Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

Παέι ο παλιός ο χρόνος...



Πάει ο παλιός ο χρόνος,











ας γιορτάσουμε παιδιά






και του χωρισμού ο πόνος





ας κοιμάται στην καρδιά.











Καλή χρονιά, χρονιά πολλά




χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά.








Γέρε χρόνε φύγε τώρα








πάει η δική σου η σειρά.














Ήρθε ο νέος με τα δώρα,





με τραγούδια με χαρά













Καλή χρονιά, χρονιά πολλά





χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά.






Μα κι αν φεύγεις μακριά μας







στην καρδιά μας πάντα ζει










κάθε λύπη και χαρά μας






που περάσαμε μαζί.











Καλή χρονιά, καλή χρονιά,



χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά.





Καλή χρονιά, χρονιά πολλά


χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά.






Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008

Η "πολιτιστική επανάσταση" των απολίτιστων

Επιγράφεται «Επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης» κι είναι υπογεγραμμένο από τον Απόστολο Δοξιάδη, τον Τάκη Θεοδωρόπουλο και τον Πέτρο Μάρκαρη. Δημοσιεύτηκε σε αρκετές εφημερίδες στις 24.12.08. Από τότε δεν έπαψε να σχολιάζεται. Δικαίως.
«Τα γεγονότα των δύο τελευταίων εβδομάδων» ξεκινάει «μας έχουν προβληματίσει βαθιά». Κάτι το θέμα, κάτι οι διακεκριμένοι συγγραφείς, δε θέλει πολύ για να απογειωθούν οι αναγνωστικές σου προσδοκίες.
Περιμένεις, λοιπόν. Περιμένεις να διαβάσεις το βαθύ προβληματισμό τους. Μάταια. Μία παράγραφος όλη κι όλη για τα γεγονότα των δύο τελευταίων εβδομάδων κι άλλες τέσσερις για ένα και μόνο εξ αυτών: την εισβολή των διαμαρτυρόμενων νέων στις 19 Δεκεμβρίου στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και τη διακοπή της παράστασης.
Απ’ τη δεύτερη κιόλας περίοδο κάτι δε σου πάει καλά. Διαβάζεις και ξαναδιαβάσεις το κείμενο, μπας και δεν κατάλαβες: «Κρατικοί λειτουργοί και αντιπολιτευόμενοι πολιτικοί μοιάζουν ανίκανοι να αντιδράσουν στην έμπρακτη αμφισβήτηση βασικών θεσμών και κανόνων της δημοκρατίας από ομάδες ανθρώπων οι οποίοι με αφετηρία ένα τραγικό γεγονός, επιτίθενται με τυφλή βία στα δικαιώματα των πολιτών και στις αρχές της κοινής μας ζωής», «Την κοινοτυπία των κούφιων συνθημάτων και της ξύλινης γλώσσας των εκ του ασφαλούς αντι-εξουσιαστών ανταγωνίζεται σε υπερβολή μονάχα η προτροπή κάποιων ενοχικών μεσηλίκων να “αφουγκραστούμε τα μηνύματα” της ανομίας», «Με μια έννοια, τα γεγονότα αυτά υστερούν σε σημασία των όσων προηγήθηκαν, δεν είναι παρά η φαρσική εκδοχή των κατά πολύ τραγικότερων καταστροφών σε σπίτια, σχολειά, πανεπιστήμια, γραφεία και μαγαζιά Ελλήνων πολιτών», «Από μια άλλη όμως άποψη είναι αποκαλυπτικά, καθώς αναδεικνύουν μια βασική διάσταση του τι συμβαίνει αυτό τον καιρό στην πατρίδα μας, αμφισβητώντας ανενδοίαστα την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας, με την επίθεση στην καρδιά της, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη», «Αν εμείς οι άνθρωποί της ανεχόμαστε αγόγγυστα την κάθε ομάδα “επαναστατημένων νεαρών” να μαγαρίζει ανενόχλητη την Ακρόπολη ή να διακόπτει μια θεατρική παράσταση βρίζοντας το κοινό […] τι μας λέει ότι δεν θα δούμε μεθαύριο και τους ίδιους ή άλλους να καίνε βιβλία ή να επιχειρούν να ορίσουν το τι θα λέμε και τι θα σκεφτόμαστε;», «Πού μπαίνει το όριο σε αυτή την κωμικοτραγική “πολιτιστική επανάσταση” των απολίτιστων», «Ίσως κάποιοι άλλοι πάλι να συμφωνούν με τους βιαίως διακόψαντες. Δικαίωμά τους – στην ιδιωτική τους ζωή», «καλλιτεχνικοί διευθυντές εθνικών σκηνών ή άλλοι, λιγότερο ή περισσότερο πλουσιοπάροχα επιχορηγούμενοι από τους φόρους μας, χορογράφοι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί, ας θυμηθούν ότι είναι υπόλογοι και στους νόμους της τέχνης αλλά και του κοινωνικού μας συμβολαίου» κτλ. κτλ.
Απορείς με το ύφος. Λόγος αυστηρός και καταγγελτικός. Αλλού οργισμένος, αλλού χλευαστικός. Παντού όμως απόλυτος. Απόλυτος στις θέσφατες παραδοχές του, απόλυτος στους αφειδώλευτους χαρακτηρισμούς του, απόλυτος στις ταξινομητικές διακρί­σεις του. Άρα, αφ’ εαυτού καταργημένος ως βάση συζήτησης κι ως αφορμή γόνιμης αντιπαράθεσης. Ποιας συζήτησης και ποιας αντιπαράθεσης μαζί σου; Σταμπαρισμένος εξαρχής ως ενοχικός μεσήλιξ κι ό,τι λες είναι εκ προοιμίου αφούγκρασμα της ανομίας. Έτσι αποφάνθηκαν.
Αλλά υπάρχει κάτι που με ξενίζει ακόμη περισσότερο. Εγκαλούν τους άλλους για την ξύλινη γλώσσα τους, με μια γλώσσα ξηρή και αποστεωμένη, άρα ξύλινη. Εγκαλούν τους άλλους για την «κοινοτυπία των κούφιων συνθημάτων» τους, αλλά τα δικά τους συνθήματα ξεκινούν και τελειώνουν στο κοινωνικό συμβόλαιο, άρα είναι εμπράκτως και αποδεδειγμένα κούφια. Εγκαλούν τους άλλους για το ναζιστικής υφής σύνθημά τους («σκατά στους κουλτουριάρηδες»), εκστομίζοντας ανάλογης υφής χαρακτη­ρισμούς («κωμικοτραγική “πολιτιστική επανάσταση” των απολίτιστων»). Υπάρχει μια καίρια αντίφαση σ’ όλα αυτά. Αλλά δεν είναι το μόνο πρόβλημα.
Υπάρχουν κι άλλα. Δε γίνεται να μιλάνε για ένα πολιτικό φαινόμενο με μη πολιτικούς όρους. Δε γίνεται να ξεμπερδεύουν απ’ την υποχρέωση να αναφερθούν στις αιτίες του με τη χρήση μιας πονηρής και βολικής λεξούλας («αφετηρία»). Δε γίνεται να προσφεύγουν στην ψυχολογία, προκειμένου να ερμηνεύσουν τη μαζικότητά του. Δε γίνεται, τελικά, να καλύπτουν την ανάγκη της πολιτικής αποτίμησης με την ευκολία της ηθικής αξιολόγησής του. Αλλά εδώ όλα γίνονται. Αρκεί να μη βλέπεις τι στα κομμάτια γίνεται.
Μπορεί, για παράδειγμα, να βλέπει κανείς την τέχνη κλεισμένη στο διαμαντένιο κάστρο της, να οράται αυτάρεσκη τον εαυτό της στον καθρέφτη, για να προσφέρει τα νάματα της αισθητικής της απόλαυσης στους λίγους και εκλεκτούς. Δικαίωμά του. Αλλά οπωσδήποτε δεν είναι δικαίωμά του να ορίζει ως δικαίωμα των καλλιτεχνών να μιλάνε μόνο στον ιδιωτικό τους βίο. Αναρωτιέμαι τι θα γίνει όταν κληθούν κάποτε αυτοί οι καλλιτέχνες να πάρουν μέρος σε κάποια απ’ τις τόσες και τόσες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις που διοργανώνονται; Θα έχουν το δικαίωμα να μιλήσουν; Δυο λογάκια θα μπορούσαν να τα πουν πριν απ’ το σήκωμα της αυλαίας; Γιατί αν μπορούν, κι η λογική λέει ότι πράγματι μπορούν, τότε αυτό που ενοχλεί τους συντάκτες του κειμένου δεν είναι η ίδια η παρέμβαση, αλλά ο πολιτικός της χαρακτήρας. Κι ας κόπτονται κατά τα άλλα, για την υπεράσπιση της ελευθερίας της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης.
Εν πάση περιπτώσει. Ακόμη κι η σύνταξη ενός τέτοιου κειμένου δεν παύει να αποτελεί ευεργετική συνέπεια των πρόσφατων εξελίξεων στον καθ’ ημάς χώρο. Εννοώ το χώρο της τέχνης: το προστατευμένο από τα ματ χριστουγεννιάτικο δέντρο μού φέρνει στο μυαλό την προστατευμένη απ’ τους τρεις διακεκριμένους συγγραφείς τέχνη. Ενέργειες, όπως αυτή που με απαξιωτική διάθεση στέγασαν κάτω από το χαρακτηρισμό «η “πολιτιστική επανάσταση” των απολίτιστων», έκαναν την αρχή. Εμείς, οι κατά τα άλλα πολιτισμένοι, ας δώσουμε την επί της ουσίας πολιτισμένη συνέχεια. Τη συνέχεια σε μια συζήτηση που ξανάρχεται στο προσκήνιο ύστερα από πολλές δεκαετίες σιωπής για τη θέση, το ρόλο και τη λειτουργία της τέχνης και των καλλιτεχνών. Κι ίσως τότε πέσουν για τα καλά οι μάσκες. Όλων μας.
Αυγή, 4.1.09

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

Αντί ευχών


Ξεφυλλίζω τα βιβλία μου. Ένα ποίημα, μια παράγραφος; Κάτι τέλος πάντων που να με βγάλει απ' τη δύσκολη θέση να μιλήσω. Δε βρίσκω τίποτα. Και τώρα; Πώς να διαχειριστώ τώρα μεγαλόφωνα τη σιωπή μου; Ε, πώς;

Αρκούμαι στα λόγια του Πεσσόα, που μου 'ρχονται από μνήμης. Μιλούν για μένα, μιλούν για σένα, μιλούν για ό,τι αληθινό έγινε αυτό το διάστημα γύρω μας:



"Κουβαλάω μαζί μου τη συνείδηση της πανωλεθρίας σαν λάβαρο νίκης"



Τι μου 'ρθε τώρα; Δεν ξέρω ακριβώς. Νομίζω όμως ότι θα 'πρεπε να ακουστεί. Έτσι για το γαμώτο. Σαν αντίδραση στην τυραννία της γιορτινής ευτυχίας. Σαν το χαλασμένο λαμπιόνι ανάμεσα στα αναμμένα. Σαν τον άνεργο που θα κάνει ρεβεγιόν μπροστά στην τηλεόραση.

(Το αριστούργημα της εικόνας ανήκει στην κόρη μου και έχει τίτλο: Η Ζωή φυτεύει ένα λουλούδι)

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

Τι μου λες, τι σου λέω


Λες γιατί φοράνε μάσκες
- Σε ρωτάω γιατί εμείς τι κάνουμε εδώ και χρόνια, κάθε μέρα;

Φοβάσαι λες, που δεν βλέπεις τα πρόσωπά τους
- Χαίρομαι σου λέω που βλέπω Ψυχές στην Φωτιά να δροσίζουν την Κόλαση

Λες πως σε ενοχλούν οι καταστροφές σε περιουσίες αθώων και ασχέτων
- Σου λέω πως τρελαίνομαι με την ευτέλεια της ανθρώπινης ζωής και τους εξοστρακισμούς της ασχήμιας

Λες πως έρχονται Άγιες Μέρες και δεν είναι πρέπον
- Σου λέω πως παρήλθαν από καιρό οι Άγιες Μέρες, τώρα είναι καιρός για Άγριες Νύχτες και οτιδήποτε ξεκουνάει μυαλά και συνειδήσεις είναι αρμόζον

Απορείς που βρίσκουν το κουράγιο και συνεχίζουν
- Απορώ πως αφήσαμε τόση ξεφτίλα στην ζωή μας να συσσωρευτεί, με αντάλλαγμα μια οθόνη πλάσμα και μια ζωή με άτοκες δόσεις

Μου λες πως φοβάσαι για τα παιδιά σου
- Σου λέω πως καλύτερα έτσι, παρά να φοβάσαι τα ίδια τα παιδιά σου

Ακούμε μαζί να λένε κάποιοι πως, δεν μπορούν έτσι να χαρούν φέτος τα χρωματιστά λαμπιόνια
- Κοιτάζω μέσα τους και βλέπω καμένες αντιστάσεις και βραχυκυκλωμένα κυκλώματα

Προσπαθείς να καταλάβεις τι έκανε εκείνες τις «νύχτες του Μιχάλη» και ετούτες «νύχτες του Αλέξη»
- Προσπαθώ να σου εξηγήσω πως χάσαμε το δικαίωμα να μιλάμε για «δικές μας νύχτες»

Αγκάλιασέ με, ντρέπομαι…

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Ανάληψη ευθύνης

Ήταν μια γενναία πολιτική πράξη. Μια πράξη που αντάξιά της δεν υπάρχει άλλη στην πρόσφατη πολιτική μας ιστορία. Μια πράξη που χαράζει ένα νέο, υψηλό μέτρο στον πολιτικό μας πολιτισμό. Μια πράξη που πρέπει να αποτελέσει φωτεινό φάρο στην ατομική και δημόσια δράση όλων μας.
Λοιπόν, με περισσή ειλικρίνεια αναλαμβάνω κι εγώ τις πολιτικές μου ευθύνες - στο μέτρο βέβαια που μου αναλογούν – για:
- τη σκανδαλώδη προδοσία στις Θερμοπύλες,
- το νυχτερινό κατούρημα της δίχρονης κόρης μου,
- την εισβολή των αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ,
- την εγκατάλειψη του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι,
- την ήττα των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς
- την κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος,
- την κακομουτσουνιά του φίλου μου του βλάχου.

Τώρα έχω ήσυχη τη συνείδησή μου.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Σου γράφω με κάρβουνο




Το γράφω με κάρβουνο

Σε ότι ματώνει τούτες τις νύχτες μας

Σε ότι αγκυλώνει τον έτσι κι αλλιώς θολό ορίζοντά μας

Σε ότι κάνει την υγρασία έξω να στέκεται σαν πέπλο ντροπής και συλλογικής θλίψης αλλά και εκείνη την «από μέσα» μας , να ματώνει σαν πληγή από χαμένο παιδικό χαμόγελο

Στα πόστερς που ξέμειναν να κοιτάζουν αραχνοϊστούς σε εφηβικά δωμάτια και τα ρούχα στον καλόγερο που μυρίζουν χημικά και φέρνουν ένα άλλοθι στο σαλόνι για βήχα και δάκρυα

Στα αστραφτερά και άδολα χαμόγελα που δίνουν περισσότερα από όσα θα μπορούσαμε να νομίζουμε, διεκδικούν πολύ περισσότερα από ότι απλά περίσσεψε, απαιτούν τσαμπουκαλίδικα το δικό τους μερίδιο στις τύψεις μας

Στην άτσαλα χαριτωμένη και αγωνιώδη προσπάθειά μας στο να μην μας πάρει από κάτω η επίπλαστη ευημερία του ανέφικτου και του λειψού,

Στον ανομολόγητο τρόμο του αλλοτριωμένου, που φώλιασε μέσα μας κρυφά, πριν από καιρό, την ώρα που ανακαλύπταμε την ευημερία της πίστωσης

Στον λόγο τον αυθόρμητο, τον αχαλίνωτο, τον ξερασμένο πάνω σε άθραυστες τζαμαρίες ασφαλείας και χειροβομβίδες κρότου-λάμψης, που μπορεί και να χαλάει το εορταστικό κλίμα των πένθιμων εορτών, ανοίγει όμως και την Καταπακτή να βγουν έξω οι Καλλικατζαραίοι, Γελαστοί και Καρβουνιασμένοι από τις Φλόγες των Μαύρων Κάρβουνων του Μύθου της Ζωής μας (η Νέμεσις)

Σε ότι και όσους τελευταία, προσπαθούν να μας στρώσουν ύπουλα και απεχθώς υγιές δέρμα στα ψυχοεγκαύματα τρίτου βαθμού της εξωτερικής επιφανείας μας:
– Δεν θέλουμε ρε! Η αντιαισθητική και σιχαμένη εξωτερική όψη της μπίχλας μας, είναι η μοναδική εικόνα που θα μπορούσε να ταιριάξει σε αυτό το μοντάζ των έντονων συναισθημάτων που μας προκαλεί το τρίξιμο των θεμελίων της «τάξης» σας


Σε πόσα περισσότερα ακόμη από αυτά θα πρέπει να απολογηθώ και πόσα υπομνήματα να καταθέσω για να με αποφυλακίσω με όρους;;




Κάηκε ένα λαμπάκι στο δέντρο μας…
τ’ άλλα φωτίζουν και κανείς δεν θα το πάρει χαμπάρι
αλλά και να το δουν, δεν θα σχολιάσουν
αφού και το δικό τους, το προσωπικό λαμπάκι, καμένο από χρόνια είναι…

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

O σκοπός

Από πολύ νωρίς άρχισαν να μαζεύονται στη μεγάλη πλατεία. Δεν είχε καλά καλά ξημερώσει και γέμισε ο τόπος. Εργάτες, φοιτητές, διανοούμενοι και αγρότες ήταν όλοι εκεί. Με αγριεμένα πρόσωπα και σφιγμένες καρδιές, με ονειροπόλα μάτια και ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο μέρος της καρδιάς. Περίμεναν. Από στιγμή σε στιγμή θα σήμαινε το προσκλητήριο της ιστορίας. Αλλά είχαν πρώτα κάποια πρακτικά προβλήματα να λύσουν.
Στην αρχή, μπήκε το θέμα της ιεραρχίας. «Όλοι είμαστε ένα» διαφώνησαν μερικοί. Κανείς δεν τους ξανάδε.
Ύστερα, μπήκε το θέμα της διάταξης. «Συντεταγμένη ελευθερία δεν είναι ελευθερία» διαχώρισαν τη θέση τους κάποιοι άλλοι. Κανείς δεν τους ξανάκουσε.
Στο τέλος, μπήκε το θέμα της περιφρούρησης. «Και ποιος θα μας προστατεύει από αυτούς που θα μας προστατεύουν;» ρώτησαν κάτι τελευταίοι. Ούτε τους ξανάδαν ούτε τους ξανάκουσαν.
Προτού να αρχίσουν, είχαν κιόλας αραιώσει. Αλλά η μέρα ήταν ωραία, ο κόσμος ακόμη πολύς κι ο σκοπός μεγάλος. Τόσο μεγάλος που δεν επιτρέπονταν αμφιβολίες, δισταγμοί και επιφυλάξεις. Έπρεπε πάση θυσία να κρατήσουν την ενότητα. Όπου να ’ναι θα ’βγαιναν στο δρόμο.
Και, πράγματι, ξεκίνησαν ενωμένοι. Μπροστά η ηγεσία, συντεταγμένοι κατά ομάδες οι διανοούμενοι, οι εργάτες, οι φοιτητές και στο τέλος το ξυπόλυτο προλεταριάτο, δεξιά και αριστερά η περιφρούρηση με λοστούς και ξύλα.
Ένα υψωμένο κύμα ξεχείλισε τον κεντρικό δρόμο. Συνθήματα και τραγούδια αντήχησαν από άκρο σε άκρο. Οι χαρούμενες φωνές τους σήκωσαν στο πόδι ολόκληρη την κοιμισμένη πολιτεία: έμποροι κλείνονταν στα μαγαζιά τους, μανάδες τραβούσαν απ’ τα μπαλκόνια τα παιδιά τους, κοριτσόπουλα τους έραιναν με λουλούδια, παπάδες σταυροκοπιούνταν στις γωνίες.
Ξαφνικά ένα μαύρο σύννεφο έκρυψε τον ουρανό και πάγωσε τον τόπο. Έπαψαν τα τραγούδια, σίγησαν και τα συνθήματα. Δεν ακουγόταν τίποτα, παρά μόνο ο μακρινός ήχος απ’ τα καμιόνια που ξεφόρτωναν μπουλούκια μπουλούκια τους στρατιώ­τες και τους αστυνόμους και τους προδότες.
Τα ’χασαν στην αρχή, αλλά δεν σταμάτησαν. Ούτε όταν δέχτηκαν πυροβολισμούς από όλες τις πλευρές. Ούτε όταν είδαν τους πιο δυνατούς συντρόφους τους να πέφτουν. Ούτε όταν παράτησαν αιμόφυρτους τους πιο ωραίους φίλους τους στα χέρια του εχθρού. Κρύψανε το δάκρυ, πέτρωσαν το πρόσωπο και συνέχισαν να προχωράνε. Βιάζονταν να φτάσουν. Πού; Δεν ήταν πλέον και τόσο σίγουροι.
Στο μεταξύ η χώρα έμπαινε στο γύψο. Εφτά ολόκληρα χρόνια την είχαν ναρκωμένη στο χειρουργικό κρεβάτι. Βρήκαν κι αυτοί την ευκαιρία να λύσουν τις διαφορές τους, να διαγράψουν και να διαγραφούν, να εξορίσουν και να εξοριστούν, να βασανίσουν και να βασανιστούν. Γιατί ο σκοπός ήταν μεγάλος και θα ’πρεπε πάση θυσία να μείνουν ενωμένοι. Στο τέλος μοιράστη­καν στα δύο. Ήταν τότε που μαζεύτηκε ο κόσμος στη Νομική και μετά στο Πολυτεχνείο. Πήγαν οι φοιτητές να ζητήσουν και τη δική τους βοήθεια. «Όταν ωριμάσουν οι συνθήκες, εμείς θα σας το πούμε» τους απάντησαν και συνέχισαν να προχωράνε.
Αλλά αργούσαν οι συνθήκες και αραίωνε το συντεταγμένο πλήθος: μαλάκωναν τα αγριεμένα πρόσωπα, έσβηνε το όνειρο απ’ τα μάτια, ξεραίνονταν τα κόκκινα γαρύφαλλα. Έμεναν μόνο οι φωνές. Κάτι ξεψυχισμένα συνθήματα και κανένα ξεχασμένο τραγούδι. Τα άκουγαν και χαίρονταν, αλλά κατά βάθος τους έτρωγε η πίκρα. Το ένιωθαν κι οι ίδιοι: μια συνήθεια έγινε η φωνή τους. Έπρεπε να φωνάζουν, για να βηματίζουν. Έπρεπε να βηματίζουν, για να προχωράνε. Έπρεπε να προχωράνε, γιατί δεν είχαν τι άλλο να κάνουν.
Κι όσο προχωρούσαν, τόσο άλλαζαν τα πράγματα. Άλλαζε ο τόπος κι ούτε ήξεραν που βρίσκονταν. Άλλαζαν οι πλατείες, άλλαζαν τα συνθήματα, άλλαζαν και τα τραγούδια. Μόνο αυτοί έμεναν ίδιοι. Γύρω τους ένας κόσμος μ’ άλλα αγριεμένα πρόσωπα, μ’ άλλα όνειρα στα μάτια, μ’ άλλα κόκκινα γαρύφαλλα στο μέρος της καρδιάς. Ένας κόσμος που αναζητούσε τους δικούς του σκοπούς, οργάνωνε τις δικές του άμυνες, ονειρευόταν τις δικές του εξεγέρσεις. Ένας κόσμος που έβγαινε στους δρόμους χωρίς τις δικές τους εντολές, χωρίς τη δική τους καθοδήγηση, χωρίς τη δική τους συντεταγμένη πορεία.
Κι ήρθε εκείνη η ώρα που αναγκάστηκαν να σταματήσουν. Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια. Κάτι πολύ σοβαρό γινόταν και δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. Κάποιοι τους έφραζαν το δρόμο. Όπως τότε, στα παλιά τα χρόνια. «Μήπως είναι ξανά οι αστυνόμοι και ο στρατός και οι προδότες;» αναρωτήθηκαν. Όχι. Απέναντί τους στεκόταν μια γενιά ξεσηκωμένη.
Απόρησαν. «Πώς είναι δυνατόν;» δεν ήξεραν. «Τι να κάνουμε;» δεν ήξεραν. Αλλά το σκέφτηκαν, το ξανασκέφτηκαν και στο τέλος πήραν την απόφαση.
Φώναξαν έναν αστυνόμο και διαμαρτυρήθηκαν σε έντονο ύφος. Μια ολόκληρη γενιά με κουκούλες τούς εμποδίζει παράνομα να συνεχίσουν την πορεία που άρχισαν εδώ και ογδόντα χρόνια. Ένα γκλομπ έσπευσε να ανοίξει δρόμο ανάμεσα στο πλήθος.
Τέντωσαν τότε αυτοί περήφανοι το σώμα και συνέχισαν να προχωράνε. Δεξιά και αριστερά πυροβολημένες καρδιές, ματωμένα κεφάλια και κλαμένα πρόσωπα. Αλλά ούτε που γύρισαν για να τα δουν. Δεν είχαν καθόλου χρόνο. Βιάζονταν.
Γιατί είχαν τον σκοπό τους. Κι ας μην ήξεραν πλέον ποιος ήταν ο σκοπός τους.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Η ιδεολογική λειτουργία της εξατομίκευσης

Παρακολουθώ με προσοχή τις αντιδράσεις που προκάλεσε το απολογητικό υπόμνημα του δράστη. Σε κάθε περίπτωση κυμαίνονται απ' τη δυσάρεστη έκπληξη ως τον απόλυτο αποτροπιασμό, με κοινή συνισταμένη την απαξίωση. Αυτή ήταν κι η στάση που υιοθέτησε ο υπουργός εσωτερικών στη βουλή: καταδίκασε το πρόσωπο για την πράξη του και καυτηρίασε το πρόσωπο για τα λόγια του.
Εδώ ακριβώς νομίζω ότι είναι ο κίνδυνος. Υπάρχει μια μεθοδευμένη προσπάθεια προσωποποίησης του θέματος και το απολογητικό υπόμνημα προσφέρει μια μοναδική εκδούλευση: πρόκειται για διαταραγμένη προσωπικότητα, για πορωμένο άνθρωπο, για αμετανόητο εγκληματία. Μπορεί να 'ναι και έτσι, αλλά το σίγουρο είναι ότι δεν είναι μόνο έτσι. Αποσιωπάται πως ο άνθρωπος αυτός γαλουχήθηκε στο πλαίσιο ενός κοινωνικού θεσμού (μιλώ για την αστυνομία) που τα τελευταία χρόνια λειτουργεί σε καθεστώς αυθαιρεσίας, αλαζονείας και ατιμωρησίας, που εδραιώθηκε ακόμη περισσότερο με τις συγκεντρωμένες υπερεξουσίες του τρομονόμου.
Επικεντρώνοντας όμως στο πρόσωπο, βγαίνει αλώβητος ο θεσμός. Το πρόσωπο είναι σκάρτο, όχι ο θεσμός.
Η αστική ποινική αντίληψη της εξατομικευμένης ευθύνης των αιτιών του εγκλήματος ισχύει για άλλη μια φορά με συσκοτιστικές ιδελογικές λειτουργίες.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Κανείς αθώος...

Εσύ, που κοίταγες αποσβολωμένος την τηλεόραση, παράγγειλες πίτσες και σουβλάκια και έψαχνες που θα πήγαινες να δεις τον αγώνα

Εσύ, που έπαιζες ΚΙΝΟ και ΣΤΟΙΧΗΜΑ στο συνοικιακό προπατζίδικο και τροφοδοτούσες τον κουβά με το κενό της ζωής σου

Εσύ, που από μεσα σου έλεγες «Ωραία! Θα γλιτώσω την δουλειά αύριο»

Εσύ, που στεναχωρήθηκες επειδή ο «Λακης» ανέβαλε την εκπομπή του και συμβιβάστηκες με το Ράδιο Αρβύλα και το Μπελλάς TV.

Εσύ, που στεναχωρήθηκες επειδή κάηκε το κακόμοιρο το «δέντρο» και που θα πας τώρα τα παιδιά σου

Εσύ, που με περισσή ευκολία ζητάς «να τα τσακίσουν τα κωλόπαιδα», χωρίς να ζορίσεις το μυαλό σου να βρεις τι έφταιξε, παρά περιμένεις να στο σερβίρουν έτοιμο οι ΤραγκανοΤρυανταφυλλοπουλοΤρεμοΧατζηνικολαΚαμπουροΠαπαδακοΕυαγγελάτοι.

Εσύ, «συνάδελφε» που την ώρα που τα παιδία μας ήρθαν στα χέρια με εκείνο το φασιστοειδές με το παπάκι, αντί να τρέξεις να μας βοηθήσεις, είπες «τον γαμήσανε», τράβηξες μια τζούρα καφέ, άλλη μια τσιγάρο και χαζογέλαγες.

Εσύ, που πήγες στην δουλειά, όπως κάθε άλλη μερα, έπιασες και τον «Ντέρτι», έβαλες Σφακιανάκη και Πρωτοψάλτη και φαντασίωνες δίμετρες αλλοδαπές να κρέμονται από μεταλλικές κολώνες.

Εσύ, δημοσιογράφε της πούτσας, μαρκουτσοφόρε σκατόψυχε, που κοίταγες σαν ύαινα να ανιχνεύσεις τρόμο στα μάτια καμιάς γιαγιάς για να της πάρεις «δηλώσεις»

Εσύ, ήσυχε και ήρεμε οικογενειάρχη που ψάχνεις να βρεις τρόπο να κρατήσεις το παιδί σου «μέσα» μέχρι να παντρευτεί.
«Δεν θα αλλάξεις εσύ τον κόσμο! Παίξε κάτι στο Playstation!…”

Εσύ, καριόλη ματατζή που χτυπάς μαθητριούλες, αλλά δεν πλησιάζεις εκεί που είναι τα στυλιάρια, που σπρώχνεις τα υπολείμματα από την μολότωφ να πάει κάτω από το σταθμευμένο αυτοκίνητο

Εσύ, «σύντροφε» που φωνάζεις «Εμπρός Λαέ, μην σκύβεις το κεφάλι, ο μόνος δρόμος είναι αντίσταση και πάλη», αλλά δεν άνοιγες την αλυσίδα να προστατεύεις τους μαθητές, επειδή η «γραμμή» απαιτούσε «ιδεολογική καθαρότητα»
(Γι’ αυτό πήρες και τα εύσημα και από τα φασισταριά)

Εσύ μάνα, που ακόμη και τώρα στα 44 μου λες «να προσέχω», μου θυμίζεις πως «έχω τρία παιδία πίσω» και όταν σου λέω πως γι΄ αυτά κατεβαίνω κάτω, βουρκώνεις και σιωπάς

Εσύ πατέρα, που με κατσαδιάζεις ενώ τα μάτια σου χαμογελούν σπινθηρίζοντας

Εσύ κόρη μου, που μου λες «μπαμπά πήγαινε κάτω» και τα αδέρφια σου σε κοιτάνε με απορία

Εσύ σύντροφε της ζωής μου, που όταν σου άφησα τα τηλέφωνα έκτακτης ανάγκης «μη τυχόν και» κοίταγες το πάτωμα

ΕΓΩ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΒΑΡΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΚΑΙ ΛΕΙΨΑ ΤΑ ΚΟΤΣΙΑ ΠΙΑ!

ΕΓΩ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΠΩ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΝΑ ΚΑΝΩ «ΜΑΘΗΜΑ»

ΕΓΩ ΠΟΥ ΑΠΕΡΓΗΣΑ ΞΕΡΟΝΤΑΣ ΠΩΣ ΒΑΖΩ ΘΗΛΙΑ ΣΤΟΝ ΛΑΙΜΟ ΜΟΥ

ΕΓΩ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΟΤΑΝ ΕΠΡΕΠΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΣΕΡΝΩ ΤΙΣ ΕΝΟΧΕΣ ΜΟΥ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΚΑΙ ΜΠΙΝΕΛΙΚΩΝΟΜΑI ΜΕ ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΣΤΑ FOR A


Κι άλλοι πολλοί και πολλά…
Αλλά «Εγώ» πρώτος, πάντα «Εγώ»…

«Εγώ» που τόσα χρόνια αδρανούσα και επέτρεψα να χαθεί άλλη μια ζωή…

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Καμένα μυαλά και ματαιωμένες ζωές

Έχουμε και λέμε:

- έξι χρόνια στο δημοτικό, με τα απογευματινά μπαλέτα, γυμναστήρια και ξένες γλώσσες,
- τρία χρόνια στο γυμνάσιο σε στάση παθητικής ακινησίας έξι και εφτά ώρες τη μέρα στα θρανία, για να ακολουθήσουν οι απογευματινές ασκήσεις παθητικής ακινησίας μπροστά στην τηλεόραση και στα φροντιστήρια,
- τρία χρόνια ξοδεμένης εφηβείας στο λύκειο, με το τρέχα-τρέχα από το σχολείο στο φροντιστήριο,
- τέσσερα χρόνια εντατικοποιημένων σπουδών στο πανεπιστήμιο,
- δύο χρόνια επί πληρωμή μεταπτυχιακών σπουδών,
και...
- δέκα και είκοσι και τριάντα και σαράντα και πενήντα χρόνια αβέβαιης, ανασφάλιστης και κακοπληρωμένης εργασίας σε δύο και τρεις εργοδότες παράλληλα, με τα εργατικά ατυχήματα, τις καθημερινές απολύσεις, την παραβίαση δικαιωμάτων να εμπεδώνουν την νεοφιλελεύθερη αντίληψη της δικαιοσύνης και της αξιοκρατίας.
(Καμένα μυαλά και ματαιωμένες ζωές στους καθημερινούς πολέμους που διεξάγονται αόρατα γύρω μας, πολύ προτού να αρχίσουν οι τηλεοπτικές θρηνωδίες για τους καθημερινούς πολέμους που διεξάγονται ορατά πλέον γύρω μας. Α, το ξέχασα: για τους δεύτερους πολέμους φταίνε οι κουκουλοφόροι).

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Σιωπητήριο τέλος

Να παραιτηθούν τώρα:
- αυτοί που με λάβαρο τη σεμνότητα έθρεψαν την κρατική και αστυνομική αλαζονεία,
- αυτοί που με λάβαρο την κάθαρση ενέχονται στα σκάνδαλα του Βατοπεδίου, των υποκλοπών, της Ziemens, του Ζαχόπουλου και των μεταναστών,
- αυτοί που με λάβαρο την κοινωνική δικαιοσύνη διεύρυναν την ταξική ψαλίδα,
- αυτοί που με λάβαρο το ενδιαφέρον για τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις έθεσαν το ένα τέταρτο του ελληνικού πληθυσμού κάτω από τα όρια της φτώχειας,
- αυτοί που με λάβαρο το καλό των νέων δημιούργησαν τη γενιά των 700 ευρώ,
- αυτοί που με λάβαρο την κοινωνική προκοπή ιδιωτικοποίησαν το σύνολο των κοινωνικών αγαθών,
- αυτοί που με λάβαρο την αντιμετώπιση της ανεργίας επανέφεραν τον εργασιακό μεσαίωνα των ελαστικών μορφών απασχόλησης,
- αυτοί που με λάβαρο τη δικαιοσύνη ξεπλένουν στην κολυμβήθρα των δικαστηρίων όλα τα ανομήματά τους,
- αυτοί που με λάβαρο την οδύνη τους για το θάνατο του παιδιού επιχειρούν έναν ανόσιο συμψηφισμό της ευθύνης με τις καταστροφές και βολεύονται πολύ από τη συνέχισή τους.
Αν είχαν πολιτική ευθιξία, θα παραιτούνταν. Δεν έχουν. Τελευταία απόδειξη η επικοινωνιακού χαρακτήρα παραίτηση των δύο.
Οπότε:
Να φύγουν. Τώρα. Από μας. Είναι το δικό μας λάβαρο.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Μαύρη σημαία

Επειδή δε θέλουμε:
- να πάρουμε μέρος στο επικοινωνιακό παιχνίδι του κατευνασμού της κοινής γνώμης,
- να καθησυχάσουμε τη συνείδησή μας με το «ναι μεν, αλλά…» των πιο ψύχραιμων,
- να συμμετάσχουμε στην διά της καταγγελίας μαζική αυτοψυχοθεραπεία,

και

Επειδή θέλουμε:
- να βουρλίζουμε το μυαλό μας με οργή,
- να κοιμίζουμε τον ύπνο μας με εφιάλτες,
- να κοιτάζουμε τα παιδιά και τους μαθητές μας με θλίψη

Σκεφτήκαμε:

- να κατεβάσουμε για δέκα μέρες τα στόρια και
- να σηκώσουμε για δέκα μέρες μαύρη σημαία.


(Συγχωρήστε μας: είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε για την ώρα)

Λυσσασμένη θλίψη

Τι να γράψω…
Έρχεται κάποια στιγμή που οι λέξεις που τόσο γουστάρουμε να ταλαιπωρούμε και να παίζουμε μαζί τους, οι λέξεις που νομίζουμε πως από κάτω τους μπορεί να κρυβουν το νόημα της ζωής και την Φιλοσοφική Λίθο των Αλχημιστών, εκείνη που θα μπορούσε να μας αποκαλύψει την ευτυχία, εκείνες οι γαμημένες λέξεις λοιπόν, δεν μπορούν να εκφράσουν ΤΙΠΟΤΑ…

Για άλλη μια φορά, ένα ΠΑΙΔΙ, 15 χρονών είναι νεκρό…

Και αν κανείς θεωρήσει ως «υποκρισία» μια τέτοια εκφρασμένη θλίψη, ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΣΕ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΠΑΙΔΙΑ, από τις ίδιες αιτίες, που απλά εκφράζονται με διαφορετικό τρόπο, τότε απλά του λέω ΝΑ ΠΑΕΙ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙ.

ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΤΙ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΥΕΙ ΤΗΝ ΒΙΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ.
Οπότε τέτοιες «πονηρές» κριτικές, ας λείπουν..

Εντάξει τυχαίε μαλακοπίτουρα;

Δεν μπορώ να γράψω άλλα, δεν θα μπορούσα να εκφράσω αυτό ακριβώς που αισθάνομαι και δεν το θέλω κιόλας…

Μαζί με τον Πάνο, ο οποίος αυτή την στιγμή ταξιδεύει, σκεφτήκαμε να «κλείσουμε» το blog για δέκα μέρες.
Θα προσπαθήσουμε να αλλάξουμε και την μορφή του ως συμβολική κίνηση.
Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος όμως αν είναι και η «σωστότερη» κίνηση, αφού η σιωπή μπορεί και να ληφθεί και ως συνενοχή.
Σε τέτοιες καταστάσεις τα κριτήρια και οι αντιδράσεις έχουν άλλη σημασία και μορφή
Θα δουμε…

«Μαλακίες», μπορεί να πει κανένας.

«ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ» θα είναι η δικιά μου βλαχο-απάντηση

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Αναδημοσίευση

Το αλίευσα από την ιστοσελίδα του Γ. Χ. Παπασωτηρίου. Αφορά μια γνωστή αντιπαράθεση στο χώρο της λογοτεχνικής κριτικής. Γνωρίζω ότι στην περίπτωσή μου θα βόλευε η ουδετερότητα κι ακόμα περισσότερο η σιωπή. Αλλά δεν ασχολούμαι με τη λογοτεχνία για να σωπαίνω. Απ' την άλλη, είμαι υποχρεωμένος να κρατήσω τη βολική στάση της ουδετερότητας και να δηλώσω ότι δεν υιοθετώ τις επί του προσωπικού απόψεις. Ούτε με αφορούν ούτε με ενδιαφέρουν ούτε ασφαλώς είμαι σε θέση να τις τεκμηριώσω. Δεν είναι, άλλωστε, δική μου αυτή η δουλειά. Αν το αναδημοσιεύω, είναι γιατί συγκλίνει κατά ένα μέρος με τον προβληματισμό που διατύπωσα στην προηγούμενη ανάρτηση και κυρίως γιατί απηχεί μια πολύ ενδιαφέρουσα, κατά τη γνώμη μου, αντίληψη γύρω απ' το ήθος και τη στάση που πρέπει να χαρακτηρίζουν την κριτική. Το θέτω υπόψη σας προς προβληματισμό.
Εισαγωγή στην καθεστωτική κριτική
"Το σημερινό τοπίο της λογοτεχνικής κριτικής στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τη γρήγορη καθιέρωση μιας πλειάδας νέων τότε και μεσήλικων σήμερα κριτικών- μιλάμε για επτά ή οκτώ πρόσωπα- που επωφελήθηκαν από το εντυπωσιακό άνοιγμα του ημερήσιου και εβδομαδιαίου Τύπου στον χώρο του βιβλίου και απέκτησαν μόνιμες στήλες στις εφημερίδες. Ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε, αν εξαιρέσουμε την προσθήκη δύο ή τριών νέων ονομάτων, που άλλωστε δεν έχουν ακόμα «ψηλώσει» όσο τα παλιότερα. Πολύ γρήγορα όμως σημειώθηκε μια διχοτόμηση, ένα άτυπο σχίσμα αυτής της ομάδας των επτάοκτώ κριτικών. Ενώ οι μισοί (περίπου) αποποιήθηκαν εξαρχής κάθε μορφή θεσμικής εξουσίας εκτός από αυτή που αντιπροσώπευε η στήλη τους, οι άλλοι μισοί δέχτηκαν ασμένως ή και προκάλεσαν τη συμμετοχή τους σε επιτροπές βραβείων (όπου είναι γνωστό τι παιχνίδια παίζονται), σεμινάρια, τηλεοπτικές εκπομπές, σύνταξη ανθολογιών κ.λπ. Ακολουθώντας μάλιστα ολοένα επιθετικότερη τακτική, πολλαπλασίασαν στο πέρασμα του χρόνου τέτοιους μοχλούς επιρροής τους και τους χρησιμοποιούσαν με αυξανόμενη αυτοπεποίθηση. Είναι κανείς ελεύθερος να κρίνει όπως θέλει αυτές τις δύο στάσεις. Μπορεί π.χ. να επαινέσει την πρώτη κατηγορία για εντιμότητα ή να την επικρίνει για ολιγωρία και μοραλιστική αφέλεια. Μπορεί, από την άλλη, να καταλογίσει στη δεύτερη κατηγορία εξουσιομανία και κυνισμό ή να εγκωμιάσει την ενεργητικότητά της και την έξυπνη προώθηση των θέσεών της. Δεν είναι αυτό το θέμα του σημερινού άρθρου μου. Το θέμα είναι οι συνέπειες, ολοένα πιο αισθητές, αυτής της διαφοροποίησης για την ελληνική λογοτεχνία και τον τρόπο υποδοχής της. Γιατί, ανεξάρτητα από το γόητρο που μπορεί να περιβάλλει ατομικά τον ένα ή τον άλλο κριτικό, αυτή η συγκέντρωση δύναμης στα χέρια μιας μικρής ομάδας δημιουργεί, αφ΄ ενός, νομοτελειακά σχέσεις ώσμωσης ανάμεσα στα μέλη της, όπως επίσης ανάμεσα στην ομάδα και άλλες μορφές εξουσίας, αφ΄ ετέρου οδηγεί εξίσου νομοτελειακά στην ανεξέλεγκτη λειτουργία της και την αυθαιρεσία. Βλέπουμε, πράγματι, τα ίδια τρία-τέσσερα ονόματα να εμφανίζονται σταθερά και συνήθως από κοινού σε διάφορες επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων και επιχορήγησης μεταφράσεων, να παρουσιάζουν βιβλία λογοτεχνών του γούστου τους ή του κλίματός τους σε επίσημες εκδηλώσεις για την προώθηση των πωλήσεών τους, να επιμελούνται για λογαριασμό εκδοτικών οίκων ανθολογίες που φιλοδοξούν να διαμορφώσουν τον νεότερο λογοτεχνικό Κανόνα, ακόμα και να ιδρύουν, με τη στήριξη ισχυρών εκδοτών, περιοδικά μέσα από τα οποία προβάλλουν τις απόψεις και τις επιλογές τους. Τίποτα, βέβαια, από όλα αυτά δεν είναι επιλήψιμο από μόνο του. Εντυπωσιάζει ωστόσο το άθροισμά τους και προβληματίζει η τάση συνεχούς μεγέθυνσής του, που υποδηλώνει κάτι το βουλιμικό. Ας πάρουμε το παράδειγμα του «Βραβείου Αναγνωστών», που θεσπίστηκε από το ΕΚΕΒΙ πριν από μερικά χρόνια. Πρόκειται για μια τουλάχιστον ατυχή έμπνευση, αφού το αναγνωστικό κοινό απονέμει έτσι κι αλλιώς τα βραβεία του με τις αγοραστικές προτιμήσεις του, που ξέρουμε καλά τι είδους βιβλία ευνοούν. Όταν το ΕΚΕΒΙ, με τα πρώτα αποτελέσματα, κατάλαβε τη γκάφα του και βρέθηκε μπροστά στον κίνδυνο εξευτελισμού του νεότευκτου θεσμού, προσπάθησε να διορθώσει τα πράγματα με μια κριτική επιτροπή που προεπέλεγε τα βιβλία τα οποία καλούνταν να ψηφίσουν οι αναγνώστες! Στην πρώτη γκάφα προστέθηκε μια δεύτερη, ακόμα μεγαλύτερη, ένα εξωφρενικό οξύμωρο, που έχει το ανάλογό του μόνο στα εκλογοδικεία μερικών ημιδικτατορικών χωρών. Και όμως, οι εν λόγω κριτικοί δεν δίστασαν να στελεχώσουν και αυτή την επιτροπή (που, ευτυχώς, δεν έμελλε να μακροημερεύσει), χωρίς να υπολογίσουν, ή μάλλον χωρίς να φοβηθούν, πως αυτό θα υπέσκαπτε τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία τους. Δεν φοβήθηκαν, ακριβώς επειδή η πολλαπλή παρουσία τους σε κέντρα θεσμικής επιρροής έχει εδραιώσει μέσα τους ένα αίσθημα παντοδυναμίας, αν όχι ασυλίας. Συνέπεια αυτού είναι ότι η σχέση τους με τα βιβλία που αναλαμβάνουν να κρίνουν δεν είναι αυτή ενός διαλόγου, ο οποίος μπορεί και να θέσει σε δοκιμασία τα κριτήριά τους, αλλά μιας αφ΄ υψηλού εφαρμογής πάγιων κανόνων, που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση ούτε καν συζήτηση. Σε άρθρο της πριν από δέκα χρόνια στο περιοδικό Ποίηση (τεύχος 11), με τίτλο «Ο κριτικός της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής», η Ελισάβετ Κοτζιά έγραφε μεταξύ άλλων τα εξής: «... ο κριτικός της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής θα ασχοληθεί επισταμένως με τα αμφισβητούμενα γραπτά, θα προσπαθήσει να τα σταθμίσει και να τα αξιολογήσει, θα θελήσει να ζυγίσει όσα θεωρεί προτερήματα και όσα αδυναμίες τους, να κρίνει ποια μικρή δόση εκείνου του συστατικού ανέτρεψε την ισορροπία των αναλογιών του και πόση δόση του άλλου συστατικού θα χρειαζόταν για να την αποκαταστήσει, ποια αδιόρατη απόχρωση τίνος πράγματος περισώζει το συγκεκριμένο έργο και ποια το καταστρέφει. Κι έτσι σταθμίζει κάθε βιβλίο αδιάκοπα και η πλάστιγγα γέρνει πότε από δω και πότε από εκεί» (σ. 226). Μένει κανείς άφωνος μπροστά στον αυτάρεσκο, νομικίστικο σχολαστικισμό αυτής της θέσης, που κρεμάει το περιεχόμενό της σε λέξεις-μανταλάκια όπως «σταθμίζω», «ζυγίζω», «δόση» ενός «συστατικού», «πλάστιγγα» κ.λπ. Μιλάει εδώ ένας κριτικός λογοτεχνίας ή ένας δικαστής, ένας δάσκαλος που βαθμολογεί εκθέσεις μαθητών, ολίγον και ένας δοκιμαστής κρασιών; Βέβαια, αναρωτιέται κανείς αν η τόση πολυπραγμοσύνη των συγκεκριμένων κριτικών τούς επιτρέπει έστω να εφαρμόσουν με συνέπεια αυτή τη μέθοδο, να «σταθμίσουν», να διακρίνουν «μικρές δόσεις» και «αδιόρατες αποχρώσεις». ΄Ενας κριτικός που διατηρεί μία, αν όχι και δύο μόνιμες στήλες σε εφημερίδα, είναι μέλος σε τρεις-τέσσερις επιτροπές, αρθρογραφεί τακτικά σε άλλα τόσα λογοτεχνικά περιοδικά, επιμελείται τηλεοπτική εκπομπή για το βιβλίο, παραδίδει σεμινάρια στο ΕΚΕΒΙ, συμμετέχει με εκτενείς γραπτές εισηγήσεις στη διαφημιστική καμπάνια του ενός ή του άλλου βιβλίου κ.λπ. κ.λπ., έχει άραγε τον χρόνο να διαβάσει προσεκτικά τα βιβλία που κρίνει κάθε βδομάδα (για να σκεφτεί πάνω σ΄ αυτά ούτε συζήτηση); Η λογική απαντάει όχι. Και πραγματικά, βλέπουμε ολοένα πιο συχνά στα κείμενα αυτών των κριτικών απίθανες ανακρίβειες και παρανοήσεις, αδιανόητες όχι μόνο για επαγγελματία κριτικό μα ακόμα και για έναν απλό, αλλά στοιχειωδώς συγκεντρωμένο αναγνώστη. Aυτό όμως είναι το λιγότερο. Πολύ πιο ανησυχητικό φαινόμενο είναι η προϊούσα σύγκλιση έως ταύτιση των περί ων ο λόγος κριτικών στις λογοτεχνικές προτιμήσεις τους ή ακόμα και στις ευκαιριακές επιλογές τους, που έρχονται μάλιστα σε αντίθεση με τις αισθητικές αρχές τους και υποκρύπτουν αλλότριες σκοπιμότητες. Λέω ότι πρόκειται για κάτι πολύ πιο ανησυχητικό επειδή, σε συνδυασμό με την πολυκεντρική θεσμική επιρροή αυτών των κριτικών, τείνει να δημιουργήσει στον χώρο της τρέχουσας λογοτεχνικής κριτικής μια μονοφωνία που δεν χρειάζεται να υπογραμμίσουμε πόσο ανασταλτικά επιδρά στην ανάπτυξη και ανανέωση της λογοτεχνίας μας. Τα βραβεία του Διαβάζω, που ξεκίνησαν το 1996, εισήγαγαν μια σημαντική καινοτομία: κάθε μέλος της κριτικής επιτροπής ήταν υποχρεωμένο, μετά την ανακοίνωση των βραβείων, να δημοσιοποιεί και μάλιστα να αιτιολογεί την ψήφο του για κάθε κατηγορία βιβλίου (ποίηση, μυθιστόρημα, διήγημα, πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, δοκίμιο). Οι καθεστωτικοί κριτικοί συμμετείχαν σ΄ αυτή την επιτροπή, είτε εξαρχής (οι περισσότεροι) είτε από μια μεταγενέστερη χρονιά, και έδιναν τον τόνο στις επιλογές της. ΄Ετσι, τα τεύχη του Διαβάζω με τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών και τις σχετικές εκθέσεις συνιστούν ένα ανεκτίμητο αρχείο για την ανίχνευση της στάσης τους, του βαθμού σύγκλισης μεταξύ τους και απόκλισής τους από τους υπόλοιπους κριτές. Το εντυπωσιακότερο, κάθε άλλο όμως παρά το μόνο ενδιαφέρον εύρημα αφορά τους δύο από τους τέσσερις καθεστωτικούς κριτικούς: την Ελισάβετ Κοτζιά και τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου. Είναι βέβαια γνωστή (και ομολογημένη) η «εκλεκτική συγγένεια» των δύο. Άλλο συγγένεια όμως και άλλο ταύτιση. Από τις συνολικά 35 ψηφοφορίες στις οποίες πήραν μέρος ανάμεσα στο 1996 και το 2004 (τελευταία χρονιά παρουσίας τους στην επιτροπή), στις 32 συνέπεσαν πλήρως, ενώ και στις υπόλοιπες τρεις δεν διαφοροποιήθηκαν ουσιαστικά, απλώς έδωσαν διαφορετική έμφαση σε βιβλία που και οι δύο είχαν συμπεριλάβει σε όσα θεωρούσαν αξιοβράβευτα! Τέτοιος βαθμός συμφωνίας, και μάλιστα για όλα τα είδη βιβλίου, από την ποίηση ώς το δοκίμιο, πολύ δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί από κοινές ευαισθησίες. Μάλλον εγείρει υποψίες για συμπαιγνία. Όταν μιλάω για καθεστωτικούς κριτικούς, έχω πλήρη συνείδηση της σημασίας του όρου. Δεν πρόκειται μόνο για τη διείσδυσή τους σε σχεδόν όλους τους θεσμούς που έχουν να κάνουν με το ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο, αλλά και με αυτόν καθεαυτό τον τύπο λογοτεχνίας που προωθούν. Το αρχείο των βραβείων του Διαβάζω επιβεβαιώνει την εντύπωση που έτσι κι αλλιώς μας αφήνει η κριτικογραφία τους χρόνια τώρα. Πέρα από τις καταφανείς περιπτώσεις προσωποληψίας- εύνοιας προς ορισμένους συγγραφείς και αρνητικής διάθεσης για άλλους, με κριτήρια που μεταμφιέζονται σε λογοτεχνικά- μπορούμε να δούμε την αποθέωση μιας λογοτεχνίας όπου κυριαρχούν ο μινιμαλισμός, ο μιζεραμπιλισμός, ο συγγραφικός αυτισμός, ο εστετισμός της κλεισούρας και της ναφθαλίνης, την επιβολή μιας αντίληψης αλλεργικής στον στοχασμό, φοβικής απέναντι στα μεγάλα θέματα, καχύποπτης απέναντι σε ό, τι θυμίζει πραγματικότητα και δεν εμπνέεται μόνον από την ίδια τη λογοτεχνία. Μια εφησυχασμένη κριτική, που αγαπάει μια εφησυχασμένη λογοτεχνία. Μια κριτική που ο προβληματισμός της εξαντλείται στην «απόλαυση» του κειμένου και η αγωνία της στην κατάκτηση ολοένα περισσότερων θεσμικών θέσεων. Αν αυτό δεν είναι καθεστωτισμός, τότε ας μας παρηγορήσει η σκέψη ότι η καθεστωτική νοοτροπία δεν μπορεί ποτέ να απλωθεί και στα πολιτισμικά φαινόμενα μιας κοινωνίας. Υ.Γ. Επειδή θα υπάρξουν σίγουρα καλοθελητές που θα σταθούν στο δάχτυλο και όχι σ΄ αυτό που το δάχτυλο δείχνει, δηλώνω ο ίδιος ευθέως ότι έχω προσωπική αφορμή να λέω τα παραπάνω. Αθέμιτο δεν είναι, στο κάτω κάτω. Για πολλά χρόνια δεν αντιδρούσα στην απαράδεκτη τακτική των συγκεκριμένων κριτικών, ακριβώς επειδή συγκαταλεγόμουν στα θύματά τους (διευκρινίζω και τονίζω ότι με αυτό δεν εννοώ τυχόν αρνητικές κριτικές) και ήθελα να αποφύγω μια αντιδικία που θα μπορούσε να θεωρηθεί προσωπική. Σφάλμα μου! ΄Επρεπε να ξεχειλίσει το ποτήρι, με δύο κατάφωρα στημένες κριτικές (κοινά, εξ αμοιβαίας αντιγραφής πραγματολογικά λάθη και τερατώδεις διαστρεβλώσεις), για να χάσω τη χαζή υπομονή μου. Και αν χρειαστεί, θα πω περισσότερα και εξοργιστικότερα επ΄ αυτού".
Δημοσθένης Κούρτοβικ, Τα Νέα, 15.11.08

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Με τη μορφή αλληγορικού ερωτήματος

Έρχεται κάποτε η στιγμή να το αντιμετωπίσεις. Θες, δε θες θα το αντιμετωπίσεις. Με τη μορφή αλληγορικού ερωτήματος, έχει ως εξής:
Δοκιμασμένες συνταγές επιτυχίας ή μοναχικές πορείες στο ηλιοβασίλεμα;

Ξέρω, ξέρω. Και το ’να και το άλλο. Η γνωστή «χρυσή τομή» ή αλλιώς «μέτρον άριστον». Έτοιμες απαντήσεις για δύσκολα ερωτήματα.
Αλλά έχω δει τις πιο ζωντανές γραφές να καίγονται, όταν προσπάθησαν να συνδυάσουν τα ασυνδύαστα.
«Εσύ δε θα καείς», μου είπε ο Γιώργος και χάρηκα. «Και μέσα και έξω», είναι η σταθερή συμβουλή του. Νομίζω ότι έχει δίκιο.
Αλλά, πάλι, πώς να κρατήσεις το έξω, όταν το μέσα σε τραβάει απ’ τα μαλλιά; Και πόσο να αντέξουν οι κουρασμένες δυνάμεις απ’ το παρελθόν σου μπροστά στις ντοπαρισμένες ελπίδες απ’ το μέλλον σου; Άλλωστε, πόσο ακόμα να τηλεφωνείς και να ψάχνεις τους πιο απίθανους γνωστούς σου, για να καταφέρεις να στήσεις μια στοιχειωδώς ευπρεπή παρουσίαση;

Ειλικρινά, δεν ξέρω.
Προς το παρόν κρατώ τα λόγια του Ταρκόφσκι: αν βγαίνει κάτι απ’ την ψυχή, θα βρει το δρόμο του.
Αυτό επέλεξα να κάνω. Για τώρα. Μετά δεν ξέρω. Ειλικρινά δεν ξέρω.