Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

"Μαθήματα αμερικανικής ταυτότητας"


"HOMO AMERICANUS", Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου, εκδ. Καστανιώτη, Μάιος 2008, σελ. 445

«Από εδώ κι εμπρός οι Αμερικανοί θεωρούν κανονικά ότι αποτελούν τον νέο “περιούσιον λαόν”, ότι η αυτοκρατορία τους είναι ο καθορισμένος υπερασπιστής της χριστιανο­σύνης, ότι το κράτος και ο στρατός του είναι τα όργανα του Θεού εναντίον των εχθρών του, των απίστων».
Κι όμως: όσο αληθοφανές κι αν ηχεί το χωρίο, στην πραγματικότητα δε γράφτηκε για τις ΗΠΑ κι ούτε αναφέρεται στη μετασοβιετική παγκόσμια επικράτησή τους. Αλλάξτε τη λέξη «Αμερικανοί» και θα διαβάσετε αυτούσιο ό,τι στην πραγματικότητα έγραψε η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ για τους Βυζαντινούς, στη σελίδα 41 του βιβλίου της «Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας» (εκδ. Ψυχογιός).
Χρειάστηκαν λοιπόν τόσες πνευματικές αφυπνίσεις, τόσες κοινωνικές εξεγέρσεις, τόσοι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες, τόσα δικαιϊκά συστήματα, για να φτάσουμε εδώ που είμαστε, αλλά αρκεί η αλλαγή μιας λέξης για να αντιληφθούμε ότι σε ορισμένα πράγματα δεν είμαστε πολύ μακριά από εκεί που ήμασταν.
Τότε ήταν οι Βυζαντινοί, τώρα είναι οι Αμερικανοί και στο ενδιάμεσο βέβαια υπήρξαν και πολλοί άλλοι. Η ίδια αυτοκρατορική αντίληψη κι η ίδια οικουμενική θεώρηση και στη μια περίπτωση και στην άλλη, παρ’ ότι διαφορετικές οι ιστορικές συνθήκες της διαμόρφωσης και ακόμη πιο διαφορετικές οι ιστορικές συνέπειες της άσκησής τους. Αλλά αν για τους Βυζαντινούς έχουμε με τη βοήθεια τέτοιων βιβλίων τη δυνατότητα της επαρκούς γνώσης, τι στα αλήθεια γνωρίζουμε για τους Αμερικανούς που να ξεπερνά τον εγκαθιδρυμένο αντιαμερικανισμό μας και να συγκροτεί ένα αξιόλογο θεωρητικό σχήμα ερμηνείας και κατανόησης; Ψάχνω τη σχετική ελληνική βιβλιογραφία: από πενιχρή ως μηδαμινή.
Φωτεινή εξαίρεση το πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου («HOMO AMERICANUS», εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 2008). Πρόκειται για πολιτικό δοκίμιο που με αξιώσεις διεπιστημονικής μελέτης ερευνά τις θρησκευτικές, κοινωνικές, πολιτικές, φιλοσοφικές και ψυχολογικές συνιστώσες της αμερικανικής ιδιαιτερότητας, προκειμένου να αναδείξει τη διαδικασία συμπεριλήψεων και αποκλεισμών, ήπιας και βίαιης επιβολής, απ’ την οποία προέκυψε η αμερικανική ταυτότητα. Τέσσερα είναι τα κεντρικά προβλήματα που απασχολούν το συγγραφέα σε ισάριθμα κεφάλαια του βιβλίου σχετικά με το ρόλο της θρησκείας, τη θέση των μεταναστών, τη στάση της αμερικανικής αριστεράς και το θεωρητικό ρεύμα του πραγματισμού. Απ’ τη διεξοδική πραγμάτευσή τους προκύπτουν συμπεράσματα που εκτίθενται σε ένα πέμπτο, καταληκτικό κεφάλαιο, σχετικό με την ιδεολογική ταυτότητα που συνέχει τον HOMO AMERICANUS.
Αλλά πόσο εύκολο είναι να προσδιοριστεί μια τέτοια ταυτότητα σε καιρούς μεταιχμιακούς, κι ιδιαίτερα όταν μιλάμε για τις ΗΠΑ που μετέχουν πρωταγωνιστικά στις παγκόσμιες εξελίξεις και υφίστανται ταχύτερα από όλους τους άλλους τις συνέπειές τους; Τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο, αν λάβουμε υπόψη την πανσπερμία, τη διαφορετική προέλευση και τον ετερόκλητο χαρακτήρα των στοιχείων που συνέβαλαν στην πολιτισμική διαμόρφωση των ΗΠΑ και τον συνακόλουθο κίνδυνο της υπερτίμησης ή υποτίμησης ορισμένων ανάμεσά τους σε βάρος κάποιων άλλων.
Ο συγγραφέας έχει επίγνωση των δυσκολιών και θεωρώ ότι τις αντιπαρέρχεται με επιτυχία. Αναλύει την αμερικανική ταυτότητα δίχως εκπτώσεις ή απλουστεύσεις και αναδεικνύει τον πολυσύνθετο χαρακτήρα της στο εύρος, στο βάθος και στη λεπτομέρεια που της πρέπει. Διαγράφει λοιπόν την εικόνα ενός δυναμικού, συγκεχυμένου και εν πολλοίς αντιφατικού συνόλου στοιχείων, σε κατάσταση συνεχούς αναδιαμόρφωσης με βάση τις συμφέρουσες αλήθειες και τις αναγκαίες ψευδαισθήσεις που ανάλογα με το συσχετισμό κοινωνικών δυνάμεων, την εσωτερική ή εξωτερική συγκυρία και τους σχεδιασμούς των «πάνω» επιβάλλονται κάθε φορά.
Το αξιοσημείωτο είναι πως η εικόνα αυτή διαγράφεται με την αξιοποίηση ενός διεπιστημονικού πλούτου γνώσεων. Ο συγγραφέας μπορεί με την ίδια ευκολία να εξηγεί τον Χέγκελ και να αναλύει τον Τρούμαν Καπότε, να διαλέγεται με τον Κάπτσμαν και να επικαλείται τον Τόκβιλ, κι όλα αυτά όχι με την έννοια των απλών βιβλιογραφικών αναφορών, αλλά της εγγεγραμμένης και καλά χωνεμένης στη ανάλυση θεωρητικής γνώσης. Μ’ αυτό τον τρόπο και πέραν των άλλων, αποφεύγεται η θεωρητική μονομέρεια που συχνά χαρακτηρίζει ανάλογα βιβλία και είναι υπεύθυνη για λογής λογής αναγωγισμούς και στρεβλώσεις.
Το πιο σημαντικό νομίζω ότι έχει να κάνει με το χαρακτήρα και τη στόχευση του βιβλίου. Πρώτα απ’ όλα: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τον αποστεγνωμένο θεωρητικό λόγο που στο όνομα της επιστημοσύνης αποκλείει το μέσο αναγνώστη. Από άποψη μορφής και περιεχομένου, η γραφή του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου καταφέρνει να απευθύνεται επί ίσοις όροις απ’ τον ειδήμονα μέχρι τον ανίδεο, εξασφαλίζοντας την αναγκαία επιστημονική τεκμηρίωση για τον πρώτο και την επιθυμητή εκλαΐκευση των γνώσεων για τον δεύτερο. Αντίστοιχα: εδώ δεν έχουμε με τον αποστεγνωμένο θεωρητικό λόγο που στο όνομα της αμεροληψίας αποκλείει τον ιδεολογικό προβληματισμό για ό,τι συμβαίνει σε ευρύτερη κοινωνική κλίμακα γύρω μας. Από άποψη μορφής και περιεχομένου, η γραφή του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου καταφέρνει να εξασφαλίσει την αντικειμενικότητα του θεωρητικού επιστήμονα και τον προβληματισμό του πολιτικοποιημένου διανοούμενου.
Ασφαλώς το κενό γνώσεων που έχουμε γύρω απ’ τις ΗΠΑ είναι τόσο μεγάλο που δύσκολα θα καλυφθεί ακόμη και με τέτοια βιβλία. Η ευκολία με την οποία αποδώσαμε στην τρέλα των Αμερικανών τη συνομιλία του Τζ. Μπους με το Θεό ή την πρόταση του αμερικανού πάστορα για την εξολόθρευση του Ούγο Τσάβες βεβαιώνει πόσο ριζωμένα αλλά και παραπλανητικά είναι τα σχετικά στερεότυπα. Νομίζω όμως ότι βιβλία σαν το «HOMO AMERICANUS» του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου μπορούν να αποτελέσουν έναυσμα, παρακαταθήκη και σημείο αναφοράς για περαιτέρω μελέτη και κατανόηση όσων συμβαίνουν όχι μόνο στην Αμερική αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα.
Υπάρχει άλλωστε ένα σχετικό προηγούμενο: αν οι τυφλοί στρατιώτες του Σαμουήλ έπαψαν πια να λογίζονται κατόρθωμα του Βουλγαροκτόνου, για ποιο λόγο να μην ελπίζουμε ότι κάποτε θα πάψουν οι αιχμάλωτοι του Γκουαντάναμο να λογίζονται αποτέλεσμα της έμφυτης κακίας των Αμερικανών;
Αυγή, 21-9-08

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Δώρο Γενεθλίων


Έχω κάτι «νέους» γνωστούς – φίλους,
που μετατρέπουν σε καθρέπτη ψυχής μια εικόνα στοιβαγμένων άπλυτων πιάτων,
με μισοφαγωμένες σκέψεις και οράματα,
γαρνιρισμένα με καψαλισμένες ελπίδες και δαγκωμένο αλφάβητο.
Τα βάζουν όλα μαζί, έτσι όπως είναι,
στο πλυντήριο του μυαλού τους,
στον σκοτεινό τους θάλαμο, στο εμφανιστήριο
και σου σκαρώνουν στο λεπτό μια ψηφιακή φωτογραφία
βρώμικων λέξεων, με αστραφτερή – καθάρια υφή, έργο τέχνης,
να τους γυαλίζει στο μαύρο τους φόντο

Έχω κάτι «νέους» γνωστούς – φίλους,
ξυλοκόπους, αγύρτες, μαύρους πειρατές,
μόνιμα αγριωπούς αλλά ψυχούλες,
που σχίζουν τα ιστία τους με μαυροκόκκινο λοστάρι,
ανοίγουν το κρανίο τους από τις ραφές
και φτύνουν ψυχή στα μούτρα των φίλων τους,
ζητώντας συγχώρεση από τα πεθαμένα τους
μα κυρίως από τα ζωντανά τους,
σμιλεύοντας με τα νύχια την «Αθανασία»
γλυπτό από μαύρο αχάτη και καρβουνόσκονη, τον εαυτό τους,
την ώρα που ο Κέρβερος
τους γλύφει τα αχαμνά έξω από τις Πύλες

Έχω κάτι «νέους» γνωστούς – φίλους,
στιβαρούς στα νοήματα, αποφασισμένους, με δομημένη σκέψη,
οργανωτικούς και εργάτες της γραφής,
που αρπάζουν το χθες και το σήμερα
και το τραβούν από τον σβέρκο στην μπανιέρα των συναισθημάτων τους,
τρίβοντάς τα επίπονα και επίμονα αριστερόστροφα,
μέχρι να βγει στην επιφάνεια ζουμί,
όσο και στον πάτο,
και μετά στο κάνουν μοσχοσάπουνο και το μοιράζουν,
σε όσους επιθυμούν να καθαριστούν ή να βρωμίσουν,
αρκεί μόνο ακίνητοι να μην μένουν

Έχω κάτι «νέους» γνωστούς – φίλους,
που έχουν τα κότσια τους σε Βόρεια κατεύθυνση,
και τα τσιτώνουν 1000 χιλιόμετρα για έναν καφέ και ένα «εβίβα»,
αληθινά ντόμπροι κι ας τους κοστίζει,
που στύβουν την πέτρα και λυπούνται τα χαλίκια,
δεν εμφανίζονται αλλά είναι εκεί και μου γελάνε,
σαν πιτσιρίκια που σκαρώνουν φάρσες

Έχω κάτι «νέους» γνωστούς – φίλους,
που καβαλάνε και πλαγιάζουν τις μηχανές τους μοναχικά,
πάνω-κάτω στον Route 66,
φοράνε ρεντιγκότα και Στέντσον με φαρδύ μπορ,
χαμηλωμένο πάνω από το ένα μάτι,
βγάζουν τον σεβασμό τους στο τσιγκέλι και δεν μιλούν πολύ,
προτείνουν εξομολογητήρια για ανάγνωση και μυσταγωγία,
αλείβουν με πράσινο σαπούνι «Αρκάδι» τον βρόγχο τους και στον χαρίζουν,
να πάρεις μόνος την απόφαση αν αντέχεις
«να ξεχαστείς, αλλά να μην ξεχάσεις».

Έχω και κάτι «νέες» γνωστές – φίλες,
που έχουν καθάρια μάτια, φωτεινά σου λέω,
με ένα χαμόγελο ζωής στο γέλιο τους,
που φέρνουν μνήμες από μπλε ποδιές και άσπρα γιακαδάκια,
όταν χαρίζουν απλόχερα κομμάτια από την αύρα τους
και από τα ρούχα της ψυχής τους γιατί έτσι γουστάρουν,
όταν μου δίνουν την φιλία τους και είναι εκεί γιατί έτσι τους κάνει κέφι,
ακόμη κι όταν μου ρίχνουν δυό γαμωσταυρίδια να συνέλθω,
γιατί έτσι μου πρέπει.

Έχω λοιπόν, κάτι γνωστούς – φίλους,
γνωστούς – άγνωστους,
συνήθεις ύποπτους,
Δώρο Γενεθλίων,
και αισθάνομαι μαζοχιστικά ευχαριστημένος και τυχερός
(γαμώ το φελέκι μου μέσα),
που έπεσα πάνω τους, έστω και τώρα στα γεράματα….


Υ.Γ.
Σήμερα όντως φεύγω, οπότε μην με παρεξηγήσετε αν αργήσω να απαντήσω.

Φιλιάάάάάά……..

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Το τέταρτο "εφιαλτικό" σενάριο

... Μπορεί δηλαδή να εισέρεε μαύρο πολιτικό χρήμα στην Ελλάδα, (5 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, σύμφωνα με καταθέσεις Γερμανών εμπλεκομένων), αλλά ο ειδικός ανακριτής που διενήργησε την ως τώρα έρευνα δεν βρήκε ούτε ένα πολιτικό πρόσωπο για να προσωποποιήσει σε βάρος του κατηγορίες.
Τρία, κατά τη γνώμη μου, τα πιθανά εξηγητικά σενάρια:
α) οι Γερμανοί λένε ψέματα και για να ξεπλύνουν τις δικές τους αμαρτίες κατασκευάζουν εύκολα θύματα,
β) τα χρήματα, πράγματι, παροχετεύτηκαν στην Ελλάδα αλλά διατέθηκαν για τις ανάγκες άσκησης κοινωνικής πολιτικής (π.χ. οικονομική ενίσχυση των πυρόπληκτων της Πελοποννήσου),
γ) τα χρήματα τα καταχράστηκε η μάνα μου, που 'ρθε τις προάλλες απ' τη λαϊκή με γεμάτες τις σακούλες.
Υπάρχει και ένα τέταρτο, αλλά δε θέλω να το σκέφτομαι. Δεν το χωράει ο νους μου. Τρέμω και που το λέω.
Ε θα το πω, όμως: Μας δουλεύουν ψιλό γαζί. Και το χειρότερο είναι ότι το ξέρουμε κιόλας.