Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

Μύθος και πραγματικότητα



Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου, Νίκος Κουνενής, εκδ. Μεταίχμιο 2009, σελ. 326

Μπορεί να μην έχει υποχωρήσει ακόμη ο θεματικός προσανατολισμός της λογοτεχνίας προς τον περίκλειστο χώρο του ιδιωτικού βίου, που είτε αγνοεί το κοινωνικό πλαίσιο είτε το υποβιβάζει σε απλό διάκοσμο των υπαρξιακών και ερωτικών περιπλοκών του υποκειμένου, αλλά πληθαίνουν τα τελευταία χρόνια οι λογοτεχνικές γραφές που επιχειρούν ένα άνοιγμα προς το δημόσιο χώρο και τα προβλήματά του και μια επαναπροσέγγιση του ατόμου με βάση τους κοινωνικούς και πολιτικούς προσδιορισμούς της ύπαρξής του. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Νίκου Κουνενή, που απ’ το πρώτο βιβλίο του (Δημόσια Εγγραφή, Κοχλίας, 2002) εμμένει με συνέπεια σε μια τέτοια θεματική, για να την προεκτείνει και να την εμβαθύνει ακόμη περισσότερο στο τελευταίο, προσδίδοντάς της τη διάσταση μιας δραστικής πολιτικής σάτιρας.
Η υπόθεση του βιβλίου έχει ως εξής:
Δημοσιογραφικός αστέρας με το όνομα Ηρακλής Γαρυφαλλίδης δολοφονείται. Ο θάνατός του προκαλεί ρίγη συγκίνησης στο πανελλήνιο. Η αστυνομία αδυνατεί να εντοπίσει το φονιά. Την εξιχνίαση αναλαμβάνει κατ’ ανάθεση ο ντετέκτιβ Ιεροκλής Χλομός, με τη βοήθεια του συνεργάτη του, Βίσονα. Εντολέας του είναι ένας συγγραφέας, που αναζητά την ταυτότητα του δολοφόνου, προκειμένου να ολοκληρώσει τη μυθιστορηματική βιογραφία του νεκρού, που εδώ φέρει το όνομα Ηρακλής Σπίλος. Πρόκειται για έναν δαιμόνιο δημοσιογράφο που με ιδιοτελή κίνητρα και σκοτεινές μεθόδους καταφέρνει να αναδειχτεί σε τηλεοπτικό είδωλο των απανταχού κατατρεγμένων. Ο ντετέκτιβ αξιοποιεί ως κύριο ερευνητικό υλικό το ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα, που εξιστορεί σε δώδεκα επεισόδια τα ισάριθμα στάδια της επαγγελματικής κυρίως επιτυχίας του Ηρακλή Σπίλου, κατ’ απόλυτη αντιστοιχία με τους άθλους του συνονόματού του Ηρακλή: Το λιοντάρι της Νεμέας, Η λερναία ύδρα, Το ελάφι της Κερύνειας κτλ. Ποιος είναι, τελικά, ο δολοφό­νος του Ηρακλή Σπίλου ή κατά κόσμον Ηρακλή Γαρυφαλλίδη;
Πρόκειται για το κεντρικό ερώτημα που διατρέχει, εν είδει αφηγηματικού καμβά, το μυθιστόρημα του Κουνενή, που όπως και στην πρόσφατη περίπτωση της Τηλεμάχου Οδύσσειας του Δημήτρη Μίγγα (εκδ. Μεταίχμιο, 2008), συνομιλεί με τον αρχαίο κόσμο προκειμένου να μιλήσει για τον σύγχρονο. Αλλά δεν είναι το μόνο διακειμενικό δάνειο, ούτε και το πιο σημαντικό. Πρόσωπα, τεχνικές, κλίμα που παραπέμπουν απευθείας στο αγγλικό αστυνομικό μυθιστόρημα έχουν την τιμητική τους, ενώ ανιχνεύονται στοιχεία που έλκουν την καταγωγή τους από το προηγούμενο έργο του ίδιου συγγραφέα (Ω του θαύματος, εκδ. Μεταίχμιο, 2006), το δημοσιογραφικό λόγο, την αισθητική του χιπ-χοπ, του εμπορικού τραγουδιού και της ελαφράς λογοτεχνίας, ακόμη και από τη θεματική του δημοτικού τραγουδιού.
Όσο ετερόκλητα κι αν μοιάζουν όλα αυτά, τελικά χωνεύονται σε ενιαίο αφηγημα­τικό και αισθητικό σύνολο που κινείται ανάμεσα στην παρωδία και στη σάτιρα, ή ακριβέστερα συνθέτει μια σάτιρα της νεοελληνικής κοινωνίας με στοιχεία αστυνομικής παρωδίας.
Βασική τεχνική της σύνθεσης αυτής είναι η αντίθεση, που κάτω από ένα πνεύμα ηθελημένης υπερβολής, υπηρετεί το σκοπό της υπονόμευσης.
Με αφηγηματικό πυρήνα τη δολοφονία του δημοσιογράφου, ο Κουνενής οργανώ­νει σε εξωδιηγητικό και ενδοδιηγητικό επίπεδο τα μυθοπλαστικά του στοιχεία μέσα από ένα πλήθος αντιτιθέμενων ζευγών που διαπερνούν και τη μείζονα και την εγκιβωτισμένη αφήγηση: ο Ηρακλής κι ο Σπίλος, ο δύστροφος βοηθός και ο επηρμένος ντετέκτιβ, ο αρχαίος και ο σύγχρονος κόσμος, το τηλεοπτικό τοπίο και η κοινωνική πραγματικότητα. Πρόσωπα, ιδιότητες και στάσεις διαστέλλονται και εξωθούνται στα άκρα, ώστε να απογυμνωθούν απ’ τα ψιμύθια που συντηρούν τους παραπλανητικούς τους μύθους και να αποκαλυφθούν μπροστά μας στις πραγματικές τους διαστάσεις.
Έτσι, οι άθλοι του Ηρακλή αντιστοιχίζονται με το δημοσιογραφικό τυχοδιωκτισμό του Σπίλου, η δυστροφία του βοηθού αποκαλύπτεται υποδεέστερη της υποτιθέμενης ευστροφίας του ντετέκτιβ, το αρχαίο κλέος χρησιμοποιείται ως ιδεολογικό άλλοθι της νεοελληνικής ξιπασιάς και η κοινωνική πραγματικότητα συγχωνεύεται με τα φαινόμενα της γενικευμένης τηλεοπτικής δυσπλασίας. Το πρώτο σκέλος των ζευγών άλλοτε δίνει ένα μέτρο σύγκρισης, για να αντιληφθούμε την ευτέλεια του δεύτερου, και άλλοτε αποτελεί συστατικό μέρος αυτής της ευτέλειας.
Στο αφηγηματικό σύμπαν του Κουνενή δεν υπάρχει κανένα ιερό και όσιο. Τα πάντα τελούν υπό αίρεση, από πρώην πρωθυπουργούς ως τη διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων και από την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση ως το τσιφτετέλι. Ακόμη και αυτή η λογοτεχνική γραφή – οι συμβάσεις, οι κατηγοριοποιήσεις, η ιδιότητα του συγγραφέα, ο ρόλος του αφηγητή, η σχέση με τον αναγνώστη – τίθενται υπό αμφισβήτηση και, τελικά, αποκαθηλώνονται.
Αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τη γελοιοποίηση της πραγματικότητας χάριν μόνο του κωμικού ούτε με την αμφισβήτηση της πραγματικότητας χάριν μόνο της άρνησης. Έχουμε να κάνουμε με τη σατιρική έκφραση ενός πολιτικού προβληματισμού που βγάζει τη γλώσσα σε δημοσιογραφικούς αεριτζήδες, σε τηλεοπτικά είδωλα, σε λαϊκούς βάρδους, σε εθνικούς μύθους, σε σχέσεις εξουσίας και σε ιδεολογικές στρεβλώσεις, που διαμορφώνουν τη σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα.
Με τα μάτια του συγγραφέα, πρόκειται για μια πραγματικότητα που παραπαίει ανάμεσα στη φτηνή γκλαμουριά και τον εύκολο εντυπωσιασμό, στην αλαζονεία και την έλλειψη αυτοπεποίθησης, στα ηχηρά λόγια και τις ευτελείς πράξεις, στη διαφθορά και την παραπλάνηση, στον ατομικιστικό μεγαλοϊδεατισμό και τον ιδιοτελή αλτρουισμό. Όλα είναι επιφανειακά και κίβδηλα, εμπορεύσιμα και εκποιημένα, έστω κι αν προς τα έξω παρουσιάζονται απαστράπτοντα με μια εικόνα σοβαρότητας, αγνότητας κι υπευθυνότητας, μπροστά στην οποία ωχριούν ακόμη κι αυτοί οι άδολοι μύθοι των αρχαίων.
Ο Κουνενής τραβάει την κουρτίνα αυτής της σοβαρότητας, για να αποκαλύψει μια αφεαυτής γελοιοποιημένη πραγματικότητα. Η αποκάλυψη γίνεται άλλοτε με σπαρταριστό, άλλοτε με ειρωνικό και πάντα με σατιρικό τρόπο, που, όσο κι αν διασκεδάζει, την ίδια στιγμή πονάει και προβληματίζει. Κι αυτό σημαίνει ότι, πέραν όλων των άλλων αρετών, είναι αντικειμενική και δίκαιη.
Μπορεί από μία άποψη το διαρκές παιχνίδι του συγγραφέα με ένα πλήθος ετερόκλητων θεματικά και αισθητικά στοιχείων να πλαταίνει σε υπερβολικό βαθμό το αφηγηματικό σύμπαν του βιβλίου, αλλά αυτό δεν αποβαίνει σε βάρος της αναγκαίας ενότητάς του. Το αντίθετο, μάλιστα, συμβαίνει: η αξιοποίησή του γίνεται με τόσο εμπνευσμένο τρόπο και με τέτοια παιγνιώδη διάθεση που θαρρώ ότι αποτελεί άθλο. Κι ασφαλώς, δεν αναφέρομαι στο δέκατο τρίτο άθλο του Ηρακλή Σπίλου.

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

"Εγχειρίδιον Παθών" : Θεοδόσης Πελεγρίνης, Ελληνικά Γράμματα, 2008


Αγοράζει κανείς ένα βιβλίο με διάφορα κριτήρια.
Το συγκεκριμένο το είχα πάρει πριν από κανά δυό μήνες.
Κάτι ο τίτλος, κάτι το εξώφυλλο, κάτι ο εκδοτικός οίκος, κάτι το κείμενο στο οπισθόφυλλο με έσπρωξαν να το αγοράσω.
Το όνομα τους συγγραφέα αν και μου ερχόταν κάπως «οικείο», δεν μου έλεγε τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά εντάξει, είναι χαρακτηριστικό μου το να «ρισκάρω» στην αγορά βιβλίων. (ή τουλάχιστον, έτσι να νομίζω...)

Έχουμε και λέμε λοιπόν:

«Εγχειρίδιον Παθών», Θεοδόσης Πελεγρίνης, Ελληνικά Γράμματα, 2008

Δεν το είχα ανοίξει, ξέρετε τώρα, τρεχάματα και τα σχετικά.
Να που την Μεγάλη Βδομάδα όμως, που η λέξη «Πάθη» χρησιμοποιείται κατά κόρον, θεώρησα πως για κάποιον άγνωστο λόγο θα έπρεπε να το διαβάσω.

Τα ανθρώπινα πάθη λοιπόν, κατά Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Καρτέσιο, σύμφωνα με τους Στωικούς φιλόσοφους, με τους Κυνικούς, με τους Χριστιανούς, σύμφωνα με τον Χιούμ, τον Τζέϊμς, το περιεχόμενοτου πρώτου μέρους του βιβλίου.

Στο δεύτερο μέρος όμως, υπάρχει μια άλλη προσέγγιση:

«Από τις θεωρίες των Παθών, στους ανθρώπους με Πάθη»

Παγκόσμιες προσωπικότητες – άλλες πασίγνωστες και άλλες λιγότερο γνωστές- παρουσιάζονται στο βιβλίο με γνώμονα την εξιστόρηση του τρόπου που κυριεύτηκε η ύπαρξή τους από κάποιο «Πάθος», των επιλογών τους που χαρακτήρισαν την υστεροφημία τους και την θέση τους στην Ιστορία.

Γίνεται μία «παρουσίαση» 31 προσώπων, όπως ο Σωκράτης, ο Ανρί Μπερξόν, ο Βίντγκεστάϊν, ο Όσκαρ Γουάϊλντ, ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Λόρδος Βύρων, ο Σενέκας, ο Τζέϊμς Τζόϋς, ο Διογένης ο Κυνικός, η Υπατία, ο Φράνσις Μπέϊκον, ο Λουί Αλτουσέρ, ο Ράσελ, ο Σπινόζα, ο Τσαϊκόφσκυ, ο Μπετόβεν και άλλοι, μέσα από το πρίσμα του «Πάθους» που χαρακτήρισε την ζωή τους και που τους έκανε να αφήσουν το δικό τους «στίγμα» στην Ιστορία.

Ένα βιβλίο με πολλές παραπομπές (428 συνολικά) που μπορεί μεν να διακόπτουν κάπως την «ροή» του διαβάσματος, αλλά δίνουν πολλές χρήσιμες και επεξηγηματικές πληροφορίες.

Σε προσωπικό επίπεδο, βρήκα πολύ ενδιαφέρον το συγκεκριμένο βιβλίο, ένα βιβλίο που με βοήθησε να δω κάποια πράγματα με διαφορετικό μάτι και να «ανακαλύψω» την τραγικότητα της ανθρώπινης φύσης πίσω από «διάσημους» των οποίων την «πορεία»τους ποτέ δεν είχα αξιολογήσει κάτω από το πρίσμα του «Πάθους» τους.

Ως μόνο «αρνητικό», σημειώνω την υπέρμετρη (για εμένα) χρήση της φράσης «ορισμένως».
Θετικό λοιπόν το πρόσημο, για ένα βιβλίο για το οποίο είμαι σίγουρος πως ειναι από εκείνα που κάποια στιγμή θα θέλω να το ξαναδιαβάσω.
Υ.Γ.1
Μόλις ανακάλυψα πως έχω ενα ακόμη βιβλίο του, αγορασμενο μάλιστα 2 φορές!!! και δεν το έχω διαβάσει ακόμη!!!
Πρόκειται για το "Η αιώνια επιστροφή της φιλοσοφίας"
Επιφυλάσσομαι για το καλοκαίρι μάλλον.. .
Υ.Γ.2
Ναι ρε, διαβάσουμε και φιλοσοφία όταν μας έρθει, τραβάτε κανα ζόρι;;;

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Κλειστόν λόγω εορτών


Κάπου εδώ κλείνουμε τις πόρτες, κατεβάζουμε τα ρολά και τραβάμε τις κουρτίνες. Ανοίγουμε τις ψυχές μας στη μυσταγωγία της άνοιξης και της ζωής και αναπαύουμε τα ταλαιπωρημένα κορμιά μας. Για λίγο. Θα τα ξαναπούμε σύντομα.



- Καλές γιορτές -

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Κλειστές πόρτες



Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα, Πάνος Τσίρος, εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σελ. 85

Άνθρωποι που δεν έχουν στόμα, τακτικοί επισκέπτες κακόφημων δρόμων, παραμορφωμένα πρόσωπα με ένα μεγάλο μάτι, χορευτές ιδιόμορφων χορών, ένοικοι άδειων διαμερισμάτων, απομονωμένα παιδιά, λυπημένες γριές από την επαρχία. Άνθρωποι που κουβαλούν έναν εσωτερικευμένο πόνο, έχουν ανοιχτές πληγές και διατηρούν προβληματικές σχέσεις με τον περίγυρό τους. Όλοι δύστροποι κι ιδιόρρυθμοι, μονόχνοτοι και δυσπροσάρμοστοι. Καθένας με τις εμμονές, καθένας με τις ιδεοληψίες κι όλοι μαζί με τις ματαιώσεις και τις διαψεύσεις τους. Πρόκειται για τους ήρωες της σύντομης συλλογής διηγημάτων του Πάνου Τσίρου.
Μέσα απ’ τους χαρακτήρες τους χαρτογραφείται η ανθρώπινη γεωγραφία της σύγχρονης μοναξιάς. Μιας μοναξιάς που προϋπάρχει ως υπαρξιακό βίωμα στη συνείδηση των υποκειμένων, αλλά κάτω απ’ την πίεση της συμβατικότητας των σχέσεων, της απώλειας αγαπημένων προσώπων ή της τραυματικής μνήμης εξελίσσεται σε στάση και κανόνα της ζωής τους. Είναι μια αλλοτριωμένη ζωή, που κατοικείται από τυπικές κουβέντες, μιλημένες σιωπές, νευρικά ξεσπάσματα και διαπερνάται από το αίσθημα του αδικαίωτου, την ανικανοποίητη ανάγκη του εσύ και το φόβο της απόρριψης. Ακόμη λοιπόν κι όταν αίρεται πάνω απ’ τον εαυτό της, επιχειρώντας να σπάσει το κουκούλι της αποξένωσης, δεν καταφέρνει τίποτα άλλο απ’ το να εξαντλείται σε ανανταπόδοτες χειρονομίες επικοινωνίας και να αναζητά ικανοποίηση στα υποκατάστατα της γραφής ή του παρελθόντος ή της ζωής των άλλων, ενώ η απειλή της τρέλας υποβόσκει ολοένα και πιο ορατή.
Ο συγγραφέας ψηλαφεί το δράμα μιας τέτοιας ζωής κινούμενος ανάμεσα στα όρια του τραγικού και του κωμικού, του ρεαλιστικού και του φανταστικού. Με τον τρόπο αυτό αφενός γλυκαίνει την αναγνωστική αίσθηση χωρίς, τελικά, να αμβλύνει την πικρή γεύση και αφετέρου δημιουργεί την εντύπωση μιας διεξόδου, ενισχύοντας, τελικά, τη βεβαιότητα του αδιεξόδου. Μ’ άλλα λόγια, η αληθοφανής κατά κανόνα εξιστόρηση συμφύρει το τραγικό με το κωμικό, για να του δώσει μια λύση που αντλείται κατά κανόνα από το φανταστικό: «ένα παιδί φουκαριάρικο, χωρίς στόμα», «τον κοίταζε με το μάτι το μεγάλο», «Στην πόρτα έστεκε ο Γιάννης Συμπαλίδης. Ο εαυτός του, ίδιος κι απαράλλαχτος». Τελικά, η λύση αποδεικνύεται μη-λύση κι η αφηγηματική προσφυγή στο φανταστικό επιβεβαιώνει το αδιέξοδο του πραγματικού.
Από την άλλη, η τέτοιου είδους προσφυγή όσο ευφάνταστη κι αν αποδεικνύεται κι όσο πρόσφορη κι αν παρουσιάζεται για διαφορετικές αναγνωστικές προσλήψεις, διατηρεί ένα αρκετά ασαφές περίγραμμα για το μη εξοικειωμένο αναγνώστη. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, τείνει να δημιουργήσει την αίσθηση μιας επαναλαμβανόμενης τεχνικής που καταργεί το αρχικό ξάφνιασμα των πρώτων διηγημάτων. Τέλος, η μοναξιά των ηρώων, ιδωμένη κυρίως στις ιδιωτικές διαστάσεις του βίου τους και μη εμπεριέχοντας επαρκώς τις κοινωνικές παραμέτρους της πρόκλησής της, κινδυνεύει να εκληφθεί ως αποτέλεσμα μιας ατομικής ιδιαιτερότητας, μιας αδύναμης και λοξής φύσης.
Όπως και να ’χει, το βιβλίο αφήνει το δικό του στίγμα στην πρόσφατη λογοτεχνική παραγωγή, έστω κι αν είναι γραμμένο από έναν πρωτοεμφανιζόμενο πεζογράφο. Από έναν πεζογράφο που καταφέρνει με το πρώτο του έργο να δώσει κάτι πολύ παραπάνω από ένα απλό πρωτόλειο, δημιουργώντας βάσιμες ελπίδες για ακόμη καλύτερα αποτελέσματα στο μέλλον.

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Μας πήρανε τα σώβρακα λέμε...



Όχι γκολ δεν βάζουμε, όχι πάγκο δεν έχουμε, μας κατεβάζουν τα σώβρακα από τα αποδυτήρια και εμείς της .ωλής μας τον χαβά!
Δεν μιλάει κανείς, δεν κουνιέται φύλλο, δεν ιδρώνει το αυτί κανενός, εσωτερικεύουμε την μοναξιά μας και απλά περιμένουμε πότε θα έρθει η δικιά μας η σειρά, πότε θα κληρώσει το δικό μας νουμερο για να βαλουμε "το κεφαλάκι στον πάγκο του Χασάπη..."
Κατάντια ρε πστή μου, αλλά προσωπικά νοιώθω πως δεν πάει άλλο.

Δεν μου φτάνουν τα προσωπικά μου τρεχάματα, δεν μου φτάνει η αφραγκία μου, δεν μου φτάνει το ότι κοντευει ο καιρός να αποτελέσω μέλος της εξέχουσας κάστας των μεσήλικών, έχουμε και τους σκαταλληλότερους, τους κουρασμένους, τους έτοιμους, τους trendy, τους κολλημένους και τους μαλάκες του κερατά να προσπαθούν να μας πείσουν πως «στραβός ειν΄ ο γιαλός σας, εμείς σωστά αρμενίζουμε»….

Λοιπόν παλικάρια και κοπελάρες, ώρα να γυρίσω σελίδα
Αρκετά με τις ενοχές και την ατέρμονη ομφαλοσκόπιση.
Βούλιαγμα, βούλιαγμα και πάλι βούλιαγμα.
Ρε σεις, δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε να υπήρξε τόση πολύ μοναξιά και απελπισία σε βλέμματα τυχαίων περαστικών που συναντώ στον δρόμο.
Δεν ξερω πόσο καιρό έχω να ακούσω άνθρωπο να γελάει από καρδιάς.
Όλο μισά χαμόγελα και συννεφιασμένα μάτια γαμώ το φελέκι μου

Ε, νισάφι πιά….

Καιρός να τα πετάξω από πάνω μου, αρκετά φορτώθηκα, είμαι και σε κρίσιμη ηλικία, μπήκε η άνοιξη, τα παιδιά μου μεγαλώνουν και χαμογελάνε στην ζωή ενώ εγώ φαινομαι συνέχεια γκρινιάρης ενω είμαι έξυπνος, είμαι ΟΜΟΡΦΟΣ (σκάσε Πιχι!!!), είμαι γάμαουα, είμαι σεξουλιάρης, γενικά δηλαδή ειμαι τύπος που ΓΑΜΩ ΚΑΙ ΔΕΡΝΩ!
Δεν θα με λυγίσουν εμένα οι μπίχλες της καθημερινότητας
Φάτε τις εσείς στην μάπα, εγώ είμαι υπεράνω.
(Τι σκατά γαμάτος τύπος θα ήμουνα αν δεν τα έγραφα όλα στα παπάρια μου;;;)
Από εδώ και πέρα η συνταγή αλλάζει
ΧΑΒΑΛΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΣΤΟ ΜΠΛΕΝΤΕΡ!
Αν με πιάσουν πάλι οι μαύρες μου, θα ρίχνω κανα δυό μπινελίκια στο διαδίκτυο για να επαναφορτίζομαι και θα έρχομαι στα ίσα μου
(Έχω κάνει την «καβάτζα» μου σε ένα forum που ρίχνω μερικά μπινελίκια, αλλά γαμω την καλοσύνη μου και την ευγένεια μου, δεν μου πάει και να βρίζω κατάμουτρα αγνώστους… Δεν γαμιέται, θα τα βγάζω εδώ που είναι «δικός μας» χώρος και αμα γουστάρουμε, πετάμε και όποιον θελουμε όξω από την παράγκα!
Μην αρχίσει κανείς τώρα τίποτα περί «ελευθερίας έκφρασης» και τέτοια γιατί θα του δαγκώσω το καρύδι ! Δεν καταλαβαίνω τίποτα τώρα λέμε! «Όλοι για τους άλλους και εγω για την πάρτυ μου!!». Ναι ρε, τρέχει τιποτα; Τα είδα τα χαΐρια μου και με τις σοβαρότητες, τους αλτρουισμούς, τις δεύτερες σκέψεις…)

Διότι, δεν είναι δυνατόν κυρίες και κυριοι να γίνω ένα και το αυτό με τον σοβαρό κύριο ΠιΧί!!!
(Ξου, ξου, φτου κακά!!!)
Η συμβίωσή μας εδώ μεσα επι σχεδόν 2 χρόνια κοντεύει να με κάνει λαπά λέμε!!!!
Έφτασε σε τέτοιο επίπεδο η επιρροή του, που άρχισα να σκέφτομαι λογοτεχνικά!!!
Ποιος;;;, ΕΓΩ!!!!
Ο VLAXOS ρε πούστη μου, με ένα όνομα, μια φήμη, ένα πρεστίζ διαδικτυακό, μια ψηφιακή μορφή-θέμα μελέτης για τις επόμενες γενεές, κοντεύω να αρχίζω να διαβάζω από αυτά που διαβάζει και ο Πάνος!!!!!


ΠΙΣΩ ΡΕ!

Δεν θα γίνω εγώ «σοβαρός», που να χτυπάτε τον κώλο σας κάτω.

Έχω κάτι εκκρεμότητες να κλείσω αυτή την περίοδο, ένα βιβλίο «τεχνική» φύσεως, που μου εχει γίνει «ηθικός» βραχνάς εδώ και καιρό, αφού το έχω καθυστερήσει και ο εκδότης-φίλος αν με πετύχει θα με σχίσει σαν χασέ!
Γι΄ αυτό δεν πολύ-γράφω στο blog τελευταία και έχω κόψει και τις πολλές επισκέψεις σε blogs φίλων.
Θα επανορθώσω όμως.
Να τελειώσω με την μαλακία που έχω μπλέξει και μετά θα σας δείξω τι γεύση έχει ο χυμός χταπόδι….

Να περνάτε καλά και να μου προσέχετε τον ΠιΧι που τον έχει φάει η υπόγα και γράφει, γράφει, γράφει (Καλό θα βγει από ότι οσμίζομαι…. Το καλό που του θελω δηλαδή….)
Μάλιστα κυρίες και κύριοι.
Ο Πάνος γράφει, εγώ τα έχω γραμμένα, γαμώ τους συνδυασμούς που πετύχαμε δηλαδής…

Εν τω μεταξύ, άκουσα και σήμερα από κάποιο κανάλι πως το Αλτσχάϊμερ λέει μπορεί να χτυπήσει και νέους σε ηλικία και έπαθα μια ψυχολογία, επείδη ειμαι πολύ ξεχασιάρης τελευταία.
Ξεχνάω να τραβηξω το καζανάκι, να σηκώσω το φερμουάρ στο παντελόνι, να κλείσω το γκαζάκι όταν φτιάχνω καφέ και άλλα τέτοια.
Προχθές ήμουν βυθισμένος στις σκέψεις, πάω στο σουπερ μαρκετ να ψωνίσω, παίρνω το καλάθι, και πάω κατευθείαν στην ουρά του ταμείου να πληρώσω!!!
Έρχεται μια κυρία πισω μου, βλέπει άδειο το καλάθι, εμένα με βλέμμα χαμένο να περιμένω στην ουρα, λάκισε η γυναίκα.
Πήγε δυο ταμεία πιο περα και με κοίταγε μέχρι που έφυγε. Κάποια στιγμή τελικά συνήλθα και χαμπάρι τι μαλακία είχα κάνει, έβαλα την κεφαλα κάτω και γυρισα πίσω να πάρω αυτα που ηθελα..

Ρε δεν γαμιέται στην τελική, το γυρνάω λοιπόν και εγώ στο ανάλαφρο και στον χαβαλέ, να το ευχαριστηθώ τουλάχιστον όσο προλαβαίνω.
Στο κατω κατω, μεταξυ μας είμαστε εδώ μέσα

Αυτά λοιπόν προς το παρόν, σας φιλώ στα μούτρα και να μου προσέχετε τον ΠιΧί.
Ξέρετε τώρα…
Στοργή και προδέρμ, σχολιάκα του στυλ «γειά σου ρε Πάνο με τους γαμάτους φίλους» σου και τέτχοια….

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Και μνήμην έχομεν...


Προτείνει (http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=1001764&lngDtrID=244) τη συμβολική επαναπροώθηση μερίδας μεταναστών και ισχυρίζεται ότι το άσυλο έχει καταργηθεί από τρομοκράτες και ακροαριστερούς αλήτες. Διατείνεται ότι το ΚΚΕ κινείται στα όρια της νομιμότητας, χαρακτηρίζει τον Τσίπρα νεαρό με εξάψεις και αγριεμένη φαντασία και αποφαίνεται ότι ο Αλαβάνος δεν ωρίμασε πνευματικά και πολιτικά.
Είναι ο ίδιος που παλιότερα ονόμασε τον Αβραμόπουλο «ο κ. Τίποτα» και τους ποιητές «κουραμπιέδες». Τον θυμάμαι ως υπουργό εξωτερικών να ασθμαίνει ιδρωμένος μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, καταγγέλλοντας τους απελπισμένους Κούρδους που έκαναν κατάληψη σε ελληνικές πρεσβείες. Τον θυμάμαι ακόμη να ξιφουλκεί εναντίον του νυν αρχηγού του, απειλώντας με παραίτηση αν αναλάμβανε ποτέ την ηγεσία.
Κι όμως δεν πιστεύω ότι είναι ζήτημα προσωπικής ιδιαιτερότητας.
- Πιστεύω ότι τέτοιο πολιτικό ήθος υπήρχε πάντα στο ΠΑΣΟΚ και συχνά λειτούργησε ως η αιχμή του δόρατος στη σχέση του με την αριστερά. Επί Α. Παπανδρέου είχαν την Αυριανή. Επί Κ. Σημίτη είχαν τον Ε. Γιαννόπουλο. Επί Γ. Παπανδρέου έχουν τον Θ. Πάγκαλο.
- Πιστεύω ότι τέτοιο πολιτικό ήθος καλλιεργείται πάντα σε συνθήκες κρίσης. Ο λαϊκισμός, ο αυταρχισμός και η κινδυνολογία υπήρξαν πάντα η τελευταία καταφυγή των καθεστωτικών κομμάτων. Μια καταφυγή που μπορεί να ονομάζει την απέλαση «συμβολική επαναπροώθηση», αλλά δεν παύει να είναι στη βάση της φασιστική.

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

DON'T WORRY - BE HAPPY






Δείτε το με προσοχή. Μες στα κλουβιά θα διακρίνετε το κοντινό μας μέλλον. Δεν μπορώ να πω, είναι σε πολύ καλά χέρια.


Δηλώνω πανικοβλημένος.

(Σ' ευχαριστώ, Βαγγέλη)

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Σήμερα γιορτάζουμε


Αν το ψέμα έχει την τιμητική του σ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, τότε για ποιο λόγο να το γιορτάζουμε εθιμικώ δικαίω μια τέτοια μέρα; Κι όμως όσο το σκέφτομαι διαπιστώνω ότι υπάρχει κάποιος βαθύτερος λόγος.


Εν μέσω της ασκούμενης παραπλάνησης, η πρωταπριλιά τιμά το άκακο και αθώο ψέμα, που βγάζει τη γλώσσα στην κυρίαρχη υποκρισία και γελοιοποιεί τους ηθικούς και θεσμικούς μηχανισμούς της.


Υπό αυτό το σκεπτικό, βρίσκω ευφάνταστη την πρωτοβουλία για τη μέρα της κουκούλας.