότι δεν υπάρχει».
«Κι όμως αν με ρωτούσατε, θα ήμουν έτοιμος να περιγράψω πώς είναι τα γραφεία και το υπαλληλικό προσωπικό αυτής της υπηρεσίας!»
«Μη σας ξαφνιάζει καθόλου. Δεν είστε, άλλωστε, ο μόνος. Το ίδιο ακριβώς νομίζουν κι όλοι οι άλλοι συνάδελφοί σας».
Το πρώτο ξάφνιασμα έδωσε τη θέση του στην απορία. Ανάμεσα σε όλους τους υπαλλήλους του τμήματος ήμουν ο μόνος που μάθαινε από τον ίδιο τον προϊστάμενο ότι η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου δεν υπήρχε παρά μόνο ως δημιούργημα της φαντασίας του. Αλλά για ποιο λόγο να ρισκάρει ενώπιόν μου μια τέτοια αποκάλυψη, αν πράγματι σχεδίαζε να με απολύσει; Εκτός βέβαια και αν δε σχεδίαζε να με απολύσει, οπότε άλλαζαν τα πράγματα. Σαν να πήρα λίγο θάρρος και προχώρησα ακόμη περισσότερο.
«Μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου λύσετε μια ακόμη απορία».
«Αρκεί να μη χρονοτριβούμε».
«Ίσως σας φανεί παράξενο, αλλά λόγω επαγγελματικής διαστροφής επιμένω σε οτιδήποτε αφορά την εκφορά του λόγου. Παρατήρησα λοιπόν ότι στο κείμενο της επιστολής σας η προσφώνηση ήταν μόνο στο αρσενικό γένος, παρ’ ότι έμαθα ότι παραλήπτες της ήταν και οι γυναίκες υπάλληλοι του τμήματος. Υποθέτω ότι επρόκειτο για αβλεψία. Έτσι δεν είναι;»
«Νομίζω ότι σας έδωσα ήδη την απάντηση ή τουλάχιστον την υπαινίχτηκα» μου είπε με αυστηρό τόνο «αλλά απ’ ό,τι φαίνεται δεν αντιλαμβάνεστε πλήρως το νόημα των λόγων μου. Καταλάβετε, επιτέλους, ότι η επιδίωξη της τελειότητας και της νομιμοφροσύνης προδίδουν αδυναμία και ανασφάλεια και ως εκ τούτου προσιδιάζουν στη δική σας θέση και στο δικό σας ρόλο. Εγώ από την άλλη, οφείλω να αποπνέω αίσθημα δύναμης, αυτοπεποίθησης και αλαζονείας, που ανάμεσα σε όλους τους άλλους δείκτες μετριέται και με γνώμονα αυτές τις ηθελημένες ή αθέλητες αβλεψίες, τα εκούσια ή ακούσια ατοπήματα, τις μικρές ή μεγάλες παραβιάσεις του εσωτερικού κανονισμού. Λάβετε επίσης υπόψη ότι τέτοιου είδους λεπτομέρειες επιτελούν και μια πρόσθετη αλλά ιδιαίτερα σημαντική λειτουργία: αποσπούν το ενδιαφέρον, αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση, προκαλούν σύγχυση και τελικά μετακινούν το θέμα από το πεδίο των σχέσεων εξουσίας και καταπίεσης στο χώρο της ηθικής, της γλώσσας κτλ. Με όλα αυτά θέλω να σας πω ότι ασφαλώς κι ήταν εν γνώσει μου το λάθος, αλλά δεν είχα κανένα λόγο να το διορθώσω».
Έκανε μια μικρή παύση, με κάρφωσε στα μάτια και συνέχισε.
«Αλλά όλα αυτά είναι εξαιρετικά ανούσια τη στιγμή που εκκρεμούν πολύ πιο σοβαρά ζητήματα τα οποία σας αφορούν άμεσα. Δείχνετε όμως πολύ κουρασμένος. Αναρωτιέμαι αν μπορείτε να με παρακολουθήσετε».
Του έγνεψα θετικά, παρ’ ότι ένιωθα τα λόγια του να χοροπηδούν μες στο μυαλό μου.
«Είστε σίγουρος;»
«Ασφαλώς» του απάντησα και τεντώθηκα στην καρέκλα μου, κάνοντας απεγνωσμένες προσπάθειες για να κρατήσω τη νηφαλιότητά μου.
«Η επιστολή που λάβατε είχε κι έναν ακόμη σκοπό, και μάλιστα πολύ σημαντικότερο. Ξέρετε ότι την άλλη βδομάδα συνταξιοδοτούμαι. Κλείνω τριάντα πέντε χρόνια σε αυτή την εταιρεία κι είναι νομίζω καιρός να ξεκουραστώ λιγάκι. Σκέφτομαι λοιπόν να αποσυρθώ στο πατρικό μου το χωριό και να φυτεύω στον κήπο μου ντομάτες και αγγουράκια και φασόλια βιολογικής καλλιέργειας. Προηγουμένως όμως έχω την υποχρέωση να προσφέρω στον καινούριο διευθυντή την ευχέρεια να προβεί σε όσες εκκαθαρίσεις θεωρεί αναγκαίες, για να διαμορφώσει το δικό του στιλ διοίκησης. Πράγμα που σημαίνει ότι κάποιοι υπάλληλοι θα φύγουν και κάποιοι άλλοι θα έρθουν. Αυτά έχει η ζωή και δεν πρέπει να σας στεναχωρεί καθόλου».
Ήξερα πολύ καλά πού το πήγαινε. Ένας κόμπος δέθηκε γύρω από το λαιμό μου. Καθόμουν απέναντί του ανήμπορος και αδύναμος, περιμένοντας την τυπική ανακοίνωση της απόλυσής μου. Το μόνο παρήγορο ήταν πως κάτω από την επίδραση του χαπιού δεν ένιωθα την αναμενόμενη ένταση. Τα συναισθήματα μου είχαν αρχίσει να ατονούν, όπως ακριβώς ένιωσα ότι συνέβη με τους γευστικούς κάλυκες της στοματικής μου κοιλότητας κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού γεύματος.
«Πριν από λίγα λεπτά συνέταξα την πρόταση που θα υποβάλω εγγράφως προς το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Χωρίς να λέω ότι θα γίνει κατ’ ανάγκη αποδεκτή, πιστεύω ότι θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην επιλογή του διαδόχου μου. Σας κάλεσα λοιπόν για να σας ενημερώσω ότι προτείνω ανεπιφύλακτα να είστε εσείς αυτός που θα καταλάβει τη θέση μου. Σας μελετώ εδώ και πολύ καιρό και νομίζω ότι σας ξέρω πολύ καλά. Έχετε όλα τα προσόντα για να αντεπεξέλθετε στα καθήκοντα και να συνεχίσετε το έργο μου. Οφείλω να ομολογήσω ότι διατηρούσα μια τελευταία επιφύλαξη, αλλά με το κείμενο που γράψατε περάσατε με άριστα κι αυτές τις εξετάσεις. Συγχαρητήρια».
Τον κοίταξα με κάποιον ενδοιασμό. Όσο κι αν θα ήθελα να τον πιστέψω, ήταν δύσκολο να δεχτώ ότι εννοούσε αυτά που έλεγε. Νόμιζα ότι με περιπαίζει και περίμενα να αρχίσει όπου να ’ναι να γελάει κοροϊδευτικά σε βάρος μου. Αλλά, όχι. Η έκφρασή του διατηρήθηκε σοβαρή και το ύφος του πρόδιδε συγκατάβαση και συνενοχή. Τελικά, ήταν ακριβώς όπως μου τα έλεγε. Με είχε ρίξει στην Κόλαση για να μου προσφέρει έναν θρόνο στον Παράδεισο.
«Αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα αφήσετε στη μέση τις διορθώσεις που εκκρεμούν. Έγινα σαφής;»






(συνέχεια: Δευτέρα 5.1.10,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Η απόσταση ασφαλείας",
έκταση: 1.850λ.)


Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Χρωστούμενη καλημέρα


Εκείνες τις λίγες στιγμές που μου σκάει ο ουρανός ένα συννεφιασμένο χαμόγελο στα μούτρα,

την ώρα που νυσταγμένες σάκκες κουβαλάνε την πιτσιρικαρία σχολείο, μανάδες μαθαίνουν τα πρωινά νεα της γειτονιάς κι οι πατεράδες τους τίτλους των εφημερίδων,

όσο διαρκεί εκείνη η ατμόσφαιρα υποτονικής ελπίδας,

λίγο πριν η ασχήμια της πόλης καταλάβει πως ξύπνησε,

όσο οι μοναχικές γουλιές του πρωινού καφέ πασχίζουν να ισορροπήσουν το χθες που έρχεται με το αύριο που έφυγε ήδη,

την ώρα που τα φωτεινά λαμπιόνια στα μπαλκόνια μετατρέπουν το νυχτερινό γιορτινό καμουφλάζ σε μια ματαιόδοξη επιφάνεια πραγματικότητας μιας ετήσιας ασχήμιας,

όσο η υγρασία του πρωινού νοτίζει το μαυρο μου ξεθωριασμένο τζην και το ξεφτισμένο μαυρο μου κασκώλ,

σαν προειδοποιητικά σινιάλα και πατιέντερες παράδοσης,

απέναντι από το πουθενά του δρόμου μου και στο μισοξυπνισμένο μόνιμα ημερήσιο τίποτα της προσφοράς του χρόνου που ρουφάει συναισθήματα,

στα δευτερόλεπτα μιας ρουφηξιάς τσιγάρου και στις σκέψεις – δαχτυλίδια καπνού που σβύνουν στον αέρα,

σπονδή στους φίλους που δεν βλέπεις αλλα ξέρεις πως δεν χάνονται και είναι εκεί για να ανάβουν και να καίγονται,

στα μηνύματα που μου έστειλαν πριν δεκα μέρες άνθρωποι – σελιδοδείκτες μοναχικών αναζητησεων και προσωπικών Γολγοθάδων, με ευχές

και που τα άνοιξα μόλις χθες,

σ’ αυτά όλα ξαναθυμαμαι την αξία μιας ΚΑΛΗΜΕΡΑΣ.

Δεν ξεχνάω ούτε τι με συν-κινεί, ούτε που χρωστάω κομματια ψυχής,

απλά ντρέπομαι περισσότερο

…………

Για όλους εκείνους που εθελοντικά, οφειλέτης τους δηλώθηκα

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Ένα καθόλου ελαφρό θέμα

Οι μέρες ενδείκνυνται για ελαφρά θέματα. Σεβαστό αλλά δε θα το τηρήσω.






Χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα έληξε κι αυτή η παγκόσμια σύνοδος για το περιβάλλον. Ο Ομπάμα μπορεί να εγκατέλειψε – στα λόγια τουλάχιστον – τη γαϊδουρινή επιμονή του προκατόχου του, αλλά οι ουσιαστικές αντιρρήσεις προήλθαν αυτή τη φορά από την πλευρά της Κίνας.
Απ’ όταν πρωτοξεκίνησε η προσπάθεια (στο Ρίο αν θυμάμαι), το μείζον πρόβλημα αφορά τα ποσοστά. 15% ή 20%, 30% ή 25% στην εκπομπή ρύπων; Λες κι είναι στατιστικό πρόβλημα. Αλλά ακόμη κι αν είναι τέτοιο, αυτοί που στην πραγματικότητα δε θα πληγούν είναι όσοι το προκαλούν. Ο απλός καταναλωτής θα καταβάλει τα «πράσινα τέλη», αλλά η πολυεθνική θα μεταφέρει τις ρυπογόνες παραγωγικές μονάδες της, σε όσες καθυστερημένες γωνιές του πλανήτη αδυνατούν να φτάσουν τα όρια των ρύπων που τους επιβάλλονται.
Πρόκειται για την ταξική διάσταση του θέματος, που επιμελώς συγκαλύπτεται εδώ και πολλά πολλά χρόνια, με τη συνέργεια δυστυχώς και του οικολογικού κινήματος. Η ευθύνη των λίγων διασπείρεται στους πολλούς, βαραίνει όλους και, τελικά, διαλύεται σε ένα νεφέλωμα συλλογικής ενοχής. Ίδια η ευθύνη του εργοστασιάρχη με την ευθύνη των γιωταχήδων. Υπάρχουν μάλιστα και έρευνες που βεβαιώνουν ότι τα ΙΧ συμμετέχουν σε πολύ μεγάλο βαθμό στην έκλυση επικίνδυνων αερίων.
Φταις λοιπόν γιατί το αγόρασες. Φταις λοιπόν γιατί το κινείς. Αλλά με αυτό τον τρόπο ένα ιδεολογικό, κοινωνικό, οικονομικό φαινόμενο, όπως η παραγωγή, η πώληση και η χρήση αυτοκινήτων, εμπίπτει αποκλειστικά και μόνο στην αρμοδιότητα της ατομικής ευθύνης. Ο καπιταλισμός αποσείει τις ευθύνες του, μεταθέτοντας τες στις ατομικές μας πλάτες. Που σημαίνει ότι η ιδεολογία δίνει τη θέση της στην ηθική, το κέρδος της αυτοκινητοβιομηχανίας κρύβεται πίσω από την απληστία του οδηγού, η πολιτική αντίδραση γίνεται χρήση ποδηλάτου.
Όλοι λοιπόν φταίμε. Κι εγώ όσο κι η Monsanto. Την αίσθηση αυτή εισέπραξα βλέποντας μαζεμένους όλους τους αντιπροσώπους στη Σύνοδο της Κοπεγχάγης. Αλλά όπως πάντα, οι μικρές και αδύναμες χώρες που ευθύνονται λιγότερο για την πρόκληση της καταστροφής, είναι αυτές που υποφέρουν περισσότερο από τις συνέπειές της. Κάποιοι μάλιστα από τους παριστάμενους, εκπρόσωποι νησιών του Ειρηνικού, ενδεχομένως να μην παρευρίσκοναι στην επόμενη φιέστα. Απ’ ό,τι λέγεται, θα έχουν βουλιάξει ως τότε τα νησάκια τους.
Φαντάζομαι ότι κάτι ανάλογο θα συμβεί και σε κοινωνική κλίμακα. Δε θέλει, άλλωστε, πολύ μυαλό.


Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

10. "Η διαφοροποιημένη μνήμη"

Έμεινα με την εντύπωση ότι υπήρχε κάποιο γλωσσικό λάθος στα λόγια της Ελένης. Διάβασα ξανά και ξανά τις δύο τελευταίες προτάσεις και τις έλεγξα όσο πιο σχολαστικά μπορούσα:
- Θάνο: το όνομά μου σε θέση κλητικής προσφώνησης,
- τι σου συμβαίνει: ευθεία ερώτηση μερικής άγνοιας,
- η Ελπίδα: κύριο όνομα σε θέση υποκειμένου,
- πέθανε: το ρήμα με την κυριολεκτική του σημασία,
- πριν από μια βδομάδα: επιρρηματικοί προσδιορισμοί που δηλώνουν το χρονικό διάστημα εφτά ημερών.
Όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα ούτε ένα λάθος. Λες κι έπαιρνε η γλώσσα την εκδίκησή της, ή καλύτερα, η πραγματικότητα διαμέσου της γλώσσας. Γιατί μπορεί να διαπίστωνα μια ορατή αντίθεση ανάμεσα σε αυτά που έλεγε η Ελένη και σε αυτά που θα ήθελα να λέει, αλλά από καθαρά φιλολογική άποψη η αντίθεση αυτή δεν στοιχειοθετούσε την ύπαρξη κάποιου γραμματικού ή συντακτικού λάθους που να αλλοιώνει το αληθινό νόημα των λεγομένων της και να δικαιολογεί οποιαδήποτε διορθωτική παρέμβαση εκ μέρους μου.
Και το αληθινό νόημα των λεγομένων της ήταν ότι είχες πεθάνει εδώ και μια βδομάδα, παρ’ όλο που δεν ήθελα να το πιστέψω.
Σήκωσα το κεφάλι και αναζήτησα την Ελένη στο βάθος του τμήματος με την κρυφή ελπίδα κάποιας διάψευσης. Ότι δηλαδή ήταν ένα κακόγουστο αστείο ή μια παιδιάστικη έκφραση ζηλοφθονίας με τη μορφή απειλής που εκ παραδρομής γράφηκε σε χρόνο παρελθοντικό κι όχι σε μέλλοντα. Την είδα να με κοιτάζει με ένα βλέμμα ανησυχίας, συμπάθειας και κατανόησης. Δεν είχα πλέον καμία αμφιβολία ότι εννοούσε αυτά που έλεγε.
Ήταν αλήθεια, λοιπόν. Αυτό πρόδιδε η απορία του Δημάκη στην ερώτηση που του υπέβαλα. Αυτό φανέρωνε η αδικαιολόγητη απουσία σου σήμερα από το γραφείο. Αυτό επιβεβαίωναν οι αναπάντητες κλήσεις προς το κινητό σου. Η μόνη ένσταση που θα μπορούσα να διατυπώσω, αφορούσε εκείνο το λάθος στην ημερομηνία της ανάρτησης, αλλά τώρα πια καταλάβαινα ότι δεν υπήρχε κανένα τέτοιο λάθος. Το κείμενο είχε γραφτεί εδώ και μια βδομάδα, όσο κι αν με βόλευε να πιστεύω ότι αναρτήθηκε το προηγούμενο μόλις βράδυ.
Για μερικά λεπτά της ώρας παραδόθηκα στη σκοτοδίνη της πιο οδυνηρής μου ημικρανίας. Όλα βραχυκύκλωσαν μες στο μυαλό μου και μόνο η δική σου η μορφή αναδύθηκε ακουμπισμένη πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, την ώρα που στρατιές από μυρμήγκια επιχειρούσαν μια ακόμη μαζική επίθεση στην περιοχή της πλάτης και του στήθους μου. Σηκώθηκα απότομα από την καρέκλα και άρχισα να βηματίζω πάνω κάτω στο διάδρομο.
Δεξί πόδι, βαθιά εισπνοή από τη μύτη, αριστερό πόδι βαθιά εκπνοή από το στόμα. Πήγα κι ήρθα δυο-τρεις φορές, τεντώνοντας το κορμί μου και πιάνοντας τη μέση μου, δήθεν για να ξεμουδιάζω, και διένυσα μια απόσταση τριάντα δύο περίπου μέτρων. Σιγά σιγά άρχισα να συνέρχομαι. Σ’ το είπα ότι αντέχω στα δύσκολα.
Κι ας μπερδεύομαι ανάμεσα σε ερωτήσεις μερικής ή ολικής άγνοιας, μεταφορικές ή κυριολεκτικές σημασίες κι επιρρηματικούς προσδιορισμούς του χρόνου. Ποιου χρόνου; Ποιας διάρκειας; Πόσων ημερών; Μια μαύρη τρύπα ο χρόνος κι η διάρκεια κι οι μέρες, που στροβιλιζόταν διαρκώς μες στο μυαλό μου, προετοιμάζοντας εδώ κι αρκετές ώρες το μεγάλο big bang μιας αποκάλυψης που κατά βάθος μπορεί και να γνώριζα, αλλά προτιμούσα να υποκρίνομαι ότι αγνοώ. Και να που έγινε η έκρηξη, για να αρχίσει η εκ του μηδενός αναδημιουργία του κόσμου μου, αλλά στο εξής οριστικά και αμετάκλητα χωρίς εσένα.
Χτες το βράδυ λοιπόν σου μιλούσα και μου απαντούσες, αλλά χτες το βράδυ ήταν πριν από μια βδομάδα και στο μεταξύ ένα κενό μνήμης και μια μαύρη τρύπα που αλλοιώνει τα χρονικά διαστήματα, διαγράφει τις ενδιάμεσες μνήμες και συγχέει τους επιρρηματικούς προσδιορισμούς τους.
Ίσως βέβαια να πρόκειται για άμυνα. Ένας ψυχικός μηχανισμός ηθελημένης αυτοπαραπλάνησης ή, με άλλα λόγια, μια παγιωμένη τακτική, για να αποσπώ το μυαλό μου και να ξεχνιέμαι από τα προβλήματά μου, όσο καιρό δεν έχω τη δύναμη και τις αντοχές για να τα υπομένω.
Θυμάμαι τότε με το ατύχημα. Όταν βγήκα από το νοσοκομείο, άρχισα να συντάσσω επιστολές προς τη Μαρία. Μέσα σε τρεις μήνες μαζεύτηκαν στο συρτάρι μου καμιά δεκαριά ερωτικά γράμματα που υπόσχονταν ότι θα της είμαι πιστός για πάντα, ότι θα ζούμε ευτυχισμένοι στο φοιτητικό μου δωμάτιο και ότι θα ξενοιάσει οριστικά από τις μικροπρέπειες του χωριού.
Όμως μετά την εξεταστική του Φεβρουαρίου όλα άλλαξαν. Πέρασα τα μαθήματα, έκανα παρέες, γνώρισα τη Δέσποινα, άρχισε να μπαίνει η άνοιξη. Έπιανα το στυλό και δεν έφτανα ούτε μέχρι την τρίτη αράδα. Λες κι ήταν βαρίδια οι λέξεις, σειρά τη σειρά βούλιαζα μες στο λευκό χαρτί τους. Άνοιγα το συρτάρι με τις φυλαγμένες επιστολές κι ένιωθα να με τραβάει ένα ασήκωτο βάρος. Πνιγόμουν κάτω από το βάρος χιλιάδων λέξεων.
Δεν είχα άλλη επιλογή από το να αδειάσω το συρτάρι. Έτσι απλά σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου, χωρίς δράματα κι υστερίες, χωρίς πολλή σκέψη και ηθικούς ενδοιασμούς. Νομίζω ότι η στιγμή κατά την οποία στεκόμουν πάνω από τον κάδο απορριμμάτων με τις ανεπίδοτες επιστολές στο χέρι, σηματοδοτούσε τον ανώδυνο συμβιβασμό μου με την οδυνηρή πραγματικότητα του θανάτου της Μαρίας, που κατά βάθος γνώριζα ότι συνέβη αλλά είτε δεν άντεχα είτε δεν ήθελα ως τότε να αποδεχτώ.
Όμως στη δική σου την περίπτωση τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα. Δεν είχα την πολυτέλεια να απομονώνομαι στο σπίτι μου ούτε να συντάσσω ερωτικές επιστολές ούτε να ξεχνιέμαι διαβάζοντας τους Αχαρνής του Αριστοφάνη. Ήμουν στη δουλειά ανάμεσα σε κόσμο πίσω από μια υψωμένη στοίβα με έγγραφα, έχοντας μόνο μια χαώδη, συγκεχυμένη και σκοτεινή μνήμη. Έλπιζα στον ανώδυνο συμβιβασμό μου με την οδυνηρή πραγματικότητα του θανάτου σου χωρίς όμως να ξέρω ποια θα είναι η συμβολική χειρονομία που θα τον σηματοδοτούσε μια για πάντα. Εξάλλου δεν υπήρχαν ερωτικές επιστολές κρυμμένες στο συρτάρι μου, παρά μόνο κάτι μεγάλα και ομοιόμορφα κεράσια. Μια ολόκληρη σακούλα από διαφοροποιημένα κεράσια, όλα άνοστα και χωρίς κουκούτσια.
Αλλά είχα, επίσης, και την πληροφορία του θανάτου σου. Ήταν η μόνη κραταιή βεβαιότητα, το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς μέσα στο στροβιλισμό της άγνοιας, της πλάνης και των αμφιβολιών, που σχημάτιζαν από το πρωί μια μαύρη τρύπα στο κεφάλι μου. Ένα τόσο σοβαρό περιστατικό δε θα μπορούσε παρά να έχει κεντρική θέση ανάμεσα σε ό,τι μου συνέβη τις τελευταίες μέρες, έτσι που καθετί να ξεκινά από και να καταλήγει σε αυτό. Συνειδητοποίησα λοιπόν πως δε χρειαζόταν να κάνω τίποτα άλλο από το να ακολουθήσω το παράδειγμά σου. Εννοώ το παράδειγμα του ιχνηλάτη που κινείται από τα πιο κοντινά προς τα πιο μακρινά σημάδια, ώσπου, τελικά, να βρει αυτό που αναζητάει. Η μνήμη μου ήταν γεμάτη από τέτοια ασαφή, συγκεχυμένα κι απειλητικά σημάδια, αλλά έπρεπε οπωσδήποτε να ανακαλύψω αυτό που αναζητούσα. Και για άλλη μια φορά αναζητούσα εσένα.

Λοιπόν, ήμουν ένα πτώμα. Περπατούσα στο πεζοδρόμιο, σέρνοντας τα βήματά μου. Δυσκολευόμουν ακόμη και να καταλάβω σε ποια περιοχή βρισκόμου¬ν. Έψαχνα στους δρόμους, στις πινακίδες και στις πολυκατοικίες ένα διακριτικό σημάδι που να μου θυμίζει κάτι. Τελικά, αναγνώρισα από μακριά το κτίριο της εταιρείας και αντιλήφθηκα με ανακούφιση ότι κατευθυνόμουν στη δουλειά μου. Κοίταξα το ρολόι: πλησίαζε 6:30 π.μ. Είχε μόλις αρχίσει να χαράζει η νέα μέρα. Ήταν Παρασκευή 2 Μαΐου.
Όλη τη νύχτα που προηγήθηκε τριγυρνούσα στους δρόμους. Σαν να μου είχε συμβεί κάτι πολύ δυσάρεστο. Ίσως ένα ψυχολογικό σοκ, μπορεί και μια παροδική απώλεια της μνήμης. Ξεκίνησα από το σπίτι μας στη Δροσιά κατά τις 11.20 και διένυσα μια απόσταση δέκα χιλιομέτρων μέχρι τον Άγιο Στέφανο σε εφτά ώρες και δέκα πρώτα λεπτά. Δεν είναι βέβαια κανένα σπουδαίο ρεκόρ, αλλά μη φανταστείς ότι πάω και για μαραθωνοδρόμος. Μην ξεχνάς ότι είχα μαζί μου κι εκείνη τη σακούλα με τα κεράσια που όσο να ’ναι με δυσκόλευε στο περπάτημα.
Βγαίνοντας από το σπίτι μας είδα την κερασιά και θυμήθηκα την υπόσχεση που έδωσα εδώ και αρκετό καιρό στον προϊστάμενο. Ήθελα να του πάω μια σακούλα με κεράσια, με αφορμή την προώθηση στην αγορά του υβριδίου που με δική του μεσολάβηση έχουμε φυτέψει εδώ και κάποια χρόνια στην αυλή μας. Ανέβηκα στη σκάλα. Όλα τα κλαδιά ήταν φορτωμένα με μεγάλα, κόκκινα και ομοιόμορφα κεράσια. Κάποια κεράσια λιώσανε στα χέρια μου και μου πιτσίλισαν το σακάκι. Ήταν ακόμη σκοτάδι, στραβοπάτησα και έπεσα. Ευτυχώς δε χτύπησα, αλλά τα παπούτσια μου γέμισαν με λάσπες. Σηκώθηκα, τίναξα τα ρούχα μου, πήρα τη σακούλα και ξεκίνησα αμέσως την πορεία μου, χωρίς όμως να ξέρω πού πηγαίνω.
Φορούσα τα ίδια ρούχα από την προηγούμενη μέρα. Κάποια στιγμή κατά τις 11:00μ.μ. σκέφτηκα να τα βγάλω, για να πέσω στο κρεβάτι. Το πρωί θα επέστρεφα στη δουλειά ύστερα από εφταήμερη άδεια, που εξαιτίας σου αναγκάστηκα να πάρω, κι ας είχαμε αποφασίσει να την κρατήσουμε όλη για τις καλοκαιρινές μας διακοπές στην Πάρο. Έφερα στο μυαλό μου τη στοίβα με τα αδιόρθωτα έγγραφα της άλλης μέρας και με έπιασε ταχυπαλμία από το άγχος. Σαν να άκουσα έναν ήχο από πληκτρολόγιο κι αισθάνθηκα τον διαπεραστικό πόνο μιας ακόμη ημικρανίας να σχίζει στα δύο το κεφάλι μου. Έπρεπε επειγόντως να πάρω τα χάπια μου.
Δύο τέτοια χάπια την ημέρα με γεμάτο το στομάχι, το ένα το πρωί και το άλλο το βράδυ, μου συνέστησε ο γιατρός, και μόνο σε πολύ οριακές περιστάσεις ακόμη ένα. Την πρώτη φορά που τον επισκέφτηκα με έβαλε να ξαπλώσω σε ένα ιατρικό κρεβάτι και μου ζήτησε να του μιλήσω για τα παιδικά μου χρόνια. Εγώ του έλεγα ό,τι μου ερχόταν στο μυαλό κι εκείνος με άκουγε με φανερό ενδιαφέρον κρατώντας σημειώσεις. Του μίλησα για τους φίλους μου, για το Κιλιμάντζαρο, για τον πατέρα μου, για τη δουλειά μου και για σένα. Σε δύο συνεδρίες πρόλαβα και τού τα είπα όλα, ακόμη και για τη Μαρία. Διέγνωσε ψυχωτικά επεισόδια και μου πρότεινε αυτή τη φαρμακευτική αγωγή, με την επισήμανση ότι μπορεί να προκαλέσει κάποιες παροδικές παρενέργειες στη λειτουργία της μνήμης.
Όλως περιέργως, τα ψυχωτικά επεισόδια που παρουσίαζα σχετίζονταν με σένα. Άκουγα συνέχεια τον ήχο του πληκτρολογίου σου στο σπίτι κι είχα την εντύπωση ότι βρισκόσουν στο γραφείο του υπογείου. Σου μιλούσα και νόμιζα ότι μου απαντούσες. Ήταν μάλιστα φορές που στήναμε στα καλά καθούμενα καυγάδες. Επέστρεφα θυμωμένος στο κρεβάτι και σε περίμενα όλη νύχτα να πλαγιάσεις στο πλευρό μου, αλλά ξυπνούσα και δεν σε έβρισκα κοντά μου. Κατέβαινα κάτω στο υπόγειο. Ο υπολογιστής σου ήταν κλειστός και η καρέκλα σου παρέμενε άδεια.
Αυτό συνέβαινε για αρκετές μέρες. Την Πέμπτη, την Τετάρτη, την Τρίτη, την Δευτέρα και την Κυριακή. Σχεδόν μια ολόκληρη βδομάδα έλειπες από το σπίτι. Κάθε βράδυ κατά τις 11:30μ.μ., προτού να πάω για ύπνο, άκουγα τον ήχο από το πληκτρολόγιό σου. Άνοιγα την πόρτα του υπογείου και σε συμβούλευα σε ήπιο τόνο αλλά με δυνατή φωνή να μην αργήσεις. Μου απαντούσες ότι όπου να ’ναι θα ανέβεις. Περίμενα, περίμενα, αλλά δεν ερχόσουν. Κατέβαινα κάτω ανήσυχος για να σε βρω και δεν ήσουν πουθενά.
Έλειπες κι ολόκληρο το Σάββατο, αλλά, για να είμαι ειλικρινής, είχαμε τόσες πολλές επισκέψεις που δεν έγινε ιδιαίτερα αισθητή η απουσία σου. Ήρθε ο προϊστάμενος, ο Δημάκης, οι δύο συνάδελφοί σου από το μεταφραστικό, ο Στεργίου, ο Χριστοφόρου, η Χατζηγιάννη, η Παπαπέτρου, ο Κωνσταντινίδης, ο Λεοντιάδης, ακόμη και η Ελένη. Κάθισαν όλοι μαζί στο σαλόνι και αρχίσανε να κουβεντιάζουνε για σένα. Πρώτη φορά τους άκουγα να εκφράζονται με τόσο κολακευτικά λόγια. Όταν εξάντλησαν το θέμα, πιάσανε τον καιρό και το ποδόσφαιρο. Ξέρεις τώρα, η μόνιμη αντιπαράθεση Στεργίου-Λεοντιάδη για τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό.
Ήρθε κι η ξαδέρφη σου η Μαρία, για να με βοηθήσει. Υποδεχόταν τον κόσμο, τακτοποιούσε τις καρέκλες, πρόσφερε καφέδες και μάζευε τα ποτήρια. Αν δεν την έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια, δε θα μπορούσα να πιστέψω πόσο ευγενική, πρόθυμη κι ικανή είναι. Στεκόμουν σε μια άκρη και την παρατηρούσα με απορία, προσπαθώντας να καταλάβω αν κάνει λακκάκια στο πηγούνι και στα μάγουλα, όταν γελάει κι αν μαγειρεύει καλό στιφάδο ή εκείνη την καρυδόπιτα που ξέρεις πόσο πολύ μου αρέσει. Πιστεύω ότι θα το μάθω πολύ σύντομα και για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο έχω το προαίσθημα ότι δεν πρόκειται να απογοητευτώ γι’ άλλη μια φορά.
Τους καφέδες τούς έψηνε η μάνα μου, παρά την προχωρημένη ηλικία της. Νομίζω ότι της έκανε καλό, γιατί βρήκε έναν τρόπο να ξεχνιέται. Ο πατέρας μου καθόταν σοβαρός και αμίλητος σε μια γωνιά. Πού και πού τον έβλεπα να κουνάει το κεφάλι σε όποιον του έπιανε κουβέντα και τον άκουγα να επαναλαμβάνει μονότονα τη φράση «αυτά έχει η ζωή».
Ο δικός σου ο πατέρας κρατιόταν με το ζόρι στα πόδια του και δυο τρεις φορές κόντεψε να σωριαστεί στο πάτωμα, αλλά όταν του πρότεινα να τον βοηθήσω να ξαπλώσει στο κρεβάτι, κάτι ψέλλισε μέσα από τα δόντια κι έφυγε από κοντά μου. Για κάποιο λόγο, που δε γνωρίζω ακόμα, είναι χολωμένος μαζί μου, αλλά ελπίζω ότι πολύ σύντομα θα λυθεί η παρεξήγηση.
Αντίθετα, η μητέρα σου δεν μου κακομίλησε ούτε μια φορά. Ακριβέστερα, δεν μίλησε σε κανέναν σε όλη τη διάρκεια της μέρας. Καθόταν μόνη στο τραπέζι της κουζίνας και κάθε φορά που περνούσα από μπροστά της κολλούσε το βλέμμα της απάνω μου. Απέφευγα να την κοιτάξω, γιατί ερχόταν στο μυαλό μου η μάνα της Μαρίας και μ’ έπιαναν αμέσως οι ταχυπαλμίες.
Η προηγούμενη μέρα ήταν πολύ δύσκολη. Σου μιλάω για την Παρασκευή 25 Απριλίου. Από τα ξημερώματα άρχισαν να χτυπάνε τα κουδούνια και να μπαινοβγαίνει κόσμος στα δωμάτιά μας. Εγώ καθόμουν σε έναν καναπέ ακούνητος και κάποια στιγμή πέρασαν από μπροστά μου δυο τραυματιοφορείς μ’ ένα σκεπασμένο σώμα. Δίπλα μου στέκονταν όρθιοι δύο αστυνομικοί με πολιτικά και με ρωτούσαν χαμηλόφωνα για σένα, χωρίς όμως να είμαι σε θέση να τους δώσω ικανοποιητικές απαντήσεις. Ύστερα από λίγο με πήρανε μαζί τους και με επιβίβασαν σε ένα περιπολικό. Τη στιγμή που με έβαζαν στο πίσω κάθισμα κοίταξα το σπίτι μας και παρατήρησα ότι υπήρχε μια κόκκινη κορδέλα που έφραζε την είσοδό του.
Με οδήγησαν σε ένα κλειστό δωμάτιο με έναν μεγάλο καθρέφτη, κι άρχισαν να με ρωτάνε για το γάμο και για τη δουλειά μας, για ποιο λόγο δεν κάναμε παιδιά, γιατί είχα δηλώσει το όνομα «Μαρία» στην εταιρεία, αν τα πήγαινα καλά μαζί σου ή αν διατηρούσα κάποια εξωσυζυγική σχέση. Φαίνεται ότι αυτή τη φορά τούς τα είπα αρκετά καλά κι ύστερα από ένα εικοσάλεπτο με αφήσανε ελεύθερο να φύγω. Απ’ όσο έμαθα, το ιατροδικαστικό πόρισμα έκανε λόγο για «αυτοκτονία».
Με απασχόλησε ιδιαίτερα το νόημα της λέξης. Αναρωτιόμουν αν επρόκειτο για την κυριολεκτική ή για τη μεταφορική της σημασία. Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να εννοούν ως αυτοκτονία το αρειμάνιο κάπνισμά σου ή την πολύωρη, κάποτε και ολονύκτια, έκθεσή σου στην ακτινοβολία του υπολογιστή. Κατά βάθος βέβαια ήξερα ότι άλλο πράγμα εννοούσαν.
Κι αυτό το λέω γιατί αργά τη νύχτα συνέβη κάτι που δε νομίζω ότι είχε καμία σχέση με το κάπνισμα ή με την έκθεσή σου στην ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Ήταν περίπου 2:00 π.μ., όταν ξύπνησα τρομαγμένος από κάποιον εφιάλτη. Έβλεπα στον ύπνο μου το δικό σου όνειρο, ότι δηλαδή τα κεράσια μας δεν ήταν κεράσια, αλλά έμβρυα που κρέμονταν από τον ομφάλιο λώρο της μαμάς τους. Για κάποιον λόγο άρχισαν να πέφτουν ένα ένα από το δέντρο και να σκάνε σαν νερόφουσκες πάνω στο γκαζόν μας. Όλη η αυλή είχε μετατραπεί σε μια λίμνη αίματος, που βάθαινε ολοένα και περισσό¬τερο και έφτανε πια ως το πλατύσκαλο της εξώπορτας.
Τρόμαξα τόσο πολύ που άπλωσα το χέρι μου προς το δικό σου μέρος, ίσως από μια ασυναίσθητη ανάγκη για ασφάλεια, αλλά δεν σε βρήκα στο κρεβάτι για να σε αγκαλιάσω. Ψαχούλεψα καλύτερα το μαξιλάρι και το στρώμα. Δεν ήσουν εκεί. Σηκώθη¬κα κακόκεφος. Μου είχες πει ότι θα έρθεις, αλλά για ακόμη μια φορά προτίμησες τον υπολογιστή σου.
Περπάτησα στο σκοτεινό διάδρομο. Επικρατούσε απόλυτη σιγή. Άρχισα να κατεβαίνω, μετρώντας ένα προς ένα τα σκαλοπάτια των ορόφων. Τα βρήκα στο σύνολο τριάντα δύο, όσα δηλαδή και τα βήματα που χρειάζομαι στην άσκηση αυτοκυριαρχίας. Άνοιξα την πόρτα του γραφείου σου, η λάμπα ήτανε σβηστή και μόνο η οθόνη του υπολογιστή σου φώτιζε αμυδρά το χώρο. Διέκρινα στο ημίφως τη μορφή σου: είχες ακουμπήσει το κεφάλι στο πληκτρολόγιο και τα χέρια σου ήταν κρεμασμένα. Φαντάστηκα ότι κοιμόσουν.
Ήρθα κοντά σου και σε χάιδεψα, χωρίς να με αντιληφθείς. Κοίταξα στην οθόνη και διαπίστωσα ότι βρισκόσουν πάλι στο ιστολόγιό σου. Έριξα μια ματιά στο καινούριο κείμενο που είχες αναρτήσει με ημερομηνία 25 Απριλίου. Είχε τίτλο: Δροσιά, Μέρες του 2008 μ.Χ. και ξεκινούσε κάπως έτσι: Στην οδό Ελπίδας –πρώτη πάροδος δεξιά / Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Εταιρείας Γενετικών Μεταλλάξεων / Γραφεία ενοικιάσεως εργαζομένων και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα…
Άγγιξα το λαιμό σου και μια αίσθηση παγωνιάς διαπέρασε όλο το κορμί μου. Σαν να τρόμαξα λιγάκι και τινάχτηκα απότομα από τη θέση μου. Ένιωσα τα πόδια μου να πλατσουρίζουν σε μια υγρή μάζα. Έσκυψα να δω καλύτερα. Ήταν μια μικρή λίμνη αίματος. Πολύ θα ήθελα να προέρχεται από την κερασιά μας, αλλά ήξερα πολύ καλά ότι άλλη ήταν η πηγή της. Σταγόνα σταγόνα έπεφτε το αίμα από τις κομμένες φλέβες των χεριών σου, σαν τα έμβρυα κεράσια του δέντρου μας.
Σε ανασήκωσα από το πληκτρολόγιο. Δεν αντέδρασες. Σε αγκάλιασα. Δεν ανταποκρίθηκες. Σε κράτησα για λίγο στα χέρια μου και σε κοίταξα στα μάτια. Μπορεί να ήταν η φαντασία μου, αλλά παρατήρησα μια μικρή αλλοίωση στα χαρακτηριστικά του προσώπου σου: σαν να είχες πάρει την όψη της Μαρίας. Τρομοκρατήθηκα τόσο που άρχισα να ουρλιάζω.
Πλησίαζε 11μ.μ. Έβλεπα τηλεόραση. Άκουσα το πληκτρολόγιο του υπολογιστή σου και φαντάστηκα ότι θα βρισκόσουν στο γραφείο του υπογείου. Άνοιξα από πάνω την πόρτα και σου είπα ότι πηγαίνω για ύπνο. Μου απάντησες ότι θα έρθεις σε λίγο. Διέκρινα κάποια ενόχληση στον τόνο της φωνής σου. Τώρα τελευταία αρπάζεσαι με το παραμικρό. Ίσως γιατί ξέρεις ότι δε θέλω να χαραμίζεις άσκοπα το χρόνο σου. Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν μπαίνει στο ιστολόγιό σου κι υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να έχουμε μπλεξίματα με την εταιρεία. Δεν ήθελα όμως να μαλώσουμε ξανά και γι’ αυτό το θέμα. Πήγα λοιπόν και ξάπλωσα χωρίς να δώσω συνέχεια. Πρέπει να με πήρε αμέσως ο ύπνος. Μετά;
Κι όμως έχει μετά. Σκέφτομαι πόσο βολικό θα ήταν να υπήρχε στη θέση του ένα κενό μνήμης ή μια μαύρη τρύπα γνώσης ή ακόμη και η ηλεκτρονική λειτουργία της αναίρεσης με το συνδυασμό κάποιων κουμπιών από το πληκτρολόγιο. Κι αντί για όλα αυτά τι υπήρχε; Υπήρχε ένα μετά, που μόλις το τακτοποίησα σε ένα βαθύ συρτάρι μνήμης, όπως ακριβώς αυτό στο οποίο έβαλα το πρωί τα κεράσια μου. Μεγάλα και ομοιόμορφα κεράσια, αλλά άνοστα και χωρίς κουκούτσια.
Πάντως πρέπει να παραδεχτείς ότι αντέχουνε, δεν είναι δηλαδή σαν τα άλλα που χαλάνε αμέσως. Υπό μία έννοια είχε δίκιο ο Δημάκης, όταν έλεγε ότι τα έχουν βαλσαμώσει. Είναι νεκρά από την πρώτη στιγμή που βρέθηκαν στο άνθος τους. Μόνο έτσι μπορούν να συντηρούνται για κάμποσο καιρό, χωρίς να ξινίζουνε στη γεύση. Όπως ακριβώς κι οι μνήμες μου.
Αλλά τα κεράσια τα είχα κλεισμένα στο δεύτερο συρτάρι του γραφείου μου, ενώ οι μνήμες ήταν ακόμη ανοιχτές μες στο μυαλό μου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, θα ήταν αδύνατο να ανταποκριθώ στα εργασιακά μου καθήκοντα. Σκέφτηκα ξανά τη λύση των χαπιών. Μπορεί να διαλύουν το μυαλό μου και να κουρελιάζουν το κορμί μου, αλλά τουλάχιστον με βοηθάνε να κλείνω, έστω και βεβιασμένα τις ανοιχτές υποθέσεις με το πρόσφατο παρελθόν.
Γιατί πρέπει να καταλάβεις ότι εσύ επέλεξες να συνεχίσεις στο παρελθόν, ενώ εγώ προτίμησα να συνεχίσω στο παρόν. Και στο παρόν είχα άλλες δύο τουλάχιστον ώρες εργασίας μπροστά μου και μια στοίβα με αδιόρθωτα έγγραφα πάνω στο γραφείο μου. Άλλωστε, δεν ξεμπέρδεψα ακόμη με όλα τα προβλήματά μου. Είχα μάλιστα το προαίσθημα ότι τα πιο δύσκολα θα τα έβρισκα μπροστά μου από δω και πέρα.
Πήρα ένα χαπάκι, λοιπόν. Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Μου λες εσύ που τα ξέρεις όλα; Τι;




(συνέχεια: Τετάρτη 23.12.09,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Η προσωπική μου Χιροσίμα και το ιδιωτικό μου Ναγκασάκι",
έκταση: 4.160λ.)

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Απόσπασμα

Γύρισα δυο και τρεις φορές για να το ξαναδιαβάσω. Μου άρεσε πολύ. Είναι από το μυθιστόρημα «Το τσίρκο των ψύλλων» του Απόστολου Λυκεσά (Μεταίχμιο, 2009). Σκέφτηκα να το μοιραστούμε.

«Ο Κύρος Λαύρος έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό. Δεν απαιτεί τίποτα από τους άλλους, αυτό όμως δεν είναι ο μόνος λόγος που δε συναναστρέφεται τους γύρω του με τη συχνότητα που εκείνοι θα επιθυμούσαν. Αυτή η ιδιότυπη “νευρική ανορεξία πλεονεξίας” ακούγεται ως προσόν, ένα πλεονέκτημα ασκητικής φύσεως. Όμως από παλιά δεν είχε θετικές συνέπειες για όσους διάβηκαν μ’ αυτή την αρχή τη ζωή τους. Το πλεονέκτημα της αυτονομίας και της συνεπακόλουθης ανεξαρτησίας δεν αναγνωρίζεται πάντα και απ’ όλους ως προτέρημα. Δημοσίως βέβαια άπαντες το εκτιμούν. Ιδιωτικώς όμως το αποφεύγουν, στην καλύτερη περίπτωση, και στη χειρότερη πολεμούν ανάλογες διαθέσεις. Η ακούσια μοναξιά, από την άλλη, δικαιολογείται ακόμα και με προφάσεις. Αλλά η κατ’ επιλογή μοναχικότητα προκαλεί αποστροφή. Διότι, ας το παραδεχτούμε, οι αυτάρκεις δε γίνονται εύκολα ανεκτοί. Υπάρχει μια σύνθετη λέξη, συνηθισμένη κάποτε στα χωριά και στις λαϊκές συνοικίες, η οποία απέδιδε με ακρίβεια τα συναισθήματα των άλλων για τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων: τους “μονόχνοτους”. χαρακτηρισμός που συνεπαγόταν ιδιότητες όπως “δυσκολοχώνευτοι” ή “μπλαζέ”, ή οποιεσδήποτε άλλες επιλογές και συνήθειες πέραν του συρμού.
Στις μέρες μας, επιπλέον, τέτοιες στάσεις, ακόμα και εν σπέρματι, ως απλό ενδεχόμενο, καταπολεμούνται ακαριαία από τους οικείους μόλις τις αντιληφθούν. Κατ’ αρχάς είναι αποδεκτό ότι το ρηθέν “άρπαξε να φας και κλέψε να ’χεις” έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, δεν είναι λόγια του αέρα. Επιπλέον με τον ευδαιμονισμό να έχει επικρατήσει, η επιφάνεια των πραγμάτων, επενδυμένη με το μανδύα της επιστημονικοφανούς ορολογίας "δημόσιες σχέσεις", θεωρείται η πλέον ιδανική χλωρίδα στην οποία μπορεί να ανθήσει η ευτυχία. Το ευγενές και το λιτό πάνε κόντρα στην επικρατούσα αρχή της απληστίας, άρα βαθαίνουν την πολυπλοκότητα, δημιουργούν απαιτήσεις και οδηγούν αναπόφευκτα σε μονομανίες και πλείστες όσες συνεπακόλουθες δυστυχίες. Φυσιολογικό είναι μόνο να διεκδικείς πάντα κάτι από τους άλλους τους οποίους, φυσικά, σιχαίνεσαι, ξέρεις ότι σε σιχαίνονται, αλλά συνεχίζετε να ανταλλάσσετε μεταξύ σας συνεχώς χαμόγελα. Οι αβρότητες λειτουργούν σας τον ΟΗΕ στο Κόσοβο, διασφαλίζουν την ειρήνη με μια δόση από τη διακίνηση πορνών ή ναρκωτικών, δηλαδή με το αζημίωτο.
Είναι παράδοξο, αλλά ισχύει: οι περισσότεροι επιδιώκουν να έχεις ακόμα και παράλογες απαιτήσεις απ’ αυτούς, αφού, παρά τη δυσφορία τους, έτσι αποτιμάται και αποδεικνύεται η δική τους αξία. Δηλαδή δε φτάνει που τα πράγματα είναι άσχημα, όποιος δεν τα κάνει χειρότερα είναι ήδη δακτυλοδεικτούμενος. “Δε θέλει να είναι υποκριτής, δικαίωμά του. Ποιο ο λόγος να αποκαλύπτει ότι οι άλλοι είναι;”»
σελ. 13-15

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Χρόνια πολλά παλιοκότα...



Που θα πάει ρε; Τελικά τι παίζει;
Να το πάρουμε απόφαση;
Να ετοιμάσουμε τα καταφύγια;
Να βγαλουμε διαβατήρια;
Να ζητήσουμε πολιτικό άσυλο;
Να λουφάξουμε;
Να το βουλώσουμε;
Να πείσουμε τον εαυτό μας με αυθυποβολή πως όλα πάνε καλα;
Να διατηρήσουμε την ψευδαισθηση πως όλα θα φτιάξουν «υπομονη και βγαινουμε από το τούνελ»;
Να το παιξουμε μικροαστοί νοικοκυραίοι κοιτάζοντας το σπιτάκι μας, τα παιδάκια μας, το αυτοκινητάκι μας, τον/την σύντροφό μας και να πάνε να πηδηχτούν οι υπόλοιποι;
Να βρούμε μια δημιουργική απασχόληση;
Να μπλεχτούμε με κανενα «κοινωνικό έργο» ή με καμιά μη κυβερνητική οργάνωση για να παρέχουμε "κοινωνική αρωγή", συμβιβαστικά, δίνοντας έτσι «πόντους» και άλλοθι» σε διάφορους μουλωχτούς αριβίστες και σκατοεγωίσταρους;
Να το ρίξουμε στην φιλανθρωπία και στον αλτρουϊσμό;
Να φάμε το παραμύθι της γενικευμενης κρίσης;
Ενταξει, κρίση δεν διαφωνώ, αλλα ΚΡΙΣΗ ΓΙΑ ΠΟΙΟΥΣ ΓΑΜΩ ΤΟ ΦΕΛΕΚΙ ΜΟΥ;
Πόσα Cayenne;
Πόσα jeep;
Πόσα παρκαρισμένα αυτοκίνητα έξω από τα σκυλομάγαζα τα Σαββατοκύριακα; Ποιοι συμπολίτες σε «κρίση» τα οδηγούν;
Πόσα πιτσιρίκια με κινητα των 500 ευρώ, παπούτσια «μάρκα», ρούχα «φίρμα», gadgets «μοδάτα»;
Ποιοι γονείς τα συνδράμουν;
Τραγελαφικά πράγματα ρε πστη μου.
Μετα «φταίνε» οι «μπάχαλοι» και οι "πιτσιρικάδες" που τα παίρνουν στο κρανίο και δεν αφήνουν κολυμπηθρόξυλο όρθιο.
Μωρ’ τι μας λέτε;
Όλοι όσοι ευθυνονται για ετούτη την μπίχλα, πάλι στο απυρόβλητο; Μονιμα σε «ασυλία»;
Όχι ρε φίλε, «δεν φταίμε όλοι μας»
Δεν πάει έτσι.
Αν υπάρχουν χίλιοι από «εμάς» που φέρουν μερίδιο «ευθύνης», υπάρχουν και εκατοντάδες χιλιάδες που δεν φταίνε σε τίποτα.
Με ποια λογική λοιπόν ζητα κανείς «συναίνεση», «πολιτική ορθότητα», «ώριμη αντίδραση» και άλλα τέτοια όμορφα;
Τι να κατσουμε να γράφουμε τώρα, είναι γνωστά από όλους.
Μεγαλώνουν τα παιδία σου και η θηλειά σε σφίγγει όλο και περισσότερο. Βλέπεις το μέλλον να έρχεται τρέχοντας και σε πιάνει πανικός
Σκέφτεσαι σε 4-5 χρόνια, πως θα θέλεις 300 ευρώ τουλάχιστον για το φροντιστήριο του παιδιού σου, μπας και γράψει «καλά» για να περάσει σε «σχολή», μη τυχόν και μείνει άνεργο χωρίς να έχει ένα πτυχίο και ένα Master. Διότι, τι άνεργος θα είσαι αν δεν έχεις και δυο – τρια πτυχία;
Άσε δε που για να τα σπουδάσεις, θα πρέπει να βαρέσεις και κανένα εξτρά δανειάκι γιατί αλλιώς δεν βγαίνει.
Κι ακολουθούν από πίσω και τα μικρότερα βλαστάρια σου.
Το σπίτι θα εξοφληθεί όταν θα έχεις πάρει σύνταξη, αν καταφέρεις να φτάσεις ως εκεί. Για να πάρεις δε την σύνταξη, θα πρέπει πλέον να τσακιστούν τα κόκαλα σου στον κάθε εργοδότη, τόσο ώστε ΑΝ τελικά φτάσεις στο «νήμα», να μην σου μένει και πολύ «ζωή» να ξεκουραστείς. Στιμμένες λεμονόκουπες δηλαδή, κανονικότατα.
Και εντάξει, στο «Δημόσιο» δεν σου τσακίζεται το «σώμα» αλλά σου στεγνώνει η ψυχή και ο νους.
Το «αντιστάθμισμα» της μονιμότητας. Οι μόνιμες βλάβες.
Αλλά τα είπαμε: Έτσι λέει είναι ο καπιταλισμός.
Σωστό.
Για πόσο καιρό όμως αντέχεις ακόμη να κάνεις τον μαλάκα; Ε; Για πες μου
Πόσα κιλά ξεφτίλας αντέχει ακόμη η πλάτη σου δουλευταρά μου;
Πόσο προσκύνημα και τεμενάδες αποδίδει η γυμνασμένη σου μέση, παικταρά μου;
Ο θάνατός σου- η ζωή μου έγινε το καθημερινό μότο.
Μισθοί της πείνας, συντάξεις για πασατέμπο, ανεργία, ακρίβεια, ανασφάλεια, μιζέρια, «σφίξιμο», η ζωή παραδίνει καθημερινά εδάφη στην επιβίωση και αφήνει σπαρμένα πτώματα και τηγανισμένα μυαλά στα πεζοδρόμια, ούτε καν στα «κινέζικα» δεν μπορείς πια να πας να ψωνίσεις-δεν σου φτάνουν, φοράς τρύπια παπούτσια από τον Μάρτιο και πρέπει να προσέχεις πως κάθεσαι να μην φαίνονται οι τρύπες από κάτω, μπαλώνεις τα παντελόνια και τα δίνεις για «μεταποίηση» για να την βγάλεις πιο οικονομικά, κοιτάς να αγοράζεις μόνο τα απαραίτητα και μάλιστα από προσφορές, πίνεις τσάϊ ληγμένο από το 2008, δεν πας το αυτοκίνητο ούτε για σέρβις, ούτε στο ΚΤΕΟ, δανείζουμε ο ένας τον άλλον μπας και την σκαπουλάρουμε, οι ανάγκες αυξάνονται σε όσους έχουν οικογένειες και υποχρεώσεις, οι διέξοδοι όμως κλείνουν. Παρακαλάς να έχεις τουλάχιστον την υγειά σου για να μπορείς να τρέχεις. Έτσι και αρρωστήσεις, απλά ΤΗΝ ΓΑΜΗΣΕΣ!
Ο συνδικαλισμός και τα σωματεία δεν μπορούν πια να σου δώσουν ούτε στάλα ελπίδας, οι «σύντροφοι» έχουν μπει σε τροχιές ξένες για σένα και ξένες για την πραγματικότητα όπως την αντιλαμβάνεσαι, πνίγεσαι καθημερινά αφού ακόμη και στην δουλειά όλα λειτουργούν ερήμην σου, κανείς δεν ενδιαφέρεται για το «αντικείμενο» αλλά μόνο για το μισθό.
Δεν έχεις τι να πεις, δεν έχεις σε ποιόν να τα πεις, δεν βλέπεις πια τηλεόραση, δεν συζητάς, η «διαλεκτική» πλέον απλά σου δημιουργεί ένα ενοχλητικό βούισμα στα αυτιά και στο μυαλό, δεν μπορείς να διαβάσεις ούτε καν εφημερίδα χωρίς η οργή και η σιχασιά να σου δέσουν κόμπο τον λαιμό.
Μένουν τα λογοτεχνικά βιβλία στο ράφι αδιάβαστα, της ποίησης καταχωνιασμένα, τα πολιτικά σε στοίβες, μόνο το «άϊ σιχτίρ» έρχεται κάθε πέντε λεπτά στο στόμα, ακόμη και όταν κατουράς, σαν μόνιμο τικ ένα πράγμα, το κάνεις ασυναίσθητα.
Ξέχασες να γελάς ρε μαλάκα, ξέχασες να παίζεις, ξέχασες να μιλάς, μόνο γρυλίζεις και το μάτι σου την μια είναι θολό και την άλλη γυαλίζει υπερβολικά και «πεταρίζει» Λες να κατέβεις «κάτω» να διαδηλώσεις, αλλά ξέρεις από πριν πως σε έχουν γραμμένο, τα παιδιά σου λένε «μπαμπά φοβάμαι», ξέρεις ότι θα είσαι ξένος πια, θα σε κοιτάνε οι μεν σαν ασφαλίτη», οι δε σαν «υποκινητή», δεν θα μπορείς να σταθείς πουθενά, δεν θα έχεις από πουθενά «κάλυψη», τα τηλέφωνα των δικηγόρων που έπαιρνες μαζί σου δεν ξέρεις καν αν ισχύουν πια.
Θες να ουρλιάξεις, να τα βγάλεις από μέσα σου, να συγκρουστείς, στα παπάρια σου αν είναι «ορθό» ή αν έχει «νόημα», δεν σε ενδιαφέρει, δεν ζητάς ουσία, ζητάς να τα γαμήσεις όλα, μόνο και μόνο γιατί ΕΤΣΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΜΠΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΙΠΟΤΕ ΕΠΙ ΤΕΛΟΥΣ, αλλά σκατά στα μούτρα σου, ούτε αυτό δεν μπορείς να κάνεις πια.
Βάζεις στο «ζύγι» το να παίξεις με τα παιδιά σου ή να παίξεις με το «παιδί» μέσα σου και τελικά, κάθεσαι στα αυγά σου.
Στολίζεις το «δέντρο», ανάβεις και τα λαμπάκια που είναι μερικά καμένα αλλά κάνεις πως δεν τα βλέπεις, κρεμάς τα χριστουγεννιάτικα στολίδια που είναι τα ίδια εδώ και 3 – 4 χρόνια και «όλα καλά».
Εντάξει έκανες και «αντίσταση» φέτος, δεν λέω.
Αντί για χριστουγεννιάτικα τραγουδάκια, έβαλες να παίζει Llewellyn – Celtic Legend.
Έτσι, Κέλτικη εορταστική αγριάδα, όχι μαλακίες

(Κοτάρα!

ΟΥ ΡΕ!)

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Το πρόσωπο του κακού

SALIM BACHI, «Σκοτώστε τους όλους!», εκδ. Νεφέλη,
μτφ. Κατερίνα Γούλα, σελ. 138, 2009



Ένας πωρωμένος, ένας σχιζοφρενής, ένας λυσσασμένος, ένας παράφρονας. Η στερεότυπη εικόνα του τρομοκράτη, και ειδικότερα του φονταμενταλιστή τρομοκράτη, όπως αυτή διαμορφώθηκε από το δυτικό κόσμο κατά τα τελευταία χρόνια, καθρεφτίζει το ολοκληρωτικό κακό στην πιο εωσφορική εκδοχή του και διεκδικεί με έναν σχεδόν τρομοκρατικό τρόπο την απόλυτη αντικειμενικότητα. Οπότε κάθε ερμηνευτική προσέγγιση που δεν περιέχει ξεκάθαρες δηλώσεις ιδεολογικής νομιμοφροσύνης, που δεν αναπαράγει πιστά την κρατούσα εικόνα και που δεν επαναλαμβάνει αυτολεξεί τα θέσφατά της, είναι τουλάχιστον ύποπτη ως φίλα προσκείμενη.
Από την άλλη, πρέπει να παραδεχτούμε ότι είναι δύσκολο. Είναι δύσκολο να δει κανείς τον τρομοκράτη έξω από την τρομοκρατική του ενέργεια. Είναι δύσκολο να αναζητήσει κανείς το δίκιο του τρομοκράτη έξω από το άδικο της πράξης του. Είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς την λογική του τρομοκράτη πίσω από τον παραλογισμό της στάσης του. Έτσι κι αλλιώς, η ετυμηγορία έχει από πριν εκδοθεί σε βάρος του, και είναι γραμμένη με το αίμα των αθώων θυμάτων του. Όσο πιο πολλά τα θύματα, τόσο πιο βαρύ, τόσο πιο ηχηρό το κοινωνικό ανάθεμα. Ποιος λοιπόν θα τολμήσει να αναζητήσει πέρα από το πρόσωπο του απόλυτου κακού το αληθινό πρόσωπο του τρομοκράτη;
Κι όμως διαβάζω στο οπισθόφυλλο του μυθιστορήματος Σκοτώστε τους όλους: «Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, ένας καμικάζι παίρνει τον έλεγχο ενός αεροπλάνου και το ρίχνει επάνω στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου της Νέας Υόρκης. Ο Σαλίμ Μπασί αναπλάθει τη ζωή αυτού του ανθρώπου, τις σκέψεις του και τις αμφιβολίες του λίγες ώρες πριν από την τραγωδία».
Ομολογώ ότι εκπλήσσομαι. Ο συγγραφέας δεν επέλεξε απλώς ως θέμα μια τυχαία τρομοκρατική ενέργεια και δεν επέλεξε απλώς ως κεντρικό ήρωα έναν τυχαίο τρομοκράτη. ο συγγραφέας επέλεξε ως θέμα τη χειρότερη τρομοκρατική ενέργεια και ως κεντρικό ήρωα τον χειρότερο τρομοκράτη. Την ενέργεια και το πρόσωπο που άλλαξαν μεμιάς τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την τρομοκρατία και τον τρομοκράτη. Που σημαίνει ότι όσο έγραφε το μυθιστόρημά του, ο Σαλίμ Μπασί δεν είχε στα χέρια του μόνο ένα στιλό ή ένα πληκτρολόγιο. είχε και μια καυτή πατάτα. Πιο καυτή δε θα μπορούσε να υπάρξει. Κι όμως κατάφερε να την κρατήσει από την 1η ως την 138η σελίδα του βιβλίου του, χωρίς ούτε μια στιγμή να καεί.
Ας τα πάρουμε από την αρχή. Σε ένα ξενοδοχείο του Πόρτλαντ φτάνει ένας Άραβας, με το πλαστό όνομα Σαν Χουάν. Το βράδυ προσπαθεί να ξεχαστεί και αναζητά συντροφιά. Πηγαίνει λοιπόν σε μια ντισκοτέκ, περιπλανιέται για αρκετή ώρα παρέα με μια γυναίκα στους δρόμους της πόλης και, τελικά, επιστρέφει στο ξενοδοχείο. Την άλλη μέρα επιβιβάζεται σε ένα αεροπλάνο, απαγγέλλοντας αποσπάσματα από το κοράνι, κατεβαίνει στο αεροδρόμιο της Βοστώνης και ξαναπαίρνει ένα άλλο αεροπλάνο, απαγγέλλοντας πάλι αποσπάσματα από το κοράνι. Ύστερα από λίγη ώρα αποκτά με τη βοήθεια των δεκαοχτώ συνεργατών του τον έλεγχο του αεροπλάνου και το οδηγεί ίσια προς τους δίδυμους πύργους.
Είναι ο ονομαζόμενος Πιλότος, που κατάγεται από την Αλγερία, που σπούδαζε πυρηνική φυσική στη Γαλλία, που εντάχθηκε στην Οργάνωση, που εκπαιδεύτηκε στο Αφγανιστάν, που συνάντησε τον Οσάμα μπιν Λάντεν, που διδάχτηκε για έξι μήνες το χειρισμό αεροπλάνων και που με επαγγελματική ακρίβεια έφερε σε πέρας την τρομοκρατική επίθεση.
Όλη η αφήγηση περιστρέφεται γύρω από το πρόσωπο του. Ανασύρονται οι σκέψεις, οι στοχασμοί, οι αναμνήσεις και τα συναισθήματά του, μέσα από τα οποία σκιαγραφείται το πορτρέτο ενός ανθρώπου που είναι πολύ λιγότερο πωρωμένος, σχιζοφρενής, λυσσασμένος και παράφρονας απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουυμε. Πιο πολύ μοιάζει να είναι ένας τραγικός άνθρωπος, μια διαλυμένη ύπαρξη, ένα άτομο σε πλήρη σύγχυση, που αναλαμβάνει να εκτελέσει την πιο αποτρόπαιη, την πιο ακραία πράξη θρησκευτικού φανατισμού, ενώ κατά βάθος ξέρει ότι αυτό που πάει να κάνει έρχεται σε αντίθεση με τις διδασκαλίες της θρησκευτικής του πίστης. Κι όμως το περίεργο είναι ότι μετέχει σε μια οργάνωση που μισεί, ότι συνεργάζεται με ανθρώπους που απεχθάνεται και ότι εκπονεί ένα σχέδιο που κατά βάθος δεν αποδέχεται.
Πίσω από τη στάση του δεν φαίνεται να υπάρχει τόσο ένα συγκροτημένο ιδεολογικό πλαίσιο ή μια φανατική διάθεση εκδίκησης για τα δεινά που υφίσταται ο αραβικός κόσμος από τους δυτικούς. Αυτό που κυρίως υπάρχει είναι ένας πυκνός υπαρξιακός ζόφος, το αθροιστικό και μακροχρόνιο αποτέλεσμα των διαδοχικών ψυχολογικών, κοινωνικών, επαγγελματικών και ερωτικών ακρωτηριασμών που άδειασαν τον μέσα του κόσμο απ’ οποιαδήποτε ελπίδα, αξία, επιθυμία και συναίσθημα, για να τον αφήσουν έτσι νεκρό να σέρνει το σαρκίο του στα τζαμιά του Παρισιού κι ύστερα στο Πακιστάν και στο Αφγανιστάν, ένα έρμαιο στα χέρια της οργάνωσης που αναλαμβάνει με φοβερή ιδιοτέλεια να του προσφέρει αποκούμπι, ένα εγώ χωρίς υπερεγώ, μια λογική χωρίς ψυχή, ένα σώμα χωρίς πνεύμα
Πρόκειται για την απόλυτη αλλοτρίωση, που μάλιστα φέρει την τραγική διάσταση της ξεκάθαρης επίγνωσής της. Ο συγγραφέας αποδίδει την κατάστασή της με τον πιο ανάγλυφο τρόπο: με ένα λόγο θρυμματισμένο, με μια σκέψη που προσπαθεί να κρατήσει τον ειρμό της, με μια συνείδηση που αγωνίζεται να διαμορφώσει άποψη ανάμεσα σε αντικρουόμενες ιδέες, με μια μνήμη που μετεωρίζεται ανάμεσα σε ελάχιστες στιγμές χαράς και σε ένα πλήθος τραυματικών αναμνήσεων και κυρίως με μια οπτική γωνία που σαν να απηχεί σε τρίτο πρόσωπο τη φωνή του ήρωα, για να φανερώσει το μέγεθος της απόλυτης αποξένωσής του. Κι όλα αυτά ενταγμένα σε ένα εχθρικό και αφιλόξενο περιβάλλον που διαμορφώνεται από σκοτεινές εικόνες έρημων δρόμων, απρόσωπων κτιρίων, βομβαρδισμένων περιοχών και κατεστραμμένων πόλεων.
Αρκεί να προσέξουμε τη σύνταξη κι αμέσως θα αντιληφθούμε πόσο προσεκτικά και μελετημένα εκφέρεται ο αφηγηματικός λόγος. Έτσι ο μικροπερίοδος λόγος των πρώτων σελίδων σταδιακά χαλαρώνει, μακραίνει και πλαταίνει για να εξελιχτεί σε χαώδεις περιόδους χωρίς συνέχεια και αλληλουχία που εκτείνονται από τη μέση του βιβλίου σε ολόκληρες παραγράφους, για να φτάσουν κάποτε και σε ολόκληρα κεφάλαια. Εδώ φαίνεται πόσο αρμονικά συντονίζεται η μορφή του λόγου με το περιεχόμενό του, προκειμένου να υποστηρίξει τη δράση του, αφού το αρχικό άνοιγμα και η τελική διάσπαση της δομής των περιόδων αφήνουν να διαφανεί καλύτερα ο κλιμακούμενος φόβος, η σύγχυση κι η αγωνία που κατακλύζουν την ψυχή του ήρωα όσο πλησιάζει η στιγμή της πράξης του.
Όλες αυτές οι γλωσσικές και αφηγηματικές ιδιομορφίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σοβαρά, ενδεχομένως και αξεπέραστα, μεταφραστικά προβλήματα, που παρ’ όλα αυτά ξεπερνιούνται με άνεση και επιτυχία από τη μεταφράστρια. Η γλώσσα κρατά τους κατάλληλους κάθε φορά ρυθμούς και αποδίδει τη ζωντάνια και την ηθελημένη σύγχυση του αφηγηματικού λόγου, ενώ στα κατάλληλα σημεία διανθίζεται από τα αναγκαία επεξηγηματικά σχόλια για την ευκολότερη κατανόησή του.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

9. "Εμείς οι άλλοι"

Το ήξερε λοιπόν ότι ήσουν εσύ. Το ήξερε αλλά δεν έλεγε τίποτα. Το ήξερε αλλά δεν έκανε τίποτα. Μήπως από καλοσύνη, μήπως από κατανόηση, μήπως από αλληλεγγύη; Δεν ήμουν τόσο αφελής, για να πιστεύω ότι θα μπορούσε να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Εδώ υπήρχε μία από τις πλέον σοβαρές παραβιάσεις του εσωτερικού κανονισμού, όπως ορίζεται από την παράγραφο 9 του άρθρου 5, και σε καμία περίπτωση δε θα το άφηνε να περάσει έτσι. Κάτι άλλο είχε στο μυαλό του. Ήμουν σίγουρος. Αυτό, άλλωστε, φανέρωνε και η επιστολή που μου απηύθυνε.
Δε σου μιλάω για τον Δημάκη. Αυτός είναι ένας αποτυχημένος. Ίσως από καλοσύνη, ίσως από κατανόηση, ίσως από αλληλεγγύη, όπως θα έλεγες κι εσύ. Εγώ πάντως το αποδίδω σε λόγους αδυναμίας και ανικανότητας. Εννοώ την αδυναμία να διαπραγματευτεί με τον εαυτό του τις επιφυλάξεις του και την ανικανότητα να διαπραγματευτεί με τους άλλους τον εαυτό του. Κι αυτό, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί τον ορισμό μιας εξ ολοκλήρου ανώριμης και αντιεπαγγελματικής συμπεριφοράς.
Την ξέρω αυτή τη στάση. Λίγο πολύ την έχουμε περάσει όλοι σε μια ορισμένη φάση της ζωής μας. Αναφέρομαι στα χρόνια της αλαζονικής νιότης, τότε που νομίζαμε ότι όλα είναι εύκολα και ότι αρκεί μια απλή παραίτηση, για να θέτουμε, όποτε θέλουμε, τον εαυτό μας εκτός διαπραγμάτευσης. Αλλά αναρωτιέμαι πόσες τέτοιες παραιτήσεις έχουμε την ευκαιρία και την αντοχή να υποβάλλουμε στη δουλειά και στη ζωή μας για να βρούμε, τελικά, αυτό που αναζητάμε. Όχι, δεν είναι η παραίτηση η λύση. Η λύση είναι να μείνεις και να το παλέψεις, όπως ακριβώς έκανα κι εγώ όλα αυτά τα χρόνια στην εταιρεία.
Δε σου μιλάω λοιπόν για τον Δημάκη. Για τον προϊστάμενο σου λέω τόση ώρα. Για τον προϊστάμενο που ελέγχει τους όρους της διαπραγμάτευσης με αποκλειστικό κριτήριο τους όρους του εσωτερικού κανονισμού, έστω κι αν, απ’ ό,τι κατάλαβα στην τουαλέτα, δεν τους τηρούσε και τόσο πιστά ο ίδιος. Πάντως είχε από την εταιρεία την αρμοδιότητα, που μεταφράζεται σε δύναμη και εξουσία, να το κάνει για όλους τους άλλους. Κι αυτό με αφορούσε, γιατί στα μάτια του ήμουν δυστυχώς πάντα ένας από αυτούς τους άλλους.
Από αυτούς τους άλλους που είναι συνέχεια σκυμμένοι πάνω από κάτι έγγραφα και είναι συνέχεια κολλημένοι μπροστά από μια οθόνη. Δέκα άτομα στο τμήμα και μία ακόμη εσύ έντεκα, χώρια ο Δημάκης που αποφάσισε να θέσει τον εαυτό του για πάντα εκτός. Έντεκα οι άλλοι που είναι αυτοί, που είμαστε, τελικά, εμείς, ή εμείς που είμαστε αυτοί κι είναι, τελικά, οι άλλοι.
Τι είμαστε, λοιπόν, εμείς; Να σου πω εγώ τι πιστεύω ότι είμαστε: μια αόριστη αντωνυμία είμαστε, γένους μόνο κατά σύμβαση αρσενικού ή θηλυκού, γένους στην πραγματικότητα ουδετέρου, που προσπαθεί να βγει στην επιφάνεια, να αποκτήσει φύλο και να υπάρξει ως πρόσωπο. Εσύ διάλεξες το ιστολόγιο για την προσπάθειά σου, η Αλεξίου τις τουαλέτες κι εγώ τη δουλειά μου. Ο καθένας όπως ξέρει κι ο καθένας όπως μπορεί. Δε θα κρίνω εγώ τις αδυναμίες των άλλων, αλλά όταν οι αδυναμίες αυτές στρέφονται εναντίον της δικής μου προσπάθειας, και κυρίως όταν αυτό συμβαίνει από την ίδια μου τη σύζυγο, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Έχω κάθε δικαίωμα να κρίνω. Εννοώ, να σε κρίνω και να σε επικρίνω.
Έχουμε λοιπόν και λέμε: το ήξερες ότι το αμέσως επόμενο διάστημα συνταξιοδοτείται ο προϊστάμενος. το ήξερες ότι όλες οι εκθέσεις ήταν με το μέρος μου. το ήξερες ότι έλαβα τρεις φορές την εύφημη μνεία του υπαλλήλου της χρονιάς. Διεκδικούσα αυτή τη θέση, τη χρειαζόμουν και την ήθελα. Διόρθωσα χιλιάδες ηλίθια έγγραφα για να τη δικαιούμαι, κατέρριψα όλα τα ρεκόρ αποδοτικότητας για να τη δικαιούμαι, τήρησα σχεδόν κατά γράμμα τον εσωτερικό κανονισμό για να τη δικαιούμαι. Κι όμως αντί να ετοιμάζομαι για να κάτσω στην αναπαυτική πολυθρόνα του προϊσταμένου συνέχιζα να κάθομαι στην ηλεκτρική καρέκλα του γραφείου μου και μάλιστα με μια στοίβα αδιόρθωτα έγγραφα να υψώνεται μπροστά στα μάτια μου και με τον κίνδυνο της απόλυσης να κρέμεται ολοένα και πιο απειλητικός πάνω από το κεφάλι μου.
Τι ήμουν, λοιπόν, εγώ; Να σου πω εγώ τι ένιωθα ότι ήμουν: μια αόριστη αντωνυμία ήμουν σε θέση πάντα αντικειμένου που πάσχισε κάποτε να εξελιχτεί σε κύριο όνομα γένους αρσενικού, αλλά διατηρούνταν τώρα στην κατάσταση ενός υπό διόρθωση εκφραστικού λάθους που από στιγμή σε στιγμή θα γινόταν κόκκινη μουντζούρα στο ολοκάθαρο κείμενο της εταιρείας.
Αλλά ακόμη κι έτσι, δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου η ιδέα να τα παρατήσω. Κατά βάθος είχε και μια διεστραμμένη γοητεία αυτό που μου συνέβαινε. Με αναστάτωνε αλλά και με διέγειρε. Με απογοήτευε αλλά και με πείσμωνε. Με διέλυε αλλά και με ανασυγκροτούσε. Τελικά, μου έδινε έναν ισχυρό λόγο για να συνεχίσω να αγωνίζομαι, να διεκδικώ και να διαπραγματεύομαι και με τον εαυτό μου και με τους άλλους.
Και τώρα που το σκέφτομαι καταλαβαίνω ότι αυτό είναι ό,τι πιο σημαντικό κέρδισα όχι μόνο από την εταιρεία αλλά κι από την ιστορία που είχα πιο παλιά. Ό,τι εξασφάλισα ως υπεραξία από το αίμα που ξεράθηκε πάνω στην άσφαλτο ενός επαρχιακού δρόμου. Ό,τι αποκόμισα ως πρόσοδο από τα δάκρυα που στέγνωσαν μέσα στις σελίδες των Αχαρνέων του Αριστοφάνη. Ό,τι αποταμίευσα ως οικονομία από το άταφο πτώμα της Μαρίας στο νεκροταφείο του χωριού μου και από τη μορφή της μαυροφορεμένης μάνας της έξω από το παράθυρο του σπιτιού μου.
Ναι, ξέχασα να σου το πω κι αυτό, αλλά ήρθε και με βρήκε η μάνα της. Δύο μερόνυχτα στεκόταν ακίνητη έξω από το διαμέρισμα που νοίκιαζα στα Γιάννενα. Σήκωνα το κεφάλι από τις σημειώσεις της συμφοιτήτριάς μου, τραβούσα λίγο την κουρτίνα και την έβλεπα στο απέναντι πεζοδρόμιο με το κεφάλι στραμμένο προς το μπαλκόνι μου. Φοβόμουν ότι από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν να μου χτυπήσει την πόρτα, αλλά δεν χτυπούσε. Έλπιζα ότι από στιγμή σε στιγμή θα αποφάσιζε να φύγει, αλλά δεν έφευγε.
Ένιωθα σαν να ήμουν ένας ελεύθερος πολιορκημένος. Έξω δεν τολμούσα να βγω, για να μην την αντικρίσω και μέσα με έζωναν τα δηλητηριώδη φίδια. Δεν ήξερα πια τι να κάνω. Άνοιγα το βιβλίο και ξεχνιόμουν με τους Αχαρνής του Αριστοφάνη. Έπλεκα δικά μου στιχάκια πάνω στους στίχους του Αριστοφάνη, για να ξορκίσω τις αναμνήσεις και να εξευμενίσω τις Ερινύες μου.

Φανταζόμουν ότι βρισκόμουν πάνω στη σκηνή μαζί με τη Μαρία. Εγώ ήμουν ο Δικαιόπολις και η Μαρία ο Νίκαρχος, ο φοβερός ο συκοφάντης. Το σκηνικό ήταν στημένο σε περίακτους κι απεικόνιζε μια απότομη πλαγιά με ένα εξόγκωμα στην άκρη, πλατάνια και θάμνους κάτω χαμηλά. Ο χορός, αποτελούμενος από τους παιδικούς μου φίλους, στεκόταν ακίνητος κι άκουγε το διάλογό μας.

Έλεγε η Μαρία:
«Σε κάλεσα εδώ στην ερημιά, μονάχοι να τα πούμε. Το νιώθω πια, δε με ζητάς, την πλάτη μου γυρίζεις. Ψάχνω να βρω μια απάντηση και με τις απορίες μένω».

Εγώ της απαντούσα:
«Πάψε να υποκρίνεται και μην κάνεις την αθώα. Τα ψέματά σου τα έμαθα, κανένα δε γελάνε. Πως δήθεν ο πατέρας μου τις νύχτες ξεπορτίζει, την αγκαλιά της μάνας σου να βρει, στην κλίνη της να ανέβει».

Έπαιρνε ξανά το λόγο η Μαρία:
«Έτσι είπα, όπως το λες, και δεν το παίρνω πίσω. Εσύ όμως άλλα μου ’ταζες παλιά και τώρα μου τα αλλάζεις. Στους άλλους φαίνεσαι καλός μα στα δικά μου μάτια ίδιος ο Λάμαχος, κι ας κάνεις τον εχθρό του».

Απαντούσα:
«Βάζω όλους τους θεούς για μάρτυρες κι αυτό το δίτροχό μου άρμα, εγώ δεν σου ’χω τάξει τίποτα που τώρα να το αλλάζω. Απ’ το μυαλό σου τα έβγαλες, να με έχεις του χεριού σου. Βλέπω, της μάνας σου τα χνάρια ακολουθείς και εμένα αυτά δε μου αρέσουν. Πάμε λοιπόν να φύγουμε, στα σπίτια μας να πάμε. Οι δρόμοι μας χωρίζουνε, καιρός να βρεις μονάχη τον δικό σου».

Με τέτοια διασκέδαζα τους φόβους και αποκοίμιζα τη συνείδησή μου για δυο ολόκληρες μέρες. Την τρίτη μέρα ξέμεινα από τροφή, τσιγάρα κι έμπνευση και την επόμενη μέρα θα έδινα το πρώτο μάθημα της εξεταστικής. Δεν πήγαινε άλλο αυτή η κατάσταση, δεν άντεχα, κάτι θα έπρεπε να κάνω. Πήρα λοιπόν με μισή καρδιά τηλέφωνο στην αστυνομία και τους ζήτησα να έρθουν για να τη μαζέψουν. Είπα ότι είναι μια τρελή στο δρόμο που κάνει σαν χαμένη. Όταν εμφανίστηκε το περιπολικό, σηκώθηκα και παραφύλαξα πίσω από τις κουρτίνες. Τη στιγμή που την έβαζαν στο αυτοκίνητο γύρισε μια τελευταία φορά και κοίταξε προς το παράθυρό μου.
Πρόσωπο δεν διέκρινα. Μόνο δυο μαύρες κόγχες πίσω από ένα σβησμένο βλέμμα. Το βλέμμα αυτό με στοίχειωσε μια και καλή, για πάντα. Δε μου έφτανε η Μαρία, θα είχα στο εξής και τη μητέρα της, τη μια με τα νυφιάτικα, την άλλη μες στα μαύρα. Ας είναι, σκεφτόμουνα, σε κάθε άνθρωπο αναλογούν δύο άγγελοι, ο ένας είναι του Θεού κι ο άλλος του Διαβόλου. Είχα τον νεκρό άγγελο και το ολοζώντανο δαιμονικό μου. Έτσι πορευόμουνα όλα αυτά τα χρόνια. Με αγγέλους και δαιμονικά παρέα.
Τι έγινε η μάνα της, πού χάθηκε, αν πέθανε δεν ξέρω και, για να είμαι ειλικρινής, ούτε που ενδιαφέρθηκα ποτέ να μάθω. Ίσως να την μετέφεραν σε κανένα νοσοκομείο, μπορεί να πέθανε σε κάποιο άσυλο απόρων, ίσως και να βρίσκεται ακόμα σε κάποιο ψυχιατρείο. Εγώ πάντως τα κατάφερα. Άντεξα κι έφτασα εδώ που είμαι.
Έφτασα και δεν έχω την πρόθεση να αφήσω κανέναν να με γυρίσει πίσω. Το τονίζω: κα-νέ-ναν. Είμαι αποφασισμένος να κάνω τα πάντα. Το τονίζω: τα πά-ντα. Ό,τι δηλαδή χρειάζεται για να προστατεύσω τον εαυτό μου κι από σένα κι από τον προϊστάμενο κι από οποιονδήποτε άλλον.
Στην προκειμένη βέβαια περίπτωση, προείχε το θέμα του προϊσταμένου. Κάθισα και το βασάνισα για αρκετή ώρα στο μυαλό μου, προσπαθώντας να βάλω τα δεδομένα σε μια σειρά. Διαπίστωσα ότι τρία ήταν τα κύρια ζητήματα που με αφορούσαν άμεσα. Τα αριθμώ για λόγους σαφήνειας:
Ζήτημα 1ο: Ήξερε για τη συζυγική μας σχέση. Εγώ ο ίδιος το είχα ομολογήσει πριν από ένα μήνα στην έκθεση αυτο-αξιολόγησης που του υπέβαλα. Παρ’ όλα αυτά δεν κλήθηκα ακόμη σε απολογία κι ούτε επιβλήθηκε σε βάρος μου οποιαδήποτε πειθαρχική κύρωση.
Ζήτημα 2ο: Γνώριζε ποιος κρύβεται πίσω από τα συκοφαντικά δημοσιεύματα. Του το αποκάλυψε ο Δημάκης εδώ και δεκαεφτά μέρες. Παρ’ όλα αυτά δεν κλήθηκες ακόμη σε απολογία κι ούτε επιβλήθηκε σε βάρος σου οποιαδήποτε πειθαρχική κύρωση.
Ζήτημα 3ο: Μου απηύθυνε σήμερα το πρωί μια επιστολή στην οποία με καλούσε να επιδείξω αληθινό πνεύμα συνεργασίας, γύρω όμως από ένα θέμα για το οποίο ήμουν βέβαιος ότι κατείχε πλήρη και ακριβή γνώση.
Ύστερα από αρκετή σκέψη, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αν η επιστολή που έλαβα συντάχτηκε με βάση όλα τα παραπάνω δεδομένα, τότε εντός της διασταυρώνονταν, περιέχονταν και συμπυκνώνονταν οι γνώσεις, οι προθέσεις, και οι σκοποί βάσει των οποίων εξύφαινε ο προϊστάμενος το σχέδιό του. Άρα, πουθενά αλλού δε θα μπορούσα να βρω τις απαντήσεις που αναζητούσα παρά μόνο σε αυτά που έλεγε ή ακόμη καλύτερα, σε αυτά που δεν έλεγε, αλλά άφηνε να εννοηθούν.
Την πήρα στα χέρια μου και τη διάβασα ξανά και ξανά. Αφιέρωσα πάνω από ένα τέταρτο, αλλά οι δύο βασικές απορίες που είχα από την πρώτη ανάγνωση παρέμεναν ακόμη αναπάντητες.
- Γιατί το όνομά μου υπήρχε μόνο στο φάκελο;
- Γιατί η προσφώνηση ήταν διατυπωμένη μόνο στο αρσενικό γένος;
Έστρεψα μηχανικά το κεφάλι μου προς το γραφείο σου και σε φαντάστηκα να κάθεσαι στην άδεια σου καρέκλα και να με κοιτάς απορημένη με ένα αμυδρό χαμόγελο ειρωνείας στο πρόσωπό σου. Ήξερα πολύ καλά τι θα σκεφτόσουνα. Ότι όλα αυτά είναι επουσιώδη. Ότι άσκοπα δαπανώ το χρόνο μου. Ότι είμαι εκνευριστικά σχολαστικός. Κι όμως, θα έσφαλες για ακόμη μια φορά. Μάθε, επιτέλους, ότι οι απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλα ήταν πολύ πιο σημαντικές από όσο θα μπορούσες να συλλάβει το επιπόλαιο μυαλό σου.
Αρκεί να σκεφτείς πως αν η επιστολή απευθυνόταν αποκλειστικά σε εμένα, θα αυξάνονταν κατακόρυφα οι πιθανότητες της απόλυσής μου, ενώ αν απευθυνόταν και σε όλους τους άλλους υπαλλήλους, τότε θα μειώνονταν σε σημαντικό βαθμό. Οπότε πάση θυσία θα έπρεπε να μάθω. Να μάθω αν έλαβαν την επιστολή αυτή κι οι άλλοι. Αλλά από ποιον; Μία και μόνη ευκαιρία είχα με τον Δημάκη, κι όμως την άφησα να πάει χαμένη.
Κοίταξα γύρω μου. Πάνω σε καρέκλες και πίσω από γραφεία υπήρχαν ανθρώπινα πρόσωπα που στην αντίληψή μου δεν ήταν τίποτα παραπάνω από το ζωντανό διάκοσμο του χώρου εργασίας. Αναρωτήθηκα ποια ερώτηση, ποια απορία, ποια αγωνία θα μπορούσε να χωρέσει μέσα στο καθεστώς της αναγκαστικής ανεκτικότητας που επέβαλε ανάμεσά μας ο εσωτερικός κανονισμός και αμέσως εγκατέλειψα την προσπάθεια. Αν εξαιρέσουμε εσένα, που έλειπες, ίσως και την Ελένη, για την οποία όμως διατηρούσα πλέον αρκετές επιφυλάξεις, δεν υπήρχε κανείς εκεί μέσα στον οποίο θα μπορούσα να υποβάλω, χωρίς να παρεξηγηθώ ή χωρίς να κινήσω υποψίες, την απλή ερώτηση αν έλαβε μια επιστολή όμοια με τη δική μου.
Από την άλλη, έχει και μια λογική βάση αυτή η κατάσταση. Μάλιστα τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα συνειδητοποιώ ότι σε τέτοιους χώρους εργασίας η απόλυτη αποστασιοποίηση, η παγερή αδιαφορία και η διακριτική περιφρόνηση δεν είναι μόνο προϋπόθεση αυξημένης αποδοτικότητας, αλλά και κανόνας εργασιακής επιβίωσης και επαγγελματικής επιτυχίας. Φαντάζομαι, για παράδειγμα, ότι θα ήμουν πολύ πιο ασφαλής και ήσυχος, αν δεν είχα επιδιώξει τόσο επιπόλαια και παρορμητικά να σπάσω την κρούστα της αποστασιοποίησης, της αδιαφορίας και της περιφρόνησης, τότε που σε είδα για πρώτη φορά στην εταιρεία. Ναι, δε διστάζω να ομολογήσω ότι το έχω μετανιώσει. Ξέρω ότι σε πονάει, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που σου το λέω.
Όπως λοιπόν ήταν τα πράγματα, δεν είχα καμία άλλη επιλογή από το να απευθυνθώ στην Ελένη. Αλλά και μόνο στην ιδέα, σαν να επαναστατούσε κάτι μέσα μου. Είχα μια αρνητική προδιάθεση απέναντί της, που δεν ήταν βέβαια χωρίς λόγο και αιτία. Το αντίθετο μάλιστα. Μην ξεχνάς πως ό,τι είδα να συμβαίνει στην τουαλέτα, αρκούσε και με το παραπάνω για να αρχίσω να αμφιβάλλω για τις αληθινές προθέσεις της.
Έχουμε τα ίδια περίπου χρόνια στην εταιρεία και πέρσι πήρε τον τίτλο της “υπαλλήλου της χρονιάς”. «Σου έκλεψα τα πρωτεία» θυμάμαι ότι μου είχε πει γελώντας. Το προσπέρασα χωρίς να δώσω σημασία. Ήμουν, βλέπεις, ακόμη απασχολημένος με τις εφηβικές μου ονειρώξεις στις τουαλέτες των μικροβιολογικών κι ούτε που περνούσε από το μυαλό μου η ιδέα ότι μπορεί την ίδια ακριβώς περίοδο να είχε αρχίσει να καταστρώνει στις τουαλέτες της εταιρείας τα δικά της σχέδια για τη θέση του προϊσταμένου.
Θεμιτό από μία άποψη. Ο καθένας δικαιούται να ονειρεύεται, να προσδοκά και να διεκδικεί, αρκεί βέβαια να μην το κάνει με ανέντιμα μέσα. Όμως από την ως τώρα διαγωγή της δεν διαπίστωνα να έχει οποιοδήποτε ηθικό ενδοιασμό στις επιλογές της. Δεν αναφέρομαι μόνο στις τουαλέτες. Υπήρχε κάτι άλλο, πιο ανησυχητικό, που όσο το σκεφτόμουνα άρχισε να μου φαίνεται απολύτως εύλογο και πιθανό. Εννοώ το εξής: ποιος μου έλεγε ότι η κυρία Ελένη Αλεξίου δεν είχε κάποια εμπλοκή και στη δική μας υπόθεση;
Τόσο καιρό ζούσε στη σκιά σου και με περίμενε. Περίμενε σε εκείνο το φτηνό ξενοδοχείο της Ομόνοιας, στις 7:00 μ.μ. της πρώτης Παρασκευής κάθε μήνα, τότε που σου έλεγα ότι βγαίνω με τον ανύπαρκτο φίλο μου από το στρατό. Μπορεί να κατάλαβε κάτι για σένα, πιθανώς από γυναικεία διαίσθηση, ίσως και να με ακολούθησε κάποια μέρα μέχρι το σπίτι μας. Θυμάμαι ότι την τελευταία φορά που βγήκαμε φερόταν αρκετά περίεργα.
«Και τι κάνει η “πώς-την-είπαμε;”» με ρώτησε, όταν ντυνόταν. «Μαρία» αποκρίθηκα ανυποψίαστος. «Α! Μαρία. Νόμιζα ότι τη λένε αλλιώς». «Πώς αλλιώς;» απόρησα. Είδα ένα ειρωνικό χαμόγελο να διαγράφεται στα χείλη της κι άλλαξε αμέσως κουβέντα, αποφεύγοντας να μου απαντήσει.
Αν λοιπόν είχε δίκιο ο Δημάκης, όταν έλεγε ότι ο προϊστάμενος γνώριζε για τη συζυγική μας σχέση εδώ κι αρκετό καιρό, κι αν με αυτό εννοούσε ότι κατείχε τη σχετική πληροφορία πριν ακόμη από τη δική μου αποκάλυψη, τότε από κανένα άλλο άτομο δε θα μπορούσε να το έχει μάθει παρά μόνο από την ίδια. Αυτός, άλλωστε, θα ήταν ο αποτελεσματικότερος τρόπος, για να με απομακρύνει από την κούρσα της διαδοχής, ίσως και να με θέσει οριστικά εκτός εταιρείας. Με αυτό το σκεπτικό, φαινόταν απολύτως κατανοητή η αμέλεια του προϊσταμένου να λάβει μέτρα και να επιβάλει κυρώσεις εναντίον σου και εναντίον μου. Προφανώς συνέλεγε με μεθοδικότητα στοιχεία και προετοίμαζε με υπομονή το κατηγορητήριο, ώστε την κρίσιμη στιγμή να καταφέρει σε βάρος μας το συντριπτικό πλήγμα που θα εξυπηρετούσε τους σχεδιασμούς της ευνοουμένης του.
Άνοιξα τον υπολογιστή μου εκνευρισμένος. Δεν θα το άφηνα να περάσει έτσι, κι ούτε είχα χρόνο να περιμένω, για να επαληθευτούν οι υποψίες μου. Άλλωστε, ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι είχα απόλυτο δίκιο.
Η οθόνη γέμισε από έναν κατάσπαρτο αγρό. Ανάμεσα σε κάτι τεράστια καλαμπόκια φαινόταν ένας στρουμπουλός αγρότης να χαμογελάει ευχαριστημένος. Μου θύμισε το χαμόγελο που είχα το πρωί μπροστά στον καθρέφτη της τουαλέτας, ψεύτικο και υποκριτικό. Μια λεζάντα εξηγούσε: «Πρότυπη φυτεία Βέρμουντ στο Κεντάκι. Βραβείο εσοδείας 2007», το ηλεκτρονικό καλωσόρισμα της μητρικής εταιρείας που προφανώς είχε προλάβει να εγκαταστήσει στους υπολογιστές μας ο Δημάκης, προτού να φύγει οριστικά από την εταιρεία.
Το εικονίδιο με το πρόγραμμα πλοήγησης βρισκόταν δίπλα στο πρόσωπο του αγρότη. Το πίεσα αρκετές φορές με μίσος. Πολύ θα ήθελα να στραπατσάρω την ευτυχισμένη αυτή μούρη, αλλά ο αγρότης από το Βέρμουντ του Κεντάκι συνέχιζε να μου χαμογελάει αμέριμνος. Μπήκα στο Internet κι άνοιξα το ηλεκτρονικό πρόγραμμα της προσωπικής μου αλληλογραφίας. Δεν βρήκα ούτε ένα μήνυμα από σένα. Υπήρχε μόνο ένα spam που με πληροφορούσε ότι έχω κερδίσει 1.000.000 ευρώ, αρκεί να… κτλ. κτλ. Διέγραψα το ενοχλητικό μήνυμα κι επέλεξα τη λειτουργία της σύνθεσης νέου μηνύματος. Έγραψα, παραλλάσσοντας τα λόγια του Δημάκη το εξής:

«Με πόσα πηδήματα του προϊσταμένου, νομίζεις ότι μπορείς να εξαγοράσεις τη θέση του;»

Το έστειλα στην εταιρική διεύθυνση της Ελένης, γιατί δεν γνώριζα το προσωπικό της e-mail κι ούτε είχα καμιά διάθεση για να καθίσω να το ψάξω. Ήξερα βέβαια ότι έπαιζα με τη φωτιά, γιατί θα μπορούσε εύκολα να ανοίξει το μήνυμά μου και κάποιος τρίτος, αλλά, αν το καλοσκεφτείς, δεν είχα και τίποτα να χάσω. Ό,τι ήταν να γίνει, θα γινόταν με ή χωρίς αυτό το μήνυμα. Τα πάντα εξελίσσονταν ερήμην μου σαν να επρόκειτο για έτοιμο σενάριο, που γράφτηκε εδώ και πολύ καιρό από το χέρι έμπειρου συγγραφέα και με την έγκριση ενός δαιμόνιου παραγωγού. Για μένα όρισαν το ρόλο του χαμένου κι όφειλα να τον υποδυθώ μέχρι τέλους με απόλυτη αληθοφάνεια. Δεν μου έμενε τίποτα άλλο από την επικείμενη πτώση. Ας ήταν τουλάχιστον αξιοπρεπής.
Τη φανταζόμουν να διαβάζει απορημένη το μήνυμά μου. Την έφερα στο μυαλό μου να κοιτάει γύρω της ανήσυχη και φοβισμένη και να προσπαθεί να καταλάβει ποιος ήταν ο άγνωστος συντάκτης, τι ήθελε να πει και ποιον σκοπό είχε. Είχα όμως αποφασίσει να μη δώσω συνέχεια, ακόμη κι αν μου απαντούσε.
Δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό, όταν έλαβα την απάντησή της. Άνοιξα το μήνυμα.
«Θάνο, ξέρω ότι είσαι εσύ» έγραφε κι υπέβαλε πρόσκληση για συνομιλία.
Απόρησα με τη βεβαιότητά της, αλλά δεν της απάντησα. Δύο λεπτά αργότερα μου ξανάστειλε άλλο μήνυμα.
«Σε παρακαλώ, Θάνο, απάντησέ μου…» κι υπέβαλε ξανά πρόσκληση για συνομιλία.
Έπαψε να με καλύπτει η ανωνυμία και δεν είχα πλέον κανένα λόγο να κρύβομαι. Ήμουν αναγκασμένος να ανταποκριθώ θετικά στο αίτημά της. Αστείο δεν είναι; Τα γραφεία μας δεν απείχαν ούτε δώδεκα μέτρα και εμείς συνομιλούσαμε διαμέσου ενός κόμβου που βρισκόταν κάποιες δεκάδες χιλιόμετρα μακριά μας.

«Τι εννοείς;» ξεκίνησε πρώτη.
«Πρώτα θέλω να ξεκαθαρίσουμε κάτι άλλο».
«Ό,τι θες, αρκεί να μπορώ να σε βοηθήσω».
«Πες μου: έλαβες το πρωί μια επιστολή από την εταιρεία για εκείνη την υπόθεση με τα συκοφαντικά δημοσιεύματα;»
Ήμουν σίγουρος πως η απάντησή της θα ήταν αρνητική.
«Την έχω λάβει από την αρχή της βδομάδας, όπως άλλωστε κι όλοι οι άλλοι εδώ μέσα».
Δεν το περίμενα. Ήταν ένα απρόβλεπτο δεδομένο που ερχόταν σε αντίθεση με το σενάριο που είχα κατασκευάσει στο μυαλό μου. Μπορεί, τελικά, τα πράγματα να μην ήταν όσο άσχημα φοβόμουν. Ένιωσα να φεύγει κάποιο βάρος από πάνω μου. Από την άλλη, δεν ήμουν κανένας αφελής. Το ότι ήταν αποδέκτης της επιστολής δε μείωνε ούτε κατ’ ελάχιστο τις υποψίες ότι ενεργούσε σε βάρος μου, για να πάρει τη θέση του προϊσταμένου.
«Σειρά σου τώρα. Εξήγησέ μου τι εννοούσες» συνέχισε η Ελένη.
«Καταλαβαίνεις πολύ καλά τι εννοούσα».
«Κι όμως, δεν καταλαβαίνω».
«Μη μου πεις ότι αναζητούσες με τον προϊστάμενο στις τουαλέτες του τμήματος το λογότυπο για τα νέα προϊόντα της εταιρείας».
«Είσαι άδικος».
«Εσύ;»
«Τι εγώ;»
«Εσύ τι είσαι;»
«Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι ίσως και να είμαι απελπισμένη;»
«Απελπισμένη; Με ένα βλέμμα θα μπορούσες να έχεις όλους τους άντρες στα πόδια σου. Αυτό δεν έκανες τόσα χρόνια; Γιατί λοιπόν πήγες και διάλεξες ειδικά αυτόν;»
«Γιατί ξέρει να κάνει τους άλλους απελπισμένους».
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή, δεν έχει. Αυτό δε συνέβη και με την Ελπίδα;»
«Τι θέλεις να πεις;»
«Δεν ξέρεις;»
«Για να σε ρωτάω, σημαίνει ότι δεν ξέρω».
«Μου κάνει εντύπωση».
«Τι;»
«Το ήξερε για εσάς και την εκβίαζε».
«Από πότε το ήξερε και από ποιον το ήξερε;»
«Ρώτα τον. Πάντως το ήξερε. Όπως ήξερε και για ένα δικό μου λάθος στην προηγούμενη διαφημιστική καμπάνια και, επίσης, με εκβίαζε».
«Εσύ ήξερες για μένα και την Ελπίδα;»
«Ναι, εδώ κι αρκετό καιρό».
«Γιατί λοιπόν να μην υποθέσω ότι από σένα έλαβε τη σχετική πληροφορία;»
«Ελπίζω να μην έχεις την εντύπωση ότι ζήλευα. Στο είχα ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι το μόνο που με ενδιέφερε μαζί σου ήταν να περνάω καλά».
«Δεν εννοώ αυτό ακριβώς».
«Τότε πού πάει το μυαλό σου;»
«Στη θέση του προϊσταμένου που αδειάζει τις επόμενες μέρες».
«Είσαι πολύ λίγος κι είσαι πολύ γελασμένος, αν νομίζεις ότι θα ήμουν τόσο φτηνή. Στο λέω μια για πάντα να το ξέρεις: ποτέ μα ποτέ δεν έτρεφα φανερά ή κρυφά τέτοιες φιλοδοξίες. Ως προς αυτό μπορείς να πεις ότι μοιάζω με την Ελπίδα».
«Να σε πιστέψω;»
«Δεν έχεις κανένα λόγο για να μη με πιστέψεις».
«Τότε πες μου τι ακριβώς έγινε με την Ελπίδα και τον προϊστάμενο. Την εκβίαζε με τον ίδιο τρόπο στις τουαλέτες;»
«Δεν ξέρεις στα αλήθεια ή με δουλεύεις;»
«Όχι, δεν έχω ιδέα. Εξαφανίστηκε από χτες το βράδυ, χωρίς να μου πει τίποτα, και δε σου κρύβω ότι ανησυχώ».
«Θάνο, τι σου συμβαίνει; Η Ελπίδα πέθανε εδώ και μια βδομάδα».



(συνέχεια: 17.12.09,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Η διαφοροποιημένη μνήμη",
έκταση: 3.200λ.)