Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

3. "Οι αδιάσειστες ενδείξεις"

Πόση ώρα έμεινα έτσι ξεχασμένος στην καρέκλα σου; Πάντως όταν σήκωσα τα μάτια μου, το ρολόι του τοίχου έδειχνε 7:16. Σαν να είχα πέσει σε βαθύ λήθαργο για τριάντα πέντε ολόκληρα λεπτά. Έκανα να στηριχτώ στα πόδια μου, αλλά ένιωσα έναν πολύ δυνατό πόνο να τρυπάει το κεφάλι μου. Ξανάκατσα και περίμενα ακίνητος, ώσπου να μου περάσει. Είμαι αρκετά συνηθισμένος, για να τρομάζω με τον πρώτο πονοκέφαλο. Τελευταία, βλέπεις, υποφέρω συχνά από ημικρανίες.
Στα καλά καθούμενα, νιώθω να με κεραυνοβολεί μια αστραπή με πανίσχυρα ηλεκτρικά φορτία που διοχετεύονται στους λοβούς του εγκεφάλου μου και διακλαδίζονται σε όλες τις δαιδαλώδεις αυλακιές τους. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα της ώρας οι εγκεφαλικές συνάψεις των νευρώνων μου βραχυκυκλώνουν και περιέρχομαι σε συνθήκες μιας οδυνηρής σκοτοδίνης.
Είναι σαν να βρίσκομαι σε μια κατασκότεινη αίθουσα, χωρίς παράθυρα ή τεχνητό φωτισμό. Φαντάζομαι πως κάθομαι σε ένα μακρόστενο τραπέζι, που βρίσκεται στο μέσο της, ενώ κάποια άλλα άτομα περπατάνε γύρω μου και με κοιτάζουνε αμίλητοι. Υποθέτω ότι κάτι περιμένουν από μένα, αλλά δεν ξέρω ούτε ποιοι είναι ούτε τι ακριβώς θέλουν. Έχω σκυμμένο το κεφάλι και δείχνω να διστάζω ή να φοβάμαι να τους δω κατάματα, κρύβω το πρόσωπό μου μέσα στις παλάμες. «Τι θέλετε να σας πω;» προλαβαίνω να ρωτήσω με σιγανή και τρεμάμενη φωνή. Στη στιγμή χάνονται όλα από το μυαλό μου και επανέρχομαι στην προηγούμενη κατάσταση σαν να μην συνέβη τίποτα απολύτως.
Έτσι ακριβώς έγινε και τώρα. Σηκώθηκα από την καρέκλα μου, σαν να μην συνέβη τίποτα απολύτως. Κούνησα πέρα δώθε το κεφάλι μου, για να διώξω τελείως τις άσχημες εικόνες και περπάτησα με βιαστικό βήμα στο διάδρομο. Πέρασα μπροστά από τα άλλα γραφεία, χωρίς να παρατηρήσω κάτι που θα μπορούσε να τραβήξει την προσοχή μου. Υπήρχαν παντού οι υπολογιστές, οι μολυβοθήκες, τα βιβλία και τα σημειώματα με τις εκκρεμότητες της άλλης μέρας. Έφτασα στο δικό μου το γραφείο. Ήταν, όπως ακριβώς, το αφήνω κάθε μέρα.
Κάθισα στην καρέκλα μου. Άνοιξα το δεύτερο συρτάρι, το βαθύ, κι έχωσα μέσα τη σακούλα με τα κεράσια. Σκυμμένος καθώς ήμουν είδα το πρόσωπό μου να διαγράφεται σκοτεινό στην σβησμένη οθόνη του υπολογιστή και τρόμαξα να με αναγνωρίσω. Μπορεί ο εσωτερικός κανονισμός να είναι ιδιαίτερα ανεκτικός σε ζητήματα ενδυμασίας και εμφάνισης, αλλά καλό είναι να μη δίνουμε κανένα δικαίωμα στους άλλους. Ξέρεις, άλλωστε, ότι εδώ μέσα δε χάνουν ευκαιρία. Τις προάλλες τους άκουσα να σχολιάζουν τον καινούριο υπεύθυνο των ηλεκτρονικών συστημάτων, τον Δημάκη εννοώ, που έρχεται στη δουλειά με τζιν, μακό και αθλητικά παπούτσια, και ένιωσα πολύ άσχημα για λογαριασμό του. Λέγανε ότι τον κάλεσε ο προϊστάμενος στο γραφείο του για να του κάνει τις σχετικές συστάσεις. Ότι εδώ μέσα δεν είναι το κυλικείο της σχολής του ή κανένα ουζερί στο Μοναστηράκι. Φαντάστηκα τον εαυτό μου να απολογούμαι σαν μαθητούδι μπροστά στο προϊστάμενο για την σημερινή μου εμφάνιση και αποφάσισα θα έπρεπε να επισπεύσω τις ενέργειές μου.
Πήγα στην τουαλέτα και στήθηκα μπροστά στον καθρέφτη. Μαύροι κύκλοι είχαν σχηματιστεί γύρω από τα μάτια μου κι ένα ψιλό γενάκι κάλυπτε ελαφρά το πρόσωπό μου. Έπλυνα καλά τα χέρια μου, έβγαλα το σακάκι, έριξα μπόλικο νερό στα μούτρα μου και χτένισα με τα δάχτυλα τα μαλλιά μου. Με ένα βρεγμένο χαρτί καθάρισα τους λεκέδες που είχα στο σακάκι και τις λάσπες από το παντελόνι και από τα παπούτσια μου. Πέρασα ξανά και ξανά τα ίδια σημεία, σφουγγαρίζοντας τα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, ύστερα έστρωσα καλύτερα το πουκάμισο, ξανάδεσα τη γραβάτα και φόρεσα το σακάκι. Έπλυνα πάλι τα χέρια μου στη βρύση και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Χωρίς να είμαι απόλυτα ικανοποιημένος, υπήρχε ολοφάνερη βελτίωση στην εικόνα που παρουσίαζα. Χαμογέλασα ευχαριστημένος και μια συγκαταβατική γκριμάτσα απλώθηκε σ’ όλο μου το πρόσωπο.
Τη στιγμή που επέστρεφα, άκουσα ένα θόρυβο στο βάθος της αίθουσας. Ξαφνιάστηκα, γιατί ήταν πολύ νωρίς, ακόμη και για όσους συνηθίζουν να έρχονται πρώτοι στη δουλειά. Κινήθηκα λοιπόν με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη δημιουργώ την εντύπωση ότι κρύβομαι, αλλά ούτε και να γίνομαι εύκολα αντιληπτός. Έφτασα στην πρώτη θέση εργασίας από αριστερά, εκεί που υπάρχει μια κολώνα. Στάθηκα πίσω από την κολώνα και κοίταξα προσεκτικά. Δε θα το πιστέψεις, αλλά είδα κάποιον να στέκεται πάνω από το γραφείο σου και να ψάχνει τα πράγματά σου.
Πρόσωπο δεν πρόλαβα να διακρίνω, γιατί είχε γυρισμένη την πλάτη. Πάντως φορούσε ένα ανοιχτόχρωμο σακάκι που έφερνε προς το χακί κι είχε κάτι που άστραφτε στο πέτο. Υπέθεσα ότι θα ήταν κάποια καρφίτσα ή ενδεχομένως μια κονκάρδα. Κονκάρδα; Μα ποιος σοβαρός άνθρωπος θα έβαζε κονκάρδα στο σακάκι του; Αποφάσισα να γυρίσω από την άλλη πλευρά της κολώνας, για να έχω καλύτερο οπτικό πεδίο. Πόσο έκανα; Ένα δευτερόλεπτο; Δύο δευτερόλεπτα; Ε λοιπόν, δεν ήταν πια εκεί. Κοίταξα στο διάδρομο. Είχε γίνει άφαντος. Ξανακοίταξα. Δε φαινόταν πουθενά.
Αποφάσισα να κατευθυνθώ ξανά προς το γραφείο σου, για να διαπιστώσω αν λείπει κάτι. Καταλαβαίνεις βέβαια ότι δεν είχα καμία πρόθεση να το αφήσω έτσι. Θυμάσαι εκείνη την περίπτωση με τα έγγραφα που υπεξαιρέθηκαν από το γραφείο του προϊσταμένου, τότε που κατηγόρησαν τον προκάτοχο του Δημάκη για βιομηχανική κατασκοπεία. Αν κάτι έμαθα από όλα όσα έγιναν τότε, είναι ότι πρέπει να έχουμε πάντα τα μάτια μας ανοιχτά.
Έψαξα σε όλο το γραφείο σου, αλλά δεν εντόπισα τίποτα. Άνοιξα τα συρτάρια. Το σημειωματάριο και το λεξικό βρίσκονταν στη θέση τους. Ξανακοίταξα πιο σχολαστικά. Όλα ήταν όπως ακριβώς τα είχα αφήσει.
Άρχισα να προβληματίζομαι. Τι το ιδιαίτερο θα περίμενε να βρει κάποιος στο γραφείο μιας απλής μεταφράστριας, και μάλιστα τρίτης στην τάξη της σχετικής ιεραρχίας; Γιατί αν πράγματι ήθελε κάτι, θα ήταν πολύ πιο λογικό να στραφεί στα γραφεία των άλλων δύο μεταφραστών, που έχουν ανώτερη διαβάθμιση, άρα και αρμοδιότητα σε πιο σημαντικά κείμενα ή ακόμη καλύτερα θα μπορούσε να πάει κατευθείαν στο γραφείο του προϊσταμένου, όπως συνέβη και την προηγούμενη φορά.
Όσο το σκεφτόμουν, τόσο μεγάλωνε μέσα μου η αμφιβολία. Μπορεί να παρανόησα λόγω κόπωσης ή ζάλης ή να φαντάστηκα τη σκηνή προβάλλοντας σε ένα τρίτο πρόσωπό ό,τι έκανα εγώ πριν από λίγη ώρα στο γραφείο σου. Οφείλω να ομολογήσω ότι το τελευταίο διάστημα αντιμετωπίζω με κλιμακούμενη συχνότητα τέτοια προβλήματα αντίληψης. Νομίζω ότι ακούω ή ότι βλέπω πράγματα που είτε δε συνέβησαν ποτέ είτε έγιναν αλλά σε παρελθόντα χρόνο.
Όμως στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν ακριβώς έτσι.
Το λέω, γιατί τη στιγμή που ετοιμαζόμουνα να φύγω διέκρινα κάτι που τράβηξε αμέσως την προσοχή μου. Οι σελίδες του λεξικού σου δεν έκλειναν. Σαν να υπήρχε ένα μεγάλο εξόγκωμα ανάμεσά τους. Άνοιξα το βιβλίο και βρήκα έκπληκτος ένα κόκκινο γαρύφαλλο. Να λοιπόν που δεν έφταιγε η φαντασία μου. Κάποιος έβαλε αυτό το γαρύφαλλο στο βιβλίο σου, και σίγουρα δεν ήμουν εγώ. Προσπάθησα να κατανοήσω το νόημα της χειρονομίας. Χωρίς καμιά αμφιβολία, επρόκειτο για ομολογία κάποιου συναισθήματος απέναντί σου, που θα μπορούσε να κυμαίνεται από την απλή εκτίμηση μέχρι και την αγάπη. Το ερώτημα είναι ποιος και γιατί θα ήθελε να προβεί σε μια τέτοια ομολογία και δε σου κρύβω ότι το μυαλό μου πήγε αμέσως στον Χριστοφόρου.
Νομίζω ότι σε κολάκευε το ενδιαφέρον του, όσο κι αν δεν το παραδεχόσουν. Δεν έχουν περάσει πολλοί μήνες από τότε που έστειλε ολόκληρη ανθοδέσμη στο σπίτι. Δεν ήταν βέβαια γαρύφαλλα, αλλά θυμάμαι ότι είχαν το ίδιο χρώμα. Κόκκινα τριαντάφυλλα, αν δεν κάνω λάθος. Έκανες την αδιάφορη μπροστά μου, αλλά τη στιγμή που έσκυψες, για να τα τακτοποιήσεις στο βάζο διέκρινα στο πρόσωπό σου μια αμυδρή έκφραση ικανοποίησης και φιλαρέσκειας. Δεν έδωσα τότε καθόλου σημασία, για να μην νομίζεις ότι ζηλεύω, αλλά τώρα που το σκέφτομαι υποψιάζομαι ότι μπορεί και να συνέβαιναν πίσω από την πλάτη μου πράγματα που λόγω αφέλειας ή υπερβολικής εμπιστοσύνης αγνοούσα. Να ξέρεις όμως ότι από εδώ και πέρα έχω αποφασίσει να αλλάξω τακτική απέναντί σου.
Συνέχιζα να κρατάω απορροφημένος το γαρύφαλλο στα χέρια μου, όταν άκουσα το θόρυβο του ανελκυστήρα. Θα έπρεπε να βιαστώ. Φαντάσου τι θα σκέφτονταν αν με έβλεπαν πάνω από το γραφείο σου! Έβαλα το γαρύφαλλο αμέσως στο βιβλίο του, έκλεισα το συρτάρι κι απομακρύνθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Τη στιγμή που άνοιγε η πόρτα του ανελκυστήρα, εγώ καθόμουν στη θέση μου και έκανα πως τακτοποιώ τα πράγματά μου.
Πήρα ένα κόκκινο στιλό κι άρχισα να διορθώνω κάποιο έγγραφο, αλλά με την άκρη του ματιού μου είχα ανοιχτό πεδίο προς την είσοδο. Άκουγα τον ξηρό ήχο που κάνουν τα ξύλινα παπούτσια πάνω στο πλακάκι συνεχώς να δυναμώνει. Περίμενα λίγο ακόμα κι όταν ήμουν πλέον σε θέση να δω, σήκωσα λίγο το κεφάλι μου. Στο βάθος του διαδρόμου διέκρινα τη μορφή του προϊσταμένου να πλησιάζει με σταθερό βήμα. Φορούσε σκουρόχρωμο σακάκι κι απ’ όσο μπόρεσα να διακρίνω, όταν ήρθε πιο κοντά, δεν είχε κάποια καρφίτσα ή οτιδήποτε άλλο που να αστράφτει στο πέτο.
Προφανώς δεν αντιλήφθηκε την παρουσία μου. Πέρασε μάλιστα από δίπλα μου χωρίς να πει τίποτα και μόνο όταν τον καλημέρισα στράφηκε ξαφνιασμένος προς το μέρος μου. Διέκρινα κάποια έκπληξη στο βλέμμα του κι ο χαιρετισμός του είχε έναν τόνο ικανοποίησης. Νομίζω ότι του έκανε θετική εντύπωση που με είδε τέτοια ώρα στη δουλειά και σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να το καθιερώσω από εδώ και πέρα. Όχι κατ’ ανάγκην πάντα, αλλά κάποιες φορές σίγουρα θα χρειαζόταν. Ξέρεις ότι ειδικά αυτό το διάστημα έχω ακόμη περισσότερους λόγους να τα πηγαίνω καλά μαζί του.
Στα επόμενα δέκα λεπτά άρχισαν να έρχονται κι οι άλλοι. Όλα έμοιαζαν τόσο κανονικά, που θα έλεγες ότι δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να διαταράξει την αυστηρή συνοχή τους. Ο προϊστάμενος έκοβε βόλτες στο διάδρομο, οι υπάλληλοι περνούσαν από μπροστά του και τον καλημέριζαν με προσποιητή ευγένεια και ο Στεργίου είχε αρχίσει να μοιράζει τα έγγραφα και την αλληλογραφία από γραφείο σε γραφείο.
Μόνη εξαίρεση ήταν η δική σου απουσία. Ήθελα να πιστεύω ότι επρόκειτο για απλή καθυστέρηση. Δε χάθηκε ο κόσμος, αν δεν ερχόσουν μια φορά στην ώρα σου. Κι η Αλεξίου αργεί συστηματικά το τελευταίο διάστημα, χωρίς μάλιστα να έχει οποιαδήποτε ενόχληση από τον προϊστάμενο ή να υφίσταται τις προβλεπόμενες από τον εσωτερικό κανονισμό κυρώσεις. Αλλά πώς να το κάνουμε; Η Αλεξίου είναι Αλεξίου. Εννοώ ότι έχει τον τρόπο της να τα καταφέρνει με τους ανωτέρους της, ειδικά όταν πρόκειται για άντρες. Αναρωτιόμουν αν ίσχυε κάτι αντίστοιχο και με σένα κι από το μυαλό μου πέρασε αμέσως η εικόνα του αγνώστου που είδα πριν από λίγη ώρα πάνω στο γραφείο σου. Ποιος μου λέει ότι ήταν σίγουρα ο Χριστοφόρου κι όχι κάποιος διευθυντής ή προϊστάμενος από άλλο τμήμα; Και μόνο στη σκέψη, ένιωθα να δυναμώνει μέσα μου ο θυμός.
Στις 8:11 πέρασε από το γραφείο μου ο Στεργίου. Σταμάτησε μπροστά μου, χωρίς να με κοιτάξει, κι άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στα έγγραφά του. Τελικά, έπιασε ένα μεγάλο πακέτο.
«Τι έχουμε για σήμερα;» τον ρώτησα.
«Τα συνηθισμένα».
Μια στοίβα από έγγραφα υψώθηκε αμέσως πάνω στο γραφείο μου. Πράγματι, ήταν ένα συνηθισμένο Κιλιμάντζαρο.
«Περισσότερα δεν έχει;» τον ειρωνεύτηκα.
«Γιατί γκρινιάζεις; Χτες ήταν αργία και ακολουθεί ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο. Θα έχεις στη διάθεσή σου όσο χρόνο θέλεις για να ξεκουραστείς».
Δεν του απάντησα. Το μάτι μου είχε κολλήσει στην κορυφή της χαρτούρας.
«Κι από πότε άρχισε να ξαναχιονίζει στο Κιλιμάντζαρο;» μονολόγησα απορη¬μένος και τράβηξα τον λευκό επιστολικό φάκελο που ξεχώριζε. Στη θέση του αποστολέα υπήρχε το έμβλημα και ο λογότυπος της επιχείρησης και στη θέση του παραλήπτη το δικό μου όνομα, με τον κωδικό 2cΒ6 και την ένδειξη “ΈΔΡΑ ΜΑΣ”.
«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησα κι αμέσως το μετάνιωσα. Όπως ξέρεις, ο εσωτερικός κανονισμός προβλέπει ότι οι αρμοδιότητες των υπαλλήλων είναι αυστηρά καθορισμένες και δεν πρέπει να συγχέονται.
«Τι κάθομαι και σε ρωτάω τώρα και σένα…» έσπευσα να συμπληρώσω με έναν τόνο συγκατάβασης και λεπτής ειρωνείας και γύρισα το βλέμμα προς τον υψωμένο πάκο. Φυλλομέτρησα βιαστικά τα έγγραφα, για να υπογράψω το έντυπο παραλαβής και να απαλλαγώ οριστικά από την παρουσία του. Δεν ήθελα να τον έχω πάνω στο κεφάλι μου.
«Όλα καλά;» με ρώτησε, τη στιγμή που ετοιμαζότανε να φύγει.
Η επιστολή τρεμόπαιξε για λίγο στα χέρια μου.
«Γιατί με ρωτάς;»
«Φαίνεσαι ωχρός. Είσαι άρρωστος;»
Θα μπορούσε να αποτελέσει μια ικανοποιητικότατη εξήγηση. Ότι δηλαδή έπασχα από κάποια ίωση ή υπόφερα από ένα κρύωμα, ίσως και να είχα λίγο πυρετό. Έφερα ανήσυχος την παλάμη μου στο μέτωπο, αλλά δεν ένιωσα να υπάρχει καμιά διαφορά.
«Λοιπόν;» με επανέφερε.
«Τι, λοιπόν;»
«Λέω, δεν αισθάνεσαι καλά; Μήπως είσαι άρρωστος;»
Δε μου άρεσε καθόλου η επιμονή του κι ούτε ήθελα πολλά πολλά μαζί του. Ξέρεις βέβαια τι λένε όλοι στο τμήμα γι’ αυτόν, ότι είναι το δεξί χέρι του προϊσταμένου.
«Και εσένα τώρα τι σε νοιάζει;»
«Από ενδιαφέρον σε ρωτάω. Κακό είναι;» φάνηκε να απορεί.
Το τρέμουλο στα χέρια μου δυνάμωσε, αλλά αυτή τη φορά ήταν από τα νεύρα μου.
«Ναι, κακό είναι. Και το πιο κακό είναι ότι με καθυστερείς».
Μου γύρισε την πλάτη κι έφυγε μουρμουρίζοντας. Έριξα μια κλεφτή ματιά γύρω μου, ξερόβηξα και έσχισα το φάκελο. Έβγαλα προσεκτικά την επιστολή και άρχισα να τη διαβάζω.

Genetics Research & Applications Corporation

Plant Genetics Α.Ε.
Παράρτημα Ελλάδας
Αθήνα, 22.6.08



Αρ. Πρωτ.: 11.4/4036

Ταχ. δ/νση: Αιγινίου 33, Άγιος Στέφανος, Αθήνα
Ταχ. Κώδικας: 41100
Τηλέφωνο: 210922222-33
Ηλ. Δ/νση: plantgen@.hol.gr

Πληροφορίες: Τμήμα Επιμέλειας



Θέμα: «Εσωτερική πληροφόρηση»

Αξιότιμε κύριε,

Όπως πιθανώς γνωρίζετε, το τελευταίο διάστημα υπήρξαν στο διαδίκτυο κρούσματα διαρροής εμπιστευτικών και απόρρητων πληροφοριών που αφορούν ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία και τα προϊόντα της εταιρείας μας. Η υπόθεση έχει ανατεθεί στην υπηρεσία έρευνας και στο τμήμα νομικής υποστήριξης, που από κοινού προβαίνουν σε όλες τις δέουσες διοικητικές και νομικές ενέργειες προκειμένου να προστατεύσουν το κύρος και τα συμφέροντα της επιχείρησης.
Από εσάς ζητάμε να επιδείξετε πνεύμα αληθινής συνεργασίας, όπως αποκαλυφτούν το συντομότερο δυνατό αυτοί που κρύβονται πίσω από τη διαρροή των σχετικών πληροφοριών και διατηρούμε αδιάσειστες ενδείξεις ότι προέρχονται από το εδώ προσωπικό της εταιρείας.

Ο προϊστάμενος του Τμήματος Επιμέλειας
Ματθαδάκης Ελευθέριος

Τόσο καιρό εργαζόμουν στην εταιρεία κι ήταν η δεύτερη μόλις φορά που άκουγα να γίνεται λόγος για την υπηρεσία έρευνας. Την πρώτη φορά ήταν πριν από έξι μήνες, όταν είχαμε εκείνο το περιστατικό, που σου ανέφερα και πριν, με τον υπεύθυνο των κρυπτογραφικών συστημάτων που απολύθηκε από τη θέση του και διώχτηκε ποινικά με την κατηγορία της βιομηχανικής κατασκοπείας. Τότε ακριβώς ήταν, αν θυμάσαι, που προσλήφθηκε στη θέση του ο Δημάκης.
Δεν ξέρω για ποιον λόγο, ίσως εξαιτίας της σοβαρότητας της υπόθεσης εκείνης, έχω συνδέσει την υπηρεσία έρευνας με αισθήματα φόβου. Φαντάζομαι δέκα άτομα να κάθονται σε ένα μακρόστενο τραπέζι σε μια στενάχωρη και σκοτεινή αίθουσα χωρίς παράθυρα και να εξετάζουν εξονυχιστικά οποιοδήποτε στοιχείο διαθέτουν γύρω από τον καθένα μας με βάση την μηνιαία έκθεση αυτό-αξιολόγησης που υποβάλλουμε.
Κάθε φορά λοιπόν που έρχεται η ώρα, για να την συντάξουμε τρέμει η ψυχή μου από το φόβο. Προσέχω ακόμη και το τελευταίο κόμμα που βάζω. Προτού να την παραδώσω στον προϊστάμενο κάθομαι και τη διαβάζω ξανά και ξανά, μην τύχει κι έχω κι έχω παραλείψει κάτι που θα έπρεπε να πω. Όμως όσες φορές κι αν την ελέγξω, όποια ανόητη λεπτομέρεια κι αν προσθέσω, όπως ότι ξόδεψα λίγο παραπάνω γραφική ύλη ή ότι καθυστέρησα λίγο παραπάνω στην τουαλέτα ή ότι ο απέναντι συνάδελφος μιλάει πολλή ώρα στο τηλέφωνο, μένω πάντα με ένα αίσθημα ενοχής ότι δεν τα είπα όλα.
Ένας μάλιστα από τους εφιάλτες που κατά καιρούς έχω είναι ότι βρίσκομαι μέσα στον ανελκυστήρα κι ενώ επιλέγω το κουμπί για να ανέβω στον τέταρτο όροφο, ανάβει η ένδειξη για το δεύτερο υπόγειο επίπεδο, που όπως ξέρεις δεν υπάρχει, και μάλιστα φέρει την επιγραφή «υπηρεσία έρευνας». Αρχίζω να ιδρώνω, να τα χάνω και να πανικοβάλλομαι, λες κι υποφέρω από κλειστοφοβία. Πιέζω ξανά και ξανά το κουμπί του τέταρτου, χωρίς να ανταποκρίνεται. Βλέπω μόνο την ένδειξη που δηλώνει την καθοδική κίνηση του ανελκυστήρα: πρώτο υπόγειο επίπεδο, δεύτερο… Πέφτω κάτω από το κρεβάτι μου και σηκώνομαι απορημένος. Καταλαβαίνω αμέσως ότι είναι εφιάλτης και μέσα σε πέντε λεπτά με ξαναπαίρνει ο ύπνος.
Αλλά τώρα τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Αντί για τον ξύπνο, θα προτιμούσα την κατάσταση του ύπνου. Τουλάχιστον εκεί, έχεις μια δυνατότητα να διαφύγεις. Εδώ τι γίνεται; Δε χρειαζόταν πολλή σκέψη για να καταλάβω ότι εδώ τα πράγματα ήταν εξαιρετικά δύσκολα: η απαίτηση που διατυπωνόταν στην επιστολή για πνεύμα συνεργασίας άφηνε να υπονοηθεί η έλλειψη τέτοιου πνεύματος εκ μέρους μου, η δε αναφορά στις «αδιάσειστες ενδείξεις» δημιουργούσε την υποψία των ακλόνητων στοιχείων σε βάρος μου.
Προσπάθησα να φέρω στο μυαλό μου πού αναφέρεται ο προϊστάμενος, αλλά ήταν αδύνατον να καταλάβω. Έτσι κι αλλιώς δεν έχω κάνει τίποτα, ή για να είμαι πιο ακριβής δεν έχω κάνει σχεδόν τίποτα, για να έχει στη διάθεσή του οποιοδήποτε σοβαρό επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον μου.
Θες από άμυνα, θες από αμηχανία, θες από επαγγελματική διαστροφή, έπιασα να διορθώνω την επιστολή, σαν να ήταν ένα συνηθισμένο υπηρεσιακό έγγραφο που μου το έφεραν προς φιλολογική επιμέλεια.

Όπως πιθανώς γνωρίζετε… υπήρξαν στο διαδίκτυο κρούσματα διαρροής εμπιστευτικών και απόρρητων πληροφοριών… Συνέχισα παρακάτω: …υπηρεσία έρευνας …τμήμα νομικής υποστήριξης… διοικητικές και νομικές ενέργειες… το κύρος και τα συμφέροντα της επιχείρησης. Κόντευα να τελειώσω και δεν βρήκα ούτε ένα λάθος: πνεύμα αληθινής συνεργασίας… αυτοί που κρύβονται… τη διαρροή των σχετικών πληροφοριών… διατηρούμε αδιάσειστες ενδείξεις. Σταμάτησα στη λέξη ενδείξεις. Αδιάσειστες ενδείξεις; Ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου.
Εδώ υπήρχε λάθος. Υπό την αυστηρή έννοια, οι ενδείξεις, αν πράγματι είναι μόνο ενδείξεις, δεν μπορούν να είναι αδιάσειστες. Διέγραψα ολόκληρη τη φράση κι έψαξα να βρω στη θέση της μια άλλη, πιο δόκιμη. Έφερα στο μυαλό μου κάποιες εναλλακτικές διατυπώσεις όπως «αδιάσειστες μαρτυρίες», «αδιάσειστα πειστήρια», «επαρκείς ενδείξεις», «επιβεβαιωμένες ενδείξεις», και τις απέρριψα αμέσως. Άρχισα να νευριάζω. Κάτω από άλλες συνθήκες δε θα δυσκολευόμουνα καθόλου, αλλά τώρα πνιγόμουνα σε μια κουταλιά νερό. Απογοητεύτηκα και άφησα την επιστολή στην άκρη, με τη φράση μουτζουρωμένη κι αδιόρθωτη.
Ανασηκώθηκα στην καρέκλα μου και ξανάπιασα το σχισμένο φάκελο. Παρατήρησα κάτι που δεν το είχα προσέξει στην αρχή. Το όνομά μου ήταν γραμμένο μόνο στο φάκελο κι όχι στην επιστολή. Ένα «αξιότιμε κύριε» η ανολοκλήρωτη προσφώνηση, χωρίς το «Αποστόλου». Μπορεί βέβαια να οφειλόταν σε αβλεψία, οπότε δεν θα είχε καμία σημασία. Από την άλλη, μπορεί και να σήμαινε ότι το κείμενο της επιστολής αναπαράχθηκε σε πολλά αντίτυπα, άρα στάλθηκε και σε άλλους υπαλλήλους του τμήματος. Αλλά αν ήταν έτσι, τότε γιατί μόνο «κύριε» κι όχι «κύριε,-α»; Από πότε άρχισαν να διαχωρίζουν κατά φύλο τις επιστολές που προορίζονται σε πολλούς παραλήπτες;
Έστρεψα το κεφάλι μου προς το γραφείο σου. Ήθελα να ζητήσω και τη δική σου γνώμη. Περίμενα ότι κάτι θα μου έλεγες, για να με διαφωτίσεις. Μάταια. Αφού απουσίαζες.





(συνέχεια: 5.11.09,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Τα Κιλιμάντζαρα της ζωής μου",
έκταση: 3.100λ.)

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Όχι στο όνομά μου

... γιατί ανήκω σε μια αριστερά που σφίγγει τα γυμνά της χέρια σε γροθιά μόνο όταν τα υψώνει στον αέρα

... γιατί ανήκω σε μια αριστερά που αντιμάχεται τη δεξιά όχι μόνο λόγω αλλά και έργω

... γιατί ανήκω σε μια αριστερά που δικαιούται να γιορτάζει το Πολυτεχνείο και να τιμά τη μνήμη του Γρηγορόπουλου χωρίς δηλώσεις νομιμοφροσύνης

... γιατί ανήκω σε μια αριστερά που δεν απαξιώνει αλλά φυλάσσει και εμπλουτίζει την παράδοση του ανθρωπισμού και της δημοκρατίας




Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

ZZ TOP στην Αθήνα



Aνακάλυψα τους ΖΖ TOP πριν από 29 χρόνια!
(Τι λέει ρε πστη μου, πότε περάσανε κιόλας!!!!)
16άρης πιτσιρικάς, σε ένα Rock club στο Κεφαλάρι, ο Dj μας έκανε και χοροπηδάγαμε με κομμάτια από τα 5 πρώτα άλμπουμ τους.
Θυμάμαι πόσο δύσκολο ήταν τότε να βρεις κανένα δίσκο τους, γιατί ερχόντουσαν λίγοι η ζήτηση ήταν μεγάλη και μόνο όσοι είχαν κανέναν γνωστό ή ήταν πολύ τυχεροί μπορούσαν να βρουν σύντομα μια κόπια.
Θυμάμαι να γυρνάω όλα τα δισκάδικα στην Αθήνα και τα Δυτικά προάστια για να βρω το έκτο άλμπουμ τους το «Tejas».





Pop Eleven, Music Corner, Happening, 7+7, τα στοκάδικα στο Μοναστηράκι, ο πασίγνωστος πια στους βινυλιόφιλους-συλλέκτες «Ζαχαρίας» που τότε έβγαινε με μια χαρτο-κούτα κάθε Κυριακή σε ένα στενάκι στο Μοναστηράκι με άλλους και πουλάγανε μεταχειρισμένα βινύλια , κανένας δεν το είχε.
Μέχρι που τελικά τυχαία το ανακάλυψα στα αζήτητα σε ένα σκυλο-δισκάδικο στο Αιγάλεω, δίπλα σε δίσκους της Donna Summer, του Περικλή Περάκη και του Γιάννη Κατέβα!!!!!!!
Τον έλιωσα τον δίσκο μιλάμε.

Σιγά - σιγά μάζεψα αρκετούς δίσκους τους, τα χρόνια πέρασαν, τα μουσικά μου γούστα «εμπλουτίστηκαν» ή «διαφοροποιήθηκαν», αλλά έμεινε στο βάθος ακόμη «κάτι».
Δεν διαγράφονται οι τόνοι ιδρώτα στα rock clubs με το “Tush”, τα κιθαριστικά solos 40- 50 ατόμων στο Rock Coffee στο Αιγάλεω, τα ουρλιαχτά έκστασης στα μαθητικά πάρτυ από το «La Grange», ή οι μεθυσμένες κουβέντες με υπόκρουση το «Blue jeans Blues”.
Εκείνο το «κάτι» που με κάνει να βάζω κανένα cd στο αυτοκίνητο και να το τσιτάρω (όταν είμαι μόνος μου) και να κοπανιέμαι στο τιμόνι γράφοντας στα τέτοια μου κάτι πιτσιρικάδες, κάτι παππούδες και κάτι θειάδες που με κοιτάνε είτε με οίκτο είτε έντρομοι σε κανένα φανάρι.
Είναι κομμάτι μου, είμαι «εγώ», είναι τα καύσιμα μου, οι πινελιές χρώματος στα χρόνια που ακολούθησαν, οι ράγες που κινήθηκε η τερεζίνα του μυαλού και του ψυχισμού μου, το παρελθόν μου.
"Αγνό" blues-rock με ένα πολύ αναγνωρίσιμο στυλκαι ήχο , 3 φίλοι που είναι 40 χρόνια μαζί, από το Houston του Texas, (κάτι σαν «βλάχοι» δηλαδή, τον πιάνετε τον συνειρμό;;;), πολύ «αμερικάνικο» ήχο και image για κάποιους, που ίσως παραπέμπει σε μια συγκεκριμένη «αισθητική», (χο χο χο, ναι σπόντα είναι αυτό), αλλά με μια δυναμική που θεωρώ πως μπορούν να την νοιώσουν όσοι έχουν ασχοληθεί με το συγκεκριμένο είδος. (χο χο χο, κι αυτό σπόντα είναι)
(Αν θέλεις να μάθεις περισσότερα γι΄ αυτούς, πάτα εδώ)

Έτσι λοιπόν, τι το πιο φυσικό, όταν έμαθα πως θα εμφανιστούν για μια και μόνη συναυλία, έστω και τώρα, έστω και στα 65 τους, τι το πιο φυσικό λοιπόν να πάω να αγοράσω εισιτήρια για να τους δω, αν και με μεγάλη επιφύλαξη, επειδή δεν θα ήθελα να «καταπέσουν» στο μυαλό μου και στην συνείδησή μου.
(Ο δε γιός μου, όταν έμαθε πόσο χρονών ειναι με ρώτησε αφελέστατα: "Μπαμπά, αυτοί ποτε παίρνουν συνταξη;;;". Με έστειλε, τι να του απαντήσω;;;...)
Ήξερα βέβαια πως – σε ότι με αφορά- θα προτιμούσαν να τους έβλεπα σε κανένα μικρό club, με φιλαράκια – ρεμάλια, να είμαστε λιώμα από τις μπύρες, να μην μας νοιάζει το αύριο και αν έχω παρκαρισμένη απ΄ έξω την Indian να με περιμένει υπομονετικά, για το πότε θα την καβαλήσω και θα στοχεύσουμε ορίζοντα με τον αέρα να με κάνει να νοιώθω ζωντανός και τον δρόμο μπροστά να υπόσχεται.
Δεν μπορείς όμως να έχεις πάντα ότι θέλεις.
Ξέμεινα από φίλους-ρεμάλια, ποτέ δεν απέκτησα Indian, τα μικρά club δεν ξέρω πια κατά που πέφτουν, η αισθητική των Harleάδων δεν είμαι σίγουρος πως μου ταιριάζει πια.
Τιμής ένεκεν λοιπόν με τα δυό μου μεγαλύτερα παιδιά βρέθηκα στο Κλειστό του Φαλήρου.
Μπουρδέλο χωρος για συναυλία, απίστευτο μποτιλιάρισμα έξω, ζέστη του θανάτου μέσα, καθισμένοι σε κάτι σκαλιά με διάφορους να περνάνε μπύρες πάνω από τα κεφάλια μας και να περιμένω κανένα μπυρολούσιμο (που ευτυχώς δεν ήρθε ποτέ).
Βγήκανε, παίξανε περίπου μιάμιση ώρα, οι Harlεάδες μπροστά - μπροστά κάνανε πανικό, εγώ αγκαλιά με τα παιδιά κοπανιόμασταν, ένας φαλακρός χοντρός 50άρης με γυαλιά και αθλητική φόρμα πιο κάτω να έχει πάθει παράκρουση (σίγουρα οι διανυκτερεύοντες παθολόγοι πρέπει να είχαν πολύ δουλειά χθες, από εξαρθρώσεις, κράμπες, μυικές καταπονήσεις κλπ κλπ), δυο «γιαγιάδες» απέναντι να ουρλιάζουν και να προσπαθούν να κρατήσουν τα πρεσβυωπικά γυαλία τους μην του φύγουν και πως θα έβλεπάν μετά, οι μπύρες να κυκλοφορούν με ρυθμό πολυβόλου, μπύρες μπύρες, μπύρες, μπύρες και εγώ στην στέγνα γαμώ την ατυχία μου, τρία τσιγάρα έκανα όλα κι όλα για να μην ενοχλώ και τα παιδιά που τα είχα δίπλα μου.



Ευτυχώς που τα παιδιά γουστάρανε, χορέψαμε και κάμποσο, πήραμε και από ένα μπλουζάκι, κάναμε και μιάμιση ώρα(!!!!) να ξεπαρκάρουμε, ωραία ήτανε δεν παραπονιέμαι.




Ίσως όμωςνα ήταν πολύ καλύτερα σε εκείνο το «μικρό club» που έγραψα παραπάνω…

Φεύγοντας, κοίταζα γύρω μου μπας και βρω κανένα παρατημένο «πι», καμιά μασέλα που υποσχέθηκα στον ΠιΧι, αλλά δεν βρήκα τίποτε, ούτε καθετήρα, ούτα καν καμιά «πάπια».
Είδα όμως κάτι Harley που μου μυρμήγκιασαν την ψυχή, και πολλά άδεια κουτάκια μπύρες, μπύρες, μπύρες, μπύρες…
… κι εγώ έχω σταματήσει εδώ και πολύ καιρό να πίνω γαμώτο…



Σήμερα πάντως και τα δυο μου τα πιτσιρίκια, πιάσανε τις κιθαρες τους πρωί πρωί και εγω χαζογέλαγα...

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Σάββατο και απόβραδο και ασετιλίνη

Πώς νομίζετε ότι περνάει το σαββατόβραδό του ένας μεσοαστός πατέρας με τα παιδιά του; Έχουμε λοιπόν και λέμε:

α) αν είναι καλλιεργημένος, απαγγέλλει Δροσίνη για να εντρυφήσουν στην υψηλή ποίηση,

β) αν είναι ο τηλεορασιόπληκτος, τα βάζει να δουν ψυχαγωγικά θεάματα στη μικρή οθόνη,

γ) αν είναι κανένας αδιάφορος, τα παρατάει στο σπίτι για να βγει μαζί με την επίσημη ή ανεπίσημη σύντροφό του,

δ) αν είναι ο πιχής, ψάχνει από φαρμακείο σε φαρμακείο για να βρει τα υπνωτικά χάπια που θα βάλει στο γάλα τους, μπας και μπορέσει να σταυρώσει καμιά λέξη στο βιβλίο του,

ε) αν όμως είναι ο VLAXOS, τα πηγαίνει σε συναυλία στο Φάληρο, για να απολαύσουν ό,τι πιο κιτς έχει να παρουσιάσει η ροκ από γεννησιμιού της. Ναι, πράγματι, σας μιλάω για τους ZZ TOP!!!

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

2. "Μια μαύρη τρύπα στο κεφάλι μου"

Ήμουν ένα πτώμα. Το κορμί μου πονούσε και τα πόδια μου είχαν πρηστεί. Κάτι βάραινε το δεξί μου χέρι, αλλά δεν έδινα καθόλου σημασία. Συνέχιζα μόνο να προχωράω.
Λες κι είχα ξυπνήσει απότομα από τον πιο βαθύ μου ύπνο. Όλα θολά, συγκεχυμένα και ακατανόητα μού φαίνονταν. Το πριν μια σκοτεινή νύχτα με κάτι θαμπά φωτάκια που έφεγγαν σε μακρινή απόσταση και το τώρα ένα αγεωγράφητο εδώ σβησμένο από το χάρτη του μυαλού μου. Έψαχνα ένα διακριτικό σημάδι, μια ταμπέλα, κάποια πολυκατοικία που να ξεχωρίζει. Οδός «Αιγινίου 116» διάβασα σε μια πινακίδα. Κάτι μου έλεγε ότι τον ξέρω αυτό τον δρόμο, αλλά όσο κι αν πίεζα τον εαυτό μου ήταν αδύνατο να τον αναγνωρίσω.
Είχε ήδη αρχίσει να χαράζει η νέα μέρα. Υπολόγιζα ότι θα ήταν Σάββατο ή Κυριακή ή τουλάχιστον κάποια αργία. Ήμουν σχεδόν σίγουρος γι’ αυτό. Στην αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να βρισκόμαστε στο σπίτι και να ετοιμαζόμαστε για τη δουλειά, όπως κάνει κάθε εργαζόμενο ζευγάρι.
Θα σηκωνόσουν από το κρεβάτι στις 6:40, δηλαδή πέντε λεπτά νωρίτερα από μένα. Θα σιδέρωνες το πουκάμισο και θα έβγαζες από το βεστιάριο το κοστούμι που αποβραδίς σου ζήτησα να φορέσω. Μέχρι να ξυριστώ, θα έστρωνες στο τραπέζι γάλα και χυμό, βούτυρο και μέλι. Μέχρι να ετοιμαστείς, θα σερβίριζα τον καφέ, όπως ακριβώς τον πίνεις. Στις 7:05 ακριβώς θα καθόμασταν σε αντικρινές καρέκλες της κουζίνας και θα σχεδίαζες το πλάνο της νέας μέρας. Λήγει ο λογαριασμός του ΟΤΕ και δεν υπάρχουν καθόλου φρούτα στο σπίτι, για μεσημεριανό έχεις ήδη μαγειρέψει μοσχαρίσιο με πατάτες και το απόγευμα μπορεί να πας στο κομμωτήριο. Εγώ θα σε άκουγα αμίλητος και θα σε κοιτούσα με κρυφό καμάρι. Ξέρεις, παρά τα τριάντα οκτώ σου χρόνια συνεχίζεις να παραμένεις το ίδιο όμορφη.
Τελικά, δεν είναι και τόσα πολλά αυτά που χρειάζεται ένα ζευγάρι για να ξεκινήσει καλά τη νέα μέρα, έστω κι αν εμείς ποτέ σχεδόν δεν τα εξασφαλίσαμε – με δική σου τις πιο πολλές φορές ευθύνη. Τουλάχιστον αυτό οφείλεις να το παραδεχτείς. Γιατί αν δεν συνέχιζες να κοιμάσαι αμέριμνη δέκα και είκοσι λεπτά μετά το ξυπνητήρι, δεν θα αναγκαζόμουν να γκρινιάζω, ούτε να φοράω προχειροδεμένη γραβάτα και κακοσιδερωμένο πουκάμισο, ούτε να πίνω τον καφέ μου στο αυτοκίνητο και να τρέχω στους δρόμους σαν παλαβός για να προλάβω.
Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.
Λοιπόν, σταμάτησα στη μέση του πεζοδρομίου κι ακούμπησα κάτω τη σακούλα που κρατούσα. Ήταν γεμάτη με κεράσια. Μπορείς να μου πεις τι τα ήθελα μαζί μου τα κεράσια; Εγώ πάντως δεν είχα ιδέα. Φαντάστηκα ότι θα τα είχα μαζέψει για τους συναδέλφους ή για τον προϊστάμενο, αλλά αν ίσχυε κάτι τέτοιο θα έπρεπε να αποκλείσω την περίπτωση του σαββατοκύριακου και της αργίας. Έβγαλα ανήσυχος το κινητό κι έψαξα το ημερολόγιο, για να βεβαιωθώ. Τελικά, ήταν Παρασκευή 2 Μαΐου. Μια κανονικότατη μέρα εργασίας.
Μέσα μου αντήχησαν οι πρώτες τυμπανοκρουσίες μιας εξελισσόμενης ταχυπαλμίας κι αισθάνθηκα τους μύες των χεριών μου να μυρμηγκιάζουν. Δε θα έπρεπε να χάσω καθόλου χρόνο. Άρπαξα από κάτω τη σακούλα και άρχισα να κινούμαι με σταθερό βήμα.
Είναι μια από τις τεχνικές αυτοκυριαρχίας που εφαρμόζω τις τελευταίες μέρες σε συνθήκες έντονης πίεσης: δεξί πόδι βαθιά εισπνοή από τη μύτη, αριστερό πόδι βαθιά εκπνοή από το στόμα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, δε θα χρειαζόμουν πάνω από τριάντα δύο βήματα, για να εξασφαλίσω τον απόλυτο συγχρονισμό και να επανακτήσω την ψυχραιμία μου. Τόσο τουλάχιστον έκανα όλες τις προηγούμενες φορές.
Αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο τώρα δεν μετρούσα βήματα. Μετρούσα χτύπους. Το πεζοδρόμιο πήρε τη μορφή πληκτρολογίου: κάθε πλάκα κι ένα πλήκτρο, κάθε βήμα κι ένας χτύπος. Βήμα το βήμα, άκουγα τους χτύπους να κλιμακώνονται ακανόνιστα κι έφερνα στο μυαλό μου τον ξερό ήχο του πληκτρολογίου σου μέσα στην ησυχία της νύχτας. Ταράχτηκα ακόμη περισσότερο και κατάλαβα ότι, όπως πήγαιναν τα πράγματα, δε θα τη γλίτωνα με τίποτα τη στηθάγχη.
Φανταζόμουν ήδη μια στρατιά από χιλιάδες μυρμήγκια έτοιμα να εφορμήσουν στην ωμοπλάτη, να ακροβολιστούν στην περιοχή του στήθους και να μπήξουν τις δαγκάνες τους στη μαλακή σάρκα. Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα ένιωσα ένα ρίγος να κατεβαίνει με ταχύτητα από την κορυφή του αυχένα και να διακλαδίζεται μπρος και πίσω σε όλο το κορμί μου. Ήξερα πολύ καλά τι επρόκειτο να μου συμβεί από τις ημικρανίες και τις σκοτοδίνες. Σε πολύ λίγο το μυαλό μου θα γινόταν μια βομβαρδισμένη Δρέσδη: σκέψεις, συναισθήματα, επιθυμίες, όλα ρημαγμένα και παντού συντρίμμια κι εγώ το πιο πιθανό να βρισκόμουνα λιπόθυμος στο πεζοδρόμιο. Ακούμπησα σε μια κολώνα για να κρατηθώ. Δυσκολευόμουν ακόμη και να ανασάνω.
Τότε ακριβώς διέκρινα κάποιες λάμψεις. Μπροστά από τα μάτια μου άρχισαν να παρελαύνουν φωτεινοί χαρακτήρες, σαν τα ψηφιακά στοιχεία που εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο στην οθόνη του υπολογιστή κατά τη στιγμή της πληκτρολόγησης. Ψέλλισα ένα προς ένα τα γράμματα P, L, A, N, T, G…. και στο τέλος διάβασα όλες μαζί τις λέξεις «PLANT GENETICS Α.Ε., Εταιρεία Έρευνας και Εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού». Άνοιξα τα μάτια μου: σε απόσταση τριακοσίων μέτρων προέβαλε ολοκάθαρη η φωτεινή επιγραφή της εταιρείας.
Περίεργο δεν είναι; Διήνυσα με τα πόδια, μια διαδρομή, που υποτίθεται ότι αγνοούσα, για να αντιληφθώ μετά από τόση ώρα ότι ήταν αυτή που κάνω κάθε μέρα εδώ και εννιά τουλάχιστον χρόνια. Κάτω από άλλες συνθήκες θα με προβλημάτιζε αρκετά αυτό το θέμα, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση προτίμησα να το δω από τη θετική πλευρά του. Για είκοσι τουλάχιστον λεπτά κινούσα τα βήματά μου πάνω στο πεζοδρόμιο, κατά τον ασυναίσθητο και μηχανικό τρόπο που στο τυφλό σύστημα κινούνται τα δάχτυλα πάνω στο πληκτρολόγιο. Είχα δηλαδή καταφέρει να εκμηδενίσω όλες τις περιττές πνευματικές και ψυχικές λειτουργίες που με επιβαρύνουν συνέχεια με άγχος κατά τη διάρκεια της ίδιας διαδρομής, ώστε στο τέλος να φτάσω μπροστά στο κτίριο της εταιρείας χωρίς να νιώθω τη συνηθισμένη εσωτερική ένταση.
Ένα αίσθημα σιγουριάς με διαπέρασε. Η εικόνα της στιβαρής κατασκευής χαρτογραφούσε το εδώ και το τώρα μου με τον πιο ασφαλή τρόπο. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να λείψω αδικαιολόγητα από τη δουλειά μου ή να αργοπορήσω κατά την πρωινή προσέλευση. Ένιωσα το σώμα μου να ελαφραίνει και η αναπνοή μου επανέκτησε το σταθερό ρυθμό της. Κάποιες χιλιάδες μυρμήγκια είχαν μόλις τραπεί σε άτακτη φυγή από την περιοχή του στήθους και της πλάτης.
Μπήκα στον προαύλιο χώρο και βημάτισα προς την κεντρική είσοδο. Ανέβηκα τις σκάλες. Ένας οκταώροφος γίγαντας υψωνόταν πάνω από το κεφάλι μου κι εγώ μια ασήμαντη κουκίδα στεκόμουν στα πόδια του γεμάτος δέος. Έστρεψα μηχανικά το βλέμμα μου προς το χώρο στάθμευσης, αλλά δεν είδα πουθενά το αυτοκίνητό μου. Θυμήθηκα ότι μόλις είχα διανύσει ένα τουλάχιστον χιλιόμετρο με τα πόδια και υπέθεσα ότι θα το είχα παρκάρει σε κάποιο άλλο σημείο. Μου φάνηκε αρκετά παράξενο, γιατί όπως ξέρεις συνηθίζω να το αφήνω πάντα στο πάρκινγκ της εταιρείας.
Υπήρχαν όμως κι άλλα, ακόμα πιο παράξενα. Γιατί τη στιγμή που ετοιμαζόμουνα να μπω, διαπίστωσα ότι τα παπούτσια μου ήταν γεμάτα λάσπες. Αν τώρα λάβεις υπόψη τη διαδρομή που κάνω κάθε πρωί από το υπόγειο του σπιτιού μας μέχρι το αυτοκίνητο και από το αυτοκίνητο μέχρι την είσοδο της εταιρείας θα αντιληφθείς ότι δεν υπάρχει ούτε ένα μέτρο γης στο οποίο θα πατούσα. Κοίταξα λίγο πιο προσεκτικά τα ρούχα μου. Φορούσα το κουστούμι που αποβραδίς μου ετοίμασες, με το κακοσιδερωμένο πουκάμισο και την στραβοδεμένη γραβάτα, αλλά στο πέτο και στο δεξί μανίκι φαίνονταν καθαρά κάποιες κόκκινες πιτσιλιές. Από το μυαλό μου πέρασε αστραπιαία η ιδέα ότι ενδεχομένως να είναι κηλίδες αίματος και τα έχασα τελείως. Κηλίδες αίματος; Από πού; Από ποιον; Από τι; Δεν θυμόμουν τίποτα. Είχα ένα κενό μνήμης, όσο περίπου κι η περασμένη νύχτα.
Παρέμεινα για ένα λεπτό ακίνητος και με το που έφυγε το πρώτο ξάφνιασμα, προσπάθησα να δω τα πράγματα με πιο νηφάλιο μάτι. Συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε κανένας αντικειμενικός λόγος που να με αναγκάζει να εμμένω στη χειρότερη εκδοχή. Εξίσου πιθανές, ή και ακόμη πιθανότερες θα μπορούσαν να είναι πολλές άλλες ερμηνείες, όπως για παράδειγμα ότι είναι κόκκινη σάλτσα ή κόκκινο μελάνι ή ζωμός από τα κεράσια που μετέφερα με τη σακούλα μου. Μου φάνηκαν πολύ πιο λογικά όλα αυτά και ησύχασα λιγάκι.
Αμέσως όμως ήρθα αντιμέτωπος μ’ ένα άλλο, πιο πρακτικό πρόβλημα. Βρισκόμουν μπροστά από το κτίριο της εταιρείας έτοιμος να αναλάβω δουλειά σε λίγη ώρα αλλά με μια εμφάνιση που δεν προσιδίαζε στη θέση και στο ρόλο μου. Κοίταξα το ρολόι αγχωμένος – κόντευε 6:30 π.μ. Αρκετά νωρίς για το γραφείο και πολύ αργά για να γυρίσω πίσω. Εννοώ, να επιστρέψω γρήγορα στο σπίτι, για να ετοιμαστώ και να ξανάρθω. Αποφάσισα να μπω.
Μπήκα από την κεντρική είσοδο κι είδα απέναντι το φύλακα να έχει γερμένο το κεφάλι πάνω στον πάγκο της γραμματείας και να λαγοκοιμάται. Όταν με αντιλήφθηκε, τεντώθηκε ξαφνιασμένος στην καρέκλα και με καλημέρισε με έναν τόνο ενοχής στη φωνή του. Δεν με άρεσε καθόλου η στάση του, αλλά μη νομίζεις ότι πέρασε έστω και κατ’ ελάχιστο από το μυαλό μου η ιδέα να τον αναφέρω στον προϊστάμενο. Τον προσπέρασα λοιπόν, χωρίς να πω τίποτα, πήρα τον ανελκυστήρα και πίεσα το κομβίο για τον τέταρτο.
Άναψε η φωτεινή ένδειξη του πρώτου ορόφου και διάβασα την επιγραφή που ήδη ήξερα: Υπηρεσία Λογιστικής Διεκπεραίωσης. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να φέρω στο μυαλό μου την οργάνωση όλων των άλλων τμημάτων. Κάτι σαν άσκηση μνήμης. Στο υπόγειο στεγάζεται το κυλικείο και το εστιατόριο, στο ισόγειο η κεντρική γραμματεία, στον δεύτερο όροφο εδρεύει το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων, στον τρίτο οι Νομικές Υπηρεσίες, στον τέταρτο είμαστε εμείς, το Τμήμα Επιμέλειας, στον πέμπτο οι Τεχνικές Υπηρεσίες Εμπορίου και Διακίνησης, στον έκτο το Ερευνητικό Προσωπικό, στον έβδομο οι Επιστημονικοί Σύμβουλοι, και στον όγδοο όροφο το Διοικητικό Συμβούλιο. Δε δυσκολεύτηκα καθόλου. Ίσως, τελικά, τα πράγματα με τη μνήμη μου να μην ήταν και τόσο ανησυχητικά. Το ασανσέρ σταμάτησε κι η φωτεινή του ένδειξη με ενημέρωνε ότι βρισκόμουν ήδη στον τέταρτο όροφο.
Άνοιξα την πόρτα και κοίταξα γύρω μου διερευνητικά. Καλού κακού περίμενα λίγο για να βεβαιωθώ. Κάποιοι συνηθίζουν να έρχονται από πιο νωρίς, για να διευθετήσουν ό,τι εκκρεμότητες έχουν από την προηγούμενη μέρα. Για την ώρα όμως δεν υπήρχε ψυχή. Περπάτησα στο διάδρομο κρατώντας πάντα τη σακούλα. Δεξιά κι αριστερά βρίσκονταν οι θέσεις εργασίας, όπως τις γνωρίζεις. Πέρασα μπροστά από το γραφείο του Κωνσταντινίδη, της Αλεξίου και της Παπαπέτρου και σταμάτησα στο τέταρτο από αριστερά, στο δικό σου δηλαδή γραφείο.
Ήταν εντελώς άδειο. Δεν υπήρχε τίποτα εκτός από εκείνο το παντ με τους σέρφερ στην παραλία. Ακόμη κι ο υπολογιστής σου έλειπε. Παραξενεύτηκα. Ξέρω την εμμονή σου με την τακτοποίηση, αλλά λογικά όλο και κάτι θα έπρεπε να έχεις αφήσει: ένα επιτραπέζιο ημερολόγιο, μια μολυβοθήκη, το στιλό και το μηχανικό μολύβι που σου χάρισα, κάποια αυτοκόλλητα σημειώματα. Έψαξα τα συρτάρια σου.
Το πρώτο ήταν άδειο, το δεύτερο ήταν, επίσης, άδειο, στο τρίτο βρήκα ένα σημειωματάριο κι ένα ελληνοαγγλικό λεξικό.
Πήρα πρώτα το σημειωματάριο και φυλλομέτρησα τις σελίδες του. Κατάλευκες με μία και μόνη επαναλαμβανόμενη εγγραφή: Τρίτη 3.3.08: ρεπό, Παρασκευή 25.3.08: ρεπό, Δευτέρα-Τρίτη-Τετάρτη 15-16-17.4.08: ρεπό, Πέμπτη 1.5.08: ρεπό. Κοίταξα τη σημερινή μέρα και δε βρήκα καμία εγγραφή. Αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχει τίποτα άλλο για να σημειώσεις πέρα από τα ρεπό σου, και σε αυτές ακόμη τις σημειώσεις να μην έχεις τίποτα να προσθέσεις πέρα από τη μονότονη επανάληψη της ίδιας λέξης.
Έφερα στο μυαλό μου τις σχετικές συζητήσεις που είχαμε το τελευταίο διάστημα, όταν σου επισήμανα, με καλοπροαίρετη πάντα διάθεση, ότι βυθίζεσαι σε μια κατάσταση οκνηρίας κι αδράνειας, και συνειδητοποίησα για ακόμη μια φορά πόσο δίκιο είχα, έστω κι αν δεν συμφωνούσες. Αντέτεινες μονότονα πως οι όροι που περιγράφουν πιο εύστοχα το τέλμα, στο οποίο κι η ίδια παραδέχεσαι ότι έχεις περιέλθει, είναι η αποστασιοποίηση και η παραίτηση. Πάντα σου άρεσε να παίζεις με τις λέξεις.
Στο εξώφυλλο του λεξικού διέκρινα τα αρχιγράμματα Ε.Μ. από το ονοματεπώνυμό σου. Το πήρα στα χέρια μου και κάθισα στην καρέκλα σου. Είναι πράγματι, πιο άβολη από τη δική μου, όπως αρκετές φορές σε έχω ακούσει να παραπονιέσαι. Σκέφτηκα ότι με την πρώτη ευκαιρία θα έπρεπε να σου αγοράσω ένα μαξιλαράκι για τη μέση. Θα είναι ασφαλώς μια ευγενική χειρονομία εκ μέρους μου, έστω κι αν δεν είμαι καθόλου σίγουρος, αν θα την εκτιμήσεις. Το τελευταίο διάστημα και για κάποιους λόγους που αγνοώ, όλα στραβά τα παίρνεις. Με το παραμικρό αρπάζεσαι.
Άνοιξα το λεξικό.
Α, a: το πρώτο γράμμα του αλφαβήτου. Aback: προς τα πίσω. Γύρισα πιο κάτω τις σελίδες. Balsam: βάλσαμο. Gap: διάκενο. Προχώρησα κι άλλο, ώσπου βρήκα, τελικά, αυτό που έψαχνα. Hope: ελπίδα, όπως και το όνομά σου. Χαμογέλασα ευχαριστημένος σαν να είχα κάνει μια σημαντική ανακάλυψη.
Άφησα το λεξικό μπροστά μου και στήριξα με τα δυο μου χέρια το κεφάλι. Είχα μόλις ιχνηλατήσει το πρώτο δικό σου σημάδι κι ένα αίσθημα ανακούφισης μετρίασε την εντύπωση της απουσίας σου. Έλπιζα κατά βάθος ότι δε θα αργούσε να ανάψει το ένα και μοναδικό σβησμένο λαμπάκι του μυαλού μου, για να φωτίσει τα σκοτεινά κενά της νυχτερινής μου μνήμης και να αποκαταστήσει τη σιγουριά της καθημερινής μου τάξης. Ότι δηλαδή δε συντρέχει κανένας λόγος ανησυχίας, ούτε που ήρθα σε αυτά τα χάλια στη δουλειά ούτε που έλειπε το μηχανικό μολύβι από το γραφείο σου ούτε που αδυνατούσα να θυμηθώ οτιδήποτε αφορούσε την περασμένη νύχτα. Κάθισα για μερικά λεπτά άπραγος και περίμενα υπομονετικά. Μάταια. Δε με βοηθούσε καθόλου η μνήμη μου.
Σαν να αφαιρέθηκα λιγάκι και θυμήθηκα εκείνη τη μέρα που σε γνώρισα.
«Καλημέρα σας. 2cΒ6, Αποστόλου Θάνος» συστήθηκα όταν σε είδα για πρώτη φορά. Πάνε εννιά χρόνια από τότε. Καθόσουνα στο ίδιο γραφείο, πιθανώς και στην ίδια άβολη καρέκλα. Σου πρότεινα το χέρι.
«Καλημέρα σας. Ελπίδα. Μαλαματή Ελπίδα» απάντησες ευγενικά και ανταπέδωσες τη χειραψία.
Όλη μέρα έριχνα κλεφτές ματιές προς το γραφείο σου. Γύρισα κουρασμένος στο σπίτι και βιαζόμουν να ξανάρθω στη δουλειά. Την επόμενη μέρα σαν να γλύκανε κι αυτό ακόμα το κακοτράχαλο τοπίο των χάρτινων Ιμαλαΐων μου. Χαμομήλια και θυμάρια άρχισαν να φυτρώνουν ανάμεσα στα χιόνια. Την τρίτη μέρα ξανά τα ίδια. Την τέταρτη, την πέμπτη πάλι. Γέμισε ο τόπος χαμομήλια και θυμάρια.
Έβλεπα τα προμηνύματα μιας άνοιξης, που ένιωθα να με φοβίζει. Μια ολόκληρη δεκαετία βαστούσε ο δικός μου ο χειμώνας και σιγά σιγά συνήθισα στην παγωνιά του. Ξυπνούσα, πήγαινα στη δουλειά, ερχόμουνα από τη δουλειά, κοιμόμουνα. Και ξανά την άλλη μέρα. Έτσι ακριβώς ήταν η ζωή μου, προστατευμένη και ασφαλής, αλλά κενή και άδεια. Άδεια από ανθρώπους, από αισθήματα, από ζωή. Κουτσά στραβά, πάντως, τα βόλευα. Έμαθα να ζω ανάμεσα σε ακίνητα τοπία μιας νεκρής φύσης που μπορεί να μην είχε τη θέα του χαμομηλιού και τη μυρωδιά του θυμαριού, αλλά τουλάχιστον μου ενέπνεε κάποιο αίσθημα ασφάλειας.
Τίποτα όμως το απολύτως σίγουρο και σταθερό. Γιατί από την πρώτη μέρα που σε είδα όλα άρχισαν να αλλάζουν. Στη δουλειά ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ. Όποιο κείμενο κι αν έπιανα να διορθώσω, έβλεπα τη μορφή σου να αναδύεται ανάμεσα στις λέξεις. Έλεγχα και ξαναέλεγχα τα ίδια έγγραφα, για να μην μου ξεφεύγουν λάθη, αλλά είχα συνέχεια το αίσθημα της πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων μου. Τότε ήταν η πρώτη φορά που δεν πρόλαβα να τελειώσω τη δουλειά που μου ανέθεσαν κι αναγκάστηκα να μείνω παραπάνω από το ωράριό μου. Να φανταστείς ότι ξέχασα να τηλεφωνήσω ακόμη και στην Ελένη. Όλο το απόγευμα με περίμενε στο σπίτι της.
Λέω για την Ελένη από το γραφείο, την κυρία Αλεξίου εννοώ. Απέφευγα τόσο καιρό να σου το φανερώσω, αλλά δεν έχω πλέον κανένα λόγο να το κρύβω. Έγινε λίγο καιρό προτού να σε γνωρίσω και συνέχισε για λίγο ακόμα, αφότου εμφανίστηκες. Ύστερα άρχισαν όλα να αλλάζουν, χωρίς μάλιστα να το επιδιώκω. Κοιμόμουνα μαζί της κι έβλεπα το πρόσωπό σου. Σκεφτόμουνα την Ελένη κι έλεγα το όνομά σου. Η Ελένη έκανε όνειρα για μένα κι εγώ έκανα όνειρα για σένα. Θα έπρεπε να επιλέξω. Δεν είχα το δικαίωμα να εξαπατώ ούτε εμένα ούτε και την Ελένη. Αποφάσισα λοιπόν ότι ύστερα από τόσους και τόσους εφιάλτες, είχα κι εγώ δικαίωμα στα όνειρά μου.
Γιατί μόνο μαζί σου ένιωθα ότι μπορούσα να μιλάω. Κάθε νύχτα όταν έσβηνα στο σπίτι μου τα φώτα, έπιανα μονάχος μου κουβέντες. Σου έλεγα για τα παιδικά μου χρόνια και τους φίλους στο χωριό, για το πανεπιστήμιο και τις ατέλειωτες ώρες στο αναγνωστήριο, για τους μοναχικούς περίπατους στα βροχερά σοκάκια των Ιωαννίνων κι εκείνη την τελευταία βόλτα με τη Μαρία. Τότε που έπεσα με τη μηχανή πάνω στο διάζωμα. Περασμένα μεσάνυχτα με έπαιρνε ο ύπνος με την ίδια πάντα εικόνα από μια παλιά φωτογραφία. Όλα ήταν ασπρόμαυρα, ξεθωριασμένα και θαμπά. Όλα εκτός από τους ανθούς των παπαρούνων.
Πέντε χρονών παιδί. Φορούσα ποδίτσα, χρώμα ξεβαμμένο μπλε κι είχα χωρίστρα στα μαλλιά. Καθόμουν στο χορτάρι. Μακριά και πίσω διακρινόταν μια παιδική χαρά: κούνιες, τραμπάλα, τσουλήθρα κι ένα άδειο παγκάκι. Παντού τριγύρω υπήρχαν χαμομήλια και θυμάρια κι οι παπαρούνες ψηλές ως το λαιμό. Έπιανα από το χέρι τη Μαρία. Κοιτούσαμε χαμογελαστοί κι απορημένοι το φακό που μας τραβούσε.
Ξαφνικά πετρώνει το χορτάρι. Στάζουν οι παπαρούνες κατακόκκινο υγρό, πηχτό σαν αίμα. Γεμίζει ο τόπος παπαρουνόζουμο. Ποτίζει την πλάτη μου, βρέχει τα μαλλιά μου και πνίγει την ανάσα μου. Τέλειωσε η φωτογράφηση και από στιγμή σε στιγμή θα χτυπήσει το κουδούνι. Πρέπει να σηκωθούμε. Στηρίζομαι στους αγκώνες, αλλά δεν μπορώ. Μια ανοιχτή πληγή είναι όλο το κορμί μου και πονάει. Πονάει παντού. Παντού είναι νύχτα κι έχει πυκνό σκοτάδι. Δυο μέτρα μακριά μου βρίσκεται πεσμένη η Μαρία. Προσπαθώ να συρθώ προς το μέρος της. Ανάβω έναν αναπτήρα για να τη δω καλύτερα. Έχει ορθάνοιχτα τα μάτια και με κοιτάει αμίλητη. Απλώνω το χέρι, για να την αγγίξω. Ακουμπάω πρώτα την παλάμη της. «Θα μας μαλώσει η κυρία» της ψιθυρίζω. Φτάνω στο πρόσωπό της. Είναι παγωμένο σαν το χιόνι του Φλεβάρη.
Ύστερα μαύρισε η οθόνη του μυαλού μου, όπως ακριβώς συμβαίνει αρκετά συχνά το τελευταίο διάστημα, όταν έχω σκοτοδίνες. Σαν να βρισκόμουν παγιδευμένος σε μια βαθιά και σκοτεινή τρύπα. Σκαρφάλωνα στις εξοχές που υπήρχανε στα πλαϊνά της, αλλά γλιστρούσα κι έπεφτα. Φώναζα με όλη μου τη δύναμη, για να με ακούσουν, κι απόκριση δεν είχα. Πέρασε μια μέρα, πέρασαν δύο μέρες. Καμία εξέλιξη. Ήμουν ακόμα εκεί. Θυμωμένος, ανήμπορος και μόνος. Μόνος στον πάτο ενός αιμάτινου πηγαδιού.
Την τρίτη μέρα ξύπνησα στο νοσοκομείο με ένα πόδι και τρία πλευρά σπασμένα. Τότε μόνο έμαθα τι είχε γίνει. Μου τα είπε όλα ο πατέρας μου.
Τη ντύσανε νυφούλα. Τα ανύπαντρα κορίτσια που πεθαίνουνε τα ντύνουνε νυφούλες στο χωριό μας. Στολίζουνε το σπίτι, κερνάνε κουφέτα και γλυκά του κουταλιού κι αντί για μοιρολόγια λένε χαρούμενα τραγούδια. Έτσι ακριβώς: μια μαύρη χορωδία από γριές μοιρολογήτρες που τραγουδάνε του γάμου τα τραγούδια.
Η Μαρία ήταν ξαπλωμένη στο κέντρο του σαλονιού, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Λουλούδια σκέπαζαν όλο το κορμί από κάτω μέχρι πάνω, και έκρυβαν τα χτυπήματα που είχε στα πόδια και στην κοιλιά και το βαθύ τραύμα στο λαιμό της. Μόνο το πρόσωπο πρόβαλε γαλήνιο κι αθώο, σχεδόν αγγελικό, σαν μη συνέβαινε τίποτα το ανησυχητικό, παρεκτός ότι κοιμότανε τον πιο ελαφρύ, τον πιο γλυκό της ύπνο μέσα σε ένα ασκέπαστο φέρετρο.
Όλο το βράδυ είχε πλάι στο προσκέφαλο τη μάνα της. Καθόταν σε μια καρέκλα με τα μάτια καρφωμένα πάνω της. Μιλιά δεν έβγαλε στους άλλους, δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ. Αλλά όταν το άλλο πρωί ήρθε η ώρα να σηκώσουνε το φέρετρο, τινάχτηκε από την καρέκλα απότομα και έφραξε με το σώμα της την πόρτα. Πήγαν να τη σύρουνε στο πλάι, αλλά αυτή αντιστεκόταν με όση δύναμη είχε. Κρατιότανε απ’ όπου έβρισκε, κλωτσούσε, έσπρωχνε και γρατσούνιζε. Στο τέλος δεν άντεξε άλλο, έπεσε και σωριάστηκε λιπόθυμη στο πάτωμα.
Συνήλθε αργά το βράδυ. Φώναξε και ξαναφώναξε «Μαρία» κι απόκριση δεν πήρε. Μιλάνε τα άδεια δωμάτια; Κι όμως κάποιες φορές έχουν μιλιά και λένε: εδώ είναι η χτένα της Μαρίας, εκεί είναι τα παπούτσια της Μαρίας, παρεκεί είναι το φόρεμα της Μαρίας. Αλλά πού είναι η Μαρία; Στο σπίτι πάντως δεν είναι η Μαρία. Πού αλλού να ψάξει; Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω να τη βρει.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, όταν κάποιος χωρικός άκουσε θόρυβο από την εκκλησία. Βγήκε στο μπαλκόνι κι αφουγκράστηκε: ένας κοφτός και ξηρός ήχος που επαναλαμβανόταν με σταθερό ρυθμό. Έβαλε κατά μέρος το φόβο που ένιωθε, κι αποφάσισε να πάει να δει τι είναι. Στην αρχή έκανε το γύρο ολόκληρης της εκκλησίας χωρίς να διαπιστώσει τίποτα. Μετά μπήκε στον προαύλιο χώρο κι ακολούθησε το πετρόχτιστο μονοπάτι για το νεκροταφείο, ενόσω άκουγε τον ήχο πιο δυνατό στα αυτιά του. Όταν έφτασε λίγα μέτρα από την πηγή του, κρύφτηκε πίσω από μια μαρμάρινη πλάκα και σήκωσε με προφύλαξη το κεφάλι. Στο φως του φεγγαριού διέκρινε μια σκοτεινή μορφή με ένα φτυάρι στο χέρι σε έναν μισανοιγμένο λάκκο. Δε δυσκολεύτηκε καθόλου να αναγνωρίσει το σημείο: ήταν ο τάφος του κοριτσιού που είχαν θάψει νωρίς το μεσημέρι της ίδιας μέρας.
Κράτησε όσο μπορούσε την αναπνοή του και περίμενε. Το φτυάρισμα συνέχισε ακόμη λίγο, ώσπου αντήχησε ο υπόκωφος θόρυβος που κάνει το μέταλλο τη στιγμή που χτυπάει πάνω σε κούφιο ξύλο. Ένα γοερό αναφιλητό ακούστηκε τότε, λες και ερχόταν από τον άλλο κόσμο, κι ύστερα μια σπαραχτική κραυγή που έγινε μακρόσυρτο ουρλιαχτό. Σηκώθηκε στα γόνατα και είδε τη μάνα της Μαρίας να σέρνεται μέσα στο λάκκο και να χτυπιέται σαν δαιμονισμένη, να μπήγει τα νύχια της στη γη, να παίρνει χούφτες χούφτες χώμα και να λούζει τα μαλλιά της.
Δεν άντεξε άλλο. Τινάχτηκε από τη θέση του κι άρχισε να τρέχει, χωρίς ούτε μια φορά να στρέψει το κεφάλι πίσω. Έπρεπε να πάει αμέσως στο σπίτι του παπά, για να δούνε τι θα κάνουν. Αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Μέχρι να φτάσει, ο λάκκος είχε ανοίξει και το φέρετρο ήταν άδειο.
Φύσαγε δυνατά τη νύχτα εκείνη. Δυο σκιές τρεμόπαιζαν στους τοίχους. Η μία αγκαλιά στα χέρια της άλλης. Ανέμιζαν τα τούλια από το νυφικό ανάμεσα στη σκόνη, στα ξεραμένα φύλλα και τις πεταμένες εφημερίδες που σήκωνε ο αέρας. Μπερδευόταν το μοιρολόγι με τα νανουρίσματα και το σφύριγμα του ανέμου με τα γρυλίσματα των σκύλων. Σταυροκοπιούνταν φοβισμένοι οι χωρικοί πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα, αμπάρωναν τα παιδιά στο σπίτι, σκύβανε το κεφάλι και έβγαιναν για να πάρουν μέρος στην μεταμεσονύχτια πομπή. Μπροστά η μάνα κι εκατό μέτρα πίσω όλοι οι άλλοι.
Πέρασε από την πλατεία, συνέχισε ευθεία και πριν από το ιερό έστριψε αριστερά. Προχώρησε ακόμα λίγο. Άφησε πίσω πέντε σπίτια στη σειρά και σταμάτησε στο προτελευταίο του χωριού. Ήταν το δικό μας σπίτι. Την περίμενε ο πατέρας μου με το κεφάλι χαμηλωμένο. Τον κοίταξε και του είπε με βραχνή φωνή: «Καλώς τη δεχτήκατε νυφούλα στο κρεβάτι του μονάκριβού σας. Εγώ το χρέος μου το ανέλαβα. Να δούμε τώρα το δικό σας».
Ύστερα του γύρισε την πλάτη και πήρε ξανά το δρόμο της επιστροφής. Έκανε την ίδια διαδρομή με τον κόσμο να την ακολουθεί σταθερά από πίσω κι όταν έφτασε στο νεκροταφείο, απίθωσε με προσοχή την κόρη της στο φέρετρο. Τη χάιδεψε στο πρόσωπο, τη φίλησε στο μέτωπο κι έσιαξε στερνή φορά το στεφάνι στα μαλλιά της. Ύστερα τραβήχτηκε στην άκρη και κάθισε ανακούρκουδα στο χώμα με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια και τα μαλλιά χυμένα κάτω.
Οι χωρικοί είχαν ήδη μαζευτεί γύρω από τον ανοιγμένο τάφο και στριμώχνονταν ο ένας κολλητά πάνω στον άλλο, λες και έψαχναν για κάποιο στήριγμα. Βιάζονταν να ξεμπερδέψουν μια και καλή με όλα αυτά, για να γυρίσουν πίσω, να κρυφτούν στην ασφάλεια των σπιτιών τους, να χωθούν κάτω από τα σκεπάσματά τους, να ξεχαστούν με τα μαλώματα, τα τρεξίματα και τις έγνοιες τους για τις καλλιέργειες και τον καιρό. Περίμεναν λοιπόν. Σε λίγο όλα θα τελείωναν. Ένας κακός εφιάλτης ήταν που πάει πια, πέρασε για πάντα.
Μόνο που αργούσε να ξεκινήσει ο παπάς τις ψαλμωδίες και τα θυμιάματα. Στεκόταν δίβουλος μπροστά στον ανοιγμένο τάφο και χάιδευε σκεφτικός τα γένια του. Άραγε πώς τα βολεύουν οι άλλοι παπάδες σε τέτοιες περιπτώσεις; Η νεκρώσιμος ακολουθία είχε ήδη γίνει. Τριήμερα ή εννιάμερα δεν ήταν. Κανονική εκταφή δεν έμοιαζε. Οπότε; Οπότε δεν είχε ιδέα. Πρώτη φορά τού τύχαινε να θάβει τη θαμμένη και δεν του άρεσε καθόλου. Στου σατανά τα έργα, στου διαόλου τα μπερδέματα γιατί να δώσει την ευχή του;
Κοίταξε γύρω του. Τριάντα, σαράντα μάτια ανυπομονούσαν στυλωμένα πάνω του, μαζί και ένα φέρετρο που είχε κατέβει στο δευτεροσκαμμένο λάκκο. Θέλοντας και μη, άρχισε να ψέλνει με φωνή που μόλις ακουγόταν «Ελέησον ημάς, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου… Έτι δεόμεθα υπέρ αναπαύσεως της ψυχής…» κι ύστερα σταύρωσε με τα δάχτυλά του τον αέρα, ευχόμενος πιο δυνατά «Αιωνία σου η μνήμη, αξιομακάριστος και αείμνηστος αδελφή ημών». Σαν να έδωσε ένα αόρατο σήμα και μεμιάς όλοι άρχισαν να φεύγουν.
Η μάνα της συνέχισε να κάθεται ακούνητη στο ίδιο μέρος. Κάποιες γριές προσπάθησαν να τη σηκώσουν, αλλά αντέδρασε με πείσμα. Πήραν λοιπόν το φτυάρι από κοντά της και την άφησαν μονάχη, δίπλα στον τάφο να σέρνει το σιγανό της μοιρολόγι μες στην άγρια νύχτα. Ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπαν. Από τότε εξαφανίστηκε από το χωριό και κανείς δεν την ξανάδε. Κανείς εκτός από εμένα.
Όπως μπορείς να καταλάβεις, εγώ δεν ξαναπάτησα στο χωριό. Έπρεπε να ξεχάσω. Να ξεχάσω και να ξεχαστώ. Ούτε συγγενείς ούτε φίλοι ούτε Μαρία ούτε η μάνα της Μαρίας ούτε τίποτα. Ήμουνα μόνος. Μόνος και έρημος, εδώ στην ξένη πόλη.
Θέλοντας και μη τα κατάφερα. Έπιασα δουλειά, νοίκιασα διαμέρισμα, ξανάρχισα τη ζωή μου. Άρχισα να βγαίνω με γυναίκες. Άπλωνα το χέρι, ένα πρόσωπο να πιάσω. Δέσποινα, Αναστασία, Κωνσταντίνα, Αγγελική, Άννα, Ελένη… Ούτε που θυμάμαι πια. Τραβούσα το χέρι κι έβρισκα ίχνη από μακιγιάζ. Το έπλενα, το ξανάπλενα, καθάριζε η πούδρα, αλλά το παπαρουνόζουμο δεν έλεγε να φύγει. Λες κι είχε διαπε¬ράσει όλους τους πόρους του κορμιού μου. Μια δεύτερη πέτσα κάτω από την πέτσα μου. Ένα άλλο αίμα μέσα στο αίμα μου. Ένα άταφο πτώμα έξω από τον ανοιγμένο λάκκο του μυαλού μου.
Με σένα όμως δεν ήταν έτσι. Το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Δείλιασα στην αρχή, ήμουν και λίγο μπερδεμένος, αλλά στο τέλος, όπως σου είπα, πήρα την απόφασή μου.
Αποβραδίς έγραψα ένα σημείωμα με κάτι στίχους του Λειβαδίτη. Ήξερα ότι έχεις μεγάλη αδυναμία στους μεταπολεμικούς ποιητές.
«Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον
έρωτα
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα
και πάλι την ελπίδα».
Το πρωί ήρθα πιο νωρίς απ’ όλους στη δουλειά. Έσκυψα πάνω στο γραφείο σου και το έκρυψα σε ένα συρτάρι. Δέκα λεπτά αργότερα σε είδα να έρχεσαι. Σε είδα να κάθεσαι και να τακτοποιείς τα πράγματά σου. Σε είδα να ανοίγεις το συρτάρι σου και να βγάζεις το σημείωμα. Σε είδα να ξεδιπλώνεις το σημείωμα και να το διαβάζεις απορημένη. Σε είδα να κοιτάζεις προς το μέρος μου και να χαμογελάς.
Σου χαμογέλασα κι εγώ. Κι ήταν το ίδιο ακριβώς χαμόγελο που είχα μικρό παιδί σε κείνη τη φωτογραφία. Έσκυψα μετά στα έγγραφά μου, για να μην μας δουν, κι έκανα πως διορθώνω.
Απ’ όσο θυμάμαι, μόλις είχε μπει για τα καλά η άνοιξη. Εδώ στην Αθήνα δεν μπορεί κανείς να καταλάβει τη διαφορά, αλλά στο χωριό μου θα είχαν σίγουρα φυτρώσει χαμομήλια και θυμάρια. Χαμομήλια και θυμάρια, αλλά θαρρώ και παπαρούνες.




(συνέχεια: 29.10.09,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Οι αδιάσειστες ενδείξεις",
έκταση: 3.000λ.)

Πάει κι αυτό, το μάθαμε...

Πρώτη προσπάθεια δημιουργίας βίντεο για το ΕσύΣωλήνα (youtube).
(Κλείστε πρώτα την μουσική του blog από το GCast, κάτω αριστερά, στα "Ηχνο-χνάρια")




Άλλο ένα που είναι έτοιμο, θα μπει τον Δεκέμβρη...

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Παλιο#$$#@@@##!!!*&*&%#


Περίπου μια 10ετία στο διαδίκτυο.
Περίπου 4 χρόνια και κάτι στα fora
Περίπου δυο χρόνια και κάτι στα blogs.
Αρκετά αυτά που έχω δει, αρκετά αυτά που έχω μάθει. Μετά όμως από διάφορα σκηνικά που έχουν γίνει σε διάφορους ιστοχώρους που περιπλανιέμαι και κυρίως μετά από την απόφαση της φιλενάδας μου της Darias να κάνει το blog της «κλειστό» και μόνο με προσκλήσεις, βγήκε στην επιφάνεια πάλι αυτό που καιρό απωθούσα σε μια άκρη του μυαλού μου.
Η φασιστικού τύπου ασχήμια που έχει κατακλύσει το διαδίκτυο και δίνει με το προκάλυμμα της ανωνυμίας, χώρο και στασίδι στον κάθε ψυχικά άρρωστο, στον κάθε κρετίνο, στον κάθε φασίστα, στον κάθε πολέμιο της ομορφιάς του λόγου και της προσπάθειας επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων, τους δίνει λοιπόν «βήμα» και «λόγο» να διοχετεύσουν την αρρώστια τους σαν μολυσματικό ιό σε όσους τύχει και συναντήσουν στο διάβα τους, για να ικανοποιήσουν την διαστροφή τους.
Γιατί περί διαστροφής πρόκειται.
Εκείνο το ξεφτιλισμένο μοτό «περί ελευθερίας έκφρασης» έχει πια διαστρεβλωθεί τελείως και χρησιμοποιείται κατά το δοκούν, ΚΥΡΙΩΣ ΔΕ από τους υποστηρικτές (ναι υπάρχουν και τέτοιοι) του δικαιώματος ΟΛΩΝ στην διαδικτυακή έκφραση και παρουσία.
Ε δεν πάει έτσι ρε παλικάρια, πώς να το κάνουμε δηλαδή;
Κι ας ακούγεται "κάπως" μια τέτοια κουβεντα, πως υποστηρίζει "αποκλεισμούς", εκφράζει "μεροληπτικές αντιλήψεις", ενέχει στοιχέια "φασιστικής νοοτροπίας" κλπ κλπ
Αν υπάρχει ένας άρρωστος που διεκδικεί το δικαίωμά του στην «έκφραση», υπάρχουν και εκατοντάδες άλλοι που διεκδικούν το δικό τους δικαίωμα να μην τους ενοχλούν και να μην ασελγεί ο καθένας ψυχανώμαλος στην αισθητική και ψυχική ηρεμία τους στο όνομα μιας επίπλαστης «ελευθερίας έκφρασης», απλοί άνθρωποι που διεκδικούν το δικαίωμα να αναζητήσουν, να συζητήσουν, να μάθουν, να θαυμάσουν, να ρωτήσουν, να προβληματιστούν, χωρίς να νοιώθούν στον σβέρκο τους την λιγδωμένη ανάσα του κάθε ψυχάκια που καλυπτόμενος πίσω παό το πέπλο της ανωνυμίας ασχημονεί και προσπαθεί να επιβαλλει την δικιά του αρρώστια στους γύρω του.

Τι να πρωτοθυμηθώ;
«Εκπαιδευτικούς» που έβριζαν όσο χυδαία μπορεί να φανταστεί κανείς, που απειλούσαν οικογένειες και ζωές, άρρωστους που κάνουν «κατάληψη» σε ιστοσελίδες και τις κάνουν σκουπιδότοπους και χωματερές, ψυχάκηδες που έβγαζαν σε κοινή θεά φωτογραφίες, ονόματα, διευθύνσεις, προσωπικά στοιχεία ανθρώπων που ΔΕΝ ΕΚΑΝΑΝ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ ΝΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ Ή ΜΙΑ «ΙΔΕΑ» ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΑΠΌ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΣ «ΑΡΕΣΚΕΙΑΣ» ΤΟΥΣ.
Ακόμα δε και οι «αντεπιθέσεις» αυτού του ύφους που κάποτε τις θεωρούσα ως «δίκαιη» ανταπόδοση, πλέον δεν μπορώ να τις υποστηρίζω – όσο «δίκαιες» κι αν μου φαίνονται καποιες στιγμές, ακόμη και αν και εξακολουθώ να κατανοώ την «αμυντική» τους τακτική, αλλά δεν την αποδέχομαι.
Η –έστω και δίκαιη- υιοθέτηση μιας τέτοιας «αμυντικής στάσης», τελικά σε «ποτίζει» μέσα σου με έναν ύπουλο τρόπο από την στιγμή που αποφασίζεις να μπεις σε αυτή την ψυχολογία και αρχίζεις να παίζεις αυτό το αρρωστημένο από την φύση του, «παιγνιδάκι».
Οι περισσότεροι από όσους γνωρίζω στο διαδίκτυο, έχουν ανάλογες «εμπειρίες» και πολλοί είναι εκείνοι που σιχάθηκαν και τα παράτησαν για να διαφυλάξουν την ψυχική και αισθητική τους υγεία, άλλοι απενεργοποίησαν εντελώς τα σχόλια, άλλοι δεν απαντούν πια σε κανέναν, άλλοι βρέθηκαν να «φοράνε» προειδοποίηση «κατανοώ και επιθυμώ να συνεχίσω»
Δεν θα είχε νόημα να αναφέρω blogs και ιστοσελίδες που έχουν γευτεί αυτή την άρρωστη χλαπάτσα.
Είμαι σίγουρος πως αρκετοί γνωρίζετε τουλάχιστον μια ανάλογη περίπτωση
Ακόμη δε , μέχρι και blogs νεκρών που έμειναν ανοιχτά επειδή οι ιδιοκτήτες τους δεν μερίμνησαν να δώσουν κωδικούς σε κάποιον συγγενή ή φίλο, έχουν γίνει σκουπιδότοποι.
Κάποιοι ίσως ξέρετε τι εννοώ

Σε τουτο το μαγαζί λοιπόν, εξ’ αρχής γράφουμε δύο, από τους οποίου ο Πάνος επέλεξε να γράφει «επώνυμα», εγώ πάλι όχι.
Μέχρι στιγμής, δεν έχουμε ακόμη κανενα αναλογο "συμβάν".
Επειδή όμως ο ενας από μας (όχι ο Πάνος), συχνά «περιδιαβαίνω» και διάφορους «άλλους» χώρους και «συγκρούομαι» αλλά –ΕΥΤΥΧΩΣ- με διαφορετικό όνομα, έχω πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου τον «φόβο» μην κουβαλήσω εδώ ασχήμια που ο Πάνος και η συντριπτική πλειοψηφία όσων επισκέπτονται ετούτο δω το κονάκι, δεν έχουν καμία μα καμία σχέση.
Δεν νομίζω όμως τελικά πως μπορείς και να κάνεις και πολλά.
Απλά είναι «να μην σου τύχει»

(Γαμώτο, όταν ξεκίνησα αυτή την ανάρτηση, ήθελα να ρίξω μπινελίκια μπόλικα, να «χώσω», να βγάλω πράμα.
Τρίχες τελικά, βαριέμαι ακόμη και γι΄ αυτό.
Ο Πάνος δε, ούτε καν ξέρει για «ποιες» ιστοσελίδες αναφέρομαι, ούτε καν τα άλλα «ονόματα» μου.
Επίτηδες τον κρατάω στα «σκοτάδια» γιατί είναι «τρυφερούλης» και φοβάμαι μην πληγωθεί.χο χο χο, θα λυσσάξει τώρα που τον βγάζω «μαλθακό» και του κάνω πάσα τον χαρακτηρισμό του «συναισθηματικού γλυκοπατάτα» που μου έχουν κολλήσει μερικοί μερικοί…)

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Τα "παιδιά-έντομα"



Από τα «ματωμένα χώματα» του Σουδάν, απελπισμένοι πρόσφυγες στις μεγαλουπόλεις






ΝΤΕΪΒ ΕΓΚΕΡΣ, Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός, μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 616


Μου έφερε στο μυαλό τις έντυπες διαφημιστικές εκστρατείες της Unesco κατά τη δεκαετία του ’80. Τότε που απεικόνιζαν τα υποσιτισμένα παιδιά της Αφρικής δίχως καμιά διάθεση εξωραϊσμού ή απόκρυψης της πραγματικότητας, με το σκεπτικό ότι όσο ισχυρότερο είναι το συγκινησιακό σοκ τόσο πιο γενναιόδωρες θα είναι οι εκδηλώσεις φιλανθρωπίας. Αλλά δεν έγινε ακριβώς έτσι. Η αισθητική του ωμού ρεαλισμού αποδείχτηκε πολύ σκληρή για τις αντοχές του δυτικού αναγνώστη, που με την πρώτη φευγαλέα ματιά έσπευδε λόγω ενοχών να αλλάξει σελίδα.
Στο μυθιστόρημα του Έγκερς περιγράφονται τέτοιες εικόνες, και μάλιστα ακόμη πιο σκληρές. Σε 613 σελίδες παρελαύνουν παιδιά κυνηγημένα, άρρωστα, πεινασμένα, ακρωτηριασμένα, που είδαν τα σπίτια τους να καίγονται, τα χωριά τους να ξεθεμελιώνονται και τους γονείς τους να σφαγιάζονται. Είναι τα ονομα¬ζόμενα «χαμένα παιδιά» ή αλλιώς τα «ασυνόδευτα» παιδιά ή καλύτερα τα «παιδιά-έντομα». Έτσι ακριβώς, «τα παιδιά-έντομα». Ο ανθός της σουδανικής κοινότητας των Ντένκα και των Νουέρ.
Το ιστορικό πλαίσιο έχει ως εξής. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ξεσπάει ο δεύτερος εμφύλιος στο Σουδάν. Ο σχετικά αναπτυγμένος βορράς, αντιμάχεται τον υπανάπτυκτο νότο που διεκδικεί την αυτονομία του. Πίσω από την αντιπαράθεση κρύβονται θρησκευτικές και φυλετικές διενέξεις που υποθάλπονται από το αυξανόμενο διεθνές ενδιαφέρον για το πλούσιο σε πετρελαϊκά αποθέματα υπέδαφος της χώρας. Η σουδανική κυβέρνηση, που αρχίζει να τελεί κάτω από το άστρο του πιο ακραίου μουσουλμανικού φονταμε¬νταλισμού, επιδιώκει την εκδίωξη των ιθαγενών πληθυσμών από τις περιοχές τους και εξοπλίζει ομάδες Αράβων πολιτοφυλάκων και μισθοφόρων, που, με τη βοήθεια του κυβερνητικού στρατού και με αντάλλαγμα το γενικευμένο πλιάτσικο των κατειλημμένων περιοχών, εφαρμόζουν την τακτική των πληθυσμιακών εκκαθαρίσεων και της καμένης γης. Στον αντίποδα σχηματίζονται αντάρτικες ομάδες (ΛΑΣΣ) και ξεκινά ένας αιματοβαμμένος εμφύλιος πόλεμος που διαλύει τον κοινωνικό ιστό και οδηγεί τους τοπικούς πληθυσμούς σε πλήρη εξαθλίωση, με αποτέλεσμα την ανθρωπιστική κρίση που προκλήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στο νότιο Σουδάν και στα 2003 στο Νταρφούρ. Δυόμισι εκατομμύρια οι καταγεγραμμένοι μέχρι σήμερα νεκροί.
Ο Βαλεντίνο Ατσάκ Ντένγκ, της φυλής των Ντένγκα, μεγαλώνει μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες. Χαίρεται όσο προλαβαίνει να χαρεί, παίζει όσο προλαβαίνει να παίξει, ερωτεύεται όσο προλαβαίνει να ερωτευτεί, αλλά πρωτίστως τρέχει. Συνέχεια τρέχει. Είναι το μόνο που ξέρει ότι πρέπει να κάνει. Γιατί όποιος δεν τρέχει σε εκείνα τα μέρη, ή σκοτώνεται ή πεθαίνει.
Μαζί του τρέχουν κι εκατοντάδες άλλα εγκαταλελειμμένα παιδιά. Τη μια από το Σουδάν προς την Αιθιοπία, την άλλη από την Αιθιοπία προς το Σουδάν και στο τέλος από το Σουδάν προς την Κένυα. Μια ατέρμονη πορεία σημαδεμένη από τα λείψανα των παιδιών που αρπάχτηκαν από τα λιοντάρια ή δολοφονήθηκαν από τους Άραβες, τους Αιθίοπες και τα εχθρικά χωριά ή κάθισαν αποκαμωμένα για να ξεκουραστούν στη σκιά ενός δέντρου και τα πήρε για πάντα ο ύπνος. Όσα είχαν την τύχη να τα καταφέρουν βρήκαν για αρκετό καιρό καταφύγιο στον καταυλισμό του ΟΗΕ στο Κακούμα της Κένυας και τα ακόμη πιο τυχερά προωθήθηκαν ύστερα από κάποια χρόνια στις ΗΠΑ. Ανάμεσά τους και ο ήρωας.
Η αφήγηση ξεκινά με τον ήρωα θύμα ληστείας στο μικρό διαμέρισμα που νοικιάζει στην Ατλάντα. Μια ολόκληρη μέρα δεμένος χειροπόδαρα, με τις βασανιστικές αναμνήσεις για μοναδική παρέα. Η αφήγηση συνεχίζει με τον ήρωα να αναζητά ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε ένα νοσοκομείο της Ατλάντα. Εννιά ολόκληρες ώρες στην αναμονή, με τις βασανιστικές αναμνήσεις για μοναδική παρέα. Η αφήγηση τελειώνει με τον ήρωα να χτυπάει τις κάρτες των μελών ενός γυμναστηρίου στο οποίο εργάζεται. Τέσσερις ολόκληρες ώρες ακίνητος μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή, με τις βασανιστικές αναμνήσεις για μοναδική παρέα.
Σ’ όλα αυτά υπάρχει μια ορατή αντίθεση ανάμεσα στη διαρκή κίνηση του παρελθόντος και στην κατάσταση ακινησίας του παρόντος, που σηματοδοτεί μια όχι και τόσο ευοίωνη μετάβαση από το πρότερο άγχος της επιβίωσης στο σημερινό τέλμα της στασιμότητας. Στο Σουδάν υπήρχε ο κίνδυνος αλλά και η ελπίδα, ενώ στις ΗΠΑ έλειψε ο κίνδυνος αλλά και η ελπίδα. Ο καιρός περνά, η φιλανθρωπία των Αμερικανών στερεύει, αλλά ο ήρωας αδυνατεί να ορθοποδήσει: κανένα πανεπιστήμιο δεν τον δέχεται, τα χρήματά του δεν αρκούν, καμιά σοβαρή δουλειά δε βρίσκει, η αγαπημένη του δολοφονείται. Για κάποιο λόγο φαίνεται πως τα «χαμένα παιδιά» του Σουδάν διατηρούνται εξίσου «χαμένα παιδιά» και στις ΗΠΑ. Αλλά τι είναι αυτό που φταίει; Μήπως οι ίδιοι οι Σουδανοί πρόσφυγες, που αποδεικνύονται δυσπροσάρμοστοι και ιδιαίτερα απαιτητικοί; Μήπως η αμερικανική κοινωνία, που αποδεικνύεται υποκριτικά φιλάνθρωπη και κατά βάθος ρατσιστική;
Από την αφήγηση του Έγκερς λείπουν οι εκλογικεύσεις, οι απλουστεύσεις και οι μανιχαϊσμοί. Το βλέπουμε στην ανάλυση των πολύπλοκων αιτιών που οδήγησαν στον εμφύλιο του Σουδάν, το βλέπουμε στην παρουσίαση της ύποπτης δράσης των φίλιων αντάρτικων δυνάμεων του ΛΑΣΣ, το βλέπουμε και στη σκιαγράφηση του αυξανόμενου αδιεξόδου που κυκλώνει τη ζωή των νεαρών Σουδανών προσφύγων στη χώρα της φιλοξενίας τους.
Στο αδιέξοδο αυτό καθρεφτίζεται η αδυναμία των ανθρωπιστικών οργανώσεων να δώσουν οριστική λύση μπροστά στις εξελισσόμενες ανθρωπιστικές κρίσεις, χωρίς τις αναγκαίες πολιτικές παρεμβάσεις της διεθνούς κοινότητας, με σκοπό την εμπέδωση της ειρήνης, την αποκατάσταση της τάξης και τη στήριξη της οικονομίας των χωρών που πλήττονται. Γιατί ακόμη και μια γενναιόδωρη πράξη φιλανθρωπίας, όπως η μεταφορά των «χαμένων παιδιών» στις ΗΠΑ, δεν μπορεί να επιλύει επ’ αόριστον τα πρακτικά προβλήματα των προσφύγων στο ξένο πολιτιστικό περιβάλλον, δεν μπορεί να μετουσιώνει επ’ αόριστον τις φρούδες ελπίδες τους σε πραγματικότητα, δεν μπορεί να αμβλύνει επ’ αόριστον τη σε βάρος τους ρατσιστική προκατάληψη. Όταν λόγω της επανάληψης παύουν τα αυτιά των φιλάνθρωπων αμερικανών να συγκινούνται από τις ηθελημένα διογκωμένες αφηγήσεις των «χαμένων παιδιών», είναι επόμενο να αρχίζουν να κλείνουν. Θα συνέβαινε στον καθένα μας.
Ο δραματοποιημένος αφηγητής καταθέτει την προσωπική του μαρτυρία για όλα αυτά, μ’ έναν τρόπο που συνδέει την ατομική τραγωδία με το πανανθρώπινο δράμα, ενώνει το τοπικό πρόβλημα με το οικουμενικό πλαίσιο και πλουτίζει τη λογοτεχνική αφήγηση με τον πολιτικό στοχασμό. Με το χέρι ενός Αμερικανού συγγραφέα απέκτησαν οι Σουδανοί τα δικά τους «Ματωμένα Χώματα» και προστέθηκε ένα ακόμη μαρτυρολόγιο στο σχετικό κατάλογο της παγκόσμιας βιβλιοθήκης, που, όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, παραμένει ακόμη ανοιχτός. Γιατί μπορεί πριν από λίγους μόνο μήνες να οριστικοποιήθηκε η ειρήνη στην πολύπαθη χώρα, αλλά νέες ανθρωπιστικές κρίσεις, όπως αυτή που λόγω ξηρασίας απειλεί τη γειτονική Κένυα, ελλοχεύουν στην ευρύτερη περιοχή.
Μέσα από το βιβλίο του Έγκερς μπορούμε να γνωρίσουμε τον τρόμο και την απελπισία τους στην πιο ρεαλιστική κι αυθεντική εκδοχή τους. Αρκεί βέβαια να το διαβάσουμε μέχρι το τέλος, όσο κι αν θα προτιμούσαμε λόγω ενοχών να το κλείσουμε από την πρώτη ακόμη σελίδα.


Αυγή, 17.10.09

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

1. "Απολογητικό υπόμνημα"

Σηκώνω το κεφάλι μου. Έξω έχει βραδιάσει για τα καλά κι όλοι έχουν φύγει εδώ κι αρκετή ώρα. Είμαι τελείως μόνος. Νιώθω να με κυκλώνει το σκοτάδι και να με πνίγει η σιωπή. Δεν σου κρύβω ότι αρχίζω να φοβάμαι. Φοβάμαι το κόκκινο χρώμα που έχει το σκοτάδι και τον ξηρό ήχο που κάνει η σιωπή.
Γυρίζω φοβισμένος το βλέμμα μου προς το γραφείο σου και το βρίσκω τελείως άδειο. Ξεφυσώ ανακουφισμένος. Σκέφτομαι να συνεχίσω τις διορθώσεις, αλλά σαν να με εμποδίζει κάτι και το μετανιώνω αμέσως.
Κατά βάθος ξέρω ότι είναι η τελευταία ευκαιρία που έχω. Πρέπει οπωσδήποτε να σου τα πω. Όλα. Χωρίς να προσθέσω ή να αφαιρέσω, χωρίς να αποκρύψω ή να διογκώσω τίποτα. Μπορεί να μη με αρέσει καθόλου, αλλά υπό μία έννοια είναι κι αυτός ένας τρόπος για να τα βολέψω. Θέλω να πω, να τα τακτοποιήσω από την αρχή μες στο μυαλό μου και να τα οργανώσω με τάξη και σειρά στη μνήμη μου.
Τεντώνω το κορμί μου και σέρνω την καρέκλα μου πιο κοντά στο γραφείο. Ανοίγω τον υπολογιστή. Η οθόνη φωτίζει το σκοτάδι κι ο ήχος του πληκτρολογίου σπάει τη μονοτονία της σιωπής.
Στέκομαι και διαβάζω ό,τι έχω γράψει. Λέει ότι έξω έχει βραδιάσει κι ότι είμαι τελείως μόνος.
Να λοιπόν που ύστερα από μισή ώρα κατάφερα κουτσά στραβά να σχηματίσω τις πρώτες παραγράφους του κειμένου μου. Παρηγοριέμαι με την ιδέα ότι η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, που σημαίνει ότι αν εγώ είμαι τώρα στο ήμισυ, τότε εσύ είσαι στο παν κι αν εγώ είμαι τώρα στην πρώτη γραμμένη σελίδα, τότε εσύ είσαι σε όλες τις άγραφες που ακολουθούν.
Πιέζω το page down με την ελπίδα να σε βρω, αλλά ο κέρσορας κολλάει σε αυτήν εδώ τη λέξη της δεύτερης μόλις σελίδας. Σκέφτομαι ότι πρέπει πάση θυσία να γεμίσω όλες τις άγραφες σελίδες που ακολουθούν, έστω κι αν δεν έχω τίποτα άλλο να σου πω, πέρα από κάτι συγκεχυμένες μνήμες κι άλλες τόσες αμφισβητούμενες αλήθειες.
Στο ξεκαθαρίζω λοιπόν από την αρχή για να το ξέρεις: διαφιλονικούμενη κι η μνήμη, διαφιλονικούμενη κι η αλήθεια που κομίζω. Ό,τι στην πραγματικότητα απομένει είναι μια φιλονικία. Μια φιλονικία της μνήμης με την αλήθεια ή της αλήθειας με τη μνήμη και πάντως καθεμιάς με τον εαυτό της. Και για να γίνω πιο σαφής, δεν αναφέρομαι μόνο στην οπτική γωνία του υποκειμένου ούτε στη διάσταση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου ούτε στις διαφορετικές προσλήψεις του ίδιου νοήματος από τρίτους. Αναφέρομαι στο ίδιο το νόημα, στη διάσπαση, στη σύγχυση και στην τελική απώλειά του.
Γιατί, ξέρεις…, εδώ κι αρκετό καιρό κατοικώ εγκαταλελειμμένος στο βασίλειο της επιλεκτικής αμνησίας.
Γιατί, ξέρεις…, εδώ κι αρκετό καιρό διατηρούμαι κατεψυγμένος στο νεκροτομείο της ηθελημένης πλάνης.

Έτσι απλώς διατηρούμαι. Χωρίς αισθήματα, μόνο με αισθήσεις. Χωρίς παρελθόν, μόνο με παρόν. Χωρίς σκέψεις, μόνο με πράξεις. Ίσαμε χτες πίστευα ότι είναι μια προσωπική ιδιομορφία, σήμερα μόλις αντιλήφθηκα ότι είναι ένα είδος ψυχοπνευματικής μετάλλαξης, τώρα πλέον καταλήγω στο συμπέρασμα ότι είναι μια αναγκαία διαφοροποίηση.
Τελικά, όσο και να με πονάει, όσο και να σε στεναχωρεί, πρέπει να το ομολογήσω: αυτό δεν είναι το δικό σου κείμενο κι εσύ δεν είσαι στο παν. αυτό είναι το δικό μου κείμενο κι εγώ είμαι ακόμα στο μισό.

Πιάνω το πληκτρολόγιο κι αρχίζω.

Γράμμα το γράμμα οριοθετώ τη δική μου υπόσταση. Σχηματίζω την πρώτη λέξη:
Ή-μ-ο-υ-ν

Γράμμα το γράμμα κηρύσσω τη δική μου ατομικότητα. Σχηματίζω τη δεύτερη λέξη:
έ-ν-α

Γράμμα το γράμμα βεβαιώνω τη δική μου ζωή. Σχηματίζω την τρίτη λέξη:
π-τ-ώ-μ-α

Λέξη τη λέξη αθροίζω αλήθειες στη μνήμη και μνήμες στην αλήθεια μου. Διαβάζω ολόκληρη την πρόταση:
Ήμουν ένα πτώμα.

Το παραδέχομαι, λοιπόν: κάποτε ήμουν ένα πτώμα – αλλά τώρα δεν είμαι. κάποτε δεν υπήρχα – αλλά τώρα υπάρχω.

(Βέβαια, αν το σκεφτείς, δεν είναι και λίγο. Εννοώ το ότι συνεχίζω να υπάρχω).











(συνέχεια: 22.10.09,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Μια μαύρη τρύπα στο κεφάλι μου",
έκταση: 4.400λ.)

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Κάτι πρέπει να γίνει


Ήμουν σε παρουσίαση βιβλίου χτες βράδυ, αρκετά γνωστού και πολύ αξιόλογου κατά τα άλλα συγγραφέα. Ε, λοιπόν μ’ έπιασε απογοήτευση. Οι τρεις κι ο κούκος. Απ’ ό,τι φαίνεται, τα της σοβαρής λογοτεχνίας αφήνουν παντελώς αδιάφορο το ευρύ κοινό. Ένα ευρύ κοινό που άγεται και φέρεται ανάμεσα σε λογής λογής μπεστ σέλερ, αμφισβητούμενης ποιότητας και ύποπτης εμπορικής επιτυχίας. Δεν είναι βέβαια πρωτόγνωρο: εδώ και καιρό τα λογοτεχνικά πράγματα δείχνουν μια ιδιαίτερη προτίμηση στο ροζ.
Δε θα αναφερθώ εδώ στο γιατί, δε με ενδιαφέρουν εδώ οι συνέπειες. Πάντως κάτι πρέπει να γίνει.
Οι λέσχες ανάγνωσης είναι μια λύση. Τα βιβλιοφιλικά μπλοκ είναι μια λύση. Αλλά, όπως και να ’χει, δεν αρκούν. Αφορούν τους μυημένους.
Θα μπορούσε, βέβαια, να βοηθήσει το σχολείο. Ναι, θα μπορούσε. Αλλά στο μεταξύ πρέπει να αλλάξουν πολλά. Πάρα πολλά. Και ως προς το πνεύμα της διδασκαλίας και ως προς το χαρακτήρα της παρεχόμενης παιδείας και ως προς τη λειτουργία των βιβλιοθηκών.

(Με την ευκαιρία: Από αύριο και για τις επόμενες δεκατρείς εβδομάδες θα ανεβάζω κάθε Πέμπτη στις 11:00μμ το καινούριο μου μυθιστόρημα. Κάθε σχόλιο, ένσταση, επιφύλαξη είναι ευπρόσδεκτο και θα το συνυπολογίσω στην τελική επεξεργασία. Αν όλα πάνε καλά, το βιβλίο θα εκδοθεί την άνοιξη. Προσβλέπω στην εμπειρία της άμεσης επικοινωνίας. Θα είναι κάτι το πρωτόγνωρο για μένα).

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

88 άτομα σαν Γενικοί & Ειδικοί Γραμματείς, Περιφερειάρχες




Μέχρι Τρίτη 13 Οκτωβρίου μπορείτε να κάνετε αίτηση για να επιλεγείτε ως υποψήφιος για μια από τις 88 θέσεις στις γενικές γραμματείες των υπουργείων της νέας αντιεξουσιαστικής μας κυβέρνησης
(αν δεν το ξέρατε απορώ τι σκατα κάνετε όλη μερα στα γραφεία και στις κατφετέριες, πατήστε γρήγορα
εδώ)

Έχω ανάγκες, έχω MBA, έχω επαγγελματική προϋπηρεσία, έχω διδακτική προϋπηρεσία, έχω λέγειν, έχω φωτογένεια, έχω φίλους αντιεξουσιαστές, παίζω κιθάρα, είμαι οικογενειάρχης νοικοκυραίος με δάνεια και κάρτες.

Έχω παίξει σε τηλεπαιγνίδια και έχω πάρει μερικά φράγκα, (η σύζυγος δυστυχώς όχι…), δεν έχω συλληφθεί, (χο χο χο), δεν κάνω
πια παρέα με λούμπεν άτομα, έχω άκρες σε καλλιτεχνικούς κύκλους, έχω συστάσεις από τον μανάβη, τον ψιλικατζή, κατι παλιούς μου μαθητές και συμφοιτητές, πρώην εργοδότες.
Είμαι πιστός σύζυγος (να λείπουν τα προβοκατόρικα σχόλια επ΄αυτού), δεν έχω καταγραφεί σε κανένα DVD.
Έχω blog, είμαι καπνιστής, μου αρέσει η καλή ζωή και ο χαβαλές.
Δεν πίνω πολύ, βρίζω σαν Πάγκαλος, ταπηρωκρανιόνομαι σαν Κανέλλη, δεν έχω τικ στους ώμους, δεν έχω offshore, δηλώνω τα πάντα (σπίτι και αυτοκίνητο) στην εφορία

Σκέφτομαι να κάνω κι εγώ μια αίτηση, αλλά αυτό που με «φρενάρει», είναι μια σημειολογία που κανείς δεν έχει σχολιάσει μέχρι στιγμής (
γιατί, ε, πως να το κάνουμε, δεν είμαστε όλοι το ίδιο έξυπνοι και γαμάουα):
Ως γνωστόν, το νούμερο 88 έχει μια «ιδιαίτερη» σημασία για τους νεοναζίδες.
(Αν δεν το ξέρατε ήδη, απορώ τι σκατά το έχετε το internet, μόνο για online poker και να κατεβαζετε στα κρυφά τσόντες; Γρήγορα κοιτάξτε εδώ)

Ετούτη η κυβερνηση δε, φαινεται να παίζει με τις σημειολογίες και τα "κρυφά νοήματα".
(Αν παρ' ελπίδα, δεν ξέρεις το κατι τις σου από μεταφυσική, τότε - λυπάμαι- αλλά ο πολιτικός σου λόγος και το κριτήριό σου είναι εντελώς outdated και κοίτα τι θα κάνεις γι΄αυτό γιατί συντομα, θα προκηρυχθούν και άλλες θέσεις.)
Το θεμα λοιπόν είναι πως είμαι «αλλεργικός» σε αυτά τα κρυφά νοήματα.
Πολύ «αλλεργικός» όμως.

Εντάξει, ίσως να ειμαι απλά καχύποπτος και προβοκάτορας (λίγο)

Μπας όμως και χάσω μια ΜΟΝΑΔΙΚΗ ευκαιρία να ανέβω στο άρμα της εξουσίας και εγώ, να πάρω λίγη κοινοβουλευτική αίγλη, να λιγδώσω το αντεράκι μου, να βολέψω κάτι άνεργα ξαδέρφια και φίλους, να διασφαλίσω το μέλλον των παιδιών μου και να πολεμήσω επιτέλους την αναξιοκρατία που ταλανίζει την χώρα δεκαετίες τώρα, από ενα μετερίζι με καλή "βίγλα" αφήνοντας το όνομά μου με χρυσά γραμματα στην πολιτική ιστορία του τόπου; (με αυτή την σειρά)

Εντάξει, εντάξει το προσθέτω κι αυτό: ίσως και να **8$%#%$548 λίγο κι εγώ.

(Σιγά μην το γράψω ξεκαθαρα κιόλας, αμα μπει η γυναικα μου στο blog;;;;;!)


"ΑΝ όχι τώρα, τότε πότε;


ΑΝ όχι εμείς τότε ποιός;;"




Τι να κάνω;
Βοηθάτε μωρέ παλικάρια να αποφασίσω, θελω κι εγω επιτέλους να δω τι κρύβει από κατω της η εξουσία...

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Η πρόσθετη διδακτική στήριξη


Πονεμένη ιστορία. Όταν πρωτοξεκίνησε, προβλήθηκε ως μηχανισμός εξισορρόπησης των ταξικών ανισοτήτων στο σχολείο. Ότι και τα παιδιά των κατώτερων κοινωνικών τάξεων θα έχουν με τη βοήθεια της πολιτείας τη δωρεάν μαθησιακή στήριξη για να ανταγωνιστούν επί ίσοις όροις τους μαθητές που προέρχονται από μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Όνειρα θερινής νυκτός, ιδεολογικής προέλευσης και λειτουργίας.

Αλλά ακόμη κι αν υπήρχε μια απειροελάχιστη τέτοια δυνατότητα, γρήγορα υπονομεύτηκε εκ των έσω. Τα μαθήματα ξεκινούσαν αρχές Οκτώβρη (ώστε να μη λειτουργούν ανταγωνιστικά προς τα φροντιστήρια;), οι αμοιβές πληρώνονταν στη χάση και στη φέξη, τελευταία ίσχυσε το ασυμβίβαστο (!) διδασκαλίας στην πρόσθετη διδακτική στήριξη και σε φροντιστήριο, οι προσλήψεις αποδεικνύονταν ολοένα και περισσότερο από ύποπτες ως σκανδαλώδεις, η αμοιβή κόπηκε στο μισό.

Ένας θεσμός που ξεκίνησε προς τη σωστή κατεύθυνση συνέχισε να υπάρχει μόνο και μόνο για να φαγωθούν τα σχετικά κονδύλια από το τρίτο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης και για να υλοποιούνται οι επιθυμητές κομματικές εκδουλεύσεις. Απ' όταν έκλεισε η κάνουλα της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, ο θεσμός σερνόταν. Τώρα αναστέλλουν τη λειτουργία του. Είναι μια από τις πρώτες αποφάσεις της νέας υπουργού. Εύγε.

Όλα αυτά μου φέρνουν στο μυαλό τους δημόσιους οργανισμούς που πρώτα τους χρεοκοπούνε κι ύστερα τους ξεπουλάνε ή τους αγροτικούς συνεταιρισμούς της δεκαετίας του 80 που τους διέλυσαν για να ξεπηδήσουν στη θέση τους και είκοσι ομοειδείς κερδοφόρες ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Αλλά αναρωτιέμαι: δεν υπήρχε έστω κι έτσι η δυνατότητα της εξυγίανσης; Το λέω γιατί βλέπω τα απορημένα ματάκια της Β. Είναι στη δευτέρα λυκείου από άπορη οικογένεια. Το πολεμάει στα μαθήματα όσο κανένας άλλος μαθητής. Αλλά... αλλά δε θα περάσει. Έτσι απλά. Η αστική αξιοκρατία καλά κρατεί.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Τη γνώμη σας ζητώ


Το επιχείρησα και το Μάιο, αλλά τα παράτησα από την αρχή ακόμη. Για πολλούς λόγους ήταν μια κακή περίοδος. Δεν πειράζει. Άλλωστε, από τα λάθη μας μαθαίνουμε. Τώρα τελευταία αρχίζω να φλερτάρω ξανά με την ιδέα. Ίσως γιατί τώρα είναι καλύτερα τα πράγματα από κάθε πλευρά. Πρωτίστως γιατί νιώθω ότι συντηρεί μέσα μου έναν διαρκώς ανανεούμενο εφηβικό ενθουσιασμό. Το νιώθω όταν κάθομαι στο πληκτρολόγιο, συνηθέστερα κατά τις πολύ μεταμεσονύκτιες ώρες. Εν πάση περιπτώσει, το μυθιστόρημα έχει τελειώσει σχεδόν πλήρως και, αν όλα πάνε καλά, θα εκδοθεί την ερχόμενη άνοιξη.

Στο μεταξύ σκέφτομαι ξανά την περιοδική ανάρτησή του σ' αυτό το ιστολόγιο. Ζητώ τη γνώμη σας (έστω κι αν αποδείχτηκα ανακόλουθος την προηγούμενη φορά): τις ενστάσεις, τις προτάσεις, τις παρατηρήσεις σας. Ό,τι, εν πάση περιπτώσει, γουστάρετε.



Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Σπαρίλες



Βαριέμαι σφόδρα.
Τέλέιωσε και το πανηγύρι των εκλογών να ηρεμήσουν λιγάκι και τα αποτέτοια μας που είχαν ζαλιστεί με τις κορώνες των λυσσασμένων.

«Πάρε, πάρε και γάβρο έχω! Πάρε χαλιά, πάρε κιλίμια, εδώ τα καλά σώβρακα, εδώ οι καλές φανέλες, κοινόχωμα, γλάστρες και καστανόχωμα έχω, καθαρίζω υπόγεια, παίρνω μπάζα, φτιαχνω μερεμέτια, ξεβουλώνω χέστρες, δώσε ρε θείο και σε μενα να χαρούν τα ποθαμένα σου!»

Θα πήξουμε στις αναλύσεις βέβαια τώρα, για το τι έφταιξε, ποιος έφταιξε, ποιος κέρδισε, γιατί κέρδισε, τι θα γινόταν «αν» κλπ κλπ.

Λίγα βασικά πράγματα:

- Η Νέα Δημοκρατία έφαγε σουτίδι στα αχαμνά και πρέπει τώρα να κάνει «λαγουδάκια» γύρω γύρω για να της περάσει.
Δεν του βγήκε του Καραμανλή το «ρίσκο» των εκλογών. Άλλοι λένε πως ήταν «στρατηγική επιλογή» ώστε να κάνει πάσα τα ζόρια στο ΠΑΣΟΚ και να επιστρέψει πάλι αργότερα με «τιμές και δάφνες» και ο Καραμανλής με την παραίτησή του, φαίνεται να βάζει παρακαταθήκη την «τιμή» του για μελλοντικές απολαβές.
Αυτό που κέρδισε με την χασούρα της η Νέα Δημοκρατία, είναι η ευκαιρία για μια «ομφαλοσκόπηση» με ότι αυτό επιφέρει

Hint: ο Μητσοτάκης αν δεν δει την Ντόρα αρχηγό κόμματος και πρωθυπουργό, δεν θα ηρεμήσει.

- Ο Καρατζαφέρης έκανε την καλύτερη πολιτική μπάζα που θα μπορούσε.
Μέχρι εκεί όμως, δεν έχει παραπάνω. Ο «Λα.Ο.Σ» μάλλον έφτασε στα όρια του ως αυτόνομη πολιτική ύπαρξη. Ίσως και να βιώνουμε την αρχή του ξεφτίσματος του συγκεκριμένου πολιτικού μορφώματος. Ο Καρατζαφέρης θα προσανατολιστεί στο να «εξαργυρώσει» τα bonus του στον φυσικό του χώρο. Έχει αυξημένη διαπραγματευτική δυνατότητα τώρα και είναι αρκετά έξυπνος για να το γνωρίζει και να το εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο – γι΄ αυτόν - τρόπο, όταν βρει την ευκαιρία.
Hint: Τα "πουλέν" του... Για να δουμε τι θα δούμε...
(Απλά το ένστικτό μου με "γαργαλάει"...)

- Το ΠΑ.ΣΟ.Κ βγαίνει κερδισμένο μεν, αλλά με την «υποχρέωση» να τα βγάλει πέρα σε δεκάδες προβλήματα μείζονος σημασίας, για τα οποία έχει κι αυτό ευθύνες.
Ανεργία, ασφαλιστικό, δημόσιες επενδύσεις, Υγεία, Παιδεία, κοινωνικές παροχές, εν κινδύνω εργασιακά κεκτημένα, παραπαίουσα οικονομία, ελλείμματα, διαλυμένα Ταμεία, status quo της παραοικονομίας, διάλυση του Δημόσιου Τομέα, αρνητικοί δείκτες ανάπτυξης, απουσία κεφαλαίων για επένδυση, για έρευνα, για τεχνολογία, «αγριάδα» της Ε.Ε. για σύμπλευση και τήρηση σφικτών οδηγιών και προθεσμιών, Σκοπιανό, Κυπριακό, Ελληνοτουρκικά, λαθρομετανάστευση, εγκληματικότητα κ.ά.
Είναι βαριά η …βούρτσα του τσολιά.

Ο δε Παπανδρέου, έγινε μεν Πρωθυπουργός, αλλά αυτό ίσως και να μην τον χαροποιεί ιδιαίτερα, σε αυτή την χρονική στιγμή.
ΑΝ μη τι άλλο όμως, για τα πρώτα 2 χρόνια, μάλλον θα ηρεμήσει από εσωκομματικά μπερδέματα, αφου με 160 έδρς, μπορεί να παίξει ΑΝΕΤΑ τον Βλάντ τον Παλουκωτή έτσι και δει πως κάποιος πάει να κουνηθεί ή δει την κοιλιά του να εξέχει από την γραμμή.
Έχει να πέσει πολύ «Σω.Βε» (σωματική βελτίωση) που λέγαμε στον στρατό στους «πρωτοκλασάτους» και στα κατεστημένα. Μάλλον δεν την «ξαναπατάει»

Hint: Για να προσέξουμε λίγο τους «συμβούλους» που θα επιλέξει. Μπορεί να έχουν ενδιαφέρον και να δείξουν «πράγματα». Κοντός ψαλμός...

- Το ΚΚΕ.
Πρόβλημα. Δεν λέει να πάρει χαμπάρι τι παίζεται γύρω του πιά. Επιμένει σε μια λογική «καθαρότητας» με όρους περασμένης 20ετίας (και λίγα λέω) και αυτοπεριορίζει την δυναμική του στο όνομά της, ελέω μιας θεωρητικής «εντολής» των εργατών και των χαμηλών τάξεων.
Εδώ μας έχουν πάρει και τα σώβρακα, και ο Περισσός ακόμη θεωρεί «νίκη» το ότι είναι μονίμως στην Βουλή και αντιπολιτεύεται (κι ας χάνει ποσοστά) και περιφέρει λάβαρο το «οι εργαζόμενοι στηρίζουν το ΚΚΕ»
Συγγνώμη αλλά παπάρια κάνουν.
Αν δεν το καταλάβατε τώρα με αυτά τα αποτελέσματα, δεν πρόκειται να το καταλάβετε ποτέ.

Hint: Αυτή η «κόκκινη καρδιά» της Αλέκας ρε γαμώτο. Εντάξει, το πιάσαμε το υπονοούμενο, αλλά έλεος δηλαδή…

- ΣΥ.ΡΙΖ.Α
Ο Τσίπρας κέρδισε και «χρόνο» και «ηγετικούς πόντους»
Ευτυχώς γι’ αυτόν που το ΠΑ.ΣΟ.Κ έβγαλε αυτοδυναμία, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα είχαν «πανηγύρια».
Οι θιασώτες των «συνεργασιών» θα πιάνονταν μαλλί με μαλλί μα τους ενάντιους και το «μαγαζί» θα γινόταν ρημαδιό.
Τώρα έχει κάμποσο χρόνο να σταθμίζει τα πράγματα και να προκαλέσει εκείνες τις εσωτερικές διεργασίες που θα δώσουν μια ΞΕΚΑΘΑΡΗ ΜΟΡΦΗ τόσο των πολιτικών θέσεων όσο και στην εικόνα και τον γενικότερο πολιτικό χαρακτήρα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α


Hint: Αν δεν το κάνει τώρα, θα το μετανιώσει αργότερα.


- ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ.
Απλά, «δεν»…

Hint: Δεν έχει hint, δεν έχει τίποτα…


- Ψηφοφόροι:
Μπαϊλντισμένοι, κουρασμένοι, φοβικοί, τσατισμένοι, φανατισμένοι, εκδικητικοί, αβέβαιοι, προδομένοι, στυγνοί υπολογιστές, αδιάφοροι, υποχρεωμένοι, σταρχιδιστές, συνειδητοποιημένοι, με κοντή μνήμη, «νοικοκυραίοι», παρτάκηδες, ξεγελασμένοι…

Όπως πάντα δηλαδή…

Αυτά τα ολίγα στα βιαστικά και εκ του προχείρου.

Α, ναι!
Γαμώτο εκεί που ψήφιζα, δεν βρήκα ψηφοδέλτια των εξής κομμάτων :

Α) ΧΑΡΙΖΩ ΟΙΚΟΠΕΔΑ, ΧΑΡΙΖΩ ΧΡΕΗ, Παναγροτικό Εργατικό Κίνημα Ελλάδος (ΠΑΕΚΕ) 1376 ψήφοι

Β) Κ.Ο.Τ.Ε.Σ. Καπνιστικές Ομάδες για την Τέχνη και την Εικαστική Συγκρότηση, 1355 ψήφοι

Γ) Φως. Αλήθεια. Δικαιοσύνη. 867 ψήφοι
Δ) ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 8 ψήφοι

Ε) ΠΕΡΙΦ. ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ (Π.Α.Α) 8 ψήφοι

Στ)ΠΑΛΑΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 3 ψήφοι
(Ειδικά αυτόν τον τελευταίο και με τα δύο χέρια θα τον ψήφιζα κι ας μην ξέρω καν τι καπνό φουμάρει. Ξέρετε ρε σεις, πόσο ευτυχισμένος θα ένιωθε ο άνθρωπος;;;.)

Μπας και πρέπει να κάνω καμιά ένσταση;;;

Μπα! Τι με κόφτει στην τελική;

Βαριέμαι κιόλας και έχω και σπαρίλες…