Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Οι μέσα κι έξω φωτιές


Τις μέρες της μεγάλης φωτιάς ήμασταν στη Λίμνη Πλαστήρα. Βλέπαμε τις καταπράσινες πλαγιές και χαιρόμασταν τη δροσιά του βουνού, ενόσω καιγόταν η Αττική. Με το που ανοίγαμε την τηλεόραση, κοιταζόμασταν αμήχανοι. Λέξη δεν μπορούσαμε να αρθρώσουμε. Να πούμε τι; Όλα μια επανάληψη. Και τα λόγια μας και οι αμηχανίες μας και οι πυρκαγιές και τα δάκρυα του κόσμου και η απόφαση της κυβέρνησης να μην επιτρέψει την οικοπεδοποίηση ούτε μιας σπιθαμής από τα καμένα. Θυμάμαι τον Σημίτη στα τελευταία του, τότε που το ένα σκάνδαλο ξεσπούσε πίσω από το άλλο. "Το μαχαίρι θα φτάσει μέχρι το κόκαλο" συνήθιζε να λέει μονότονα ο δικός του Αντώναρος. Σκέφτομαι πόσο ρουφιάνες είναι τελικά οι λέξεις. Ή μάλλον εμείς που τις καταντήσαμε έτσι. Έτσι που να λένε αλλά να μην αποκαλύπτουν, που να θρηνούν αλλά να μην κλαίνε, που να αποφασίζουν αλλά να μην πράττουν.

Τις μέρες της μεγάλης φωτιάς στην Πελοπόννησο είχα γράψει (5.07.07) σε αυτό εδώ το blog το παρακάτω κειμενάκι. Ήταν, αν θυμάμαι καλά, το πρώτο δημοσίευμά μου στην Αυγή. Ταιριάζει απόλυτα. Σαν να μην άλλαξε τίποτα μα τίποτα από τότε. Άι σιχτίρ.


Στάχτη να γίνουν


Αφήστε τα να καούν. Φωτιά να πέσει, τίποτα να μη μείνει. Έτσι κι αλλιώς, αργά ή γρήγορα, θα γίνει. Καλύτερα λοιπόν τώρα, μια και έξω. Να τελειώνουμε και να ησυχάσουμε.

Προσέξτε μόνο τι θα πείτε. Πείτε στην αρχή, οικολογικό έγκλημα. Πείτε μετά, φυσικός νόμος της εξέλιξης των ειδών. Πείτε στο τέλος, παράπλευρη απώλεια της κοινωνική ςπροόδου. Με το λέγε λέγε θα το πιστέψουμε. Εδώ πιστέψαμε άλλα κι άλλα.

Πάντως κερδισμένοι θα βγείτε. Γιατί μια και καλή θα μπορέσετε:

- να λύσετε το πρόβλημα των αυθαιρέτων χωρίς αναθεωρήσεις και τροπολογίες και ούτε θα αναγκάζεστε κάθε τρεις και λίγο να κλείνετε συνωμοτικά το μάτι στους καταπατητές και ύστερα να βγαίνουν και να σας κακολογούν οι δύσπιστοι,

- να οικοπεδοποιήσετε νέες εκτάσεις, να αναδείξετε καινούριες επιχειρηματικές ευκαιρίες, να αυξήσετε το δείκτη οικοδομικής δραστηριότητας και να δημιουργήσετε νέες θέσεις εργασίας,

- να υλοποιήσετε στο έπακρο τη νεοφιλελεύθερη πολιτική σας για την ιδιωτικοποιήση των πάντων και να δικαιώσετε τη φυσική αρχή του νόμου της ζούγκλας που τη διέπει,

-να αποκρύψετε τις ανεπάρκειες του κρατικού μηχανισμού σας και να μην αποσπάτε τα όργανα της τάξης από το έργο της ολοκληρωτικής αστυνόμευσης του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου ενώπιον του κινδύνου της τρομοκρατίας,

- να φαίνονται από μακριά οι βίλες των φίλων σας, να μη γδέρνονται από τα κλαδιά τα τέσσερα επί τέσσερά τους και να μην βρωμίζουν οι πισίνες τους από τα ενοχλητικά φύλλα και ζουζούνια,

- να δώσετε καλοκαιριάτικα θέμα στα κανάλια, να κρατιέται μπροστά στις οθόνες ο κόσμος, να επιδεικνύουν κοινωνική ευαισθησία οι δημοσιογράφοι και να νιώθουν χρήσιμοι οι ειδικοί,

- να μην αποκαλυφθούν οι επιπτώσεις της λειψυδρίας, της υποβάθμισης της βιοποικιλότητας, των κλιματολογικών αλλαγών και της προώθησης των μεταλλαγμένων ειδών.


Κι όταν με το καλό καούν, ορίστε στο πλαίσιο της προωθούμενης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης μέρα για να γράφουν όλοι οι μαθητές έκθεση με θέμα "τα ευεργετικά αποτελέσματα του δάσους", προβάλετε την οικολογική διάσταση της πολιτικής σας απαγορεύοντας το κυνήγι, διακηρύξτε πως δεν πρόκειται να χτιστεί ούτε σπιθαμή γης από τα καμένα, εκπονείστε μεγαλεπήβολα σχέδια αναδάσωσης, πάρτε τα κανάλια να σας δείξουν που φυτεύετε τα πρώτα δέντρα και να είστε σίγουροι ότι θα ανεβάσετε ακόμη μία μονάδα το ποσοστό του κόμματός σας.


Εσείς βέβαια καλά θα κάνετε.

Εμείς τι κάνουμε;


Έλα μου ντε, τι κάνουμε;

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Οι φωτιές δεν σβήνουν έτσι εύκολα…


… σιγοκαίνε εσωτερικά,
υπόγεια,
«υποχθόνια»,
καψαλίζουν το υποσυνείδητο,
καρβουνιάζουν το συνειδητό,
μαυρίζουν το φαντασιακό,
καπνίζουν τον ύπνο "τους",
αναζωπυρώνουν το ξύπνιο μας,
ρίχνουν αφρό καθυστέρησης στα θλιμμένα γιατί που ρωτάνε τα παιδιά μου, τα παιδιά σου, τα παιδιά τους.
πιτσιλίζονται με βρώμικο νερό από υδροφόρες,
όπως μου πιτσιλάει το πρόσωπο η ντροπή που νοιώθω και που δεν ξέρω πώς να τους απαντήσω για να τα προστατεύσω,
ή μήπως
θα τους είναι χρησιμότερο να τα μπολιάσω ασχήμια από τώρα,
για να έχουν αντισώματα αύριο - μεθαύριο,
να έχουν δηλαδή τουλάχιστον έναν θάμνο στα χέρια για να παλέψουν τις φλόγες και μου καταλογισουν ευθύνες που δεν τους είπα "τι παίζει"

Τι τα θες;
Τι να λέμε πάλι;
Τα ξαναείπαμε και πρόπερσι άλλωστε

Μόνο ένα χαιρέκακα θλιμμένο χαμόγελο μένει (ναι, ντροπή μου, ξέρω αλλά έτσι μου βγαίνει, τι να πεις;) και μια υποψία (ή να πω καλύτερα «κρυφή λαχτάρα»;;):

Πώς να, με τις φετινές φωτιές έχουμε υπερπαραγωγή «στάχτης»
κι η στάχτη ως γνωστόν, χρησιμεύει για να φτιάξει κανείς «αλισίβα» (κάνε κλικ πάνω στην λέξη)

Κάτι μου λέει λοιπόν, πως αυτό το φθινόπωρο πολλές «φωτιές» θα καίνε ακόμη και θα έχουμε αναφλέξεις, οπότε προβλέπεται να πέσει πολύ «μπουγάδα» με σταχτόνερο για να καθαρισθούν τα λερωμένα τ’ άπλυτα.
Κι έχουν μαζευτεί πολλά πλέον και οι αλλαξιές δεν φτάνουν.

Λέτε να έχουμε νωρίς Χριστούγεννα φέτος;


(Το πήδηξα πάλι, ξέρω, αλλά τι να πω που ήθελα να γράψω για πλατάνια, έλατα ομορφιές και ήρθα πίσω και μαύρισα γαμω το φελέκι μου;Ίσως στην επόμενη ανάρτηση)

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

Ρουφιάνοι

Το ακούω πολύ συχνά. Συνήθως σε μεγάλη ένταση και κατά προτίμηση τις πολύ δύσκολες μεταμεσονύκτιες ώρες. Νομίζω ότι πετυχαίνει τον απόλυτο αισθητικό σκοπό, την αρμονική σύζευξη μορφής και περιεχομένου.
Εδώ η τρέλα αποκαλύπτεται σαν κατάσταση εσωτερικής περιδίνησης: νιώθεις να σε κυκλώνει ένας μονότονα επαναλαμβανόμενος ήχος, που ανεβαίνει κλίμακες, στροβιλίζεται στον αέρα, σταματάει απότομα, επανέρχεται ξαφνικά, ενόσω οι υπόκωφες φωνές της αποσυντονισμένης συνείδησης αναζητούν το χαμένο νόημα, μονολογώντας το τίποτα, το ποτέ και το πουθενά.
Μιλάω για τη μουσική από το "Requiem for a dream". Δε θέλω να επεκταθώ στην αριστουργηματική πλευρά της εικόνας με το πρόσωπο της αναμαλλιασμένης μάνας και το σαπισμένο χέρι του γιου. Μιλάω μόνο για τον ήχο, και λέω ότι είναι ισάξιος της εικόνας, έτσι που και αυτοδύναμα και από κοινού να υποστηρίζουν το μήνυμα της ταινίας.
Μου αρέσει, λοιπόν. Το ακούω και το ξανακούω. Με μπάζει έτσω και για λίγο σε έναν κόσμο ανεστραμμένων αισθημάτων, λόγων και πράξεων. Είναι ο κόσμος του ήρωα του βιβλίου μου. Αποστόλου Θάνος. Ο χαρακτήρας του πλάστηκε κάτω από τους ήχους αυτούς. Ή αλλιώς, αυτοί οι ήχοι με βοήθησαν να τον πλάσω.
Το άκουσα τις προάλλες στην τηλεόραση και δεν πίστευα στα αυτιά μου. Ε λοιπόν, το επέλεξαν ως μουσική επένδυση για ένα νέο reality που διαφημίζεται από τον Αντένα. Αλλά γιατί να εκπλήσσομαι; Αυτό δε συνέβη και με τον όρο "big brother";
Κι όμως στην επιλογή αυτή αναγνωρίζω την πιο διαστροφική έκφραση επιβολής και χειραγώγησης. Αν το σηκωμένο γκλομπ του αστυνομικού απέναντι στην άρνηση και την αμφισβήτηση της δεκαετίας του '60 αντικαταστάθηκε από τη λειτουργία της εμπορικής αφομοίωσης και την αρχή της πολιτικής ανεκτικότητας κατά τη δεκαετία του '80, διαπιστώνω τώρα ένα τρίτο στάδιο: το να συνδέεις την άρνηση και την αμφισβήτηση με ό,τι αρνούνται και αμφισβητούν ή ακόμα χειρότερα να τις χρησιμοποιείς για να διαφημίσεις αυτά που αρνούνται και αμφισβητούν. Είναι η απόλυτη γελοιοποίηση της διαφορετικότητας.
Ναι, πράγματι, είναι. Και στο μεταξύ η ζωή συνεχίζεται υπό τους ήχους της μουσικής του "Requiem for a dream" , που ολοένα και πιο δυνατοί ακούγοντα στα αυτιά μας. Φίλος που εργάζεται σε φαρμακείο της Θεσσαλονίκης μού έλεγε πριν από λίγες μέρες ότι σαρώνουν τα αντικαταθλιπτικά που έχουν κατά πολύ ξεπεράσει σε πωλήσεις τα αντιβιοτικά και τα αναλγητικά.
Ελπίζω το νέο reality να δώσει κάποια λύση.

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009

«Μεταμόρφωση του αστού», ΖΑΚ ΕΛΛΥΛ, Εκδόσεις «Νησίδες», 2008



Γιατί να το διαβάσεις;

Για να σου διαλυθούν και οι τελευταίες αμφιβολίες

(μάλλον λάθος έκφραση αυτή. Πάμε ξανά: )

Για να σου διαλυθούν και τα τελευταία ταμπούρια, τα συναισθηματικά και λογικοφανή καραούλια που έχεις στήσει για άμυνα, πως τάχατες εσύ δεν έχεις καμία σχέση με οτιδήποτε αστικό (φτου φτου, κακά), πως τάχαμου ξέφυγες, ξεγέλασες το σύστημα, δεν αφομοιώθηκες, είδες και το τυρί και την φάκα και άλλαξες δρομολόγιο και διατροφικές συνήθειες, πως διαφύλαξες την μοναδικότητά σου, πως έκανες τις ορθές επιλογές και τελικά έχεις κατανοήσει το ορθό, πως δεν πρόδωσες την ταξική σου συνείδηση, πως κατάφερες να μην αλλάξεις (αυτό αν είσαι χμμμ… λιγάκι «σιτεμένος» ηλικιακά), για να ξεκολλήσεις τελικά από την αίσθηση του «υπεράνω» και του ότι είσαι αλλιώς κι αλλιώτικα –ξηγιέσαι αλανιάρικα και πασαλιμανιώτικα.

«Βαρύ» σε καποια σημεία το βιβλίο, ανατρεπτικό με μια παράξενη έννοια, υιοθετώντας ένα ύφος «Συνηγόρου του Διαβόλου», άλλοτε σοβαρό, άλλοτε ειρωνικό, άλλοτε «εστέτ», άλλοτε παιγνιδιάρικο, «φτύνει» αλήθειες που κάποιοι κάνουμε πως δεν βλέπουμε ή που τελικά ποτέ δεν είδαμε ή στην καλύτερη που δεν τις αξιολογήσαμε όπως θα έπρεπε, «αιρετικό» σε κάποια σημεία, ένα κι ένα δηλαδή για να σου τινάξει στον αέρα την απενεοχοποιημένα αστικοποιημένη ραστώνη του καλοκαιριού.

Πυκνογραμμένο σε σημείο να σου δημιουργεί ένα παράξενο άγχος και ιδιόμορφες κρίσεις πανικού και λες «να δω που το πάει ο μπαγάσας» και πάρε κι άλλες κλωτσιές στα αχαμνά του μυαλού σου, της πολιτικής σου σκέψης των κοινωνιολογικών και ιδεολογικών σου στερεοτύπων, πάρε κι άλλους βιασμούς των ψευδαισθήσεών σου (που κάποιες ίσως έφαγες και χρόνια να τις δημιουργήσεις και να τις συντηρήσεις), χωρίς ούτε καν ένα φιλάκι για προκαταρκτικά ή έστω μια φιλική φράση σαν χτύπημα στην πλάτη και μουντζώνεσαι και βρίζεις και αναρωτιέσαι πως είναι δυνατόν να έχει γραφτεί αυτό το βιβλίο το 1967 και λες «τι λες τώρα ρε συ;;;» και το κουβαλάς στην παραλία με το μαυρο στυλό να υπογραμμίζεις και το έκανες όλο μαυρο με τα πιτσιρίκια να λυσσάνε γύρω σου και οι κυρίες παραδίπλα να σε κοιτάνε με θαυμασμό «αχ ανθρωπος του πνεύματος, κοιτα τι διαβάζει» και οι έφηβοι από την άλλη μεριά να σκουντιούνται και να σε κοιτάνε με οίκτο «πάει ο τύπος έχει λαλήσει δεν πάει να ΄ριξει κανέναν κρύο να ξελαμπικάρει», ψιτ, άϊντε ρε τραβηχτείτε στην πάντα, εδώ υποφέρω λέμε με το κωλοβιβλίο που πήγα και το βρήκα καλοκαιριάτικα.

Εκείνο το «από παντού μας την έχουν στημένη», έγινε «από παντού μας την έχουμε στήσει και χαμπάρι δεν πήραμε». Τόσο χάλια μιλάμε.

Ποιος στον διάκο ήταν τελικά αυτός ο Ζακ Ελλύλ; Πούθε ξεφύτρωσε; Γιατί ήταν κρυμμένος τόσα χρόνια και δεν τον ήξεραν ούτε κάτι πολύ σεβαστά φιλαράκια που έχουν διαβάσει ολάκερες βιβλιοθήκες; Πολλά ερωτήματα γαμώτο…

Εκδόσεις "Νησίδες", πρώτη έκδοση του 2008, σε μετάφραση του Βασίλη Τομανά (εγω δεν τον ξερω, ο Πάνος όμως λέει πως είναι «εγγύηση»)

Δεν έχω pc για να googleσω να μάθω περισσότερα, γράφω την ανάρτηση βιαστικά σε Ιντερνετ Καφέ γιατί το έχω φρέσκο και θα ήταν κρίμα να περιμένω τον Σεπτέμβρη να το γράψω.

Ψάξτε και εσείς λίγο μην τα περιμένετε όλα έτοιμα

Να το πάρετε λέμε για να δείτε πως σκάνε καμιά φορά οι τρακατρούκες στο μυαλό και τι ήχο κάνουν.

Στην καλύτερη θα το γουστάρετε και θα αρχίσετε να ψάχνετε πράγματα και να τα βλέπετε «κάπως αλλιώς», στην χειρότερη θα εκτονωθείτε βρίζοντας (ή εμένα ή τον εαυτό σας.)

Παραλίες μάλλον τέλος για εμάς φέτος, ώρα να πάρουμε τα βουνά

(Αυτό ίσως και να μπορεί να έχει διπλή και τριπλή ανάγνωση.)

Τα λέμε…