Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Δεν πίνω, αλλά φέρτε…


Στενός ο διάδρομος, παλαιό μωσαϊκό στρωμένος, λευκός ο τοίχος με ξεφτίσματα από σοβάδες να κρέμονται, σαν ξεχασμένα ασπρόρουχα ψυχομπουγάδας στο νάϋλον σκοινί της καθημερινότητας που όλο τεντώνει και όλο δεν λέει να σπάσει.

Περιορισμένη αυλίτσα 2Χ3, με πλαστικούς κουβάδες και παπούτσια δουλειάς μπροστά από την πόρτα της μικρής κάμαρας.

Ανάποδα το άδειο πλαστικό κιβώτιο από μπύρες, με νέα χρήση για σκαμπό, συμπλήρωμα του μικρού καθημερινού και προσωπικού εγκλεισμού, με μόνη διέξοδο ένα μικρό κομμάτι ανοικτού ουρανού που περίσσεψε από τον συντελεστή δόμησης και τους διπλανούς καλυμμένους ημι-υπαίθριους και ένα ξεραμένο γιασεμί που άφησε την ματαιότητα της αναρρίχησής του σαν λεκέ στο τοιχίο.

Το κεφάλι κρεμασμένο στο στήθος, γύρω στα 35, οι λιγοστές ακτίνες του ήλιου να χαϊδεύουν τον σβέρκο, περνώντας ανάμεσα από τα διπλανά ψηλά μπαλκόνια της αντιπαροχής και των δανικών ονείρων ύπαρξης.

Μια «στράτα» με ένα νήπιο να προσπαθεί να βρει κίνηση πάνω στο ξεθωριασμένο μωσαϊκό, να βρίσκει στους τοίχους, στην σπαστή απλώστρα, στα παπούτσια της δουλειάς και το μωρό να ξεκαρδίζεται και να σπρώχνει αλλού την ζωή του, να γελά αποκλεισμένο στον 2Χ3 κόσμο του, να κακαρίζει αθώα και ευτυχισμένο και να μην το νοιάζει καμιά στενότητα, κανένας περιορισμός, κανένα αναποδογυρισμένο πλαστικό καφάσι μπύρες.

Κάτω το βλέμμα του «παραστάτη» του, σιωπή και βλέμμα καρφωμένο στις ψηφίδες του μωσαϊκού, που λες να τις τρυπήσουν θέλουν, κοιτώντας πέρα από αυτές, πιο κάτω, πιο βαθιά.

Το χεράκι στο γόνατο, το κεφαλάκι σκύβει να συναντήσει τα μάτια, μια μικρή λεξούλα βγαίνει με ένα μεγάλο ερωτηματικό «μπαμπά;;;;;» και μόνο τότε σηκώθηκε το βλέμμα με ένα χαμόγελο, για μια αγκαλιά και ένα χάδι, μια υπόσχεση συνέχειας.

Εκεί συναντήθηκαν τα μάτια μας και ντράπηκα για την αθέλητη εισβολή μου στον μικρόκοσμο της αυλίτσας, έσκυψα το κεφάλι και συνέχισα τον δρόμο μου προσπαθώντας να διαλύσω το δικό μου μωσαϊκό…

Πάρε πάνω σου ρε φίλε, πάρε πάνω σου να μην τα κάνω λαμπόγυαλο γαμώ την λύσσα μου μέσα.

Πάρε πάνω σου γιατί τα μωσαϊκά δεν τρυπάνε με το βλέμμα, τρυπάνε με τις περατζάδες από χιλιάδες «στράτες», από χιλιάδες χαμόγελα σαν κι αυτό που είδα να ρίχνεις στο μικρό, από τις ρίζες ξεραμένων γιασεμιών που ποτίζουμε ξανά και ξανά, από τα αναποδογυρισμένα πλαστικά καφάσια μπύρας στην μέση του δρόμου και την σωστή χρήση του περιεχομένου τους.

Επιτέλους λίγο χώμα ρε πούστη μου και ας λερωθούμε, νισάφι πια με τα μωσαϊκά.

Πάρε πάνω σου ρε φίλε και ας μην με ξέρεις κι ας μην διαβάσεις ποτέ τούτες τις γραμμές…

Φέρτε μπύρες ρε πστηδες…

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Η μεγάλη φόρμα


Καταφυγή; Απόδραση; Άλλοθι; Εξέγερση; Συμβιβασμός; Ματαιοδοξία; Εμπόριο; Τέχνη; Για να 'μαι ειλικρινής, ιδέα δεν έχω.
Πιθανώς τίποτα απ’ όλα αυτά – ή ίσως κι όλα αυτά – και τελικά μόνο μαγεία. Η μαγεία της φαντασιακής ανασύστασης του εαυτού σου και του κόσμου σου με ό,τι υπόλοιπο περισσεύει ή στερείσαι σε αισθήματα κι ιδέες, αληθινή ζωή και σχέσεις, επικοινωνία και σιωπές, παρελθόν και μέλλον.
Όσο κι αν αγαπώ τη μικρή φόρμα, ομολογώ ότι μόνο στην μεγάλη το νιώθω. Αναφέρομαι σε εκείνες τις στιγμές που χωρίς να πιέζω τα πλήκτρα βλέπω την οθόνη να γεμίζει με λέξεις, την πλοκή να εξελίσσεται ερήμην μου και τους ήρωες να κάνουν του κεφαλιού τους.

(Συγχωρήστε με για την εμμονή στο θέμα. Φάση είναι και θα μου περάσει).

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Καιρός για καταδότες

Πισθάγκωνα δεμένη και ματωμένη. Έτσι τη βρήκαν. Πέθανε από φυσικά αίτια, αποφάνθηκε το Υπουργείο. Ναι, από πολύ φυσικά.
Μαθαίνω ότι ποινικοποίησαν και τις κουκούλες. Καιρός λοιπόν για καταδότες:
- Αυτοί φοράνε την κουκούλα του ψεύδους. Συλλάβετέ τους.
- Εμείς φοράμε την κουκούλα της αδιαφορίας. Συλλάβετέ μας.
Αφήστε μόνο τους αληθινούς κουκουλοφόρους. Γιατί ή απελπισμένοι θα ’ναι κι έχουν το ακαταλόγιστο ή χουλιγκάνοι και δεν υπολογίζονται ή από κείνους τους δικούς σας που εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία.
Αφήστε, επίσης, και την Πετρούλα. Είχε μεγάλο σουξέ με την κουκούλα της καλόγριας. Καλό μας κάνει να τη βλέπουμε πού και πού, τώρα που κρατάτε τη λογική μας πισθάγκωνα δεμένη.

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

Το πηδήξανε και ψόφησε…


Μερόπη Κ.
Ετών 67. Ρίχνει στην πλάτη της την χειροποίητη εσάρπα, σκεπάζει με την μια άκρη της το πρόσωπο της μέχρι την μύτη και βγαζει τον Κούγκι, το πεκινουά της για την βραδυνη του βολτα στο τετράγωνο και για να κάνει και το ζωντανό την ανάγκη του. Νύχτα είναι, ποιος θα την δει, το οδηγεί να αφήσει την σκατούλα του στο πεζοδρόμιο, τρία σπίτια πιο κάτω, πίσω από τις εργατικές πολυκατοικίες στον Αγιο Αντωνη Περιστερίου, όπως κανει σχεδόν κάθε βραδυ.
ΤΗΝ ΠΑΤΗΣΕ!

Κώστας Μ.
40 ετών, λουστραδόρος. Θέλει να βάψει ένα σκρίνιο παραγγελία σε βαθύ σκατουλί χρώμα, βάζει την μασκα προστασίας, και ξεκινάει το βάψιμο, σε ένα στενό στον Κολωνό. Μετα το πρώτο «φσσσσστ» το παλιό πιστολέτο στομώνει. Βγαινει έξω στην σχάρα του υπονόμου και τραβάει 4- 5 γερές «πιστολιές» για να ξεμπουκώσει, όπως εχει κανει πολλές φορές στο παρελθόν.
ΤΗΝ ΕΒΑΨΕ!

Χαρίκλεια Δ.
55 ετών, Δημόσιες Σχέσεις. Παρκάρει πάνω σε μια γωνία στην Σκουφά το Smart , για να προλάβει να πάει στο Da Capo μόνο και μόνο για να δειξει στις φίλες της πόσο πετυχημενο ήταν το botox που έκανε και της έδωσε 10 χρόνια πίσω.
ΨΩΝΙΣΕ ΑΠΟ ΚΟΥΠΕΣ!

Νώντας Φ,
60 χρονώνε, Οξυγονοκολλητής. Έχει βάλει μπρος την οξυγονοκόλληση για να κολλήσει μια εσωτερική σκάλα σε ένα διόρoφο στο Μεταξουργείο, φοράει την προστατευτική μασκα και δεν δινει σημασία στα γρέζια και τους σπινθήρες που χτυπάνε στον απέναντι τοίχο της διπλανής μονοκατοικίες κάνοντας μικρά μαυρα στίγματα στον σοβα.
Σιγα τώρα το πράγμα!
ΚΑΗΚΕ ΛΕΜΕ!

Μόϊρα Ξ (αληθινό όνομα, Μελπομενη Ξ.),
27 Μαΐων, , μοντελο. Μόλις βγαίνει από το Dino & Gino όπου άλλαξε το μαλλί σε “Emo look”, για την νεα φωτογράφηση του περιοδικού «Down at Traxanoplagia».
Βγαίνοντας, πετάει με χάρη στην ζαρντινιέρα απ΄έξω, το περιτύλιγμα της καραμελίτσας με γεύση μάνγκο που πήρε δίπλα από το ταμείο.
ΤΙ ΤΟ ΘΕΛΕΣ ΜΩΡΕ ΣΟΥΡΓΕΛΟ????

Αριστοτέλης Ε.,
ετών 77, συνταξιούχος ΟΓΑ, Ίλιον. Με χρόνιο αναπνευστικό πρόβλημα και με σωληνακια αξυγόνου στην μυτη, βγαινει στα μουλωχτα στο μπαλκονάκι του, να κανει μισό τσιγαρο στην ζουλα, πριν τον παρει χαμπάρι η κοπέλλα- λαθρομεταναστρια από το Τατζιγκιστάν που ερχεται και τον προσέχει 2 φορές την εβδομάδα.
Κάνει το μισό τσιγαρο και πετάει το υπόλοιπο από το μπαλκόνι στον δρόμο
ΜΕΓΑ ΣΦΑΛΜΑ!

Αγγελική Σ.,
Ζαϊρα Φ, Syska M.
5, 6, και 6 ετών αντίσοιχα. Αφού πήρανε και βαψανε τα προσωπάκια τους με τα καλλυντικά και κραγιόνια της μεγάλης αδερφής της μιας, χωρίς να τους πάρει χαμπάρι η γιαγιά, έχουν βγει και ζωγραφίζουν τον τοίχο του διπλανού σπιτιού με κάτι κιμωλίες. Κάνανε ένα σπιτάκι, μια γατούλα και έναν ήλιο. ΑΣ ΡΩΤΑΓΑΝΕ ΤΑ ΣΚΑΤΟΠΑΙΔΑ!

Rhaifi S,
38 ετών, pizza boy, παρκάρει το μηχανάκι του πάνω στο πεζοδρόμιο, δεν βγαζει το κρανος ,για να πάει γρηγορότερα την παραγγελία στους παλιούς πελάτες που τον ξερουν χρόνια τωρα. Θάρρος έχει μαζί τους, ξερουν ότι βιάζεται, ε, δεν θα τον παρεξηγήσει κανείς.
ΛΑΘΟΣ, ΛΑΘΟΣ, ΛΑΘΟΣ!!

Βασίλης Π.,
50 ετών, ελαιοχρωματιστής. Με την φόρμα της δουλειάς, πιτσιλιές από μπογιές στο πρόσωπο και το καπελλάκι χωμενο μεχρι τα αυτιά, πτώμα από την κούραση, δεν προσέχει και περνάει με «βαθυ πορτοκαλί» το φαναρι στην Αγ. Μελετίου, πηγαίνοντας για το σπίτι του στην Κυψέλη.
ΜΟΛΙΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΩΣΕ ΛΑΧΕΙΟ.

Μάριος Π. 17,
μαθητής. Φοράει φαρδιά ρούχα, φούτερ με ανεβασμένη την κουκούλα, έχει στα ακουστικά τσίτα τον Εξολοθρευτή, πηγαίνει Κάνιγγος στο φροντιστήριό του και ξεχνάει να ακυρώσει το εισιτήριο του.
ΠΟΥ ΠΑΣ ΠΑΙΚΤΑΡΑ ΜΟΥ????

«ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ, ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΕΛΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΘΑ ΕΠΙΣΥΡΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΕΣ ΠΟΙΝΕΣ»

«ΕΙΔΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΜΕ ΜΗΧΑΝΕΣ 125 ΚΥΒΙΚΩΝ, ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΘΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΔΥΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ ΘΑ ΕΠΕΜΒΑΙΝΟΥΝ ΣΕ ΕΝΑ ΛΕΠΤΟ (!!!!) ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΕΤΟΙΩΝ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΝ»

Ρε σεις, ΤΙ ΜΑΛΑΚΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΥΤΟΙ ΡΕ????

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

Θυμάσαι το "smoke";


Κάπως έτσι είναι, φίλε. Έτσι, ακριβώς. Τουλάχιστον, για μένα. Ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό μες στην ησυχία της νύχτας, μια ανοιχτή πληγή, τίγκα στο αλάτι, ένας μοναχικός ινδιάνικος χορός, ενόσω μακελεύεται η φυλή απ' τους λευκούς.


Δε θέλω να πω "η τέχνη" - πολύ βαρύγδουπη αυτή η λέξη και δε μου πάει. Εξάλλου, έτσι είναι κι ο έρωτας κι η φιλία κι η επανάσταση κι η ελευθερία.
Κάθε βράδυ λοιπόν βάζω τις μικρές για ύπνο, κι ύστερα πιάνω μακρόσυρτα ουρλιαχτά, ρίχνω αλάτι στις πληγές και στήνω μοναχικούς χορούς. Όταν τελειώνω, με βάζω απέναντι και φτύνω.



Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

Ακούστε την




Βάλτε τα παιδιά για ύπνο. Σβήστε το φως και ανεβάστε τα ηχεία. Κλείστε τα μάτια και θα τη δείτε: γριά αναμαλλιασμένη σε ινδιάνικο χορό ξορκίζει τους νεκρούς και ανοίγει τις πληγές της, αγκομαχάει και σέρνεται, λυσσάει και χτυπιέται. Δαγκώνει.




Κυρίες και κύριοι, η Patti Smith.



http://www.youtube.com/watch?v=tg7Fe_EcnRw




ΥΓ. Είναι το σχόλιό μου για την (ορθή) παρατήρηση του Πάνου προς τον Σπύρο.

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2009

Εδώ γύρω είμαι


Εδώ γύρω είμαι

Γύρω από όλα, διαθλούμαι στα πάντα, με καθορίζουν όλα.
Χαράζω γραμμές αμηχανίας στην σκόνη της αποθήκης μου, ανοίγω ντουλάπες, μετράω ρούχα και σκεπάσματα, τα περισσότερα μικρά πια, στενά, πνιγηρά.

Κομμάτια μαζεύω, κομμάτια πετάω, λεω να πετάξω πολλά και διάφορα, τα λυπάμαι μετά, με λυπούνται κι αυτά, μένουν στην άκρη του μυαλού για ξεφόρτωμα, αλλά οι ενοχές, ενοχές.

Που λες, κλέβω ματιές στο «μαγαζί», μα δεν μιλάω
Δεν είναι η ώρα μου ακόμη

Δεν είναι καπρίτσιο, δεν είναι παιγνίδι
Ανάγκη είναι, ξεκαθάρισμα, καταμέτρηση, ταξινόμηση
Πονάει, ξεριζώνει, διαλύει, θυμάται, γελάει , κλαίει , εκπλήσσεται

Απογραφή πεπραγμένων, εκτίμηση σχέσης κέρδους – απωλειών, αποτίμηση συναισθηματικού πρόσημου, διευθέτηση και καλλωπισμός εσωτερικών χώρων, να τα πάρω όλα να τα κάψω να μην μείνει τίποτα και τι θα έχω μετά ο μαλάκας, άδειοι οι τοίχοι, άδειο το μυαλό, άδειασαν όλα

Παίρνει χρόνο όμως, ξέρεις τωρα.
Βαθιές οι ρίζες, βαθύ το σκάψιμο, πολύ χώμα, πολύ σκόνη, πιο εύκολα έρχεται η κούραση πια, κυλάει ευκολότερα ο ιδρώτας σε γκρίζα μαλλιά

Εδώ γύρω είμαι πάντως…

Κάτι σεντούκια μείναν ακόμη

Αρκεί να θυμηθώ πως ξεκλειδώνουν το λουκέτο, γιατί δεν νομίζω πως αντέχω τις σφυριές στο μέταλλο αυτή την περίοδο…

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

Ψάχνω μια λέξη

Πάει ένας χρόνος από τότε. Ένας χρόνος που έφυγε. Το κείμενο είναι αφιερωμένο στη μνήμη της. Στη μνήμη της Έλλης Πετρίδου-Εμμανουηλίδου.



«Μην σκαρφαλώνεις μόνο στις βουνοκορφές» μου ’πε «Υπάρχουν και οι πεδιάδες». Μόλις είχα εκδώσει την πρώτη συλλογή διηγημάτων και ζήτησα τη γνώμη δυο τριών ανθρώπων που εκτιμούσα. Ανάμεσά τους ήταν ασφαλώς κι η Έλλη. Τη σεβόμουν.
Γιατί ήταν δίκαιη. Που σημαίνει όσο αντικειμενική θα έπρεπε κι όσο αυστηρή θα χρειαζόταν.
Γιατί ήταν ευγενική. Μ’ αυτόν τον μοναδικό τρόπο, που μόνο η ίδια γνώριζε. Δηλαδή: καλοσύνη κι ηρεμία και ευπρέπεια δίχως τίποτα το ψεύτικο, το υποκριτικό και το φτιασιδωμένο.
Γιατί γινόταν κομμάτια για τους άλλους. Όσο φόρτο εργασίας κι αν είχε, το ’ξερα πως δεν επρόκειτο να με κρεμάσει.
Μου απάντησε δυο βδομάδες αργότερα. Έτυχε να συναντηθούμε στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Μεγάλη χαρά μού ’δινε πάντα η παρέα της. Μ’ έκανε να νιώθω άνετα.
«Λοιπόν;» υποδυόμουν τον ήρεμο, αλλά μέσα μου τρωγόμουν.
«Μην σκαρφαλώνεις μόνο στις βουνοκορφές» μου απάντησε «Υπάρχουν και οι πεδιάδες».
Αυτό και τίποτα άλλο.
Μετά κατάλαβα. Πολύ μετά. Κι είχε απόλυτο δίκιο.
Κρατούσε από πριν η γνωριμία μας. Το ’98 έβγαλα το πρώτο βοηθητικό βιβλίο στο ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, ενώ ο Πάνος κι η Έλλη ήταν ήδη καταξιωμένοι συγγραφικά. Το πρώτο πλησίασμα έγινε στη Λάρισα, σ’ εκδήλωση του εκδοτικού οίκου για τα νέα σχολικά βιβλία. Το ομολογώ: έτρεμε το φυλλοκάρ­δι μου και δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Τελικά, όλα πήγαν μια χαρά. Απ’ όσο θυμάμαι, η Έλλη κι ο Πάνος κάθονταν κοντά μου.
Τους οφείλω πολλά.
Δεν πρόλαβα όμως. Τουλάχιστον με την Έλλη. Γιατί ήταν η εποχή του συγγραφικού τους πυρετού: δέκα και δεκαπέντε βιβλία έγραφαν το χρόνο. Κι από δουλειά όχι ό,τι κι ό,τι. Μεθοδικότητα, πρωτοτυπία και πληρότητα. Απορούσα: γίνεται η ποσότητα να συνδυάζεται με την ποιότητα. Κι όμως στην περίπτωση αυτών των δύο ανθρώπων γίνεται και παραγίνεται. Άλλωστε, από καιρό είχαν έτοιμη την πετυχημένη συνταγή τους: οργάνωση και καταμερισμός, αλληλοβοήθεια και πάθος. Πάθος για το γράψιμο και αγάπη για τη γλώσσα. Τα ’χε η Έλλη, και με το παραπάνω. Κι αυτά κι άλλα ακόμη. Κεντήματα λόγου ήταν τα γραπτά της. Επιμέλεια δίχως επιτήδευση, εμβάθυνση δίχως εντυπωσιασμούς, απλότητα δίχως απλουστεύσεις. Έχω δει γραπτά συγγραφέων που ψηλώνουν πολύ το αληθινό τους είναι. Στην περίπτωση της Έλλης το καθρέφτιζαν. Κι αυτό το ονομάζω συγγραφική εντιμότητα.
«Ελάτε» τους πρότεινα «θα πάμε για φαγητό». Είχε μόλις τελειώσει η παρουσίαση του δεύτερου λογοτεχνικού μου βιβλίου στα Γιαννιτσά. Ο Πάνος κι η Έλλη ήταν εκεί. Διένυσαν γύρω στα εξήντα χιλιόμετρα για να ’ρθουν και ας βρισκόμουν πλέον σε άλλο εκδοτικό οίκο.
Αρνήθηκαν ευγενικά να μας ακολουθήσουν. Η Έλλη πονούσε. Πρόβλημα με τη μέση. Έτσι μου είπαν. Κι αλήθεια, στη μεγαλύτερη διάρκεια της εκδήλωσης την έβλεπα όρθια.
Χρειάστηκε να περάσουν δυο χρόνια περίπου, για να μάθω ότι δεν ήταν πρόβλημα μέσης…
Πώς το κρίνω τώρα στα στερνά; Ως στάση αξιοπρέπειας και γενναιότητας. Ως έκφραση ευγένειας και αρχοντιάς. Μιλώ για το πώς στάθηκε η ίδια απέναντι στην αρρώστια και μιλώ για το πώς κράτησε όλους εμάς απέναντι στη δική της αρρώστια. Που σημαίνει ότι:
Η Έλλη προτίμησε τη σιγή από σεβασμό προς τον ίδιο της τον εαυτό.
Η Έλλη προτίμησε τη σιγή από σεβασμό προς όλους εμάς.
Κι αν, όπως λένε, στα δύσκολα φαίνεται αληθινά ο άνθρωπος, η Έλλη αποδείχτηκε στα δύσκολα ακόμη πιο αξιοπρεπής και γενναία, ακόμη πιο ευγενική και αρχοντική.

Πρώτα, η ηθελημένη σιγή της Έλλης. Σεβαστή και παλικαρίσια επιλογή.
Ύστερα, η αθέλητη σιγή Έλλης. Οδυνηρή και ανεπανόρθωτη πραγματικότητα.
Η σιγή στις κουβέντες, στα χαμόγελα, στις χειρονομίες και στα γραπτά της Έλλης. Ό,τι δηλαδή βεβαιώνει με τη σιγή του την οδυνηρή και ανεπανόρθωτη απουσία της Έλλης.
Μια εκκωφαντική σιγή η απουσία της Έλλης κι άλλο γιατρικό δε βρίσκω απ’ τη μνήμη. Απ’ τη μνήμη που ’ναι σε θέση να δώσει μελωδία ακόμη και σ’ αυτήν την ομιλούσα σιγή της απουσίας.

Ψάχνω μια λέξη για να στεγάσω τη μνήμη της Έλλης και ούτε που χρειάζεται να ψάξω. Μου ’ρχεται από μόνη της η λέξη, σαν το ανοιξιάτικο αηδόνι πάνω στην ανθισμένη πασχαλιά:

Γ λ υ κ ύ τ η τ α.

Ναι, το δικό μου λεξικό της μνήμης θα ’χει στο εξής την Έλλη για συνώνυμο της γλυκύτητας.

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

Πορεία το Σάββατο στη Ναυπηγοεπισκευαστική



ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:Το αρχικό κείμενο βρίσκεται εδώ








ΤΙ ΚΡΟΣΤΑΝΔΗ - ΤΙ ΠΕΡΑΜΑ
Ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ΜΕΤΑΦΕΡΕΤΑΙ


Η Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος, σε επίπεδο εργατικών ατυχημάτων, αποτελεί ίσως τη φονικότερη εστία θανάτου σε ολόκληρο το δυτικό κόσμο. Αποτελεί έναν πραγματικό αποτεφρωτήρα μέσα στον οποίο το κράτος εμφανίζεται ως ένας εφιαλτικός δράκος που ρίχνει τις θανατηφόρες του φλόγες στους είλωτες του. Ποιός μίλησε για μυθοπλασία;

Ήτανε Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου του 1988. Το δεξαμενόπλοιο «ΑΝΑΤΖΕΛ ΓΚΡΕΪΝΤΝΕΡΣ», ύστερα από μία εκκωφαντική έκρηξη σκίζεται στα δυο. Ο χρονοβόρος καθαρισμός από τα θανατηφόρα αέρια (free gas) που απαιτείται πριν την έναρξη των εργασιών μέσα στα κουρασμένα αμπάρια του πλοίου, προφανώς είναι διαδικασία που ξεπερνιέται εύκολα στη νομοθετική ελαστικότητα του εφοπλιστικού κέρδους. Τραγικός απολογισμός: επίσημα, 10 νεκροί και 20 τραυματίες στο αμπάρι Νο 2.
Ο κρατικός μηχανισμός, ίδιος με το πρόσωπο του τέρατος και με τη συντροφιά κι άλλων παραμορφωμένων δικαστικών υπαλλήλων, εξαρχής, σπεύδει να μετατοπίζει ή να αποκρύπτει τις πραγματικές ευθύνες των πλοιοκτητών και να «στρεψοδικεί». Οι εφοπλιστές δεν αγγίζονται διότι έτσι επιτάσσει ο νόμος της επιβίωσης. Νομοτελειακά, το κράτος είναι αδύνατον να αντιμετωπίσει αυτούς που το αναπαράγουν και να τα βάλει με εκείνους που αποτελούν την οικονομική βάση της εξέλιξης του.
Ήτανε Σάββατο 20 Οκτωβρίου του 2001. Το δεξαμενόπλοιο «SAILOR», εκρήγνυται, ενώ λάμβαναν χώρα ελασματουργικές εργασίες στα αμπάρια του. Οι νεκροί αυτοί τη φορά έφτασαν τους 5.
Κι οι συνδικαλιστές, αυτοί οι μεσάζοντες μεταξύ εργατών κι αφεντικών, λειτουργούν ως ένας αερόσακος του κεφαλαίου, ως ένα μπαλόνι ασφαλείας και εκτόνωσης της οργής των εργατών. Ουσιαστικά, ο ρόλος τους, απόλυτα ελεγχόμενος και γεμάτος προνόμια δοσμένα από τους εργοδότες, χρησιμοποιείται από τους δεύτερους ως τέχνασμα για την μακροημέρευση τους, για την ανέξοδη επιβίωση τους. Ανέξοδη είπαμε; Εντάξει, τώρα.
Ήτανε Δευτέρα 16 Ιουλίου του 2007. Το τάνκερ «Ailsa Craig», έχοντας περάσει "επίσημα" από τη διαδικασία του free gas, κι όμως αναφλέγεται και θανατώνει ακαριαία δύο σωληνουργούς.
Σε κανένα από τα ατυχήματα που συμβαίνουν στο Πέραμα δε μπορούν να υπολογιστούν οι πραγματικοί αριθμοί των θυμάτων. Ως γνωστόν, η μαύρη και αδήλωτη εργασία δεν υπολογίζεται στα στατιστικά, και σύμφωνα με μαρτυρίες εργαζομένων της Ζώνης οι νεκροί στο τελευταίο ατύχημα του περασμένου Ιούλη δεν ήταν οχτώ, αλλά πολλοί περισσότεροι.
Ήτανε Πέμπτη 24 Ιουλίου του 2008. Το γκαζάδικο «FRENDSHIPGAS», ύστερα από θερμική ανάφλεξη αρπάζει φωτιά και οι νεκροί στο αμπάρι Νο 3 φτάνουν τους 8. Βεβαίως, το Πέραμα θρηνεί ξανά.
Δεν είναι, λοιπόν, άστοχο αν λέγαμε πως εκεί που τελειώνει η αστική δικαιοσύνη, αρχίζει το δίκαιο.
Οι νεκροί, που ανασύρθηκαν από τις δεξαμενές του «Friendship Gas», είναι:
Παπαϊωάννου Γιάννης ετών 56
Ρουσάκης Ηλίας ετών 51
Νικολαΐδης Παύλος ετών 54
Πασπαράκης Παναγιώτης ετών 44
Οικονομάκης Κώστας ετών 30
Αντιασης Φλοράν ετών 25
Mουραντχανιάν Ασότ ετών 32
Γιόπια Ρομουάντο ετών 48, Φιλιππινέζος υποπλοίαρχος, ο οποίος, σημειωτέον, δεν βρισκόταν στο αμπάρι την ώρα της έκρηξης, αλλά έσπευσε να βοηθήσει, με αποτέλεσμα να βρει κι αυτός φρικτό θάνατο.

Και το δίκαιο εκκινεί τη στιγμή που η μνήμη γεννάται.

Πριν λίγες μέρες εκδόθηκε το περίφημο πόρισμα των εμπειρογνωμόνων για το πολύνεκρο αυτό δυστύχημα. Η ίδια ιστορία. Υπαίτιοι του δυστυχήματος ορίζονται οι δύο εργάτες, ένας εκ των οποίων νεκρός. Το τέρας γυμνό. Δικάζονται και οι νεκροί τώρα;

Τα περιστατικά είναι ενδεικτικά. Ατυχήματα, θανατηφόρα ή μη συμβαίνουν σε ρυθμό εβδομάδας, μετατρέποντας τη Ν/Ζώνη σε ένα τόπο εργατικής γενοκτονίας και το Πέραμα σ’ ένα συλλογικό μνημείο πεσόντων του καπιταλιστικού κόσμου.

ΠΟΡΕΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ ΚΑΙ ΤΗ ΛΗΘΗ
ΠΕΡΑΜΑ, ΣΑΒΒΑΤΟ 7 ΜΑΡΤΗ, 12:00 ΣΤΗ ΠΥΛΗ ΤΗΣ Ν/ΖΩΝΗΣ

Συνέλευση Εξεγερμένων από Πέραμα, Σαλαμίνα, Κερατσίνι, Δραπετσώνα, Νίκαια, Αιγάλεω

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

Κάλεσμα σε κινητοποίηση για την Ψυχική Υγεία

Ημερομηνία: 4 Μαρτίου 2009
Ώρα: Από τις 7 το πρωί και για όσο χρειαστεί
Τόπος: έξω από το Υπουργείο Υγείας
Τρόπος: Με αντίσκηνα, καρέκλες, φαγητό, μουσική, πανό, τηλεβόες και ό,τι άλλο σκεφτεί το κάθε σωματείο εργαζομένων, ο κάθε εργαζόμενος...
Οι εργαζόμενοι σε δομές Ψυχικής Υγείας (μη-κερδοσκοπικών φορέων, ΝΠΙΔ) από την Αθήνα συναντήθηκαν στις 18-2-09 και μετά από συζήτηση αποφάσισαν να ορίσουν ως ημερομηνία κινητοποίησης την 4η Μαρτίου 2009. Ένας από τους λόγους που ορίστηκε η συγκεκριμένη ημερομηνία είναι η προγραμματισμένη επίσκεψη του Επιτρόπου της Ε.Ε. στο Υπ. Υγείας για τις 6-3-09 προκειμένου να εξετάσει τα μέτρα που πήρε το συγκεκριμένο Υπουργείο μετά από την αναστολή της χρηματοδότησης που του επιβλήθηκε από την Ε.Ε. λόγω της επικίνδυνης κατάστασης που έχουν περιέλθει οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας και τα δικαιώματα των πολιτών και των ψυχικά πασχόντων.
Οι λόγοι που μας βγάζουν για άλλη μια φορά στους δρόμους είναι κρίσιμοι. Το Υπουργείο Υγείας άλλη μια φορά και για τέταρτη συνεχή χρονιά δε χρηματοδοτεί τις υπηρεσίες, αφήνει τους εργαζόμενους απλήρωτους έως και 7 μήνες (μέχρι σήμερα τουλάχιστον), αθετεί τις δεσμεύσεις του, θα πλήρωνε και θα εξοφλούσε για το 2008 μέχρι τις 15-1-09. Ο Φεβρουάριος τελειώνει και ούτε κουβέντα για χρήματα. Αποκαλύπτει έτσι την αδιαφορία του για τους ασθενείς και για τους πολίτες που έχουν ανάγκη τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και που θα έπρεπε να απολαμβάνουν δωρεάν πρόσβαση σε αυτές.
Οι εργαζόμενοι, που τόσα χρόνια έχουν σηκώσει στην πλάτη τους την όποια ψυχιατρική μεταρρύθμιση υπενθυμίζουν με τρόπο ηχηρό ότι δεν είναι σούπερ ήρωες, ότι έχουν ανάγκη να αμείβονται για να ζήσουν, για να συνεχίσουν το πολύτιμο έργο τους.Οι εργαζόμενοι καταγγέλλουν και όσες διοικήσεις φορέων καταπατούν τα δικαιώματα των εργαζομένων, εκβιάζουν και απολύουν όταν εκείνοι διεκδικούν τα αυτονόητα.Οι εργαζόμενοι δεν αντέχουν άλλο τον εμπαιγμό, δε μπορούν να αφήνουν την ψυχική υγεία να σβήνει χωρίς να παλεύουν για την υπεράσπισή της. Οι εργαζόμενοι αυτή τη φορά δε θα ζητήσουν συζήτηση με την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας που έως τώρα δεν υλοποίησε τίποτε από ότι δεσμεύτηκε, που έως τώρα δε σεβάστηκε ούτε τον εαυτό της. Οι εργαζόμενοι απαιτούν δημόσιες δεσμεύσεις και έμπρακτες λύσεις. Θα βρίσκονται στους δρόμους όσο χρειαστεί, γιατί απλά δεν αντέχουν να κάνουν κάτι άλλο.Οι εργαζόμενοι διεκδικούν:

Άμεση καταβολή όλων των δεδουλευμένων μισθών και επιδομάτων.
Δέσμευση του Υπουργείου Υγείας και των Διοικήσεων των φορέων για μηνιαία καταβολή των μισθών στο εξής.
Διαφάνεια στη διαχείριση των οικονομικών με συμμετοχή εκλεγμένων εκπροσώπων των εργαζομένων.
Να διασφαλιστεί η πρόσβαση στην ψυχική υγεία σε όλους τους πολίτες, είναι δημόσιο αγαθό και πρέπει να προστατευτεί.

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2009

"Τρία τριαντάφυλλα κόκκινα"

Οι εκλεκτικές συγγένειες, που λένε. Δεν το κρύβω. Τον ξανάπιασα πρόσφατα, ύστερα από πολύ πολύ καιρό, και βρήκα αγνοημένους θησαυρούς. Όχι μόνο γιατί στο μεταξύ μπορεί και να ωρίμασα, αλλά κυρίως γιατί τα κείμενά του έχουν απίστευτο βάθος. Και αναρωτιέμαι: πώς μπορεί να πει κανείς τόσα πολλά, με τόσο απλά μέσα, σε τόσο λίγα βιβλία, σε τόσο λίγο χρόνο;
Μιλώ ασφαλώς για τον Μάριο Χάκκα με αφορμή την επανέκδοση των απάντων του (Μάριος Χάκκας, Άπαντα, εκδ. Κέδρος, 2008).

Δύο δείγματα γραφής μόνο:

Το πτώμα
Πρώτα άρχισε να ξοδεύει σε μικρές δόσεις το μέλλον. Ξεκινώντας με μηδέν παρελθόν, διαυγής και ανάλαφρος σαν την αυγή, σαν την πρώτη μέρα της δημιουργίας, βρέθηκε τελικά μπλεγμένος σ’ ένα παρόν όλο χρέη που χρειάσθηκε να το ξοφλήσει απ’ το μέλλον.
Διαπίστωνε ότι κι αυτό εξαντλούνταν. Δεν είχε αποθέματα μέσα του, διαρκή παρακαταθήκη ιδεών, καταθέσεις κι αντίκρισμα. Δεν υπήρχε πια μέλλον να προεξοφλήσει σ’ αυτή τη ζωή.
Του έμενε μόνο από το όριο του θανάτου και πέρα, να πουλήσει μιαν άλλη ζωή, που όμως δεν πίστευε και θα ’ταν σαν να πουλάει οικόπεδα ξένα.
Δεν είχε παρά να πουλήσει σε μια πρώτη ύλη το σώμα του (σάρκες, κόκαλα, λίπη), κάτι που θα κρατιόταν και λίγο μετά το κρίσιμο όριο, εκεί που τελείωνε το μέλλον και πέρα.

Οι εξαιρετικές μου στιγμές
Στην απουσία σου δεν συναντάω γοργόνες, μήτε δελφίνια και χελιδονόψαρα. Ένα γαλάζιο σάβανο μόνο και μέδουσες πολλές, σακατεμένα γλαρόνια κι άδειες κοχύλες, που όσο κι αν φωνάζω μέσα τους, καμιά βοή δε μ’ αποκρίνεται. Δε νιώθω καν δροσιά στα καψαλισμένα μου χέρια, ούτε την αλμύρα στο φαγωμένο μου πρόσωπο.
Μα όταν έρχεσαι, εγκαταλείποντας τους θλιβερούς τουρίστες της ζωής σου, αυτούς που μοναχά το δέρμα σου γνώρισαν, αυτούς που μοναχά το χέρι σου φιλήσαν κι αγόρασαν για σουβενίρ ένα κολιέ κοχύλια να θυμούνται κάτι από τη μεσημεριανή σου λάμψη, όταν ξανάρχεσαι, βουτώ μικρός ιππόκαμπος στα σπλάχνα σου, ατέλειωτα θαλασσινά λιβάδια και πάνω μας τα κύματα σαρώνουν την καθημερινότητά μου, κτίσματα στην άμμο.