Κυριακή, 30 Μαρτίου 2008

"Η κίτρινη ομπρέλα", Βαγγέλης Αυδίκος, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο 2007, σελ. 234

Από πού αναβλύζει η λογοτεχνική γραφή και από ποια αδιόρατη ανάγκη τροφοδοτείται ο πίδακάς της; Πώς οργανώνεται η κοίτη και τι είναι αυτό που ορίζει την κατεύθυνση του χειμάρρου της; Πώς μπορείς να βουτάς στα ολοκάθαρα νερά της και την ίδια στιγμή να ρίχνεις πετονιά από την όχθη στα πλούσια αλιεύματά της;
Ρομαντικές φαντασιοκοπίες, θα έλεγε ο Αυδίκος. Λογοτεχνικές ομφαλοσκοπήσεις όσων ζουν από, μέσα και για τη λογοτεχνία και λησμονούν ότι δεν είναι η ζωή που ζει από, μέσα και για τη λογοτεχνία αλλά η λογοτεχνία που ζει από, μέσα και για τη ζωή. Ή τουλάχιστον θα έπρεπε να ζει. Έστω και αν τις πιο πολλές φορές αυτό δε συμβαίνει. Το γιατί αποτελεί το κεντρικό ερώτημα που απασχολεί το συγγραφέα του μυθιστορήματος «Η κίτρινη Ομπρέλα».
Τι φταίει λοιπόν;
Μήπως η ωραιοπάθεια της γραφής και ο υφέρπων ναρκισσισμός της; Μήπως πάλι η εξ ανάγκης απόσταση από τα πράγματα με το άλλοθι της πρισματικής θέασής τους; Μήπως τέλος πάντων η θεόπνευστη αλαζονεία της εκ του μηδενός αναδημιουργίας του κόσμου; Πιθανώς να ’ναι κι έτσι. Απ’ την άλλη όμως δεν είναι δυνατόν να ’ναι μόνο έτσι. Γιατί τέτοιες λογοτεχνικές γητειές υπήρχαν πάντα, αλλά η λογοτεχνική μαγγανεία σήμερα μόνο γίνεται πια κανόνας.
Το ερώτημα συνεπώς παραμένει.
Κεντρικό πρόσωπο της πολυφωνικής αφήγησης του Αυδίκου είναι ο Συγγραφέας. Φτασμένος πεζογράφος, με μια φήμη την οποία καλείται να διαχειριστεί, με έναν εκδότη τον οποίο οφείλει να ευχαριστεί και με ένα συμβόλαιο το οποίο δεσμεύεται να εκτελέσει. Βαρύ φορτίο τελικά η επιτυχία. Πολύ βαρύ. Πέφτει απάνω του και τον πλακώνει. Λέξη δεν μπορεί να σταυρώσει. Λευκή σελίδα, άγραφη, παραμένουν οι γραφές του. Τον πιάνει ο πανικός. Αναζητεί την έμπνευση στις ερωτικές εμπειρίες μιας φίλης του, υποδύεται τον υποψήφιο γαμπρό σε ένα γραφείο συνοικεσίων, γίνεται συνεργάτης μιας κουτσομπολίστικης τηλεοπτικής εκπομπής. Πουθενά όμως δε βρίσκει την ιστορία που θα τον απογειώσει. Στο τέλος καταλήγει στην παρέα.
Η παρέα είναι ένα ετερόκλητο σύνολο ανθρώπων, αντιπροσωπευτικό της ελληνικής κοινωνίας (ο καταξιωμένος δημοσιογράφος, ο εισαγγελέας, ο φέρελπις τηλεπαρουσιαστής, ο Κρητικός καφετζής, ο περιπτεράς, ο εκδιδόμενος της Συγγρού) με ένα και μόνο ενοποιό στοιχείο: την ανάγκη της προφορικής αφήγησης. Μιας αφήγησης που αποπνέει την αύρα άλλων εποχών, ανακαλεί τις ιστορίες της γιαγιάς, θυμίζει το παρακάθι των Ποντίων, ανασύρει το κουτσομπολιό του χωριού και αναβιώνει την ατμόσφαιρα του ελληνικού καφενείου. Θα μπορούσε λοιπόν και να μοιάζει με ένα ιδιότυπο αντάρτικο λόγου στη μιλημένη σιωπή της σημερινής επικοινωνίας, στις μεταλλαγμένες αφηγήσεις των μεσημεριανών εκπομπών, στην ασθματική διεκπεραίωση της τηλεφωνικής κλήσης. Μια γλωσσική χειρονομία ανθρωπιάς και αλληλεγγύης, μορφή άμυνας κι αυτή απέναντι στη μοναξιά.
Και πράγματι τέτοια είναι η αρχική αίσθησή της: πρόσωπα διαφορετικής κοινωνικής τάξης, επαγγελματικής ιδιότητας, γεωγραφικής προέλευσης, μορφωτικού επιπέδου συγκεντρώνονται σε καθιερωμένη σαββατιάτικη σύναξη μόνο και μόνο για την ανάγκη της αφήγησης. Παραπέμπει στην ψυχαναλυτική συνεδρία ο χαρακτήρας της αφήγησης αυτής, μόνο που ελλείψει προσωπικού υλικού προς ανακοίνωση ασκείται μέσα από τις δάνειες ιστορίες της ζωής των άλλων, αλλά ακόμη και έτσι προσφέρει την ανακουφιστική εμπειρία του λόγου, δημιουργεί την εντύπωση μιας επικοινωνίας, συγκροτεί το τυχαίο σύνολο σε οργανωμένη ομάδα.
Γρήγορα όμως αποκαλύπτεται η αλήθεια. Η κοινωνική πραγματικότητα αρδεύει από τις εναλλακτικές νησίδες κάθε στοιχείο διαφορετικότητας, κάθε διάθεση πειραματισμού, κάθε προσπάθεια αντίστασης για να αφήσει πίσω της έρημες βραχονησίδες. Κυρίως γιατί όσοι παίρνουν μέρος στο εγχείρημα της οργάνωσής τους δεν παύουν να είναι κοινωνικά διαμορφωμένα πρόσωπα, που φέρουν κοινωνικά διαμορφωμένες ιδεολογίες, σχέσεις, ιδιότητες, εμμονές, άρα κουβαλούν μαζί τους ό,τι υποτίθεται ότι θέλουν να αποφύγουν.
Στην περίπτωση λοιπόν της σαββατιάτικης παρέας του Αυδίκου η αυταξία της αφηγημένης ιστορίας παράγει υπεραξία που ανάλογα με τη διατίμησή της μεταφράζεται σε ανώτερη, στάσιμη ή κατώτερη θέση στην ιεραρχία της ομάδας. Υπάρχει ο Αρχηγός, το αντίπαλο δέος, οι υπόγειες συμμαχίες, τα χτυπήματα κάτω από τη μέση. Οι σχέσεις διατηρούνται τυπικές, ψυχρές, ανταγωνιστικές. Η συγκρότηση της παρέας αποδεικνύεται λόγος για την εκφορά της αφήγησης και όχι σκοπός της. Η μοναξιά που υπάρχει πριν από τη σύναξη, συνεχίζει να υπάρχει και μετά την ολοκλήρωσή της. Ακόμη χειρότερα, ενυπάρχει και εντός της αφήγησης, αποκαλύπτεται στο δάνειο υλικό της, καταφαίνεται στον τρόπο συλλογής του.
Παράξενο στα αλήθεια. Γιατί αν πέρα απ’ την όποια αισθητική τέρψη, έχει κάθε λογής αφήγηση μια υπαρξιακή αξία αυτή αφορά τη δυνατότητα μέθεξης του εγώ στο εσύ μέσα από χαραματιές νέας οπτικής, βίωσης, εμπειρίας και ζωής. Το είπε και ο Ουμπέρτο Έκο: μέσα από την αφήγηση ζούμε περισσότερο, γιατί ζούμε τις ζωές των άλλων, τις ζωές που δε θα μπορούσαμε οι ίδιοι να ζήσουμε. Αυτό εξάλλου δεν κάνει και η λογοτεχνία; Ή τουλάχιστον αυτό θα έπρεπε να κάνει. Το σίγουρο όμως είναι ότι κάτι τέτοιο εδώ δε συμβαίνει. Η αφήγηση της ζωής των άλλων φτωχαίνει τη ζωή των αφηγητών. Η αφήγηση της ζωής των άλλων μεγαλώνει την απόσταση των αφηγητών από τη δική τους ζωή. Η αφήγηση της ζωής των άλλων ενισχύει το αίσθημα της ματαίωσης για τη ζωή των αφηγητών.
- Γιατί οι ήρωες του Αυδίκου διαθέτουν τη ζωή τους στη συλλογή των ιστοριών από τη ζωή των άλλων.
- Γιατί οι ήρωες του Αυδίκου προσπαθούν να δώσουν αξία στη ζωή τους μέσα από την αφήγηση της ζωής των άλλων.
- Γιατί οι ήρωες του Αυδίκου ζουν τη ζωή τους μέσα από τη ζωή των άλλων.
Επομένως, η αφήγηση των ηρώων του Αυδίκου ασκεί τη λειτουργία της αφαίμαξης και όχι της αιμοδοσίας, της στείρωσης και όχι της γονιμοποίησης, του λεκτικού αυνανισμού και όχι της πνευματική μέθεξης. Καταργείται, γιατί έχει λόγο να εκφέρεται αλλά όχι σκοπό. Μορφή αλλά όχι περιεχόμενο. Πρόθεση αλλά όχι πράξη. Οι φορείς της επιστρέφουν στη μοναξιά, στην ακατοίκητη από ανθρώπους, αισθήματα, νόημα και ζωή ζωή τους. Η παρέα τελικά διαλύεται. Διασώζονται μόνο όσοι προτιμούν την αληθινή ζωή από την ανούσια λεκτική αναπαραγωγή της, ώστε να δώσουν στο εξής πράξη, περιεχόμενο και σκοπό στις αφηγήσεις τους.
Ανάμεσά τους και ο Συγγραφέας. Τάσσεται, όπως ο Παπασωτηρίου επισήμανε στην κριτική του για το βιβλίο, στο πλευρό των από κάτω, «παίρνει θέση, τη θέση και την οπτική των αφανών, των αδικημένων». Η επιλογή του αποτελεί απάντηση στο κεντρικό ερώτημα. Και δεν αφορά μόνο τον ίδιο το Συγγραφέα. Αφορά όσους εμπλεκόμαστε ως αναγνώστες ή συγγραφείς με τη λογοτεχνία. Εν ολίγοις: ο κόσμος της λογοτεχνίας θα διατηρείται ψευδαισθησιακός, θα συνεχίζει να αυτοευνουχίζεται και να αυτοχειριάζεται, θα επιμένει να αναπαράγει τα αδιέξοδα στα οποία υποτίθεται ότι δίνει λύση, όσο παραμένει περίκλειστος στον εαυτό του, όσο αρνείται να γονιμοποιηθεί από την αληθινή ζωή, όσο συμβιβάζεται μ’ ό,τι αρνείται την αληθινή ζωή.
Η αξία του βιβλίου του Αυδίκου έγκειται στο ότι έθιξε το πρόβλημα της σημερινής λογοτεχνίας χωρίς περιστροφές. Προσπερνώ κάποιες επιμέρους αδυναμίες. Νομίζω ότι αρκεί και με το παραπάνω το ότι επιχείρησε να δώσει απαντήσεις. Και το πιο σημαντικό είναι ότι οι απαντήσεις αυτές περιέχουν αλήθειες που θα έπρεπε να ειπωθούν. Και καλώς ειπώθηκαν.

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

Αναδημοσίευση

Κι όμως υπάρχουν οάσεις στην μπλοκόσφαιρα. Κάτι απόμερα κοραλλιογενή νησάκια, απάτητα από τους πολλούς, μέσα στην πολυπατημένη έρημο των ιδιωτικών ομφαλοσκοπήσεων και των άγονων αντιπαραθέσεων. Το κείμενο που ακολουθεί έχει αλιευτεί από ένα τέτοιο μοναχικό νησί. Ό,τι καλύτερο διάβασα το τελευταίο διάστημα.
ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΙ και ΥΒΡΙΣΤΕΣ

Ύβρις για τους βρετανούς καθολικούς το σχέδιο νόμου που επιτρέπει τα υβρίδια έμβρυα, ύβρις για τον αμερικανό υποψήφιο πρόεδρο Τζον Μακέην ο αντιαμερικανισμός, αφού οι ΗΠΑ «είναι η πιο μεγάλη δύναμη του καλού στην ιστορία της ανθρωπότητας», ύβρις για τους κατεστημένους Έλληνες η αλαζονεία των «μικρών» κομμάτων. Αλλά τι είναι αλαζονεία και τι ύβρις; Μήπως δεν είναι ύβρις το γεγονός ότι αμετροεπείς και μέτριοι, μικρές ψυχές κατέχουν πάρα πολύ μεγάλη εξουσία σε ολόκληρο τον κόσμο; Δεν αποτελεί ύβρη η αντιστροφή των νοημάτων των λέξεων από αυτούς που κατέχουν την αυθεντία επί των ιδεών και την εξουσία της Άτης κατά το οικονομικό συμφέρον τους; Αλλά αλαζόνες για όλους αυτούς είναι μόνο εκείνοι που τολμούν να τους αμφισβητήσουν, εκείνοι που σαν φωνές-φωτιές-φρυκτωρίες στέλνουν το μήνυμα ενός διαφορετικού μέτρου των πραγμάτων, μιας alter orbis, μιας άλλης οικουμενικότητας, μιας νέας ευαισθησίας και της επανεύρεσης της ανθρωπιάς μας. Οι υπερβαίνοντες το κατεστημένο χομπσιανό μέτρο –αλήθεια ποιος το όρισε;- είναι όσοι αποτολμούν υψηλές σκέψεις, εκείνοι που επιδεικνύουν μία υψηλή αίσθηση του εαυτού τους και κάνουν το ιερόσυλο άλμα πάνω από τα σύνορα και πέρα από το αιμάτινο τέλμα της υπακοής στον καθημερινό κανιβαλισμό ψυχών. Αυτοί συντέλεσαν για να γίνει ο άνθρωπος ό,τι έγινε. Οι ίδιοι συντελούν στο να μην επιτελεσθεί η επιστροφή στη ζωώδη του αγριότητα. Αυτοί είναι οι ξενιστές της ελπίδας ότι όλα θα γίνουν καλύτερα, ότι ο κόσμος θα γίνει λιγότερο οδυνηρός, ότι η ζωή θα είναι πραγματικά δώρο για όλους, ότι δεν θα υπάρχουν πόλεμοι, σφαγές νηπίων, φτώχεια, πείνα και δυστυχία, ότι όλοι θα μπορούμε να θαυμάσουμε την ομορφιά όχι ως αφαίρεση αλλά μέσα από την εκπληκτική λευκότητα μιας μαργαρίτας, να χαιρόμαστε τη χαρά ως κατοικούσα στα πράγματα και τους ανθρώπους που μας περιβάλλουν και όχι ante rebus, προ και μετά από τα πράγματα, όχι μόνο μέσα στη φαντασία και στο βραχύβιο της γιορτής των φασμάτων και των φαντασμάτων.

Γιώργος Παπασωτηρίου, http://gpapaso.blogspot.com/

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

Αμοργός

Νίκος Γκάτσος - Μάνος Χατζιδακις


................

Λένε πως τρέμουν τα βουνά και πως θυμώνουν τα έλατα

Όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν οι καλικάντζαροι μέσα

Όταν ρουφάει η κόλαση τον αφρισμένο μόχθο των χειμάρρων

Ή όταν η χωρίστρα της πιπεριάς γίνεται του βοριά κλωτσοσκούφι.

Mόνο τα βόδια των Aχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας

Bόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει

Tρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό νερό μες στ' αυλάκια

Mυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτω απ' τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε.

Πετάτε τους νεκρούς είπ' ο Hράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλωμιάζει

Kι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται

Kι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα

Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ' τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει.

Tί να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;

Tο ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ' όνομά του

Tο ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του

Mα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει

Mόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις

Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει

Kαι να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου

Άνθη πουλιά ελάφια

Nα βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη

Nα πιάσεις από τα λουριά του Aχιλλέα τ' άλογα

Aντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις

Tον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Kίτσου.

Γιατί κι εσύ θα 'χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα 'χει γεράσει.

Mέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει

Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο

Kι ας μη λυγίσει η καρδιά σου

Kι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη

Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου

Δεν ωφελεί το παράπονο

Ίδια παντού θα 'ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων

Mε το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων

Mε το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας

Mε το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη

Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρούμενο χέρι

Φτάνει ν' ανθίσει μόνο

Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη...

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει

Mόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ' άστρα

Mόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές

Kαι νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα

Mόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα

Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά

Kαι τα κοράκια κολυμπάν σ' ένα πηγάδι μ' αίμα.

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει

Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει

Kρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης

Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο

Mόνο ένα βράδυ του Mαγιού πέρασε ένας αγέρας

Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου

Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Kι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο

Kι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι

Mόνο καρτέρει μια στιγμή ν' ανοίξει ο πικραπήγανος

N' αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Mα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη

...........

(Απόσπασμα από το Aμοργός, Ίκαρος 1987)

Από το Σπουδαστήρι Νέου Ελληνισμού

(Γιατί, έτσι...)

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Διαγραφή σχολίων

Ξεκινήσαμε δίχως τη λειτουργία του "μετριασμού σχολίων". Συνεχίζουμε έτσι. Δε στήσαμε όμως το blog, για να μαυρίζουμε τις ψυχές μας, να ανταλλάσσουμε ύβρεις, να υπομένουμε τις κακοβουλίες οποιουδήποτε. Μου λείπει και ο χρόνος και η αντοχή και ο λόγος για να παλέψω. Άλλωστε, πρόθεση να καταντήσουμε τηλεοπτικό πάνελ προς άγραν επισκεπτών είναι δεδομένο ότι δεν υπάρχει. Λυπάμαι, αλλά τέτοια σχόλια θα διαγράφονται υπ' ευθύνη μου. Δεν ξέρω κανέναν άλλο τρόπο, για να προστατέψω την αξιοπρέπειά μου και για να διασώσω την εδώ επικοινωνία μας.

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

Ανάγκη για Αιμοπετάλια

Μου ήρθε αυτό το mail με "προώθηση" από τρίτο (και πιθανά τέταρτο, πέμπτο, έκτο κλπ) πρόσωπο).
Τσεκάρισα τα νούμερα και είναι αληθινά, όπως και το περιστατικό.
Όποιος μπορεί ας βοηθήσει ή τουλάχιστον ας το προωθήσει σε άλλους:

Καλημέρα σε όλους,

Θα θελα να "εκμεταλλευτώ" τη γνωριμία μας και να ζητήσω μια χάρη.
Ο μπαμπάς μιας πολύ καλής μου φίλης βρίσκεται στον Νοσοκομείο με λευχαιμία και έχει ανάγκη από αιμοπετάλια...
Η ειρωνία της τύχης είναι ότι η συγκεκριμένη κοπέλα έχασε τη μαμά της από καρκίνο πριν από λίγα χρόνια.

Θα θελα λοιπόν να παρακαλέσω να μπείτε στον κόπο αν μπορείτε εσείς οι ίδιοι ή να πείτε σε γνωστούς σας να δώσουν αιμοπετάλια.

ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ: ΝΙΜΙΤΣ
ΟΝΟΜΑ: ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΟΝΙΟΣ

Η διαδικασία είναι λίγο χρονοβόρα. Γίνεται ΜΟΝΟ πρωινές ώρες 8:30 - 14:30 και χρειάζεται να περάσει κανείς κάποιες εξετάσεις ώστε να ελεγχθεί αν τα αιμοπετάλια είναι καλά. (Η διαδικασία διαρκεί περίπου μία ώρα).

Θα παρακαλούσα αν κάποιος θέλει και μπορεί να το κάνει να πάρει τηλέφωνο τη
Ζωή (η φίλη μου) στο 6946454965
είτε εμένα στο 6937412755
ώστε να πάρει περισσότερες πληροφορίες.


Παρακαλώ αν μπορείτε να το προωθήσετε σε γνωστούς.

Σας ευχαριστώ
Ρίτσα

Παιδιά στα σίδερα...


Σήμερα, την ώρα που κάποιοι θα βλέπουμε τα παιδιά μας να συμμετέχουν σε κάποιες σχολικές "γιορτές", κάποιοι άλλοι θα προσπαθούν να κάνουν φυλακισμένες μανάδες με τα παιδιά τους να αισθανθούν "εορταστικά".
Για περισσότερα, ρίξτε μια ματιά στο blog του Πανόπτη, που ανέλαβε τον συντονισμό της "Εκστρατείας".
Αυτή την φορά δεν πρόλαβα, επιφυλάσσομαι για την επόμενη...

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

VLAXOS έφη:


Συνέχεια στο φτου με είχαν. Με το που έγραφα κάτι, πέφτανε απάνω μου για να με φάνε. Διαμαρτύρονταν όλοι και με μαλώνανε και με απειλούσανε. Κανείς δε μ’ αγαπούσε σε εκείνο το forum...
Όπως τότε που ήμουνα παιδί. Με έβαζαν στη μέση οι φίλοι μου και με έδειχναν στα κορίτσια, για να κάνουν χάζι. Στεναχωριόταν ο πατέρας. Στο τέλος με λυπήθηκε και με έκλεισε μέσα στο δωμάτιό μου. Μου αγόρασε κι έναν υπολογιστή. «Για να ’χεις να μιλάς με κανέναν άνθρωπο. Δε θα σε βλέπει, οπότε έχεις ελπίδα» είπε. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε.
Δυο χρόνια έψαχνα να βρω από πού ανάβει ο πισίς και άλλα τρία για να μπω στον ιντερνέτη. Γιατί κανείς δε μου εξήγησε ότι έπρεπε να βάλω τα καλώδια στην πρίζα. Όλα μόνος μου τα κατάλαβα. Τότε ήταν που γνωρίστηκα με τον κύριο Γκούγκλη. Καλόκαρδος, δε λέω. Κι εξυπηρετικός. Έγραφα “girls” και μου έφερνε κορίτσια. Έγραφα “sex” και μου ’βγαζε εικόνες με τις τσίτσιδες. Ούτε να γελάνε μαζί μου, ούτε να με κοροϊδεύουν!
Τι μου ’ρθε όμως κάποτε και έγραψα «σχολείο». Απωθημένο μάλλον θα το ’χα, που δεν τελείωσα το σχολείο γιατί έκανα τέσσερα χρόνια στάσιμος στο νηπιαγωγείο και άλλα πέντε στην πρώτη δημοτικού. Με έβαλε λοιπόν ο Γκούγκλης σε εκείνο το forum. Σκατά forum, δηλαδή. Πιο πολύ για f(t)orum μου έμοιαζε. Από το πολύ το φτου που έτρωγα. Μούσκεμα έπεφτα για ύπνο κάθε βράδυ. Απορούσε η μάνα μου. «Μπάζει νερά από το παράθυρο» της εξηγούσα. «Από το μυαλό σου ναι, από το παράθυρο όχι» μου απαντούσε «πέντε μήνες έχει να βρέξει έξω». Άλλοι κάνανε φίλους, άλλοι βγάλανε γκόμενες, εγώ μόνο με την κυρία πνευμονία κόντεψα να τα φτιάξω εκεί μέσα. Στο f(t)orum εννοώ. Αποφάσισα να ξεκόψω.
Ζήτησα από τον καλό μου Γκούγκλη να μου γνωρίσει κάποιον «μεγάλο λογοτέχνη», γιατί ξέχασα να σου πω ότι πάντα μου άρεσε η λογοτεχνία κι είναι ακόμα το πατάρι του σπιτιού μου τίγκα στον Μπλεκ και στο Μικρό Σερίφη και στον Σπάιντερμαν και στα Ταρατατά. Και να δεις εσύ μεγάλη τύχη ο δικός σου: γνώρισα, επιτέλους, το μεγάλο λογοτέχνη. Άλλο επίπεδο. Διαβασμένος άνθρωπος, πονόψυχος και φιλοσοφημένος. Διανοούμενος. Αλλά «πες μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι» δε λένε; Αφού λοιπόν αυτός διανοούμενος, τότε και εγώ διανοούμενος. Και διανοούμενος και Vlaxos. Διανοούμενος με το φίλο μου το διανοούμενο και Vlaxos με τις φιλενάδες μου τις προβατίνες. Ξαφνικά μου ήρθε θεία επιφοίτηση. Πώς βγάζουνε οι άλλοι βιολογικό γάλα και τυρί; Πιο έξυπνοι είναι; Ε, θα βγάλω κι εγώ διανοούμενο γάλα και τυρί! Τσάμπα τόσες διαλέξεις στη στέρφα μου την προβατίνα τη Μοσχούλα για τον Κούστα και τον Χατζημωυσιάδη και τους άλλους λογοτέχνες; Τηλεφώνησα μάλιστα στην Αθήνα να κατοχυρώσω πατέντα, μη μου κλέψει η ΔΕΛΤΑ τα πνευματικά, κι όλο για ένα Νταού Πεντέλης μού λέγανε από το τηλέφωνο. Άρπαξα την ευκαιρία αμέσως. «Το διανοούμενο γάλα και τυρί από το Νταού μυαλό του Vlaxou» τους πρότεινα ονομασία και μου έκλεισαν το τηλέφωνο στα μούτρα. Καθόλου όμως δεν πτοήθηκα. Πήρα μολύβι και χαρτί να τα υπολογίσω. Σε ένα χρόνο μέσα λογάριαζα ότι θα άρχιζε η μεγάλη η κονόμα.
Είπα λοιπόν στον πατέρα μου να μου αγοράσει διαμέρισμα στην Αθήνα, για να κανονίζω τα meetings, κι έβγαλα το σχέδιο του διαμερίσματος στον ιντερνέτη, για να το βλέπει ο Σιούλας από το χωριό και να ζηλεύει. Τι το ’θελα; Με μάτιαξε ο σαββατογεννημένος!
Να σου εξηγήσω τι έγινε. «Ιχνηλασίες» τον ονόμαζε ο φίλος μου ο διανοούμενος τον δικό του ιντερνέτη. Στην αρχή δεν καταλάβαινα τι ήθελε να πει, αλλά μετά ρώτησα τον Γκούγκλη και μου το εξήγησε. «Βγαίνεις και ψάχνεις χνάρια» μου είπε. Λέω κι εγώ τι σκατά χναροψάχτης είμαι χωρίς να ψάχνω χνάρια; Μια μέρα λοιπόν που ξέχασε ο πατέρας μου ξεκλείδωτη την πόρτα, βγήκα κρυφά από το δωμάτιο. Κοιτάω εδώ, κοιτάω εκεί για χνάρια, πουθενά τα χνάρια. Προχωράω παραπέρα, -τι το ’θελα ο γκαντέμης;- στραβοπατάω και πέφτω. Τούμπανο το ποδάρι μου, το αριστερό που μάλλον ήταν το δεξί. Ούτε τις γαλότσες δεν μπορούσα να φορέσω. Ένα μήνα ακούνητος. Πάνε οι διαλέξεις στη Μοσχούλα, καθυστέρησε και το σχέδιο με το γαλότυρο.
Τότε μου ήρθε μια άλλη ιδέα. «Κάθομαι που κάθομαι, γιατί να μη γράψω και εγώ μια λογοτεχνία, να γίνω κανονικός διανοούμενος, όπως ο άλλος;» Ξετίναξα λοιπόν κάτι βιπεράκια και νόρα, που είχα κρυμμένα για ώρα ανάγκης, το ζόρισα, το ξαναζόρισα και στο τέλος τα κατάφερα. Αφιερωμένο εξαιρετικά γι’ αυτό το φίλο μου το διανοούμενο και τον άλλον τον κολλητό του με τη Harley.
«Ωραία η λογοτεχνία σου και διασκεδαστικιά», είπε ενθουσιασμένη η καινούρια μου η φίλη η Daria, μια Ρουμάνα καλλιτέχνιδα από την Ουκρανία. Αλλά να σου το πω το κρίμα μου: κάθε φορά που διαβάζω τη λογοτεχνία μου, βγαίνει από μέσα μου μια φωνή και μου λέει «τι μαλακίες έγραψα ο μαλάκας!». Μεταξύ μας όμως αυτό, ε; Τσιμουδιά στον άλλον τον διανοούμενο.

Δια την αντιγραφήν
px

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2008

Εγώ σας τα λεγα...



Το ανοιξιάτικο πρωινό απέπνεε μια φλούο αισθητική, με τα χρώματα της ελληνικής υπαίθρου να θυμίζουν τα έγχρωμα φίλμς της δεκαετίας του ’70, έχοντας ως μοναδική διαφοροποίηση, τους ιδιαίτερους λαμπυρισμούς του φωτός στην υγρασία της ατμόσφαιρας.
Ο δρόμος ανοιχτός μπροστά, με μοναχά ελάχιστα αυτοκίνητα να δίνουν κινούμενα οπτικά ερεθίσματα.
Ο Μοτοσακός όμως, δεν μπορούσε να απολαύσει την διαδρομή. Γραπωμένος πάνω στο τιμόνι μιας παλαιολιθικής ΜΖ που κάπνιζε διαολεμένα, μούγκριζε και μουρμούραγε μέσα από το κράνος του:
«Ακούς εκεί τον Σκατό-Βλαχο! Να πει «μούχλα» εμένα! Ποιόν; ΕΜΕΝΑ! Που έχω οργώσει την Ευρώπη και την Ασία, έχοντας διαλύσει 4 Floretta, 6 Zundapp, 2 Huqsvarna, ένα συλλεκτικό Velosolex (εκείνο με τα πετάλια) για να μην υπολογίσω και εκείνο το Simson με την καλαθούνα που μου είχαν βουτήξει εκείνοι οι Ούγγροι νταλικιέρηδες στο βενζινάδικο στην Γιουγκοσλαβία.»

«ΕΓΩ ΜΟΥΧΛΑΣ;;;»

Το ΜΖ, μούγκρισε ξερνώντας σύννεφα καπνού ανάκατα με λάδια, καθώς άνοιγε το γκάζι.

«Εγώ ρε, έχω κάψει καμιά δεκαριά βυτία βενζίνη σε μοτο-πορείες και έχω χαλάσει 4 ζευγάρια μπότες σε πορείες ρε! Με έχουνε ψεκάσει περισσότερο και από ολάκερη την οικογένεια των ΤακηΜάκηΣούλακατσαριδάκιαμουγλυκαφύγετεφύγετφύγετε, που έλεγε στην παλιά διαφήμιση ο θείος-Νώντας.»

Ένας φορτηγατζής κόρναρε περιπαικτικά και ο Μοτοσακός του έδειξε το μεσαίο δάχτυλο κάνοντάς τον να ξεραθεί στα γέλια. Δεν του έδωσε σημασία.

«ΕΜΕΝΑ ΝΑ ΠΕΙ ΜΟΥΧΛΑ Ο ΣΑΧΛΑΣ;;; Ο αγύμναστος! Που πήγε να τρέξει και έπαθε η γάμπα του ταράκουλο! Ο χλέχλές!!! Που μια φωτογραφία του έδειξα και δάκρυσε ο μαλάκας ο μικροαστούλης, ο ρίψασπις με τα ενοχικά σύνδρομα;;;!!!!
ΘΑ ΤΟΥ ΠΙΩ ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΤΜΙΣΗ !!!»


- «Τι λες ρε Πιχί;; Άδικο έχω;; Εσένα πάλι, δεν σου ‘χει σπάσει τ’ αρχίδια, που άσχημο σ’ ανεβάζει Κουασιμόδο σε κατεβάζει;;;
Πως τον αντέχεις τον πούστη;;; Που στον διάκο τον πέτυχες τον τελεμέ εσύ, σοβαρός άνθρωπος;; Μίλα ρε!! Πες κάτι!!

Ο Πιχίς, από το πίσω κάθισμα του ΜΖ, πετάρισε τα βλέφαρά του αποδιώχνοντας προς στιγμή το βοϊδίσιο βλέμμα του. Το σκούρο «προκέ» μαλλί του, που το φρόντιζε με βιολογικά σαμπουάν και ενυδατικές κρέμες (μιας και ήταν από τα ελάχιστα πράγματα πάνω του, που δεν φώναζε την φιλολογική του ιδιότητα), είχε κρουσταλλιάσει προς τα πίσω, σαν να τα είχε κοκαλώσει με 5 μπουκαλάκια λακ.
«Μαλακία έκανα» σκέφτηκε, «δεν έπρεπε να ανέβω φρεσκολουσμένος στην μηχανή! Σαν διασταύρωση Emo με Trendy έγινα, γαμώ το μαλλί μου μέσα!»
Ταυτόχρονα, έριξε και μια ματιά για έλεγχο σταθερότητας του κράνους του, έτσι όπως το είχε περάσει στο δεξί του χέρι για να το προστατεύσει, αφού ήταν το «καλό» του. Με αυτό έγραφε…
Από όσα του έλεγε ο Μοτοσακός σε όλη την διαδρομή, ούτε τα μισά δεν είχε πιάσει, αφού πλέον, περίσσευε η περηφάνια στ’ αυτιά του, από τότε που του είχε στείλει εκείνα τα cd’s ο Βλάχος.
«Το παλιορεμάλι, με έχει κουφάνει τελείως!»
Καταλάβαινε όμως, πως ο Μοτοσακός τα έχωνε στον Βλάχο. Αυτό του αρκούσε! Όποια και αν ήταν η αιτία, δίκιο θα είχε.

Ξαναθυμήθηκε τότε, όταν «πρωτογνώρισε» τον Βλάχο σε εκείνο το forum. Τον μπαγάσα! Μια χαρά παιδί του είχε φανεί! Σε τι εκτίμηση τον είχε! Μέχρι και συνδιαχειριστή στο blog του τον έβαλε!
Τι το ‘θελε;;;!!
Εκεί που οραματιζόταν να γίνει το blog πόλος έλξης, ένα ιντερνετικό σημείο αναφοράς για λογοτέχνες, λόγιους, ψαγμένους, έστω ακόμη και μερικών «εστέτ», από τότε που ο Βλάχος μπήκε στο παιχνίδι, ένιωθε σιγά σιγά να χάνει την «πνευματικότητά» του και να βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στον βόρβορο του Βλαχο-χαβαλέ.
Μόλις έβαζε ένα σοβαρό κέιμενο, μια πολιτική ανάλυση ή κάτι «ψαγμένο» ρε παιδάκι μου, ακολουθούσε ανάρτηση του Ακατονόμαστου Βλάχου για τα strings, την ουσία του Αυνανισμού, το εξώγαμο του Πασχάλη, τα βυζιά της Μενεγάκη…

… και όχι τίποτε άλλο, αλλά του την «χωνότανε» συνέχεια, επειδή - ίσως και λόγο των Βλαχογονιδίων του- εκείνος ήταν κάτι μεταξύ Κλούνεϋ, Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ, και Κλιντ ‘Ιστουγντ, ενώ αυτός έφερνε σε διασταύρωση μεταξύ Αγκοπ Αγκοπιάν, Φραγκίσκου Μαλέλη και Ρούλας Βροχοπούλου….
Πόσες φορές δεν του ήρθε να του πει πως, μερικές αλήθεις δεν δημοσιοποιούνται, αλλά έτσι θα παραδεχόταν πως ήταν σαν τρίο καρώ!!! …
Σκατά!....
Αδιέξοδο!!!....


Ο Μοτοσακός, έκοψε ταχύτητα και μπήκε στο parking του Motel Levedi, τραβώντας όλα τα βλέμματα από τον θόρυβο, την κάπνα και την έντονη μυρωδιά καμένου λαδιού. Κάτι πιτσιρκάδες με Harley κοπανιόντουσαν από τα γέλια. ¨εκανε πως δεν τους είδε…

- «Πιχί, κατέβα να κατουρήσουμε ρε, να τεντωθούμε λίγο και να πιώ καμιά παγωμένη σουμάδα. Τι θέλεις να σου φέρω;; Κερνάω!!! Έχω κουπόνια από τον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής!!...»

- «Ευχαριστώ ρε Μοτοσακέ! Αν θέλεις, φέρε έναν φρεντουτσίνο με σιρόπι αβοκάντο όπως έρχεσαι, αλλά πες τους να τον κάνουνε βαρύ! Αντρικό δηλαδή!!
Α! Πάρε και μια Εσπρέσσο ρε να ενημερωθούμε!

- «Ιέφτασιεϊιιι!!!» φώναξε ο Μοτοσακός, σκουπίζοντας την ιδρωμένη από το κράνος φαλάκρα του, που γυάλιζε στον ανοιξιάτικο ήλιο.
«Γαμώτο!..» μουρμούρισε, «… πονάει ακόμη το καρούμπαλο από την τηγανιά της Tomboy!»
«Ας της πάρω κανα κουτάκι με εκείνους τους κουραμπιέδες πολυτελείας, γιατί με βλέπω πάλι να πηγαίνω με ράμματα στο γραφείο.»




Ο Βλάχος έκλεισε το κομπιούτερ, τεντώθηκε πάνω στην καρέκλα και χαμογέλασε σαρδόνια.
Έχοντας χακέψει τα mail του ΠιΧι και του Μοτοσακού, ήξερε πλέον τι ετοίμαζαν.
Γνώριζε πως ο Μοτοσακός αυτή την στιγμή ερχόταν Αθήνα, συνοδευόμενος από τον Τζακ Παλλανς ΠιΧι και κατευθύνονταν για συνάντηση με τον μυστηριώδη PiKei στο σπίτι του τελευταίου.

Πόλεμο ήθελαν λοιπόν;;;
Ε, θα τον είχαν!
Αλλά με τους δικούς του όρους!!!

Χαμογέλασε, φόρεσε το δερμάτινο μπουφάν και τα γουρνοτσάρουχα, χτένισε το μουστάκι του και κατέβηκε στο parking.
Ανέβηκε στην Indian, έσκασε μια μανιβελιά, και μόλις άκουσε τα άλογα να γουργουρίζουν και ένιωσε το ευχάριστο τρέμουλο, άνοιξε το ipod του καρφώνοντας στους ακουστικούς του πόρους ΤΟ ΑΣΜΑ: «Το κορμί σου το φιδίσιο, φέρτο να στο κάνω ίσιο…»

«Κουφάλες, κανείς δεν παίζει με τον Βλάχο!...» , σκέφτηκε.

Η πόρτα του parking σηκώθηκε και η Indian ξεχύθηκε έξω…..

ΔΕΝ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ……

(γιατί πιστεύω πως τώρα ΘΑ ΚΑΤΣΕΤΕ ΗΣΥΧΑ!!! ΝΑΙ;;;)

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Ευχαριστίες

Δυο τρεις φορές τους είδα από κοντά. Το πιο πολύ από οθόνες και τηλέφωνα. Γενναιόδωροι παρ' όλα αυτά στις προσφορές κι ας μην έχουν δει ως τώρα καμία ανταπόδοση. Σ' ευχαριστώ Σπύρο, σ' ευχαριστώ Δόμνα. Με τη δική σας μουσική επιμέλεια τα γερόντια θα ζήσουν εκείνο το βράδυ το δικό τους "παραμύθι του ύπνου" και ο υποφαινόμενος θα ξαναχορέψει ύστερα από δεκαπέντε χρόνια το "Somebody put something" των RAMONES. Να 'στε καλά.

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2008

Ανοίγματα καρδιάς ...


Μ΄έχωσε η φιλενάδα η Daria Pavlovna ...
Χαλάω χατήρι εγώ σε φίλους; Δεν χαλάω!
(Ειδικά αν έχουν και "μουσικό άλλοθι"...)
Με ποιά τραγούδια λέει θα άνοιγα την καρδιά μου...
Ξέρω 'γω ρε;;;
Πως είναι οι "κλειστές καρδιές" δηλαδή;
Μίζερες, μανιαμούνικες, κλαψοκαρμίρικες, σκοτεινές και απόμακρες;;;;
Ναι καλά!!!
Αφού ξέρεις ρε φιλενάδα πως ότι κάνω πρέπει να συνοδεύεται μουσικά, αλλιώς δεν "λειτουργώ"...
Το "μαγαζί" δηλαδή "ανοικτό" σε 24ωρη βάση...
Θα παίξω όμως...
Λοιπόν πάρτε videakia
(αλλά κλείστε πρώτα την μουσική κάτω και αριστερά, πατώντας στο αντίστοιχο πλήκτρο του podcast πριν ανοίξετε τα videos, διαφορετικά θα ακούγεται ένα μπάχαλο...)







http://www.youtube.com/watch?v=tIdIqbv7SPo&feature=related



http://www.youtube.com/watch?v=IXdNnw99-Ic&feature=related





http://www.youtube.com/watch?v=c_O_gZL4pC0




Εντάξει φιλενάδα;;;
(Α, να χαθείς! Ξεβρακωθήκαμε πάλι...)

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

Το Αριστερό μου Πόδι...


Με γλωσσοφάγατε ρεμάλια…

Πήγα να περάσω γρήγορα την Κηφισίας πριν ανοίξει το φανάρι και με κάνουν χαλκομανία στην άσφαλτο και ένοιωσα μια σουβλιά στην γάμπα λες και με κλώτσησε γάιδαρος
Η αριστερή μου γάμπα έχει γίνει σαν την βοϊδοκεφάλα του Βενιζέλου, του Γιακουμάτου και του Καρατζαφέρη μαζί.
(ή τουλάχιστον έτσι την νοιώθω…)

Σε γιατρό δεν πήγα και μεσολαβεί και Σαββατο-Κύριακο.

Να οδηγήσω δεν μπορώ, να περπατήσω αδύνατο, να κάτσω στο computer με πονάει, να ξαπλώσω μουδιάζει….

Και βρήκε και εποχή ρε πστ μου…
Τώρα που τρέχω σαν τον Βέγγο…

ΓΚΑΝΤΕΜΗΔΕΣ, ΒΟΥΝΤΟΥ ΜΟΥ ΚΑΝΑΤΕ!
ΠΟΥ ΝΑ ΧΤΥΠΗΣΕΙ ΠΡΩΙ Η ΠΟΡΤΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ ΝΑ ΣΑΣ ΠΕΙ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!


Μην δείτε κανέναν όμορφο να προκόβει, αμέσως να τον ματιάσετε!

Δεν θα συνέλθω ρε;;
Θα δείτε τι θα πάθετε….

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2008

Παλιά και νέα Άουσβιτς

Στέφανος Δάνδολος, Το αγόρι στην αποβάθρα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2007, σελ. 314

«Λέγε με Πίπικ» αυτοσυστήνεται ο ήρωας, ένας δεκατριάχρονος Ρώσος μετανάστης, μόνιμος ένοικος ενός κάποιου κοινωνικού Λάκκου, προσβεβλημένος από τη λευχαιμία του Τσέρνομπιλ, νεκρός πια από καιρό. «Είμαι εδώ…» ψιθυρίζει σαν ξόρκι, σαν φήμη και σαν παρηγόρια ο κύριος Άκερμαν, αυτοέγκλειστος του έβδομου ορόφου μιας πολυκατοικίας του ίδιου κοινωνικού Λάκκου, επίσης νεκρός από καιρό.
«Ελάτε να ξεχιονίσουμε» προτείνει ο μικρός. Στοιβαγμένο χιόνι οι παρανοήσεις και τα ψέματα, οι ματαιώσεις και οι απώλειες, τα μικρά και τα μεγάλα λάθη, τα υποτιθέμενα και τα αληθινά εγκλήματά τους. Ό,τι δηλαδή παγώνει το μέσα κόσμο τους και κρουσταλλιάζει τις έξω μάσκες τους. Λέξη τη λέξη αρχίζουν μαζί το φτυάρισμα, ώσπου στο τέλος καταφέρνουν να ξαναβρούν το «Αγόρι στην αποβάθρα» που κρύβουν μέσα τους και να ακολουθήσουν το δρόμο που τους ταιριάζει: ο ένας μεταβαίνει στην κοιλάδα με τα ουράνια τόξα και ο άλλος στην κοιλάδα των σκιών.
Η λειτουργία αυτής της μετάβασης νομίζω ότι αποτελεί τον πυρήνα της αφήγησης. Πρόκειται για μετάβαση από τη δικτατορία του πλαστού και του επιβαλλόμενου προς την ελευθερία του αυθεντικού και του αληθινού, που υλοποιείται πρώτα και κύρια σε ατομική κλίμακα, αλλά αχνοφαίνονται στο περίγραμμα της ιστορίας και οι κοινωνικές προεκτάσεις της. Είναι η μέσα και η έξω Ιντιφάντα, όπως αλληγορικά ονομάζεται ή εννοείται το εγχείρημά της. Ολοκληρωμένη βέβαια στο πρώτο σκέλος αλλά ηττημένη στο δεύτερο: η μέσα εξέγερση βοηθά τους δύο ήρωες να ξαναβρούν τον αληθινό εαυτό τους, ενώ η έξω συντρίβεται από το στρατό και τις βόμβες.
Εδώ έγκειται και η λεπτή θλίψη που διαπερνά την αφήγηση. Χωρίς να παραγνωρίζεται και η ατομική ευθύνη, ο άγραφος πίνακας της ανθρώπινης ψυχής λερώνεται, κατά τον αφηγητή, από τις εξωγενείς μουντζούρες του ρατσισμού, του εθνικισμού, της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, του πολέμου, των κοινωνικών γκέτο, της αποξένωσης και των ανταγωνισμών, άρα κουβαλά σε όλες τις εποχές, και πολύ περισσότερο σήμερα, το δικό της άστρο του Δαβίδ, φέροντας συμβολικά την εβραϊκή ιδιότητα του μονίμως καταδιωκόμενου και καταπιεσμένου Άλλου. Οπότε; Οπότε ασυνόδευτη από την έξω Ιντιφάντα, η από μέσα απόπειρά της παραμένει μετέωρη, μετατίθεται στο επέκεινα και τελικά εξελίσσεται σε μεταφυσική υπόθεση…
Ακόμη όμως κι έτσι δε λείπουν οι αχτίδες αισιοδοξίας. Έστω και σκεπασμένα από τα χιόνια, δεν χάθηκαν εντελώς τα ουράνια τόξα απ’ τον μέσα άνθρωπο. Πάνω και πέρα από τους τεχνητούς διαχωρισμούς των εθνών, των γλωσσών, των θρησκειών, των πολιτισμών μία και ενιαία είναι η ανθρώπινη ψυχή, που πονάει, που υποφέρει, που σπαράζει, που κρύβεται για να υπάρξει, που αγωνιά για να ξαναβρεί τον αληθινό εαυτό της και που επιμένει να ψιθυρίζει «Είμαι εδώ». Είναι εδώ λοιπόν παρόλα τα περασμένα και αληθινά, παρόλα τα σημερινά και αλληγορικά Άουσβιτς, που επιχειρούν να την καταπνίξουν.
Κι όλα αυτά δοσμένα με την αφοπλιστική αφέλεια και αθωότητα του δεκατριάχρονου αφηγητή, με μια διάθεση που φλερτάρει διακριτικά με το δράμα και το χιούμορ και με μια γλώσσα που εκφέρεται με σωστούς ρυθμούς και διανθίζεται με τις κατάλληλες δόσεις νεανικής ιδιολέκτου. Ακόμη πιο σημαντικό είναι πως έχουμε να κάνουμε με μια πολυεπίπεδη αφήγηση, πυκνή από συμβολισμούς, διακειμενικές αναφορές, υπόγειες διεργασίες και διασυνδέσεις, που χωρίς να πλήττουν την απλότητα της αφήγησης και χωρίς να μειώνουν την απόλαυση της ανάγνωσης παρέχουν στον απαιτητικό αναγνώστη τη διάσταση βάθους.

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2008

Αρχή μεταστέγασης...

… και ξέρεις κάτι;

Ανούσια μοιάζουν πια τα παλιά αστεία.

Το νοιώθεις έτσι;

Πως πάλι, ξανά, στο μαγγανοπήγαδο στεκόμαστε της ύπαρξής μας, να πετάμε πέτρες στο σκοτεινιασμένο του νερό και ήχο να μην ακούμε…

… βουή ανάκατη η ζωή, γύρω μας να αναδεύεται και ‘γω ξανά ταξιθέτης σκέψεων αμοιβάδας, να τις αισθάνομαι με γεύση βότκας, σαν πύρινους λόγους στο διάκενό μου..

… να γρατζουνάει την παλάμη μου το νοτισμένο υγρή σκέψη χαρτί, κωλόχαρτο στα ξερατά του μαύρου μου στυλό…

Φλάς!

Σαν τους παλιούς μάστορες, να φωνάζω «Λάσπηηη!» και να περιμένω να αφουγκραστώ το «Έρχεταιαιαι!!»
Σε νόμιμο οικόπεδο, τι τα ‘θελα τα «παράνομα» πανωσηκώματα;;Μου λές;;
(Γαμώ την Εφορία σας δηλαδή! Στην πατρογονική παροχή και στην αποδοχή κληρονομιάς, δεν συμφέρει, λέει, να πάνε μαζί η «ψιλή κυριότητα» και η «επικαρπία»…. Στ’ αρχίδια μου ρε!
Κληρονομείται ρε παπάρηδες η ψυχή, τα σκοτάδια της δημιουργίας, ο κάματος;
Πέφτεις στην λάσπη και κολυμπάς! Αυτό!)


Σκάβω και χτίζω ανάποδα, πρώτα η ταράτσα, μετά τα θεμέλια.
(Εξ’ αρχής δομικό το πρόβλημα, ξέρω, αλλά το χτίσιμο, χτίσιμο…)
Στις πόρτες παραθύρια βάζω και το WC στο τζάκι.
Να παίρνει φωτιά ο κώλος μας, τις ώρες της περισυλλογής και να μυρίζουν αμμωνία τα πυρωμένα κούτσουρα στις αφοδεύσεις σκέψεων….
(Μαλάκα, αρχιτέκτονα, το σπίτι μου μέσα!!...)
… και μετά, διαδικτυακός «μπιντές», με 24ωρη σύνδεση, λεμφικό μασσάζ και ταλκ στα τρυφερά οπίσθια της ανασφάλειάς μας…

Λουλουδάκια στο μπαλκόνι, μπονζάϊ δεντράκια στην κουτσουρεμένη αυλή…

Ειδική μέριμνα για να χωρέσει και το ψυχο-parking, τίγκα στα βινύλια και τα βιβλία…

Κρυφούς φωτισμοί στις γωνιές, feng-sui παρεμβάσεις για αρμονία, ευεξία και το κέρατό μας το τράγιο, με έπιπλα κουζίνας ιταλικά για medditerraneo feeling…

Φωτιστικά με λαμπτήρες εξοικονόμησης ενέργειας για τον οικολογικό εφησυχασμό των ενοχών μας.

Να ‘χουν τους δικούς τους τοίχους τα παιδιά για να τους κρεμάσουν στις αφίσες τους…
Τον Che η Ιωάννα, τον Μάλαμα ο Αποστόλης και ο Παναγιώτης έναν γελαδερό πίθηκα.
(Αυτός, να μου το θυμηθείς, ή τηλεπαρουσιαστής θα γίνει, ή θα μπλέξει με τον συνδικαλισμό και την πολιτική μια μέρα…)

Τι μένει σ’ εμένα;;…
…. λες και δεν ξέρεις….

Η ΥΠΟΓΑ ρε, η αποθήκη!...
Εκεί που, έτσι κι αλλιώς, όλα θα καταλήξουν κάποια στιγμή…

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2008

Νέος φίλος στην ηλεκτρονική μας παρέα

Έχω την τύχη να τον γνωρίζω και ομολογώ ότι αισθάνομαι περήφανος. Μιλώ για τον Γιώργο Χ. Παπασωτηρίου. Αρθρογραφεί στην Βραδυνή. Οι βιβλιοκριτικές του σπάνια δοκίμια στοχασμού.
Παραθέτω ένα τυχαίο δείγμα γραφής:
"Τα ιστολόγια είναι ο λόγος των «κάτω», είναι ο τόπος του ιδιότυπου αντάρτικου των αδυνάτων και όσων δεν έχουν φωνή. Όσο για εκείνους που μιλούν για την ευθύνη της επωνυμίας και την ανευθυνότητα της ανωνυμίας, αυτοί είναι οι «πάνω» και οι κουλάκοι τους. Η ανωνυμία καλύπτει απλώς το φόβο του αδυνάτου, ο οποίος θα συνθλιβεί κυριολεκτικά κάτω από τη μπότα των δυνατών, αν τολμήσει να καταγγείλει επώνυμα τα σκάνδαλά τους".
Είμαι σίγουρος ότι θα κερδίσετε, αν τον επισκεφτείτε. Θα τον βρείτε στο http://gpapaso.blogspot.com/. Σταθερά στο εξής και στα Ηλεκτρονικά μας Χνάρια.

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2008

Τουλάχιστον ήταν εκπαιδευτικού περιεχομένου...

Πετάς στα μούτρα την πρόσκληση φίλου; Ε, δεν την πετάς. Κάνω λοιπόν την καρδιά μου πέτρα. Ανεβαίνω στην καρέκλα να φτάσω μέχρι ψηλά απάνω στην κορυφή της στoίβας που έχω στο γραφείο μου. Τραβάω το πρώτο βιβλίο. Το ανοίγω και φυλλομετρώ τις σελίδες. 90, 102, 116,123. Εδώ είμαστε. Ένα άγραφο σταυρόλεξο στη μέση και κάτι θάμνοι σχεδιασμένοι γύρω γύρω με μια ζέβρα και μια μαϊμού διαγωνίως. Ψάχνω ψάχνω πέμπτη περίοδο, άφαντη η πέμπτη περίοδος. Δυο αράδες όλο κι όλο. Τίτλος: "Το ραντεβού της Ζωής". Κείμενο: " Η Ζωή η ζέβρα δίνει πάντα ραντεβού σε δύσκολα μέρη. Βοηθήστε το Μάριο να σχεδιάσει τη διαδρομή που πρέπει να κάνει για να συναντήσει τη Ζωή με τη βοήθεια του κώδικα: -> -> -> < - ->". Φτου σου, γαμώ τον μπελά μου, σκέφτομαι. Πάλι ρεζίλι θα γίνω. Στο "Μαθαίνω παίζοντας" της κόρης μου έπεσα ο γκαντέμης! Αλλά, τι να κάνω; Εντιμότης, αγαπητοί μου, και ειλικρίνεια. Πάνω απ' όλα. Όχι σαν το άλλο το σούργελο, που για να βρει τον Μπούχτσιν και τον Πανταζόπουλο έψαχνε μισή ώρα κάτω από το "Μικρό καουμπόι" και τα "Σπάιντερ μαν" (να μην πω και τα "Ταρατατά").
ΥΓ1: Φωτογραφία δεν ανεβάζω, για να μη δώσω λαβές στον άλλον.
ΥΓ2: "Πάσες" επίσης δεν έχει. Καιρός που είναι, δεν το 'χω καθόλου απίθανο να με πάνε μέσα ως blogger που έστηνε αλβανικές πυραμίδες.

"... Σέρνεσαι που σέρνεσαι ρε ρεμάλι, κάνε καμιά καλή πάσα τουλάχιστον!", μου είπα ...

...είπα να κάνω τον τουρίστα από την Ακτή Ελεφαντοστού και να αφήσω να βγάλει το φίδι από τη τρύπα ο ΠιΧις, αλλά μετά λέω δεν μαμιέται, καλό παιδί ο pikei που μας έχωσε, ας μην γίνομαι μονόχνωτος γκρινιάρης....
Παίρνω λοιπόν την μπάλα από τον pikei και το blog του Tales of a crazy world οπου φαίνονται και οι "οδηγίες" (σιγά μην κάθομαι να τις ξαναγράφω ρε...) και ιδού...

Παραδόξως πως, όπως φαίνεται στην φωτό, δεν υπάρχουν χαρτια, σημειώσεις και λογαριασμοί πίσω από το πληκτρολόγιό μου, αλλά μικρό μέρος των "αεροδιαδρόμων ψυχής" , των cd's μου δηλαδή...
Τα κοντινότερα βιβλία:
Το μαύρο βιβλίο που φαίνεται είναι "Το πρόταγμα του Κομμουναλισμού" του Murray Bookchin, αλλά δεν έχει 123 σελίδες...
Το κόκκινο είναι " Η δημοκρατία της συγκίνησης" του Ανδρέα Πανταζόπουλου, εκδόσεις Πόλις.
(... και τα δυο, ακόμη αδιάβαστα....)

..... "Πράγματι, μέσα σε ένα τέτοιο καθεστώς σχέσεων και συμβολισμών, καλύτερα: σχέσεων με το συμβολικό, μπορεί η επίκληση της τιμής -αλλά και η έκφραση της "ντροπής"- να αποκαλύπτει το ευρύτερο, προνεωρητικό και προεθνικό πλαίσιο της ανάπτυξής της. Προνεωρητικό, καθότι μια αξία από μόνη της καλείται να ρυθμίσει σχέσεις και να νομιμοποιήσει συλλογικές πρακτικές χωρίς καμία διαμεσολάβηση, χωρίς τη διαμεσολάβηση δηλαδή, του πολιτικού. Αλλά και προεθνικό, αφού, εδώ, είναι το ιδεώδες της κλειστής κοινωνίας, δηλαδή της εθνοτικής κοινότητας -του "πολιτισμικού έθνους", όχι του πολιτικού, δημοκρατικού έθνους- από κοινού με την ομώνυμη κυριαρχία της, οι οποίες θεωρούνται οτι βρίσκονται κάτω από θανάσιμη απειλή....."

(... ωχ ρε πούστη μου, "βαρύ" μου φαίνεται, άστο λίγο πάνω στο γραφείο να "σιτέψει" ακόμη...
"Παιδιάααα! Ποιός μου πήρε από το γραφείο τον Μπομπ Σφουγγαράκη;;!!!")

Εγώ με την σειρά μου "χώνω" την Daria Pavlovna , τον Don Pshycote , το Γκρέμι , την Κωλόγρια

(Ξύπνα ΠιΧιιιιιιιιι!!! Μην λουφάρεις λέμεεεε!!!! Έχεις δουλειά ρεεε!!!)

Update
Το "κλόπυ πέϊστ" των οδηγιών του "χωσίματος":
Οδηγίες:
1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.