Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

ΟΛΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ…

("Βλάχικο" βιντεάκι - αφιέρωση για τους Νοέμβρηδες που έφυγαν και τους Δεκέμβρηδες που ακολουθούν... )


στις μεθυσμένες κουβέντες πάνω από γεμάτα τασάκια και άδεια ποτήρια
στα τρανταχτά γέλια σε έρημα από ψυχές μαγαζιά γεμάτα κόσμο
στα βουβά δάκρυα μπαλκονάτων καταθλίψεων και high definition αδιεξόδων
στους λυγμούς και τα αναφιλητά όσων έχασαν την ζωή μέσα από τα χέρια τους

στα χαμόγελα της ξενοιασιάς που αντιστέκονται στην σοβαροφάνεια
στις αγκαλιές που ατελώς ανοίγουν λιμάνια και παρηγοριές
στα μυαλά που καίνε πυρωμένες αρνήσεις πυρπολώντας το είναι τους για πλάκα
στα σημειώματα που γράφτηκαν και ποτέ δεν δόθηκαν
στις συγγνώμες που απλά δεν ζητήθηκαν
σε όσους μια ζωή επιστρέφουν αλλά ακόμη δεν ήρθαν
στους απόντες που ποτέ δεν έφυγαν
στους παρόντες που ποτέ δεν ήταν

σε ότι ήταν και έπαψε σ’ότι ήρθε και δεν υπήρξε
σε ότι ακόμη χαμπάρι δεν πήραμε
στην καλημέρα του αγνώστου που καθρεπτίζει φόνο στα μάτια και ασχήμια στο νου
στην σιγουριά του χαμού και στις χαμηλές αυτοεκτιμήσεις-καύσιμο
στο γελοίο του σίγουρου και στις ψευδαισθήσεις μια ανύπαρκτης ευτυχίας

στους χαρούμενους που δεν νοιάζονται
στους θλιμμένους που δεν παραδέχονται
στις άδειες τσέπες και τους γεμάτους σκληρούς δίσκους
σε εκείνους που δίπλα στο τζάκι βλέπουν τις πρώτες νιφάδες στο ψηλότερο χωριό

σε εκείνον που ψάχνει παιδικά σαμπουάν στο super-market δίπλα από τα μωρομάντηλα
στον περίσσιο ύπνο με τους εφιάλτες να βρέχουν ξαπλωμένες συνειδήσεις
στα ξενύχτια για την απόλαυση των χιλιοστόλεπτων ανατολής

Σε όλα τα αβέβαια, στα αλαφροΐσκιωτα και στων στοιχειωμένων τις ανάσες,
στους Νοέμβρηδες που πέρασαν και στους Δεκέμβρηδες που ακολουθούν,

ένα μοναχά το ακλόνητο, το βέβαιο, το αδιαπραγμάτευτο, το σωτήρια αναπόφευκτο

ακόμη και χωρίς εμάς,

ΟΛΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ…

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

7. "Οι ατίθασες λέξεις"

Κατά τη μία ειδοποίησα τον Στεργίου για να έρθει να παραλάβει το κείμενο με τη σήμανση του κατεπείγοντος. Του το έδωσα με κρυφό καμάρι, αλλά κόπηκε απότομα η χαρά μου, όταν τον είδα να παρατηρεί με απορία τη στοίβα με τα αδιόρθωτα έγγραφα που υψωνόταν σχεδόν απείραχτη πάνω στο γραφείο μου. Έψαξα να βρω μια πρόχειρη δικαιολογία, αλλά τελικά δεν την χρειάστηκα, γιατί έφυγε χωρίς να μου πει τίποτα. Τον είδα μόνο τη στιγμή που απομακρυνόταν να κοιτάει προς το μέρος μου με τη γωνία του ματιού του και να κουνάει ειρωνικά το κεφάλι του. Ήμουν σίγουρος ότι σε λίγα λεπτά θα ήταν ενήμερος κι ο προϊστάμενος. Ύστερα από πέντε ώρες στο γραφείο, είχα διορθώσει δύο μόνο έγγραφα, από τα οποία το ένα ήταν το δικό μου. Χειρότερα δεν θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα.
Δίπλα μου ο Δημάκης εργαζόταν απερίσπαστος στον υπολογιστή του. Έμεινα να τον παρατηρώ για λίγο αφηρημένος. Φαινόταν τόσο νέος, τόσο ήρεμος, τόσο αθώος, σαν να μην τον άγγιζε τίποτα από όσα συνέβαιναν εδώ μέσα. Κατά βάθος μπορεί και να τον ζήλευα. Δεν είχε στοίβες με αδιόρθωτα έγγραφα πάνω στο γραφείο του, ούτε απάτητα Κιλιμάντζαρα στις σκοτεινές γωνίες του μυαλού του, ούτε εξαφανισμένες Ελπίδες στις μαύρες τρύπες της μνήμης του. Μόνο μια λεία οθόνη είχε κι ένα πληκτρολόγιο με υπάκουα γράμματα, που ποτέ στους έξι μήνες που ανέλαβε υπεύθυνος των ηλεκτρονικών συστημάτων της εταιρείας δεν τα πίεσε με βιασύνη κι άγχος, λες και δεν ενδιαφερόταν για τους δείκτες της αποδοτικότητας και την εύφημη μνεία του υπαλλήλου της χρονιάς. Από καθαρά επαγγελματική άποψη ο τρόπος του δεν ήταν βέβαια ο πλέον ενδεδειγμένος, όπως άλλωστε φανέρωνε και η ατημέλητη αμφίεσή του, αλλά δε σου κρύβω ότι θα ευχόμουν να βρισκόμουνα στη θέση του. Κάποτε ήμουν κι εγώ έτσι, ξένοιαστος, αδιάφορος κι αυτάρκης, ή τουλάχιστον κάπως έτσι. Από τότε όμως έχουν αλλάξει πολλά στη ζωή μου. Πάρα πολλά.
Κοίταξα τη χαρτούρα. Ξέρεις ότι απαγορεύεται να επιστρέφω αδιόρθωτα έγγραφα ή να τα αφήνω στη μέση για την άλλη μέρα. Διατηρώ βέβαια το δικαίωμα να μένω παραπάνω από το κανονικό ωράριο, αλλά με τους σημερινούς ρυθμούς δε θα τελείωνα ούτε μέχρι το βράδυ. Έφερα στο μυαλό μου τη βλοσυρή μορφή του προϊσταμένου να μου ζητάει εξηγήσεις και να μου κουνάει επιδεικτικά το χέρι, και τράβηξα αγχωμένος το πρώτο έγγραφο από κάτω. Δεν υπήρχε άλλη λύση από το να πέσω με τα μούτρα στις διορθώσεις. Αν μη τι άλλο, ήταν κι αυτός ένας τρόπος για να απασχολήσω το μυαλό μου. Δεν ξέρω για σένα, αλλά εμένα τουλάχιστον με βοηθάει να ξεχνιέμαι.
Θυμάμαι τότε που έγινε το ατύχημα με τη Μαρία. Ήμουν στο τρίτο εξάμηνο της σχολής και ένιωθα να με παίρνει από κάτω. Με είχε πιάσει κατάθλιψη και ξανάρχισα ύστερα από πολύ καιρό να γράφω παντού down. Όπως καταλαβαίνεις, απουσίαζα από τις περισσότερες παρακολουθή¬σεις και έχασα κάθε επαφή με τα μαθήματα. Δεν το έβαλα όμως κάτω κι ούτε προτίμησα τη βολική στάση της παραίτησης, όπως φαντάζομαι ότι θα έκαναν οι πιο πολλοί στη θέση μου. Πήγα λοιπόν και μάζεψα απ’ όλους τους γνωστούς και φίλους σημειώσεις και βιβλιογραφία, κλείστηκα στο δωμάτιό μου, στρώθηκα στο διάβασμα και σε μία μόνο εξεταστική κατάφερα να περάσω περισσότερα μαθήματα απ’ όσα είχα περάσει σε όλο το προηγούμενο έτος, και μάλιστα με πολύ καλύτερους βαθμούς. Συν τοις άλλοις, μπόρεσα να συνέλθω, να πατήσω στα πόδια μου και να συνεχίσω κανονικά τη ζωή μου.
Πήρα το στιλό και άρχισα να διαβάζω το έγγραφο που είχα μπροστά μου. Ήταν ένα διαφημιστικό έντυπο με μεγάλους τυπογραφικούς χαρακτήρες. Σε τρία λεπτά το είχα ξεπετάξει. Τράβηξα το επόμενο. Πρότυπη φόρμα εμπορικής συμφωνίας που θα έπρεπε να τη μεταφέρω από την καθαρεύουσα στη δημοτική: «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος…, κάτοχος του υπ’ αριθμόν…. αστυνομικού δελτίου, εκπροσωπών νομίμως την εταιρεία…». Δεν με πήρε πάνω από δώδεκα λεπτά. Έφερα μπροστά μου το επόμενο κείμενο.
Έβαλα τα δυνατά μου και μέσα σε πενήντα οχτώ λεπτά διόρθωσα άλλα οκτώ έγγραφα. Υπολόγισα ότι κατά μέσο όρο διέθεσα γύρω στα επτά με επτάμισι λεπτά για το καθένα. Ήταν ένα νέο προσωπικό ρεκόρ κι ένιωσα ένα αίσθημα ικανοποίησης να με πλημμυρίζει. Έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες, διατηρούσα τη φόρμα μου κι ήμουν σε θέση να πετυχαίνω τους σκοπούς μου. Αν μάλιστα συνέχιζα με τον ίδιο ρυθμό, μπορεί και να μην χρειαζόταν να μείνω στο γραφείο πέρα από το κανονικό ωράριό μου.
Μου αρέσει κατά βάθος αυτή η δουλειά, όσο ανούσια ή βαρετά κι αν είναι τα πιο πολλά από τα έγγραφα που διορθώνω. Δεν ξέρω αν το νιώθεις κι εσύ, αλλά έχουν κάτι το μυστήριο και μαγικό οι λέξεις. Όσο κι αν τις περιφρονούμε, όσο κι αν τις κακομεταχειριζόμαστε, με αυτές υπάρχουμε, με αυτές αναγνωριζόμαστε, με αυτές λειτουργούμε, και μάλιστα όχι μόνο εμείς, αλλά κι οτιδήποτε μας περιβάλλει. Τελικά ό,τι υπάρχει έξω από μας ή μέσα σε μας, συνέχεται, συντάσσεται και νοηματοδοτείται με τις λέξεις, από τις λέξεις και για τις λέξεις, οργανωμένο σε επιμέρους κείμενα με τίτλο «ο Θάνος», «η Ελπίδα», «η σχέση τους», «το σπίτι τους», «η δουλειά τους», «το μέλλον τους», που είναι απλά υποκεφάλαια του μεγάλου κειμένου της ζωής μας.
Αλλά κακά τα ψέματα, είναι σαν τα μωρά παιδιά οι λέξεις. Ιδιότροπες, ατίθασες και πεισματάρες. Ξεχνιέσαι λίγο και ένα μικρό λαθάκι μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω στα νοήματα και στις ιδέες, ακόμη και στα πιο σημαντικά και εκτενή κείμενα. Τότε ακριβώς είναι που παρεμβαίνω εγώ, όχι με την ιδιότητα του μπάτσου της γλώσσας, όπως συχνά σου αρέσει να με αποκαλείς υποτιμητικά, αλλά με τη στοργή του συνετού κι υπεύθυνου γονιού, που νοιάζεται αληθινά για τα παιδιά του. Και νοιάζομαι πάει να πει ότι τις αγαπάω, χωρίς όμως να τις πολυχαϊδεύω, άρα όταν κρίνω πως χρειάζεται να τις αλλάξω θα τις αλλάξω, όταν κρίνω πως χρειάζεται να τις διορθώσω θα τις διορθώσω. Πάντα βέβαια για το καλό τους.
Όπως πριν από έναν μήνα περίπου σε εκείνο το κείμενο της μετάφρασής σου στο οποίο βρήκα όχι ένα, όχι δύο αλλά τρία σοβαρά λάθη: «υποβώσκει η πιθανότητα» έγραψες, ενώ ήθελες να γράψεις «υποφώσκει». «οι επιπτώσεις της ανάμειξης γονιδιακού υλικού» έγραψες, ενώ έπρεπε να γράψεις «τα αποτελέσματα». «επιστημονικός συνεργάτης της εταιρείας» έγραψες, ενώ ήθελες να γράψεις «ανεξάρτητη επιστημονική πηγή». Αναρωτιέμαι πώς σου ξέφυγαν τόσα λάθη, αλλά θέλω να πιστεύω ότι επρόκειτο για απλές αβλεψίες. Ίσως η κούραση της στιγμής, ύστερα από τόσα και τόσα κείμενα που μεταφράζεις κάθε μέρα.
Από την άλλη, αρχίζω να πιστεύω ότι δικαιολογημένα σε σχολιάζουν οι άλλοι μεταφραστές για τις απροσεξίες σου. Παραπονιέσαι που τόσα χρόνια παραμένεις τρίτη τη τάξει ανάμεσα στους τρεις μεταφραστές και που ποτέ δε σε χρησιμοποίησαν για τη διερμηνεία αλλά από όσο μπορώ να κρίνω δεν έχεις καθόλου δίκιο. Αν σε κάθε κείμενο που μεταφράζεις υπάρχουν τόσα πολλά λάθη, όχι μόνο δεν μπορείς να ελπίζεις σε βελτίωση της θέσης σου αλλά ούτε καν στη διατήρησή της. Αργά ή γρήγορα θα κάνεις το μεγάλο λάθος, που θα αναγκάσει τον προϊστάμενο να εφαρμόσει τον εσωτερικό κανονισμό. Και όπως ξέρεις, ο εσωτερικός κανονισμός προβλέπει ιδιαίτερα αυστηρές κυρώσεις στην περίπτωση της επιβεβαιωμένης ανεπάρκειας κάποιου υπαλλήλου.
Γιατί, όπως οι γλωσσικοί κανόνες, έτσι κι ο εσωτερικός κανονισμός υπάρχει για να προστατεύει την τάξη. Την τάξη του λόγου στο κείμενο της εταιρείας. Την τάξη της οργάνωσης στη λειτουργία της εταιρείας. Την τάξη της εργασίας των υπαλλήλων στην πρόοδο της εταιρείας. Έξω από την τάξη, παραφυλάει το λάθος. Και, όπως φαντάζομαι ότι πολύ καλά γνωρίζεις, το λάθος χρήζει πάντα διόρθωσης. Ειδάλλως είτε διαγράφεται και ξεχνιέται είτε παγιώνεται και γίνεται κανόνας. Αλλά εγώ που τόσα χρόνια εφαρμόζω απαρέγκλιτα τους γλωσσικούς κανόνες στα κείμενα της εταιρείας, στο λέω με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, μια και καλή για να το βάλεις στο μυαλό σου: δεν υπάρχει καμία περίπτωση σε αυτήν εδώ την εταιρεία να αφήσουν να παγιωθεί κάποιο λάθος. Είναι ο απαράβατος κανόνας τους.
Έκανα να πιάσω το δέκατο έγγραφο, αλλά με πρόλαβε ο ήχος του διαλείμματος. Ήταν σαν να προσγειώνομαι απότομα στην πραγματικότητα. Στην οδυνηρή πραγματικότητα των λαθών που μαζεύονταν έξω από τα κείμενα των διορθώσεών μου, με πρώτο και καλύτερο την απουσία σου από τη δουλειά και δεύτερο και εξίσου σοβαρό την επιστολή που μου διαβίβασαν το πρωί.
Μακάρι να αρκούσε ένα απλό στιλό ή η ηλεκτρονική εντολή της αναίρεσης, για να μπορέσω να τα διαγράψω όλα μια και καλή. Να ξεκινήσω πάλι από την αρχή τη μέρα μου χωρίς έγνοιες και κενά μνήμης. Να έρθω με το αυτοκίνητο, να πιάσω αμέσως τις διορθώσεις, να διακόψω για μεσημεριανό, να τελειώσω τις διορθώσεις και να επιστρέψω στο σπίτι. Να είσαι εκεί και να με περιμένεις σαν να μην συνέβη τίποτα. Τίποτα παραπάνω από μια απλή αδιαθεσία. Ένα κρύωμα ίσως. Και γιατί όχι, μπορεί και τα πρώτα σημάδια μιας εγκυμοσύνης. Ποιος μου λέει ότι δεν ήταν πιθανό να έχει γίνει κάτι τέτοιο; Σα να πήρα λιγάκι θάρρος. Ήταν η κατάλληλη στιγμή για να πάψουν οι υποθέσεις και τα σενάρια. Έπρεπε επιτέλους να ενεργήσω.
Περίμενα δυο τρία λεπτά ώσπου να αδειάσει εντελώς το τμήμα και μετά σηκώθηκα κι έλεγξα την αίθουσα. Είχαν όλοι κατέβει στο εστιατόριο. Κατευθύνθηκα με βιαστικά βήματα προς την τουαλέτα, γιατί παρέχει τη μεγαλύτερη ασφάλεια γι’ αυτό που σχεδίαζα να κάνω. Είχα αποφασίσει να σου τηλεφωνήσω, παρά τον κίνδυνο που, απ’ ό,τι καταλαβαίνεις, διέτρεχα.
Έκλεισα πίσω μου την πόρτα, κατέβασα το καπάκι και κάθισα στο καλυμμένο στόμιο της λεκάνης. Είχα το κινητό από το πρωί στην αθόρυβη λειτουργία και το έβγαλα με την ελπίδα ότι θα έβρισκα κάποιο μήνυμα ή τουλάχιστον κάποια κλήση από σένα. Δεν υπήρχε τίποτα. Αναρωτιόμουν αν θα έπρεπε να θυμώσω ή να τρομάξω.
Σχημάτισα το νούμερο του κινητού σου. Ήταν εκτός λειτουργίας. Άκουσα μια ψυχρή γυναικεία φωνή να με ενημερώνει ότι θα μπορούσα να αφήσω μήνυμα μετά το χαρακτηριστικό ήχο. Πήρα μια ανάσα και προσπαθώντας να ακουστώ όσο το δυνατό πιο ήρεμος είπα με σταθερή και αποφασιστική φωνή:
«Εγώ είμαι. Λείπεις από τη δουλειά και ανησυχώ. Ειδοποίησέ με, σε παρακαλώ, για να ξέρω. Κάνε μου μια αναπάντητη ή, καλύτερα, στείλε μου ένα μήνυμα, όταν μπορέσεις. Θα περιμένω».
Ύστερα κάλεσα τον αριθμό του σταθερού μας. Το άφησα να χτυπάει για αρκετή ώρα, χωρίς να το σηκώσεις. Προσπάθησα ξανά και ξανά. Κανένα αποτέλεσμα. Δεν ήξερα πια τι να υποθέσω.
Κι άλλες φορές όταν μαλώναμε, κατέβαζες τα μούτρα. Όπως πριν από κανένα μήνα με εκείνα τα λάθη στο κείμενο που μετέφρασες. Σου είπα ότι δεν είμαι υποχρεωμένος να συμμαζεύω κάθε φορά τις μαλακίες σου κι έκανες δύο ολόκληρες μέρες για να μου μιλήσεις. Αλλά τουλάχιστον, τότε ήξερα τι ακριβώς συμβαίνει. Ερχόσουνα στη δουλειά, γυρνούσαμε στο σπίτι, κοιμόμασταν κάτω από την ίδια στέγη. Σε έβλεπα.
Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ, τι είναι αυτό που σε πείραξε τόσο πολύ στο χτεσινό καβγά μας. Στο κάτω κάτω εγώ θα έπρεπε να είμαι θυμωμένος, που έκανες σαν υστερική όταν διάβασες το κείμενό μου για την «οπωροφόρα επανάσταση».
«Δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα αυτά που γράφεις. Νομίζω ότι κατά βάθος το ξέρεις κι εσύ ο ίδιος. Αν έχεις, και νομίζω ότι έχεις, τη στοιχειώδη εντιμότητα, δε θα τους το δώσεις. Δεν θα επιτρέψεις στον εαυτό σου να πέσεις κι άλλο, να φτάσεις τόσο χαμηλά» μου είπες με έναν τόνο παράκλησης κι απελπισίας. Έχεις πάντα μια τάση να υπερβάλλεις στις αντιδράσεις σου και να δίνεις μια διάσταση τραγικότητας ακόμη και στα πιο απλά ζητήματα. «Το έχω ήδη δώσει εδώ κι αρκετές μέρες» σου απάντησα αποφασιστικά. «Τώρα περιμένω μόνο να το εγκρίνουν» συμπλήρωσα.
Το τσαλάκωσες και μου το πέταξες στα μούτρα. Άρχισες να ουρλιάζεις. Οι γνωστές ιδεολογικές εμμονές σου. Ότι οι παρεμβάσεις στο γενετικό υλικό των φυτικών και ζωικών ειδών θα επιφέρουν την ολοκληρωτική ανατροπή της οικολογικής ισορροπίας. Ότι το υποσιτιστικό πρόβλημα του Τρίτου Κόσμου είναι ένα εύκολο άλλοθι για τους αφελείς. Ότι η ανάμειξη γονιδιακού υλικού καθιστά τους φυσικούς μηχανισμούς αναπαραγωγής της ζωής έρμαιο στην ασυδοσία του κεφαλαίου. Δεν είχα καμιά διάθεση να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Γύρισα την πλάτη κι έφυγα. Ό,τι και να σου έλεγα, θα πήγαινε στο βρόντο.
Πάντως, δε σου κρύβω ότι πικράθηκα. Δικαίωμά σου είναι να πιστεύεις ό,τι θέλεις. Δικαίωμά σου είναι να θυμώνεις στα καλά καθούμενα. Δικαίωμά σου είναι να μου κρατάς μούτρα για δύο τρεις μέρες. Αλλά δεν έχεις κανένα δικαίωμα να σχίζεις τα γραπτά μου. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να με προσβάλλεις. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να απουσιάζεις αδικαιολόγητα από το γραφείο. Επιτέλους, πρέπει κάποτε να αντιληφθείς ότι δεν έχεις μόνο δικαιώματα αλλά κι υποχρεώσεις. Υποχρεώσεις που σε βαραίνουν με δεσμεύσεις και σου επιβάλλουν περιορισμούς τόσο απέναντι σε μένα όσο κι απέναντι στην εταιρεία. Αν είχες την απαιτούμενη υπευθυνότητα δε θα χρειαζόταν να σου υπενθυμίζω ό,τι είναι γνωστό σε άλλες γυναίκες, ακόμη και πολύ μικρότερες από εσένα.
Καθόμουν και κοιτούσα τη σβησμένη οθόνη του κινητού με την ελπίδα να τη δω ξαφνικά να ανάβει. Κάποια κλήση από εσένα, ένα μήνυμα ότι λυπάσαι για τη συμπεριφορά σου, μια εξήγηση για την απουσία σου, κάτι τέλος πάντων. Κατά βάθος ήξερα ότι μάταια χάνω το χρόνο μου, τη στιγμή που μια ολόκληρη στοίβα παρέμενε αδιόρθωτη πάνω στο γραφείο μου. Ήταν μάλιστα τέτοια η πίεση που ένιωθα, ώστε σκεφτόμουν να θυσιάσω ακόμα και το μεσημεριανό μου διάλειμμα, για να προλάβω να τελειώσω.
Τη στιγμή όμως που ετοιμαζόμουνα να φύγω, άκουσα μια πόρτα να ανοίγει στις γυναικείες τουαλέτες. Παραξενεύτηκα γιατί τέτοια ώρα θα έπρεπε όλοι να είναι κάτω στο εστιατόριο, όπου επίσης υπάρχουν τουαλέτες. Ξανακάθισα στη λεκάνη κι προσπάθησα να αντιληφθώ τι συμβαίνει. Ήταν, πράγματι, κάποια εκεί μέσα, αλλά, κατά περίεργο τρόπο, δε βρισκόταν μόνη της. Δε χρειάστηκε καν να περιμένω για να βεβαιωθώ. Άκουγα ήδη με σχετική καθαρότητα ψιθύρους, γέλια και βογκητά. Κατάλαβα αμέσως περί τίνος πρόκειται κι άρχισα να το διασκεδάζω.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που συμμετείχα ως ωτακουστής σε κάτι τέτοιο. Αλλά στην προηγούμενη περίπτωση ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Άλλωστε, πάνε πολλά χρόνια από τότε.
Είχα πάει σε μια γνωστή μου για σημειώσεις. Ήταν η περίοδος αμέσως μετά το νοσοκομείο, όταν ετοιμαζόμουνα για τις εξετάσεις του τρίτου εξαμήνου. Έμενε στην εστία κι ήταν από τις φοιτήτριες που δε σήκωναν κεφάλι από τα βιβλία. Δεν έχανε παράδοση για παράδοση, έπιανε πάντα μπροστινό κάθισμα, κρατούσε συνέχεια σημειώσεις και δεν είδα ποτέ να πέφτει η βαθμολογία της κάτω από οχτώ. Την αντιπαθούσα, έστω κι αν δεν μου είχε δώσει κανένα δικαίωμα.
Ήταν αρκετά νωρίς όταν πέρασα.
Τα δωμάτια εκεί είναι στενάχωρα κι οι τοίχοι τους από χαρτόνι. Με δυσκολία χωράει ένα κρεβάτι, ένα γραφείο, μια κρεμαστή βιβλιοθήκη και μια μικρή ντουλάπα. Μου πρότεινε καρέκλα και μου πρόσφερε καφέ.
Τη στιγμή που καθόμουνα ακούστηκε ένας δειλός θόρυβος. Κάτι σαν τρίξιμο. Δεν έδωσα σημασία. «Νομίζω ότι θα βάλει τους Αχαρνείς του Αριστοφάνη». Το τρίξιμο επαναλήφθηκε με σταθερό και κλιμακούμενο ρυθμό. «Διάβασε καλά το τρίτο και τέταρτο επεισόδιο». Ένα ταλαιπωρημένο στρώμα αγκομαχούσε από το διπλανό δωμάτιο. «Ιστορικό πλαίσιο, πραγματολογικά και ερμηνευτικά στοιχεία…». Λαχανιάσματα και βογκητά χρωμάτιζαν το λόγο της. «Μεγάλη προσοχή στη μετρική. Αν θέλεις να σου εξηγήσω…». Είχε κοκκινίσει σαν παντζάρι, λες και μου εκμυστηρευόταν τις πιο κρυφές φαντασιώσεις της.
Σε αυτές τις περιπτώσεις το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να βρεις κάποιο αστείο, για να σπάσεις την αμηχανία και να βγάλεις τον άλλον από τη δύσκολη θέση, αλλά εγώ προτίμησα να κάνω το χαζό, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ίσως γιατί είχα ακόμη τις μαύρες μου, αλλά πιο πολύ γιατί ήθελα να παίξω με τις σεμνότυφες ενοχές της. Την άφησα λοιπόν να μου εξηγεί τα στοιχεία μετρικής στους Αχαρνείς του Αριστοφάνη, ενόσω οι πρωταγωνιστές του ζωντάνευαν ανάμεσά μας με ακάλυπτους φαλλούς, γυμνά στήθη και προκλητικές βωμολοχίες. Δυο τρεις φορές την είδα να κουμπώνει και να ξεκουμπώνει αμήχανη το τελευταίο κουμπί από το πουκάμισό της. Ήταν φανερό ότι μέσα της γινόταν πόλεμος, αλλά εγώ προτίμησα, κατά την υπόδειξη του Αριστοφάνη, να υιοθετήσω τη στάση του ειρηνόφιλου.
Αλλά τότε, όπως σου είπα, ήταν αλλιώς. Ήταν τα χρόνια μιας ξένοιαστης νιότης, χωρίς ωράριο και προϊσταμένους, χάρτινες στοίβες και υπηρεσίες έρευνας. Χωρίς, τελικά, εσωτερικούς κανονισμούς. Και αυτό ήταν που με ξάφνιαζε πιο πολύ απ’ όλα. Το ότι δηλαδή υπήρχαν κάποιοι συνάδελφοι στο τμήμα που δεν φαίνονταν να ανησυχούν μπροστά στην πιθανότητα να γίνουν αντιληπτοί και δεν έδιναν δεκάρα για τις προβλεπόμενες από τον εσωτερικό κανονισμό κυρώσεις. Προσπάθησα μάταια να καταλάβω ποιοι ήταν. Το μόνο που έφτανε πλέον στα αυτιά μου ήταν κάτι υπόκωφοι ήχοι, ανακατεμένοι με βογκητά και λαχανιάσματα. Δε σου κρύβω ότι άρχισα να ερεθίζομαι.
Από την άλλη, δεν είχα καθόλου όρεξη να χάσω εξαιτίας τους το διάλειμμα. Δέκα ολόκληρα λεπτά έκανα υπομονή, περιμένοντας τους να τελειώσουν αλλά αυτοί συνέχιζαν ακάθεκτοι. Δεν ήταν, βλέπεις, σαν και εμάς που στο τρίλεπτο γυρίζουμε σιωπηλοί και αμήχανοι τις πλάτες. Άρχισα να νευριάζω. Η στοίβα με τα αδιόρθωτα περίμενε, τη στιγμή που εγώ προσπαθούσα να χειριστώ, κλεισμένος στις τουαλέτες της εταιρείας, τον εφηβικό πριαπισμό μου.
Δεν άντεξα άλλο και ενέργησα με μια αποφασιστικότητα που εξέπληξε ακόμη και μένα τον ίδιο: σήκωσα το χέρι και χωρίς να το πολυσκεφτώ πάτησα το καζανάκι. Μπορεί να μοιάζει με επιπόλαιη αντίδραση, αλλά έτσι κι αλλιώς θα αντιλαμβάνονταν την παρουσία μου, αν αποφάσιζα να φύγω. Συν τοις άλλοις, είχα και την περιέργεια να μάθω ποιοι είναι.
Προφανώς τους το έκοψα στο καλύτερο, γιατί άκουσα ένα επιφώνημα έκπληξης συνοδευμένο από μια βρισιά. Κάτι μου θύμιζε αυτή η φωνή, αλλά δεν μπορούσα ακόμη να την αναγνωρίσω με ακρίβεια. Πήγα λοιπόν και μισάνοιξα την πόρτα από τις αντρικές τουαλέτες για να τους δω να φεύγουν από δίπλα.
Πρώτα είδα την Ελένη να απομακρύνεται βιαστικά, σιάζοντας τα μαλλιά της. Δεν μου έκανε εντύπωση ούτε και με πείραξε ιδιαίτερα. Ίσα ίσα που την υποπτευόμουνα κιόλας. Ήξερα ότι κατά καιρούς διατηρεί διάφορες παράλληλες σχέσεις. Δικαίωμά της. Άλλωστε, ποτέ δε μου υποσχέθηκε αλλά ούτε και διεκδίκησα αποκλειστικότητα. Με ποιον όμως ήταν; Δεν μπορούσα να φέρω στο μυαλό μου κανέναν άλλον, πέρα από τον Χριστοφόρου και με πολύ μικρό βαθμό πιθανότητας το Λεοντιάδη. Απέκλεια πλήρως το ενδεχόμενο να είναι άτομο εκτός τμήματος, δεδομένων των αυστηρών απαγορεύσεων που επιβάλλονται στη μετακίνηση των υπαλλήλων ανάμεσα στους ορόφους.
Κι όμως έπεσα εντελώς έξω. Δεν είχα πλησιάσει ούτε κατ’ ελάχιστο την ταυτότητα του προσώπου, αλλά παρ’ όλα αυτά ήμουν απολύτως δικαιολογημένος. Γιατί δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που θα μπορούσε να πιστέψει ότι ένα γερόντιο των εξήντα επτά ετών, που αντιμετωπίζει προβλήματα με την πίεση και με την καρδιά του και χαρακτηρίζεται από μια αρρωστημένη εμμονή στην απαρέγκλιτη τήρηση του εσωτερικού κανονισμού, όπως ο προϊστάμενος, θα έβγαζε τα μάτια του με την υφισταμένη του κυρία Αλεξίου στις τουαλέτες του τμήματος και μάλιστα με επιδόσεις ζηλευτές, ακόμα και από έναν υγιή σαρανταδυάρη, όπως εγώ.
Άρχισα να αντιλαμβάνομαι ποιο νόημα είχε η ανοχή που έδειχνε απέναντί της το τελευταίο διάστημα και με έπιασε μεγάλη ανησυχία. Με δεδομένη την επικείμενη συνταξιοδότησή του, ό,τι συνέβη πριν από λίγο στις τουαλέτες αποτελούσε πειστήριο μιας εύνοιας προς το πρόσωπο της Αλεξίου, που κάποια στιγμή θα στρεφόταν εναντίον μου.
Από την άλλη, υπήρχε σε όλα αυτά μια θετική διάσταση, που δεν άργησα να τη συνειδητοποιήσω: εντελώς ανέλπιστα είχα πλέον έναν κρυμμένο άσο στο μανίκι μου που θα μπορούσα, όποτε ήθελα και αν βέβαια χρειαζόταν, να τον εμφανίσω μπροστά στη μούρη του.
Περίμενα ακόμη ένα πεντάλεπτο και αποφάσισα να βγω. Όπως είχαν τα πράγματα, δεν θα έπρεπε να επιστρέψω στο γραφείο μου, τουλάχιστον μέχρι να τελειώσει το διάλειμμα, γιατί θα με έβλεπαν. Έπλυνα βιαστικά τα χέρια μου στο νιπτήρα και πέρασα στο διάδρομο με κατεύθυνση προς την έξοδο. Σχεδίαζα να κατέβω αμέσως στο εστιατόριο. Τη στιγμή όμως που περνούσα μπροστά από το γραφείο του Δημάκη είδα κάτι που με έκανε να σταματήσω απότομα.
Στην πλάτη της καρέκλας είχε κρεμασμένο το σακάκι του. Πρόσεξα ότι ήταν ανοιχτόχρωμο προς το χακί κι έφερε μια μικρή βγαλμένη γλώσσα που ήταν καρφιτσωμένη στο πέτο. Στο μυαλό μου ήρθε ο άγνωστος που είδα το πρωί να αφήνει το γαρύφαλλο ανάμεσα στις σελίδες του λεξικού που είχες στο συρτάρι σου. Προσπάθησα να θυμηθώ πώς ήταν ο σωματότυπός του. Όσο παράλογο κι αν φάνταζε το σενάριο αυτό, δεν μπορούσα παρά να αναγνωρίσω πως η μορφή του Δημάκη ταίριαζε απολύτως με την εικόνα του αγνώστου που είχα συγκρατήσει στο μυαλό μου.
Πήγα στο γραφείο σου, άνοιξα το τρίτο συρτάρι και έβγαλα το γαρύφαλλο από το βιβλίο. Βημάτισα με αποφασιστικότητα προς την έξοδο. Κάποια πράγματα θα έπρεπε επιτέλους να αρχίσουν να ξεκαθαρίζουν – και πρώτα απ’ όλα αυτό.


(συνέχεια: 3.12.09,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Ένα βαλσαμωμένο γαρύφαλλο",
έκταση: 3.600λ.)


Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Οπότε;

Μερικές φορές νιώθεις πως ό,τι και να πεις θα πάει στράφι. Οπότε το βουλώνεις. Πικραίνεσαι, οργίζεσαι, αλλά το βουλώνεις. Τους βλέπεις να εξοντώνουν ό,τι απέμεινε ακόμη όρθιο, αλλά ξέρεις πως δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Το πολύ πολύ μια κάποια ανάρτηση σε ένα κάποιο μπλοκ. Έτσι για να τα ’χεις και συ καλά με τη συνείδησή σου…
Θυμάμαι πέρσι το φθινόπωρο που προσπέρασα ένα κομβόι από δαύτους. Καμιά δεκαριά τζιπ στη σειρά και απάνω στο καπό του πρώτου ένα ματωμένο αγριογούρουνο, δεμένο στα τέσσερα. Έβγαλα από το παράθυρο την ανοιχτή παλάμη για τα δέοντα. Μαλακία μου, αλλά τι να κάνω;
«Χτύπησες τίποτα» ρώτησα έναν προχτές το πρωί, που βγήκα για περπάτημα. Είχε ανά χείρας το όπλο κι αποφάσισα να πάω με τα νερά του.
«Μόνο μια κυρά-Μάρω (αλεπού). Περνούσε εδώ παρακάτω κι είπα να δοκιμάσω το σημάδι μου».
Έτσι, ακριβώς. Είπε να δοκιμάσει το σημάδι του. Τώρα το ζωντανό αντί να τρέχει αμέριμνο στις πλαγιές, κείτεται ψόφιο γεμάτιο σκουλίκια και μύγες. Γιατί αυτός ήθελε να δοκιμάσει το σημάδι του.

Το αστείο είναι πως έτυχε να γειτονεύω μαζί τους ηλεκτρονικά. Το έφερε έτσι, η ρουφιάνα η τύχη. Ένα τόσο δα πρόθεμα απόσταση. Blogspot εμείς, gr αυτοί. Το ixnilasies κοινό. Πού και πού έρχονται κάποιοι κατά λάθος κι από δω. Φαντάζομαι ότι θα το διαβάσουν και θα σκεφτούνε «ακόμα ένας μαλάκας οικολόγος». Αλλά το είπα από την αρχή: Μερικές φορές νιώθεις πως ό,τι και να πεις θα πάει στράφι. Οπότε;

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Απίστευτος Διονύσης Τσακνής. Θα τον "εκτελέσω"...

Το άκουσα μόλις χθες αν και κυκλοφορεί μήνες τώρα.

Με χτύπησε στο "δόξα πατρί"

Όλες οι δουλειές του Τσακνή μου αρέσουν, αλλα και η γενικότερη πολιτική του σταση πανω στα πράγματα, όποτε τυχαίνει να την μαθω.

Είναι και "πατριώτης μου", ε, έχει και αυτό μια βαρύτητα, όσο και να πεις.

Το ακούτε από το Gcast στα Ηχο-χναρια αριστερά στο blog.

Δύο - τρις "πρόβες" και είπα "Γιατί όχι στο κάτω κάτω; Η σοβαροφάνεια της διαδικτυκής περσόνας μας μάρανε"

Αν κλείσετε λοιπόν τα "Ηχνο-χνάρια" και βαλετε να δειτε το βιντεάκι, θα ακούσετε και μια Βλαχικη "εκτέλεση" του τραγουδιού, με όσο γινεται σιγανή φωνή μην μας πάρουν και χαμπάρι τα μικρά, να μου "φεύγει" κάπου και με ηχητικό background τα πιτσιρίκια να φωνάζουν.

Σιγά τα ωα.

Ας μην με παρουν στο νεο X- Fucktor στην τελική...



(ΧΟ, χο,χο. Θα ξεσαλώσει ο Πάνος, ΑΝ ΒΕΒΑΙΑ ΠΡΩΤΑ ΒΡΕΙ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ ΠΟΥ ΝΑ ΠΑΙΖΕΙ ΤΑ ΒΙΝΤΕΑΚΙΑ!!!)

Κάντε κλικ εδώ!

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

"Εξαιρετικά επείγον" λέμε...


Μετά την θιγμένη παρέμβαση του Κου Συμβούλου για την αναρτηση του Πάνου (πατήστε εδώ) αλλά ΚΥΡΙΩΣ για το δικό μου σχόλιο, με προτροπή του Πάνου και με πλήρη συμφωνία δικιά μου, είπαμε να βαλουμε ΟΛΟΚΛΗΡΗ την "συμβουλευτική παρέμβαση" για να κρίνει όποιος ενδιαφέρεται.
Επειδή όμως είναι μεγάλη λέω να βαλω καλύτερα ένα link.
Κινδυνεύω βεβαια να "ταμπελοποιηθώ" αφού στο link προηγείται η τοποθέτηση -σχολιασμός της Γραμματείας Εκπαιδευτικών του ΠΑΜΕ Κεφαλλονιάς - Ιθάκης, αλλα εντάξει, δεν θα ειναι η πρώτη φορά.
Ιδού (θυμίζω πως το έγγραφο είναι ΚΑΤΩ από την θεση του ΠΑΜΕ):
Δείτε κι αυτό που αν κατλαβαίνω καλά την γραφή, ανήκει στην "αντιπερα όχθη":
Θα ακολουθησει και σχόλιο μου αργότερα.

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

6. "Εσύ, η μισή ελπίδα μου"

Προσπάθησα να θυμηθώ αν μου έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν κάτι τέτοιο. Παραδέχομαι ότι δυσκολεύομαι να συγκρατήσω τα πολυψήφια νούμερα από τους κωδικούς των ΑΤΜ και του συναγερμού και από τον αριθμό της ταυτότητας και του φορολογικού μου μητρώου. Παραδέχομαι, επίσης, πως αν με ρωτήσεις το τηλέφωνο του κινητού σου, την ημερομηνία του γάμου μας, τον ταχυδρομικό κωδικό του σπιτιού μας δε θα είμαι σε θέση να σου δώσω ακριβή απάντηση.
Αλλά δεν πιστεύω ότι οι δυσκολίες αυτές σχετίζονται με το πρόβλημα που αντιμετωπίζω από το πρωί κι ούτε θα μπορούσαν να περιγράψουν την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι όλη μέρα. Ίσως μάλιστα να μην είναι τίποτα παραπάνω από μια απλή κλίση του μυαλού μου προς τη θεωρητική γνώση ή μια ασυνείδητη άμυνα που έχω αναπτύξει από παιδί ακόμη μπροστά σε οτιδήποτε εκλαμβάνω ως περιττό ή ασήμαντο, προκειμένου να επικεντρώνομαι απερίσπαστος σε ό,τι αληθινά με ενδιαφέρει.
Εξάλλου κάποια άλλα ζητήματα μπορώ να τα φέρω στο μυαλό μου ανά πάσα στιγμή, ακόμα και με τις πιο απίθανες λεπτομέρειες. Θυμάμαι, για παράδειγμα, το πρώτο ραντεβού μας, κι ας έχουν περάσει εννιά ολόκληρα χρόνια από τότε.
Ήταν Σάββατο απόγευμα. Φορούσες πέδιλα, τζιν κι ένα λευκό εξώπλατο μπλουζάκι. Τα μαλλιά σου ήτανε χυτά κι έφταναν σχεδόν μέχρι τη μέση. Χαμογελούσες και το πρόσωπό σου έλαμπε, άστραφτε από ευτυχία. Ήσουν κάτι παραπάνω από όμορφη τη μέρα εκείνη, ήσουν μαγευτική.
Είχαμε πάει στην Πλάκα. Περπατήσαμε στα στενά χέρι με χέρι για αρκετή ώρα κι ύστερα καθίσαμε σε ένα καφενεδάκι. Παραγγείλαμε καφέ. Ήταν αρχές Σεπτεμβρίου και μόλις είχες επιστρέψει από τις διακοπές σου. Μιλούσες ενθουσιασμένη για το κάμπινγκ στη Σκιάθο, τη φίλη σου τη Νίκη και το νυχτερινό μπάνιο στις Κουκουναριές, αλλά δεν έδειχνα το ενδιαφέρον που θα περίμενες.
«Τι έχεις;» με ρώτησες. Δεν είχα τίποτα. Ήθελα μόνο να ακούω τη φωνή σου. Να ακούω τη φωνή σου και να σε κοιτάω. Αυτά μου έφταναν, και με το παραπάνω.
Αντίκρυ μου ήταν η Ακρόπολη. Ακριβέστερα η μισή Ακρόπολη. Η άλλη μισή έμενε κρυμμένη πίσω από τα χυτά μαλλιά σου. Προσπάθησα να φανταστώ πώς θα φαινόταν ολόκληρη, χωρίς να τα καταφέρω. Αλλά ας ήταν, όπως ήταν, μισή ή ας μην φαινόταν και καθόλου. Αφού είχα μάτια μόνο για σένα. Πάντα είχα μάτια μόνο για σένα.
Έστω κι αν αυτό μου στοίχισε πολύ ακριβά.
Δεν λέω βέβαια για την κρυμμένη Ακρόπολη. Λέω για την κρυμμένη τη ζωή μου, την άλλη μισή, την αόρατη, αυτή που σκέπασες από την πρώτη στιγμή του γάμου μας μες στο πυκνό σκοτάδι.
Βέβαια, ήταν και δικό μου λάθος. Τότε ένιωθα ακόμα άτρωτος κι είχα την αυταπάτη ότι θα μπορούσα να τα αντιμετωπίσω όλα, ίσως και να τα αλλάξω. Όχι μόνο γιατί σε αγαπούσα, αλλά και από μια αντιδραστική διάθεση, από έναν εγωιστικό παρορμητισμό, από μια νεανική επιπολαιότητα. Δεν ήθελα να αποδεχτώ το δικαίωμα της εταιρείας να παρεμβαίνει στον ιδιωτικό μας βίο και να απαγορεύει με ολόκληρα κατεβατά από άρθρα και παραγράφους του εσωτερικού κανονισμού τις φιλικές σχέσεις και τους ερωτικούς δεσμούς, τις κουμπαριές και τους γάμους μεταξύ των υπαλλήλων της, λες κι είμαστε αναλώσιμο υλικό ή περιουσιακό της κτήμα ή σαν αυτά τα υβρίδια κερασιάς που δεν έχουνε κουκούτσια.
Τώρα όμως, κι ύστερα από όσα μεσολάβησαν, δε σου κρύβω ότι άρχισα να αναθεωρώ τη στάση μου. Σε μερικά πράγματα ίσως και να χρειάζεται, τελικά, να ρίχνουμε λίγο νεράκι στο κρασί μας. Όχι πολύ κι ούτε πάντα, αλλά μόνο όσο και μόνο όταν χρειάζεται, για να τα βγάζουμε πέρα. Αλλιώς δε γίνεται. Υπάρχουν, βλέπεις, και οι εσωτερικοί κανονισμοί.
Δε λέω, στην αρχή είχε το γούστο του και κάναμε την πλάκα μας. Αντέχαμε ακόμα, γιατί ήμασταν και πιο νέοι. Όπως τον πρώτο καιρό μετά το γάμο μας που περνούσες μπροστά από το γραφείο μου αδιάφορη, ψυχρή και απρόσιτη, αλλά όταν έφτανες στην κολώνα έστρεφες ξαφνικά το κεφάλι και μου έκλεινες με παιχνιδιάρικη διάθεση το ένα μάτι. Ή όπως τότε που καθόμασταν με τους συναδέλφους στο εστιατόριο και με απόλυτη σοβαρότητα σε ρωτούσα για την καταγωγή, τις σπουδές και την οικογενειακή σου κατάσταση, κι ας έβλεπα ότι κόντευες να ξεκαρδιστείς στα γέλια. Ή όπως εκείνο το απόγευμα που τηλεφώνησε ο προϊστάμενος στη δική μου τη γραμμή κι έκανες το λάθος να το σηκώσεις εσύ. Τα έχασες στην αρχή, και λίγο έλειψε να τα κάνεις μαντάρα. «Το παίρνω εγώ», μπήκα αμέσως στη μέση, «Μαρία» συμπλήρωσα τονίζοντας ιδιαίτερα το όνομα, για να τα κουκουλώσω.
Θυμάσαι τα ραβασάκια μας; Όταν ήθελα κάτι, σου έγραφα: «Αρκτικόλεξα: “συντομογραφία που σχηματίζεται από τα αρχικά γράμματα πλήρων λέξεων” (Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 2001, σελ. 202), πρβλ. ΔΕΗ: Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού», που πάει να πει: μην ξεχάσεις να πληρώσεις το λογαριασμό του ρεύματος. Όταν ήθελες κάτι, μου έγραφες: «Σημασίες αγγλικών λέξεων στα ελληνικά: mushroom: μανιτάρι, orange: πορτοκάλι, tangerine και mandarin: μανταρίνι, όλα κοινά ουσιαστικά όπως και το apple», που πάει να πει: μην ξεχάσεις να περάσεις από το μανάβη.
Κουράστηκα όμως να ζω με σένα αλλά χωρίς εσένα. Κουράστηκα να ξεκινάμε από το σπίτι σαν ζευγάρι και να φτάνουμε στη δουλειά σαν συνάδελφοι. Κουράστηκα να σε φλερτάρει ο Χριστοφόρου κι εγώ να υποδύομαι τον άνετο και το φιλικό μαζί του. Κουράστηκα να ακούω από τους άλλους για τα συχνά λάθη που κάνεις στα κείμενα των μεταφράσεών σου χωρίς να μπορώ ούτε να σε υπερασπιστώ αλλά ούτε και να σε κατηγορήσω.
Μαζί σου δεν υπάρχει τίποτα το ακέραιο, το πλήρες και το ολοκληρωμένο. Όλα μισά τα νιώθω: μισή αλήθεια, μισό παρόν, μισή ζωή.
Εσύ υποτίθεται ότι ζεις κάπου στην Καλλιθέα, μαζί με τη συνταξιούχο εκπαιδευτικό μητέρα σου, που υποφέρει από αρθριτικά, και τον απόστρατο του ναυτικού πατέρα σου, που πάσχει από ανίατη ασθένεια. Εγώ ζω στο σπίτι μας στη Δροσιά κι υποτίθεται ότι είμαι παντρεμένος με κάποια Μαρία. Κατάγεται από ένα χωριό της Μακεδονίας και δουλεύει ως γραμματέας σε ένα λογιστικό γραφείο. Είναι ψηλή και ξανθιά, έχει γαλανά μάτια, σαρκώδη χείλη και φακίδες. Κοκκινίζει σαν παντζάρι κάθε φορά που ακούει σόκιν ανέκδοτα και όταν γελάει σχηματίζονται λακκάκια στο πηγούνι και στα δυο της μάγουλα. Της αρέσουν οι ερωτικές μπαλάντες, χαλαρώνει βλέποντας μεσημεριανές εκπομπές και διαβάζοντας ελαφριά λογοτεχνία και μαγειρεύει εξαιρετικό στιφάδο.
Όμως δε σου φαίνεται περίεργο, που απ’ όλα τα γυναικεία ονόματα δε βρήκαμε άλλο για να επιλέξουμε από το όνομα «Μαρία»; Θα μου πεις ότι έτυχε. Έτυχε να λένε Μαρία την ξαδέρφη σου που με συνόδευσε σε εκείνο το χορό του σωματείου εργαζομένων της εταιρείας. Αλλά αναρωτιέμαι γιατί να μη μας τύχει κάποια άλλη ξαδέρφη σου με το όνομα Κωνσταντίνα, Γεωργία, Ζωή ή ακόμα καλύτερα Ελπίδα, αφού δε λείπουν ούτε αυτά τα ονόματα από το στενό συγγενικό σου κύκλο. Έτυχε το ένα κι έτυχε το άλλο και να που τώρα έτυχε να ζω παρέα με τα άταφα πτώματα του παρελθόντος. Γιατί επισήμως και σύμφωνα με την παραποιημένη ληξιαρχική πράξη που προσκόμισα στην εταιρεία, για να λάβω το επίδομα που δικαιούμαι, δεν είμαι παντρεμένος μαζί σου αλλά με τη Μαρία, τη γραμματέα στο λογιστικό γραφείο που κατάγεται από ένα χωριό της Μακεδονίας και μαγειρεύει εξαιρετικό στιφάδο.
Έλα όμως, σε παρακαλώ, και στη δική μου θέση. Έλα, τουλάχιστον για λίγο. Μια Ελπίδα η μισή γυναίκα μου και μια Μαρία η άλλη μισή. Μια άταφη νεκρή Μαρία, που στοιχειώνει τη μνήμη μου και βρικολακιάζει τη ζωή μου. Κάθε μέρα σκαρφαλώνω φοβισμένος σε στοίβες από εταιρικά έντυπα και, όταν κοιτάω κάτω, δεν βλέπω εσένα, αλλά τη Μαρία να με περιμένει, ντυμένη πάντα με το άσπρο νυφικό της. Εσύ δεν είσαι εκεί, ακόμα κι όταν βρισκόμαστε στον ίδιο χώρο. Πάντα έχεις κάτι άλλο, πιο σοβαρό και πιο επείγον για να κάνεις. Τώρα τελευταία το ιστολόγιο, πιο πριν την καθαριότητα του σπιτιού και πιο παλιά… πιο παλιά είχες το ζήτημα του παιδιού. Εξετάζοντας πλέον τα πράγματα από μια σχετική απόσταση, είμαι σε θέση να κρίνω ότι το ζήτημα αυτό επηρέασε με τον πιο καταλυτικό τρόπο τη σχέση μας.
Κι άλλοι αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπογονιμότητας κι άλλοι δυσκολεύονται να αποκτήσουνε παιδιά, αλλά δε νομίζω ότι κάνουν έτσι. Τους απασχολεί, τους στεναχωρεί, τους πονάει, αλλά δεν τους απορροφά πλήρως, δεν τους αποσπά εντελώς, δεν τους διαλύει ολοκληρωτικά. Δε σου κρύβω ότι πολλές φορές πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα ότι πάσχεις από ένα είδος νευρωτικής εμμονής, από μια μορφή ψυχοπαθολογικής ιδεοληψίας. Γιατί όσο κι αν προσπάθησα να κατανοήσω ή να δικαιολογήσω αυτό που σου συμβαίνει, έμενα πάντοτε με τα αναπάντητα «γιατί» των υπερβολών σου.
Θυμάμαι ότι σου το είπα. Σου πρότεινα μάλιστα και τη λύση της υιοθεσίας.
«Δεν καταλαβαίνεις;» μου απάντησες «Τι άνθρωπος είμαι εγώ, που ό,τι κι αν κάνω δε νιώθω ακόμα άνθρωπος; Που δουλεύω, που τρώω, που κοιμάμαι, που υπάρχω, νομίζεις ότι φτάνει; Ένα παιδί είναι για μένα η μόνη λύση. Μια εγκυμοσύνη θα έχω και δυο γέννες θα κάνω. Προτού να το γεννήσω, θα με έχει ξαναγεννήσει άνθρωπο. Που σημαίνει ότι δεν είμαι, όπως με θέλουν, ότι δεν είμαι, όπως είμαι, μια άσπορη κερασιά, δηλαδή ένα υβρίδιο, ένα πράγμα, ένα object, ένα res, που λέτε κι εσείς οι φιλόλογοι στα λατινικά».
Ακόμη δεν μπορώ να ξεχάσω τι τραβήξαμε: εγώ με τα πορνοπεριοδικά στις τουαλέτες των μικροβιολογικών και εσύ στα ιατρικά κρεβάτια με τα πόδια ανασηκωμένα. Για τέσσερα χρόνια τα γενετικά μας όργανα έγιναν ένα επιστημονικό εργαστήριο. Πρώτη εξωσωματική, δεύτερη εξωσωματική. Κανένα αποτέλεσμα. Επέμενες για τρίτη, αλλά αντέδρασα. Δεν ήθελα να υποβλη¬θούμε ξανά σε μια τέτοια δοκιμασία κι ούτε θεώρησα συνετό να ξοδεύουμε τα χρήματά μας, τη στιγμή που, όπως μας διαβεβαίωναν οι γιατροί, δε συνέτρεχε πλέον κανένα οργανικό πρόβλημα. Μόνο ότι θα έπρεπε να ηρεμήσουμε, μας έλεγαν συνέχεια.
Να ηρεμήσουμε λοιπόν. Αλλά μια κουβέντα ήταν. Ένας ατέλειωτος Φλεβάρης έγινε η ζωή μας. Είκοσι οχτώ μέρες είχαν οι δικοί μας μήνες, με τις ενδείξεις του θερμόμετρου να μετρούν το χρόνο. Τριάντα εφτά, τριάντα εφτά και ένα, τριάντα εφτά και δύο… «Έλα» μου φώναζες και είτε μαστόρευα το αυτοκίνητο είτε κλάδευα τα δέντρα είτε κοιμόμουν στον ξενώνα, θα έπρεπε να έρθω. Έσφιγγα την καρδιά μου, έκλεινα τα μάτια μου και άφηνα ελεύθερη τη φαντασία μου. Στην αρχή πήδηξα όσες ήξερα και δεν ήξερα, μετά επικεντρώθηκα στη μορφή της Ελένης και στο τέλος κόλλησα στο άταφο πτώμα της Μαρίας.
Δεν άντεχα άλλο, δεν μπορούσα άλλο, πνιγόμουνα. Προσπάθησα να σου το πω. Αν είναι να έρθει, ας έρθει από μόνο του. Μεγαλύτερο κακό κάνουμε, που το εκβιά¬ζουμε. Αλλά εσύ δεν έπαιρνες από λόγια. Με έβλεπες απρόθυμο και σε έπιαναν τα παράπονα κι οι γκρίνιες σου. Ότι κατά βάθος δε θέλω και ότι είμαι ανώριμος και ότι εξαιτίας μου παραμένεις άτεκνη στα τριάντα εφτά σου χρόνια. Τότε άρχισαν τα νεύρα κι οι καβγάδες μας, οι σιωπές και τα όνειρά σου. Τότε άρχισα κι εγώ να ξαναβγαίνω με την Ελένη, ύστερα από οχτώ ολόκληρα χρόνια. Ξέρω ότι δε με τιμάει καθόλου αυτό που έκανα και ομολογώ ότι ντρέπομαι ακόμη και που σου το λέω, αλλά δεν έχω πλέον κανένα λόγο να στο κρύβω.
Δεν ήμουν βέβαια κανένας αφελής για να ελπίζω ότι στο πρόσωπο της Ελένης θα μπορούσα να βρω την αγάπη που εσύ μου στέρησες ή, για να το πω μ’ έναν ξεπερασμένο λογοτεχνισμό, ένα ασφαλές αγκυροβόλι για να αράξει το κουρασμένο μου σκαρί στις καταιγίδες που στα καλά καθούμενα λυσσομανούσες. Θες ο χρόνος που μεσολάβησε, θες οι απογοητεύσεις που δοκίμασε, θες τα νέα δεδομένα της ζωής της, πάντως είχε αλλάξει. Αντί για το ευγενικό κορίτσι που θυμόμουνα, βρήκα μια προσγειωμένη γυναίκα, που ήξερε τι ήθελε από τους άντρες κι είχε τα μέσα για να το εξασφαλίσει. Μπορεί η σεξουαλική δραστηριότητά της να είχε κάτι το μηχανικό, το κυνικό και το ψυχαναγκαστικό, αλλά δεν μ’ ενοχλούσε καθόλου. Ο έρωτας μαζί της ακόμη και όταν εξελισσόταν σε μια λυσσαλέα πράξη επιβολής και εξουσίας ή ακόμη και όταν έμοιαζε όχι με αμοιβαία επαφή αλλά με έναν από κοινού αυνανισμό είχε πάντα τη λειτουργικότητά του: έδινε έστω και μια προσωρινή εκφόρτιση σε ένα μπλοκαρισμένο συναισθηματικό και ψυχικό δυναμικό, που αισθανόμουν από καιρό να λιμνάζει μέσα μου σε ελώδη πια κατάσταση.
Κι επειδή φαντάζομαι ότι θα σπεύσεις να μου καταλογίσεις ευθύνες και να εκδώσεις ερήμην μου καταδικαστικές αποφάσεις, νιώθω την ανάγκη να σου υπενθυμίσω ξανά ότι αναφέρομαι στην περίοδο κατά την οποία ενώ ζούσες δίπλα μου, δεν ήσουνα στην πραγματικότητα μαζί μου. Ήταν τότε που αντί να αντιμετωπίζεις κατάματα τα προβλήματα της αληθινής ζωής μας και τις όποιες δυσλειτουργίες και δυσχέρειες της σχέσης μας, προτίμησες μια τρόπον τινά σύγχρονη εκδοχή αναχωρητισμού, καταφεύγοντας στην ασφάλεια του εικονικού σου κόσμου.
Ιχνηλατούσες, όπως σου άρεσε να λες. Απορώ πώς σου ήρθε να ονομάσεις έτσι το ιστολόγιό σου. Ας το έλεγες «Η αργόσχολη» ή «Δεν έχω τι να κάνω» ή «Μου αρέσει να σπάω τα νεύρα του άντρα μου» ή «Βρήκα λόγο να μην μαγειρεύω, να μην πλένω και να μην σκουπίζω» ή εν πάση περιπτώσει, αν ήθελες κάτι πιο σοβαρό, ας το ονόμαζες «Το ιπτάμενο χαλί μου» ή «Το διαμαντένιο κάστρο των ονείρων μου» ή «Ο Τιτανικός μου» ή «Η ανέλπιδη Ελπίδα μου». Όπως και να ’χει, πιο πολύ θα ταίριαζε από αυτό που πήγες και διάλεξες. Γιατί οι «ιχνηλασίες», προϋποθέτουν κάποια ίχνη, προϋπο¬θέτουν και κάποιον ιχνηλάτη. Αλλά απάντησέ μου, σε παρακαλώ, με απόλυτη ειλικρίνεια: εσύ ποια ίχνη αναζητάς, πού τα αναζητάς και γιατί τα αναζητάς, καθισμένη στην πολυθρόνα του γραφείου σου και κλεισμένη στο υπόγειο του σπιτιού μας τρεις και τέσσερις και πέντε ώρες κάθε μέρα;
Από την άλλη, ξέρεις ποιο είναι το πιο ωραίο; Το πιο ωραίο είναι ότι ενώ εσύ έψαχνες στο υπόγειο του σπιτιού μας τα χνάρια των άλλων, εγώ έψαχνα στο ισόγειο του σπιτιού μας τα δικά σου χνάρια. Μάθε λοιπόν ότι δυο και τρεις φορές τη μέρα έμπαινα στο ιστολόγιό σου για να διαβάσω τις αναρτήσεις και να δω αν σου έγραψαν κανένα σχόλιο. Παρ’ όλες δηλαδή τις επιφυλάξεις που διατηρούσα γι’ αυτό που έκανες, ήμουν υπό μία έννοια κι εγώ ένας ιχνηλάτης, και συνεχίζω δυστυχώς ακόμη να είμαι. Ένας μοναχικός, ταλαιπωρημένος και χαμένος ιχνηλάτης, που δεν έπαψα στιγμή να αναζητώ πίσω από τα ηλεκτρονικά αποτυπώματα που αφήνεις, τα αχνά σημάδια της δικής σου παρουσίας στη ζωή μου.
Αυτό ακριβώς αποφάσισα να κάνω κι εκείνη τη στιγμή από τη δουλειά, παρ’ ότι ήξερα ότι ανά πάσα στιγμή υπήρχε ο κίνδυνος να γίνω αντιληπτός. Διατηρούσα όμως την αμυδρή ελπίδα ότι όλο και κάποιο χαμένο ίχνος μπορεί και να εντόπιζα, για να καταλάβω πού οφείλεται η σημερινή αδικαιολόγητη απουσία σου. Άνοιξα λοιπόν τον υπολογιστή, πήρα μια βαθιά ανάσα και σχημάτισα τη διεύθυνση του ιστολογίου: ixnilasies.blogspot.com.

Μπήκα στην αρχειοθήκη και ανέτρεξα στην πρώτη ανάρτηση. Ήθελα να τα πάρω, όσο ήταν δυνατό, με τη σειρά, για να σχηματίσω μια ενιαία εικόνα.
Τίτλος: «Είμαι εδώ»
«Μια ανάγκη. Δεν ξέρω ποια ακριβώς. Πάντως, ενυπάρχει στις σιωπές της θλίψης μου. Να ’μαι, λοιπόν. Εδώ. Στην ανυπαρξία της ηλεκτρονικής μου ύπαρξης. Εγώ η “ιχνηλάτισσα” κι εσείς τα χνάρια μου. Καλώς σας βρήκα».

Καλώς σας βρήκα; Ποιους βρήκες; Αφού αδιάβαστα μένουν τα πιο πολλά από αυτά που γράφεις. Βγάζεις τα εσώψυχά σου με αντάλλαγμα σχόλια μηδέν. Κι αν στη χάση και στη φέξη βλέπεις κανένα σχόλιο και χαίρεσαι, να ξέρεις ότι τις περισσότερες φορές είναι από μένα. Ναι, είναι από μένα. Γιατί εγώ είμαι το σταθερό κοινό σου. Γιατί εγώ είμαι ο πιο πιστός αναγνώστης σου. Γιατί εγώ είμαι ο ανώνυμος σχολιαστής σου. Καιρός να το μάθεις κι αυτό. Εγώ και μόνο εγώ. Θες από καλοσύνη, θες από οίκτο, θες από ενδιαφέρον, πάντως δεν ήθελα να αφήνω στη θλίψη της σιωπής τις σιωπές της θλίψης σου.

Διάβασα την επόμενη ανάρτησή σου. Κάτι σχετικό με το Πολυτεχνείο.
Τίτλος: «Εγώ αύριο δε γιορτάζω»
«Πάνε τριάντα τέσσερα χρόνια από τότε. Τρίχρονα μωρά και βυζάξαμε απ’ τα συνθήματά της, εξεγερμένοι έφηβοι και ριγήσαμε απ’ τα ιδανικά της, καταληψίες φοιτητές και ξενυχτήσαμε με τα τραγούδια της. Στο μεταξύ τίποτα σχεδόν δεν άλλαξε. Μόνο που άσπρισαν τα μαλλιά μας και γέμισε με ρυτίδες το πρόσωπό μας. Μεγαλώσαμε. Συστήσαμε γενιά. Της μεταπολίτευσης η χαμένη γενιά. Η πιο χαμένη απ’ όλες. Η πιο λίγη απ’ όλες. Η πιο προδοτική απ’ όλες. Που νόμισε αλλά δεν πίστεψε. Που αντέδρασε, αλλά δεν αγωνίστηκε. Που γιόρτασε αλλά δεν τίμησε. Όχι, εγώ αύριο δε γιορτάζω το Πολυτεχνείο. Εγώ αύριο ξανασκυλεύω το Πολυτεχνείο. Εγώ κι όλοι οι όμοιοί μου».
Αυτές οι εμμονές θα σε φάνε. Ένα γκρεμισμένο τείχος απέμεινε από την Αριστερά που έχεις στο μυαλό σου και εσύ σκύβεις ακόμα και μαζεύεις από κάτω διαλυμένα τούβλα και θρυμματισμένους σοβάδες και σπασμένες πέτρες, για να ξανασηκώσεις το νέο σιδηρούν παραπέτασμα των νικημένων ιδεών σου. Γιατί το ξέρεις κατά βάθος και η ίδια ότι είναι νικημένες. Και τώρα μόλις αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο σε συγκινεί τόσο πολύ η πρώτη μεταπολεμική γενιά των ποιητών. Σε συνδέει μαζί τους το βίωμα της ήττας. Αλλά ο δικός τους εμφύλιος πόλεμος έχει τελειώσει εδώ και έξι δεκαετίες, ενώ ο δικός σου συνεχίζεται ακόμα αδελφοκτόνος κι αναρωτιέμαι ως πού θα πάει.

Προσπέρασα βιαστικά όλα τα άλλα κείμενα. Δεν είχα καμία όρεξη να χάνω το χρόνο μου με τις υπαρξιακές περιπλοκές, τις ιδεολογικές συγχύσεις και τις πολιτικές νεκρολογίες σου. Με ενδιέφεραν μόνο οι τρεις επίμαχες αναρτήσεις, αυτές που δημιούργησαν το πρόβλημα με την εταιρεία και όξυναν τις μεταξύ μας σχέσεις.

Η πρώτη πρέπει να ήταν τον περασμένο Δεκέμβριο. Έψαξα στο αρχείο σου και τη βρήκα.
Τίτλος: «Καλή μας χώνεψη»
«Λοιπόν, σήμερα το μεσημεριανό μου περιλάμβανε γενετικά τροποποιημένο κατσικίσιο κρέας (γνωστό και ως “Tracy”) που φέρει ανθρώπινο γονίδιο, φέτα που παρασκευάζεται από εμπλουτισμένο με ανθρώπινο γονίδιο γάλα, πατάτες που φέρουν γονίδιο σκορπιού και ντομάτα που φέρει γονίδιο ψαριού. Σας φαίνεται περίεργο, ε; Περιμένετε λίγο και αργά ή γρήγορα θα τα δοκιμάσετε κι εσείς – αν δεν τα έχετε ήδη δοκιμάσει. Καλή μας χώνεψη, λοιπόν…»
Θυμάμαι την έκπληξη, που ένιωσα όταν το πρωτοδιάβασα. Ασφαλώς και δεν θα είχα καμία ένσταση αν ήθελες να ασχοληθείς με ζητήματα διατροφής. Θα μπορούσες, για παράδειγμα, να γράφεις πώς μαγειρεύονται τα γιουβαρλάκια, να προτείνεις συνταγές για το παστίτσιο ή να μάθεις από κάποια αναγνώστριά σου ποια υλικά χρειάζεται η καρυδόπιτα που ξέρεις πόσο πολύ μου αρέσει. Συν τοις άλλοις, θα αύξανες κατακόρυφα την επισκεψιμότητα του ιστολογίου σου, αφού είτε το θέλεις είτε όχι οι πιο πολλοί μόνο με τέτοια θέματα ασχολούνται πλέον.
Κι αντί για όλα αυτά, τι πήγες κι έκανες; Πήγες και εξέθεσες σε δημόσια θέα ολόκληρο το μενού από το εστιατόριο της εταιρείας, χωρίς μάλιστα να διστάσεις να χρησιμοποιήσεις την επιστημονική ορολογία του κρέατος που γνωρίζεις ότι εμπορεύεται η ίδια η εταιρεία. Σου λέω λοιπόν ότι η επιπολαιότητα και η αφέλεια που επέδειξες αγγίζουν τα όρια της επικίνδυνης βλακείας.

Αναζήτησα και την άλλη ανάρτησή σου. Απ’ όσο θυμόμουν, ήταν πριν από τριάντα πέντε περίπου μέρες. Ναι, πράγματι, τότε ακριβώς ήταν. Στις 27/3.
Τίτλος: «Σας αρέσουν τα κεράσια;»

«Κουκούτσι μυαλό δεν έχουν πλέον οι γενετιστές που αποφάσισαν να αφαιρέσουν το κουκούτσι απ’ τα κεράσια. Δεν το πιστεύετε; Κι όμως συνέβη κι αυτό. Η κερασιά-Φρανγκεστάιν έχει ήδη αρχίσει εδώ και μερικούς μήνες να προωθείται και στην χώρα μας. Είναι ένα ακόμη οικολογικό έγκλημα που θέλουν να το βαφτίσουν “οπωροφόρα επανάσταση”. Πιστέψτε με, πρόκειται για αληθινό έγκλημα. Έχω ιδία γνώση, που σας λέω».
Εδώ πλέον άρχισα να συνειδητοποιώ ό,τι θα έπρεπε να είχα καταλάβω πριν από πολύ καιρό. Ότι δηλαδή δεν επρόκειτο για επιπολαιότητα ή για αφέλεια ή για επικίνδυνη βλακεία, όπως θα ήθελα να πιστεύω, αλλά για αυτοκαταστροφική μανία που πολύ σύντομα ήξερα ότι θα είχε καταστροφικές συνέπειες ακόμη και σε μένα.
Σκέψου μόνο ότι η αρνητική αναφορά που έκανες σε ένα υβρίδιο που μόλις είχε αρχίσει να προωθείται μαζικά στην αγορά δε θα μπορούσε παρά να κινήσει το ενδιαφέρον κάποιου εδώ μέσα, ίσως του προϊσταμένου, ενδεχομένως και της υπηρεσίας έρευνας. Από εκεί και πέρα, θα ήταν πολύ εύκολο να ακολουθήσουν τα ίχνη που αφήνεις αμέριμνη κατά τις ηλεκτρονικές σου περιηγήσεις, για να φτάσουν, τελικά, στο σπίτι που εγώ δηλώνω ως κατοικία, γιατί εσύ, όπως είπαμε, μένεις στην Καλλιθέα με τη συνταξιούχο μάνα σου και με τον άρρωστο πατέρα σου.
Χωρίς να φέρω καμία απολύτως ευθύνη, βρισκόμουν σε πολύ δύσκολη θέση, και μάλιστα σε μια περίοδο αλλαγών και ανακατατάξεων στην ιεραρχία του τμήματος. Πιο συγκεκριμένα, ήμουν αντιμέτωπος με το δίλημμα ή να μην αποκαλύψω στην εταιρεία τίποτα για τη σχέση μας και να περιμένω να υποστώ τις συνέπειες όταν αργά ή γρήγορα η σχέση αυτή θα γινόταν αντιληπτή ή να προβώ σε μια τέτοια αποκάλυψη διαχωρίζοντας τη θέση μου από εσένα και τις ενέργειές σου, πράγμα που ήξερα ότι μπορεί και να είχε αρνητική επίδραση στην ήδη δοκιμαζόμενη σχέση μας.
Νομίζω ότι επέλεξα αυτό που ήταν λιγότερο κακό και για μένα και για σένα: αποφεύγοντας να φανερώσω ότι εσύ ήσουν ο συντάκτης αυτών των κειμένων, αποκάλυψα στην μηνιαία έκθεση αυτό-αξιολόγησης την από μέρους μου παραβίαση του εσωτερικού κανονισμού. Εννοώ ότι γνωστοποίησα το γάμο μας και ανέλαβα την ευθύνη των πράξεών μου. Ναι, αυτό ακριβώς έκανα. Αποκάλυψα το γάμο μας. Αν μη τι άλλο, επρόκειτο για μια γενναία απόφαση. Αυτό, τουλάχιστον, θα έπρεπε να μου το αναγνωρίσεις.

Δε χρειάστηκε καθόλου να ψάξω για την τελευταία ανάρτησή σου. Ήταν η αμέσως επόμενη κι είχε ημερομηνία 20/4.
Τίτλος: «Τα τριάκοντα αργύρια»
«Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην προδοσία και στον προδότη, πέρα από τα τριάκοντα αργύρια που τους ενώνουν; Η πρώτη είναι μια στατική πράξη, που υλοποιείται μια για πάντα. Αντίθετα, ο δεύτερος βρίσκεται σε μια δυναμική κατάσταση συνεχούς αλλαγής και εξέλιξης: μπορεί να αρχίζει από μια μικρή ερωτική απιστία και να καταλήγει στις πιο γκεμπελικές τεχνικές. Έχω υποστεί τις απιστίες και τις άντεξα. Τώρα υφίσταμαι τους γκεμπελισμούς και δεν είμαι σίγουρη αν θα μπορέσω να τους αντέξω».
Πίεσα τη λειτουργία των σχολίων, όπου είδα να αναγράφεται η ένδειξη 2. Στο πρώτο σχόλιο υπήρχε το ανώνυμο σημείωμα «Νομίζω ότι είσαι απόλυτη κι άδικη. Λάβε υπόψη ότι ορισμένες προδοσίες μπορεί να εκκινούν από αγαθές προθέσεις και να αποβαίνουν τελικά προς όφελος όλων». Στο δεύτερο υπήρχε η απάντησή σου: «Μικρέ μου γκεμπελίσκε, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ευγενή ψεύδη. Φαντάζομαι ότι εσύ ειδικά έχεις “ιδία γνώση”. Έτσι δεν είναι;».

Ετοιμάστηκα να βγω από την ιστοσελίδα σου, αλλά έπεσα πάνω σε ένα τελευταίο κείμενο που δεν το είχα διαβάσει. Θυμήθηκα ότι προτού να ξαπλώσω, ήσουν στον υπολογιστή και μου είπες ότι θα αργήσεις λίγο. Προφανώς ετοίμαζες κάποια καινούρια ανάρτηση. Έλεγξα την ημερομηνία: Πέμπτη 24/04/08, δηλαδή μια βδομάδα ακριβώς πριν. Μου φάνηκε πολύ περίεργο, γιατί αν πράγματι είχε αναρτηθεί πριν από μια βδομάδα θα το είχα σίγουρα υπόψη μου. Όπως σου είπα, μπαίνω καθημερινά στο ιστολόγιό σου, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις δύο και τρεις φορές τη μέρα. Μην ξεχνάς ότι είμαι ο ανώνυμος σχολιαστής σου. Δεν έβρισκα καμιά άλλη εξήγηση από το ότι θα έγινε κάποιο ηλεκτρονικό λάθος στην ημερομηνία. Η σωστή ημερομηνία είναι Πέμπτη, 1/05/08. Όσο το σκεφτόμουν, τόσο μεγαλύτερη βεβαιότητα ένιωθα.
Από την άλλη, η ώρα της ανάρτησης μου φαινόταν απολύτως σωστή. Πράγματι γύρω στις 11:45μ.μ. πρέπει να το είχες «σηκώσει», δηλαδή λίγη ώρα αφότου μιλήσαμε για τελευταία φορά. Ήταν το πρώτο στίγμα που είχα για σένα από χθες το βράδυ και μια αμυδρή ελπίδα άρχισε να φωτίζει το μυαλό μου. Αρκεί να μη μου επιφύλασσες μια ακόμη δυσάρεστη έκπληξη. Διάβασα το κείμενό σου με ιδιαίτερη προσοχή.

Τίτλος: Δροσιά, Μέρες του 2008 μ.Χ.

Στην οδό Ελπίδας –πρώτη πάροδος δεξιά
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Εταιρείας Γενετικών Μεταλλάξεων
Γραφεία ενοικιάσεως εργαζομένων και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε
από τις αυξητικές ορμόνες που τους χορηγούνε,
τα τηλεοπτικά και αθλητικά προγράμματα που τους προβάλλουνε
και τα σχολικά μαθήματα που τους φορτώνουνε
Άλλωστε τα παιδιά τροποποιήθηκαν κι ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Ελαστικά ωράρια εργασίας, ενυπόθηκα δάνεια, κλιματικές αλλαγές,
οπωροφόρες επαναστάσεις
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα
οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών
των παιδιών τους - αν βέβαια θα συνεχίσουν να γεννιούνται παιδιά.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται
η Εταιρεία Γενετικών Μεταλλάξεων
–εγώ μεταλλάσσομαι, εσύ μεταλλάσσεσαι, αυτός μεταλλάσσεται
Γραφεία ενοικιάσεως εργαζομένων και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα
–εμείς επενδύουμε, εσείς επενδύετε, αυτοί επενδύουν
Η ζωή είναι ωραία, λέγανε παλιά οι Ποιητές.
Η ζωή με τα ολάνθιστα λουλούδια, τις καρποφόρες κερασιές,
τους καταπράσινους αγρούς της.
Πράγματι η ζωή ήταν ωραία, όταν τουλάχιστον τη ζούσαμε.

«Δροσιά»; Κρύος ιδρώτας με περιέλουσε και μπλόκαρε για λίγο το μυαλό μου. Ένα κύμα οργής δυνάμωνε μέσα μου. Ειλικρινά, ποτέ δεν φανταζόμουνα ότι θα έφτανες μέχρι αυτό το σημείο. Μέχρι δηλαδή το σημείο να δημοσιοποιήσεις στοιχεία της αληθινής ταυτότητας μας, εκθέτοντας και τους δυο μας στον πιο μεγάλο κίνδυνο.
Είχα δίκιο, λοιπόν. Με την πορεία που έχεις πάρει, δε θα αργούσες πολύ ακόμα για να αποκαλύψεις διεύθυνση, νούμερο, ταχυδρομικό κωδικό, όνομα, επώνυμο, αριθμό αστυνομικού δελτίου και πάει λέγοντας. Επομένως, αν εξετάσεις τα πράγματα από μια άλλη οπτική γωνία, θα μπορούσες να αντιληφθείς ότι με όσα έγραψα στην έκθεση αυτο-αξιολόγησης δεν έκανα τίποτα παραπάνω από το να προφυλάξω τον εαυτό μου από τις δικές σου προδοσίες που με κάθε νέα ανάρτηση βλέπω να γίνονται ολοένα και πιο αποκαλυπτικές, ολοένα και πιο επικίνδυνες.
Αδίκως λοιπόν με κατηγορείς. Τελικά, ο αληθινός προδότης δεν είμαι εγώ, αλλά εσύ. Οι απιστίες και οι γκεμπελισμοί, που μου καταλογίζεις, είναι πριν απ’ όλα δικό σου έργο. Αναρωτιέμαι μόνο ποια θα είναι τα τριάκοντα αργύρια της αμοιβής σου κι όσο το σκέφτομαι αρχίζουν να με ζώνουν τα φίδια. Μήπως, λέω μήπως, ενδιαφέρεσαι και εσύ για τη θέση του προϊσταμένου στις επικείμενες αλλαγές του τμήματος και βάλθηκες να με ξεκάνεις από την κούρσα της διαδοχής; Μου φαίνεται πραγματικά αστείο, γιατί δεν έδειξες ποτέ ενδιαφέρον ούτε καν κατέβαλες την παραμικρή προσπάθεια, αλλά δεν ξέρω πλέον τι άλλο να υποθέσω. Με εσένα που έμπλεξα όλα είναι πιθανά.
Έκλεισα φουρκισμένος τον υπολογιστή, χωρίς να αφήσω κανένα μήνυμα. Συγχώρα με που θα στο πω, αλλά δεν αντέχω άλλο: από εδώ και πέρα, καλή μου, αυτή θα είναι η παντάξια πληρωμή σου. Ένα ολοστρόγγυλο μηδέν στα σχόλια των αναρτήσεών σου. Ο ηλίθιος ανώνυμος σχολιαστής σου, που ήθελε ο αφελής, να μετριάσει τις σιωπές της θλίψης σου, δεν σκοπεύει από εδώ και πέρα να σου ξαναγράψει ούτε ένα σχόλιο. Βαρέθηκε.







(συνέχεια: 26.11.09,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Οι ατίθασες λέξεις",
έκταση: 3.300λ.)

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

"Εξαιρετικά επείγον"

Το λάβαμε την παραμονή του Πολυτεχνείου με τη μορφή του εξαιρετικά επείγοντος κι έχει ως θέμα τις πιθανές δυσλειτουργικές συνέπειες από εσφαλμένη διαχείριση του όρου "νεκροί του Πολυτεχνείου" κατά τον εορτασμό της Επετείου του Πολυτεχνείου - συμβουλευτικές προτάσεις. Το υπογράφει ο Βασίλειος Βασιλειάδης, Σχολικός Σύμβουλος Κοινωνιολόγων. Κανονικά δε θα έπρεπε να ασχοληθώ. Κι όμως ασχολούμαι.
Πρόκειται για "συμβουλευτική παρέμβαση" που απευθύνει ο Σχολικός Σύμβουλος στους εκπαιδευτικούς, στους διευθυντές κτλ. με σκοπό να καταδειχτεί ότι γίνεται εσφαλμένη διαχείριση του όρου "Νεκροί του Πολυτεχνείου", οπότε εαν δεν διευκρινισθεί ότι αφορά νεκρούς στον ευρύτερο χώρο εκτός του Πολυτεχνείου και όχι εντός του Πολυτεχνείου οι μαθητές φυσιολογικά αλλά λανθασμένα συμπεραίνουν ότι αφορά νεκρούς στο Πολυτεχνείο. Η διαφορά για τους μαθητές, πάντα κατά τον σχολικό σύμβουλο των κοινωνιολόγων, είναι τεράστια.
Έτσι δημιουργείται η εντύπωση α) ότι συνεθλίβησαν οι φοιτητές από το τανκ που έσπασε την πύλη του Πολυτεχνείου, β) ότι, μετά την παραπάνω ενέργεια, εισβολή στρατού και αστυνομίας στο Ίδρυμα επέφερε φόνους φοιτητών, στους οποίους και αναφέρονται οι όροι "Νεκροί του Πολυτεχνείου" και "Σφαγή του Πολυτεχνείου", και γ) ότι ο αριθμός των νεκρών είναι αρκετά μεγαλύτερος από τον "επίσημο" και έως και σήμερα ύποπτα "άγνωστος".
Κατά τη γνώμη του, όλα αυτά προκαλούν κατ' αρχάς φόβο στους μαθητές, καθότι ευαίσθητη η ψυχή τους, αλλά όταν στη συνέχεια ανακαλύπτουν την "αλήθεια του Πολυτεχνείου" νιώθουν προδομένοι και δεν εμπιστεύονται πια το σχολείο και τους "δασκάλους που τους έκαναν με ψέματα να ντρέπονται που είναι Έλληνες". Το πιθανότερο είναι να καταλήξουν είτε στην εξωκοινοβουλευτική Άκρα Δεξιά, είτε να γίνουν αντιεξουσιαστές και να στραφούν εναντίον του στρατού και της αστυνομίας.
Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να καταλάβω ποια διαφορά έχει το αν σκοτώθηκαν οι νεκροί έξω ή μέσα από το Πολυτεχνείο, αλλά πιστεύω πως ούτε και στο συντάκτη του κειμένου είναι απολύτως αποσαφηνισμένη. Άλλωστε, το κείμενο δε φαίνεται να γράφτηκε για να εξηγήσει αυτή τη διαφορά όσο κι αν την επικαλείται στον ιδρυτικό του λόγο. Πραγματικός σκοπός του συντάκτη φαίνεται να είναι η εκ νέου προσέγγιση της ιστορικής πραγματικότητας. Κι εδώ τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται τουλάχιστον ύποπτα. Γιατί ό,τι διαβάζουμε στο κείμενο που στάλθηκε στα σχολεία επιχειρεί στο όνομα της προστασίας της αθώας παιδικής ψυχής να αμβλύνει, να νοθεύσει και να ακρωτηριάσει την ιστορική μνήμη από το πολιτικό περιεχόμενό της, ώστε να εντάξει ακίνδυνη την εξέγερση του Πολυτεχνείου στην εθνική ιστορία και στον συντηρητικό ιδεολογικό λόγο.
Πρόκειται για μια συγκαταβατική αλλά κατ' ουσίαν ακραία, συναινετική αλλά κατ' ουσίαν επικίνδυνη αποτίμηση, που τολμά μάλιστα να αυτοαναγορεύεται επιστημονική. Αλλά καθότι μια αληθινά επιστημονική προσέγγιση είναι ιδεολογικά ουδέτερη, αναρωτιέμαι αν υπήρξε από τον ίδιο Σχολικό Σύμβουλο των κοινωνιολόγων αντίστοιχη συμβουλευτική παρέμβαση κατά τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου, ώστε να τονιστεί πως το βάρος της αντίστασης κατά του κατακτητή το σήκωσε το ΕΑΜ, ή κατά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου ώστε να πάψουν οι εθνικιστικές κορώνες και να γίνει επιτέλους αναφορά στους σφαγιασμένους της Τριπολιτσάς.
Γιατί, τελικά, δεν έχει μόνο σημασία το τι λες, αλλά το πώς ή το πότε επιλέγεις να το λες. Κι ο εν λόγω αστόχησε και στο τι και στο πώς και στο πότε.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Τι να πει κανείς

(Κλείστε την μουσική αριστερα στα Ηχο-χναρια για να δειτε τα βιντεάκια)




Τα έχουμε ξαναπεί.
Τα είπε και ο Πάνος πέρυσι

Κάποια πράγματα δεν περιγραφονται. Απλά δεν "μεταφέρονται".
Όσο μάλιστα περνανε τα χρόνια, γίνονται όλο και πιο πολλοί εκείνοι που λυσσάνε να εξαφανίσουν ή να παραποιήσουν την Ιστορία.
Κάποιοι όμως επιμενουμε να μην ξεχνάμε.
Κάθε μέρα όμως και όχι μονο στις "επετείους".
Δεν ξεχνιούνται κάποια πράγματα, πως θα μπορουσαν άλλωστε;
Χαραγμένα στο μυαλό και στην ψυχή, δεν φεύγουν, στέκουν εκεί "βουβά" για να θυμίζουν.



Την λύσσα του πατέρα "να ανέβει πάνω" και την μανα να του τραβάει το μανίκι, "έχεις παιδί, που πας;;"
Τα πνιχτά κλάματα και τις βρισιές μεσα απο τα δόντια, "τους πούστηδες τα λιανίσανε τα παιδιά" και στο όνειρό μου να μου λενε πως ακουνε τραγουδάκια από το ραδιάκι, με τον Παπαχρήστο να ουρλιάζει στο μικρόφωνο και τα παράσιτα να κανουν τον πατέρα μου να λυσσάει περισσότερο.
Τους μετέπειτα μεγαλύτερους φίλους, να μην λένε λεπτομέρειες, αλλα το βλέμμα τους να φεύγει περήφανο πέρα, με ένα πικρό χαμόγελο να φρενάρει στην άκρη των ματιών υγρασίες, καθε φορά που τους ρώταγες κατι.
Τα επετειακά κασκώλ "Το Πολυτεχνείο Ζει" και τα σουβλάκια έξω από την Πύλη με την τσίκνα να απλώνεται στα κάγκελα και στα γαρύφαλλα. Πόση ντροπή, πόση ξεφτίλα...



Τι να πεις λοιπόν;
Ίσως καλυτερα τίποτα. Μερικές φορές η Σιωπή μπορεί να πει πολύ περισσότερα από όσα θα καταφερνε ένα φλύαρο στόμα.
Ένα γρύλλισμα μόνο, "κουφάλες δεν ξοφλήσαμε" και μια προσπάθεια με νυχια και με δόντια για να πείσεις τον εαυτό σου πως πράγματι έτσι είναι.
Δεν μένουν και πολλά δηλαδή, αλλα κάτι είναι κι αυτό νομίζω

Άλλωστε "τα όνειρα των εραστών δεν σβήνουν"




(Να 'ναι καλά όποιος ανεβασε αυτα τα βιντεάκια)

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

5. "Η οπωροφόρα επανάσταση

1. "Απολογητικό υπόμνημα"
2. "Μια μαύρη τρύπα στο κεφάλι μου"

3. "Οι αδιάσειστες ενδείξεις"
4. "Τα Κιλιμάντζαρα της ζωής μου"


Ξέρω τώρα τι θα μου πεις. Ότι αν πραγματικά νοιαζόμουνα για σένα θα μπορούσα με ένα απλό τηλεφώνημα να ξεκαθαρίσω την κατάσταση και να μάθω τι ακριβώς συνέβαινε. Το πιο εύκολο: σου τηλεφωνώ στο σπίτι ή στο κινητό και μου λύνεις μια και καλή όλες τις απορίες.
Νομίζεις ότι δεν το σκέφτηκα, ε; Μάθε λοιπόν ότι τρεις φορές σήκωσα το ακουστικό κι άλλες τόσες το μετάνιωσα. Σα να με εμπόδιζε κάτι. Πες το φόβο, πες το αδιαφορία, πες το όπως θέλεις – δε με ενδιαφέρει πια καθόλου. Εγώ πάντως το λέω «η φωνή της λογικής». Αφού ακόμη κι ο τελευταίος υπάλληλος της εταιρείας γνωρίζει ότι εδώ μέσα όλες οι τηλεφωνικές συνομιλίες καταγράφονται κι ότι «η χρήση κινητών τηλεφώνων, εν ώρα εργασίας, δέον να αποφεύγεται», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο εσωτερικός κανονισμός στην παράγραφο 5 του άρθρου 11. Τον ξέρω από έξω κι ανακατωτά. Αφού τρεις φορές μού ανέθεσαν τη φιλολογική του επιμέλεια και σε ορισμένα μάλιστα σημεία μπορείς να διακρίνεις τις γλωσσικές μου παρεμβάσεις. Δε θέλω να περιαυτολογήσω, αλλά ξεχωρίζουν υφολογικά ως προς την επιμέλεια, τη ζωντάνια και την πρωτοτυπία των διατυπώσεων.
Δεν είχα άλλη δυνατότητα από το να περιμένω μέχρι το μεσημεριανό διάλειμμα, οπότε όλο και κάποιο τρόπο θα έβρισκα για να σου τηλεφωνήσω. Κατά καιρούς είδα κι άλλους να χρησιμοποιούν τα κινητά τους. Κρυφά βέβαια αλλά τους είδα. Ως τότε δεν μπορούσα παρά να ασχοληθώ με τις διορθώσεις μου. Είχα ήδη σπαταλήσει άσκοπα πολύτιμο χρόνο.
Έβλεπα τους άλλους αφοσιωμένους στη δουλειά τους, να μεταφράζουν κείμενα, να ψάχνουν διαφημιστικούς λογότυπους, να εκπονούν ερωτηματολόγια, να αναλύουν στατιστικά στοιχεία, και με έπιανε το άγχος. Δεν ήθελα να αισθάνομαι ότι αδυνατώ ή ότι υστερώ ή ότι αποκλίνω, κι όμως ήταν φανερό ότι βρισκόμουν εκτός κλίματος. Παρουσίαζα μια εικόνα νωθρότητας και αδράνειας που αργά ή γρήγορα θα γινόταν αντικείμενο σχολιασμού από τους άλλους συναδέλφους και δε θα μπορούσε να μείνει απαρατήρητη από τον Στεργίου. Έριξα γύρω μου μια βιαστική ματιά γεμάτος καχυποψία.
Ο προϊστάμενος ήταν στο γραφείο του με τον Στεργίου και κάτι του έλεγε σε έντονο ύφος, οι δυο μεταφραστές ήταν σκυμμένοι πάνω από τα κείμενά τους, η Αλεξίου μιλούσε στο τηλέφωνο, ο Δημάκης στεκόταν ακίνητος μπροστά στον υπολογιστή του, η Παπαπέτρου κατευθυνόταν προς την τουαλέτα, ο Κωνσταντινίδης κρατούσε σημειώσεις σε ένα έγγραφο, εσύ έλειπες, ο Λεοντιάδης έκανε υπολογισμούς με τον αριθμητή, η Χατζηγιάννη κάτι σχεδίαζε σε ένα μπλοκ ζωγραφικής και ο Χριστοφόρου ήταν στραμμένος προς το μέρος μου και με παρατηρούσε με ερευνητική διάθεση. Όταν διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας, προσπάθησε να σπάσει την αμηχανία με ένα παγωμένο χαμόγελο, χωρίς βέβαια να του το ανταποδώσω. Τον κοίταξα μια τελευταία φορά ενοχλημένος, τράβηξα πιο κοντά την καρέκλα μου και έσκυψα πάνω στο γραφείο. Έπρεπε επειγόντως να αναλάβω δράση.
Τράβηξα το πρώτο έγγραφο από κάτω. Έτσι τα παίρνω πάντα. Ανάποδα. Από κάτω προς τα πάνω. Έλεγε για έναν νέο τύπο ρυζιού που είναι ενισχυμένος με βήτα-καροτίνη, ουσία κατάλληλη για την καταπο¬λέμηση της έλλειψης βιταμίνης Α. Ξέρεις ότι η ασθένεια αυτής της βιταμίνης προκαλεί τύφλωση σε μισό εκατομμύριο παιδιά το χρόνο; Σκέψου λοιπόν μια διατροφή βασισμένη σε αυτόν τον νέο τύπο ρυζιού… Ούτε χίλια ούτε δύο χιλιάδες παιδιά. Μισό εκατομμύριο παιδιά το χρόνο θα μπορούσαν να έχουν στο εξής την όρασή τους!
Μου αρέσουν πολύ αυτά τα κείμενα, και μακάρι όσα διόρθωνα να ήταν όλα τέτοια. Τουλάχιστον μαθαίνω κάτι χρήσιμο, παρακολουθώ τις εξελίξεις και ανανεώνω τις γνώσεις μου. Ακόμα κι αν απαιτείται πολλή ώρα για τη διόρθωσή τους, δε νιώθω ότι σπαταλώ το χρόνο μου σε κάτι ανούσιο. Στο συγκεκριμένο μάλιστα δεν έκανα πάνω από έξι λεπτά για να τελειώσω. Το άφησα στην άκρη και πήρα το επόμενο.
Με την πρώτη ματιά ένιωσα μεγάλη έκπληξη. Ξανακοίταξα για να βεβαιωθώ. Το ήξερα αυτό το κείμενο. Το ήξερα πολύ καλά.
Ήταν το δικό μου κείμενο. Το κείμενο, που σου έλεγα το απόγευμα προτού να τσακωθούμε, ότι μου είχε ζητήσει ο προϊστάμενος να γράψω για εκείνο το νέο είδος κερασιάς, που φυτέψαμε και στην αυλή μας. Απ’ ό,τι φαίνεται τους άρεσε και το ενέκριναν. Είχε, μάλιστα, την ένδειξη «προτεραιότητα Α», που σημαίνει ότι θα έπρεπε να το παραδώσω το συντομότερο δυνατό. Υπέθεσα ότι το προόριζαν για δημοσίευση σε κάποιο κυριακάτικο φύλλο και βιάζονταν, για να προλάβουν το κλείσιμο της ύλης. Δεν ήμουν βέβαια τόσο αφελής, για να ελπίζω ότι θα το δημοσίευαν με το δικό μου όνομα, αλλά, ακόμη κι έτσι, ήταν για μένα μια καινούρια αρχή, ένα πρώτο βήμα, κάτι τέλος πάντων που έδειχνε ότι αναγνωρίζουν την αξία μου. Θεώρησα μάλιστα ότι, ενόψει των ανακατατάξεων που επίκεινται το επόμενο διάστημα στην ιεραρχία του τμήματος, η έγκριση αυτού του κειμένου θα μπορούσε να αποβεί προς όφελός μου.
Τώρα πώς γίνεται να μου ζητάνε να διορθώσω το δικό μου κείμενο, δεν ξέρω να σου πω. Αν το σκεφτείς όμως από μια άλλη πλευρά, έχει και τη λογική του. Αφού εγώ είμαι ο μοναδικός επιμελητής κειμένων εδώ μέσα– σε ποιον άλλο θα μπορούσαν να το δώσουν; Άσε που διαπίστωσα ότι χρειαζόταν, τελικά, ένα ακόμη ξανακοίταγμα.
Θα στο θυμίσω από το αντίγραφο που κράτησα. Την προηγούμενη φορά ήσουν αρκετά αναστατωμένη για να καταλάβεις περί τίνος πρόκειται, αλλά τώρα πιστεύω ότι θα αναγνωρίσεις την αξία του. Αρκεί βέβαια να δείξεις την απαιτούμενη προσοχή.


Θα τους ακούσουμε;
Αύξηση της θνησιμότητας και επιδημίες, κοινωνικές αναταραχές και αιματηρές συγκρούσεις, διακρατικές διενέξεις και γεωπολιτική αστάθεια. Το φάσμα της πείνας ενσκήπτει ξανά απειλητικό πάνω από τον πλανήτη, προοιωνίζοντας δραματικές εξελίξεις για όλη την ανθρωπότητα. Το τροφικό τσουνάμι, όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται, σαρώνει ήδη χώρες της Ασίας και της Αφρικής και σύντομα θα φτάσει και στη δική μας πόρτα. «Υπνοβατούμε μέσα σε μια τεράστια κρίση» δήλωσε χαρακτηριστικά ο καθηγητής Πολιτικής των Τροφίμων στο Πανεπιστήμιο του Λιντς, επισημαίνοντας το μέγεθος του κινδύνου.
Αρκεί να αναλογιστούμε ότι σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΗΕ το 2008 η τιμή του σιταριού αυξήθηκε 130%, της σόγιας 87% και του ρυζιού 75% μέσα σε ένα μόλις τρίμηνο. Κλιματικές αλλαγές, ερημοποίηση εκτάσεων και αυξανόμενη ζήτηση σιτηρών από την αγορά των βιοκαυσίμων δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα αιτιών, που έχει καταδικάσει στην πείνα 100 εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο και χρόνο με το χρόνο απειλεί ολοένα και περισσότερους.
Όπως έχουν τα πράγματα, η μόνη λύση φαίνεται να προέρχεται από τα γενετικά τροποποιημένα φυτικά είδη, που κατά ευτυχή σύμπτωση σημειώνουν το τελευταίο διάστημα σημαντική εξάπλωση της τάξης του 43% σε νέες καλλιεργούμενες εκτάσεις. Το πρόβλημα είναι ότι η σχετική τεχνολογία είχε ως πρόσφατα επικεντρωθεί σε ορισμένα μόνο είδη, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε τέσσερα φυτά –το βαμβάκι, ο αραβόσιτος, η κράμβη και η σόγια– να καταλαμβάνουν το 99% ανάμεσά τους, αλλά τα τελευταία χρόνια αυξάνεται το επιστημονικό ενδιαφέρον για νέες γενετικές εφαρμογές σε μια γκάμα πρόσθετων ειδών. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρούν και τα νέα, γενετικά τροποποιημένα, οπωροφόρα δέντρα.
Λεμονιές στο Νευροκόπι, κερασιές στη Σάμο, ροδιές στο Μέτσοβο και ροδακινιές στην Κρήτη; Κι όμως θα το δούμε κι αυτό τα επόμενα χρόνια, όπως το έχουν ήδη δει σε πολλές άλλες χώρες του αναπτυγμένου κόσμου. Είδη δέντρων που ήταν από σπάνια ως άγνωστα για τον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ μπορούν πλέον να ευδοκιμούν στις απέρα¬ντες δεντροφυτείες του Κεμπέκ, της Καλιφόρνιας και στο οροπέδιο του Γκολάν. Πρόκειται για ένα ακόμη θαύμα της γενετικής μηχανικής, που υπόσχεται να δώσει τα αμέσως επόμενα χρόνια λύση στις αυξανόμενες διατροφικές ανάγκες του αναπτυγμένου και κυρίως του υπανάπτυκτου κόσμου. Τα νέα υβρίδια αναμένεται να προωθηθούν το αμέσως επόμενο διάστημα στην ελληνική αγορά από τη γνωστή εταιρεία Plant Genetics A.E., για να εισαγάγουν και τη χώρα μας στην εποχή της ονομαζόμενης «οπωροφόρας επανάστασης», που είναι μια σημαντική φάση της ευρύτερης «γεωργικής επανάστασης» της τελευταίας εικοσαετίας.
«Είναι η δική μας, δεύτερη στην ιστορία της ανθρωπότητας, γεωργική επανάσταση. Εξίσου σημαντική με την πρώτη», δήλωσε για τις εξελίξεις που σημειώνονται στο χώρο της γενετικής μηχανικής ο dr. Σαμαράς Ιωάννης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και διευθυντής στο Εργαστήριο Χημείας και Τροφίμων. «Επιχειρούμε ελεγχόμενες παρεμβάσεις στο γενετικό υλικό και επιδιώκουμε τη λελογισμένη τροποποίησή του, με σκοπό την προσαρμογή των φυτικών ειδών στις ανθρώπινες ανάγκες και στα νέα κλιματικά δεδομένα της φύσης. Αυξημένη παραγωγή με μειωμένο κόστος και ελάχιστη χημική επιβάρυνση του περιβάλλοντος είναι ό,τι πετύχαμε μέχρι τώρα. Δεν είναι και λίγο, αν λάβει κανείς υπόψη την ελλιπή χρηματοδότηση των εργαστηρίων, την εν πολλοίς απαξίωση της εργασίας μας από την κοινωνία και τις οργανωμένες αντιδράσεις συντηρητικών κύκλων» συμπλήρωσε.
«Σε ποιους αναφέρεστε;» τον ρωτήσαμε. «Αναφέρομαι σε όλους εκείνους που λόγω φόβου ή αδυναμίας, ενδεχομένως και συμφέροντος, αντιμετωπίζουν την πρόοδο με διάθεση δαιμονοποίησης» μας απάντησε. «Είναι οι ίδιοι που στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης δεν το είχαν σε τίποτα να εισβάλλουν στα εργοστάσια, για να καταστρέφουν τις μηχανές. Αλλά αν τους είχαμε ακούσει τότε, να είστε βέβαιοι ότι σήμερα θα βρισκόμασταν ακόμη στο Μεσαίωνα».
Έτσι ακριβώς είναι, με μία και μόνη, κατά τη γνώμη μας, διαφορά: σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης, αυτό που σήμερα διακυβεύεται δεν είναι μόνο η πρόοδος της ανθρωπότητας αλλά η ίδια η σωτηρία της. Εύλογα λοιπόν γεννιέται η απορία: αν δεν τους ακούσαμε τότε, γιατί να τους ακούσουμε τώρα;

Η πρώτη διόρθωση είχε να κάνει με τη φράση «γενετικά τροποποιημένα φυτικά είδη». Μπορεί να είναι ο καθιερωμένος όρος, αλλά διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις, όχι αμιγώς γλωσσικές, ως προς τη χρήση του. Η έννοια της τροποποίησης περιέχει τη σημασία της αλλαγής, χωρίς όμως να δηλώνει τη θετική διάστασή της. Τις πιο πολλές φορές μάλιστα, υποβάλλει την αίσθηση μιας έξωθεν παρέμβασης, τεχνικού χαρακτήρα, που κινητοποιεί κατά κύριο λόγο αρνητικούς συνειρμούς.
Διαβάζουν «τροποποίηση του γενετικού υλικού» και το μυαλό τους πάει σε σκοτεινούς θαλάμους επιστημονικών εργαστηρίων, πόρτες ασφαλείας με κωδικούς εισόδου, βαζάκια γεμάτα υγρό και παραμορφωμένα όντα. Οι πιο πολλοί νοσταλγούν την ασφάλεια και τη σιγουριά των παιδικών τους χρόνων, θυμούνται τα καρπούζια και τις ντομάτες της γιαγιάς τους, τα καλοκαίρια που περνούσαν στο χωριό, κι αισθάνονται μια αδιόρατη επιφύλαξη απέναντι στη βιογενετική πρόοδο, που κάτω από τη συστηματική πλύση εγκεφάλου που ασκούν οι οικολογικές οργανώσεις, μπορεί να πάρει τη μορφή μιας απόλυτα αρνητικής προκατάληψης.
Χρειαζόταν λοιπόν μια άλλη λέξη. Μια λέξη που θα ήταν πιο ουδέτερη, πιο αντικειμενική και πιο κατάλληλη για να προβάλλει τις ευοίωνες εξελίξεις που υλοποιούνται. Το σκέφτηκα λίγο, ζήτησα και τη γνώμη της Παπαπέτρου που ασχολείται με τους διαφημιστικούς λογότυπους, και, τελικά, κατέληξα στη έννοια της διαφοροποίησης: «γενετικά διαφοροποιημένα οπωροφόρα δέντρα, λελογισμένη διαφοροποίηση». Μου άρεσε. Αν μη τι άλλο, διαβάζεις τις φράσεις αυτές και νιώθεις τη γλώσσα σου να γλιστράει σε ένα εύηχο γλωσσικό περιβάλλον, χωρίς να κινδυνεύει να σκαλώσει σε κακόηχα συμφωνικά συμπλέγματα.
Η δεύτερη διόρθωση αφορούσε τη λέξη που προσδιορίζεται από την αναφορική πρόταση στην περίοδο «Πρόκειται για ένα ακόμη θαύμα της γενετικής μηχανικής, που υπόσχεται να δώσει τα αμέσως επόμενα χρόνια λύση στις αυξανόμενες διατροφικές ανάγκες του αναπτυγμένου και κυρίως του υπανάπτυκτου κόσμου». Η χρήση του κόμματος απέδιδε την αναφορική ως προσδιορισμό στη λέξη «θαύμα»: τα νέα υβρίδια λεμονιάς, κερασιάς, ροδιάς και ροδακινιάς είναι το γενετικό θαύμα που υπόσχεται να κτλ. Έφερα στο μυαλό μου τη δική μας κερασιά, που για να πούμε και του στραβού το δίκιο μόνο θαύμα δε θα μπορούσε να θεωρηθεί, κι ένιωσα ότι εξαπατώ τους αναγνώστες μου, πράγμα που δε μου άρεσε καθόλου. Ξέρεις πόσο αυστηρός και αμετακίνητος είμαι σε θέματα επιστημονικής δεοντολογίας και αντικειμενικότητας.
Στην αρχή σκέφτηκα να σβήσω ολόκληρη την περίοδο, αλλά ήξερα ότι δεν διατηρούσα πλέον το δικαίωμα για τόσο εκτεταμένες παρεμβάσεις. Μπορεί το κείμενο να το είχα γράψει εγώ, αλλά από τη στιγμή που το ενέκριναν είχε περιέλθει κάτω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας, απέναντι στο οποίο διατηρούσα τις περιορισμένες φιλολογικές αρμοδιότητες ενός γλωσσικού επιμελητή. Τελικά, αποφάσισα να κάνω κάτι πολύ πιο απλό, που δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση να εγείρει οποιαδήποτε ιδεολογική, επιστημονική ή γλωσσική επιφύλαξη: αφαίρεσα το κόμμα. Μη σου κάνει καθόλου εντύπωση. Ελλείψει κόμματος, η αναφορική αλλάζει κατεύθυνση και νόημα, αφού γίνεται προσδιορισμός στον όρο γενετική μηχανική: η γενετική μηχανική είναι αυτή που υπόσχεται να… κτλ.
Σαν να έφυγε ένα βάρος από πάνω μου και για πρώτη φορά ξεκαθάρισα ό,τι ως εκείνη τη στιγμή υπήρχε αδιόρατο μέσα μου. Κατάλαβα ότι προσφέρω τις υπηρεσίες μου σε μια ευγενική υπόθεση, ότι συμβάλλω στην «οπωροφόρα επανάσταση» της ελληνικής υπαίθρου κι ότι συντελώ στην προώθηση της δεύτερης «γεωργικής επανάστασης» ολόκληρης της ανθρωπότητας. Γιατί η Plant Genetics A.E. στην οποία εργάζομαι, όπως κι εσύ άλλωστε, δεν είναι μια τυχαία εταιρεία, αλλά θυγατρική μιας πρωτοπόρου πολυεθνικής εταιρείας στον τομέα της γενετικής μηχανικής, η οποία γενετική μηχανική, όπως βεβαιώνει πλέον και το κείμενό μου, θα δώσει στα αμέσως επόμενα χρόνια λύση στο επισιτιστικό πρόβλημα του Τρίτου Κόσμου, όπως προφανώς δίνει λύση εδώ και αρκετά χρόνια στον κίνδυνο της τύφλωσης που αντιμετωπίζουν πεντακόσιες χιλιάδες παιδιά κάθε χρόνο εξαιτίας της έλλειψης βιταμίνης Α. Πεντακόσιες χιλιάδες παιδιά. Αν το σκεφτείς, δεν είναι καθόλου λίγα.
Μου φαίνεται, τελικά, ότι πρέπει να αρχίσω να συμπαθώ την κερασιά μας, κι ας επέμενα πριν από λίγο καιρό να την κόψουμε. Τότε βέβαια είχα τους λόγους μου, αλλά τώρα καταλαβαίνω πόσο αβάσιμοι και επιπόλαιοι ήταν.
Στο κάτω κάτω διατηρεί μια συμβολική αξία για μας, κι ας είναι όπως είναι. Θυμάμαι τη μέρα που τη φυτέψαμε στην αυλή μας, μια βδομάδα αμέσως μετά το γάμο μας. Ήταν πολύ πρωί ακόμη, όταν μ’ άκουσες να σκάβω στον κήπο. Σηκώθηκες για να με βοηθήσεις. Πήρες το δεντρύλιο στα χέρια με τη φροντίδα που κρατάει η μάνα το παιδί της. Έσκυψες αργά και το τοποθέτησες στην τρύπα. Έφερες με προσοχή το χώμα γύρω γύρω από την ρίζα. Όταν τελείωσες, σήκωσες το κεφάλι προς το μέρος μου. Έμεινα να σε κοιτάω έκθαμβος. Το πρόσωπό σου άστραφτε από χαρά και από ευτυχία.
«Είναι σπάνιο είδος» σου εξήγησα. Απόρησες. Δεν ήξερες βέβαια από πού το είχα πάρει.
Το πήρα από την εταιρεία, γιατί ήθελα κάτι που να υπενθυμίζει τη γνωριμία μας. Ακολούθησα την τυπική διαδικασία που προβλέπεται από τον εσωτερικό κανονισμό σε τέτοιες περιπτώσεις. Που σημαίνει ότι απευθύνθηκα με αίτηση στον προϊστάμενο για μια ρίζα οπωροφόρου δέντρου, αυτός με παρέπεμψε στο ερευνητικό προσωπικό του έκτου ορόφου κι αυτοί με παρέπεμψαν στους επιστημονικούς συμβούλους του έβδομου ορόφου. Για να μη στα πολυλογώ, ύστερα από δύο μέρες βρέθηκα στα θερμοκήπια της εταιρείας στον Σχοινιά, απ’ όπου μου πρότειναν οι γεωπόνοι αυτό το υβρίδιο κερασιάς. Μόλις το είχαν φέρει από το εξωτερικό και βρίσκονταν ακόμη στη φάση της έρευνας και των δοκιμών. Θεώρησα ότι μου έκαναν ξεχωριστή τιμή και με δεύτερο έγγραφο που απηύθυνα στον προϊστάμενο εξέφρασα τη βαθιά ευγνωμοσύνη μου.
Αναρωτιέμαι αν έχεις ακόμη συνειδητοποιήσει ότι είμαστε οι πρώτοι σε ολόκληρη την Ελλάδα που φυτέψαμε αυτό το νέο είδος δέντρου. Σκέψου μόνο ότι η εμπορική προώθησή του άρχισε πριν από τέσσερις μόλις μήνες, ενώ εμείς το έχουμε στην αυλή μας εδώ και τόσα χρόνια.
Μια φορά έπεσε στα χέρια μου ένα έγγραφο που αναφερόταν στο νέο υβρίδιο: αυξημένη απόδοση, ανθεκτικότητα στις ασθένειες, ικανότητα προσαρμογής σε οποιοδήποτε περιβάλλον. Και πράγματι, έτσι ακριβώς είναι. Ως προς την απόδοση, την ανθεκτικότητα και την προσαρμογή δεν έχουμε κανένα παράπονο. Στον τρίτο κιόλας χρόνο έδωσε καρπό. Γέμισαν κεράσια όλα τα κλαδιά του. Κατακόκκινα, μεγάλα και ομοιόμορφα. Άνοστα όμως και χωρίς κουκούτσια. Πρώτη φορά έβλεπα τέτοιο πράγμα. Άσπορη κερασιά η κερασιά μας. Εσύ το πήρες για κακό σημάδι. Ήθελες πολύ να κάνουμε παιδιά, κι ας μην τα καταφέραμε ακόμη.
Στην αρχή υπέθεσα ότι θα ήταν μια παροδική ανωμαλία. Προφανώς κάποια σοβαρή διαταραχή στη χημική σύσταση του εδάφους, που εμποδίζει το δέντρο να αναπτυχθεί κανονικά, όπως συνέβη πιο παλιά με τις τριανταφυλλιές μας που μαράζωναν και ξηραίνονταν μες το αμμώδες χώμα. Έσκαψα λοιπόν σε μια αχτίνα τριών μέτρων γύρω από τον κορμό και έφτασα βαθιά ως τις ρίζες. Πέταξα το άρρωστο χώμα και έφερα στη θέση του άλλο, ανακατεμένο με λίπασμα και κοπριά. Έκανα υπομονή να δω πώς θα εξελιχτεί το πράγμα.
Τον πρώτο μήνα κόντεψε να ξεραθεί το δέντρο. Έφτασε ο Μάρτιος και ήταν ακόμα γυμνά όλα τα κλαδιά του. Δεν ανησύχησα όμως, γιατί πίστευα ότι μόνο με έναν τόσο ισχυρό κλονισμό θα μπορούσε να αποκατασταθεί η ανωμαλία. Λίγες βδομάδες αργότερα ξεπετάχτηκαν τα πρώτα μάτια, που έγιναν κλωνάρια, που έβγαλαν φύλλα, που γέμισαν με άνθη. Μετά το Πάσχα είχε κοκκινίσει ολόκληρη η κερασιά. Πήρα ένα και το άνοιξα. Κουκούτσι δε βρήκα. Πήρα δεύτερο και το άνοιξα. Κουκούτσι πάλι δεν βρήκα. Απογοητεύτηκα αλλά δεν το έβαλα κάτω.
Μετά σκέφτηκα τη λύση του μπολιάσματος. Παίρνεις ένα υγιές κλαδί από ομοειδές δέντρο και το ενσωματώνεις στον κορμό, για να αναπτυχθεί σαν να ήτανε δικό του στέλεχος. Συμβουλεύτηκα έναν γεωπόνο της εταιρείας και διάβασα ό,τι σχετικό βρήκα γύρω από το θέμα. Μπόλιασα το δέντρο στα μέσα φθινοπώρου με τη σχολαστικότητα και τη φροντίδα του γιατρού που κάνει μεταμόσχευση καρδιάς στον ασθενή του. Να φανταστείς ότι μέχρι και γάντια φρόντισα να φορέσω. Άνοιξα μια μικρή τομή στον κορμό, τοποθέτησα το μόσχευμα, επάλειψα την οπή με ασβέστη και περιτύλιξα το σημείο της ένωσης με πανιά.
Στους τέσσερις πρώτους μήνες το ξένο σώμα έδειχνε να δένει, αλλά με το που μπήκε η άνοιξη κιτρίνισαν τα φύλλα και άρχισε να μαραζώνει το κλαδί, ώσπου ξεράθηκε τελείως. Απογοητεύτηκα και ούτε που μπήκα στον κόπο να το κατεβάσω. Το άφησα έτσι να κρέμεται ξερό, με τα πανιά στη βάση του φθαρμένα σαν να ήτανε κουρέλια από ένα ξεσκισμένο σκιάχτρο.
Δεν είχα άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψω τις προσπάθειες. Ήταν πια καιρός να συμβιβαστώ με την ιδέα.
Αλλά είχα εσένα με τις ιδιοτροπίες κι εκείνα τα περίεργα όνειρά σου. Όλα γύρω από το δέντρο, λες και στοίχειωσε το μυαλό σου. Τη μια ότι κάνεις κούνια στα κλαδιά του, ντυμένη νύφη, κι εγώ σε σπρώχνω όλο και πιο ψηλά, την άλλη ότι σκαρφαλώνεις στην κορυφή του για να πιάσεις ένα άστρο κι εγώ, λέει, κουνάω από κάτω τον κορμό. Αλλά αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ είναι εκείνο το όνειρο με τα μωρά. Θυμάμαι τότε που μου το διηγήθηκες. Έπινα τον πρωινό καφέ μου στο μπαλκόνι. Ήρθες και κάθισες κοντά μου. Φαινόσουν αναστατωμένη κι ανησύχησα. Τι σου συμβαίνει, σε ρώτησα. Δεν απάντησες.
«Πες μου τι σου συμβαίνει;»
«Είναι σαββατιάτικο πρωινό. Μάιος και μοσχοβολούν τα γιασεμιά μας. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και πηγαίνω στο παράθυρο. Είσαι στον κήπο και φροντίζεις τις τριανταφυλλιές. Σε καλημερίζω. Μου λες να κατέβω. Όπου να ’ναι θα ετοιμάσεις πρωινό καφέ. Πρώτα όμως θέλεις να μαζέψεις λίγα κεράσια. Παίρνεις το πανέρι και ανεβαίνεις στη σκάλα. Απλώνεις το χέρι. Κοιτάω την κερασιά και τι να δω. Νεκρά μωρά ο καρπός της. Τσαμπιά, τσαμπιά νεκρά μωρά, κρεμασμένα από τον ομφάλιο λώρο τους, σαν να έχουν αποκοιμηθεί στην κούνια τους. “Σταμάτα”, φωνάζω. Δεν με ακούς. “Σταμάτα”, σκούζω. Πάλι, δεν με ακούς. Με παίρνουν τα κλάματα. Νεκρά μωρά αραδιασμένα με τάξη στο πανέρι σου… Νεκρά μωρά για φάγωμα, επιδόρπιο στο μεσημεριανό μας…».
Δε σου κρύβω ότι άρχισα να το μισώ. Η συμβολική αξία, που σου έλεγα, μαζί με τις αναπόφευκτες προεκτάσεις της. Κάθε μέρα λοιπόν έβλεπα στην κερασιά που έχουμε στην αυλή του σπιτιού μας μια ολοκάθαρη εικόνα του γάμου μας: όλα φαίνονταν καλά, αλλά για κάποιους αδιευκρίνιστους λόγους δεν ήταν. Κατοικούσαμε σε ένα από τα καλύτερα προάστια της Αθήνας, ζούσαμε σε μια ιδιόκτητη μεζονέτα με αυλή και κήπο, εργαζόμασταν στη μεγαλύτερη εταιρεία βιοτεχνολογίας της Ελλάδας, είχαμε μισθούς που άλλοι θα ζήλευαν, αλλά… Αλλά ήταν αυτό το αλλά, που από τον πρώτο ακόμη χρόνο άρχισα να διακρίνω στα μάτια σου, να εντοπίζω στη φωνή σου και να αντιλαμβάνομαι στη σχέση μας.
Ένα άνοστο κεράσι χωρίς κουκούτσι είναι η ζωή μας, μου είπες κάποτε με παράπονο. Δε νομίζω ότι αναφερόσουν μόνο στην αδυναμία μας να αποκτήσουμε παιδί. Ίσως να είναι η φθορά της καθημερινής επανάληψης ή οι πιεστικές συνθήκες εργασίας ή τα πρώτα σημάδια κρίσης της μέσης ηλικίας. Μπορεί, από την άλλη, να μην είναι τίποτα παραπάνω από τη συνήθειά μου να αφιερώνω τον ελεύθερο χρόνο μου στο κήπο κι όχι σε εσένα ή από την ανάγκη να περιορίσουμε τα άσκοπα έξοδα και να αποφεύγουμε τα πολυήμερα ταξίδια κάτω από την πίεση του δανείου που πληρώνουμε για το σπίτι ή από την αντιδραστική κι ενοχική σου φύση που σε κάνει να βλέπεις πάντα το ποτήρι μισοάδειο.
Τελικά, δεν ξέρω τι είναι αυτό που έφταιξε. Μπορεί κάποιο από αυτά ή όλα μαζί ή ενδεχομένως και κανένα. Όσο τα σκέφτομαι, τόσο πιο μεγάλη σύγχυση και απορία νιώθω. Σε αντίθεση όμως με σένα που από την αρχή συμβιβάστηκες με αυτήν την κατάσταση, κλείστηκες στον εαυτό σου και παραδόθηκες στους εφιάλτες σου, εγώ δεν έπαψα να ελπίζω και να προσπαθώ. Κατά βάθος πίστευα ότι αργά ή γρήγορα θα αλλάξεις οπτική και θα αρχίσεις να βλέπεις πιο αισιόδοξα τη ζωή μας.
Άλλωστε, δε νομίζω ότι χρειάζονται πολλά πράγματα, για να είναι κανείς ευτυχισμένος. Ό,τι ονομάζουμε οικογενειακή ευτυχία ή τουλάχιστον οικογενειακή γαλήνη δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ικανότητα διαχείρισης της συνήθειας, που το μόνο που προϋποθέτει είναι κάποιες έγχρωμες πινελιές στην μουντή καθημερινότητα: η μοσχοβολιά του μεσημεριανού φαγητού, ένα καλοσιδερωμένο κουστούμι, μια καρυδόπιτα το απόγευμα του Σαββάτου, κάποια υποτιμητικά σχόλια για τον κήπο του γείτονα, ένας ποδοσφαιρικός αγώνας ή κάποια ψυχαγωγική εκπομπή στην τηλεόραση.
Μου αρκούν αυτά, σου έλεγα. Δεν με καλύπτουν, μου απαντούσες. Ξέρεις, φορές φορές προτιμάμε να μιλάμε σε γ΄ πληθυντικό για πράγματα κι όχι σε β΄ ενικό για τους ανθρώπους που συνδέονται με αυτά. Κρίνουμε, σχολιάζουμε, καταδικάζουμε, απορρίπτουμε τα πράγματα, για να αποφύγουμε να κρίνουμε, να σχολιάσουμε, να καταδικάσουμε και να απορρίψουμε τους ανθρώπους. Βολεύει. Η μισή αλήθεια πονάει πάντα λιγότερο από όλη την αλήθεια.
Εγώ πάντως πονούσα. Πονούσα γιατί κατά βάθος ένιωθα ότι δε σε καλύπτω, αλλά μην περιμένεις ότι θα ήμουν ποτέ έτοιμος να το παραδεχτώ ενώπιόν σου. Θες από άμυνα, θες από εγωισμό, θες από πείσμα, προτίμησα εν γνώσει μου τις εκλογικεύσεις: δηλαδή ότι είσαι φαντασιόπληκτη, ότι είσαι νευρωτική, ότι είσαι ανώριμη, ότι είσαι… ότι είσαι…
Στο τέλος βαρέθηκα και αυτό το βιολί. Από το να κάθομαι και να μαλώνω μαζί σου όλη τη μέρα, προτίμησα να αφοσιωθώ ακόμη περισσότερο στη φροντίδα του κήπου. Αλλά όποια δουλειά κι αν έκανα, είχα συνέχεια μπροστά μου αυτό το δέντρο, που ρίζωνε, μεγάλωνε κι έριχνε βαριά τη σκιά του πάνω μας.
Αποφάσισα να το αφήσω στην τύχη του. Για έναν ολόκληρο χρόνο ούτε το ράντισα ούτε το πότισα ούτε το κλάδεψα. Έλπιζα ότι αργά ή γρήγορα θα ξεραινόταν, αλλά αυτό συνέχιζε να δυναμώνει και να γεμίζει με κεράσια. Κατακόκκινα, μεγάλα και ομοιόμορφα. Άνοστα όμως και χωρίς κουκούτσια.
Αποφάσισα να το κόψω. Δε με άφησες. «Μα γιατί;», σε ρώτησα, «Τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η κερασιά από τα άλλα δέντρα του κήπου μας;»
«Μου μοιάζει» απάντησες «Ήταν αγέννητη όταν τη χάλασαν στα εργαστήριά τους. Κουκούτσι αφύτρωτο με βγαλμένη μήτρα και βουλωμένες σάλπιγγες, σαν τα στειρωμένα σκυλιά που ζευγαρώνουν χωρίς να γεννάνε. Κοιμάται όλο το χειμώνα και ονειρεύεται κουκούτσια. Βρέχει, φυσάει, χιονίζει κι αυτή αποξεχνιέται μες στα όνειρά της. Κι όταν έρχεται η άνοιξη, ανθοφορούν οι ελπίδες της κεράσια. Όλη νύχτα μένει ξάγρυπνη και με τα θροΐσματα του αέρα νανουρίζει τα παιδιά της. “Νάνι, το μωρό μου κάνει…”. Όλη μέρα τα περιμένει να ξυπνήσουν. Και περιμένει και περιμένει και περιμένει. Τι περιμένει; Αφού, νεκρά μωρά στον κόρφο της, πεθαμένα κεράσια στα κλαδιά της».
Πόσο μονόπλευρα τα έβλεπες όλα! Κολλούσε μια ιδέα στο μυαλό σου και δε σου την έβγαζα με τίποτα. Άκου εκεί τη «χάλασαν»… Εγώ σου λέω ότι μπορεί μια μέρα τα κεράσια αυτά να θεραπεύσουν ασθένειες ή να θρέψουν τους πεινασμένους πληθυσμούς της Αφρικής. Παραδέχομαι ότι δεν είναι τόσο νόστιμα, αλλά πρέπει κι εσύ με τη σειρά σου να αναγνωρίσεις πως ούτε η αχλαδιά ούτε η μηλιά, που φέραμε από το χωριό της μάνας σου, δεν είναι νόστιμες.
Στο κάτω κάτω, αν δε σου αρέσουν τα κεράσια της, κανείς δεν σε υποχρεώνει να τα φας. Αλλά το γεροντάκι με τη μασέλα και ο γονιός που έχει μωρό παιδί στο σπίτι, γιατί να μην μπορούν να τα αγοράζουν; Από πού αντλείς το θράσος να υποστηρίζεις ότι θα έπρεπε να είναι αυστηρά ελεγχόμενες οι βιογενετικές εξελίξεις, όταν τα αποτελέσματά τους μπορούν να αποβούν τόσο ευεργετικά για τους υποσιτισμένους λαούς των υπανάπτυκτων χωρών ή τουλάχιστον να εξασφαλίσουν το αναφαίρετο δικαίωμα του αναπτυγμένου κόσμου στην ανεμπόδιστη καταναλωτική επιλογή σε συνθήκες ελεύθερης οικονομίας;
Τελικά, όσο το σκέφτομαι, τόσο πιο πολύ συμπαθώ την κερασιά μας. Όχι από οίκτο, όπως εσύ, αλλά με σύνεση, με περίσκεψη, με στοχασμό. Τη συμπαθώ με έναν αγνό και άδολο ανθρωπισμό, που μου διδάσκει πως οι δικές μου εμμονές ή τα δικά μου προβλήματα δεν πρέπει να αποτελούν βάση αποτίμησης των πάντων ούτε και να στρέφονται εναντίον των άλλων. Καταλαβαίνεις ότι αναφέρομαι στη δυσκολία μας να αποκτήσουμε παιδί, αλλά για την ώρα δε θα ήθελα να το θίξω αυτό το θέμα. Καταλαβαίνεις, φαντάζομαι, το λόγο.
Άνοιξα το δεύτερο συρτάρι μου και πήρα ένα κεράσι. Το κράτησα μαλακά στη χούφτα μου σαν να ήτανε μωρό παιδί κι ένα αίσθημα πατρικής στοργής πλημμύρισε την ψυχή μου. Το έφερα μπροστά στα μάτια μου και το κοίταξα με προσοχή. Μου φάνηκε τόσο μικρό και αδύναμο, τόσο όμορφο και ελπιδοφόρο. Και τότε μια σκέψη φώτισε το μυαλό μου, λες κι άνοιξαν μεμιάς όλοι οι κρουνοί της γνώσης.
Το πιο λογικό απ’ όλα είναι να προέρχονται από τα κεράσια! Εννοώ, οι λάσπες που είχα στο παντελόνι και οι λεκέδες που είχα στο σακάκι μου. Το είχα, βέβαια, σκεφτεί κι από την αρχή ακόμη, αλλά μόλις τώρα έδενε στο μυαλό μου με μια βεβαιότητα που με χαροποιούσε αφάνταστα.
Σκέψου το εξής σενάριο:
Ξυπνάω πρωί, πρωί κι ετοιμάζομαι για τη δουλειά μου. Καθώς φεύγω, βλέπω την κερασιά και αποφασίζω να μαζέψω λίγα κεράσια, γιατί απ’ όσο θυμάμαι έχω υποσχεθεί εδώ και πολύ καιρό στον προϊστάμενο να του πάω μια σακούλα. Πιάνω λοιπόν τσαμπιά τσαμπιά τα κεράσια και γεμίζω τη σακούλα. Κοντεύω πια να τελειώσω. Κόβω ένα τελευταίο κεράσι, αλλά λιώνει στα χέρια μου και πιτσιλάει το σακάκι μου. Ξαφνιάζομαι, χάνω την ισορροπία μου και πέφτω από τη σκάλα. Χτυπάω το κεφάλι μου. Συνέρχομαι ύστερα από λίγα λεπτά και έρχομαι στην εταιρεία.
Ναι, έρχομαι. Αλλά το ερώτημα είναι με τι έρχομαι. Δε θα έπρεπε λογικά να θυμάμαι αν ήρθα με το αυτοκίνητο ή με ταξί ή με αστικό; Και γιατί ενώ θυμάμαι όλα τα άλλα, αυτό που δε θυμάμαι καθόλου είναι τι συνέβη από τη στιγμή που ξάπλωσα μέχρι τη στιγμή που έπεσα, αν βέβαια έπεσα, από τη σκάλα. Και γιατί ενώ θυμάμαι ότι ήσουν στον υπολογιστή μέχρι αργά το βράδυ, αυτό που δε θυμάμαι καθόλου είναι αν ήρθες, τελικά, στο κρεβάτι όπως μου υποσχέθηκες;
Πολύ επιλεκτική τη βρίσκω αυτή την αμνησία μου και δε μου αρέσει καθόλου.





(συνέχεια: 19.11.09,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Εσύ, η μισή ελπίδα μου",
έκταση: 4.300λ.)

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Το άλλο της πρόσωπο

Πρόκειται για διήγημα. Μου ζητήθηκε προς δημοσίευση από φίλο ως εξής: Δοκιμάζουμε την ποιητικότητα της γραφής μας σε διήγημα περίπου 700 λέξεων με θέμα "για την Ελένη".






Καθόταν σε ένα μικρό σκαμπό της κρεβατοκάμαράς της κι είχε το βλέμμα καρφωμένο στον καθρέφτη. Σαν να έβλεπε κάτι που την ξάφνιαζε τόσο πολύ, ώστε έμεινε για λίγο ακίνητη να εξετάζει απορημένη το είδωλό της, κρατώντας τη βούρτσα μπλεγμένη στα μαλλιά κι έχοντας μια μικρή κλίση προς τον αριστερό της ώμο.
Είχε φάει όλο το απόγευμα μπροστά στον καθρέφτη. Τρεις ολόκληρες ώρες με πίλινγκ, μάσκες ενυδάτωσης, κρέμες, μέικ απ, ρουζ, κραγιόν, πούδρες κτλ. και τώρα, που κόντευε να τελειώσει, κοιτούσε τον εαυτό της και μια σκιά ανησυχίας σκοτεί
Υπήρχε κάτι που την ενοχλούσε, κάτι που αισθανόταν ότι χαλάει την εικόνα της, χωρίς όμως να είναι σε θέση να το προσδιορίσει με απόλυτη ακρίβεια. Δεν διέκρινε κάποια υπερβολή ή έλλειψη, τίποτα το επιτηδευμένο ή το δυσαρμονικό στο βάψιμό της. Αντίθετα, φαινόταν όπως ακριβώς θα ήθελε να είναι: οι ρυτίδες εξαφανίστηκαν, η επιδερμίδα άστραφτε, τα μαλλιά απέκτησαν όγκο και το γαλάζιο των ματιών της έπαψε να φαίνεται ξεθωριασμένο.
Χωρίς καμιά αμφιβολία ήταν αρκετά όμορφη κι, αν μάλιστα χαμήλωνε λίγο ο φωτισμός, θα μπορούσε να την κάνει κανείς μέχρι και πέντε χρόνια νεότερη. Αλλά η ίδια ήταν πολύ αυστηρή με τον εαυτό της, και ακόμα παραπάνω τώρα που ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Την έπιασαν οι ενοχές της.
Γιατί να μην κάνει μια θεραπεία κυτταρικής ανάπλασης, που θα αναζωογονούσε την επιδερμίδα της με πιο φυσικό τρόπο; Γιατί να μην κάνει το πρώτο μπότοξ στα μάγουλα, όταν νεότερη συνάδελφός της από το σχολείο είχε ήδη κάνει το τρίτο; Γιατί να μην κάνει μια ανορθωτική στήθους, που θα τη βοηθούσε να ξαναβρεί τη χαμένη της αυτοπεποίθηση;
Σκέφτηκε τον εαυτό της να κάθεται στο τραπέζι του εστιατορίου απέναντι από το συνοδό της, με το μέικ απ του προσώπου της να αυλακώνει λίγο λίγο από τον ιδρώτα, την επιδερμίδα να σακουλιάζει στα μάγουλα της και τα πεσμένα στήθη να σμπαραλιάζουν τη μειωμένη αυτοεκτίμησή της. Αναρωτήθηκε πόσες φορές θα έπρεπε να φρεσκαριστεί στην τουαλέτα ή να συγκρατήσει το γέλιο ή να αποφύγει τους μορφασμούς, για να διατηρήσει άθικτη αυτή την ψεύτικη μάσκα ομορφιάς πάνω από το πρόσωπό της, και αμέσως κατάλαβε πόσο άνισος, πόσο μάταιος, πόσο χαμένος ήταν ο αγώνας που ετοιμαζότανε να δώσει.
Θα μπορούσε βέβαια να διασκεδάσει τις αγωνίες της αρκούμενη στις υποκριτικές φιλοφρονήσεις του συνοδού της, μέχρι τη στιγμή που θα την έριχνε στο κρεβάτι. Αλλά το ήξερε τόσο καλά αυτό το έργο, που δεν της κινούσε πλέον καθόλου το ενδιαφέρον. Άλλωστε σε μισή ή το πολύ σε μία ώρα που θα έφευγε νικητής από το διαμέρισμά της θα διέκρινε στο πρόσωπο του αυτό το συγκαταβατικό βλέμμα, που θα επισφράγιζε την απόρριψη και το χλευασμό που από την πρώτη στιγμή αιωρούνταν στα λόγια, στις χειρονομίες και στις γκριμάτσες του.
Δεν είχε πλέον καμία όρεξη. Δεν ήθελε τίποτα, ούτε να βγει ούτε να διασκεδάσει ούτε να ελπίζει. Ήθελε μόνο να συνεχίσει να κάθεται εκεί, ακίνητη μπροστά στον καθρέφτη, με τη βούρτσα μπλεγμένη στα μαλλιά της και με το κεφάλι της γερμένο προς τον αριστερό ώμο. Όχι, όχι, ήταν απολύτως αποφασισμένη, δεν επρόκειτο να μετακινηθεί από τη θέση της όσες φορές κι αν της χτυπούσε το κουδούνι, όσες φορές κι αν την καλούσε στο κινητό. Για μία και μόνη φορά διεκδικούσε το δικαίωμά της σε μια νίκη, έστω κι αν ήξερε πολύ καλά θα ήταν αυτή που θα σήμανε την οριστική της ήττα.
Η αγωνία έδωσε τη θέση της στο φόβο. Αναρωτιόταν αν ήταν στα αλήθεια έτοιμη να αντέξει μόνη της μια ακόμη νύχτα κι ύστερα μια άλλη κι ύστερα μια άλλη. Ήταν; Τότε από πού προερχόταν το αίσθημα της μοναξιάς που την κυρίευσε; Έσκυψε απελπισμένη το κεφάλι της και το κόλλησε στον καθρέφτη.
Τότε ακριβώς πρόσεξε κάτι που τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον της. Παρατήρησε ότι αυτό που τόση ώρα την ενοχλούσε στην εικόνα της δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια μικρή τρίχα. Μια ασήμαντη τριχούλα που κρεμότανε κάτω ακριβώς από το σαγόνι σαν να ήταν ξεχειλωμένη ραφή από ακριβό ύφασμα που φθάρθηκε από την πολυκαιρία.
Την έπιασε με την άκρη των δαχτύλων της και την τράβηξε με μια δύναμη που περιείχε όλη την οργή της για όλες τις υποκριτικές φιλοφρονήσεις και για όλα τα απορριπτικά βλέμματα. Στη στιγμή, το πρόσωπό της άρχισε να ξηλώνεται σαν να ήταν υφασμάτινη μάσκα και σιγά σιγά εμφανίστηκε από κάτω μια θολή και συγκεχυμένη μορφή, όμοια με εκείνη που κραυγάζει στο γνωστό πίνακα του Munch.
Έβλεπε την αληθινή της όψη να φανερώνεται μπροστά της παραμορφωμένη κι αποκρουστική, αλλά δεν έβαλε τις φωνές τρομαγμένη ούτε απέστρεψε το βλέμμα της από τον καθρέφτη ούτε έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες. Φαινόταν μάλιστα πιο ήρεμη και γαλήνια, πιο σίγουρη και σταθερή από κάθε άλλη φορά, σαν να περίμενε ότι αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε κάτι τέτοιο.
Κι όταν πια αποκαλύφτηκε ολόκληρη η νέα μορφή της, κοιτάχτηκε μια τελευταία φορά κατάματα κι ένα αινιγματικό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Σηκώθηκε όρθια μπροστά στον καθρέφτη, πήρε από το χέρι το είδωλό της και κατευθύνθηκε προς κρεβάτι. Μετά ξάπλωσε κι αγκάλιασε τρυφερά τον αληθινό εαυτό της και για πρώτη φορά, ύστερα από πολλά πολλά χρόνια, κοιμήθηκαν μονάχες τους παρέα.