Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Σκάσε και σκάβε


Δεν τραβάω ρε φίλε…

Νοιώθω να βουλιάζω διαρκώς…

Νοιώθω πως σταματάω να νοιώθω και με πιάνει εκείνη η γαμημένη θλίψη.

Μια αναισθητοποίηση που ξεκινά από τα ακροδάχτυλα και φτάνει στα κατάβαθα και διαλύει τα πάντα σαν βιτριόλι.

Τσίχλα κολλημένη στο μυαλό μια μοναδική φράση: «..και τώρα;;;…»

Ούτε κουράγιο για ντροπή δεν έμεινε.

Κουράστηκα…

Να ξαποστάσω θέλω ρε μαλάκα, να πάρω δυο ανάσες, να μάθω να νοιώθω πάλι…

Δεν με ορίζω αυτή την περίοδο.

Άλλος κινεί τα πόδια και τα χέρια μου, άλλος κοιτάζει την οθόνη, άλλος πατάει τα πλήκτρα, άλλος μιλάει μέσα στην τάξη, άλλος πάει για ψώνια, άλλος οδηγεί το αυτοκίνητο, άλλος κοιτάζει τους λογαριασμούς στο ψυγείο να λήγουν …

Μόνο προχθές μου βγήκε μια συνειδητή κραυγή χαράς και ένα ασυνείδητο τρελό γέλιο όταν άκουσα τους πυροβολισμούς και είδα στο χαζοκούτι το έκτακτο δελτίο για τον Παλαιοκώστα…

Ένοιωσα σαν να ανέβαινε η ψυχή μου μέσα σε εκείνο το ελικόπτερο ρε μαλάκα…
Σαν να έφευγε ένα κομμάτι μιας ανεξήγητης ντροπής από πάνω μου, σαν …δεν ξερω κι εγω τι…

Βλέπεις ρε μαλάκα πως γινεται;
Όταν ο άλλος θέλει να αποδράσει, τα παιζει όλα για όλα
Εμείς εγκλωβισμένοι στα σαλόνια μας, στα deliveries, στις δόσεις και στους λογαριασμούς.
Μας έκανες να χαρούμε ρε «ιπταμενε» αλλά μας έκανες ταυτόχρονα να αισθανθούμε και τόσο μα τόσο ΜΑΛΑΚΕΣ…
Ας είναι…
Θα πιω ένα τσιπουρο στην υγεια σου όταν πάω στα πάτρια εδάφη.

Τι κάνουμε τώρα λοιπόν εμείς φιλαράκι;
Ελικόπτερο για εμάς δεν υπάρχει και μόνη λύση που μας απέμεινε μου φαινεται, είναι το σκάψιμο.

Αν μη τι άλλο, το λαγουμι μπορεί και να μας χρησιμεύσει ποικιλοτρόπως:
χαράκωμα, γραμμή άμυνας, αμυντική θωράκιση, τάφος…

Σκάσε λοιπόν και σκάβε φιλαράκι κι αν ακούσεις πάλι ελικόπτερο, κάνε πως είσαι απασχολημένος…

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Ο σπαραγμός των άλλων


Ιμαρέτ, Στη σκιά του ρολογιού, Γιάννης Καλπούζος, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 554

Αντλώ τη σκηνή από το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Στου Κεμάλ το Σπίτι»: Κάθε χρόνο μια μαυροφορεμένη γυναίκα φτάνει στο κατώφλι ενός σπιτιού στη Θεσσαλονίκη την εποχή που «ωριμάζουν τα μούρα». Μοιάζει ταλαιπωρημένη, αλλά φέρει τα σημάδια μιας μεγάλης αρχοντικής ομορφιάς. Δεν κάνει τίποτα άλλο από το να κοιτάει. Στέκεται βουβή, συγκινημένη, ακίνητη και κοιτάει. Απέναντί της ορθώνεται ένα άδειο σπίτι, παλιό αρχοντικό, τουρκόσπιτο. Οι περίοικοι απορούν κι ένας απ’ τους παλιότερους θυμάται: «Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης, που είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα».
Ηθελημένα αγνοημένος απ’ την πλευρά μας, αλλά υπήρξε. Μιλώ για το σπαραγμό των άλλων. Αυτών για τους οποίους ο Τάσος Κωστόπουλος αναφέρει στο βιβλίο του «Πόλεμος και Εθνοκάθαρση» (εκδ. Βιβλιόραμα, 2007) ότι υπέστησαν στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων τη δική τους «μικρασιατική» καταστροφή, όταν στρατιές ξυπόλυτων και κουρελήδων Τούρκων ακολούθησαν την αντίθετη πορεία απ’ αυτή που θα ακολουθού­σαν οι δικοί μας δέκα χρόνια αργότερα: απ’ την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θράκη προς τη Μικρασία.
Η οδύνη του ξεριζωμού και ο σπαραγμός της προσφυγιάς αυτών των άλλων αποτελεί το κεντρικό θέμα στο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου «Ιμαρέτ, στη σκιά του ρολογιού» (εκδ. Μεταίχμιο, 2008, 554 σελ).
«Ν’ ανοίξω ξαφνικά τα μάτια και να βρεθώ στην Άρτα, στο σπίτι μου, στην αυλή μου» εύχεται στο τέλος της αφήγησής του ο ξεριζωμένος Νετζίπ, ο ένας απ’ τους δύο ήρωες. Ο άλλος είναι ο Λιόντος. Τούρκος ο πρώτος, Έλληνας ο δεύτερος.
Βρισκόμαστε στην Άρτα του 1854. Δυο άνθρωποι έρχονται στον κόσμο την ίδια μέρα στον ίδιο τόπο. Με τα λόγια του Σαμαράκη «΄Ητανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα». Η αφήγηση παρακολουθεί την πορεία της ενηλικίωσής τους στο χρονικό ορίζοντα τριών δεκαετιών και αναδεικνύει όσα τους ενώνουν σε μια εποχή που θέλει τους χωρίσει.
Ο Καλπούζος ανασυγκροτεί το κοινωνικό περιβάλλον με απόλυτη ζωντάνια και αληθοφάνεια. Σκιαγραφεί το πορτρέτο μιας πολυεθνικής κοινωνίας που σε συνθήκες ρευστότητας και σύγχυσης αναζητά την εθνική της διαμόρφωση, για να καταλήξει ύστερα από αντιφάσεις, περιπλοκές, μύθους και διαψεύσεις στον τελικό διαχωρισμό: από τη μια οι Έλληνες και από την άλλη οι Τούρκοι. Σε δεύτερο πλάνο οι Εβραίοι.
Όσο εύκολη κι αν μοιάζει η διαδικασία αυτής της διαφοροποίησης, τόσο περίπλοκη και αντιφατική αποδεικνύεται: οι Έλληνες είχαν φτάσει στα ανώτερα αξιώματα της οθωμα­νικής διοίκησης. η αναδυόμενη τουρκική συνείδηση ερχόταν σε αντίθεση με το οθωμα­νικό παρελθόν. ο ρόλος του ανώτερου θρησκευτικού ιερατείου δεν υπαγορευό­ταν πάντα από αυστηρά εθνικά κριτήρια. οι σχέσεις μεταξύ των εθνικών ομάδων σφυρηλατούνταν από κοινές συνήθειες και διαπνέονταν από πνεύμα ανεκτικότητας. η εκμετάλλευση των κατώτερων κοινωνικών τάξεων ασκούνταν από μια οικονομική ολιγαρχία, στην οποία συμμετείχαν και αρκετοί Έλληνες.
Αλλά η οθωμανική αυτοκρατορία καταρρέει και το νεοσύστατο ελληνικό κράτος διεκδικεί την επέκτασή του. Η πορεία προς το εθνικό ξεκαθάρισμα της περιοχής έχει από καιρό ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου: ανταγωνισμοί και προκαταλήψεις υποθάλπουν το μίσος, καλλιεργούν την ιδεολογία της εθνικής ανωτερότητας, συγκαλύπτουν τις πραγματικές αιτίες της οικονομικής εκμετάλλευσης και προετοιμάζουν το έδαφος για τις εθνοκαθάρσεις που θα ακολουθήσουν.
Στο κοινωνικό αυτό πλαίσιο χαλυβδώνεται η σχέση μεταξύ των δύο ηρώων. Η φιλία τους δοκιμάζεται συνεχώς, αλλά πάντα βγαίνει πιο ώριμη και δυνατή. Αντέχει γιατί επιμένουν να βλέπουν στο πρόσωπο του άλλου το πρόσωπο του ανθρώπου. Του ανθρώπου που πέρα από εθνικούς προσδιορισμούς και έξω από θρησκευτικές διακρίσεις πονάει και ονειρεύεται, αγαπάει και κλαίει με την ίδια πάντα γλώσσα. Μπορεί η κοινωνία τους να έπαψε να μιλάει και να ακούει τη γλώσσα αυτή, αλλά οι ίδιοι μόνο αυτή ξέρουν να χειρίζονται, έτσι που οι διαφορές αντί να τους χωρίζουν και να τους αλλοτριώνουν, να τους ενώνουν και να τους πλουτίζουν.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, φαντάζει απόλυτα εύστοχη η αφηγηματική επιλογή του συγγραφέα. Η ομοδιηγητική αφήγηση, εκφερόμενη διαδοχικά από τον Νετζίπ και από το Λιόντο, μας εισάγει στο σύμπαν της από δύο οπτικές γωνίες που, παρ’ ότι επενδύονται με διαφορετικές αξίες και παρ’ ότι φέρουν διαφορετική συνείδηση, δεν λειτουργούν σε καμία περίπτωση ανταγωνιστικά. Το αντίθετο μάλιστα συμβαίνει, αφού καθεμιά παίρνει το μίτο της ιστορίας από εκεί που τον άφησε η προηγούμενη, όχι διορθώνοντας αλλά συμπληρώνο­ντας τα κενά της.
Από αφηγηματική άποψη, η αλλαγή αυτή στην οπτική γωνία, πλαισιωμένη απ’ τις σωστές δόσεις μυστηρίου και χιούμορ και επιβοηθούμενη απ’ τη γοργή και κατάλληλα αυξομειούμενη κειμενική ροή, την καλοδουλεμένη κι όχι απλώς διεκπεραιωτική – για τα δεδομένα μιας τόσο εκτενούς αφήγησης – γλώσσα, διατηρεί αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον απ’ την πρώτη σελίδα ως και την τελευταία, χαρίζοντας πολλές στιγμές απόλαυσης. Απ’ την άλλη, ορισμένες σελίδες βαραίνουν απ’ τον όγκο ενός περιττού, κατά τη γνώμη μου, πραγματολογικού υλικού, κάποιοι χαρακτήρες, όπως του παππού Ισμαήλ, μοιάζουν μονοδιάστατοι, ρηχοί και προβλέψιμοι και η αίσια έκβαση των πραγμάτων φαντάζει στο τέλος της αφήγησης εκβιαστική.
Ωστόσο, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να μειώσει την αξία του βιβλίου. Ενός από κάθε άποψη αξιόλογου βιβλίου, που – όπως στην πρόσφατη περίπτωση του «Τι ζητούν οι βάρβαροι» (Ελληνικά Γράμματα, 2008) του Δημοσθένη Κούρτοβικ – αποτελεί, πέραν των άλλων, και έναν εμβριθή λογοτε­χνικό στοχασμό πάνω στην έννοια του έθνους και στην οδύνη της προσφυγιάς, που δε διστάζει να κινηθεί έξω απ’ όσα η επίσημη εθνική ιστορία μάς διδάσκει ως θέσφατα.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

ΠΑΙΞΤΕ ΜΠΑΛΑ ΜΩΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!!!!



Τι θα γίνει παιχταράδες μου;;
Θα παίξουμε μπάλα ή να το γυρίσουμε στο πλέξιμο και στην μεταφυσική;
Άϊντε γιατί έχω κατεβάσει κάτι ωραία αρχεία με Ελοχίμ, Νεφελίμ, Γιαβρίμ, κάτι άλλα με υπερβατικό διαλογισμό και μια μέθοδο για να φτάσει κανείς στην Νιρβάνα, γλύφοντας την πατούσα του (αυτό είχε και δώρο εργαλείο για απολέπιση της γλώσσας!)

ΧΑΝΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΡΕΕΕΕΕΕΕ!!!!!

Το έχετε πάρει χαμπάρι ή νομίζετε πως έχουμε χρόνο για να πάμε το ματς στα μπέναλτι;;

Ξυπνάτε μωρέέέέ!!!!

Μας έχει πάρει η μπίχλα από κάτω (μωρ’ κι από πάνω κι από πλάγια κι από ολούθε λέμε!!).
Μας τελειώνουν μαλάκες μου τα αποθέματα στο όνειρο και με τι θα δροσιστούμε στην κάψα του αγώνα, μας πιάνουν συνεχείς κράμπες από την αγυμνασιά στον καναπέ και την υπερπροσπαθεια για να πληκτρολογούμε κείμενα, έχουμε κάψει σχεδόν φλάτζα με το να διαβάζουμε του κόσμου τις παπαριές στα διάφορα for a από αναλυτές που διαθετουν την σπιρτάδα αμοιβάδας της Πλειστόκαινης περιόδου.

Δεν τραβάει η μηχανή μας πιά – όχι σε ανηφόρα, ούτε καν στο ίσιωμα-, χτυπήσανε πιράκια οι βαλβίδες, μπούκωσε η εξάτμιση και βγάζει μαυρίλα (που βρέθηκε τόση μαυρίλα ρε πστη μου;;;!!!), μύρισε ο καταλύτης «βόλεμα» και ποιος τον αλλάζει τωρα – δεν γαμιέται, αφού ψιλολειτουργεί ακόμη ο αισθητήρας «λ» (για να ανιχνεύει τα «λάθη» μας)- άστον όπως είναι, άρπαξαν τα μπουζί μας και οι «αναφλέξεις» μας γίνονται με απελπιστικά αργούς ρυθμούς κι όσο για τα τακάκια μας φθαρμενα εδώ και καιρό, οπότε τραβηγμένο το χειρόφρενο (μόνιμα θαρρείς), για να μην έχουμε τίποτα απρόοπτα.

Ξεφυγα πάλι.
Για ποδόσφαιρο ξεκίνησα σε μηχανοκίνηση έφτασα.
Δεν μαμιέται όμως…
Έτσι κι αλλιώς σκατά θα βγει το κείμενο, ας το διασκεδάσω…

Που λες, σχετικά με τον αγώνα, τι κι αν είμαστε πολλοί, τι κι αν έχουμε μακρύ πουλί, αφού η ουσία είναι πως δεν μας κάνει «κούκου»!
Αφήσαμε και μας παίζουν μονότερμα, να μας δίνουν τα πόδια μας σε μορφή κιμά κάθε φορά που πάμε για κατεβασιά, να μας παίρνουν όλα τα τάκλιν ακόμη και αυτά που κάνουν μεταξύ τους.
Κι έχουμε και εκείνους τους «δικούς» μας από την εξέδρα να πετάνε βεγγαλικά για να μας «στηρίξουν» και το μόνο που καταφέρνουν τελικά, είναι να γεμίζει το γήπεδο καπνό και πάλι γκολ να τρώμε…

«Διαιτητής», ποιος «διαιτητής» ρε; Πάτε καλά;
Ποια «έδρα μας» και κουραφέξαλα;
Λέμε τάχαμου πως παίζουμε ομαδικά, πως έχουμε αυξήσει την «κατοχή» της μπάλας, πως αυξήθηκαν οι «οπαδοί» που κατεβαίνουν στο γήπεδο, πως βγαίνουν καινούριοι από τις ακαδημίες και άλλα τέτοια ωραία και παρήγορα…

ΩΡΑΙΑ ΟΛΑ ΑΥΤΑ, ΑΛΛΑ ΓΚΟΛ ΔΕΝ ΒΑΖΟΥΜΕ ΜΑΛΑΚΑ ΜΟΥ!

Σε κάθε «ματς» καταλήγουμε να παίρνουμε τα τρια τους τελευταίως…

Παίζουμε εδώ και καιρό με το σύστημα «γιουρούσι» και το μόνο που μάθαμε τελευταία είναι να βγάζουμε και πολεμικές ιαχές τύπου
«THIS IS PARTA HAMOURH!!!!!»

Λες και εχει κατηφόρα το ξεφτιλισμένο για γήπεδο, ότι στραβοκλωτσιά βαρέσουν οι απέναντι, φτάνει στην «εστία» μας και πρέπει να κάνουμε βουτιά για να αποκρούσουμε…
Πώς να μην πονάει το σώμα μετά, πώς να μην σκέφτεσαι να αλλάξεις «παιγνίδι» και να το γυρίσεις στο birdwatching -παρατήρηση πουλιών για τους μη γνώστες.
(Το θέμα είναι που να βρεις τα πουλιά θα μου πεις, αφου εδώ ψάχνουμε ακόμη και το δικό μας για να κατουρήσουμε που έχει κρυφτεί από ντροπή για τον «φορέα» του )

Και μην αρχίσει κανείς να λέει για ηττοπάθειες, για «πρόσκαιρο φαινόμενο», γι α «συγκυριακή εκδήλωση», για «βίωση διαδικασίας μετάλλαξης – μεταστροφής», για «φυσικό επακόλουθο περιόδων κρίσης» και άλλα συναφή…

Η ουσία – όποια αιτια κι αν εχει στην τελική- παραμένει η ίδια:
Εισπράττω μια αίσθηση ιδιόμορφης «παραίτησης» από τον αέρα, σαν την βουβή ηχώ ενός λυσσασμένου «ΑΪ ΣΙΧΤΙΡ» που δεν έχει καν το κουράγιο να βγει από τον φάρυγγα, σχεδόν από το σύνολο των ανθρώπων που βλέπω και έρχομαι σε επαφή κάθε μερα.

Που θα πάει αυτή η δουλειά ρε σεις;
Τι σκατά κάνουμε;
Έτσι θα την βγάλουμε στο υπόλοιπο του αγώνα;;;

Από πού να πιαστούμε να πάρουμε λίγο πάνω μας;;;
Με κοιτάζουν τα μάτια των παιδιών μου και δεν ξέρω τι να τους πω πια…
Κοιτάζω τα μάτια των φίλων και τα χαμηλώνουν αφού δεν ξέρουν τι να μου πουν πια…

Δεν γαμιέται στην τελική;;….
Εγώ θα βάλω την καλή μου την φανέλα και θα πάω να παίξω μέχρι να σκάσει η γαμημένη η μπάλα.
Γιούργιαααααααααααααααα



(Όχι ρε, δεν είναι «πολιτικό» το κείμενο, πως σας ήρθε κάτι τέτοιο;;; χαλασμένοι, ε χαλασμένοι…Άμπαλοι!... )

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Είναι η Πετρούλα και μόλις άρχισε


Ένα μετεωρολογικό δελτίο θέαμα και θέμα πανελλήνιας κλίμακας; Το είδαμε κι αυτό. Αλλά πώς και γιατί μας συνέβη;
Προφανώς λόγω της Πετρούλας. Νέα-ωραία-προκλητική. Αλλά νέες-ωραίες-προκλητικές υπάρχουν πολλές στο τηλεοπτικό τοπίο χωρίς να καταφέρνουν να εξελιχτούν από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής τους σε αναγνωρίσιμα και πολυσυζητημένα τηλεοπτικά πρόσωπα.
Το ερώτημα παραμένει.
Προφανώς, λόγω του δελτίου. Ενός αντισυμβατικού δελτίου που αίρει την πληροφο­ριακή λειτουργία της μετεωρολογικής ενημέρωσης, για να μετατρέψει την είδηση σε εικόνα και την εικόνα σε ηδονοβλεπτική ικανοποίηση. Σε αντίθεση όμως με άλλες τέτοιες πηγές, η ικανοποίηση εδώ αντλείται όχι ως ενοχική μεταμεσονύκτια πράξη αλλά ως κοινωνικά αποδεκτό θέαμα, και μάλιστα σε ζώνη υψηλής τηλεθέασης. Έτσι, η στερεότυπη ανδροκρατική εικόνα του πάντα διαθέσιμου και πονηρού θηλυκού, συντεθειμένη από συνωμοτικά χαμόγελα, τυχαία σκυψίματα, υπαινικτικό ύφος, προσποιητή αθωότητα και ημίγυμνη εμφάνιση αξιοποιεί ουσιαστικά τις τεχνικές του πορνό, χωρίς τυπικά να είναι πορνό: αφενός κεντρίζει τη λειτουργία της φαντασίας, χωρίς να απευθύνεται μόνο στην όραση και αφετέρου χαρίζει ερωτική απόλαυση, χωρίς να καλλιεργεί ενοχές.
Την ίδια στιγμή, οι υψηλές και χαμηλές θερμοκρασίες, οι παγετοί και οι καύσωνες, οι αστραπές και οι πλημμύρες της μετεωρολογικής ορολογίας προσφέρονται για λογής λογής σεξιστικά σχόλια και σεξουαλικούς υπαινιγμούς, που εντυπώνονται στη μνήμη του κοινού με τη χρήση συνθηματικού λόγου και φαιδρύνουν την ατμόσφαιρα με ναζιάρικη διάθεση. Μια διάθεση που αφενός ξορκίζει την ανησυχία μπροστά στις επερχόμενες κλιματικές αλλαγές και αφετέρου εμπαίζει με την άγνοια και την αφέλειά της την αυστηρή επιστημοσύνη των επίσημων μετεωρολογικών δελτίων.
Όλα αυτά φανερώνουν ότι δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με την Πετρούλα, αλλά με ένα καλά μελετημένο τηλεοπτικό προϊόν, που όπως και πολλά άλλα συναφή θεάματα έχει αναπτύξει μια πρόσθετη και ιδιαίτερα αποτελεσματική ιδιότητα: μπορεί να τρέφεται, να συντηρείται και να δυναμώνει ακόμη και από τις σε βάρος του αρνητικές κριτικές, όπως αυτή εδώ.
Τελικά, η απόλυτη αδιαφορία μπορεί και να είναι η πλέον ενδεδειγμένη στάση από μέρους μας.

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Μελανοκαφές


Λοιπόν φιλαράκι, βάλε μελάνι να βράζει, από εκείνο το πηχτό, το τραχύ στην γεύση, για να κεραστούμε απόψε

Σε εκείνα τα χειροποίητα τα μικρά τα φλυτζανάκια από σκέψεις πορσελάνινες , καθάριες, σε δοσολογία που να αντέχεται, ξέρεις εσύ,
με το καϊμάκι των ενοχών να φουσκαλιάζει και να χύνεται έξω, από την αριστερή μεριά.

Ρίξε και μια κουταλιά από μνήμες και συναίσθημα, που ‘χουμε περίσσευμα πλέριο από τις εποχές που τα πόδια μας γράφανε τα ψιλά γράμματα της Ιστορίας στους δρόμους, ο καθένας με τον δικό του γραφικό χαρακτήρα

Βάλε και κάμποση δακρυϊκή αρμύρα και οπωσδήποτε και εκείνο το στυφό της απόρριψης και της ήττας.

Στην πρώτη βράση επάνω,
χαμήλωσε το φόκο της ντροπής και πρόσθεσε κόμπους ιδρώτα από αγωνίες και εφιάλτες,
πάρε το στυλό που γράφει με εκείνο το λαμπυρίζον μαύρο, κι ανακάτεψε,
γερά,
πάνω και κάτω, μέσα και έξω, αριστερά και δεξιά και γύρω – γύρω
και μην ξεχάσεις ΝΑ ΧΤΥΠΑΣ ΚΑΤΩ ΣΤΟΝ ΠΑΤΟ ΜΕ ΔΥΝΑΜΗ,
να ξεκολλάν τα κατακάθια
και να τα γεύεται πρώτα το ακρόχειλο.

Όταν φουσκώσει το ψυχο-καϊμάκι το λοιπόν,
την ώρα ακριβώς που φουσκώνουν και οι ελεγκτές των δακρύων,
κέρνα ισόποσα,
με μεράκι και σπουδή,
να φτάσουν δυο τζούρες σε όλους τριγύρω,
αφού ήδη θα ΄χεις πάρει το πρωτάρωμα καβάλα,
μέχρι να νοιώσεις τα μηνίγγια να ζωντανεύουν
και στην Υγειά των ποθαμένων μας θα πίνεις γελώντας και σκάβοντας

Τι τα θες, τι τα γυρεύεις;
Τα γνωστά…

Όταν η μοναξιά γίνεται νοτισμένο γαζί στα μαύρα μας τα ρούχα
και σέρνοντας κρύβονται οι αιτίες για να προβάλλουν οι αφορμές,
φωνακλάδικες, ζητώντας τα ρέστα και ξεσχίζοντας μαυρομέταξα κουκούλια που με τόσο κόπο για χρόνια υφαίνουν οι μεταξάνθρωποι για σάβανο,
τότε είναι που ξέρω πως είναι ώρα για εκείνον τον μελανοκαφέ,
στις 2 η ώρα τα χαράματα,
τότε συνήθως που ξημερώνει το χθες μας

Εβίβα και μαύρο πάτο

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

Ας ήταν όνειρο

Πρόκειται για διήγημα. Είναι το διήγημα μιας μαθήτριάς μου (Κ.Α.). Το θέτω υπόψη σας. Φρονώ πως είναι ό,τι πιο αληθινό, ό,τι πιο αυθεντικό, ό,τι πιο δυνατό διάβασα τον τελευταίο καιρό. Σημειωτέον πως δεν υπήρξε η παραμικρή δική μου παρέμβαση. Το αν τα εξιστορούμενα είναι προϊόν μόνο μυθοπλασίας ή έχουν και πραγματική βάση, μπορεί ο καθένας να το καταλάβει. Την κρίση σας σάς παρακαλώ...










Ας ήταν όνειρο

Είναι ένα όνειρο, ένα φρικτό όνειρο που όπου να’ ναι θα μ’ αφήσει απ’ τα δίχτυα του και θα με αποθέσει στη πραγματική ζωή. Ένα όνειρο από αυτά που δε θέλεις, μα τα βλέπεις κάθε βράδυ. Ένα όνειρο σκοτεινό, σαν τα μυστήρια που μόνο η νύχτα μπορεί να κρύβει. Ένα όνειρο ψεύτικο, μα συνάμα και τόσο αληθινό.
Κάποιοι φοβούνται αυτά τα όνειρα, τα αποκαλούν εφιάλτες και σηκώνονται άρον-άρον μες τη νύχτα πιστεύοντας πως μπορούν να τους ξεφύγουν. Μάταια. Από τα όνειρα, κανείς δε ξεφεύγει. Είναι κάτι σαν τις χίμαιρες. Τις κυνηγάς, τις κυνηγάς, μα ποτέ δε θα τις φτάσεις. Έτσι και τα όνειρα. Σε κυνηγούν, σε κυνηγούν και κει που πάνε να σε φτάσουν, πετάγεσαι από το μαξιλάρι και τους ξεφεύγεις… ή τουλάχιστον νομίζεις πως τους έχεις ξεφύγει. Είναι μπερδεμένη ιστορία, ανεξήγητη, σαν τα όνειρα.
Θέλοντας να γευτώ αυτή την εμπειρία, ετοιμάστηκα και ξάπλωσα από νωρίς. Είχα σχεδιάσει το δικό μου όνειρο. Πήρα μαζί μου τα αγαπημένα μου πρόσωπα και όλη τη μέρα το σκηνοθετούσα. Δεν υπολόγισα όμως κάτι…
Όταν τα αστέρια κέρδισαν το φως της ημέρας, έπειτα από μεγάλη πάλη. Όταν πια τα πουλιά έπαψαν να τραγουδούν και ο κόσμος έπαψε να τριγυρνά στα σοκάκια της πόλης, έπεσα στο βαθύ, ελεήμονα ύπνο . Έθεσα τον εαυτό μου στις υπηρεσίες του άρχοντα του σκότους και έκλεισα τα παράθυρα του προσώπου μου.
Ξαφνικά χάθηκα. Σκοτάδι. Ησυχία. Γαλήνη. Είχα το παράθυρο ανοιχτό και ο δροσερός αγέρας της άνοιξης χτυπούσε ρυθμικά τις κουρτίνες του δωματίου. Ένιωθα ένα άγγιγμα στη σάρκα μου, τόσο τρυφερό και τόσο ευχάριστο. Ήταν ο αγέρας. Ένα χάδι απαλό, στοργικό, σαν το χάδι του πατέρα στο παιδί του για καληνύχτα, για επιβράβευση, χωρίς λόγο…
Και ήρθε η στιγμή που στεκόμουν έξω από τις πύλες του ονείρου. Ίσως να διστάζω να τις διαβώ. Ίσως να φοβάμαι να βρεθώ στη κατάσταση του ονείρου, σε μιαν άλλη ζωή στην οποία όμως και πάλι εγώ κατέχω το ρόλο του κεντρικού ήρωα. Σ’ αυτή την άλλη ζωή όμως, δεν είμαι εγώ ο σκηνοθέτης, ούτε και διαλέγω τους υπόλοιπους ηθοποιούς της παράστασης. Το χειρότερο; Δεν γνωρίζω καν τη πλοκή. Θεατές δεν υπάρχουν ή υπάρχουν και δεν τους βλέπω. Ούτε και κοστούμια υπάρχουν. Είναι μια παράσταση διαφορετική από τις άλλες και ξεχωριστή για τον καθένα. Έτσι και για μένα. Έκλεισα λοιπόν τα μάτια, επιβιβάστηκα στο καράβι του ονείρου, οι κουρτίνες άνοιξαν και η παράσταση ξεκίνησε…


-------------------------------------------------------------------------------------------------



Ήταν λέει Παρασκευή και όπως κάθε μέρα, στο σπίτι μου επικρατούσε το απόλυτο χάος. Χάος με την καλή έννοια. Χάος από φωνές χαρούμενες. Χάος από διάφορα αισθήματα αγάπης που αιωρούνται πάνω απ’ τα κεφάλια μας συγκεχυμένα. Χάος από υπερβολική χαρά.
-Καλημέρα μπαμπάκα. Έλα σήκω, είναι εννιά το πρωί, του έλεγα τα Σάββατα.
-Ναι, ναι. Δεν μπορώ να σηκωθώ έτσι, έλεγε πάντα κάνοντας τον κουρασμένο για να κλέψει λίγες ακόμα ώρες ξεκούρασης.
-Σήκω, σήκω μπαμπάκα. Στη κουζίνα σε περιμένει το πρωινό σου και η οικογένεια. Μην αργήσεις.
-Ναι, ναι έλεγε και μόλις καταλάβαινε πως έφευγα από το δωμάτιο, γρήγορα παραμέριζε τα σκεπάσματα, ετοιμαζόταν και ερχόταν στη κουζίνα να μας δει όλους πριν φύγει ο καθένας για τις υποχρεώσεις του.
Εκείνη την ημέρα οι γονείς μου είχαν προγραμματίσει να περάσουν τη βραδιά τους σε κάποιο κέντρο διασκέδασης, καθώς ήταν προσκεκλημένοι σε γενέθλια ενός οικογενειακού φίλου. Έτσι, η μητέρα μου ήταν στο σπίτι.
-Καλημέρα σε όλους, έλεγε ο μπαμπάς καθώς όλο χαμόγελο έμπαινε στη κουζίνα. Έπειτα περνούσε από τον καθένα ξεχωριστά για να εισπράξει τα φιλιά του.
-Καλημέρα, λέγαμε αμέσως τα υπόλοιπα πέντε μέλη της οικογένειας.
-Πιες το καφέ σου ως που είναι ζεστός, έλεγε η μητέρα στον πατέρα μου καθώς του έφτιαχνε το γιακά από το πουκάμισο που πάντα έφτιαχνε πρόχειρα μόνος του.
-Άσε τώρα τον καφέ, αφού σας πρόλαβα πριν φύγετε… έλεγε ο πατέρας μου και μας κοίταζε με τέτοιο καμάρι, λες κι είχαμε κάνει το πιο σπουδαίο επίτευγμα. Η αλήθεια βέβαια είναι πως είχαμε κάνει, το πιο σπουδαίο ίσως επίτευγμα για τον πατέρα μου. Ήμασταν αγαπημένοι και σωστά παιδιά στη κοινωνία, όπως αυτός μας έμαθε.
Φύγαμε λοιπόν όλοι και στο σπίτι έμεινε μονάχα η μητέρα μου. Είχε να τακτοποιήσει το νοικοκυριό της και έπειτα τις ετοιμασίες για το βράδυ. Ήταν τόσο ευτυχισμένοι και οι δυο τους, που ακόμη κι αν τόσο πολύ το ήθελα δεν μπορούσα να τους πω να το αναβάλλουν. Πίστευα πως θα διέπραττα αμαρτία εάν τους έλεγα, έστω και για πλάκα, να μείνουν σπίτι απόψε. Δεν μπορούσα να τους σβήσω το χαμόγελο από τα χείλη, όπως το νερό της θάλασσας σβήνει όσα έχουμε χαράξει στην άμμο. Δεν μπορούσα να τους πάρω έτσι εύκολα τη χαρά, όπως ο χάρος παίρνει τη χαρά μας στερώντας μας τα αγαπημένα μας πρόσωπα.
Και έφτασε η στιγμή που οι γονείς μου περίμεναν. Ο ήλιος τραβούσε να δύσει και ο ουρανός άρχισε να παίρνει ροδί χρώμα και να αγκαλιάζει τη πλάση. Βράδιασε και σε λίγο θα έφευγαν. Η παράστασή μου είχε φτάσει ακριβώς στα μισά της. Κανονικά, θα έπρεπε να γίνει διακοπή για διάλειμμα. Να σβήσουν όλα. Να σταματήσουν εκεί. Να ξυπνήσω. Μα η λέξη χρόνος για τα όνειρα, είναι άγνωστη. Δυστυχώς.
-Μπαμπάκα να περάσετε καλά και να μας παίρνετε συνέχεια τηλέφωνο, ήταν η παράκλησή μου στον πατέρα μου. Μπαμπά…
-Τι είναι μπαμπάκα μου; Δεν θέλεις να πάμε έτσι δεν είναι;
Είχα το κεφάλι κατεβασμένο χάμω. Μόλις το σήκωσα, συνάντησα δυο μάτια γεμάτα στοργή να με σημαδεύουν. Ήταν ο πατέρας μου, περίμενε μιαν απάντηση. Σκέφτηκα να του πω: « μη φύγεις, μείνε εδώ», αμέσως όμως διέγραψα αυτή τη σκέψη από το μυαλό μου. Αμέσως, όπως τα σχέδια που φτιάχνουν τα παιδιά στα τζάμια, ακουμπώντας τα χείλη τους πάνω και ανασαίνοντας βαθιά.

-Να πάτε, απάντησα αμέσως, και να περάσετε καλά.
-Σίγουρα; Ρώτησε ο μπαμπάς μου με ύφος, σαν αυτό του γονιού που έχει καταλάβει τη ζημιά που ήδη έχει κάμει το παιδί του, μα περιμένει να την αποκαλύψει μόνο του. Τώρα η ματιά του ήταν πιο εξεταστική. Ξεκλείδωνε μεμιάς όλες τις σκέψεις στο μυαλό μου. Τις συγκράτησα. Του έδωσα ένα φιλί. Μου το ανταπέδωσε και έσκυψε στο μέρος μου θέλοντας να μου πει ένα μυστικό.
-Είμαι πολύ τυχερός απ’ όσο δικαιούται και αξίζει κανείς να είναι στη ζωή του. Είμαι πολύ τυχερός, διότι απέκτησα τέσσερα τέκνα που μέρα με τη μέρα με κάνουν όλο και πιο υπερήφανο. Θέλω να το ξέρεις και να το πεις σε παρακαλώ και στα αδέρφια σου. Εισέπραξα ακόμη ένα φιλί κι έπειτα έφυγαν. Του φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα πως τον αγαπάω πολύ, πολύ, πολύ. Με τη δύναμη της σκέψης μου…
Αυτή μπορώ να πω πως ήταν και η αγαπημένη μου σκηνή. Όμως η παράσταση δεν τελείωσε ακόμα, απλά ξημέρωσε μέσα στη νύχτα.
Ο ήλιος είχε βγει από νωρίς, χωρίς η μέρα να έχει καλά καλά εγκατασταθεί. Η γη χασμουριόταν καθώς γλυκά γλυκά της τραγουδούσε η ζωντανή χορωδία της φύσης. Ένιωσα ένα δρόσισμα να διασχίζει τα πόδια μου. Έπειτα να χαϊδεύει τη μέση μου και σιγά σιγά να ανεβαίνει, ώσπου έφτασε στα ρουθούνια μου και μου έκοψε την αναπνοή.
Παραμέρισα τα στρωσίδια και έτρεξα στη κάμαρα των γονιών μου να μου πουν πως πέρασαν. Ποιους είδαν; Τι έκαναν; Είναι καλά; Διέσχισα έναν μικρό διάδρομο που χώριζε το δωμάτιο μου με των γονιών μου και σε διάστημα λίγων δευτερολέπτων βρισκόμουν έξω από τη πόρτα τους. Είχα τόση αγωνία, λες κι έπαιρνα εκείνη την ώρα τη σημαντικότερη απόφαση της ζωής μου.
Τότε ήταν που ήθελα όσο τίποτα στον κόσμο να ξυπνήσω. Να μη ζήσω κάτι που δεν ήθελα. Μα η δύναμη του ονείρου ήταν τόσο μεγάλη, που με καθιστούσε αδύναμη να την αντιμετωπίσω. Με νίκησε σε αγώνα άνισο.
Άνοιξα την πόρτα, σαν να άνοιγα μια ταφόπλακα. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά τώρα πιο δυνατά. Ήταν τρομαγμένο πουλί που του είχαν κόψει τα φτερά, ο εχθρός πλησίαζε και δεν ήξερε που να κρυφτεί. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα να με διακατέχει ο φόβος. Δεν ήταν εκεί. Είδα ένα άδειο κρεβάτι. Αμέσως έτρεξα στο δωμάτιο του αδερφού μου. Ούτε κι αυτός ήταν εκεί. Κάτι συνέβη. Πήρα το τηλέφωνο στα χέρια και κάλεσα τον πατέρα μου. Μια άγνωστη φωνή μου απάντησε.
-Παρακαλώ;
-Ποιος είναι, ρώτησα τώρα ταραγμένη. Ποιος να ήταν αυτός; Αφού εγώ κάλεσα τον πατέρα μου.
-Είμαι ένας φίλος του πατέρα σου, μην ανησυχείς είναι καλά.
-Πού είναι; Ποιός φίλος και κουραφέξαλα; Δώστε μου σας παρακαλώ τον πατέρα μου. Η φωνή μου πήρε τώρα μια χρειά τόσο δυναμική που απόρησα με τον εαυτό μου, μα δεν είχα καιρό για τέτοια.
-Είχαν ένα τροχαίο, μα μην ανησυχείς αγάπη μου και το βράδυ θα είναι στο σπίτι οι γονείς σου.
«Είχαν ένα τροχαίο». Αυτέ οι τρείς λέξεις κύκλωναν τώρα το μυαλό μου. Ήμουν σα ζωντανό πτώμα. Φοβόμουν για το τώρα. Φοβόμουν για το μετά. Ένιωθα σαν να ανέβηκα στον Παράδεισο και γρήγορα κάποιο χέρι με πέταξε στην Κόλαση. Αυτήν που τότε βίωνα τόσο έντονα.

Κάθισα κάμποσα λεπτά με το τηλέφωνο στο χέρι, μήπως και με καλέσει ο πατέρας μου. Δεν ήθελα να τον κάνω να περιμένει. Ούτε δυο ώρες πέρασαν και έξω από το σπίτι μας συνωστισμός. Φωνές οργής. Πόνου. Απογοήτευσης. Δεν πρόλαβα να καταλάβω προς τι όλο αυτό και χτύπησε η πόρτα. Ήταν μια οικογενειακή φίλη.
-Ο μπαμπάς σου…
-Πού είναι; Είναι κάτω; Τρέχω!
-Όχι δεν θα έρθει, ξέρεις…
- Όχι, πες μου που είναι ο μπαμπάς μου.
-Σκοτώθηκε σε τροχαίο. Δυστυχώς. Χτύπησε στην αορτή και…λυπάμαι.
Η είδηση αυτή έφτασε και πλάκωσε τη καρδιά μου σαν ταφόπλακα. Ταφόπλακα που ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να είχε πλακώσει χίλιες φορές εμένα και όχι τον πατέρα μου. Αυτές ήταν οι πρώτες μου σκέψεις. Δεν μπορούσα να βγάλω άχνα. Είχε σταματήσει η φωνή μου, όπως είχε σταματήσει να χτυπά και η καρδιά του πατέρα μου πριν λίγες ώρες. Το μόνο που σκεφτόμουν τότε, ήταν το απόλυτο τίποτα.
Ο ήλιος του έδυσε και ποτέ πια δε θα ανατείλει. Ο ίσκιος του έσβησε και δεν θα τον βλέπω πια να τριγυρνά στους τέσσερις τοίχους του δωματίου μου τα βράδια. Αυτά σκεφτόμουν τώρα, όπως και πριν μα φοβόμουν να το καταλάβω. Ο πανικός ήταν αυτός που με σκότωσε πριν τον πατέρα μου.
Η είδηση για το χαμό του, φτερούγιζε τώρα από σπίτι σε σπίτι. Μια μαύρη λαοθάλασσα πλημμύρισε το σπίτι μας. Περίμεναν να πουν το στερνό αντίο στον πατέρα μου. Πρόσωπα απορημένα. Πρόσωπα λυπημένα. Περίμεναν…
Σε λίγη ώρα, ένα επίμηκες, μαύρο αυτοκίνητο, έκανε στάση μπροστά από το σπίτι μας. «Έφεραν τη σωρό του πατέρα μου». Δεν πίστευα ποτέ πως θα σκεφτόμουν κάτι τέτοιο στη ζωή μου και να που τώρα αυθόρμητα το σιγομουρμούριζα. Τον έφεραν πάνω. Στο σπίτι του. Στο σαλόνι του. Στο σαλόνι που πριν από ένα εικοσιτετράωρο καθόμασταν μαζί.
Τον είδα, μα όχι εκείνος. Ήταν μια αντάμωση στυφή, δίχως δρόσισμα συγκίνησης, αγάπης, στοργής. Δίχως μια κουβέντα. Ο νους μου αρνιόταν να καταλάβει αυτό που έβλεπαν τότε τα μάτια μου. Πού πήγε το χαμόγελο του; Εκείνο το χαμόγελο που έσκαζε σαν φούσκα και μου αγαλλίαζε τη ψυχή. Πού πήγε η αγκαλιά του που άνοιγε και περίμενε να χωθώ μέσα της; Πού πήγε η ευτυχία μου;
Καθόμουν από πάνω του δίχως να σκέφτομαι τίποτα. Ό, τι και να γινόταν τότε δε θα με συγκινούσε. Τίποτε δε θα μπορούσε να δονήσει τις χορδές της καρδιάς μου. Δεν θα μπορούσα να αισθανθώ περισσότερη πίκρα, αποκαρδίωση, πόσο μάλλον χαρά.

-------------------------------------------------------------------------------------------------


Ξαφνικά πετάχτηκα από το κρεβάτι. Επιτέλους ξύπνησα. Η παράσταση διεκόπη χωρίς το φινάλε μου.
-Τι εφιάλτης ήταν αυτός Θεέ μου;
Καθόμουν κάμποση ώρα στο κρεβάτι και σκεφτόμουν τον εφιάλτη που έζησα προ ολίγου. Θεέ μου, ήταν τόσο ζωντανός. Τόσο ανατριχιαστικός εφιάλτης.
Τώρα ένα ρίγος διαπερνά το κορμί μου στη θύμησή του. Τυλιγμένη στα σκεπάσματα σκέφτομαι. Σκέφτομαι όσα δεν μπορούσα να σκεφτώ τότε, καθώς τα έβλεπα και τα ζούσα συνάμα. Σκέφτομαι πως είναι δυνατόν να συμβούν αυτά. Σκέφτομαι την είδηση που ήρθε και στάθηκε σαν κόμπος στο λαιμό μου. Σκέφτομαι εκείνη τη μαύρη λαοθάλασσα που πλημμύρισε το σπίτι μας. Σκέφτομαι τον πατέρα μου, θλιμμένο να ξαπλώνει σε κείνο το απαίσιο κρεβάτι που είθισται να ξαπλώνουν μονάχα άνθρωποι προχωρημένης ηλικίας. Σκέφτομαι αδιάκοπα. Απλά σκέφτομαι.
Σταμάτησα απότομα αυτές τις σκέψεις. Τώρα ένα αίσθημα φόβου, ένα αίσθημα αγωνίας έρχεται και καρφώνεται στην καρδιά μου. Έρχεται και καρφώνεται βαθιά μέσα σ’ αυτή. « Γιατί να είδα στον ύπνο μου όλα αυτά; Ποιος πλάθει άραγε τα όνειρα; Εγώ; Εγώ δε θέλω να χάσω τον πατέρα μου. Ποιος όμως; Μήπως κάποιος κακός δαίμονας που θέλει να με προειδοποιήσει για κάτι; Για ποιο πράγμα όμως;».Τόσα ερωτήματα και καμιά απάντηση. Έτρεχαν στο μυαλό μου απ’ τα δεξιά στ’ αριστερά και τανάπαλιν. Εγώ με καρδιά στραγγισμένη από τον πόνο προσπαθώ να δώσω κάποιες απαντήσεις. Μάταια. Τι όνειρο κι αυτό; Πόσο με επηρέασε;
Σηκώθηκα από το κρεβάτι. Ήθελα να βγω λίγο έξω να περπατήσω. Πίστευα πως ο καθαρός αέρας θα με προικίσει με το οξυγόνο του και θα σκεφτώ πιο καθαρά.
Περπατούσα κάμποση ώρα για να φτάσω στον προορισμό μου. Με μια δέσμη γαρύφαλλα κάθισα στο τσιμεντένιο δάπεδο και κοιτούσα τον πατέρα μου. Με κοιτούσε κι εκείνος επίμονα. Από το βλέμμα του καταλάβαινα πως ράγιζε η καρδιά του να με βλέπει έτσι, με μάτια βουρκωμένα. Αποφάσισα να σπάσω εγώ τη σιωπή.
-Είχα πάλι αυτόν τον τρομερό εφιάλτη. Θυμάσαι; Σου είχα μιλήσει και τις προάλλες. Πάλι σηκώθηκα και προσπαθούσα να δώσω απαντήσεις. Ξέρω πως ποτέ δεν θα μπορέσω κι εσύ δε λες τίποτα.
Δεν άντεξα άλλο. Ακούμπησα τα γαρύφαλλα που είχα μαζί μου πάνω στα χαλίκια που διψούσαν και που τα πότιζα με τα δάκρυά μου.
-Φεύγω, είπα στον πατέρα μου, μα θα ξανάρθω αύριο. Δεν πήρα απόκριση.
Πήρα το δρόμο του γυρισμού με βήματα βαριά. Είχα διανύσει σχεδόν τη μισή διαδρομή. Γύρισα το κεφάλι πίσω και κοίταξα στο μέρος του πατέρα μου. Καθόταν εκεί και με κοίταζε που απομακρυνόμουν. Είδα και τα γαρύφαλλα που του είχα προσφέρει. Ήταν εκεί. Πάνω στα χαλίκια. Πλάι στο Σταυρό. Μπροστά από τη φωτογραφία του πατέρα μου.
-Ας ήταν όνειρο…