Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Με αφορμή ένα σχόλιο


Πολύ λίγο τον άκουσα. Τη στιγμή ακριβώς που αναφερόταν στον ΣΥΡΙΖΑ. «Ο πραγματικά χαμένος της τηλεμαχίας είναι ο Αλαβάνος» υποστήριξε. Με τηλεοπτικούς όρους πιθανώς και να ισχύει, αλλά με καθαρά πολιτικούς διατηρώ βάσιμες αμφιβολίες.
«Ήθελε το ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ θερμοκήπιο του ΠΑΣΟΚ» συμπλήρωσε, χωρίς βέβαια να μπει στον κόπο να εξηγήσει από πού το συμπέρανε. Αλλά έτσι γίνεται με το Λαζόπουλο: στο όνομα της σάτιρας μπορεί να λέει ό,τι κοτσάνα του κατέβει και ας μην πρόκειται για σάτιρα αλλά για πολιτικό σχολιασμό.
Αλλά είναι άδικο. Είναι άδικο να σφραγίζεται η πολιτική καριέρα Αλαβάνου με τις κοτσάνες του Λαζόπουλου. Να σφραγίζεται; Ναι, να σφραγίζεται. Ενίοτε οι κοτσάνες του Λαζόπουλου εκλαμβάνονται ως θέσφατα.
Εγώ πάντως επιμένω να τον εκτιμώ ως πολιτικό. Το έχω ξαναπεί ότι τον εκτιμώ. Τον εκτιμώ παρ’ όλα τα λάθη, τις παλινωδίες και τις απρόβλεπτες επιλογές του. Ή μάλλον ακριβώς για όλα αυτά. Ως προς το λόγο κι ως προς τη στάση διαφοροποιείται από τη στιλιζαρισμένη και φτιασιδωμένη περσόνα όλων των πολιτικών μας, προς την οποία βλέπω ότι κλίνει ολοένα και περισσότερο ο Τσίπρας.
Πολύ φοβάμαι ότι με την αποχώρησή του ενταφιάζεται οριστικά η προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ. Ίδωμεν.
Προς το παρόν, δεν θα μπορούσα τίποτα άλλο να στηρίξω στις επικείμενες εκλογές παρά μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ, έστω και χωρίς τον Αλαβάνο.

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Βιβλιο-εξαρτημένος

Η φωτό ειναι από τον Έφηβο

Την αγανάκτησή μου μέσα δηλαδή.
ΕΙΜΑΙ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΟΣ ΛΕΜΕ!
Δεν είναι να πηγαίνω σε εκθέσεις βιβλίων ρε ούπστη μου, του αλλάζω τα φώτα.
Βρακί δεν έχουμε να βάλουμε στον κώλο μας, βιβλία πάω και παίρνω ο λακαμάς.
Hobsbawn, Πουλαντζάς, Σταυρόπουλος, Μποντριγιάρ, Ρόμβος, Graeber, Moren Ραφαηλίδης…
Και να έχω την κόρη μου να ρωτάει πως μου αρέσουν αυτά τα βιβλία, αφού δεν έχουν περιπέτεια, κυνηγητό, δράση, έρωτες…
Τι να της πω ρε;
Τι να της πω;
Γελάω σαν πιτσιρικάς που τον πιάσανε να κάνει αταξίες και το βουλώνω κοιτάζοντας τα παπούτσια μου.
… την εξάρτησή μου μέσα…

Να πάτε στην έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο λέμε.
Κλείνει Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου στις 10:30 το βράδυ.
Εμπρός της γης οι βιβιλιο-εξαρτημένοι…

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Η αβάσταχτη ελαφρότητα της τέχνης


Πίνει ελάχιστα και δεν καπνίζει. Ζει στο Κολωνάκι αλλά της αρέσουν τα Εξάρχεια. Πήρε μια φορά μέρος στις διαδηλώσεις του Δεκέμβρη, μετά όμως φοβήθηκε και δεν ξαναπήγε. Βγάζει αρκετά χρήματα από τις συναυλίες, αλλά τη συντηρούν ακόμη οι γονείς της. Με τα κόμματα δεν ασχολείται και στις προηγούμενες εκλογές ψήφισε ό,τι της υπέδειξαν οι γονείς της.

Αυτά κι άλλα βαθυστόχαστα είπε στη σαββατιάτικη συνέντευξη που έδωσε στον Σταύρο Θεοδωράκη. Αναφέρομαι στη Μόνικα. "Το παιδάκι-αταξία που χόρευε με Χατζιδάκι και άκουγε Beatles" και "τάραξε τα νερά της ελληνικής σκηνής", όπως μας εξηγεί ο υπότιτλος. Ομολογώ πως δεν έχω ακούσει τραγούδια της, για να εκφέρω γνώμη.

Από την άλλη, αναρωτιέμαι ποια σχέση έχουν όλα αυτά με την τέχνη. Από ποιες γωνίες, από ποια φαντάσματα, από ποια γαμώτο, από ποια αδιέξοδα μπορεί να αντληθεί η πρώτη ύλη της.

Γιατί δεν ειναι γάργαρο νερό που κελαρύζει από παρθένα πηγή.

Δεν είναι κορν φλέικς λουσμένα με ζεστό γάλα.

Δεν είναι καν πρωινός καφές ύστερα από βαρύ ύπνο.

Συγκεντρωμένο πύο σε κακοφορμισμένη πληγή είναι. Αυτό νομίζω ότι ίσχυε μέχρι τώρα για την αληθινή καλλιτεχνική ύλη.


Και να που έρχεται η Μόνικα για να μου το αλλάξει. Ξέρει ασφαλώς πολύ καλά τι και γιατί το λέει. Τέτοια η εποχή, τέτοιο το κοινό, τέτοιοι και οι καλλιτέχνες. Όλα μια τηλεοπτική εικόνα χωρίς τη διάσταση της προοπτικής. Απαστράπτουσα μεν, αλλά επίπεδη και ρηχή.

Από την άλλη, οφείλω να αναγνωρίσω πως υπάρχει και ένα θετικό στοιχείο στη στάση της Μόνικας. Μετάνιωσε, όπως παραδέχτηκε στη συνέντευξη, που ψήφισε ό,τι της υπέδειξαν οι γονείς της. Αποφάσισε, τελικά, ότι δεν της αρέσει να της λένε οι άλλοι τι να κάνει.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Λάρισα: 25 χρόνια μετά (μέρος δεύτερο)

Καφές στο Φρούριο της Λάρισας


Εντάξει, δεν ηταν προσχεδιασμένο το ομολογώ, αν δεν είχε γιγαντωθεί τόσο η Λάρισα και δεν έστριβα λάθος να βγω σχεδόν δίπλα στο παλιό μου το φοιτητόσπιτο, μπορεί και να μην είχα πάει να το δω πάλι.

Αλλά μερικά πράγματα γίνονται τυχαία, ασυναίσθητα, με πρόθεση ή δεν ξέρω ‘γω γιατί και ποιος νοιάζεται στην τελική για την αιτία

Όλη η οικογένεια στο αυτοκίνητο, μαζί και ή μάνα μου, λες και πηγαίναμε για προσκύνημα, ε, αν ήταν να τύχει, έπρεπε να τύχει τώρα.
Και έτυχε.
Η εκδρομή στα Τέμπη, έγινε ταξίδι αναπόλησης και πραγμάτωση λες, ενός ξεχασμένου «τάματος».

Φούσκωσα μόλις πάρκαρα αδερφέ, φούσκωσα και ψάξε βρες το γιατί.

Πυροδοτήθηκαν συνδέσεις στο μυαλό και την ψυχή που έλεγα πως δεν λειτουργούσαν πια, μου ‘ρθαν στο μυαλό μυρωδιές, γεύσεις, χρώματα, πόνεσαν παλιά χτυπήματα.

Ξεχύθηκαν από το σεντούκι παλιά συναισθήματα, πλημμύρισαν την σκέψη μου ξανά φοιτητικά όνειρα, που τα ΄χα να καλπάζουν στον θεσσαλικό κάμπο αχαλίνωτα, οδηγούσα με τα μάτια να τρέχουν ενώ ταυτόχρονα χαμογελούσα σαν ψυχάκιας στα πρόθυρα κρίσης, ενώ ένα άλλο μερος του μυαλού μου κοίταγε τους πολλούς πεζόδρομους και τα πολλά καταστήματα και απορούσε τι στο διάκο χρησιμεύουν οι διαχωριστικοί πλαστικοί πάσσαλοι σε μονόδρομους με δύο λωρίδες…

Μνήμες αδερφέ, μνήμες…

Κεντρική Πλατεία, το τότε κέντρο «ζωής» της Λάρισσας (έτσι γραφόταν τότε), η άπαιχτη γιαγιά που καθάριζε την πλατεία γύρω στις 3 τα ξημερώματα και μα ς κυνηγούσε να πάμε σπίτια μας και να διαβάσουμε και ρώταγε τα κορίτσια της παρέας αν ξερουν οι γονείς τους πως ξενυχτάνε παρέα με μαλλιάδες (έκλαψε όμως στο τελευταίο μας υπαίθριο ξενύχτι και μας ξεπροβόδισε με την ευχή της -ας αναπαύεται η ψυχούλα της εκεί που θα βρίσκεται, Εθνική Τράπεζα με τις πολυπόθητες – και σπάνιες - τηλεφωνικές επιταγές, Λέσχη Αξιωματικών που στεκόμασταν απ’ έξω και γελάγαμε με το επίσημο καρακιτσαριό των δεξιώσεων, ενώ οι κακομοίρηδες οι σκοποί μας κοιτούσαν αγχωμένα έντρομοι κρύβοντας τα γέλια τους, το Stefany’s που έτρωγαν οι φοιτητές της Παιδαγωγικής Ακαδημίας που μετά μετακόμισε στον Βόλο, το «θρυλικό» καφενείο-στέκι με τις «πράσινες καρέκλες»(ποτέ δεν έμαθα αλήθεια πως το έλεγαν), τα πρώτα Goody’s της πόλης, οι disco-ταβέρνες, το Πασάγιο, το Studio54, η Biberon, η Λάμπα με τις σουρεάλ αρχιτεκτονικές καινοτομίες - λοξές πόρτες, εσωτερικά παράθυρα, στραβές και ασύμμετρες γωνίες- , η pub “Blue” και ο «ασβέστης» του, που τον έδινε μόνο σε «εκλεκτούς» πελάτες και μπορούσες να πιείς μόνο ένα –δεν χρειαζόταν και δεύτερο δηλαδή-, το Πολυεπίπεδο (ή μήπως Πολύεδρο;) που όταν έπιασε σαν στέκι, εμάς τους «μαλλιάδες» δεν μας ήθελε πιά, γι΄ αυτό και εμείς για σπάσιμο, πηγαίναμε ζευγάρια με κάτι πολύ σικάτες συμφοιτήτριες που είχαν μεν τις δικές τους παρέες εκεί, αλλά μας ψιλογούσταραν κιόλας και μας έμπαζαν μέσα κάνοντας έτσι «αντάρτικο», το «Σερραϊκό» με τις φοβερές μπουγάτσες που του την στήναμε από τις εξι το πρωί απ΄έξω για να μας ανοίξει και να είμαστε οι πρώτοι πελάτες του – ξενύχτηδες γαρ- και ο τυπάκος να μουρμουράει που πάλι ούτε έναν καφέ δεν θα προλάβαινε να πιεί πρωί-πρωί, η πλατεία Ταχυδρομείου, έρημη τότε, με δυό ξενοδοχεία και δυο εστιατόρια μόνο, η Παιδαγωγική Ακαδημία με τις τρυφερές δασκαλίτσες- μόνιμος «στόχος» των «παρακατιανών» ΤΕΙτζήδων-, το ροκάδικο “Video Club” (???) πού έκανε προβολές ροκ βιντεοκλιπ, το τσοντάδικο, τα ουζερί γύρω από το «τρίγωνο» παρκάκι κάπου κοντά στην Μανδηλαρά και το «sic» στέκι της εποχής, το Bistrot που πήγαιναν μόνο Λαρισσαίοι (έτσι γραφόταν τότε) και για ένα διάστημ αήμουν ο μοναδικός φοιτητής που έμπαινε, λόγω γνωριμιών και ΚΥΡΙΩΣ λόγω τριβής και χρήσης της ιδιαίτερης βαρυάς γλωσσικής προφοράς (α ρε πόσο χρήσιμα είναι τα γονίδια μερικές φορές!) , τα λουκουματζίδικα στα στενάκια προς το Φρούριο, το "Ρολόϊ" που δεν υπάρχει πια, χαρακτηριστικό σημείο της πόλης κοντα στο Φρουριο, ο λαχειοπώλης – άγαλμα στην βιτρίνα του Σαράφη να παριστάνει την κούκλα και εμείς απ’ έξω σουρωμένοι να του κάνουμε καζούρα, το «Αισθητικό Άλσος», οι «καρφωμένες» από την ασφάλεια καναβουριές στην κοίτη του Πηνειού, ο Άγιος Αχίλλειος,


...το παγκάκι που φιληθήκαμε και είπαμε «Όσο πάει…»

και πάει ακόμα…


η κόκκινη φλοκάτη, η σόμπα πετρελαίου, ο σουμνιές που βούλιαζε και μου στοίχισε ένα λουμπάγκο και καθήλωση 2 ημερών χωρίς φαΐ χωρίς νερό, μέχρι που ανησύχησες και ήρθες να με βρεις και χτύπαγες τα κουδούνια να σου ανοίξει κάποιος να έρθεις πίσω να κοιτάξεις που είμαι, θυμάσαι; τα μουχλιασμένα από την υγρασία Σέρτικα Λαμίας που δεν μπορούσαμε να καπνίσουμε, ο πρώτος «ψύλλος», τα κόμικς, ο Κοσμάς μισός Κεφαλλονίτης και μισός Νιγηριανός και το breakdance (!!!!), τα μαύρα μπερέ και οι γαλάζιες φούτερ που τα βγάλαμε τελικά γιατί μας περνάγανε για ακροδεξιούς (χα χα χα!!!!), το μέγαρο «Φαντάνα», η κατάληψη στο ερειπωμένο σπίτι και οι περιπολίες περιφρούρησής της στους χιονισμένους γύρω δρόμους, οι τιράντες που φόραγα και με κοιτάζανε όλοι (την επόμενη χρονιά ο Σαράφης είχε γεμίσει τιράντες την πόλη), μέχρι και οι μπάτσοι «ο τιραντάκιας» λέγανε, η διχάλα στο δέντρο της Κεντρικής Πλατείας, που αφήναμε τα μηνύματά μας (25 άτομα παρέα, πώς να συνεννοηθούμε όλοι μαζί διαφορετικά;;;)

Ναι, η παρέα μας…

(συνεχίζεται)

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

Να φιλήσω το φεγγάρι;



Μου θύμισε τις κινηματογραφικές ταινίες που προβάλλονται εκτός διαγωνιστικού τμήματος στις Κάνες και στη Βενετία. Οι πιο πολλές δρέπουν δάφνες από τους κριτικούς, αλλά είναι αμφίβολο αν θα φτάσουν ποτέ μέχρι τις αίθουσες προβολής. Εξ ορισμού κείνται εκτός εμπορίου, καθότι πέραν των κοινών κριτηρίων.
Μιλάω για το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Γούλα «Δάσκαλε, να φιλήσω το φεγγάρι;» . Πάνε χρόνια απ’ όταν πρωτοεκδόθηκε (1997) απ’ τις εκδόσεις Ατραπός. Για πρώτη φορά έπεσε στην αντίληψή μου όταν ο Σπύρος (VLAXOS) το εκθείαζε σε ένα εκπαιδευτικό φόρουμ, αλλά δυστυχώς η δική του γνώμη δε μετράει, αφού μέχρι και τα δικά μου τα βιβλία λέει ότι του αρέσουν. Περιέργως, εδώ είχε δίκαιο. Ακριβέστερα, είχε απόλυτο δίκιο.
Ένα δείγμα γραφής:
«Απορούσε ο δάσκαλος. Μα…
Αν η ισορροπημένη σχέση, η μετρημένη συμπεριφορά, η γνώση της ανάπτυξης του παιδιού, η ομαλή κοινωνική ένταξη, είναι ο δρόμος της “Αγωγής”, τότε πώς βγήκαν όλοι τούτοι που περπατάνε στους δρόμους;
Ποιος έσπειρε τη μιζέρια στα βλέμματα, την ατολμία στις κινήσεις;
Ποιος φυλάκισε τα όνειρα στις νύχτες, ποιος έβαψε με άσπρο – ξεθωριασμένο άσπρο – τις ζωές;»

Από λογοτεχνική άποψη του βιβλίο του Γούλα έχει αρκετές ατέλειες. Είναι αργόσυρτο ως προς την πλοκή και φλύαρο ως προς τη γλώσσα και υποτάσσει τον αφηγηματική διάσταση στη στοχαστική διάθεση του αφηγητή. Κι όμως. Είναι απ’ αυτές τις περιπτώσεις που οι ατέλειες δε μειώνουν την αξία του συνόλου, αλλά βεβαιώνουν την αυθεντικότητά του. Στη γραφή του Γούλα δεν υπάρχει τίποτα το φτιασιδωμένο, το προσχεδιασμένο και το ψεύτικο. Γιατί γράφει όπως σκέφτεται και σκέφτεται όπως μιλάει: με έναν τρόπο απολύτως βιωματικό, που κουβαλάει κατάσαρκες σκέψεις, αληθινούς πόνους και πολλά τσιγάρα. Γι’ αυτό, άλλωστε, δε δίνει δεκάρα για τα αφηγηματικά κλισέ και τα λογοτεχνικά ψιμύθια. Το μόνο που τον μέλει είναι η αλήθεια. Η συγκαλυμμένη, η αποσιωπημένη, η ενοχλητική αλήθεια της παιδαγωγικής σχέσης. Ό,τι δηλαδή αποξεχνιέται μέσα μας – λόγω συνήθειας, αδυναμίας, φόβου και θεσμικής καταπίεσης – από την πρώτη στιγμή που ανοίγουμε το στόμα μας ενώπιον των μαθητών μας.
Ας σημειώσω και το εξής χαρακτηριστικό: διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες του βιβλίου σκεφτόμουνα να το στείλω – ανώνυμα βέβαια – σε καμιά δεκαριά γνωστούς μου που εξόφθαλμα διασύρουν από τάξη σε τάξη την παιδαγωγική τους ιδιότητα, αλλά τώρα που το τελειώνω αντιλαμβάνομαι πως θα ήταν καλό να το διαβάζω ανά διετία. Μ’ ό,τι αυτό σημαίνει και για μένα.
Γιατί ο Γούλας έγραψε το δικό μας Αιμίλιο ή περί αγωγής, κι ας μην το πήρε κανένας χαμπάρι… Αλλά είπαμε: το βιβλίο του είναι σαν εκείνες τις ταινίες που προβάλλονται πάντα εκτός διαγωνιστικού τμήματος.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Μην ρωτάς, λείπω...


Πνίγομαι φιλαράκι
στην πίεση, στην συναισθηματική έλλειψη, στην ψυχική κενότητα, στην εικόνα της μικρής και των φίλων να κλαίνε πάνω στο κορμάκι της.
Μπούκωσα, δεν τραβάω σου λέω, να σπάσει το στήθος μου πάει, με καίνε τα μάτια μου, δεν μπορώ να σκεφτώ, να μιλήσω, να φάω, να καπνίσω, να γελάσω.
Κοιτάζω και δεν βλέπω, ακούω αλλά δεν καταλαβαίνω, μόνο φουσκώνω και ξεφυσάω σαν τρύπια σαμπρέλα.
Κι ο κόσμος έξω περπατά, κυκλοφορεί, άλλη μια μέρα, άλλη μια προσπάθεια, άλλη μια γελοιότητα της κάθε μέρας, του γνωστού, του συνηθισμένου, του ασφαλούς, στα λεωφορεία και στα δρομολόγιά τους, στους άνεργους με τις εφημερίδες στα χέρια, στους συνταξιούχους να συνωστίζονται στο μάζεμα των πάγκων της λαϊκής, στους παππούδες στα παγκάκια των παιδικών χαρών, στην διαρκή ύβρη που ξερνάνε οι ίδιες ξεφτιλισμένες φάτσες στις οθόνες, στα ίδια εμετικά ψέματα που βεβηλώνουν σκέψη εγωισμό και αξιοπρέπεια, στα παιδιά που ξεκινάνε το σχολείο, στα λεφτά που δεν υπάρχουν, στο όραμα που έμεινε ξεχασμένο πανωφόρι σε κάποιο αμφιθέατρο, στις κουβέντες που δεν βγαίνουν, στα βιβλία που δεν μου πάει καρδιά να ανοίξω, στο μυαλό που δεν μπορώ να συγκεντρώσω
Δεν θέλω να μιλάω, δεν θέλω να κινούμαι, δεν θέλω να με ενοχλούν, δεν θέλω να είμαι εδώ δεν θέλω να είναι τώρα, τίποτα δεν θέλω.
Μια ντροπή το ρούχο μου, μια θλίψη οι ανάσες μου.
Ντρέπομαι που δεν μπορώ να κάνω κάτι
Ντρέπομαι που στον πόνο των φίλων, το μόνο που μπορώ να προσφέρω είναι κατεβασμένο κεφάλι και τρέμουλο ψυχής
Μ΄ άρπαξε ο χρόνος από τον λαιμό και μου τρίβει τα μούτρα σε παλιές φωτογραφίες που βλέπω την μικρή με τα παιδία μου να κοιτάζει τον φακό…
Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να έχει νόημα τώρα
Δεν μπορώ να αποφασίσω τι είναι το καλύτερο να κάνω, τι θα μπορούσε ίσως να βοηθήσει στην εκτόνωση της πίεσης, ή αν όντως είναι η εκτόνωση το ζητούμενο
Κι ετούτες τις γραμμές ένοχες τις νοιώθω, γιατί για μένα λένε και όχι για τα φιλαράκια.

Σιωπή μονάχα βγαίνει, ηχηρή σιωπή, αφόρητη σιωπή και μάτια κόκκινα, μάτια θολά, μάτια χαμένα με σπαράγματα σκέψεων, εικόνων και αναμνήσεων.

Τεράστια η απώλεια, μικρή η ψυχή να την χωρέσει

Δεν υπάρχει διαχείριση στην απώλεια φιλαράκι, αυτανάφλεξη της θλίψης μόνο
Κι όσους κάψει και ότι αφήσει…
Γι΄αυτο σου λέω μην ρωτάς, λείπω...

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Η ιστορική μνήμη σε κώμα



Ma Jian, Πεκίνο σε κώμα, εκδ. Πάπυρος 2009, σελ. 828


Πέρασαν κιόλας είκοσι χρόνια. Κάποιες μονόστηλες αναφορές στο διεθνή τύπο και μια δυο εκδηλώσεις ανά τον κόσμο μάς υπενθύμισαν με τρόπο αμήχανο την ξεχασμένη επέτειο. Ήταν 4 Ιουνίου του 1989. Τότε που ο κινεζικός στρατός αιματοκύλησε την Τιανανμέν.
Η στάση της διεθνούς κοινότητας απέναντι στην εξέγερση δίνει ένα θαυμάσιο παρά¬δειγμα πολιτικής διαχείρισης της ιστορικής πραγματικότητας. Η μνήμη της Δύσης μακραίνει και κονταίνει με γνώμονα τις πολιτικοοικονομικές σχέσεις που διατηρεί με την κινεζική εξουσία. Όσο οι δυτικές κυβερνήσεις ήθελαν να ασκήσουν πίεση προέβαλλαν την αιματοβαμμένη καταστολή, τώρα που θέλουν να στενέψουν τους δεσμούς την αποσιωπούν. Η Τιανανμέν είχε την ατυχία να αποτελέσει την προμετωπίδα μιας συζήτησης που άνοιξε χωρίς να την εννοεί ο δυτικός κόσμος για τις πολιτικές ελευθερίες στην Κίνα. Όμως αυτό που στην πραγματικότητα τον έμελε ήταν η μεγάλη πίτα της κινεζικής αγοράς και το άνοιγμα σε επενδύσεις της κινεζικής οικονομίας. Όλα τα άλλα ήταν κατά κανόνα ψευδεπίγραφα κι υποκριτικά.
Τώρα λοιπόν που λείπει η πολιτική σκοπιμότητα, τώρα που η εικόνα της χώρας έχει αναβαπτιστεί στην κολυμπήθρα των Ολυμπιακών αγώνων, τώρα που η οικονομία της Κίνας διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε διεθνή κλίμακα, τώρα που οργανώσεις όπως «οι μητέρες της Τιανανμέν» έχουν διαλυθεί, η μνήμη όσων συνέβησαν κινδυνεύει να απαξιωθεί ιστορικά. Ό,τι έχει απομείνει για να την υποστηρίζει είναι κάποιοι ελάχιστοι εξόριστοι που επιμένουν, το τυπικό επετειακό καθήκον που ανακουφίζει τις ενοχές του δυτικού κόσμου και κάποια ιστορικά πειστήρια παγκόσμιου ενδιαφέροντος που έχουν διασωθεί απ’ τη λογοκρισία του καθεστώτος, όπως εκείνη η συγκλονιστική φωτογραφία με τον πεισματάρη εργάτη που μόνος μες στην άγρια νύχτα σταματάει στην άδεια λεωφόρο του Πεκίνου μια ολόκληρη ίλη τεθωρακισμένων.
Κοντά σ’ αυτά σημαντική θέση διεκδικεί και η σχετική με το θέμα λογοτεχνική δημιουργία, που όπως συμβαίνει ύστερα από κάθε δραματικό ιστορικό συμβάν, έρχεται με μια μικρή χρονική καθυστέρηση για να ψηλαφίσει τις πληγές, να ανακουφίσει το περίσσιο συναισθηματικό δυναμικό και να στεγάσει την προσωπική και συλλογική μνήμη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το τελευταίο μυθιστόρημα του Ma Jian, που μεταφράστηκε πρόσφατα και στη χώρα μας.
Πρόκειται για μια συγκλονιστική αφήγηση, που συνοπτικά έχει ως εξής:
Ο Τάι Γουέι μεταπτυχιακός φοιτητής βιολογίας παίρνει πρωταγωνιστικό μέρος στην νεανική εξέγερση. Τη νύχτα της 4ης Ιουνίου πυροβολείται στο κεφάλι και πέφτει σε κώμα. Η εξουσία τον έχει καθηλώσει σωματικά, αλλά δεν τον έχει καθυποτάξει πνευματικά. Επιστρατεύοντας όσες διανοητικές δυνάμεις τού απομένουν κηρύσσει την επανάσταση της μνήμης έναντι της άνωθεν επιβαλλόμενης λήθης.
Η αφήγηση που εκφέρει, εν είδει ενδιάθετου λόγου, συνιστά το τελευταίο οχυρό αντίστασης: με κεντρικό καμβά όσα συνέβησαν πριν και κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, σκιαγραφεί ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο της κινεζικής κοινωνίας ιδωμένο στις ιδιωτικές διαστάσεις του προσωπικού βίου με τα οικογενειακά δράματα, τους εφηβικούς έρωτες, την αγωνία της επαγγελματικής αποκατάστασης κτλ. και στις δημόσιες διαστάσεις του συλλογικού βίου με τις μαζικές διώξεις στη διάρκεια της πολιτιστικής επανάστασης, τις μεταρρυθμιστικές απόπειρες των κατοπινών ηγεσιών και την τελική επικράτηση της ελεύθερης οικονομίας.
Είναι το πορτρέτο μιας αυταρχικά κυβερνημένης κοινωνίας. Μιας κοινωνίας με καταργημένες πολιτικές ελευθερίες, με συμπιεσμένα κοινωνικά δικαιώματα και με παραβιασμένο ιδιωτικό βίο, που παρ’ όλα αυτά στοιχίζεται με φανατισμένο τρόπο πίσω και από τις πιο παράλογες αποφάσεις της απρόσωπης γραφειοκρατίας που τη διοικεί. Ο Ma Jian, εστιάζει στο φαινόμενο αυτής της στοίχισης, αναλύοντάς το με τρόπο που θυμίζει την εξέταση του ναζιστικού φαινομένου από τη Χάνα Άρεντ.
Έτσι η μητέρα του ήρωα αποκηρύσσει το σύζυγό της, που χαρακτηρίστηκε δεξιός εξαιτίας του χαιρετισμού που απηύθυνε σε έναν Αμερικανό μουσικό μαέστρο. Η μικρή Λούλου διασύρεται απ’ τους συμμαθητές της, γιατί το κόκκινο κραγιόν που φοράει αποτελεί κατά το διευθυντή του σχολείου της δείγμα «αστικού φιλελευθερισμού». Απλοί πολίτες περιλούζουν με καυτό νερό και θανατώνουν μια στιγματισμένη από την αστυνομία γριά γειτόνισσά τους. Πρόσωπα που έπεσαν σε πολιτική δυσμένεια, όπως ο διοικητής μιας φυλακής και η οικογένειά του, δολοφονούνται απ’ τους συμπολίτες τους, που δε διστάζουν να προβούν ακόμη και σε μαζικές ανθρωποφαγίες προκειμένου να αποδείξουν την κομματική νομιμοφρο¬σύνη τους.
Πρόκειται για τα χρόνια της ονομαζόμενης «πολιτιστικής επανάστασης», που σημαδεύτηκαν απ’ την προσωπολατρία απέναντι στο «μεγάλο τιμονιέρη», τις συστηματικές διώξεις σε βάρος όσων ανήκαν στις λεγόμενες «Πέντε Μαύρες Κατηγορίες» (γαιοκτήμονες, πλούσιοι αγρότες, αντεπαναστάτες, «κακά στοιχεία», δεξιοί), την ελεγχόμενη πληροφόρηση και τον διαρκώς υποβαλλόμενο φόβο. Ακολούθησε μια μεταβατική περίοδος αναθεώρησης, μικρών μετασχηματισμών και δειλών μεταρρυθμίσεων που κινητοποίησαν κοινωνικές προσδοκίες οι οποίες βρήκαν την έκφρασή τους μέσα από τη νεολαιίστικη εξέγερση του ’89.
Ο συγγραφέας σκιαγραφεί τις εμπύρετες διαδικασίες αυτής της εξέγερσης, αναδεικνύοντας απ’ τη μια την αλληλεγγύη, την αυτοθυσία, τη δημιουργικότητα και την αγωνιστικότητα που υπήρχε στις τάξεις των φοιτητών και απ’ την άλλη τους προσωπικούς ανταγωνισμούς, την αδυναμία οργάνωσης, την απουσία σχεδιασμού και την έλλειψη ευελιξίας που υπονόμευαν τον αγώνα τους. Η τελική αίσθηση που δημιουργείται είναι πως παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν, το φοιτητικό κίνημα έμεινε ξεκομμένο από τον ευρύτερο κοινωνικό χώρο, δεν μπόρεσε να αποκτήσει ευρεία απήχηση και δεν κατάφερε να αρθρώσει έναν συγκροτημένο και ενιαίο πολιτικό λόγο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν αναπόφευκτη η ήττα του, δεδομένης και της απόφασης της κινεζικής εξουσίας να χύσει όσο νεανικό αίμα χρειαζόταν στους δρόμους προκειμένου να κρατήσει τον έλεγχο των πραγμάτων.
Σ’ αντίθεση λοιπόν μ’ άλλα κομμουνιστικά καθεστώτα που σαρώθηκαν την ίδια περίοδο από τις αυξανόμενες κοινωνικές αντιδράσεις, το κινεζικό κατάφερε να βγει αλώβητο και ισχυρό. Το μυστικό βρίσκεται στη διαδικασία της σταδιακής μετεξέλιξής του από την οποία προήλθε ένα ιδιότυπο αμάλγαμα απόλυτου κρατικού ελέγχου στο πολιτικό επίπεδο και ελεύθερης ιδιωτικής πρωτοβουλίας στον οικονομικό χώρο. Έτσι έχουμε έναν κρατικό καπιταλισμό που πλουτίζει το ιδεολογικό οπλοστάσιο του πειθαναγκασμού με ένα σύνολο πρόσθετων ιδεολογικών μέσων και διοχετεύει τις αυξανόμενες κοινωνικές αντιδράσεις στον ατομικό πλουτισμό και σε καταναλωτικά οράματα. Ο φόβος και η άγνοια, συμπληρώνονται απ’ την απληστία, αλλά τον πρώτο λόγο συνεχίζει να έχει πάντα η στυγνή καταστολή.
Όλα αυτά και πολλά ακόμα αναδεικνύονται μέσα απ’ το βιβλίο του Ma Jian, που πέρα από απλό μυθιστόρημα διατηρεί την αξία πολιτικού ντοκουμέντου, χωρίς να υστερεί ούτε ως προς την ακρίβεια της εξιστόρησης αλλά ούτε κι ως προς την απόλαυση της ανάγνωσης. Το αντίθετο μάλιστα.
Εδώ υπάρχει το παράδοξο μιας μονοφωνικής και εκτεταμένης αφήγησης με προοικονομημένη τη λύση της πλοκής και αργόσυρτη σε πολλά σημεία εξέλιξη, που παρ’ όλα αυτά καταφέρνει και διατηρεί σε συνεχή εγρήγορση το αναγνωστικό ενδιαφέρον και πετυχαίνει μια αποτελεσματικότατη κορύφωση στις τελευταίες σελίδες. Κι αυτό όχι μόνο εξαιτίας της διαρκούς μετακίνησης ανάμεσα στα χρονικά επίπεδα της αφήγησης, αλλά και γιατί παντρεύει με χαρακτηριστική άνεση το τραγικό με το κωμικό και συναρμόζει σε ενιαίο σύνολο τον πολιτικό προβληματισμό με τον υπαρξιακό στοχασμό. Κυρίως γιατί διαπνέεται από ένα βαθύ κι ειλικρινές ανθρωπιστικό πνεύμα με κορυφαία έκφραση το αίτημα της ελευθερίας, που διατρανώνεται σε όλες τις σελίδες του, απ’ την αρχή ως το τέλος.

Αυγή, 13.09.09

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Το βλέμμα


Βρέθηκα πριν από λίγο σε κατάστημα ηλεκτρονικών ειδών γνωστής φίρμας, για να αγοράσω blue tooth. Επιλέγω το τάδε μοντέλο και καταβάλλω το ποσό στο ταμείο.
"Το επώνυμό σας" μου λέει ευγενικά η υπάλληλος, έτοιμη να το πληκτρολογήσει στον υπολογιστή.
"Για ποιο λόγο;" αντιτείνω.
"Για την εγγύηση" μου απαντά.
"Δεν αρκεί η απόδειξη;"
"Αρκεί".
"Τότε;"
"Θα είναι ανώνυμη η εγγύηση".
"Ε, και;"
"Τελικά, θα μου το πείτε;"
"Λυπάμαι. Για λόγους αρχής αρνούμαι να σας το πω".

Ως εδώ τίποτα το σπουδαίο. Η συρρίκνωση της ιδιωτικής σφαίρας είναι πλέον μια γενικευμένη κατάσταση που ουδόλως ξενίζει. Οπότε γιατί σας τα λέω;

Σας τα λέω γιατί στρέφοντας την πλάτη πρόσεξα το βλέμμα της υπαλλήλου που ήταν γεμάτο καχυποψία και είχε μια δόση φόβου. Δεν ξέρω τι σκέφτηκε. Ίσως να φαντάστηκε ότι μόλις πέρασε από μπροστά της ο πιο σεσημασμένος κακοποιός, που ήθελε σώνει και καλά να αποκρύψει τα στοιχεία του. Εγώ πάλι έμεινα με την πίκρα. Με την πίκρα ότι ακόμη και η πιο στοιχειώδης προσπάθεια για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων εγείρει υποψίες όχι μόνο στην εξουσία, αλλά και στον συνάνθρωπο.
Και αυτό με φοβίζει.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Καλώς τα


Ανοίγουμε. Σε δυο μέρες. Με τις ίδιες ελλείψεις, με τις ίδιες αγκυλώσεις, με τις ίδιες στρεβλώσεις. Ξανά θα τα μαντρώσουμε σε τάξεις κλουβιά, ξανά θα τα αναγκάσουμε να αποστηθίσουν ανούσιες γνώσεις, ξανά θα τα υποχρεώσουμε να υποστούν τα θέσφατά μας. Μετωπική διδασκαλία και κυνήγι της ύλης, καθ' υπαγόρευση ανάλυση λογοτεχνικών κειμένων και καθ' υπόδειξη ιδέες στην έκθεση, ασταμάτητο τρεχαλητό και σπατάλη ζωής και νιότης.
Αθάνατη ελληνική παιδεία, χαίρε.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Αντίο μικρούλα...



... δεν υπάρχουν λόγια...


Μόνο θλίψη από όλους μας

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Η χαρά του παιχνιδιού


ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΣΔΑΓΛΗΣ, Σπλιτ!, μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 269





Ο ήρωας του μυθιστορήματος αυτοσυστήνεται σε γ΄ πρόσωπο: «ονομάζεται Βλαδίμηρος Δημητριάδης, ετών 48», και πέραν του ότι είναι «κοντός, μάλλον αδύνατος, με μουστάκι και αρχή φαλάκρας, γεμάτος υπαρξιακές αγωνίες και έμμονες ιδέες», «παλαιοκομμουνιστής, γκρινιάρης και περιστασιακός ερωτύλος», φέρει δύο πρόσθετες ιδιότητες.
Αφενός, είναι ένας «αργόμισθος δημοσιογράφος». Μπορεί κάποτε να έφτασε μέχρι τη θέση του συντάκτη ύλης και ίσως να προοριζόταν για πολύ παραπάνω, αλλά τώρα βιοπορίζεται με ό,τι απέμεινε από την έξωθεν καλή μαρτυρία και τα άτυπα γαλόνια της επαγγελματικής του παλαιότητας. Συντηρεί λοιπόν εκ του μακρόθεν μια τυπική σχέση με την εφημερίδα του, οι δεσμοί του με το χώρο σταδιακά χαλαρώνουν και οι δημοσιεύσεις του συνεχώς αραιώνουν.
Αφετέρου, είναι ένας «ακτιβιστής τζογαδόρος». Απολαμβάνει την εθιστική επίδραση του τζόγου, κατά προτίμηση της ρουλέτας και του μπλακ τζακ, έχοντας, σύμφωνα με την πιο βασική αρχή του σχεδιασμού του, την ελάχιστη επιδίωξη να φεύγει από το καζίνο χωρίς χασούρα, και τη μέγιστη προσδοκία, να τινάξει κάποια φορά τη μπάγκα στον αέρα. Αφελής όμως δεν είναι. Ξέρει πολύ καλά ότι από το παιχνίδι αυτό κανένας δεν βγαίνει στο τέλος κερδισμένος.
Δημοσιογραφία και καζίνο, λοιπόν, αποτελούν τις βασικές ορίζουσες στη ζωή του Βλαδίμηρου Δημητριάδη, που μονοπωλούν το χρόνο, τη δράση και το ενδιαφέρον του, αλλά με όρους που σταδιακά αποβαίνουν ολοένα και πιο άνισοι: όσο περισσότερο προσκολλάται στο καζίνο, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από τη δημοσιογραφία. Πρόκειται για μια αναγκαστική απομάκρυνση, που προσχηματικά αποδίδεται σε λόγους υγείας, αλλά στην πραγματικότητα οφείλεται στην επίγνωση του αδιεξόδου, στη συνείδηση της αδυναμίας και το αίσθημα της δυσφορίας που νιώθει ο πάλαι ποτέ δραστήριος και αφοσιωμένος δημοσιογράφος, μπροστά στο πλήθος των εκφυλιστικών φαινομένων, που υποβιβάζουν την εργασία του σε μια ελεγχόμενη, αποστειρωμένη και ακίνδυνη δραστηριότητα. Δεν είναι τυχαίο πως, ενώ αμελεί τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις απέναντι στην εφημερίδα από την οποία μισθοδοτείται, συντάσσει αμισθί τα καλύτερά του κείμενα για ένα νεανικό περιοδικό.
Ό,τι απέμεινε από τον πρότερο δημοσιογραφικό του οίστρο διοχετεύεται στην ιδιωτική έρευνα που διεξάγει για τον επιχειρηματικό όμιλο Μπάρλοου. Για τρία ολόκληρα χρόνια, συγκεντρώνει πληροφορίες, συγκρίνει δεδομένα και αναλύει στοιχεία για την αλματώδη ανάπτυξη του ομίλου, που, όπως συμβαίνει σε κάθε ανάλογη επιχειρηματική δραστηριότητα, κινείται με απόλυτη ασφάλεια στα θολά και συγκεχυμένα όρια νομιμότητας και παρανομίας, έτσι που να δημιουργείται η υπόνοια σκανδάλου, χωρίς όμως να μπορεί να επιβεβαιωθεί.
Η εμμονή του ήρωα σε αυτό το θέμα ξεπερνά το επίπεδο του απλού δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος. Η έρευνα που διεξάγει για τις επιχειρηματικές κινήσεις του Φίλιππου Μπάρλοου είναι η τελευταία ευκαιρία για να επαναδιαπραγματευτεί τη σχέση του και να επανακτήσει την εμπιστοσύνη του προς τη δημοσιογραφία, επανερχόμενος στο δημοσιογραφικό προσκήνιο, με ένα ρεπορτάζ που κατά βάθος ελπίζει πως θα τινάξει όλη την ειδησεογραφική μπάνκα στον αέρα.
Τελικά, τίποτα δεν γίνεται, γατί η έρευνα εγκαταλείπεται στο πιο κρίσιμο σημείο. Το υλικό της αξιοποιείται για την ολοκλήρωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου, όπου, με την τεχνική τής εγκιβωτισμένης αφήγησης, παρακολουθούμε τον δραματοποιημένο αφηγητή να συγγράφει, αυτό που προφανώς δεν είναι άλλο από το ανά χείρας βιβλίο. Από δημοσιογραφική όμως άποψη, προκρίνεται ένας εξευτελιστικός συμβιβασμός, τον οποίο προτείνει ο ήρωας, χωρίς μάλιστα κανέναν ενδοιασμό. Που σημαίνει ότι χάνει μια μάχη που ποτέ δεν μπήκε στον κόπο να δώσει∙ και δεν μπήκε στον κόπο να δώσει, γιατί από την αρχή ήξερε ότι ο πόλεμος είναι χαμένος. Το έχει δηλώσει, άλλωστε, από τις πρώτες σελίδες της αφήγησής του, με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο: κανένας δεν βγαίνει στο τέλος κερδισμένος.
Όλα λοιπόν είναι ένα παιχνίδι. Από το καζίνο ως τη δημοσιογραφία, και ακόμη παραπέρα, ως την ίδια τη ζωή. Η δημοσιογραφική έρευνα που διεξάγει ο ήρωας για τον Μπάρλοου δεν διαφέρει σε τίποτα από ένα μεγάλο ποντάρισμα στο τραπέζι της ρουλέτας. Εγκαταλείποντας την έρευνα, δείχνει να απαλλάσσεται από την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσε να τινάξει τη δημοσιογραφική μπάνκα στον αέρα. Στο εξής, αυτό που τον νοιάζει είναι μόνο να παρατείνει τη συμμετοχή του στο παιχνίδι, μειώνοντας τη χασούρα. Έτσι, μπορεί να μην έκανε τη μεγάλη δημοσιογραφική αποκάλυψη, αλλά είναι ευχαριστημένος που θα έχει πλέον στην κατοχή του τη Μερσεντές 280 SLC των ονείρων του.
Ο ήρωας του Κάσδαγλη κουβαλά την τραγική επίγνωση της ήττας του. Είναι πολύ έξυπνος για να συσκοτίσει αυτή την πραγματικότητα από τον εαυτό του κι έχει ένα αρκετά αγωνιστικό παρελθόν για να τη δεχτεί παθητικά. Το μόνο που του απομένει, σαν ιδεολογικό άλλοθι ή σαν ψυχικός μηχανισμός άμυνας, είναι ο αυτοσαρκασμός και ο κυνισμός. Αν στον Παίκτη του Ντοστογιέφσκι βλέπουμε τον ήρωα να διαλύεται υπαρξιακά και να απαξιώνεται κοινωνικά, χαμένος μέσα στις ψευδαισθήσεις που τον βγάζουν οριστικά έξω από το παιχνίδι, στο Σπλιτ! παρακολουθούμε τη διαδικασία της εν πολλοίς αυτάρεσκης αλλοτρίωσης του ήρωα, που καταφέρνει να μειώνει τη χασούρα, για να διατηρείται ακόμη στο παιχνίδι.
Ο συγγραφέας απεικονίζει με αληθοφάνεια τον κόσμο της δημοσιογραφίας και τον κόσμο του καζίνο, προκειμένου να σχηματίσει μια εικόνα από τον κόσμο της σύγχρονης πραγματικότητας. Είναι ένας κόσμος στον οποίο το υποκείμενο διατηρείται, όπως ο παίκτης του καζίνο ή ο δημοσιογράφος του έντυπου μέσου, αδύναμος, ανυπεράσπιστος κι αποπροσανατολισμένος. Η ζωή του ορίζεται από νόμους που θεσπίστηκαν ερήμην του, για να προδικάσουν το σε βάρος του τελικό αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν πάντα ένα μικρό χώρο απροσδιοριστίας, που κυβερνιέται από τον παράγοντα της τύχης. Η απόλαυση της συμμετοχής και η χαρά του παιχνιδιού έχουν να κάνουν πρωτίστως με την ατομική δράση, αλλά και τις προσωπικές επιλογές, σε σχέση με την έστω και περιορισμένη επίδραση της τύχης στη ζωή μας.
Όμως, ο αφηγητής, στην προσπάθειά του να αποδώσει το ρόλο της τύχης, «αφήνει στην τύχη», ή ακριβέστερα δεν υποστηρίζει αφηγηματικά, ορισμένες πτυχές της πλοκής, κάποια στοιχεία του χαρακτήρα και μερικές επιλογές των προσώπων (η μυστηριώδης γύφτισσα, η ερωτική προτίμηση της Ειρήνης προς τον Μπάρλοου, το σινέ «Ερέχθειον» κτλ), που από το μέσον του βιβλίου και μετά δημιουργούν την αίσθηση του βεβιασμένου, του ανολοκλήρωτου και του μετέωρου. Πρόκειται για φανερή αδυναμία, που παρ’ όλα αυτά δεν μειώνει την αξία του βιβλίου. Γιατί ο Κάσδαγλής κατάφερε να γράψει ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται πολύ εύκολα και πολύ ευχάριστα, παρ’ ότι το θέμα του δεν είναι καθόλου εύκολο και καθόλου ευχάριστο.

Αυγή, 6/9/09

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Λάρισα : 25 χρόνια μετά (μέρος πρώτο)





Τι να πεις μετά από 25 χρόνια;

Τέτοιες μέρες ήταν, αγχωμένος φοιτητής να ψάχνω για σπίτι στην Λάρισσα (έτσι γραφόταν τότε), πανάκριβα για τα οικονομικά μας τότε, νοικιάζανε κάτι βαμμένα κοτέτσια (ναι κοτέτσια!) με τοίχους από νοβοπάν ταβάνι από ελλενίτ με μια ξυλόσομπα και ένα ράντζο μέχρι και 6000 δραχμές(!!!), τα «καλά» σπίτια ήταν ελάχιστα και ακριβά, ακούγανε «φοιτητής» και ξίνιζαν τα μούτρα τους.
Ευτυχώς που βρήκα αυτό στην φωτογραφία – να είναι καλά μια θεια μου που μεσολάβησε-, σε ακάλυπτο χώρο πολυκατοικίας με άλλες πολυκατοικίες γύρω-γύρω, ο ήλιος το έβλεπε για 3-4 ώρες (12 το μεσημέρι με 4 το απόγευμα).

Γρηγορίου Ε΄η οδός, πίσω από τον Άγιο Νικόλαο

Κλειστό και ανοίκιαστο για 3-4 χρόνια, ο ιδιοκτήτης δεν ήθελε να το ξανανοικιάσει ποτέ σε φοιτητή, οι δυο κοπέλες που το είχαν την τελευταία φορά έλεγε, γυρνάγανε σουρωμένες ξημερώματα και ξεσήκωναν τον κόσμο με τα γελια και τις φωνές τους, διάφοροι νεαροί χτύπαγαν στα κουδούνια να τους ανοίξουν να πάνε πίσω επειδή δεν ειχε εξωτερικό κουδούνι, 3 μήνες άντεξε και τις διαολόστειλε και το έκανε αποθήκη.
Εμπιστευόταν όμως την θεία μου, μας έκανε και φοβερή τιμή (2.500 δραχμές τον μήνα), το έκλεισα.

Το "πυρηνικό μου καταφύγιο" όπως το έλεγα, αφου κανείς δεν με ξετρύπωνε εκεί, εξωτερικό κουδούνι δεν υπήρχε, είχα την ησυχία μου, έπρεπε να ξερω πότε θα΄ρθεις, να βγω στην εξωτερική εξώπορτα για να σου ανοίξω.
Ότι έπρεπε για διάβασμα και "ιδιωτικότητα" δηλαδή

Η μάνα μου που ήταν εκεί, έφυγε κλαίγοντας αδυνατώντας να δεχτεί πως σε αυτό το ανήλιαγο πρώην πλυσταριό, ο γιόκας της θα πέρναγε 3 χρόνια από την ζωή του.
Εγώ χαζογέλαγα δείχνοντας άνετος, αλλά με είχε κάνει κουρέλι εκείνη η θέα της σιδερένιας σκάλας από το μικρό παράθυρο που οδηγούσε στο ταρατσάκι, φυλακή μου φαινόταν, αλλά έλα που δεν ήθελα να στεναχωρήσω την μάνα μου, που λεφτά δεν είχαμε και άλλο σπίτι δεν βρίσκαμε.
Πλακάκι μέχρι το ενάμισι μέτρο σε όλους στους τοίχους για την υγρασία, μια σόμπα πετρελαίου, και ένα κρεβάτι με σουμνιέ που βούλιαζε και ένα μικρό τραπεζάκι φορμάϊκα. Καρέκλα πήρα δική μου γιατί η ξύλινη που υπήρχε ήταν κουτσή. Σχεδόν πλήρως επιπλωμένο δηλαδή.
Πρόσθεσα και δύο ράφια στον τοίχο για τα βιβλία, έστρωσα και μια κατακόκκινη φλοκάτη στα διαφόρων τύπων πλακάκια του μοναδικού δωματίου, έβαλα και ένα φωτιστικό στην λάμπα, άρχοντας σου λέω.

Κι ας πάγωνε το μεδούλι μου τον χειμώνα να πάω στην τουαλέτα γιατί ο «τζαμότοιχος» του διαδρόμου έμπαζε τόσο κρύο λες και ήμουν έξω, στην υγρασία της Λάρισσας (έτσι γραφόταν τότε).

Υγρασία αδερφέ, πολύ υγρασία λέμε.

Να’ μαι τώρα εδώ ξανά, με την οικογένεια πια, ας είναι καλά οι άγνωστοι ένοικοι-ιδιοκτήτες στον πρώτο όροφο που με εμπιστέυτηκαν και μου άνοιξαν, να ανατριχιάζω στα δύο σκάλακια τουδ διαδρόμου και τα πέντε βήματα μέχρι να φτάσω δίπλα από την σκάλα που οδήγούσε στα πάνω διαμερίσματα, τρία σκαλάκια κάτω, δεξιά στον μικρό διάδρομο, ένα ,δύο, τρία, τέσσερα βήματα κκαι να η εξωτερική βρυσούλα με τον οαλιό νεροχύτη στην βαση της σκάλας, να τα ζουμιά στα μάτια μου, να τα παιδιά να με κοιτάνε απορημένα, να η κυρία στο ισόγειο να βουρκώνει κι αυτή, μόλις της εξήγησε η βουρκωμένη μάνα μου…

Τι να εξηγήσω, πώς να περιγράφω, ποιος να καταλάβει, ούτε καν εσένα δεν γύρισα να κοιτάξω.

Κοπήκανε τα πόδια μου, κόπηκε η μιλιά μου, μούσκεμα τα μάτια μου, έτρεμε το χέρι μου ….
….χάλια φωτογραφία βγήκε…