Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Παραλειπόμενα παρέλασης ( ...στο περίπου... )

Αυτές οι γραμμές γράφονται σχεδόν αμέσως με την επιστροφή από την μαθητική παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, όπου παρευρεθήκαμε οικογενειακώς, ομοθυμαδόν και ασκαρδαμυκτί σύσσωμοι πρεσβύτεροι και νεώτεροι, λόγω και της συμμετοχής της κόρης μας ως «παραστάτριας»
Όλοι ξέρετε πως είναι αυτές οι καταστάσεις και όσοι δεν ξέρετε θα μάθετε οσονούπω…
(Δεν θέλω κακεντρεχείς και μειδιόντες συνειρμούς τύπου: «Ρε Βλάχε αφού έχεις δηλώσει πως δεν γουστάρεις τις παρελάσεις , τι ιδεολογική τούμπα είναι ετούτη;;» Κάντε παιδιά και θα σας δω μετά….και δεν είναι «τούμπα», είναι στρατηγικός ελιγμός. Γιατί όταν θα ζητήσω στα γεράματα ένα ποτήρι νερό, δεν θα μου το φέρετε εσείς εξυπνάκηδες, αλλά ευελπιστώ να μου το φέρει ο γαμπρός της κόρης μου…. Γιατί από την ίδια χλωμό το κόβω, να’ ναι καλά το αστέρι μου!!… Πλάκα κάνω ρε, μην τσιμπάτε…)
Άρχισα τις παρενθέσεις, σκατά ανάρτηση θα βγει…
Τέλος πάντων…

Καθίστε να πάρω μια ανάσα, να πιω μια γουλιά καφέ, να στρίψω ένα τσιγάρο και να τραβήξω μια ρουφηξιά…

(Άνοιγμα παρένθεσης…

Εμ, τα ‘πα εγώ δεν τα ‘πα;;;

Ρε πστη μου, τι μαλακία είναι όταν καπνίζεις στριφτά και βρίσκεσαι σε παρέλαση….
Άντε να στρίψεις, να βγάλεις χαρτάκια, να βάλεις φίλτρο, να ανοίξεις την καπνοσακούλα, να βάλεις τον καπνό, να δαγκώνεις σαν τον ΡανΤανΠλαν την καπνοσακούλα στο στόμα – γιατί δύο χέρια έχεις γαμώ την φύση με τις ατέλειές της και τα θέλεις και τα δύο για να στρίψεις το γαμημένο το τσιγάρο γαμωτιςεξαρτήσειςμουμέσα, ενώ ταυτόχρονα , θα πρέπει να κρατάς την «μπανάνα», την κάμερα γιατί το έτερο ήμισυ είναι ικανό να βγάλει όλες τις πλάκες του πεζοδρομίου, ΕΚΤΟΣ από την κόρη μας, να πρέπει να κάνεις αγωνιώδεις και αγχωμένες ζογκλερικές προσπάθειες να ισορροπήσεις ανάμεσα σε καροτσάκια, παιδάκια με μπαλόνια και σημαιάκια που τα πάνε πέρα δώθε σαν δόρατα τα σκασμένα, υποβασταζόμενες γιαγιάδες με «πι», παππούδες με μαγκούρες, πικετοφόρους διαδηλωτές κατά της ακρίβειας, καμακοφόρους νεανίες σε αναζήτηση θηραμάτων που κρατούν και κοιτούν όχι που πατούν, αλλά τα κινητά μπροστά τους σαν ραβδοσκόποι (τι διάολο με GPS γίνεται το καμάκι στις μέρες μας;;;) , κάτι κόπρους που μες την χλαπαταγή και την πολυκοσμία δεν τους βλέπεις, μόνο τους αισθάνεσαι να περνάνε ανάμεσα στα πόδια σου και λες τώρα με άρπαξε κανένα εθνικιστικό Άλιεν γαμώ την ατυχία μου μέσα και δεν έχω ξεπληρώσει το σπίτι ακόμη και πάνε και οι δίσκοι και σκατά δεν έχω αλλάξει σλιπάκι, θα μου πέσει και η κάμερα μην σπρώχνετε ρε μαλάκες την πίστη μου μέσα, ΟΥΝΟΙ!, ΤΑΤΑΡΟΙ!, ΒΗΣΙΓΟΤΘΟΙ!, να μην το κάνω πεδίο μάχης εδώ πέρα και έχω και την οικογένεια δίπλα!
Σκατιάρηδες!

ΤΙ ΖΜΠΡΩΧΝΕΙΣ ΡΕ ΘΕΙΑ;; ΠΟΥ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΩ; ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΩ ΠΑΡΕΙ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΝ ΝΕΡΑΤΖΙΑ;; ΤΙ ΘΕΣ, ΝΑ ΑΝΕΒΩ ΠΑΝΩ ΤΗΣ;

Έλεος ρε πστη μου!!!…
Πώς να στρίψω τσιγάρο μετά;
… και άντε το έστριψα πες, ΠΩΣ ΝΑ ΤΟ ΑΝΑΨΩ;
Αφού κάνεις ακροβατικά σαν τον πιγκουίνο, να ψάχνεις τις τσέπες να πετύχεις τον ξεφτιλισμένο τον αναπτήρα, όχι δεν είναι σε αυτήν την τσέπη, ούτε στην άλλη, κάτσε να πάρω λίγο το χέρι μου, να ψάξω στην κωλότσεπη, ούτε εκεί έιναι, ούτε στο μικρό τσεοπάκι, , κοιτα ρε Έφη στην άλλη κωλότσεπη, δεν φτανω εγώ, , τίποτα…;;;;…Δεν…;;;, ;; δεν πειράζει ξύσε λίγο εκεί που το έχει ς τώρα, έλα ρε, κανείς δεν σε βλέπει, μην ντρέπεσαι, καλά χέστο και να ο σκατοαναπτήρας στο τσεπάκι στο πουκάμισο τον είχα βάλει για να μην το ν ψάχνω ο πυροβολημένος,
Πάς να ανάψεις λοιπόν το τσιγάρο (ναι εντάξει μαλακία μου το ξέρω, ασυναίσθητες κινήσεις , τι να πεις;;…) και μου την πέφτουνε σε χρόνο ντε-τέ, σύζυγος, μάνα, τα παιδιά, οι δίπλα, οι από πίσω, οι παραδίπλα και γαμήθηκες που γαμήθηκες για να το στρίψεις, ΤΟ ΠΕΤΑΣ ΜΗΝ ΧΕΣΩ, για να μην ενοχλείς τους γύρω.
Και έχεις εκεί πάνω στην τσατίλα, την στρωμούρα, την θειά που με έχει εξαναγκάσει να συνουσιάζομαι με την νερατζιά, να σκάει και ο τρακοδόρος της περιοχής που του μύρισε ο αρωματικός καπνός και να σου λέει ξελιγωμένα:
«Θα μου στρίψεις ένα ρε φίλε;;;» !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
….Ακόμη τρέχει…
Σκατά το κάπνισμα στις παρελάσεις λοιπόν….
Κλείνει η παρένθεση)

Που ήμουνα ρε σεις, γιατί το έχασα….
Α ναι, λοιπόν ήπια λίγο καφέ, έκανα και ένα τσιγάρο, αλλά τα ματάκια μου κάνουν ακόμη πουλάκια, οι κόρες τους είναι διασταλμένες, νοιώθω τους σφυγμούς μου αυξημένους, πράγμα που σημαίνει πως υπεραιματώνεται η καρδιά μου, πράγμα που με την σειρά του σημαίνει πως τεστάρονται οι αντοχές του κυκλοφοριακού μου συστήματος.
(ω ρε τεράστιε, τα σεμινάρια εθελοντή διασώστη , κάτι μου μάθανε τελικά!..)

Μην κάνετε όμως αυθαίρετους συνειρμούς!

Δεν είμαι έτσι «ξαναμμένος» ούτε λόγω της επετειακής επίδειξη πατριωτισμού, ούτε η αίσθηση της ιστορικής συνέχειας και συνέπειας με τα υψηλά ιδανικά των προγόνων, ούτε η εθνικο – τσαμπουκαλεμένη συγκίνηση της ημέρας, ούτε οι Γαλανόλευκοι Κυματισμοί, ούτε η ανύψωση του Εθνικού Φρονήματος…

Άλλου είδους ανύψωση είναι η αιτία….

Να ξεκαθαρίσω εξαρχής, πως ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΛΑΥΝΟΥΣΑ ΝΕΟΛΑΙΑ!
Το «έχετε» έτσι;;
Μην αρχίσει κανείς αυθαίρετους συνειρμούς
(το ξανάπα αυτό αλλά εντάξει, καταλαβαίνετε τώρα, έξαψη, Βλάχος, ξέρετε εσείς…)

Στο ζουμί λοιπόν:

Ρε σεις, είναι η φαντασία μου ή μεγάλο μέρος του γυναικείου πληθυσμού που πηγαίνει σε παρελάσεις, είναι ντυμένες λες και μόλις γυρίσανε από τα μπουζούκια;

Προσοχή για να μην με πείτε μισογύνη, σεξιστικό γουρούνι κλπ κλπ

Διευκρινίζω πως ΔΕΝ αναφέρομαι σε ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, αλλά έχω διαπιστώσει μια αυξητική τάση τις τελευταίες χρονιές.
Με την επιστημονική μέθοδο της παρατήρησης, έχω εντοπίσει μάλιστα πως, ηλικιακά το συγκεκριμένο target group κυμαίνεται μεταξύ 25 και 40 ετών («πραγματικών» έτσι;; όχι χωρίς τους Μάηδες και τα καλοκαίρια…)

Τι στράς βλέπεις, τι φωσφοριζέ ζώνες, τι φραμπαλάδες στα φορέματα, τι ντεκολτέ αβυσσαλέα με το βυζί να έχει γίνει σαν λουκουμάς έτοιμος να πεταχτεί έξω από τον ταμπλά, τι κάτι κολά(ρα)ν του θανάτου με κάτι ημίκοντες πουκαμίσες, τι κάτι χαμηλοκάβαλα (αλλά ΠΟΛΥ ΧΑΜΗΛΑ λέμε!!!) ελαστικά παντελόνια που κρύβουν μόνο «το κέντρο του σύμπαντος»…

Μέσα λοιπόν στην στρωμούρα, να το σκηνικό να ακούς από δίπλα σου την άλλη με τέσσερις στρώσεις λιπγκλος και το τσιτωμένο διαφανες πουκάμισο με το γαλαζωπό γουωτέρμπρα να λέει στην φιλενάδα της «Αχ κράτα Βίκυ μου να βγάλω την ζακέτα, έσκασα!» και να τσιτώνει τα απειλητικά κουμπούρια της μες’ στα μούτρα σου, και να λες τώρα θα φύγει το κουμπί της και πάνε τα γυαλιά μου, προς τα πού κοιτάει η Έφη και φοράει τα γυαλιά της και δεν μπορώ να δω που εστιάζει μην μου ‘ρθει καμιά αγκωνιά στα πλευρά, και δωσ’ του να τεντώνεται να βγάλει την ζακέτα και να κοιτάει λοξά και δώσ’ του η θειά να με σπρώχνει στην νερατζιά, να δεις γλυκό του κουταλιού θα μου γίνει στο τέλος…
Ένας παππούλης που ήταν και κοντούλης ο έρμος και ήταν σχεδόν δίπλα μου, γυρίζει να δει για τι στριμωχνόμαστε έτσι και του ΄ρχονται τα κουμπούρια στην μύτη γύρισε ο μάτης του του καψερού, πρέπει να του έφυγε και ο καταρράκτης, έμεινε κάγκελο λέμε, λέω τώρα θα την δαγκώσει να το δεις, πάει λέω τον χάσαμε τον παππού, τι ασφάλεια να έχει, τα υπογλώσσια να τα έχει μαζί του, πώς να τον μαζέψουμε έτσι και λιποθυμίσει.
Βγάζει επιτέλους την ζακέτα η λεγάμενη, κόκκαλο μιλάμε ο παππούς, ακούνητος τσολιάς του 1 και 60, «Τι κοιτάτε;» του λέει αυτή, «Δεν κοιτάω κοπέλα μου, αναπολώ!!..» της απαντά χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.
Συγχίστηκς η άλλη, έφυγε αγκαζε με την φίλη της, κουνώντας απειλητικά τα κουμπούρια της στο διάβα της.

Τραβιέμαι κάποια στιγμή πίσω να καταφέρω να ανάψω το ξεφτιλισμένο για τσιγάρο, μένει μόνη της η νερατζιά – σιγά μην πήγαινε άλλος δίπλα στην θειά που ζμπρωχνε, είναι και κάτι άλλοι παππούδες δίπλα μου, πάνω σε ένα μαρμαράκι μιας βιτρίνας, να σου τέσσερεις μικρομάνες – μάλλον- να προσπαθούν να περάσουν γρήγορα μπροστά με τις μηχανές στα χέρια, για να τραβήξουν ποιος ξέρει τι, κανένα βλαστάρι τους, κανένα ανίψι τους, ποιος ξέρει, τέλος πάντων, βγάζει μια μικρή φωνή η μία «Stop! Μου βγήκε το σανδάλι!» (που πας κοπέλα μου σε στριμωξίδι παρέλασης με σανδάλι, ;;;!!!!), κόκαλο οι άλλες και σκύβουν όλες μαζί να βοηθήσουν.

Ε, πως έμεινε η τζαμαρία στην θέση της δεν μπορώ ακόμη να καταλάβω….

Ξεπρόβαλλαν τέσσερα στριγκάκια από τα παντελόνια και τις φουστίτσες (2 μαύρα, 1 κόκκινο και 1 γαλάζιο), λόγω του βαθέως καθίσματος και της επίκυψής των, άρχισαν δίπλα οι παππούδες τα «Ωχ μανούλα μου:», «Ζήτω, σου λέω ζήτω!», «Που’ ναι τα γυαλιά μου γαμω το *&^$%@$#@#$@ μέσα!», οι άρρενες που ακολουθούσαν έχουν κοκαλώσει έχει γίνει μποτιλιάρισμα χειρότερο από εκείνο της Κατεχάκη, η θεία απέναντι βρήκε άλλο θύμα και ζμπρώχνει έναν πιτσιρικά με πανικοβλημένο βλέμμα πάνω στην νεραντζιά, τα παιδιά με ψάχνουν, η Έφη μου κάνει κάτι ακαθόριστα νοήματα, εγώ κοντεύω να τελειώσω το τσιγάρο, ο μπάρμπας δίπλα μου ασυναίσθητα κρατιέται πάνω μου να μην πέσει από την προνομιούχα θέση πάνω στο πεζουλάκι, τα μάτια του καρφωμένα μάλλον στο κόκκινο στριγκάκι και τραγουδάει μέσα από τα δόντια του «Σημαιοφόρος θα γενώώώώ…», ενώ από τα μεγάφωνα ακούγονταν εμβατήρια για ανύψωση του ηθικού…
Ω, ναι! Ανυψώθηκε λέμε, ανυψώθηκε!!!…

«Χάϊντε θείο! … και την 25 η Μαρτίου, να έρθουμε νωρίτερα να πιάσουμε εδώ θέση, έχει καλή βίγλα….!!!»
Γυάλισε το μάτι του και ξανάπιασε το τραγούδι!….

…. Και μην ξανακούσω κανέναν να λέει τίποτα προχωρημένα περί «κατάργησης παρελάσεων» και άλλα τέτοια, που θέλετε να κόψετε τις μικρές χαρές και απολαύσεις των παππούδων (... και τις δικές μας εδώ που τα λέμε... ), άκαρδοι, αναίσθητοι, απαίδευτοι, ΑΝΥΠΑΝΤΡΟΙ!!

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

"Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά..."



Δεν πιστεύω σε κανέναν Θεό. Εδώ και δύο δεκαετίες. Ξέκοψα, οριστικά. Ένεκα τα μαρξιστικά μου τα διαβάσματα, ένεκα η πρόσδεση της εκκλησίας στο άρμα της εξουσίας, ένεκα η μετάθεση του σωτηριολογικού αιτήματος στο επέκεινα. Ασφαλώς και φοβάμαι το μετά, αλλά προτιμώ να ζω με τον φόβο. Με το φόβο και με την πίστη ότι τίποτα άλλο δε θα μείνει πίσω μου πέρα από λίγο λιπασμένο χώμα.
Εν πάση περιπτώσει. Δεν είναι αυτό το θέμα μου.
Θέμα μου είναι μια πτυχή του κακού που προκάλεσαν οι λογής λογής Εφραίμ της εκκλησίας. Πήγα στο Άγιο Όρος. Πριν από μια εικοσαετία. Αλλά πιο πολύ σαν τουρίστας. Άγιους ανθρώπους δεν είδα. Ίσως γιατί δεν τους έψαξα. Εδώ όμως βρήκα δύο που αξίζουν τον ολόπλευρο σεβασμό μου.
Ο ένας είναι ο παπά Σταύρος. Είμαι σε θέση να ξέρω ότι κουβαλά πολλούς ασήκωτους σταυρούς. Βαρύτερους κι απ’ όσους μπορείτε να φανταστείτε. Μ’ ένα χαμόγελο όμως είναι όλη την ώρα. Λόγο κακό δεν άκουσα απ’ το στόμα του. Ακόμη και στα περσινά που τραβήξαμε στο σχολείο. Με τις υπεραναλήψεις συντηρεί την πολυμελή οικογένειά του, αλλά το φιλανθρωπικό του έργο είναι μνημειώδες. Του πήγα κάτι ρούχα πέρσι τα Χριστούγεννα. «Σε πειράζει, Παναγιώτη, αν τα δώσω σε μουσουλμάνους;». Αυτό βρήκε να με ρωτήσει. Κι εγώ τι να του πω του ανθρώπου; Ότι υποκλίνομαι; Λίγο θα ’ταν. Θυμίζω μόνο ότι ο εκλιπών Αρχιεπίσκοπος ήθελε να δώσει το επίδομα της τριτεκνίας σ’ όλους, πλην… των μουσουλμάνων της Θράκης.
Ο άλλος είναι ο π. Λίβυος. Βιάζομαι ίσως, αλλά νομίζω ότι το αισθητήριό μου δεν μ’ απατά. Εδώ η θεολογία επιστρέφει απ’ το επέκεινα, για ψηλαφίσει με ανθρωπιά και καταλλαγή τον πόνο και να σταθεί κριτική απέναντι σε κάθε εξουσία, θρησκευτική και κοσμική. Μου θυμίζει τους καθολικούς ιερείς της Λατινικής Αμερικής που γαζώνονταν απ’ τους παραστρατιωτικούς, για να υπερασπιστούν το δίκιο των χωρικών. Σταλάζουν τα κείμενά του βιωμένο πόνο και καταπραϋμένη οργή. Μ’ ένα λόγο, σταλάζουν τα κείμενά του αληθινή ποίηση. Και τι άλλο μπορεί να ’ναι η αληθινή ποίηση από την επανάσταση των ιδεών και των συναισθημάτων; Τα κείμενα του π. Λίβυου σαλπίζουν μοναχικές επαναστάσεις.
Δεν με ενδιαφέρει που ’ναι ταγμένοι σε έναν λαθεμένο, κατά τη γνώμη μου, σκοπό. Μ’ ενδιαφέρει η στάση τους. Κι η στάση τους αποτελεί το μέτρο του σύγχρονου ηρωισμού, όπως εγώ τον εννοώ. Του σιωπηλού και ηττημένου. Μου θυμίζουν την εμβληματική και όχι επαρκώς αποκαταστημένη μορφή της αριστεράς. Μιλώ για τον Πλουμπίδη. Που έθεσε εαυτόν στη διάθεση της αστυνομίας για να σωθεί ο Μπελογιάννης. Που στήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα, ενόσω το κόμμα διαλαλούσε ότι «ροκανίζει τα δολάρια της προδοσίας», και αυτός ως την ύστατη στιγμή διατράνωνε την πίστη του στο ΚΚΕ.
Άνισα βέβαια μεγέθη. Άλλοι όμως κι οι καιροί. Αλλά υπάρχει και μια ομοιότητα. Δανείζομαι τον πολύ αγαπημένο στίχο του Σεφέρη «οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά». Φοβάμαι ότι με τους λογής λογής Εφραίμ πύκνωσαν πιο πολύ ακόμα τα σκοτάδια. Αυτοί θα συνεχίσουν να προχωρούν. Εμείς θα είμαστε πλέον σε θέση να τους βλέπουμε;
(κείμενο του px, επιλογή φωτογραφίας vlaxos)

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Ανοιχτοί Λογαριασμοί


Μια στεκιά στο μάτι του μοντεζούμα, Νίκος Νικολαΐδης, Greekworks.com, 2008, σελ. 440


Είναι το κύκνειο άσμα του Νικολαΐδη. Δεν πρόλαβε να το δει στα βιβλιοπωλεία. Πέθανε λίγο προτού να κυκλοφορήσει. Η ακριβή παρακαταθήκη του; Ναι, όπως άλλωστε κι ό,τι άλλο δημιούργησε. Έχουμε λοιπόν και λέμε.
Ήρωας ο Σπόρος. Κάτι απ’ τη μορφή του γνωστού τεντιμπόι των παλιών ελληνικών ταινιών, που τον γύριζαν κουρεμένο και μετανοημένο από γειτονιά σε γειτονιά προς δημόσιο παραδειγματισμό. Αλλά εκεί είχαμε την καρικατούρα του ανήσυχου εφήβου του ’50-’60 προς ικανοποίηση της μικροαστικής ηθικής. εδώ έχουμε την αυθεντική εκδοχή του ανήσυχου εφήβου του '50-’60 προς γελοιοποίηση της μικροαστικής ηθικής.
Διαπόμπευση υπάρχει, αλλά με άλλους όρους. Ο τεντιμπόι παίρνει την εκδίκησή του. Η απολαυστική χαρά της ζωής, που εκφράζεται μέσα απ’ τον ενστικτώδη αναρχισμό, την αλήτικη ξεγνοιασιά και την εσκεμμένη πρόκληση, στήνει απέναντι τις συντεταγμένες πορείες ζωής, που εκφράζονται μέσα απ’ τις ηθικές απαγορεύσεις, την υποκρισία και τη σεμνοτυφία, για να τις γιαουρτώσει. Κάθε σελίδα του βιβλίου και ένα ακόμα γιαούρτωμα, με τον ίδιο κάθε φορά θύτη. Το Σπόρο.
Μένει κάπου στα Τουρκοβούνια και συχνάζει σε μπιλιαρδάδικο. Φοράει μπλου τζιν και χορεύει rock ’n roll. Έχει τη δική του παρέα και χαίρεται το σεξ. Είναι ξαναμμένος για καβγά και δε χάνει ευκαιρία να προκαλεί. Ούτε το σχολείο ούτε οι σπουδές ούτε η δουλειά τον νοιάζουν. Ζει για το τώρα, έξω απ’ την υποβαλλόμενη ανησυχία για το μετά, και το ζει έντονα, έξω απ’ την επιβαλλόμενη νοοτροπία του μέτρου. Μ’ όλες τις δυσκολίες, τις απογοητεύσεις και τις ήττες που αυτό μπορεί να σημαίνει. Όπως και να ’χει, κερδισμένος βγαίνει. Αυτός τουλάχιστον έζησε τη ζωή του.
Μέσα απ’ την εξιστόρηση αυτής της ζωής, ο αφηγητής σκιαγραφεί το πορτρέτο μιας ολόκληρης γενιάς. Είναι η ροκ φυλή της δεκαετίας του ’60 που δεν πολυνοιάζεται να σώσει τον κόσμο, γιατί θέλει πρώτα να σώσει τον εαυτό της, και κατά συνέπεια στρέφεται εναντίον του κοινωνικού συντηρητισμού που της αρνείται ακόμη και αυτό το δικαίωμα στον εαυτό της. Υπάρχει όμως μια ορατή αδυναμία, που είναι ενδεχομένως συνειδητή, ίσως και ηθελημένη: ελλείψει πολιτικής συνείδησης, η αντίδραση υλοποιείται όχι μέσα από ιδέες αλλά από συναισθήματα, όχι μέσα από οράματα αλλά από στάσεις κι όχι μέσα από προτάσεις αλλά από αρνήσεις. Και αυτό, τελικά, σημαίνει ότι είναι μια εύκολα αφομοιώσιμη αντίδραση: το σεξ έχει ήδη αρχίσει να διατίθεται εμπορευματοποιημένο και το μπλου τζιν είναι αφ’ εαυτού ένα ακυρωμένο σύμβολο επανάστασης. Αναπόφευκτα, οι πιο πολλοί κουράζονται και αποσύρονται. Χωνεύονται απ’ το σύστημα. Άλλοι πάλι που θέλουν να ακολουθήσουν το όραμά τους χάνονται για πάντα. Κάποιοι πεθαίνουν από φυσικά αίτια.
Ο ήρωας φαίνεται να σώζεται. Τον σώζει η μετάβαση απ’ τον παρορμητισμό της πρώιμης εφηβείας στην ωριμότητα της στοχαστικής νιότης. Σαν να καταλαβαίνει ότι πήγε να χτίσει τη ζωή του με τα υλικά του παλιού κόσμου που υποτίθεται ότι γκρέμιζε. Στο δεύτερο μισό του βιβλίου υποχωρεί ο εγωισμός και η αυταρέσκεια, το νταηλίκι και ο μισογυνισμός, που τον χαρακτήριζαν σ’ όλο το πρώτο μισό. Τώρα υπάρχει η τέχνη κι η αγάπη. Τα πολιτικά γεγονότα δεν τα προσπερνά πλέον ξώφαλτσα ούτε και συμμετέχει με ελαφριά διάθεση. Τώρα τα πολιτικά γεγονότα τον συντρίβουν. Έχει πια επιβληθεί η δικτατορία.
Πρωτοπρόσωπη η αφήγηση, ορατά αυτοδιηγητική, καταιγιστική στην πλοκή της. Αποδίδει κατά βάση γραμμικά τη διαδοχή των γεγονότων και συνήθως εκκινεί από πρόδρομες αφηγήσεις που υποβάλλουν την αίσθηση της συνεχούς παρουσίας του χτες στο σήμερα και της μνήμης στη σκέψη. Η γλώσσα, άστικτη, επιθετική, τραχιά και ασθματική, απόλυτα στοιχισμένη με το περιεχόμενο, διατηρεί ολοζώντανο το ύφος της αργκό, αναδεικνύοντας την αισθητική διάσταση που μπορεί να έχει μια γλώσσα αμφισβήτησης.
Εν ολίγοις, ένα απολαυστικό μυθιστόρημα. Που δεν εξυμνεί, δε νοσταλγεί, δε νεκρολογεί μια γενιά. Ο Νικολαΐδης δε στέκεται σ’ απόσταση απ’ τη γενιά του. ο Νικολαΐδης είναι η ίδια η γενιά του. Ακριβέστερα εκείνο το κομμάτι που δεν απέθεσε τα όπλα και συνέχισε να προχωρά, συνομιλώντας με τις μνήμες, τις εμπειρίες, τις χαρές και τα λάθη της γενιάς του. Το βιβλίο του είναι η μεστή σύνοψη αυτής της συνομιλίας.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Δεν έχει σημαία στο μπαλκόνι μου

«Επετειακή» η ημερομηνία, σε αρκετά μπαλκόνια σηκωθηκαν τα λάβαρα της «εθνικής πιστοποίησης», στο δικό μας όμως δεν θα βάλουμε.
Είναι συνειδητή επιλογή,
επειδή:


  • θεωρώ τουλάχιστον υποκρισία, το να ανεμίζει κανείς ένα λάβαρο που - και καλά - προσδίδει «εθνική υπερηφάνεια και ταυτότητα», την ώρα που κατασκευάζεται κυρίως από ανασφάλιστους και εξαθλιωμένους λαθρομετανάστες, από τούρκικο κυρίως ύφασμα, σε παράνομα φασονάδικα Ελλήνων αεριτζήδων

  • είναι πολλά τα cayenne και τα SUV που κυκλοφορούν με ελληνικά σημαιάκια (πως λέμε δηλαδή, "φιλοπαναθηναϊκός Γαύρος = καμιά σχέση;;; Ε, αυτό ακριβώς)

  • το σπίτι δεν είναι ακόμη δικό μου. Είναι υποθηκευμένο για 30 χρόνια μέχρι να ξοφλήσω το δάνειο. Και στο κάτω – κάτω, σπίτι είναι όχι θαλαμηγός

  • είμαι της άποψης πως «αγώνες» και «νεκροί» θα έπρεπε να τιμώνται με επιδεικνυόμενες "συμπεριφορές" και όχι με "επετείους"

  • στην προσωπική μου αντίληψη και σε καθημερινή βάση, «Εγώ» είμαι η «ταυτότητά» μου

  • έχω το βίτσιο να μην με ενδιαφέρει το «φαίνεσθαι» αλλά το «είναι»

  • χρησιμοποιώ πολλές φορές την φράση «Έλληνας είσαι και φαίνεσαι» και μάλλον είναι κατανοητό ΜΕ ΠΟΙΑ ΕΝΝΟΙΑ (και δεν είναι η "καλή")

  • δεν έχω καμιά όρεξη να «συντάσσομαι» με Ρουσόπουλους, Βουλγαράκηδες, Βελόπουλους, Άδωνες, Βορίδηδες, Καρατζαφέρηδες, Μιχαλολιάκους και τους υπόλοιπους των «300». (Για την ακρίβεια, τα αισθήματα είναι "αμοιβαία": Όσο χεσμένο με έχουν αυτοί, άλλο τόσο τους έχω και εγώ...)

  • έχω ψάξει (και πιστοποιήσει) το γενεαλογικό μου δέντρο μέχρι επτά γενεές πίσω, αλλά μόνο από την «ανδρική» ρίζα του πατέρα μου. Που ξέρω τι έπαιξε στις υπόλοιπες ρίζες;;;

  • δεν νοιώθω «να έχω την νίκη στο DNA μου» και δεν φαντασιώνομαι γονιδιακή «υπεροχή» ή «περιούσιους» λαούς

Το «ζουμί» βέβαια, βρίσκεται στην συζήτηση που θα κάνω με τα παιδιά μου για να τους εξηγήσω…

Στην παρέλαση θα πάμε όμως και σημαιούλες θα τους πάρω (αν ζητήσουν)…


Α!! και ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ σε όσους και όσες γιόρταζαν χθες...

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Σκαλώματα


Σκάλωσα απόψε…

Σε αέρηδες και αλλοτινές οσμές
σε θύμησες- προσκυνήματα,
με ινδικά φουλάρια και φθινοπωρινές λιακάδες,
σε νότες σπασμένες,
σε στιγμές ακίνητες,
βαλσαμωμένες σε φωτογραφικό χαρτί

Αναγνωρίση στοιχείων ξανα στα γνώριμα ίχνη της ψυχής,
με την αίσθηση του "Ακόμη" στα υγραμένα χείλη,
κοιτάζω τα χάρτινα μάτια και αναρωτιέμαι πώς να΄ ναι τώρα…

Εδώ το μπουκαλάκι με το άρωμα Charlie,
εδώ το δαχτυλίδι,
το βραχιόλι το δερμάτινο με την γαλάζια πέτρα,
εδώ το ασημένιο μενταγιόν,
εδώ το ξεραμένο λουλουδάκι του Αντίο μας...

Κοριτσίστικα ονοματα,
Σαν θραύσματα άδολης αφέλειας
Θησαυροί θαμμένοι με ένα κόκκινο Χ πάνω τους, ποτέ να μην ξεχάσω…
Μεθυσμένα βήματα σε πλακόστρωτα σοκάκια
με ένα γέλιο πάνω στις ψυχές μας
και Φως το μέσα μας
Μια κρεμασμένη από τα ματόκλαδά μας υπόσχεση,
συνοδεία στις άτσαλες προσπάθειες να γίνουμε, να μάθουμε…

Μην κουνάς το κεφάλι και χαζογελάς, τα ξέρεις αυτά…

Αμέτρητα τα σκαλοπάτια στην σκάλα του εξανθρωπισμού μας,
ατέλειωτα τα γυμνάσματα στην εκγύμναση του Εγώ μας

Οι Χαμένες Ομορφιές, είναι αιτίες και αφορμές για το τώρα…

Χρωστάω πολλά σε πολλούς,
δεν μου χρωστάει κανείς τίποτα,
εντάξει... ίσως κανένα χαμόγελο

Μόνος εγώ υπόλογος και συνεχιστής
υπαίτιος και αλχημιστής
λυτρωτής και σαλεμένος
τιμητής και παραβάτης,
εσύ κομμάτι από το Τάμα μου,
έχω ανάγκη απλά να είσαι, για να μπορώ να είμαι


Μια εικόνα,
αγκαλιά σε αγουροξημερωμένους πράσινους λόφους,
με μια κουβέρτα για δύο
γνωρίζοντας και αψηφώντας προκλητικά ότι έρχεται
με άγνωστες ακόμη τις τύψεις και τις ενοχές
να παλεύουμε να αφουγκραστούμε την Ανατολή

Τακτοποιημένη αλλά θολή η ζωή στα σωσμένα του υπολογιστή μου,
Γεμάτα από άϋλα τα «Αγαπημένα» μου,
Σκόνες πια και σπασμένα είδωλα οι ένοικοι των Σκιών μου

Ελπίζω μοναχά να έμεινε κάτι καλό να θυμάσαι από το ταξίδι…

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Ιδεολογικές εσχατολογίες

Δε συμμερίζομαι την αισιοδοξία τους: η πρόσφατη οικονομική κρίση σηματοδοτεί, λένε, την πτώση της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Στη θέση της μια παρατεταμένη περίοδος περι­σπασμών, ώσπου να αναδυθεί η νέα αυτοκρατορία. Ο βασιλιάς πέθανε. Ζήτω ο νέος βασιλιάς. Το ποιος όμως θα ’ναι καθόλου δε με ενδιαφέρει. Το δυστύχημα είναι ότι θα ’ναι.

Θα ’ταν πολύ ωραίο για να ’ναι αληθινό: η πρόσφατη οικονομική κρίση σηματοδοτεί, λένε, την απαρχή της κατάρρευσης του καπιταλισμού. Ελλείψει εναλλα­κτικής πρότασης, ελλείψει κοινωνικής συλλογικότητας, ελλείψει ενιαίου οράματος η πρόβλεψη ουδόλως διαφέρει από τον εσχατολογικό οραματισμό κάποιων θρησκευτικών σεχτών που όλο περιμένουν τη Δευτέρα Παρουσία και Δευτέρα Παρουσία δεν βλέπουν.

Δε μοιράζομαι τη χαρά τους: πήραν το μάθημά τους, λένε, οι αεριτζήδες και οι πλιατσικολόγοι των χρηματιστηρίων και των τραπεζών. Όμως κι άλλοι αεριτζήδες κι άλλοι πλιατσικολόγοι περιμένουν στην ουρά από πίσω, καθότι δουλεύει υπερωρίες εδώ και αρκετές δεκαετίες το εκκολαπτήριο του καπιταλισμού. Το να χαίρομαι γιατί κάποιοι ανάμεσά τους τιμωρούνται απ’ το σύστημα που υπηρέτησαν με αυταπάρνηση δεν κάνει τίποτα άλλο από το να διασκεδάζει τις δικές μου ιδεολογικές ματαιώσεις.
Νομίζω, τελικά, πως ό,τι συμβαίνει δεν είναι τίποτα άλλο από μια ακόμη οικονομική κρίση και μάλιστα τόσο δραματοποιημένη, ώστε να δικαιολογηθεί η περαιτέρω συρρίκνωση των ήδη συρρικνωμένων κεκτημένων και να δικαιολογηθούν ως αναγκαίο κακό οι κοινωνικές εκατόμβες που προϋποτίθενται για να ξαναδουλέψει σε υψηλές στροφές η αλεθομηχανή του καπιταλισμού. Το ’χει, άλλωστε, κάνει πολλές φορές ως τώρα.

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

Δοκίμασα, αλλά δεν…



Δοκίμασα, δεν μπορείς να πεις…

Το πάλεψα και το παλεύω, μου το αναγνωρίζεις αυτό…

Έπαιξα μαζί του, λίγο άτσαλα είναι η αλήθεια, αλλά το κατάλαβες θαρρώ…

Προσπάθησα να μην πολυσκέφτομαι, να γίνω «όσα πάνε κι όσα έρθουν», κοστούμι δανικό το ένοιωθα…

Ασφάλισα τον συναισθηματισμό μου σε παλιακά σεντούκια, εκείνα τα βαριά, που κλείνουν με σιδερένια μάνταλα, λουκέτα και αλυσίδες…

… Χουντίνι όμως πανάθεμά τον, ξανάβγαινε έξω σαν κομμένα φύκια στο κύμα, με ένα χαμόγελο οίκτου στα μούτρα του…

Μαραζώνω μαλάκα μου…

… με μια αίσθηση θηλεία,
πως τίποτε δεν είν’ δικό μου και τίποτε ποτέ δεν ήταν…

Λέω να βαρέσω tatoo στο μέτωπο:
«Δίδεται αντιπαροχή το περιεχόμενο, για μια τζούρα αληθινού»

Έχω μεγάλο κούτελο, θα χωρέσει υπολογίζω…

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

Πτωματοφάγοι Λεξοθήρες

Επιζητούμε το φρέσκο και το υγιές,
το καλύτερο κομμάτι,
με το πολύ ζουμί, την τραγανιστή κρούστα
και εκείνο με την πληθώρα
των βιταμινών
και ιχνοστοιχεία,
σε μαγαζιά με βιτρίνες και πάγκους,
που αραδιάζουν τα καλούδια τους
και διαλαλούν σιωπηλά – συνήθως - την πραμάτεια τους.
Ονοματίζουμε την ντροπή μας σεβασμό,
τις ενοχές μας πνευματικότητα,
την ανέχειά μας εκλεκτικότητα
όταν διαλέγουμε μαρούλια από τα καλάθια
και γιορμάδες από τα κοφίνια,
όταν παίρνουμε καρπούζια με την βούλα
και όταν καταναλώνουμε βιβλία και τυπωμένες λέξεις,
τρώμε πτώματα ιδεών και μουχλιασμένες φράσεις,
αντί να τις βιώνουμε ζωντανές την ώρα που γεννιόνται
πριν ακόμη γραφτούν,
πριν τυπωθούν,
πριν πουληθούν,
πριν διαβαστούν,
πριν γίνουν προσφορά….

Παραιτημένοι ιδεολόγοι,
ενοχικοί μικροαστοί,
ταξικοί προδότες,
Πτωματοφάγοι μου Λεξοθήρες,
Καλή μας όρεξη…

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Στα σκαλάκια


Βλέπω μαυροφορούσες γιαγιάδες καθισμένες σε σκαλάκια μονοκατοικιών,
με μελανιασμένα χέρια και πρησμένα πόδια
λωρίδες άσπρο και γκρι στα μαλλιά τους,
θολό το βλέμμα, εστιασμένο αλλού,
με μόνιμη υγρασία στα ματοτσίνορα και τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατα
να μετράνε ανάσες και πλάκες πεζοδρομίου,
να μισοασπρίζουν τις νεραντζιές του δήμου,
να μαζεύουν ξερά φύλλα και να βρέχουν τα πεζοδρόμια
με ευλάβεια σαν τελευταία μεταλαβιά
και να σταματούν μόνο όταν περνάνε μαμάδες με παιδικά καροτσάκια,
για να μπορέσουν κοιτάξουν το μωρό
Και βλέπω τότε,
τα μάτια τους να ξεθολώνουν και να σπινθηρίζουν.
διαμάντια σε προθήκη ακριβού κοσμηματοπωλείου,
να τεντώνεται το δέρμα στο πρόσωπο και οι ζάρες τους να εξαφανίζονται,
να λάμπουν ολάκερες και να ισιώνουν το κορμί
και σαν να σκουραίνουν τα μαλλιά, σαν να κελαρύζει η φωνή,
λες και τους χαρίζουν τα χρωστούμενα τους, αναποδογυρίζοντας την ροή του χρόνου

Μέχρι να φύγει το καρότσι και να πάρει μαζί την ματιά τους και την στιγμιαία αναλαμπή…
Έπειτα, ξεσκονίζουν τα ασκόνιστα σκαλιά τους, ξαναπαίρνουν την θέση τους και σταυρώνουν τα χέρια κοιτάζοντας τον ουρανό μέσα από τα σύρματα στις κολώνες…

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

Πρόσκληση

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008 20:00 IANOS Αριστοτέλους 7 (Θεσ/νίκη)

Παρουσίαση βιβλίου
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Το παραμύθι του ύπνου»

Θα μιλήσει η ποιήτρια Αλεξάνδρα Μπακονίκα και ο πεζογράφος Παναγιώτης Γούτας.


Βροχές και καταιγίδες περιμένετε να σας ανακοινώσω. Κι εγώ που μέχρι πρόσφατα βροχές και καταιγίδες σας υποσχόμουν, κατά βάθος δεν τις ήθελα. Φοβόμουν την καταχνιά κι έτρεμα το θυμό τους. Αλλά όχι πια. Μια συνεχής κάψα από εδώ και πέρα ο καιρός, με τις θερμοκρασίες αφύσικα υψηλές για τα δεδομένα των εποχών και με τους καύσωνες να διαδέχονται ο ένας τον άλλο, χειμώνα και καλοκαίρι, φθινόπωρο και άνοιξη…

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

"Ου ρεζίλης"

Part II

Άναψε ακόμα ένα τσιγάρο. Κόντευε τρεις και ύπνο δεν είχε. Λες και στοίχειωνε το κρεβάτι του από τις αναμνήσεις.

«Και ποιος είσαι εσύ», τον ρώτησε ο καινούριος δάσκαλος. Τον έπιασε μεγάλη στεναχώρια. Εφτά χρόνια στάσιμος στην ίδια τάξη, ως κι οι πέτρες τονε ’ξεραν. Όλη μέρα γκάζες, μηλαράκια και κρυφτό στον αυλόγυρο του δημοτικού, όσο οι παλιοί συμμαθητές του τέλειωναν το γυμνάσιο κι έβγαζαν το λύκειο. Με το σπαθί του απέκτησε καλό όνομα στο χωριό και όλοι τον σέβονταν και τον αγαπούσαν.
Όταν θέλανε να πούνε ότι «αυτό δε γίνεται με τίποτα», λέγανε «όσο θα ξεσχολίσει ου Vlaxoυs, άλλο τόσο και εσύ θα πάρεις τα δανεικά που μου ’δωκες». Πήγαινε η μάνα του στις δασκάλισσες με τις καλαθούνες τα γάλατα και τα τυριά, να τις φιλοτιμήσει. Να τελειώσει την έκτη το παιδί, να πάρει το χαρτί, να βγει στον κόσμο. Ίδρωναν αυτές μέσα στην τάξη «πι πι το παπί», «να ένα τόπι, Λόλα», αλλά της έκτης δημοτικού δεκαεφτά χρονών μαντράχαλος αυτός και δεν καταλάβαινε τίποτα.
«Ιγώ ειμί ο Vlaxus ου Ρεζίλης» του απάντησε καμαρωτά. Πρώτο θρανίο, φάτσα κάρτα μπροστά στον αποσβολωμένο δάσκαλο, και από πίσω να γίνεται το σώσε. Γελούσαν και κορόιδευαν οι συμμαθητές του. Πετούσαν αεροπλανάκια, μολύβια και τσάντες στον αέρα. Δεν ήξερε γιατί. Κάτι όμως με το όνομά του είχε σχέση.
Έψαξε σε ένα λεξικό να μάθει. Διάβαζε «Α, α, α-βα-εί-ο, α-βα-θής, ά-βα-θος» αλλά ως εκεί μπόρεσε να φτάσει. Δυο ώρες για τέσσερις λέξεις. Μέχρι το "ρ" θα 'θελε πέντε έξι μήνες. Τα παράτησε.
«Και δε μου λες, ρε μπάρμπα» ρώτησε ένα θειο του «τι πάει να πει ρεζίλης».
«Ρεζίλης, πάει να πει “ι ξιφτίλας”, δηλαδή για να καταλαβαίνεις, ωρε κούτσκου, ισύ στα ελληνικά».
Πήρε ένα πινέλο. Έβαλε λίγη σβουνιά από τη στάνη και διόρθωσε το όνομά του.
«Ου ρεβίθης», έγραφε στο εξής πάνω στο πατίνι και στην κιθάρα του.
(To be continued)

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

Στο κελί 33

Δηλώνω την απόλυτη συμφωνία μου:

«Κάνει λάθος όλη αυτή η μαφία η οποία έχει εγκατασταθεί στην ηγεσία του Βατοπαιδίου και σε άλλες μονές. Κάνουν μεγάλο λάθος. Πιστεύουν ότι είναι στην άλλη ζωή η κόλαση. Μπορεί να μην υπάρχει η κόλαση. Εμείς ζητάμε τον κολασμό τους εδώ και τώρα. Ζητάμε τους Εφραίμ να βρουν τη σκήτη τους εκεί που πρέπει, να γαληνέψουν στον Κορυδαλλό ή σε άλλα σημεία στα οποία θα επιβραβευθούν οι πράξεις τους» (Αλέκος Αλαβάνος)

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

"Τώρα σε ποιον μιλώ;"

Part 1

«Τώρα σε ποιον μιλώ;» τον ρώτησε. Η απορία του συνομιλητή του τριβέλιζε όλη τη νύχτα τα αυτιά του. «Εύρηκα» αναφώνησε και τινάχτηκε μες στον ύπνο από το κρεβάτι του.
«Σε μένα μιλάς» θα του απαντούσε. Κι ας έβγαζε ο άλλος τα κάστανα απ’ τη φωτιά. Ο ίδιος μέχρι εκεί μπορούσε να φτάσει. Παραπέρα δεν ήξερε να πει.

«Ποιος είμαι εγώ;».
Το ερώτημα τον απασχολούσε από μικρό. Από μικρό μικρό. Τότε που φορούσε τα ρουχαλάκια της ξαδέλφης του και έπαιζε με τα άλλα τα κορίτσια λάστιχο στον αυλόγυρο της εκκλησίας του χωριού του. Τότε που έβαζε δυο φτερά από την σφαγμένη κοτούλα της γιαγιάς του και έτρεχε στις ραχούλες των βουνών του χωριού του και έκανε τον Ινδιάνο. Τότε που σήκωνε σούζα το πατίνι στα στενοσόκακα της γειτονιάς του χωριού του και έκανε τον κουρσάρο της ασφάλτου. Τότε που φώναξε τους μεγάλους στο μοναδικό καφενείο του χωριού του και ύστερα από δύο ώρες συναυλία κατάλαβε ότι είχε ξεχάσει να βάλει το βύσμα στον ενισχυτή.
«Μωρέ, γυναίκα μας σάλεψε του ζαγάρ» ψιθύριζε ο πατέρας με παράπονο κάθε βράδυ στη γυναίκα του. Πικραινόταν αυτή απ’ του κόσμου την καταφρόνια και έκρυβε στις παλάμες της το πρόσωπο. «Σαλεμένο ήταν από τα γεννιακά του, Μήτρο ’μ» του απαντούσε μέσα σε πνιχτούς λυγμούς.
«Ρεζίλης είσαι, ουρε» του ’πε μια μέρα ο πατέρας του. Χάρηκε. Επιτέλους ήξερε ποιος είναι. «Ου ρεζίλης» έγραψε πάνω στην κιθάρα και στο πατίνι του.


(To be continued)

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2008

Πρόσθετα "Ηλεκτρονικά Χνάρια"


Ψάχνοντας στο διαδίκτυο, πέφτω πολλές φορές σε διάφορα πολύ ενδιαφέροντα (για την ταπεινή προσωπική μου άποψη) blogs.

Η θεματολογία τους διαφέρει, από πολιτικά, σατυρικά, φιλοσοφικά, φιλολογικά, ποίησης, κοινωνικής κριτικής, φωτογραφίας, τεχνών και πάει λέγοντας…

Συνήθως, τα βάζω κατευθείαν σε link, στην διπλανή στήλη «Ηλεκτρονικά χνάρια», χωρίς άλλη αναφορά.
(Το ίδιο κάνει και ο px όταν καταφέρει να δει κανένα με την μπαχαλοσύνδεση που έχει…)

Θεωρητικά, όποιος ενδιαφέρεται και έχει χρόνο, ψάχνει μέσα σε αυτά τα links και μπορεί να βρει κάποια της αρεσκείας του.

Βέβαια, ο αριθμός τους πλέον έχει αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, που είναι πρακτικά αδύνατον να μπαίνω και να «ανταποδίδω» επισκέψεις, όσο και αν θα το ήθελα πάρα πολύ.
Ας με συγχωρήσουν λοιπόν που δεν ανταποδίδω πάντα «επισκέψεις».

Δεν είναι «έπαρση», ούτε «απαξίωση».

Έλλειψη χρόνου είναι…

Έτσι σήμερα, θα προσθέσω μερικά ακόμη στην «λίστα», όπου καλείστε να σερφάρετε.
Κάποια βέβαια, τα είχα ήδη προσθέσει πριν από καιρό...
Πιστέψτε με, θα βρείτε ενδιαφέρουσες "πραμάτιες".

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

Η "καταγραφή του χρόνου" (από τον "Στάθη")


ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΡΕ!
Από την χθεσινή Ελευθεροτυπία, Η περιγραφή της ελληνικής πραγματικότητας.
Σε προσωπικό επίπεδο, εδώ και χρόνια, τα γραπτα του και τα σκίτσα του αποτελούν σημείο αναφοράς.
Προσέξτε τον "δεμένο" "Μήτσο" στο σκίτσο, πως του έχουν δεμένα και τα ... καλαμπαλίκια
(ή μπορεί και να είναι τα χέρια του αυτά που φαίνονται, που ίσα ίσα πρόλαβε ο έρμος να τα βάλει "εκεί" και να "προστατέψει" ότι μπορεί, έτσι δεμένος που 'ναι...)
Απολαύστε και κλάψτε...
(Οι έντονες λέξεις και φράσεις, όπως δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα):
Τι (θα έπρεπε να) είναι ένας πρωθυπουργός;
Ενας συντηρητικός έστω πρωθυπουργός, ο οποίος όμως έχει πάρει τη λαϊκή εντολή αν όχι να σχεδιάσει (αυτός και η παράταξή του) και να εισηγηθεί τη στρατηγική για το μέλλον της χώρας, τουλάχιστον να νοικοκυρέψει κάπως το δοβλέτι και να φροντίσει για τα τρέχοντα και τα επείγοντα

έχοντας έστω στοιχειωδώς κατά νου τις ανάγκες (μην πω και τα συμφέροντα) του λαού - τι θα έπρεπε λοιπόν

ένας τέτοιος πρωθυπουργός (χαμηλών προσδοκιών) να κάνει;

Κατά τι προμηθεύς κι όχι διαρκώς επιμηθεύς, όταν ο Κ. Καραμανλής είχε προ τριετίας ήδη ερωτηθεί για το επικίνδυνο άνοιγμα ανάμεσα στα επιτόκια χορηγήσεων και καταθέσεων, δεν θα έπρεπε να έχει απαντήσει ότι «τα θέματα αυτά τα λύνει η αγορά»! Ιδού τώρα πώς τα λύνει..!

Οταν έσκασαν τα περίφημα «ομόλογα» ο κ. Πρωθυπουργός δεν θα έπρεπε να αφεθεί στο «φιλότιμο της Δικαιοσύνης», ούτε να επαναλάβει επί τα χείρω τον κυρ Σημίτη, στέλνοντας όποιον «έχει στοιχεία στον εισαγγελέα». Επρεπε ο ίδιος και η κυβέρνησή του

να σκαλίσουν το ζήτημα, να δουν τι κρύβει παραμέσα, τι συμπεριφορές υποθάλπει, τι κόσμο παράγει. Για χάρη του Μήτσου; Ναι για χάρη του Μήτσου που έδωσε την εντολή. Αντί του Μήτσου όμως

ο κ. Πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του επέλεξαν τα λαμόγια, το κουκούλωμα, τις μπίζνες ας γιούζαλ.

Οταν έσκασε η υπόθεση με τις υποκλοπές ο κ. Πρωθυπουργός την έστειλε στο Αρχείο, ξεφτιλίζοντας για μιαν ακόμη φορά τον Μήτσο, εφ' όσον παραδεχόταν ότι ο Πρωθυπουργός ενός Μήτσου μπορεί να παρακολουθείται και να κάθεται σούζα

μπορούν να του βάζουν το μάτι τους στο αυτί του και να μη βγάζει κιχ! Ενας πραγματικός ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης πιστός τοις ρήμασι των Ανθυπάτων (κι ας έτριζε τα δόντια του από παράπονο κι οργή ο Μήτσος).

……………………

Οταν ο κ. Πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του υπέγραψαν με τους Ρώσους τη συμφωνία για τους αγωγούς, αναθάρρησε ο Μήτσος, πήρε λίγο πάνω του, σου λέει κάτι είμαι κι εγώ, δεν υπάρχω μόνον μέσα στο «εθνικό μου φαντασιακό», αλλά λειτουργώ στην πραγματικότητα, την επηρεάζω προς το συμφέρον μου.

Και τότε του κάηκε του Μήτσου η Ολυμπία! Εβαλε το μπουφάν του ο κ. Πρωθυπουργός, πήγε, είδε, απήλθε και η Ολυμπία ακόμα καίγεται. Καίγεται κι ο Μήτσος παντού. Στα λεφτά που δεν τον φθάνουν, στο σχολείο που δεν δουλεύει, στο νοσοκομείο που πεθαίνει, στην εφορία που τον κλέβει - παντού ψοφολογάει ο Μήτσος

μόνον οι άνθρωποι που διάλεξε ο κ. Πρωθυπουργός για να ρυθμίζουν τις τύχες του Μήτσου δεν ψοφολογάνε με κανέναν τρόπο! Μια χαρά τα πήγε ο κ. Βουλγαράκης. Πλούτισε και θα επανακάμψει. Οπως επανέκαμψε ο κ. Μαγγίνας.

Του Μήτσου τού ξεπουλάνε τα λιμάνια, αλλά αυτοί που του το κάνουν αυτό αγοράζουν σπίτια.

Σεμνότυφα αντί «σεμνά» (ο καθείς με τον πνευματικό του) και με αλαζονεία λόγω ατιμωρησίας αντί «ταπεινά», ένας ολόκληρος εσμός από νταβατζήδες, νεόπλουτους, κουμπάρους, καρτέλ, εργολαβοεκδότες, δογματικούς νεοφιλελεύθερους, παπαγαλάκια και συναφείς επιτηδευματίες έχει στήσει έναν κανονικό

Χορό των Καταραμένων

πάνω στην καμπούρα του Μήτσου

μπροστά στα μάτια του κ. Πρωθυπουργού
ο οποίος βρυχάται στο κόμμα του

να βγάλει τον σκασμό για τα πάθη του Μήτσου.

Και πάνω στο πιο καλό βγαίνουν και τα «χρυσόβουλα» από το χρονοντούλαπο της ιστορίας κι αρχίζουν κάτι τρισάθλιοι Ρασπούτιν τουρκοπροσκυνημένοι να βγάζουν τη γλώσσα στον Μήτσο

και να του γαμάνε τη μνήμη τού παππούλη του που ξεσηκώθηκε με τα άρματα και τα γράμματα, να του ξεσχίζουν τη μνήμη του παππούλη του τού Μικρασιάτη που ξεριζώθηκε κι έφθασε ώς εδώ με την εικόνα μιας Παναγιάς παραμάσχαλα

για να τη βουτήξει ο παπα-Εφραίμ, να τη μαγαρίσει και να της πει να λέει ότι «θέλει χτήματα», βακούφια και μετόχια.

Και ο κ. Πρωθυπουργός με την ψήφο του Μήτσου στα χέρια να παίζει τον παπά με τους νταβατζήδες, με τη διαπλοκή, με τα επιτόκια για τα χρέη του Μήτσου, με τις αλογοσκουφιές για το μεροκάματο του Μήτσου και με τις ελπίδες του Μήτσου για το αύριο, τα παιδιά, χέσ' τα!

Τέτοιους Αρχιερείς έχουμε, τέτοιος Πρωθυπουργός μάς αξίζει, σε αυτά τα γκάλοπ ομνύουμε, σε αυτούς τους πονηρούς πειθόμεθα, τέτοια δημοκρατία θέλουμε.

Χρωματιστά γουρούνια στην αγορά -ω μη με παρεξηγείτε, εις την τέχνην αναφέρομαι, όπως τα χρωματιστά γελάδια που εκόσμησαν την Αθήνα προ ολίγων ετών, δεν ενθυμούμαι τώρα επί ποίου σκανδάλου...

Καθότι τα σκάνδαλα πλέον έγιναν κάτι σαν τους Επώνυμους Αρχοντες, με αυτά μετράμε τον χρόνο...
ΣΤΑΘΗΣ Σ. 30.ΙΧ.2008 stathis@enet.gr
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 30/09/2008