Σάββατο, 31 Μαΐου 2008

Χα!


"15 με 20 άτομα, φορώντας κουκούλες, εισέβαλλαν σε σουπερ μαρκετ της περιοχής των Εξαρχείων, αφαίρεσαν διάφορα είδη από τα ράφια του και έπειτα βγήκαν στε λαϊκή αγορά επί της οδού Καλλιδρομίου και μοίρασαν αυτά που είχαν πάρει στους έκπληκτους καταναλωτές με προκήρυξη ενάντια στην ακρίβεια..."
Έτσι ή κάπως έτσι ήταν η είδηση που άκουσα σήμερα και με έκανε να χαμογελάσω χαιρέκακα.
(Αρκεί μόνο, να μην ήταν κανένα μικρό συνοικιακό σουπερμαρκετ...)
Μπορεί κάποιοι να την θεωρήσουν "γραφική" κίνηση ή μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για μένα, σε αυτή την "φτώχια κινήσεων" από πλευράς αντίστασης , κάθε πράξη (έστω και σε συμβολικό επίπεδο), είναι καλύτερη από την μίζερη εσωστρέφεια και την ιδιώτευση.
Πέρα όμως από την συγκεκριμμένη πράξη, είναι πλέον πασιφανές πως το καζάνι βράζει και σε λίγο κανείς δεν θα μπορέσει να μαζέψει το καπάκι...
Εδώ θάμαστε για να δούμε αυτά που έρχονται
(Λίγα σήμερα, αφού σιγά - σιγά αρχίζω και σηκώνω κεφάλι από το "λαγούμι" μου...)

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2008

Οι μέσα και έξω ανομβρίες

Είναι η εισήγηση που θα εκφωνήσω το Σάββατο στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου. Παρ' ότι αντιδεοντολογικό να μιλά κανείς για ό,τι έχει γράψει, δημοσιοποιώ το κείμενο γιατί περιέχει τις βασικές μου σκέψεις για το ρόλο της λογοτεχνίας.


Στη μνήμη του Άγγελου Ελεφάντη
"Αλίευσα την πληροφορία την τελευταία βδομάδα από ειδησεογραφικό ιστότοπο. Μια μικρή αναφορά στην αρχή, που απ’ ό,τι είδα προβλήθηκε ιδιαιτέρως στη συνέχεια. Ο «Φοίνικας», λέει, της NASA προσεδαφίστηκε στον ΑΡΗ, για να συλλέξει δείγματα από τους πάγους του και να αναλύσει τη χημική σύστασή τους, με σκοπό να διαπιστωθεί αν είναι δυνατό να συντηρηθεί η ζωή στις πολικές περιοχές του.
Το αναφέρω γιατί μου ’κανε εντύπωση. Μου ’κανε εντύπωση που ψάχνουμε άγνωστες μορφές ζωής στο νερό του ΑΡΗ, όταν λιγοστεύουμε μαζί με το νερό της γης κάθε μορφή γνωστής ζωής. Αλλά αν το καλοσκεφτούμε, πίσω απ’ το οξύμωρο κρύ­βεται κατιτί που αμβλύνει την αντίθεση και δικαιώνει το εγχείρημα. Δεν υπαινίσσο­μαι την επιστη­μονική ωφέλεια ούτε τις πολιτικές ή στρατιωτικές σκοπιμότητες που ενδεχομένως υποκρύπτει. Μιλώ γι’ αυτό που λίγο πολύ είναι οικείο σ’ όλους μας. Το εξής πολύ απλό: όσα πολύτιμα έχουμε αλλά δεν τα εκτιμούμε, τα αναγνωρίζουμε μόνο όταν κινδυνεύουμε να τα χάσουμε.
Στην προκειμένη περίπτωση, κινδυνεύουμε να χάσουμε το νερό. Να χάσουμε τη ροή, να χάσουμε την καθαρότητα, να χάσουμε τη μνήμη του νερού. Γνωστό πια το πρό­βλημα. Διαπιστωμένο εδώ και κάποιες δεκαετίες. Χρειαζόταν όμως η ορατή εκδήλωσή του με τη μορφή των ξηραμένων ποταμών, των στεγνών λιμνών και των μειωμένων βρο­χοπτώσεων, για να καλλιεργηθεί η κοινωνική ανησυχία της απώλειας και να αναπτυχθεί ο κοινωνικός προβληματισμός της δράσης.
Αλλά ειδικά στο χώρο της λογοτεχνίας δε νομίζω ότι είναι μόνο ή τόσο αυτός ο λόγος και δε νομίζω ότι είναι μόνο ή τόσο αυτός ο σκοπός της επεξεργασίας τέτοιου είδους θεμάτων. Παρήλθαν οι ηρωικοί καιροί, κατά τους οποίους πρώτα και κύρια ο ποιητής, δεύτερος και καταϊδρωμένος ο πεζογράφος, μπορούσαν να επηρεάζουν συνειδήσεις και να διαμορφώνουν στάσεις.
Ανάπηρος λοιπόν ο λογοτέχνης, σύμφωνα με το γνωστό αφορισμό του Αναγνωστάκη. Αλλά έστω κι έτσι, πρέπει να δείχνει τα χέρια του. Πρέπει να κρίνει, για να κριθεί. Το αίσθημα αυτού του προσωπικού χρέους, που ορίζει τον κανόνα της κοινωνικής ευθύνης του δημιουργού, νομίζω ότι υπάρχει πίσω από τη λογοτεχνική εμπλοκή με θέματα έξω από το συρμό των ατομικών ομφαλοσκοπήσεων και την ωραιοπάθεια της γραφής. Αίσθημα χρέους ανακατεμένο με τη βαθύτερη ανάγκη της έστω και υποκατάστατης βίωσης αυτού που λείπει ή αυτού που για κάποιους λόγους δεν μπορεί να βιωθεί. Όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η βίωση της ροής, της καθαρότητας και της μνήμης του νερού και κατ’ επέκταση η βίωση της ροής, της καθαρότητας και της μνήμης της ζωής. Το ’πε ένας φίλος: το μελάνι της γραφίδας ή του εκτυπωτή είναι το γέμισμα της άδειας σελίδας της ζωής που δε ζούμε.
Άδεια κι η ζωή του ήρωα του βιβλίου μου. Άδεια από αισθήματα, άδεια από αξίες, άδεια από μνήμες. Χωρίς μάλιστα να το καταλαβαίνει ο ίδιος. Ή ακριβέστερα, κάνει πως δεν το καταλαβαίνει. Ή ακόμα καλύτερα, τον βολεύει να μην το καταλαβαίνει. Αρέσκεται μόνο να την ονομάζει κατάσταση διαρκούς εσωτερικής ηλιοφάνειας. Και τον ευχαριστεί αυτό που του συμβαίνει. Τον ευχαριστεί γιατί τον βολεύει. Έτσι τον θέλει ο τηλεοπτικός σταθμός στον οποίο εργάζεται, έτσι τον θέλει το κοινό στο οποίο απευθύνεται, έτσι τον θέλει ο διευθυντής στον οποίο λογοδοτεί. Επίπεδο και στρογγυλεμένο. Χωρίς ενστάσεις, προβλημα­τισμούς και μνήμες. Χωρίς συνεί­δηση. Κενό και άδειο.
Μόνη αντίσταση τα παραμύθια που κάθε βράδυ σιγοψιθυρίζει στο προσκέφαλο του παιδιού του. Πιο πολύ για να ξορκίσει τους δικούς του εφιάλτες και να συνεχίσει να κάνει ανακουφισμένος ό,τι ήδη κάνει. Άλλωστε, μπορεί τα παραμύθια αυτά να μιλούν για τον ίδιο, αλλά αφηγημένα σε γ’ πρόσωπο όχι μόνο δεν καταργούν την απόσταση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι του, αλλά στην πραγματικότητα την παγιώνουν. Μοιάζουν στο σημείο αυτό με την «άχρηστη εξομολόγηση» της γυναίκας με τα μαύρα στη Σονάτα του Σεληνόφωτος του Ρίτσου, όσο κι αν ξέρω πόσο προκλητικά ηχεί μια τέτοια αναλογία.
Άχρηστη όμως αποβαίνει κι η προσπάθεια του ήρωα. Το οικοδόμημα του νέου εαυτού αποδεικνύεται σαθρό. Το ρέμα πάνω στο οποίο πήγε και έχτισε το σπίτι, τη ζωή, την ταυτότητά του εκπροσωπεί μια διαρκή απειλή. Αρκεί μια μπόρα, για να σαρωθούν τα πάντα: και το σπίτι και η οικογένεια και η δουλειά του και αυτός ο ίδιος.
Αναρωτιέμαι αν μπορούμε να ελπίζουμε σε τέτοιες μπόρες, που απ’ ό,τι φαίνεται κοινωνικά, πολιτικά και περιβαλλοντικά δε θα λείψουν τις επόμενες δεκαετίες. Αλλά αν είναι να εναποθέτουμε τη σωτηρία στην καταστροφή, έχουμε αποτύχει. Η ελπίδα λειτουργεί τότε ως ιδεολογικό άλλοθι της ηττοπάθειας και ως νομιμοποιητικός συντελεστής της καταστροφής. Στην αληθινή της έννοια η ελπίδα δεν μπορεί παρά να πηγάζει από την πρόληψη της καταστροφής, όσο ακόμη είναι καιρός, μέσα από την αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών που ευθύνονται για την πρόκλησή της. Αυτός είναι ο βαθύτερος ιδεολογικός πυρήνας του βιβλίου που έγραψα, πράγμα που σημαίνει ότι αν η αφήγηση διαβαστεί ως μια ατομική ιστορία ενός κάποιου Επαμεινώνδα Γρηγορίου κάπου θα έχω αστοχήσει. Ίσως γιατί η επιδίωξη ξεπερνούσε τις δυνάμεις μου.
Όπως και να ’χει όμως, εγώ νιώθω ότι επιτέλεσα μια ευθύνη, την ευθύνη του ανάπηρου που δείχνει τα χέρια του και κρίνει για να κριθεί. Το πώς θα κριθεί είναι βέβαια δική σας υπόθεση. Το τι κρίνει αποκλειστικά δική του.
Και κρίνει ότι κάτω απ’ την ακτινοβολία της κυρίαρχης λογικής, που μεταδίδεται απ’ τις οθόνες των τηλεοράσεων μαζεύτηκε μπόλικη άρμη στην ψυχή και σωρεύτηκαν πολλές εστιασμένες λεπτομέρειες στο μυαλό. Πάει να πει: χρειάζονται οι βροχές, για να ξαναπρασινίσει ο μέσα κι ο έξω κόσμος και για να καρπίσει εντός του ο σπόρος της ζωής.
Οι επιστήμονες μπορεί να ψάχνουν το σπόρο αυτό στους πάγους του ΑΡΗ. Η κοινωνία μας οφείλει να τον βρει εδώ. Δεν μπορεί παρά να τον βρει εδώ. Όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό το έργο, όσοι τόνοι κατάξερης γης και αν πρέπει να σκαφτούν.
Κρίνω πως, πέρα από την αισθητική τέρψη, έργο της λογοτεχνίας είναι να βοηθάει σ’ αυτό το σκάψιμο".

Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

Γαλήνη

Είναι κάποια πράγματα που δεν μπορούν να αποδοθούν στο χαρτί
Γαντζώνονται από τα εσώψυχα και αρνιούνται να βγουν προς τα έξω.
Ούτε σαν γραφή, ούτε σαν φιλί, ούτε σαν κραυγή.
Μια παγωμάρα, μια απέραντη θλίψη με σκέπη το δεος και την λύσσα της ανημπόριας.

Είναι κάποια πράγματα που μόνο όταν συμβούν πολύ κοντά σου, σε οδηγούν στην Συνειδητοποίηση της Ματαιότητας, στην Αλήθεια του Εφήμερου και στο ξεδιάλεγμα της Oυσίας από το Eπουσιώδες.

Για πάνω από ένα χρόνο παρακολουθώ το blog «Η Λυδία πολεμά με τον καρκίνο».
Μέσα στην Μεγάλη Βδομάδα, είδα να επαναλαμβάνεται η ιστορία της μικρής Λυδίας σε 4χρονο κοριτσάκι φίλων μας, που έφυγαν προχθες για το εξωτερικό να παλέψουν την αρρώστια…
Όσο και να προσπαθώ να αποστασιοποιηθώ, δεν περνάει μέρα που να μην τους σκέφτομαι.
Νοιώθω ανήμπορος, με μια τεράστια λύσσα να μου τρώει τα σωθικά
Αποσυντονισμένος, μαυρισμένος, κυκλοθυμικός, λυπημένος, ανεπαρκής, αδικημένος, αναλώσιμος, ανύπαρκτος, ανούσιος…
Αυτό που με τσακίζει όμως, είναι η αλήθεια που περιέχει μια (σε πρώτη ανάγνωση «κυνική») κουβέντα του Motorcycle Boy, όταν το ψιλοσυζητήσαμε:

«Δεν έχουμε ρε συ την πολυτέλεια να γινόμαστε χάλια»

Να σε χέσω ρε μαλάκα, αν και με πονάει αφάνταστα, θα πρέπει να συμφωνήσω…

Σαν στρατιώτης σε πολεμική απόβαση που βλέπει γύρω του να διαμελίζονται κορμιά φίλων του στην «Μάχη της Ζωής», σκαπανέας με κοντό φτυάρι σε βραχώδη ακτή, με τις οβίδες να σκάνε γύρω, να σκέφτεσαι:
«Σκασε και σκάβε μαλάκα το λαγούμι σου και να είναι βαθύ, για να μην μείνει ο κώλος σου απ’ έξω!»…

Από το βάθος του λαγουμιού μου λοιπόν, ψάχνω να βρω Θεό να προσευχηθώ να γυρίσετε σύντομα και ΥΓΙΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΡΟΥΛΑ ΣΑΣ ΦΙΛΑΡΑΚΙΑ….

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

"Τι ζητούν οι βάρβαροι", Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. Ελληνικά Γραμματα, 2008, σελ.308




Εν συντομία, γιατί διαφορετικά θα έπρεπε να γράψω σεντόνια γι’ αυτό το βιβλίο. Ό,τι καλύτερο διάβασα τελευταία. Και μάλιστα απνευστί. Το άφηνα εγώ, δε μ’ άφηνε αυτό. Έπρεπε να το τελειώσω. Ήθελα να το τελειώσω. Το στόρι: κάποιος μακεδονικός γάμος, εμποτισμένος με τη σωστή δόση μυστηρίου. Ένα και μόνο συμβάν, κοιταγμένο από τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες, τη βουλγαρική, τη σερβική, την ελληνική. Η γελοιοποίηση των εθνικών μύθων, η σχιζοφρένεια των συνόρων και η βαθιά ανθρωπιά συγκροτούν τις ιδεολογικές συνισταμένες της αφηγηματικής επεξεργασίας του μύθου. Υποφώσκει ο προβληματισμός για το ρόλο της ιστορικής και της λογοτεχνικής αφήγησης. Οι συμβολισμοί και οι διασυνδέσεις προσώπων και γεγονότων αναδεικνύουν την ανακύκληση της ιστορίας του χτες στο σήμερα και αφήνουν μια απαισιόδοξη νότα για το αύριο. Η αφήγηση κυλά τόσο ήρεμα και ομαλά που αποπνέει αίσθηση συγγραφικής ωριμότητας. Λείπει βέβαια κάτι. Σαν να μην επέρχεται η απογείωση στο τέλος, δεδομένων των υψηλών αναγνωστικών προσδοκιών. Αλλά και πάλι, η απόλαυση της ανάγνωσης είναι τέτοια που αντισταθμίζει αμέσως την αδυναμία.
(Για μια πιο εμπεριστατωμένη μελέτη βλ. http://bibliologio.blogspot.com/2008/04/blog-post.html)

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008



5η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης HELEXPO 29.5 -1.6



Οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ


σας προσκαλούν στην παρουσίαση των βιβλίων


των Δημήτρη Μίγγα και Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη


ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ και ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ


τo Σάββατο, 31 Μαΐου 2008, στις 12 το μεσημέρι,


στo Εκθεσιακό Κέντρο HELEXPO (Εγνατία 154),


αίθουσα Μ. Καραγάτσης περίπτερο 15.


Ο Δημήτρης Μίγγας και ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης μιλούν για τα νέα τους βιβλία και συζητούν με το κοινό.

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

Μια στεκιά στο Μάτι του Μοντεζούμα (Νίκος Νικολαΐδης)


«Θέλω να βαδίσω σωστά τον λάθος δρόμο...»

Γέμισε η γλώσσα τσιγαρίλα και γεύση βερμουτ και τσινζάνο το πουκάμισο ιδρώτα να στάζω ο ξεφτίλας που γαμήθηκα στον χορό πάλι και τα γκομενάκια να κοιτάνε ξελιγωμένα γαμώ τις ντροπές μου μέσα, πάντα καλεσμένος σε πάρτυ κι αμα δεν πας δεν πάμε και εμείς και μισογελάκια και χέρι χέρι και λίγο κατά λάθος ακούμπημα σε εφηβικά στήθια και λίγο τρίψιμο παραπάνω και να λερώνεται το σλιπάκι στον υπνο και να σου γαμηθεί το κομπιούτερ ρε μαλάκα Θανάση με τις βιβλιοπροτάσεις σου, να σε χέσω ρεμάλι χαλασμένε.

Πάνω που το παίρνεις απόφαση πως πάει τώρα πια, μας πήρε ο κατήφορος από τα Τουρκοβούνια στην Φωκίωνος και από τον Λόφο Αξιωματικών στην Mad στο Περιστέρι, στον Ιβανόη, τον Τοξότη, την Marquee και για τους χαλασμενότερους από μας στην Παραγωγή, στο Rock Café στο Αιγάλεω και αργότερα στο Χρυσοστόμιο, και δεν ξαναγυρνάμε πια πίσω, πάμε μπροστά και καλά κάνουμε δηλαδή γιατί για χόρεψε Great Balls of Fire τωρα μαλάκα που θα φύγει το πνεμόνι και θα κολλήσει στο σκρίνιο να σε χέσει η κυρά «τι τα θες τώρα αυτά μπα σε καλό σου, θα σε πιάσει η μέση σου πάλι, πάει και η καλή πιατέλα», έρχεται λοιπόν από το πουθενά ένας άγνωστος Θανάσης να σε καλέσει σε πάρτυ λέει, στα παλιά μου στέκια που πηγαίναμε εκδρομή με το γυμνάσιο και αγκαλιάζαμε τα δέντρα γιατί πολύ ντροπιάρηδες ήμασταν για να αγκαλιάσουμε καμιά Έλενα και καμιά Κυριακή, και να σου συστήνει ο ψυχοβγάλτης μια άγνωστη «Στέλλα», με μια απερίγραπτη αύρα γύρω της σε στυλ κοπάνα το κεφάλι σου σε σιδεροδοκό και νοιώσε το να στο γιατρεύει με το απέραντα ζεστό και αισιόδοξα ταξιδιάρικο βλέμμα της, ΚΥΡΙΑ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΜΟΥ, ΟΧΙ ΜΑΛΑΚΙΕΣ και αισθάνομαι τυχερός που την γνώρισα και που έχω και μια άλλη φίλη από την ίδια πάστα νομίζω (αλλοδαπή, από Ρουμανία ή Ρωσία, θα σε γελάσω) και ήθελα να της φιλήσω το χέρι όταν έφυγα φευγάτος με δυό ποτά και δυο τζούρες, αλλά κόλλησα ο μαλάκας μην με πάρουνε στο ψιλό ή μην μου σκάσει καμιά χαστούκα ή ακόμη χειρότερα μην χαμογελάσει, μακάρι να το ένοιωσε τέτοιον σεβασμό μου έβγαλε σου λέω μαλάκα.
(«Σεβασμός»; Σκατά λέξη βρήκα λέμε, αλλά δεν μου έρχεται κάτι άλλο αυτήν την στιγμή…)

Έδωσα υπόσχεση να το πάρω και να το διαβάσω και το διάβασα μέσα σε 36 ώρες Σαββάτο μεσημέρι με Δευτέρα ξημερώματα, 440 σελίδες λέμε γαμιώντας με πήγαινε και αφήστε τις ντροπές και τα γελάκια και μην γίνεστε λουλούδες, μιλάμε σοβαρά τώρα.
Με κόλλησε, με ανατρίχιασε, με έκανε και ξεσχίστηκα στο γέλιο, με έκανε και δάκρυσα ΚΑΙ ΤΟ ΓΟΥΣΤΑΡΑ ΤΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΟ!

Μια «ταινία» ζωής, για μια γενιά πριν από μένα που ίσα – ίσα πρόλαβα τα «απόνερά» της.

Μπινελικιάσματα και αλήθειες, έρωτες και μαλακίες, ξεπέτες και φτώχεια, χαβαλές και εσωτερικά ταξίδια, κανονικά ταξίδια και losers από χέρι, τσιγάρα Τρακαστράτος και το μολύβι για τα φρύδια της μάνας μου να πασαλείψουμε το μουστάκι που δεν είχαμε για να ξεγελάσουμε την ταμία στο σινεμά να μπούμε σε καμιά ψιλοτσόντα και ραβασάκια στην διχάλα του δέντρου, συναυλίες κάθε Κυριακή στην «Ριβιέρα», στην «Έλενα» και στην «Κύπρο» με δανεικά όργανα, από πάρτυ σε πάρτυ με τα χαρτάκια με το όνομα και το τηλέφωνο στην δεξιά τσέπη σαν καρτ βιζιτ και τα χαρτάκια με το όνομα και το τηλέφωνο του Μηνά του κεκέ στην αριστερή να τα δίνουμε για σπάσιμο ή για ξεφόρτωμα και έκανα λάθος ο μαλάκας και το έδωσα στην Μόϊρα που έφευγε σε δυο μέρες για Νεα Ζηλανδία και αντι για μένα πήρε τον Μηνά και του έκανε ερωτική εξομολόγηση από το τηλέφωνο και αυτός δεν μίλαγε και η γκόμενα με πέρασε τυπά και σκληρό αντράκι και μου έκλεισε ραντεβού το βράδύ και δεν πήγε ο μαλάκας ο Μηνάς και η Μόϊρα έφυγε για πάντα και ο Μηνάς ένα μήνα κυκλοφόραγε με βλέμμα λοβοτομημένο και του έφυγε και το κεκέδισμα που νόμισε ότι αρέσει στις γυναίκες ο χλέμπας αλλά ποτέ δεν του το εξήγησα.
Ξενύχτια ατσίγαρα και στεγνωμένες πίκρες, τσαμπoυκάδες και πλακώματα, ρεφενέ λουκουμάδες ή κανένα κουρκουμπίνι, αλητείες και περδικοτσίμπουκα, φιλίες του θανατά, πρόσωπα που μοιάζουν πολύ με φίλους που είχα και έχασα που ήρθαν και φύγανε που πεθάνανε και ακόμη κομμάτια μου εδώ μέσα στην καρκάλα μου γυρωφέρνουν, πράγματα που γούσταρα να κάνω και άλλα που ποτέ δεν έκανα και τώρα μου τα πετάει το κωλοβιβλίο στα μούτρα και καλά να πάθω ο χέστης, σκέψεις που νόμιζα «δικές μου» και που αποδεικνύεται πως τις έχουν πάρει κωλοφεράτζα μυριάδες άλλοι πριν από μένα αλλά στα τέτοια μας στην τελική, γλώσσα, ύφος και καταστάσεις που μου είναι όλα ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΟΙΚΕΙΑ, και άλλα που με κοπανάνε στο μυαλό αλλά δεν γουστάρω να τα βγάλω τώρα. σωστός;

"Θέλω να βαδίσω σωστά τον λάθος δρόμο..."

Τι να πω, ότι και να πω μαλακία θα ακουστεί και δεν θα είναι αυτό που θα ήθελα να πω, απ’ ότι φαίνεται έπρεπε να το διαβάσω αυτό το βιβλίο και τώρα έχω φάει τα λυσσακά μου να βρω τους «Τυμβωρύχους» γιατί κάτι μου λέει πως το έχω κι αυτό, αλλά που στο διάολο το έχω βάλει ελπίζω να μην το έχω «δανείσει» πουθενά όταν ήμουν πιτσιρικάς, γιατί κάτι τέτοιες μαλακίες τις έκανα.

Και που’ σαι, στην φυλάω ρε παλιόπουστα καταυλακιώτη για το trip που με (ξανα)έχωσες και να ξέρεις μπορεί να αργώ αλλά δεν ξεχνώ…

Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

Πολεμική ανταπόκριση από το Ιράκ

Ξεκινήσαμε στις 8 το πρωί και φύγαμε στις 6 το απόγευμα. Αναφέρομαι στην τακτική συνεδρίαση του συλλόγου για την έκδοση των αποτελεσμάτων. Με την απειλή των αναφορών και των μηνύσεων να αιωρείται κάθε φορά που ανοίγαμε το στόμα μας. Με την οχύρωση στο γράμμα του νόμου όχι για την εμπέδωση του δικαίου αλλά για την ικανοποίηση του αισθήματος της επιβολής. Με την αστυνομία να εμφανίζεται δις στο χώρο πριν και στη διάρκεια της συνεδρίασης. Με μια μητέρα να ωρύεται απέξω, μια κόρη να σφαδάζει στο κλάμα, έναν μαθητή με κινητικά προβλήματα ήδη στάσιμο από πέρσι να απειλείται να ξαναμείνει, μια συνάδελφο να ποδοπατιέται ψυχολογικά, έναν μαθητή…
Α! κατά τις 3 είχαμε και μια ηρωική έξοδο, που συνοδεύτηκε και απ’ τον καθωσπρέπει χαρακτηρισμό «λεκέδες της κοινωνίας» [αναμενόμενη κατάληξη ενός πνεύματος διοίκησης που ασκούνταν με φρασεολογία και πρακτική του τύπου «άσε τις βλακείες», «εγώ κάνω κουμάντο», «θα τσακίσω κόκαλα», «χωριάτη» (αυτό ήταν για μένα) κτλ. κτλ.].
Πάντως ό,τι έγινε φέτος στο σχολείο είχε και τη θετική του όψη: ήταν ένα μάθημα δημοκρατίας στα μάτια των παιδιών για την έννοια, την αξία και τη δύναμη της συλλογικότητας. Της συλλογικότητας εναντίον ενός μοντέλου διοίκησης που απέπνεε τη λογική άλλων εποχών, ευτυχώς ξεπερασμένων για τα καλά.
Ξανασυνεδριάζουμε τη Δευτέρα, μπας και ολοκληρώσουμε τη διαδικασία. Πρέπει έτσι κι αλλιώς να την ολοκληρώσουμε. Ελπίζω να μην υπάρξει και δεύτερη ανταπόκριση από το πολεμικό μέτωπο του εδώ Ιράκ.

ΥΓ. Οφείλω τα εύσημα σ' όλους εκείνους τους συναδέλφους (πού είσαι Μάκη, Ροδή, Μαρία, Γιώργο, Μαλάμω, Δημήτρη, παπά Σ., Αργυρώ, Μέλα, Ελένη, Μαρία, Ξανθή, Ελένη, Νίκο κ.ά. κ.ά.), που για ένα χρόνο συμπορευτήκαμε. Τα οφείλω πολύ δε περισσότερο τώρα, ένα μήνα πριν να λήξει η στρατιωτική μου θητεία στο εν λόγω λύκειο. Μετάθεση, γαρ. Θα μου λείψετε.

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

"Το Παραμύθι του Ύπνου" (ως Vlaxo-είσπραξη...)





Χωρίς φιοριτούρες και σάλτσες, λίγα λόγια για το νέο βιβλίο του Πάνου.
Σε καμία περίπτωση δεν κάνω «κριτική» στο βιβλίο, αφού δεν είμαι «κριτικός», αλλά καταθέτω την προσωπική μου «αίσθηση».

Λοιπόν…

Από την δική μου οπτική, η ιστορία αναφέρεται στις επιλογές που δημιουργούν τα πολλαπλά «εγώ» μας, εκείνα που εμφανίζονται ή προσαρμόζονται ανάλογα με τις συνθήκες, την διάθεση και το μέγεθος αυτών των στοιχειωμένων επιλογών μας, καθώς και από τον βαθμό υιοθέτησης των γνωστών «κι αν…», ή «ίσως και να έπρεπε να …», που λειτουργούν ως ψυχο-εγκεφαλικό φίλτρο και άλλοθι για τους συμβιβασμούς και τις συμβάσεις μας.
Οι αλήθειες μας δεν είναι πάντα αυτές που βλέπουν οι άλλοι, δεν είναι πάντα αυτές που νομίζουμε και η «εικόνα» μας, όσο φτιασιδωμένη κι αν είναι, δεν δείχνει πάντα το «εγώ» μας.
Σε έναν μεγάλο βαθμό λοιπόν, εμείς καθορίζουμε το προσωπικό μας «Παραμύθι» και την «ρότα» του, αφού εμείς καθορίζουμε την υφή και το μήκος των «κάβων» του «είναι» μας και επιτρέπουμε στην ψυχή μας να κοιμάται, να επιπλέει, να πλατσουρίζει ή να μένει «εξόκειλη» σε αποξηραμένες ζωές-κοίτες, όπως η βάρκα στο εξώφυλλο.
Οι βροχές (μέσα και έξω μας) είτε θα έρθουν είτε όχι, αλλά οι κάβοι (οι επιλογές μας), οι δέστρες (οι επιλογές των άλλων μαζί με τις συμβάσεις μας) και το βάθος των νερών (τα βιώματά μας), είναι εκείνα που θα καθορίσουν τα ταξίδια μας.
… κι ας είναι γνωστό εξ’αρχής πως το ταξίδι έχει καθορισμένα από πριν «όρια».
(Είναι άραγε τυχαία η επιλογή μιας «λιμνήσιας» βάρκας στο εξώφυλλο;;)


«Λογοτεχνικό εύρημα» θα μπορούσε ίσως να πει κανείς για την «προσφερόμενη» δυνατότητα επιλογής του τέλους.
Ένα «τέλος» που φλερτάρει με το ψευδο-μάρκετινγκ της καθημερινότητάς μας, αφού μας προσφέρεται ως «συσκευασμένο» σε 3 επιλογές.

Δεν είναι όμως μόνο «λογοτεχνικό εύρημα» και εξηγούμαι:

Επειδή νομίζω πως ξέρω τον Πάνο λίγο περισσότερο, στην «μορφή» που επιλέγει για τέλος, βλέπω την ανάγκη του για την «συμμετοχή» των αναγνωστών στην ιστορία.
Βλέπω την προσπάθειά του να αισθανθεί πως, αυτός που θα διαβάσει Το Παραμύθι του Ύπνου θα «δραστηριοποιηθεί», θα αναγκαστεί να επιλέξει, σύμφωνα με την προσωπική του πυξίδα.
Θέλει να «ενεργούς» αναγνώστες ο Παναγιώτης, το έχω ξαναγράψει παλαιότερα.
Έστω και στον μικρό - προσωπικό βαθμό που ο καθένας μας μπορεί να είναι «ενεργός».
Συνεπής στην αριστερή-ουμανιστική αποκωδικοποίηση των ερεθισμάτων που προσλαμβάνει από τους γύρω του, τα επιστρέφει ως αφυπνιστικό «χρέος», ως δυνατότητα «δια- δράσης», εκθέτοντας -λογοτεχνικά- «στο τσιγκέλι» μύχιες σκέψεις που πολλοί από εμάς θα θέλαμε να μην βγάλουμε στην επιφάνεια.

Επανέρχομαι στο βιβλίο…
Στο τέλος λοιπόν μας αφήνει μια επίφαση ελπίδας, αφού έστω και την ύστατη στιγμή μας απομένει το δικαίωμα μιας επιλογής για την τροπή που θα πάρουν τα πράγματα
Μπορούμε να πάρουμε την τύχη και το μέλλον της ιστορίας στα χέρια μας, να επιλέξουμε κίνηση, ακινησία ή αδιαφορία.
Να κάνουμε ένα «zapping» δηλαδή και να δώσουμε εμείς την μορφή στο Ατελείωτο Τέλος του Παραμυθιού του Ύπνου, είτε ως Αυτοκατστροφή, είτε ως Αναγέννηση είτε ως Πεπατημένη.
Ελπίζεις και επιλέγεις
Δεν ελπίζεις και πάλι επιλέγεις
Καρφάκι δεν δίνεις, ξαναμαναεπιλέγεις.
Ακόμη και το αίσθημα ενοχής, επιλογή είναι. Η επιλογή της «μη αντίδρασης».
Ατομική μας ευθύνη οι προσωπικές μας επιλογές, οι προτεραιότητές μας, αλλά και τα αποτελέσματά τους.
Όταν ξέρεις πως παίζεται το «παιχνίδι» στις σχέσεις, στην εργασία, στην ζωή, ότι και να επιλέξεις ενσωματώνει μερίδιο ευθύνης.
Όταν δεν ξέρεις τους «κανόνες» υπάρχει ευθύνη για την άγνοια.
Δεν υπάρχουν άλλοθι λοιπόν.
Ακόμη και το παρελθόν μέχρι ενός σημείου, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα επιλογών μας.
Όσο πιο απλές οι επιλογές, τόσο πιο απλή η αλήθεια που ζούμε.
Όσο περιπλοκότερες οι επιλογές, τόσο πιο «λειψή» η αλήθεια μας.

… και μένουμε τελικά εμείς και η πραγματικότητα που επιλέγουμε να βλέπουμε και να βιώνουμε
… εμείς και οι επιλογές μας στην υιοθέτηση τρόπου ζωής, αποδοχής προτύπων, κριτικής αξιών, αξιολόγησης των βιωμάτων μας και ιεράρχησης των αναγκών μας.
… εμείς και το προσωπικό μας «παραμύθι»

Στο Τέλος της Ημέρας όμως, έρχεται η Στιγμή της Κρίσης, η στιγμή που ο καθρέπτης απέναντι αρνείται να μας «αντανακλά» πια, γεμάτος από γδαρσίματα και ρωγμές ζωής, αναγκάζοντάς μας να «καθρεπτιστούμε» μέσα μας.

Κι ας προσπαθούσε η Συνείδηση (ο Νώντας), να κρατήσει κοιμισμένη την Ψυχή (την μικρή του κόρη), αρνούμενος όμως να της λέει ψεύτικα παραμύθια με Κακούς Λύκους, Κατσικάκια, Χιονάτες και Παπουτσωμένους Γάτους, αλλά «παραμυθιάζοντάς» την με την ίδια την ζωή.
Είναι το Ανικανοποίητο όμως, μαζί με τους Συμβιβασμούς, τις Παραιτήσεις και τις Ματαιώσεις (που θα μπορούσαν να βρούν το συμβολισμό τους στο πρόσωπο της συζύγου του "ήρωα"), που «παίρνουν» κάποτε την Ψυχή μας και φεύγουν, αφήνοντας μια τσακισμένη Συνείδηση απέναντι στις ευθύνες, με το βάρος των ενοχών και της επιλογής για το τι τελικά έχει αξία και τι πραγματικά θέλουμε.
Τι θα φανερώσουμε και τι θα κρύψουμε.
Τι θα αποδεχθούμε και τι θα απορρίψουμε

Η επιλογή του Πάνου φαίνεται να είναι η ελπίδα για το μέλλον.
(…ή μήπως δεν υπάρχει παρά μόνο χαμένης ζωής θλίψη για μας τους «χαλασμένους» και η ελπίδα ανήκει μόνο στους επόμενους, στους ακόμη «αγνούς;»… Δεν ξέρω, αξιολογείστε το μόνοι σας…)


«Το Παραμύθι του Ύπνου» για μένα λοιπόν, μιλάει για την ανομβρία σχέσεων, οραμάτων, για την ξηρασία συναισθημάτων στην καθημερινότητα και στις προσωπικές σχέσεις, για την Άνυδρη Σκέψη και την Άνυδρη Ζωή που οδηγούν σε ύπνο της Ψυχής.
Μιλάει για την «Ευθύνη» απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό, την «Ευθύνη»απέναντι στην προσαρμοστικότητά μας που μας ευνουχίζει (εμάς και τους γύρω μας), την «Ευθύνη» που αντικατοπτρίζεται αλλοτριωμένη στην κατάντια των σχέσεών μας, των κοινωνικών προτύπων μας και των life style προτεραιοτήτων μας, την «Ευθύνη» που ξορκίζεται μέσα από πλαστές τηλεοπτικές και ψηφιακές εικόνες και έντεχνα δημιουργούμενες ελπίδες, την «Ευθύνη» για ένα πιθανό ζοφερό-κοντινό μέλλον που μας περιμένει ως ευπροσάρμοστους καναπεδοθαμώνες – εικονολάτρες - τηλεκαταναλωτές, την «Ευθύνη» απέναντι στο μέλλον των παιδιών μας, ώστε να μην παραμυθιάζονται με ότι εμείς «κατάπιαμε», ενώ ταυτόχρονα να μην γίνονται αποδέκτες των δικών μας ατελέσφορων και ενοχών.

Με όχημα τους χαρακτήρες της ιστορίας, μπορεί κανείς να δει συμβολισμούς για τις κοινωνικές νόρμες και την εξουσία, την επαγγελματική «επιτυχία», την αποτυχία της «μέσης οδού» και την προσωποποίηση του ευνουχισμένου «εγώ», την αρχή που πιθανά να κάναμε αν «ξαναρχίζαμε»….

Δεν έχει «έτοιμο» ηθικό δίδαγμα το βιβλίο.
Καταγράφει αιτίες, αφορμές, επιλογές, απορρίψεις και ενοχές.
Δείχνει πως μπορούν να περιπλέκονται η μια με την άλλη και πως τελικά συνθέτουν το «παραμύθι» μας

Ξεκάθαρα λοιπόν, ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ.

Είναι πιο «ώριμο» από τα προηγούμενά του και θα είναι και καλοτάξιδο.
Λειτούργησε «παράξενα» πάνω μου, όπως και το προηγούμενο, το «Καλά Μόνο Να βρεις»

(Ξέρεις εσύ ρεμάλι με ποιους τρόπους…)

ΝΑ ΤΟ ΠΑΡΕΤΕ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΡΕ ΤΣΑΜΠΑΤΖΗΔΕΣ!

Αυτά….
(Περιμένω την αμοιβή μου στον γνωστό λογαριασμό… Σύντομα, ε!!!)

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

"Λέγομαι Νασίμ Μουχαμέντι"

Αλίευσα την αφήγηση από σχόλιο του Περίπλου στη συζήτηση για τις φυλακές που άνοιξε η Λυγερή. Αφοπλιστική εξομολόγηση που πίσω από το χαμηλόφωνο συναισθηματικό της τόνο κρύβει τη διάσταση του βιωμένου πόνου. Του πόνου που διαβάζοντάς τον στην "Ιστορία ενός αιχμαλώτου" του Δούκα ριγούμε από διαδοχικά κύματα συγκίνησης, αλλά βλέποντάς τον ολόγυρά μας ως καθημερινή πραγματικότητα του Άλλου στεκόμαστε παγερά αδιάφοροι και αδρανείς.
Το κείμενο μου έφερε στο μυαλό το πασχαλινό ευχετήριο μήνυμα μιας φίλης, της Κικής Δ.: "Ο Ιωσήφ εξ Αριμαθαιας προς τον Πιλάτο: Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω... Δος μοι τούτον τον ξένον, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλινη. Το 2007, 25.113 κυνηγημένοι άνθρωποι κατέφυγαν στην Ελλάδα ζητώντας άσυλο. Δώσαμε στους 8. Οι υπόλοιποι απελάθηκαν".
"Λέγομαι Νασίμ Μουχαμέντι, είμαι από το Αφγανιστάν, 22 χρονών. Είμαι σχεδόν 3 χρόνια στην Ελλάδα, 15 μήνες ήμουν μέσα στη φυλακή της Αυλώνας επειδή τη δεύτερη μέρα που βρέθηκα εδώ στην Ελλάδα πήγα στο Αλλοδαπών να ζητήσω άσυλο ως πρόσφυγας, να κάνω αίτηση. Με παίρνει ο αστυνόμος μέσα στο τμήμα. Με χτύπησαν πάρα πολύ που δεν μπορούσα να κοιμηθώ για μία εβδομάδα γιατί ήθελε να αποδείξει κάποια θεωρία που είχαν. Μου είπαν ότι «λες ψέματα πώς ήρθες, ποιος έχει πληρώσει, να μου πεις ποιος σε έφερε εδώ». Μετά την άλλη μέρα με πήγαν δικαστήριο. Δικάστηκα μέσα σε 2 ½ -3 λεπτά, δεν μου φέραν δικηγόρο, δεν είχα μετάφραση, δεν ήξερα τι είναι γιατί πρώτη φορά βρέθηκα μπροστά στο νόμο, μπροστά στο δικαστήριο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Φοβόμουν, είχα άγχος, δεν είχα δικηγόρο, δεν γνώριζα κανέναν εδώ. Με πήγαν και στο κρατητήριο. 16 μέρες ήμουν εκεί. Έφαγα ξύλο από τους κρατούμενους εκεί, όταν περίμενα στη σειρά να πάρω κανένα το λιγοτερο τηλέφωνο. Μετά με πήγαν στο Αυλώνα. Μετά από 2-3 μήνες βρήκα ένα παιδί, με πήγε για να μάθω γιατί με φέρανε, τι έχω κάνει. Μου λέει ότι στο δικαστήριο σου έχουν ρίξει 4 μήνες φυλακή, 2.000¬ για να πληρώσω πρόστιμο γιατί ήρθα εδώ για να ζήσω και δικαστική απέλαση. Πρέπει να απελαθώ να με γυρίσουν πίσω στο Αφγανιστάν. Ότι έκανα, έκανα απεργίες δεν μου απάντησε κανένας, δεν με πήγαν πουθενά. Κάθε φορά που ρώταγα γιατί με φέρανε εδώ μου απαντούσαν «τι θέλεις να κάνεις; Που θέλεις να πας; Σου δίνουμε φαγητό, σου δίνουμε κάπου να κοιμηθείς, που θέλεις να πας; Έμεινα εκεί 15 μήνες και κάθε φορά που πήγαινα δικαστήριο χωρίς δικηγόρο χωρίς μετάφραση, δικάστηκα μου είπαν «που θέλεις να πας; Κάτσε εδώ» κάθε φορά οι υπάλληλοι με φώναζαν «Μπιν Λάντεν που πας;». Με κορόιδευαν με φώναζαν Μπιν Λάντεν το όνομά μου δεν το ήξερε κανένας εκεί. Με φώναζαν πάντα Μπιν Λάντεν. Το τι έχουμε πάθει στην Ελλάδα εμείς οι πρόσφυγες. Πέρασα πάρα πολύ δύσκολα εκεί. Για δυο-τρεις μήνες δεν είχα ρούχα να φορέσω. Με αυτά τα ρούχα που είχα μαζί μου αυτά φορούσα 3 μήνες. Δεν με βοήθησε κανένας. Δεν είχα ένα σαμπουάν να χρησιμοποιώ. Τίποτα δεν είχα εκεί. Πέρασα πάρα πολύ δύσκολα. Έχασα το δικαίωμα να ζητήσω άσυλο. Μετά από 15 μήνες που βγήκα έξω, σχεδόν 3 χρόνια ζω με ένα αποφυλακιστήριο. Αυτά είναι τα χαρτιά μου. Δεν μπορώ να βγάλω άδεια παραμονής, δεν μπορώ να δουλέψω, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Δεν μπορώ να νοικιάσω ένα σπίτι να ζήσω εδώ. Έχω δικαστική απέλαση πρέπει να απελαθώ στο Αφγανιστάν. Επειδή δεν μπορούν να με απελάσουν έχω αυτό το χαρτί. Μέσα στη φυλακή, θέλω να πω κάτι πράγματα που έζησα εκεί. Είδα ανήλικα παιδιά που ήταν εκεί. Έπαιρναν ναρκωτικά μπροστά στα μάτια μας. Δεν μπορούσαμε να πούμε σε κανέναν ποιος του φέρνει εκεί. Παιδιά που ήταν 16, 17, 18 χρονών έπαιρναν ναρκωτικά.
Για τους μετανάστες και πρόσφυγες όταν πηγαίνουν φυλακή. Καταρχάς δεν τους αφήνουν έτσι. Τελειώνουν την ποινή τους και κάνουν 4, 5 χρόνια πόσα έχουν φάει και μετά πρέπει να κάνουν μία αίτηση να πάει στο Αλλοδαπών ότι μπορεί να φύγει τώρα. Αυτό το χαρτί για να γυρίσει πίσω κάνει 4, 5, 6 μήνες περιμένει έτσι τζάμπα μέσα στη φυλακή. Περιμένει μέχρι να αποφασίσει το Αλλοδαπών ότι μπορεί να φύγει. Όταν πηγαίνει ένα τέτοιο χαρτί δεν μπορεί να κάνει τίποτα αν και αυτός ο άνθρωπος μπορεί να είναι από το Αφγανιστάν ή από το Ιράν. Πρέπει να ζήσει με αυτό το χαρτί. Τώρα ακόμα εγώ τραβάω αυτό το πρόβλημα και δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Δεν μπορώ να νοικιάσω ένα σπίτι. Δεν μπορώ να ζήσω εδώ. Δεν μπορώ να κάνω μπροστά, δεν μπορώ να κάνω πίσω. Πρέπει να ζήσω με αυτό το χαρτί. Ευχαριστώ πολύ."

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

Μισή Ακρόπολη

Φύσαγε εκείνο το βράδυ. Το βλέμμα αναζήτησής του στον άλλες φορές φίλο και παρηγορητή ουρανό, έμμεινε μετέωρο και μπουρδουκλωμένο, τρώγοντας πόρτα, από μια μουντή και ψυχοπλακωτική κομπανία σύννεφων, που του γυρνάγανε την πλάτη.
Ο δρόμος από κάτω τίγκα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα αλλά ήσυχος, χωρίς ούτε έναν περαστικό, ή έστω κανένα αυθάδικο και τσιτωμένο παπί-delivery.
Η χαρά της γάτας, ο δρόμος του τα βράδια.
Σουλάτσα, ρομαντζάδα, κους-κους, αλισβερίσια, πασαρέλα κανονική.
Σε μια κεραμοσκεπή μονοκατοικίας απέναντι, ένας κεραμιδόγατος με γρατσουνιές και σημάδια, παρακολουθώντας ξαπλωμένος από την μόνιμη θέση του, έδειχνε να είναι ο «Γενικός Δερβέναγας», κουνώντας πότε – πότε νωχελικά την γκρίζα του ουρά.
Κάτι καταδικασμένοι σκύλοι σε μερικά διπλανά μπαλκόνια και ταράτσες, μπορεί μεν να κοιτάγανε τον κόσμο από ψηλά, αλλά βγάζανε τα συκώτια τους στο γαύγισμα προς τις γάτες.
Αυτές όμως… ξέρεις τώρα.
Μπλαζέ περιπαικτικό και αδιάφορο βλέμμα προς την πηγή του σκυλο-θορύβου και νωχελική αποχώρηση, κουνώντας αυτάρεσκα, με εκείνο το εκνευριστικά αργό και περιπαικτικό τρόπο, τις ουρές τους.
Κοπανιόντουσαν στα κάγκελα οι σκύλοι, αφρίζοντας από το κακό τους.
Τις δαγκώνεις ρε, στον σβέρκο τις βρωμιάρες ή όχι;
Τα κακόμοιρα τα σκυλιά, παθαίνανε παράκρουση από την λύσσα τους και αυτές ούτε να τα χέσουνε!
Ε, μετά το βουλώνανε όλοι μαζί και έπεφτε μια ησυχία απόλυτη, που έκανε τα αυτιά να βουίζουν.

Αφού λοιπόν ουρανός δεν φαινόταν, δεν είχε και πολλές επιλογές.
Ή μέσα και κομπιούτερ ή…
«το άλλο»….

Να βγάλει την κιθάρα να παίξει τέτοια ώρα, δεν ήταν καν θέμα προς συζήτηση.
Να διαβάσει τελευταία δεν μπορούσε κι ας περίμεναν στοίβα τα αδιάβαστα βιβλία που συνέχιζε να αγοράζει.
Να ασχοληθεί με τα «σωσμένα» κείμενα στον υπολογιστή, δεν το γούσταρε, αφού ήταν εξαρτημένος του «χαρτιού».
Να δει τηλεόραση, ούτε με σφαίρες, καλύτερα να πήδαγε από το μπαλκόνι.
Να βάλει μουσική, καλό του φαινότανε, αλλά τα παιδιά ήταν ακόμη ξύπνια και δεν θα μπορούσε να ησυχάσει. Ζουζούνευαν γύρω τους σαν σκνιπάκια σε ιδρωμένο άλογο ντάλα καλοκαίρι στον κάμπο και αν τα άφηναν θα κάθονταν μέχρι τις 2 τα ξημερώματα. (Πως αντέχουν ρε;;!!!)

Ξεφυσώντας, υποτάχθηκε σε αυτό που ήταν το μόνο που του έμεινε ως επιλογή.
Γύρισε το βλέμμα του το λοιπόν, να ατενίζει Την Θέα Της Μισής Ακρόπολης.

Ένιωσε ξανά στην σπονδυλική του στήλη την Ανατριχίλα της Ενοχής και ένα μακρόσυρτο «Ωωωωχχχ!» ανέβηκε από το στομάχι του και διαλύθηκε στα δόντια του.
Νάτος πάλι ο κόμπος στο στομάχι, να τα μυρμηγκιάσματα στα βλέφαρα, να το καμπούριασμα πάνω στα κάγκελα του μπαλκονιού.
Να τα χέρια να ψάχνουν φιλτράκια, χαρτάκια και καπνό και να δυσκολεύονται να στρίψουν από το τρέμουλο, άσε που φύσαγε κιόλας.
(Γαμώτο, πρέπει να βάλει τελικά τέντες, δεν γίνεται αλλιώς.
Θα ξυπνήσουν καμιά μέρα και ο αέρας θα έχει πάρει τον Όσκαρ και το κλουβί του μαζί.)
Ασυναίσθητα, γύρισε να δει τον Όσκαρ και για άλλη μια φορά τον βρήκε να κοιτάζει με τα αγουροξυπνημένα καναρινίσια μάτια του, μέσα στην νύχτα, φουσκωμένος σαν κίτρινη φτερωτή μπαλίτσα και πιθανά σκεπτόμενος «πάλι λάλησε τούτος δω….».

… και πήρε να ανακρίνει τα εσώψυχά του…

«Τι βλέπεις ρε;» αναρωτήθηκε.
«Μίλα ρε! Τι βλέπεις; Εμπρός, παραδέξου το!», προσπάθησε να στριμώξει τον εαυτό του στα σκοινιά.
Ξεφυσώντας καπνό με έναν τρόπο παραίτησης, γάντζωσε ένα λοξό βλέμμα στον φωτισμένο Παρθενώνα και προσπάθησε να ξεφύγει για ακόμη μια φορά:

- «Τι βλέπω ρε; Την Μισή Ακρόπολη βλέπω. Την Νοτιοδυτική Πλευρά της.»
- «Αυτά να τα αφήσεις για άλλους ρε χέστη! Μαζί μιλάμε τώρα! ΤΙ ΒΛΕΠΕΙΣ ΣΕ ΡΩΤΗΣΑ ΡΕ, ΟΧΙ ΤΙ ΚΟΙΤΑΣ!»

Ξαναξεφύσηξε και βάλθηκε να κοιτάζει τα πλακάκια στο μπαλκόνι και την κάφτρα του τσιγάρου του.
«Τώρα» σκέφτηκε, «πέτα το τσιγάρο και μπες μέσα ΤΩΡΑ! Άνοιξε την τηλεόραση βρες ένα κανάλι που να έχει διαφημίσεις ή πολιτική συζήτηση και αποχαυνώσου! Τώρα λέμε ρε! Μην Κάθεσαι!»

Έκανε Μισό Βήμα προς τα πίσω……

….μόλις το συνειδητοποίησε, τον πήραν τα κλάματα…..

Ανοίξανε τα μάτια του και τρέχανε μόνα τους.

Δεν πρόλαβε να τρομάξει γιατί λυγμοί άρχισαν να ανεβαίνουν στο στήθος του.

Δεν έβγαιναν όμως.

Πνίγονταν στον φάρυγγα και ακουγόταν μόνο ένας απροσδιόριστος θόρυβος, που πνιγόταν κι αυτός από τον αέρα.

«Μισοί λυγμοί…»

«Μισά θέλω…»

«Μισά όνειρα…»

«Μισά σχέδια…»

«Μισά ταξίδια…»

«Μισές γεύσεις…»

«Μισές σκέψεις…»

«Μισά αισθήματα…»

«Μισή αίσθηση ζωής…»

Τέντωσε τον λαιμό του και ούρλιαξε στο μπαλκόνι, σφίγγοντας τα κάγκελα μέχρι που άσπρισαν οι αρθρώσεις των χεριών του…

….τον πήραν ολόκληρο οι λυγμοί, τραντάζοντας τον πάνω στα κάγκελα…

Τα σκυλιά από τα γύρω μπαλκόνια ξύπνησαν και άρχισαν να χαλάνε τον κόσμο.

Η Μισή Ακρόπολη λαμπύριζε στο βάθος και το Μισοσβυσμένο Τσιγάρο του άφηνε τις τελευταίες τουλίπες καπνού….

Μετά από Μισή Τούμπα στον αέρα, προσγειώθηκε με το τσιγάρο στο στόμα, μισός στο πεζοδρόμιο, μισός στον δρόμο…

Τα σκυλιά λούφαξαν…

Ο κεραμιδόγατος ανοιγόκλεισε αργά τα μάτια του και γύρισε να χαζεύει προς την Ακρόπολη, που από την μεριά του φαινόταν Ολόκληρη.

Έπιασε να βρέχει…


Δευτέρα, 5 Μαΐου 2008

Τα αγαθά κόποις κτώνται...

Κοντεύει πια ο καιρός. Ένας χρόνος στο λαχάνιασμα, ένας προηγούμενος στην πίεση και ένας παραπροηγούμενος στην προετοιμασία. Σύνολο τρία. Τρία ολόκληρα χρόνια ζωής απ’ τα δεκαοχτώ μόλις της συνολικής ζωής τους. Χαμένα; Κερδισμένα; Καθένας με τα κριτήριά του. Πάντως, εγώ τα λέω, σπαταλημένα.
Βλέπεις τους πιο πολλούς απ’ όσους το παλεύουν χλωμούς και ταλαιπωρημένους. Οκτώ και δέκα και δώδεκα ώρες διάβασμα ημερησίως. Ένα αναμμένο λαμπαντέρ σε σκοτεινό δωμάτιο η δική τους άνοιξη. Με το τρεχαλητό από μάθημα σε μάθημα, με το άγχος των απουσιών και με την πίεση της ύλης στα όρια πλέον της μονομανίας. «Τι κάνεις;» τους ρωτάς. «Δε μου βγαίνει η ύλη» σου απαντάνε. Δυο ανάμεσά τους με τενοντίτιδα, άλλος με ενάμισι πακέτο την ημέρα, οι περισσότεροι με βιταμίνες, κάποιοι με ηρεμιστικά… Υποφέρει το σώμα, υποφέρει κι η ψυχή τους. Σ’ άλλους σιωπηλά και εσωτερικευμένα και σ’ άλλους νευρωτικά και βίαια.
«Τα αγαθά κόποις κτώνται», που λέγανε οι παλιοί.
Αλλά στα αλήθεια πόσο αρκετά είναι αυτά τα αγαθά, για να ανταμείψουν αυτούς τους κόπους; Ποια βαθμολογικά αποτελέσματα μπορούν να ξεκουράσουν το σώμα από τη συσσωρευμένη κούραση, να ελαφρύνουν την ψυχή από τη νευρωτική πίεση και να απαλλάξουν το μυαλό από τον όγκο των άχρηστων πληροφοριών; Ποια αξιοκρατικά ιδεο­λογήματα μπορούν να δικαιώσουν τον υποβιβασμό της μόρφωσης σε εκπαίδευση, της γνώσης σε πληροφορία, της διδακτικής πράξης σε φροντιστηριακή προετοιμασία; Ποια ελπίδα επαγγελματικής προοπτικής και κοινωνικής ανόδου μπορεί να διαψεύσει τη βεβαιότητα ότι αυτές οι εξετάσεις υπάρχουν, για να αναπαράγουν και όχι για να αμβλύνουν τις κοινωνικές ανισότητες, για να διαιωνίζουν και όχι για να μειώνουν τις ταξικές διακρίσεις;
Στο μεταξύ κάθε νέα κυβέρνηση καταργεί εδώ και χρόνια τις εξετάσεις, για να καθιε­ρώσει νέο σύστημα εισαγωγής. Η ίδια κακοπαιγμένη παράσταση ξανά και ξανά. Επιτροπές, συμβούλια, συσκέψεις, εθνικός διάλογος, πορίσματα και διακηρύξεις. Μεγαλόστομες διακηρύ­ξεις, που αφού εξαργυρώνονται εκλογικά πέφτουν ύστερα στο κενό, ελλείψει αληθινής πολιτικής βούλησης. Γιατί μια εκπαιδευτική πολιτική που υπονομεύει τη δημόσια εκπαίδευση και ευνοεί την ιδιωτικοποίηση των αγαθών της, που βλέπει στο πρόσωπο των μαθητών όχι τους μελλοντικούς ενεργούς πολίτες αλλά το πειθήνιο εργατικό δυναμικό της, που διατιμά τη γνώση όχι ως πνευματικό και κοινω­νικό αγαθό αλλά ως ανταλλακτική αξία, έχει ανάγκη την εντατικοποίηση των εξετά­σεων, μέσα ή ακόμη και έξω από το Λύκειο, για την άσκησή της. Βολεύουν λοιπόν οι εξετάσεις. Και μάλιστα από πολλές πλευρές: συσκοτίζουν τον ταξικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης, εξατομικεύουν τα αίτια της σχολικής αποτυχίας, δικαιώνουν την ιδιωτική πρωτοβουλία, κρατούν σε ομηρία μια ολόκληρη γενιά.
Ναι, σε ομηρία. Πρωτομαγιά με φιλικό ζευγάρι και η υποψήφια κόρη να βάζει τα κλάματα, γιατί δε πρόφτασε να τελειώσει την Ιστορία. Τριγύρω δέντρα και λουλούδια, κόσμος και χοροί. Η άνοιξη στα πιο μεγάλα φόρτε της και η κοπέλα να κλείνεται μεσημεριάτικα στους τέσσερις τοίχους, για να επαναλάβει κατά λέξη τα του Ανατολικού Ζητήματος.
Μα πιο μεγάλο ζήτημα θαρρώ πως είναι η σπατάλη της ζωής. Της ζωής που καταναλώνεται. Της ζωής που ματαιώνεται. Της ζωής, εντέλει, που συμβιβάζεται να καταναλώνεται και να ματαιώνεται από την εφηβεία ακόμη.
Ξέρω. Όπου να ’ναι τελειώνει το μαρτύριο. Λίγες μέρες ακόμη ως τις εξετάσεις. Ύστερα μια μικρή ανάπαυλα και βγαίνουν τα αποτελέσματα. Θα έρθουν μετά οι εφημερίδες και τα κανάλια να κάνουν πρώτο θέμα τους υποψηφίους. Θαυμασμός και επιβράβευση για όσους αρίστευσαν. Κουράγιο και υπομονή για όσους απέτυχαν. Οι έφηβοι στην εικονική εκδοχή τους. Έτσι όπως μάς αρέσει να τους σκεφτόμαστε. Χαρούμενους και ανέμελους, πεισματάρηδες και αποφασιστικούς.
Και τότε θα ’ναι όλα ξεχασμένα. Και τα ανούσια διαβάσματα και τα ατέλειωτα ξενύχτια και οι πρωτομαγιές που δεν έζησαν και η αφόρητη πίεση της επιτυχίας και το ανυπόφορο άγχος της αποτυχίας. Ακόμη και αυτή η δραματική αύξηση των ψυχικών διαταραχών τους, όπως διαπιστώνουν οι ψυχολόγοι και όπως βλέπουμε εμείς στα μάτια τους.