Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

Παέι ο παλιός ο χρόνος...



Πάει ο παλιός ο χρόνος,











ας γιορτάσουμε παιδιά






και του χωρισμού ο πόνος





ας κοιμάται στην καρδιά.











Καλή χρονιά, χρονιά πολλά




χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά.








Γέρε χρόνε φύγε τώρα








πάει η δική σου η σειρά.














Ήρθε ο νέος με τα δώρα,





με τραγούδια με χαρά













Καλή χρονιά, χρονιά πολλά





χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά.






Μα κι αν φεύγεις μακριά μας







στην καρδιά μας πάντα ζει










κάθε λύπη και χαρά μας






που περάσαμε μαζί.











Καλή χρονιά, καλή χρονιά,



χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά.





Καλή χρονιά, χρονιά πολλά


χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά.






Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008

Η "πολιτιστική επανάσταση" των απολίτιστων

Επιγράφεται «Επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης» κι είναι υπογεγραμμένο από τον Απόστολο Δοξιάδη, τον Τάκη Θεοδωρόπουλο και τον Πέτρο Μάρκαρη. Δημοσιεύτηκε σε αρκετές εφημερίδες στις 24.12.08. Από τότε δεν έπαψε να σχολιάζεται. Δικαίως.
«Τα γεγονότα των δύο τελευταίων εβδομάδων» ξεκινάει «μας έχουν προβληματίσει βαθιά». Κάτι το θέμα, κάτι οι διακεκριμένοι συγγραφείς, δε θέλει πολύ για να απογειωθούν οι αναγνωστικές σου προσδοκίες.
Περιμένεις, λοιπόν. Περιμένεις να διαβάσεις το βαθύ προβληματισμό τους. Μάταια. Μία παράγραφος όλη κι όλη για τα γεγονότα των δύο τελευταίων εβδομάδων κι άλλες τέσσερις για ένα και μόνο εξ αυτών: την εισβολή των διαμαρτυρόμενων νέων στις 19 Δεκεμβρίου στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και τη διακοπή της παράστασης.
Απ’ τη δεύτερη κιόλας περίοδο κάτι δε σου πάει καλά. Διαβάζεις και ξαναδιαβάσεις το κείμενο, μπας και δεν κατάλαβες: «Κρατικοί λειτουργοί και αντιπολιτευόμενοι πολιτικοί μοιάζουν ανίκανοι να αντιδράσουν στην έμπρακτη αμφισβήτηση βασικών θεσμών και κανόνων της δημοκρατίας από ομάδες ανθρώπων οι οποίοι με αφετηρία ένα τραγικό γεγονός, επιτίθενται με τυφλή βία στα δικαιώματα των πολιτών και στις αρχές της κοινής μας ζωής», «Την κοινοτυπία των κούφιων συνθημάτων και της ξύλινης γλώσσας των εκ του ασφαλούς αντι-εξουσιαστών ανταγωνίζεται σε υπερβολή μονάχα η προτροπή κάποιων ενοχικών μεσηλίκων να “αφουγκραστούμε τα μηνύματα” της ανομίας», «Με μια έννοια, τα γεγονότα αυτά υστερούν σε σημασία των όσων προηγήθηκαν, δεν είναι παρά η φαρσική εκδοχή των κατά πολύ τραγικότερων καταστροφών σε σπίτια, σχολειά, πανεπιστήμια, γραφεία και μαγαζιά Ελλήνων πολιτών», «Από μια άλλη όμως άποψη είναι αποκαλυπτικά, καθώς αναδεικνύουν μια βασική διάσταση του τι συμβαίνει αυτό τον καιρό στην πατρίδα μας, αμφισβητώντας ανενδοίαστα την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας, με την επίθεση στην καρδιά της, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη», «Αν εμείς οι άνθρωποί της ανεχόμαστε αγόγγυστα την κάθε ομάδα “επαναστατημένων νεαρών” να μαγαρίζει ανενόχλητη την Ακρόπολη ή να διακόπτει μια θεατρική παράσταση βρίζοντας το κοινό […] τι μας λέει ότι δεν θα δούμε μεθαύριο και τους ίδιους ή άλλους να καίνε βιβλία ή να επιχειρούν να ορίσουν το τι θα λέμε και τι θα σκεφτόμαστε;», «Πού μπαίνει το όριο σε αυτή την κωμικοτραγική “πολιτιστική επανάσταση” των απολίτιστων», «Ίσως κάποιοι άλλοι πάλι να συμφωνούν με τους βιαίως διακόψαντες. Δικαίωμά τους – στην ιδιωτική τους ζωή», «καλλιτεχνικοί διευθυντές εθνικών σκηνών ή άλλοι, λιγότερο ή περισσότερο πλουσιοπάροχα επιχορηγούμενοι από τους φόρους μας, χορογράφοι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί, ας θυμηθούν ότι είναι υπόλογοι και στους νόμους της τέχνης αλλά και του κοινωνικού μας συμβολαίου» κτλ. κτλ.
Απορείς με το ύφος. Λόγος αυστηρός και καταγγελτικός. Αλλού οργισμένος, αλλού χλευαστικός. Παντού όμως απόλυτος. Απόλυτος στις θέσφατες παραδοχές του, απόλυτος στους αφειδώλευτους χαρακτηρισμούς του, απόλυτος στις ταξινομητικές διακρί­σεις του. Άρα, αφ’ εαυτού καταργημένος ως βάση συζήτησης κι ως αφορμή γόνιμης αντιπαράθεσης. Ποιας συζήτησης και ποιας αντιπαράθεσης μαζί σου; Σταμπαρισμένος εξαρχής ως ενοχικός μεσήλιξ κι ό,τι λες είναι εκ προοιμίου αφούγκρασμα της ανομίας. Έτσι αποφάνθηκαν.
Αλλά υπάρχει κάτι που με ξενίζει ακόμη περισσότερο. Εγκαλούν τους άλλους για την ξύλινη γλώσσα τους, με μια γλώσσα ξηρή και αποστεωμένη, άρα ξύλινη. Εγκαλούν τους άλλους για την «κοινοτυπία των κούφιων συνθημάτων» τους, αλλά τα δικά τους συνθήματα ξεκινούν και τελειώνουν στο κοινωνικό συμβόλαιο, άρα είναι εμπράκτως και αποδεδειγμένα κούφια. Εγκαλούν τους άλλους για το ναζιστικής υφής σύνθημά τους («σκατά στους κουλτουριάρηδες»), εκστομίζοντας ανάλογης υφής χαρακτη­ρισμούς («κωμικοτραγική “πολιτιστική επανάσταση” των απολίτιστων»). Υπάρχει μια καίρια αντίφαση σ’ όλα αυτά. Αλλά δεν είναι το μόνο πρόβλημα.
Υπάρχουν κι άλλα. Δε γίνεται να μιλάνε για ένα πολιτικό φαινόμενο με μη πολιτικούς όρους. Δε γίνεται να ξεμπερδεύουν απ’ την υποχρέωση να αναφερθούν στις αιτίες του με τη χρήση μιας πονηρής και βολικής λεξούλας («αφετηρία»). Δε γίνεται να προσφεύγουν στην ψυχολογία, προκειμένου να ερμηνεύσουν τη μαζικότητά του. Δε γίνεται, τελικά, να καλύπτουν την ανάγκη της πολιτικής αποτίμησης με την ευκολία της ηθικής αξιολόγησής του. Αλλά εδώ όλα γίνονται. Αρκεί να μη βλέπεις τι στα κομμάτια γίνεται.
Μπορεί, για παράδειγμα, να βλέπει κανείς την τέχνη κλεισμένη στο διαμαντένιο κάστρο της, να οράται αυτάρεσκη τον εαυτό της στον καθρέφτη, για να προσφέρει τα νάματα της αισθητικής της απόλαυσης στους λίγους και εκλεκτούς. Δικαίωμά του. Αλλά οπωσδήποτε δεν είναι δικαίωμά του να ορίζει ως δικαίωμα των καλλιτεχνών να μιλάνε μόνο στον ιδιωτικό τους βίο. Αναρωτιέμαι τι θα γίνει όταν κληθούν κάποτε αυτοί οι καλλιτέχνες να πάρουν μέρος σε κάποια απ’ τις τόσες και τόσες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις που διοργανώνονται; Θα έχουν το δικαίωμα να μιλήσουν; Δυο λογάκια θα μπορούσαν να τα πουν πριν απ’ το σήκωμα της αυλαίας; Γιατί αν μπορούν, κι η λογική λέει ότι πράγματι μπορούν, τότε αυτό που ενοχλεί τους συντάκτες του κειμένου δεν είναι η ίδια η παρέμβαση, αλλά ο πολιτικός της χαρακτήρας. Κι ας κόπτονται κατά τα άλλα, για την υπεράσπιση της ελευθερίας της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης.
Εν πάση περιπτώσει. Ακόμη κι η σύνταξη ενός τέτοιου κειμένου δεν παύει να αποτελεί ευεργετική συνέπεια των πρόσφατων εξελίξεων στον καθ’ ημάς χώρο. Εννοώ το χώρο της τέχνης: το προστατευμένο από τα ματ χριστουγεννιάτικο δέντρο μού φέρνει στο μυαλό την προστατευμένη απ’ τους τρεις διακεκριμένους συγγραφείς τέχνη. Ενέργειες, όπως αυτή που με απαξιωτική διάθεση στέγασαν κάτω από το χαρακτηρισμό «η “πολιτιστική επανάσταση” των απολίτιστων», έκαναν την αρχή. Εμείς, οι κατά τα άλλα πολιτισμένοι, ας δώσουμε την επί της ουσίας πολιτισμένη συνέχεια. Τη συνέχεια σε μια συζήτηση που ξανάρχεται στο προσκήνιο ύστερα από πολλές δεκαετίες σιωπής για τη θέση, το ρόλο και τη λειτουργία της τέχνης και των καλλιτεχνών. Κι ίσως τότε πέσουν για τα καλά οι μάσκες. Όλων μας.
Αυγή, 4.1.09

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

Αντί ευχών


Ξεφυλλίζω τα βιβλία μου. Ένα ποίημα, μια παράγραφος; Κάτι τέλος πάντων που να με βγάλει απ' τη δύσκολη θέση να μιλήσω. Δε βρίσκω τίποτα. Και τώρα; Πώς να διαχειριστώ τώρα μεγαλόφωνα τη σιωπή μου; Ε, πώς;

Αρκούμαι στα λόγια του Πεσσόα, που μου 'ρχονται από μνήμης. Μιλούν για μένα, μιλούν για σένα, μιλούν για ό,τι αληθινό έγινε αυτό το διάστημα γύρω μας:



"Κουβαλάω μαζί μου τη συνείδηση της πανωλεθρίας σαν λάβαρο νίκης"



Τι μου 'ρθε τώρα; Δεν ξέρω ακριβώς. Νομίζω όμως ότι θα 'πρεπε να ακουστεί. Έτσι για το γαμώτο. Σαν αντίδραση στην τυραννία της γιορτινής ευτυχίας. Σαν το χαλασμένο λαμπιόνι ανάμεσα στα αναμμένα. Σαν τον άνεργο που θα κάνει ρεβεγιόν μπροστά στην τηλεόραση.

(Το αριστούργημα της εικόνας ανήκει στην κόρη μου και έχει τίτλο: Η Ζωή φυτεύει ένα λουλούδι)

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

Τι μου λες, τι σου λέω


Λες γιατί φοράνε μάσκες
- Σε ρωτάω γιατί εμείς τι κάνουμε εδώ και χρόνια, κάθε μέρα;

Φοβάσαι λες, που δεν βλέπεις τα πρόσωπά τους
- Χαίρομαι σου λέω που βλέπω Ψυχές στην Φωτιά να δροσίζουν την Κόλαση

Λες πως σε ενοχλούν οι καταστροφές σε περιουσίες αθώων και ασχέτων
- Σου λέω πως τρελαίνομαι με την ευτέλεια της ανθρώπινης ζωής και τους εξοστρακισμούς της ασχήμιας

Λες πως έρχονται Άγιες Μέρες και δεν είναι πρέπον
- Σου λέω πως παρήλθαν από καιρό οι Άγιες Μέρες, τώρα είναι καιρός για Άγριες Νύχτες και οτιδήποτε ξεκουνάει μυαλά και συνειδήσεις είναι αρμόζον

Απορείς που βρίσκουν το κουράγιο και συνεχίζουν
- Απορώ πως αφήσαμε τόση ξεφτίλα στην ζωή μας να συσσωρευτεί, με αντάλλαγμα μια οθόνη πλάσμα και μια ζωή με άτοκες δόσεις

Μου λες πως φοβάσαι για τα παιδιά σου
- Σου λέω πως καλύτερα έτσι, παρά να φοβάσαι τα ίδια τα παιδιά σου

Ακούμε μαζί να λένε κάποιοι πως, δεν μπορούν έτσι να χαρούν φέτος τα χρωματιστά λαμπιόνια
- Κοιτάζω μέσα τους και βλέπω καμένες αντιστάσεις και βραχυκυκλωμένα κυκλώματα

Προσπαθείς να καταλάβεις τι έκανε εκείνες τις «νύχτες του Μιχάλη» και ετούτες «νύχτες του Αλέξη»
- Προσπαθώ να σου εξηγήσω πως χάσαμε το δικαίωμα να μιλάμε για «δικές μας νύχτες»

Αγκάλιασέ με, ντρέπομαι…

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Ανάληψη ευθύνης

Ήταν μια γενναία πολιτική πράξη. Μια πράξη που αντάξιά της δεν υπάρχει άλλη στην πρόσφατη πολιτική μας ιστορία. Μια πράξη που χαράζει ένα νέο, υψηλό μέτρο στον πολιτικό μας πολιτισμό. Μια πράξη που πρέπει να αποτελέσει φωτεινό φάρο στην ατομική και δημόσια δράση όλων μας.
Λοιπόν, με περισσή ειλικρίνεια αναλαμβάνω κι εγώ τις πολιτικές μου ευθύνες - στο μέτρο βέβαια που μου αναλογούν – για:
- τη σκανδαλώδη προδοσία στις Θερμοπύλες,
- το νυχτερινό κατούρημα της δίχρονης κόρης μου,
- την εισβολή των αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ,
- την εγκατάλειψη του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι,
- την ήττα των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς
- την κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος,
- την κακομουτσουνιά του φίλου μου του βλάχου.

Τώρα έχω ήσυχη τη συνείδησή μου.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Σου γράφω με κάρβουνο




Το γράφω με κάρβουνο

Σε ότι ματώνει τούτες τις νύχτες μας

Σε ότι αγκυλώνει τον έτσι κι αλλιώς θολό ορίζοντά μας

Σε ότι κάνει την υγρασία έξω να στέκεται σαν πέπλο ντροπής και συλλογικής θλίψης αλλά και εκείνη την «από μέσα» μας , να ματώνει σαν πληγή από χαμένο παιδικό χαμόγελο

Στα πόστερς που ξέμειναν να κοιτάζουν αραχνοϊστούς σε εφηβικά δωμάτια και τα ρούχα στον καλόγερο που μυρίζουν χημικά και φέρνουν ένα άλλοθι στο σαλόνι για βήχα και δάκρυα

Στα αστραφτερά και άδολα χαμόγελα που δίνουν περισσότερα από όσα θα μπορούσαμε να νομίζουμε, διεκδικούν πολύ περισσότερα από ότι απλά περίσσεψε, απαιτούν τσαμπουκαλίδικα το δικό τους μερίδιο στις τύψεις μας

Στην άτσαλα χαριτωμένη και αγωνιώδη προσπάθειά μας στο να μην μας πάρει από κάτω η επίπλαστη ευημερία του ανέφικτου και του λειψού,

Στον ανομολόγητο τρόμο του αλλοτριωμένου, που φώλιασε μέσα μας κρυφά, πριν από καιρό, την ώρα που ανακαλύπταμε την ευημερία της πίστωσης

Στον λόγο τον αυθόρμητο, τον αχαλίνωτο, τον ξερασμένο πάνω σε άθραυστες τζαμαρίες ασφαλείας και χειροβομβίδες κρότου-λάμψης, που μπορεί και να χαλάει το εορταστικό κλίμα των πένθιμων εορτών, ανοίγει όμως και την Καταπακτή να βγουν έξω οι Καλλικατζαραίοι, Γελαστοί και Καρβουνιασμένοι από τις Φλόγες των Μαύρων Κάρβουνων του Μύθου της Ζωής μας (η Νέμεσις)

Σε ότι και όσους τελευταία, προσπαθούν να μας στρώσουν ύπουλα και απεχθώς υγιές δέρμα στα ψυχοεγκαύματα τρίτου βαθμού της εξωτερικής επιφανείας μας:
– Δεν θέλουμε ρε! Η αντιαισθητική και σιχαμένη εξωτερική όψη της μπίχλας μας, είναι η μοναδική εικόνα που θα μπορούσε να ταιριάξει σε αυτό το μοντάζ των έντονων συναισθημάτων που μας προκαλεί το τρίξιμο των θεμελίων της «τάξης» σας


Σε πόσα περισσότερα ακόμη από αυτά θα πρέπει να απολογηθώ και πόσα υπομνήματα να καταθέσω για να με αποφυλακίσω με όρους;;




Κάηκε ένα λαμπάκι στο δέντρο μας…
τ’ άλλα φωτίζουν και κανείς δεν θα το πάρει χαμπάρι
αλλά και να το δουν, δεν θα σχολιάσουν
αφού και το δικό τους, το προσωπικό λαμπάκι, καμένο από χρόνια είναι…

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

O σκοπός

Από πολύ νωρίς άρχισαν να μαζεύονται στη μεγάλη πλατεία. Δεν είχε καλά καλά ξημερώσει και γέμισε ο τόπος. Εργάτες, φοιτητές, διανοούμενοι και αγρότες ήταν όλοι εκεί. Με αγριεμένα πρόσωπα και σφιγμένες καρδιές, με ονειροπόλα μάτια και ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο μέρος της καρδιάς. Περίμεναν. Από στιγμή σε στιγμή θα σήμαινε το προσκλητήριο της ιστορίας. Αλλά είχαν πρώτα κάποια πρακτικά προβλήματα να λύσουν.
Στην αρχή, μπήκε το θέμα της ιεραρχίας. «Όλοι είμαστε ένα» διαφώνησαν μερικοί. Κανείς δεν τους ξανάδε.
Ύστερα, μπήκε το θέμα της διάταξης. «Συντεταγμένη ελευθερία δεν είναι ελευθερία» διαχώρισαν τη θέση τους κάποιοι άλλοι. Κανείς δεν τους ξανάκουσε.
Στο τέλος, μπήκε το θέμα της περιφρούρησης. «Και ποιος θα μας προστατεύει από αυτούς που θα μας προστατεύουν;» ρώτησαν κάτι τελευταίοι. Ούτε τους ξανάδαν ούτε τους ξανάκουσαν.
Προτού να αρχίσουν, είχαν κιόλας αραιώσει. Αλλά η μέρα ήταν ωραία, ο κόσμος ακόμη πολύς κι ο σκοπός μεγάλος. Τόσο μεγάλος που δεν επιτρέπονταν αμφιβολίες, δισταγμοί και επιφυλάξεις. Έπρεπε πάση θυσία να κρατήσουν την ενότητα. Όπου να ’ναι θα ’βγαιναν στο δρόμο.
Και, πράγματι, ξεκίνησαν ενωμένοι. Μπροστά η ηγεσία, συντεταγμένοι κατά ομάδες οι διανοούμενοι, οι εργάτες, οι φοιτητές και στο τέλος το ξυπόλυτο προλεταριάτο, δεξιά και αριστερά η περιφρούρηση με λοστούς και ξύλα.
Ένα υψωμένο κύμα ξεχείλισε τον κεντρικό δρόμο. Συνθήματα και τραγούδια αντήχησαν από άκρο σε άκρο. Οι χαρούμενες φωνές τους σήκωσαν στο πόδι ολόκληρη την κοιμισμένη πολιτεία: έμποροι κλείνονταν στα μαγαζιά τους, μανάδες τραβούσαν απ’ τα μπαλκόνια τα παιδιά τους, κοριτσόπουλα τους έραιναν με λουλούδια, παπάδες σταυροκοπιούνταν στις γωνίες.
Ξαφνικά ένα μαύρο σύννεφο έκρυψε τον ουρανό και πάγωσε τον τόπο. Έπαψαν τα τραγούδια, σίγησαν και τα συνθήματα. Δεν ακουγόταν τίποτα, παρά μόνο ο μακρινός ήχος απ’ τα καμιόνια που ξεφόρτωναν μπουλούκια μπουλούκια τους στρατιώ­τες και τους αστυνόμους και τους προδότες.
Τα ’χασαν στην αρχή, αλλά δεν σταμάτησαν. Ούτε όταν δέχτηκαν πυροβολισμούς από όλες τις πλευρές. Ούτε όταν είδαν τους πιο δυνατούς συντρόφους τους να πέφτουν. Ούτε όταν παράτησαν αιμόφυρτους τους πιο ωραίους φίλους τους στα χέρια του εχθρού. Κρύψανε το δάκρυ, πέτρωσαν το πρόσωπο και συνέχισαν να προχωράνε. Βιάζονταν να φτάσουν. Πού; Δεν ήταν πλέον και τόσο σίγουροι.
Στο μεταξύ η χώρα έμπαινε στο γύψο. Εφτά ολόκληρα χρόνια την είχαν ναρκωμένη στο χειρουργικό κρεβάτι. Βρήκαν κι αυτοί την ευκαιρία να λύσουν τις διαφορές τους, να διαγράψουν και να διαγραφούν, να εξορίσουν και να εξοριστούν, να βασανίσουν και να βασανιστούν. Γιατί ο σκοπός ήταν μεγάλος και θα ’πρεπε πάση θυσία να μείνουν ενωμένοι. Στο τέλος μοιράστη­καν στα δύο. Ήταν τότε που μαζεύτηκε ο κόσμος στη Νομική και μετά στο Πολυτεχνείο. Πήγαν οι φοιτητές να ζητήσουν και τη δική τους βοήθεια. «Όταν ωριμάσουν οι συνθήκες, εμείς θα σας το πούμε» τους απάντησαν και συνέχισαν να προχωράνε.
Αλλά αργούσαν οι συνθήκες και αραίωνε το συντεταγμένο πλήθος: μαλάκωναν τα αγριεμένα πρόσωπα, έσβηνε το όνειρο απ’ τα μάτια, ξεραίνονταν τα κόκκινα γαρύφαλλα. Έμεναν μόνο οι φωνές. Κάτι ξεψυχισμένα συνθήματα και κανένα ξεχασμένο τραγούδι. Τα άκουγαν και χαίρονταν, αλλά κατά βάθος τους έτρωγε η πίκρα. Το ένιωθαν κι οι ίδιοι: μια συνήθεια έγινε η φωνή τους. Έπρεπε να φωνάζουν, για να βηματίζουν. Έπρεπε να βηματίζουν, για να προχωράνε. Έπρεπε να προχωράνε, γιατί δεν είχαν τι άλλο να κάνουν.
Κι όσο προχωρούσαν, τόσο άλλαζαν τα πράγματα. Άλλαζε ο τόπος κι ούτε ήξεραν που βρίσκονταν. Άλλαζαν οι πλατείες, άλλαζαν τα συνθήματα, άλλαζαν και τα τραγούδια. Μόνο αυτοί έμεναν ίδιοι. Γύρω τους ένας κόσμος μ’ άλλα αγριεμένα πρόσωπα, μ’ άλλα όνειρα στα μάτια, μ’ άλλα κόκκινα γαρύφαλλα στο μέρος της καρδιάς. Ένας κόσμος που αναζητούσε τους δικούς του σκοπούς, οργάνωνε τις δικές του άμυνες, ονειρευόταν τις δικές του εξεγέρσεις. Ένας κόσμος που έβγαινε στους δρόμους χωρίς τις δικές τους εντολές, χωρίς τη δική τους καθοδήγηση, χωρίς τη δική τους συντεταγμένη πορεία.
Κι ήρθε εκείνη η ώρα που αναγκάστηκαν να σταματήσουν. Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια. Κάτι πολύ σοβαρό γινόταν και δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. Κάποιοι τους έφραζαν το δρόμο. Όπως τότε, στα παλιά τα χρόνια. «Μήπως είναι ξανά οι αστυνόμοι και ο στρατός και οι προδότες;» αναρωτήθηκαν. Όχι. Απέναντί τους στεκόταν μια γενιά ξεσηκωμένη.
Απόρησαν. «Πώς είναι δυνατόν;» δεν ήξεραν. «Τι να κάνουμε;» δεν ήξεραν. Αλλά το σκέφτηκαν, το ξανασκέφτηκαν και στο τέλος πήραν την απόφαση.
Φώναξαν έναν αστυνόμο και διαμαρτυρήθηκαν σε έντονο ύφος. Μια ολόκληρη γενιά με κουκούλες τούς εμποδίζει παράνομα να συνεχίσουν την πορεία που άρχισαν εδώ και ογδόντα χρόνια. Ένα γκλομπ έσπευσε να ανοίξει δρόμο ανάμεσα στο πλήθος.
Τέντωσαν τότε αυτοί περήφανοι το σώμα και συνέχισαν να προχωράνε. Δεξιά και αριστερά πυροβολημένες καρδιές, ματωμένα κεφάλια και κλαμένα πρόσωπα. Αλλά ούτε που γύρισαν για να τα δουν. Δεν είχαν καθόλου χρόνο. Βιάζονταν.
Γιατί είχαν τον σκοπό τους. Κι ας μην ήξεραν πλέον ποιος ήταν ο σκοπός τους.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Η ιδεολογική λειτουργία της εξατομίκευσης

Παρακολουθώ με προσοχή τις αντιδράσεις που προκάλεσε το απολογητικό υπόμνημα του δράστη. Σε κάθε περίπτωση κυμαίνονται απ' τη δυσάρεστη έκπληξη ως τον απόλυτο αποτροπιασμό, με κοινή συνισταμένη την απαξίωση. Αυτή ήταν κι η στάση που υιοθέτησε ο υπουργός εσωτερικών στη βουλή: καταδίκασε το πρόσωπο για την πράξη του και καυτηρίασε το πρόσωπο για τα λόγια του.
Εδώ ακριβώς νομίζω ότι είναι ο κίνδυνος. Υπάρχει μια μεθοδευμένη προσπάθεια προσωποποίησης του θέματος και το απολογητικό υπόμνημα προσφέρει μια μοναδική εκδούλευση: πρόκειται για διαταραγμένη προσωπικότητα, για πορωμένο άνθρωπο, για αμετανόητο εγκληματία. Μπορεί να 'ναι και έτσι, αλλά το σίγουρο είναι ότι δεν είναι μόνο έτσι. Αποσιωπάται πως ο άνθρωπος αυτός γαλουχήθηκε στο πλαίσιο ενός κοινωνικού θεσμού (μιλώ για την αστυνομία) που τα τελευταία χρόνια λειτουργεί σε καθεστώς αυθαιρεσίας, αλαζονείας και ατιμωρησίας, που εδραιώθηκε ακόμη περισσότερο με τις συγκεντρωμένες υπερεξουσίες του τρομονόμου.
Επικεντρώνοντας όμως στο πρόσωπο, βγαίνει αλώβητος ο θεσμός. Το πρόσωπο είναι σκάρτο, όχι ο θεσμός.
Η αστική ποινική αντίληψη της εξατομικευμένης ευθύνης των αιτιών του εγκλήματος ισχύει για άλλη μια φορά με συσκοτιστικές ιδελογικές λειτουργίες.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Κανείς αθώος...

Εσύ, που κοίταγες αποσβολωμένος την τηλεόραση, παράγγειλες πίτσες και σουβλάκια και έψαχνες που θα πήγαινες να δεις τον αγώνα

Εσύ, που έπαιζες ΚΙΝΟ και ΣΤΟΙΧΗΜΑ στο συνοικιακό προπατζίδικο και τροφοδοτούσες τον κουβά με το κενό της ζωής σου

Εσύ, που από μεσα σου έλεγες «Ωραία! Θα γλιτώσω την δουλειά αύριο»

Εσύ, που στεναχωρήθηκες επειδή ο «Λακης» ανέβαλε την εκπομπή του και συμβιβάστηκες με το Ράδιο Αρβύλα και το Μπελλάς TV.

Εσύ, που στεναχωρήθηκες επειδή κάηκε το κακόμοιρο το «δέντρο» και που θα πας τώρα τα παιδιά σου

Εσύ, που με περισσή ευκολία ζητάς «να τα τσακίσουν τα κωλόπαιδα», χωρίς να ζορίσεις το μυαλό σου να βρεις τι έφταιξε, παρά περιμένεις να στο σερβίρουν έτοιμο οι ΤραγκανοΤρυανταφυλλοπουλοΤρεμοΧατζηνικολαΚαμπουροΠαπαδακοΕυαγγελάτοι.

Εσύ, «συνάδελφε» που την ώρα που τα παιδία μας ήρθαν στα χέρια με εκείνο το φασιστοειδές με το παπάκι, αντί να τρέξεις να μας βοηθήσεις, είπες «τον γαμήσανε», τράβηξες μια τζούρα καφέ, άλλη μια τσιγάρο και χαζογέλαγες.

Εσύ, που πήγες στην δουλειά, όπως κάθε άλλη μερα, έπιασες και τον «Ντέρτι», έβαλες Σφακιανάκη και Πρωτοψάλτη και φαντασίωνες δίμετρες αλλοδαπές να κρέμονται από μεταλλικές κολώνες.

Εσύ, δημοσιογράφε της πούτσας, μαρκουτσοφόρε σκατόψυχε, που κοίταγες σαν ύαινα να ανιχνεύσεις τρόμο στα μάτια καμιάς γιαγιάς για να της πάρεις «δηλώσεις»

Εσύ, ήσυχε και ήρεμε οικογενειάρχη που ψάχνεις να βρεις τρόπο να κρατήσεις το παιδί σου «μέσα» μέχρι να παντρευτεί.
«Δεν θα αλλάξεις εσύ τον κόσμο! Παίξε κάτι στο Playstation!…”

Εσύ, καριόλη ματατζή που χτυπάς μαθητριούλες, αλλά δεν πλησιάζεις εκεί που είναι τα στυλιάρια, που σπρώχνεις τα υπολείμματα από την μολότωφ να πάει κάτω από το σταθμευμένο αυτοκίνητο

Εσύ, «σύντροφε» που φωνάζεις «Εμπρός Λαέ, μην σκύβεις το κεφάλι, ο μόνος δρόμος είναι αντίσταση και πάλη», αλλά δεν άνοιγες την αλυσίδα να προστατεύεις τους μαθητές, επειδή η «γραμμή» απαιτούσε «ιδεολογική καθαρότητα»
(Γι’ αυτό πήρες και τα εύσημα και από τα φασισταριά)

Εσύ μάνα, που ακόμη και τώρα στα 44 μου λες «να προσέχω», μου θυμίζεις πως «έχω τρία παιδία πίσω» και όταν σου λέω πως γι΄ αυτά κατεβαίνω κάτω, βουρκώνεις και σιωπάς

Εσύ πατέρα, που με κατσαδιάζεις ενώ τα μάτια σου χαμογελούν σπινθηρίζοντας

Εσύ κόρη μου, που μου λες «μπαμπά πήγαινε κάτω» και τα αδέρφια σου σε κοιτάνε με απορία

Εσύ σύντροφε της ζωής μου, που όταν σου άφησα τα τηλέφωνα έκτακτης ανάγκης «μη τυχόν και» κοίταγες το πάτωμα

ΕΓΩ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΒΑΡΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΚΑΙ ΛΕΙΨΑ ΤΑ ΚΟΤΣΙΑ ΠΙΑ!

ΕΓΩ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΠΩ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΝΑ ΚΑΝΩ «ΜΑΘΗΜΑ»

ΕΓΩ ΠΟΥ ΑΠΕΡΓΗΣΑ ΞΕΡΟΝΤΑΣ ΠΩΣ ΒΑΖΩ ΘΗΛΙΑ ΣΤΟΝ ΛΑΙΜΟ ΜΟΥ

ΕΓΩ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΟΤΑΝ ΕΠΡΕΠΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΣΕΡΝΩ ΤΙΣ ΕΝΟΧΕΣ ΜΟΥ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΚΑΙ ΜΠΙΝΕΛΙΚΩΝΟΜΑI ΜΕ ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΣΤΑ FOR A


Κι άλλοι πολλοί και πολλά…
Αλλά «Εγώ» πρώτος, πάντα «Εγώ»…

«Εγώ» που τόσα χρόνια αδρανούσα και επέτρεψα να χαθεί άλλη μια ζωή…

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Καμένα μυαλά και ματαιωμένες ζωές

Έχουμε και λέμε:

- έξι χρόνια στο δημοτικό, με τα απογευματινά μπαλέτα, γυμναστήρια και ξένες γλώσσες,
- τρία χρόνια στο γυμνάσιο σε στάση παθητικής ακινησίας έξι και εφτά ώρες τη μέρα στα θρανία, για να ακολουθήσουν οι απογευματινές ασκήσεις παθητικής ακινησίας μπροστά στην τηλεόραση και στα φροντιστήρια,
- τρία χρόνια ξοδεμένης εφηβείας στο λύκειο, με το τρέχα-τρέχα από το σχολείο στο φροντιστήριο,
- τέσσερα χρόνια εντατικοποιημένων σπουδών στο πανεπιστήμιο,
- δύο χρόνια επί πληρωμή μεταπτυχιακών σπουδών,
και...
- δέκα και είκοσι και τριάντα και σαράντα και πενήντα χρόνια αβέβαιης, ανασφάλιστης και κακοπληρωμένης εργασίας σε δύο και τρεις εργοδότες παράλληλα, με τα εργατικά ατυχήματα, τις καθημερινές απολύσεις, την παραβίαση δικαιωμάτων να εμπεδώνουν την νεοφιλελεύθερη αντίληψη της δικαιοσύνης και της αξιοκρατίας.
(Καμένα μυαλά και ματαιωμένες ζωές στους καθημερινούς πολέμους που διεξάγονται αόρατα γύρω μας, πολύ προτού να αρχίσουν οι τηλεοπτικές θρηνωδίες για τους καθημερινούς πολέμους που διεξάγονται ορατά πλέον γύρω μας. Α, το ξέχασα: για τους δεύτερους πολέμους φταίνε οι κουκουλοφόροι).

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Σιωπητήριο τέλος

Να παραιτηθούν τώρα:
- αυτοί που με λάβαρο τη σεμνότητα έθρεψαν την κρατική και αστυνομική αλαζονεία,
- αυτοί που με λάβαρο την κάθαρση ενέχονται στα σκάνδαλα του Βατοπεδίου, των υποκλοπών, της Ziemens, του Ζαχόπουλου και των μεταναστών,
- αυτοί που με λάβαρο την κοινωνική δικαιοσύνη διεύρυναν την ταξική ψαλίδα,
- αυτοί που με λάβαρο το ενδιαφέρον για τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις έθεσαν το ένα τέταρτο του ελληνικού πληθυσμού κάτω από τα όρια της φτώχειας,
- αυτοί που με λάβαρο το καλό των νέων δημιούργησαν τη γενιά των 700 ευρώ,
- αυτοί που με λάβαρο την κοινωνική προκοπή ιδιωτικοποίησαν το σύνολο των κοινωνικών αγαθών,
- αυτοί που με λάβαρο την αντιμετώπιση της ανεργίας επανέφεραν τον εργασιακό μεσαίωνα των ελαστικών μορφών απασχόλησης,
- αυτοί που με λάβαρο τη δικαιοσύνη ξεπλένουν στην κολυμβήθρα των δικαστηρίων όλα τα ανομήματά τους,
- αυτοί που με λάβαρο την οδύνη τους για το θάνατο του παιδιού επιχειρούν έναν ανόσιο συμψηφισμό της ευθύνης με τις καταστροφές και βολεύονται πολύ από τη συνέχισή τους.
Αν είχαν πολιτική ευθιξία, θα παραιτούνταν. Δεν έχουν. Τελευταία απόδειξη η επικοινωνιακού χαρακτήρα παραίτηση των δύο.
Οπότε:
Να φύγουν. Τώρα. Από μας. Είναι το δικό μας λάβαρο.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Μαύρη σημαία

Επειδή δε θέλουμε:
- να πάρουμε μέρος στο επικοινωνιακό παιχνίδι του κατευνασμού της κοινής γνώμης,
- να καθησυχάσουμε τη συνείδησή μας με το «ναι μεν, αλλά…» των πιο ψύχραιμων,
- να συμμετάσχουμε στην διά της καταγγελίας μαζική αυτοψυχοθεραπεία,

και

Επειδή θέλουμε:
- να βουρλίζουμε το μυαλό μας με οργή,
- να κοιμίζουμε τον ύπνο μας με εφιάλτες,
- να κοιτάζουμε τα παιδιά και τους μαθητές μας με θλίψη

Σκεφτήκαμε:

- να κατεβάσουμε για δέκα μέρες τα στόρια και
- να σηκώσουμε για δέκα μέρες μαύρη σημαία.


(Συγχωρήστε μας: είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε για την ώρα)

Λυσσασμένη θλίψη

Τι να γράψω…
Έρχεται κάποια στιγμή που οι λέξεις που τόσο γουστάρουμε να ταλαιπωρούμε και να παίζουμε μαζί τους, οι λέξεις που νομίζουμε πως από κάτω τους μπορεί να κρυβουν το νόημα της ζωής και την Φιλοσοφική Λίθο των Αλχημιστών, εκείνη που θα μπορούσε να μας αποκαλύψει την ευτυχία, εκείνες οι γαμημένες λέξεις λοιπόν, δεν μπορούν να εκφράσουν ΤΙΠΟΤΑ…

Για άλλη μια φορά, ένα ΠΑΙΔΙ, 15 χρονών είναι νεκρό…

Και αν κανείς θεωρήσει ως «υποκρισία» μια τέτοια εκφρασμένη θλίψη, ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΣΕ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΠΑΙΔΙΑ, από τις ίδιες αιτίες, που απλά εκφράζονται με διαφορετικό τρόπο, τότε απλά του λέω ΝΑ ΠΑΕΙ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙ.

ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΤΙ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΥΕΙ ΤΗΝ ΒΙΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ.
Οπότε τέτοιες «πονηρές» κριτικές, ας λείπουν..

Εντάξει τυχαίε μαλακοπίτουρα;

Δεν μπορώ να γράψω άλλα, δεν θα μπορούσα να εκφράσω αυτό ακριβώς που αισθάνομαι και δεν το θέλω κιόλας…

Μαζί με τον Πάνο, ο οποίος αυτή την στιγμή ταξιδεύει, σκεφτήκαμε να «κλείσουμε» το blog για δέκα μέρες.
Θα προσπαθήσουμε να αλλάξουμε και την μορφή του ως συμβολική κίνηση.
Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος όμως αν είναι και η «σωστότερη» κίνηση, αφού η σιωπή μπορεί και να ληφθεί και ως συνενοχή.
Σε τέτοιες καταστάσεις τα κριτήρια και οι αντιδράσεις έχουν άλλη σημασία και μορφή
Θα δουμε…

«Μαλακίες», μπορεί να πει κανένας.

«ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ» θα είναι η δικιά μου βλαχο-απάντηση

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Αναδημοσίευση

Το αλίευσα από την ιστοσελίδα του Γ. Χ. Παπασωτηρίου. Αφορά μια γνωστή αντιπαράθεση στο χώρο της λογοτεχνικής κριτικής. Γνωρίζω ότι στην περίπτωσή μου θα βόλευε η ουδετερότητα κι ακόμα περισσότερο η σιωπή. Αλλά δεν ασχολούμαι με τη λογοτεχνία για να σωπαίνω. Απ' την άλλη, είμαι υποχρεωμένος να κρατήσω τη βολική στάση της ουδετερότητας και να δηλώσω ότι δεν υιοθετώ τις επί του προσωπικού απόψεις. Ούτε με αφορούν ούτε με ενδιαφέρουν ούτε ασφαλώς είμαι σε θέση να τις τεκμηριώσω. Δεν είναι, άλλωστε, δική μου αυτή η δουλειά. Αν το αναδημοσιεύω, είναι γιατί συγκλίνει κατά ένα μέρος με τον προβληματισμό που διατύπωσα στην προηγούμενη ανάρτηση και κυρίως γιατί απηχεί μια πολύ ενδιαφέρουσα, κατά τη γνώμη μου, αντίληψη γύρω απ' το ήθος και τη στάση που πρέπει να χαρακτηρίζουν την κριτική. Το θέτω υπόψη σας προς προβληματισμό.
Εισαγωγή στην καθεστωτική κριτική
"Το σημερινό τοπίο της λογοτεχνικής κριτικής στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τη γρήγορη καθιέρωση μιας πλειάδας νέων τότε και μεσήλικων σήμερα κριτικών- μιλάμε για επτά ή οκτώ πρόσωπα- που επωφελήθηκαν από το εντυπωσιακό άνοιγμα του ημερήσιου και εβδομαδιαίου Τύπου στον χώρο του βιβλίου και απέκτησαν μόνιμες στήλες στις εφημερίδες. Ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε, αν εξαιρέσουμε την προσθήκη δύο ή τριών νέων ονομάτων, που άλλωστε δεν έχουν ακόμα «ψηλώσει» όσο τα παλιότερα. Πολύ γρήγορα όμως σημειώθηκε μια διχοτόμηση, ένα άτυπο σχίσμα αυτής της ομάδας των επτάοκτώ κριτικών. Ενώ οι μισοί (περίπου) αποποιήθηκαν εξαρχής κάθε μορφή θεσμικής εξουσίας εκτός από αυτή που αντιπροσώπευε η στήλη τους, οι άλλοι μισοί δέχτηκαν ασμένως ή και προκάλεσαν τη συμμετοχή τους σε επιτροπές βραβείων (όπου είναι γνωστό τι παιχνίδια παίζονται), σεμινάρια, τηλεοπτικές εκπομπές, σύνταξη ανθολογιών κ.λπ. Ακολουθώντας μάλιστα ολοένα επιθετικότερη τακτική, πολλαπλασίασαν στο πέρασμα του χρόνου τέτοιους μοχλούς επιρροής τους και τους χρησιμοποιούσαν με αυξανόμενη αυτοπεποίθηση. Είναι κανείς ελεύθερος να κρίνει όπως θέλει αυτές τις δύο στάσεις. Μπορεί π.χ. να επαινέσει την πρώτη κατηγορία για εντιμότητα ή να την επικρίνει για ολιγωρία και μοραλιστική αφέλεια. Μπορεί, από την άλλη, να καταλογίσει στη δεύτερη κατηγορία εξουσιομανία και κυνισμό ή να εγκωμιάσει την ενεργητικότητά της και την έξυπνη προώθηση των θέσεών της. Δεν είναι αυτό το θέμα του σημερινού άρθρου μου. Το θέμα είναι οι συνέπειες, ολοένα πιο αισθητές, αυτής της διαφοροποίησης για την ελληνική λογοτεχνία και τον τρόπο υποδοχής της. Γιατί, ανεξάρτητα από το γόητρο που μπορεί να περιβάλλει ατομικά τον ένα ή τον άλλο κριτικό, αυτή η συγκέντρωση δύναμης στα χέρια μιας μικρής ομάδας δημιουργεί, αφ΄ ενός, νομοτελειακά σχέσεις ώσμωσης ανάμεσα στα μέλη της, όπως επίσης ανάμεσα στην ομάδα και άλλες μορφές εξουσίας, αφ΄ ετέρου οδηγεί εξίσου νομοτελειακά στην ανεξέλεγκτη λειτουργία της και την αυθαιρεσία. Βλέπουμε, πράγματι, τα ίδια τρία-τέσσερα ονόματα να εμφανίζονται σταθερά και συνήθως από κοινού σε διάφορες επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων και επιχορήγησης μεταφράσεων, να παρουσιάζουν βιβλία λογοτεχνών του γούστου τους ή του κλίματός τους σε επίσημες εκδηλώσεις για την προώθηση των πωλήσεών τους, να επιμελούνται για λογαριασμό εκδοτικών οίκων ανθολογίες που φιλοδοξούν να διαμορφώσουν τον νεότερο λογοτεχνικό Κανόνα, ακόμα και να ιδρύουν, με τη στήριξη ισχυρών εκδοτών, περιοδικά μέσα από τα οποία προβάλλουν τις απόψεις και τις επιλογές τους. Τίποτα, βέβαια, από όλα αυτά δεν είναι επιλήψιμο από μόνο του. Εντυπωσιάζει ωστόσο το άθροισμά τους και προβληματίζει η τάση συνεχούς μεγέθυνσής του, που υποδηλώνει κάτι το βουλιμικό. Ας πάρουμε το παράδειγμα του «Βραβείου Αναγνωστών», που θεσπίστηκε από το ΕΚΕΒΙ πριν από μερικά χρόνια. Πρόκειται για μια τουλάχιστον ατυχή έμπνευση, αφού το αναγνωστικό κοινό απονέμει έτσι κι αλλιώς τα βραβεία του με τις αγοραστικές προτιμήσεις του, που ξέρουμε καλά τι είδους βιβλία ευνοούν. Όταν το ΕΚΕΒΙ, με τα πρώτα αποτελέσματα, κατάλαβε τη γκάφα του και βρέθηκε μπροστά στον κίνδυνο εξευτελισμού του νεότευκτου θεσμού, προσπάθησε να διορθώσει τα πράγματα με μια κριτική επιτροπή που προεπέλεγε τα βιβλία τα οποία καλούνταν να ψηφίσουν οι αναγνώστες! Στην πρώτη γκάφα προστέθηκε μια δεύτερη, ακόμα μεγαλύτερη, ένα εξωφρενικό οξύμωρο, που έχει το ανάλογό του μόνο στα εκλογοδικεία μερικών ημιδικτατορικών χωρών. Και όμως, οι εν λόγω κριτικοί δεν δίστασαν να στελεχώσουν και αυτή την επιτροπή (που, ευτυχώς, δεν έμελλε να μακροημερεύσει), χωρίς να υπολογίσουν, ή μάλλον χωρίς να φοβηθούν, πως αυτό θα υπέσκαπτε τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία τους. Δεν φοβήθηκαν, ακριβώς επειδή η πολλαπλή παρουσία τους σε κέντρα θεσμικής επιρροής έχει εδραιώσει μέσα τους ένα αίσθημα παντοδυναμίας, αν όχι ασυλίας. Συνέπεια αυτού είναι ότι η σχέση τους με τα βιβλία που αναλαμβάνουν να κρίνουν δεν είναι αυτή ενός διαλόγου, ο οποίος μπορεί και να θέσει σε δοκιμασία τα κριτήριά τους, αλλά μιας αφ΄ υψηλού εφαρμογής πάγιων κανόνων, που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση ούτε καν συζήτηση. Σε άρθρο της πριν από δέκα χρόνια στο περιοδικό Ποίηση (τεύχος 11), με τίτλο «Ο κριτικός της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής», η Ελισάβετ Κοτζιά έγραφε μεταξύ άλλων τα εξής: «... ο κριτικός της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής θα ασχοληθεί επισταμένως με τα αμφισβητούμενα γραπτά, θα προσπαθήσει να τα σταθμίσει και να τα αξιολογήσει, θα θελήσει να ζυγίσει όσα θεωρεί προτερήματα και όσα αδυναμίες τους, να κρίνει ποια μικρή δόση εκείνου του συστατικού ανέτρεψε την ισορροπία των αναλογιών του και πόση δόση του άλλου συστατικού θα χρειαζόταν για να την αποκαταστήσει, ποια αδιόρατη απόχρωση τίνος πράγματος περισώζει το συγκεκριμένο έργο και ποια το καταστρέφει. Κι έτσι σταθμίζει κάθε βιβλίο αδιάκοπα και η πλάστιγγα γέρνει πότε από δω και πότε από εκεί» (σ. 226). Μένει κανείς άφωνος μπροστά στον αυτάρεσκο, νομικίστικο σχολαστικισμό αυτής της θέσης, που κρεμάει το περιεχόμενό της σε λέξεις-μανταλάκια όπως «σταθμίζω», «ζυγίζω», «δόση» ενός «συστατικού», «πλάστιγγα» κ.λπ. Μιλάει εδώ ένας κριτικός λογοτεχνίας ή ένας δικαστής, ένας δάσκαλος που βαθμολογεί εκθέσεις μαθητών, ολίγον και ένας δοκιμαστής κρασιών; Βέβαια, αναρωτιέται κανείς αν η τόση πολυπραγμοσύνη των συγκεκριμένων κριτικών τούς επιτρέπει έστω να εφαρμόσουν με συνέπεια αυτή τη μέθοδο, να «σταθμίσουν», να διακρίνουν «μικρές δόσεις» και «αδιόρατες αποχρώσεις». ΄Ενας κριτικός που διατηρεί μία, αν όχι και δύο μόνιμες στήλες σε εφημερίδα, είναι μέλος σε τρεις-τέσσερις επιτροπές, αρθρογραφεί τακτικά σε άλλα τόσα λογοτεχνικά περιοδικά, επιμελείται τηλεοπτική εκπομπή για το βιβλίο, παραδίδει σεμινάρια στο ΕΚΕΒΙ, συμμετέχει με εκτενείς γραπτές εισηγήσεις στη διαφημιστική καμπάνια του ενός ή του άλλου βιβλίου κ.λπ. κ.λπ., έχει άραγε τον χρόνο να διαβάσει προσεκτικά τα βιβλία που κρίνει κάθε βδομάδα (για να σκεφτεί πάνω σ΄ αυτά ούτε συζήτηση); Η λογική απαντάει όχι. Και πραγματικά, βλέπουμε ολοένα πιο συχνά στα κείμενα αυτών των κριτικών απίθανες ανακρίβειες και παρανοήσεις, αδιανόητες όχι μόνο για επαγγελματία κριτικό μα ακόμα και για έναν απλό, αλλά στοιχειωδώς συγκεντρωμένο αναγνώστη. Aυτό όμως είναι το λιγότερο. Πολύ πιο ανησυχητικό φαινόμενο είναι η προϊούσα σύγκλιση έως ταύτιση των περί ων ο λόγος κριτικών στις λογοτεχνικές προτιμήσεις τους ή ακόμα και στις ευκαιριακές επιλογές τους, που έρχονται μάλιστα σε αντίθεση με τις αισθητικές αρχές τους και υποκρύπτουν αλλότριες σκοπιμότητες. Λέω ότι πρόκειται για κάτι πολύ πιο ανησυχητικό επειδή, σε συνδυασμό με την πολυκεντρική θεσμική επιρροή αυτών των κριτικών, τείνει να δημιουργήσει στον χώρο της τρέχουσας λογοτεχνικής κριτικής μια μονοφωνία που δεν χρειάζεται να υπογραμμίσουμε πόσο ανασταλτικά επιδρά στην ανάπτυξη και ανανέωση της λογοτεχνίας μας. Τα βραβεία του Διαβάζω, που ξεκίνησαν το 1996, εισήγαγαν μια σημαντική καινοτομία: κάθε μέλος της κριτικής επιτροπής ήταν υποχρεωμένο, μετά την ανακοίνωση των βραβείων, να δημοσιοποιεί και μάλιστα να αιτιολογεί την ψήφο του για κάθε κατηγορία βιβλίου (ποίηση, μυθιστόρημα, διήγημα, πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, δοκίμιο). Οι καθεστωτικοί κριτικοί συμμετείχαν σ΄ αυτή την επιτροπή, είτε εξαρχής (οι περισσότεροι) είτε από μια μεταγενέστερη χρονιά, και έδιναν τον τόνο στις επιλογές της. ΄Ετσι, τα τεύχη του Διαβάζω με τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών και τις σχετικές εκθέσεις συνιστούν ένα ανεκτίμητο αρχείο για την ανίχνευση της στάσης τους, του βαθμού σύγκλισης μεταξύ τους και απόκλισής τους από τους υπόλοιπους κριτές. Το εντυπωσιακότερο, κάθε άλλο όμως παρά το μόνο ενδιαφέρον εύρημα αφορά τους δύο από τους τέσσερις καθεστωτικούς κριτικούς: την Ελισάβετ Κοτζιά και τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου. Είναι βέβαια γνωστή (και ομολογημένη) η «εκλεκτική συγγένεια» των δύο. Άλλο συγγένεια όμως και άλλο ταύτιση. Από τις συνολικά 35 ψηφοφορίες στις οποίες πήραν μέρος ανάμεσα στο 1996 και το 2004 (τελευταία χρονιά παρουσίας τους στην επιτροπή), στις 32 συνέπεσαν πλήρως, ενώ και στις υπόλοιπες τρεις δεν διαφοροποιήθηκαν ουσιαστικά, απλώς έδωσαν διαφορετική έμφαση σε βιβλία που και οι δύο είχαν συμπεριλάβει σε όσα θεωρούσαν αξιοβράβευτα! Τέτοιος βαθμός συμφωνίας, και μάλιστα για όλα τα είδη βιβλίου, από την ποίηση ώς το δοκίμιο, πολύ δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί από κοινές ευαισθησίες. Μάλλον εγείρει υποψίες για συμπαιγνία. Όταν μιλάω για καθεστωτικούς κριτικούς, έχω πλήρη συνείδηση της σημασίας του όρου. Δεν πρόκειται μόνο για τη διείσδυσή τους σε σχεδόν όλους τους θεσμούς που έχουν να κάνουν με το ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο, αλλά και με αυτόν καθεαυτό τον τύπο λογοτεχνίας που προωθούν. Το αρχείο των βραβείων του Διαβάζω επιβεβαιώνει την εντύπωση που έτσι κι αλλιώς μας αφήνει η κριτικογραφία τους χρόνια τώρα. Πέρα από τις καταφανείς περιπτώσεις προσωποληψίας- εύνοιας προς ορισμένους συγγραφείς και αρνητικής διάθεσης για άλλους, με κριτήρια που μεταμφιέζονται σε λογοτεχνικά- μπορούμε να δούμε την αποθέωση μιας λογοτεχνίας όπου κυριαρχούν ο μινιμαλισμός, ο μιζεραμπιλισμός, ο συγγραφικός αυτισμός, ο εστετισμός της κλεισούρας και της ναφθαλίνης, την επιβολή μιας αντίληψης αλλεργικής στον στοχασμό, φοβικής απέναντι στα μεγάλα θέματα, καχύποπτης απέναντι σε ό, τι θυμίζει πραγματικότητα και δεν εμπνέεται μόνον από την ίδια τη λογοτεχνία. Μια εφησυχασμένη κριτική, που αγαπάει μια εφησυχασμένη λογοτεχνία. Μια κριτική που ο προβληματισμός της εξαντλείται στην «απόλαυση» του κειμένου και η αγωνία της στην κατάκτηση ολοένα περισσότερων θεσμικών θέσεων. Αν αυτό δεν είναι καθεστωτισμός, τότε ας μας παρηγορήσει η σκέψη ότι η καθεστωτική νοοτροπία δεν μπορεί ποτέ να απλωθεί και στα πολιτισμικά φαινόμενα μιας κοινωνίας. Υ.Γ. Επειδή θα υπάρξουν σίγουρα καλοθελητές που θα σταθούν στο δάχτυλο και όχι σ΄ αυτό που το δάχτυλο δείχνει, δηλώνω ο ίδιος ευθέως ότι έχω προσωπική αφορμή να λέω τα παραπάνω. Αθέμιτο δεν είναι, στο κάτω κάτω. Για πολλά χρόνια δεν αντιδρούσα στην απαράδεκτη τακτική των συγκεκριμένων κριτικών, ακριβώς επειδή συγκαταλεγόμουν στα θύματά τους (διευκρινίζω και τονίζω ότι με αυτό δεν εννοώ τυχόν αρνητικές κριτικές) και ήθελα να αποφύγω μια αντιδικία που θα μπορούσε να θεωρηθεί προσωπική. Σφάλμα μου! ΄Επρεπε να ξεχειλίσει το ποτήρι, με δύο κατάφωρα στημένες κριτικές (κοινά, εξ αμοιβαίας αντιγραφής πραγματολογικά λάθη και τερατώδεις διαστρεβλώσεις), για να χάσω τη χαζή υπομονή μου. Και αν χρειαστεί, θα πω περισσότερα και εξοργιστικότερα επ΄ αυτού".
Δημοσθένης Κούρτοβικ, Τα Νέα, 15.11.08

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Με τη μορφή αλληγορικού ερωτήματος

Έρχεται κάποτε η στιγμή να το αντιμετωπίσεις. Θες, δε θες θα το αντιμετωπίσεις. Με τη μορφή αλληγορικού ερωτήματος, έχει ως εξής:
Δοκιμασμένες συνταγές επιτυχίας ή μοναχικές πορείες στο ηλιοβασίλεμα;

Ξέρω, ξέρω. Και το ’να και το άλλο. Η γνωστή «χρυσή τομή» ή αλλιώς «μέτρον άριστον». Έτοιμες απαντήσεις για δύσκολα ερωτήματα.
Αλλά έχω δει τις πιο ζωντανές γραφές να καίγονται, όταν προσπάθησαν να συνδυάσουν τα ασυνδύαστα.
«Εσύ δε θα καείς», μου είπε ο Γιώργος και χάρηκα. «Και μέσα και έξω», είναι η σταθερή συμβουλή του. Νομίζω ότι έχει δίκιο.
Αλλά, πάλι, πώς να κρατήσεις το έξω, όταν το μέσα σε τραβάει απ’ τα μαλλιά; Και πόσο να αντέξουν οι κουρασμένες δυνάμεις απ’ το παρελθόν σου μπροστά στις ντοπαρισμένες ελπίδες απ’ το μέλλον σου; Άλλωστε, πόσο ακόμα να τηλεφωνείς και να ψάχνεις τους πιο απίθανους γνωστούς σου, για να καταφέρεις να στήσεις μια στοιχειωδώς ευπρεπή παρουσίαση;

Ειλικρινά, δεν ξέρω.
Προς το παρόν κρατώ τα λόγια του Ταρκόφσκι: αν βγαίνει κάτι απ’ την ψυχή, θα βρει το δρόμο του.
Αυτό επέλεξα να κάνω. Για τώρα. Μετά δεν ξέρω. Ειλικρινά δεν ξέρω.

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

"Καντινιέρης"


Πως με έχεις μετρήσει;
Μπας και νομίζεις πως θα το βάλω κάτω;
Μήπως πως θα με δεις να σέρνομαι σιχαμένη σκουληκαντέρα σε βρωμόνερα;
Μήπως πως θα ρίξω την ασπίδα, ικέτης στα γόνατα να πέσω;

Μπας και με ζύγισες λειψό, κιοτή, μισάδι;

Ούτε εσύ ο ίδιος δεν θα το πίστευες αν το έλεγες σε σένα…

Εδώ ρε!
Στα δύσκολα, στα αληθινά, στα πονεμένα, με τα ουρλιαχτά παράφωνα να γκελάρουν σε ορθολογιστικούς τοίχους, να πνίγονται σε θολούς λυρικούς στίχους, να ξεγυμνώνονται σε χιλιοακουσμένους ήχους

Εδώ ρε!
Έστω Αεράμυνα, Λευκό Απολυτήριο, Εφεδρεία, Γιωτάς, Ορντινάντσα, ότι να’ναι…

Εδώ ρε!
Να μαζεύω με το άτσαλα χειροποίητο καροτσάκι του Δήμου, νέο-κατοχικά αποστεωμένα πτώματα, πρώην ζωές, λιωμένους εγκεφαλικούς ιστούς και κομμάτια ψυχομέταλλα από πλαγιομετωπικές συγκρούσεις Γρήγορων Συνδέσεων

Εδώ ρε!
Ο πάντα δεύτερος, ο γερογκρινιάρης, οπαραλίγοπετυχημένος, ο «θα μπορούσε να…», ο πολιτικά άστεγος με το καροτσάκι του super market και το χαμένο βλέμμα, ο συναισθηματικά ανώριμος από επιλογή, ο συγχυσμένος ηθοποιός που ξεχνάει τον ρόλο στην σκηνή χωρίς υποβολέα

Εδώ ρε!
Στον πάγκο, μόνιμα σε προθέρμανση, η αλλαγή που δεν έγινε ποτέ, ο φροντιστής με τις πετσέτες του ιδρώτα των άλλων και τα μπουκαλάκια νερό που δεν πίνει αυτός, ο καντινιέρης έξω από το γήπεδο, υπεύθυνος ωνίων, διαχειριστής τσίκνας από λουκάνικα τρίτης διαλογής, με άλλοθι την πραγματικότητα:

σε κάθε αγώνα, κάποιος πρέπει να ψήνει

Καταγράφω με πικραμένη λύσσα το «εδώ μου», δεν μου έχει μείνει άλλη επιλογή προς το παρόν…

…αυτή είναι η αλήθεια μου…



(- Κέτσαπ να βάλω;;.. )

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Ωραία ήτανε! Αλήθεια!


(η φωτογραφία που πλαισιώνει την ανάρτηση έχει μια σημειολογία...)

Την Παρασκευή έγινε η παρουσίαση του 3ου βιβλίου του Πάνου στην Αθήνα, στον πολυχώρο των εκδόσεων Μεταίχμιο.

Περάσαμε όμορφα, πολύ ωραία πράγματα, γελάσαμε πολύ, ο Πάνος κατάφερε και ήταν χαλαρός ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ.

Δυστυχώς για αυτόν, επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά πως ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΑΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΥΘΑΔΙΑΖΕΙ ΟΤΑΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΜΑΣ.
(Λυπάμαι φίλε, φαίνεται πως έπρεπε να σου το πουν κατάφατσα μπας και το πάρεις απόφαση επιτέλους... χι χι χι...)

Μου δόθηκε η ευκαιρία να ξαναδώ φίλους και φιλενάδες (bloggers και μη), να πάρω τζούρες παράλληλης πραγματικότητας και αληθινής αλήθειας και να βγω για λίγο από την ισοπεδωτική καθημερινότητά μου, που μ'έχει σχίσει (όπως τους περισσότερους) τελευταία.
(Ναι, λυπάμαι που θα σας χαλάσω αυτόν τον μύθο, αλλά και εμεις οι όμορφοι βαριόμαστε μερικές φορές...)


Επίσης, θέλω να δηλώσω πως δεν έχω «πάρει», απλά τα ριγωτά πουκάμισα με «φουσκώνουν».
(Τ΄ ακούς ρε καρουμπαλιάρα;; Φιλενάδα σου λέει μετά...)

Γνώρισα από κοντά και μίλησα με δύο ξεχωριστούς ανθρώπους τον Γιώργο τον Παπασωτηρίου και τον Νίκο τον Κουνενή.
Συνειδητοποίησα για ακόμη μια φορά πόσο μικρός είναι ο κόσμος.
Πολύ μικρός ρε πστη μου!
Μια σταλίτσα λέμε!

Είχα την ευκαιρία να ακούσω πράγματα για τα οποία δεν είχα ιδέα, ή αυτά που ήξερα ήταν ελλιπή .
Να ανασάνω πάλι, μετά από καιρό τον αέρα της νυχτερινής Αθήνας και να περπατήσω μέσα στα στενά των Εξαρχίων.
(Θα πει κανείς : «Σιγά ρε! Τόσο μεγάλο πράγμα είναι; Εμείς το κάνουμε κάθε μερα»
Εγώ όχι πια ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΗΤΑΝ ΟΝΤΩΣ ΜΕΓΑΛΟ ΠΡΑΓΜΑ, ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΕΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΥΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΠΗΞΙΜΟ ΤΟΥ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ)


Επίσης, να δηλώσω ότι προμήθευσα τον ΠιΧι, με ένα DVD που περιέχει τα άπαντα σχεδόν του ΑΡΚΑ, την «Χωματερή» του Λέανδρου και μερικά άλλα, μπας και έρθει σε επαφή επιτέλους με τον κόσμο των comic έστω και τώρα, που ακόμη θεωρεί ως comic την ΖΑΚΟΥΛΑ, το ΣΩΦΕΡΑΚΙ, και το ΤΑΡΑΤΑΤΑ
(Οι παλαιότεροι ξέρετε και κατανοείτε… Δηλαδή αν διάβαζε π.χ. την DRUNA τι θα πάθαινε;;)

Ήταν για μένα ένα πραγματικά γεμάτο Παρασκευο- Σαββατο – Κύριακο και αισθάνομαι και τυχερός αλλά και ευγνώμων στον Πάνο που μου έδωσε αυτήν την ευκαιρία.
Σε αντάλλαγμα, θα κάνω ιδιαίτερη προσπάθεια να μην ξανα-αναφερθώ στο θέμα στο οποίο ΥΣΤΕΡΕΙ απέναντί μου.
(Για να δεις ρε άσχημε, πόσο καλόψυχος και ανώτερος είμαι....)


Πάντα τέτοια φιλαράκι...

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

Αναδημοσίευση

Ήθελα να γράψω για το θέμα. Αρκούμαι σ' όσα κατέθεσε από ψυχής ο π. Λίβυος. Καλύπτομαι πλήρως.


Η αλήθεια του Κολασμού και το Ψέμα του Σωφρονισμού


Πρωί της Δευτέρας.Ο ουρανός την ώρα που πάει να σου χαμογελάσει το μετανιώνει και γκρινιάζει. Λίγες ψιχάλες έχουν βρέξει την γη και το χώμα ελευθερώνει τις μυρωδιές του. Αυτή η αίσθηση ότι είσαι γη σε προσγειώνει. Ταπεινώνει την φιλαυτία. Σε επαναφέρει στα όρια του μύθου σου. Για φαντάσου όμως να μην είχαμε και την ελπίδα ότι μέσα μας φέρουμε κι ένα κομμάτι ουρανό. Λίγο φώς που μπορεί να γίνει και πολύ περισσότερο. Με πια παρηγοριά, με ποια αισθήματα ελευθερίας θα ακουμπούσαν τα γυμνά μας πόδια στη γη, αν η καρδιά μας δεν είχε λίγο μπλε του ουρανού.
Το αμάξι κυλά γοργά. Προορισμό μας οι Φυλακές…………….. Συνάντηση για πολλοστή φορά με την τραγωδία της υπάρξεως. Με την περιπέτεια της ζωής.
Όταν πας να συναντήσεις τον πόνο των ανθρώπων στην πραγματικότητα πας να συναντήσεις τον θάνατο. Και αν όχι τον ίδιο αυτοπροσώπως σίγουρα τις παγερές και ανήλιες σκιές του. Τα ρωγμώδη θνησιγενή περάσμα του πάνω σε πράγματα και πρόσωπα. Γι αυτό και το ταξίδι όσο και να μην το αποδέχεσαι είναι μακάβριο. Το γέλιο αμήχανο και ένοχο, το βλέμμα αφηρημένο και η καρδιά σε διαρκή απολογία στα εσώτερα δικαστήρια της ψυχής.
Μετά από ένα σχετικά σύντομο ταξίδι φτάσαμε στο παρκινγκ των Φυλακών. Ακόμη και εκεί κυριαρχεί ένοχη σιωπή, φύσης και ανθρώπων. Ο ένας κοιτά τον άλλο, επισκέπτες παρκάρουν τα αυτοκίνητα τους, μα κανείς δεν έχει την διάθεση να πει μια καλημέρα. Θεωρείτε κάτι σαν ασέβεια. Σαν περιττός καθωσπρεπισμός. Ως προδοσία για όλους εκείνους, που χρόνια έχουν να πουν καλημέρα και καληνύχτα, και να ήταν μέρα να ήταν νύχτα. Η σιωπή είναι λύτρωση. Βουβή διαδήλωση για τα συρματοπλέγματα της ντροπής.
Ψηλά τείχη σκεπάζουν ανθρώπους. Συρματοπλέγματα πληγώνουν ελεύθερες συνειδήσεις όλων εκείνων που συνθηκολόγησαν στην θεσμική βία, στην αισθητική της εκδίκησης, της απόρριψης, της απομόνωσης.
Μουντά θλιμμένα χρώματα απλώνονται πάνω στα μελαγχολικά τσιμέντα, που σίγουρα έπεσαν σε περιόδους που οι έννοιες δικαιοσύνη, ανθρωπισμός, φιλαλληλία, θα ήταν πολυτέλεια να φιλοξενηθούν στο καθημερινό λεξιλόγιο. Και όμως από τότε στέκουν εκεί χωρίς κανείς να τα γκρεμίσει, να τα σπάσει, να φύγει η σαπίλα, να φέξει λίγο ανθρωπιά. Να γίνουν νέοι χώροι, νέοι όροι, νέες συνθήκες κράτησης για τους ανθρώπους που στερούνται ότι πιο αγαθό, το μόνο προσδιοριστικό της ανθρώπινης υπόστασης, την ελευθερία.
Περάσαμε την πύλη, τον έλεγχο, τις διευκρινήσεις και τα πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης «καλών» και «αγαθών» ανθρώπων, που δεν θα βλάψουν το υπάρχον σύστημα.
Αν τα τείχη, τα χρώματα και τα φθαρμένα τσιμεντομαντριά σε γεμίζουν οδύνη, είναι απερίγραπτο και άρρητο στην ανθρώπινη έκφραση, το τι νιώθεις σαν άνθρωπος όταν αντικρίσεις τα εσώτερα της κολάσεως που ονομάζονται Ελληνικά «Σωφρονιστήρια».
Ο θάνατος παντού. Στους τοίχους, στις αυλές, στα κελιά, μα πιο πολύ στα μάτια των ανθρώπων. Σε εκείνα τα μάτια που είναι γεμάτα ερωτηματικά. Σε εκείνα τα κορμιά που κυρτωμένα ψάχνουν μια αγκαλιά.
Παντού η εκδίκηση. Παντού χαρακώματα, ήχοι πολέμου ακήρυχτου μα υπαρκτού όσο κανένας άλλος. Εδώ βρωμάει αίμα, βρωμάει σάρκα ανθρώπινη, εδώ πεθαίνει η ανθρωπιά.
Είναι πραγματικά αδύνατο, ψεύτικο και κίβδηλο, να πιστέψει κανείς, ότι μέσα από αυτά τα κολαστήρια μπορεί να βγει άνθρωπος που θα επανενταχθεί σε αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε ελεύθερη κοινωνία. Είναι ανήθικο να μιλάμε για την ύπαρξη σωφρονισμού στις Ελληνικές Φυλακές και όχι για τον μέγιστο κολασμό του ανθρώπινου προσώπου. Η βία που ασκείται πάνω σε αυτούς τους συνανθρώπους μας, έμμεση και άμεση, ψυχολογική και σωματική, δεν είναι δυνατόν να μην δώσει ως αντίδωρο βία. Αυτοί οι άνθρωποι θέλοντας και μη, όταν πλέον θα αποφυλακιστούν, το πρώτο πράγμα που θα σκεφτούν να πράξουν θα είναι εκδίκηση απέναντι σε ένα σύστημα και μια κοινωνία, που ικανοποίησε τα πρωτόγονα ορμέφυτα ένστικτα της πάνω τους.
Είναι σαφές ότι σε τούτο τον τόπο κρατήσαμε τις λέξεις γυμνές. Διότι τι άλλο μπορεί να είναι όλη αυτή η πολιτισμική ένδεια, όταν νομοθετείς ως Πολιτεία έχοντας στην ιστορία της ιδιοπροσωπείας σου ένα αρχαιοελληνικό, Χριστιανικό και Ευρωπαϊκό πολιτισμό, όταν μιλάς για σωφρονισμό και παρουσιάζεις ως κύριο μέλημα σου την επανένταξη αυτών των ανθρώπων στην ελευθερία των σχέσεων και των πολιτών, και αντί τούτου διατηρείς εν πλήρη γνώση κολαστήρια και εξοντωτήρια ανθρώπινων υπάρξεων;
Στα αραχνιασμένα ηχεία ακούστηκε η φωνή του ανθρωποφύλακα για το τέλος του επισκεπτηρίου. Χαιρετίσαμε πίσω από τζάμια και κάγκελα. Κάναμε στροφή και οδεύσαμε για την πολιτεία των ελεύθερων πολιορκημένων. Για την ζωή που μας είχε ξεγελάσει όλους «λευτερους» και φυλακισμένους.
π. Λίβυος, 18.11.2008

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

"Είναι όλα ίδια παππού"





Πάνε τριάντα πέντε χρόνια από τότε.

Τρίχρονα μωρά και βυζάξαμε απ’ τα συνθήματά της, εξεγερμένοι έφηβοι και ριγήσαμε απ’ τα ιδανικά της, καταληψίες φοιτητές και ξενυχτήσαμε με τα τραγούδια της.

Στο μεταξύ τίποτα δεν άλλαξε. Μόνο τα μαλλιά μας άσπρισαν. Μεγαλώσαμε. Συστήσαμε γενιά.

Της μεταπολίτευσης η χαμένη γενιά. Η πιο χαμένη απ’ όλες. Η πιο λίγη απ’ όλες. Η πιο προδοτική απ’ όλες. Που νόμισε αλλά δεν πίστεψε. Που αντέδρασε αλλά δεν αγωνίστηκε. Που γιόρτασε αλλά δεν τίμησε.


Όχι, αύριο δε γιορτάζω το Πολυτεχνείο. Αύριο ξανασκυλεύω το Πολυτεχνείο. Εγώ κι όλοι οι όμοιοι μου.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008

Ελπίζω να περάσουμε ωραία




Οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ σας προσκαλούν στην παρουσίαση

του μυθιστορήματος του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη


ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ


την Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008, στις 8:00 μ.μ.,

στον ΠΟΛΥΧΩΡΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (Ιπποκράτους 118, Αθήνα).


Για το βιβλίο θα μιλήσουν

ο Νίκος Κουνενής, συγγραφέας, ο Στέφανος Δάνδολος, δημοσιογράφος-συγγραφέας

και ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης.


Συντονίζει ο Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου, δημοσιογράφος-συγγραφέας.

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Ο χημικός μου ύπνος

Αυτολεξεί: "Καλό καιρό θα 'χουμε ευτυχώς το Σαββατοκύριακο" ανακοίνωσαν σ' ένα μετεωρολογικό δελτίο συμφύροντας την είδηση με το σχόλιο. Παλιά τους τέχνη κόσκινο...
Μέσα Νοεμβρίου και με εντομοαπωθητικά κοιμίζω τις μικρές. Σταμάτησαν να γκρινιάζουν και έπαψα να κυνηγάω κουνούπια με το μαξιλάρι. Η μεγάλη βλέπει κι όνειρα. Ότι έρχονται Χριστούγεννα και ότι θα 'χει ένα μέτρο χιόνι.
Όμως...
Το ποταμάκι ακόμη να κατεβάσει νερό.
Η λιμνοδεξαμενή παραμένει κατάστεγνη.
Ο Αξιός είναι για να τον λυπάσαι.
Τα πλατάνια δεν έχουν φύλλα απ' τον Ιούλιο.
Δεν πειράζει όμως. "Καλό καιρό θα 'χουμε ευτυχώς το Σαββατοκύριακο". Αφού το λένε, κάτι θα ξέρουν. Και καλός και ευτυχώς. Μπορεί να κανονίσω και καμία εξόρμηση στην εξοχή.

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

Λογ(χ)ομαχία: ρόλος για έναν


Σε τούτη την παράσταση (και μάλλον και στις επόμενες),
δεν έχει άλλους πρωτ-αγωνιστές.
Θύτης και θύμα εις σάρκα μια και παραμένει άδεια η πλατεία,
άφαντες οι ταξιθέτριες, λειψό το βεστιάριο,
μοναδική παρουσία γέρου φροντιστή,
να αναζητά το βλέμμα,
να επιβεβαιώσει,
μ’ ένα νεύμα,
πως όλα έχουν παιχθεί και ξαναπαιχθεί,
συνήθως σ’ αδειανά καθίσματα
και μην πολυσκοτίζεσαι αλλά παίξε,
γιατί η μαρκίζα και τα πρόσωπα μπορεί ν’ αλλάζουν
το σίγουρο είναι, πως μένουν ίδια η ράμπα και τα φώτα της.

Κλαγγές αιματοβαμμένων ψυχών,
οιμωγές και χλαπαταγή τα ηχητικά εφφέ
- και λέει το σενάριο πως -
κι αν αποτύχει η λόγχη, (που πάντα αποτύγχανε δηλαδή),
πρηνηδόν,
έρπων,
κάλυψη,
απόκρυψη
και παραλλαγή.

Χτυπώ, επαναχτυπώ, σπαθίζω, λογχίζω, ντο!!

Στεντόρεια η φωνή, χαμόγελο ειρωνικό και άϋλο στη φύση του αντιπάλου.
άτακτη και συγχυσμένη η υποχώρηση.
Τελευταίο οχύρωμα, το αγχωμένο κράτημα της ανάσας στο χαράκωμα,
την ώρα που ορίζει τον προορισμό της η σκανδάλη.
Καμουφλαρισμένη η άπνοιά μας,
για να κάνει – λέει - τους στόχους πιο ξεκάθαρους και ευάλωτους.
Mόνος καθένας στο αμπρί του,
ενώ τον «σταυρό» του λογ(χ)οφόρου αναζητά η διόπτρα,
για μια μόνη και καθαρή βολή,
κι ας έχει κατάσαρκα φορεμένο φυλαχτό-οδηγό την φωνή του μεθυσμένου υποβολέα:
«…τον νου σου, ρε!!! Το μυαλό είναι ο στόχος…»

Το εισιτήριο της παραίτησης τσαλακωμένο στο τσεπάκι, ανεξόφλητο,
ανυπόγραφη διαθήκη μιας μη αποδεκτής κληρονομιάς ξεφτίλας και υποχωρήσεων,
στον βωμό του Καλύτερου Αύριο,
παρακαταθήκη Λειψού Χθες.
Ο Θεριστής των διαμελισμένων κορμιών και συνειδήσεων, βγαίνει ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ,
καταμεσής του τόπου σφαγής,
στην Κοιλάδα των Ψυχών.

… Διάλειμμα για διαφημίσεις, καπνιστήριο στο μπαλκόνι…

………………………………..

( Δεύτερη πράξη, μονόλογος: )

«Πέθανα! Σου το ‘πα;;…»

και γέλιο στριγκό στον καθρέπτη, με μια φρικιαστικά γνωστή γυαλάδα στο μάτι…

ΑΥΛΑΙΑ….

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

Ο βασιλιάς πέθανε - Ζήτω ο νέος βασιλιάς




Να πω ότι δεν το χάρηκα, θα ’ναι ψέματα. Ναι, λοιπόν, το χάρηκα. Αλλά δεν τρέφω κι αυταπάτες. Μιλώ για την εκλογή του Ομπάμα.
Ο Ομπάμα είναι η όψη της Αμερικής σε άμυνα. Ήπιος, πρόσχαρος, διαλλακτικός. Μια αστραφτερή εικόνα που δανείζει το χαμόγελο και τη λάμψη της στην κρίσιμη ιστορική στιγμή, προκειμένου να καλυφθούν επικοινωνιακά οι κοινωνικές ρηγματώσεις και να αναπαραχθούν συμβολικά οι πολιτικές σχέσεις. Στην νικητήρια ομιλία του μίλησε για το αμερικανικό όνειρο. Το στραπατσαρισμένο στο τείχος της ντροπής που υψώθηκε στα σύνορα με το Μεξικό, το λεηλατημένο στο κολαστήριο του Γκουαντάναμο, το ξεσκισμένο απ’ τις βόμβες απεμπλουτισμένου ουρανίου του Κοσόβου, το τσαλαπατημένο απ’ τα εκατομμύρια των νεκρών ιρακινών, το διασυρμένο στα γκέτο των μαύρων, στις εκατόμβες των ανέργων, στους σκουπιδότοπους των ανασφάλιστων. Μίλησε γι’ αυτό το όνειρο. Επικαλέστηκε και τον εαυτό του ως απόδειξη. Το ύμνησε. Δεν το αμφισβήτησε. Υποσχέθηκε να το ανανεώσει. Δεν απείλησε να το αλλάξει.
Έναν Ομπάμα είχε ανάγκη τέτοια ώρα η Αμερική. Όσο αριστερό χρειάζεται για να κατευναστούν οι κοινωνικές διαμαρτυρίες με μέτρα ασπιρίνες και όσο δεξιό χρειάζεται για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της οικονομικής εξουσίας. Η κοινωνική του πολιτική μια απλή διαχειριστική διάθεση περισσότερων κονδυλίων για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, βασισμένη στις ίδιες οικονομικές δομές, στις ίδιες σχέσεις επιβολής, στους ίδιους συσχετισμούς εκμετάλλευσης. Η υποστήριξη που έλαβε τις τελευταίες μέρες απ’ τα μεγάλα εκδοτικά κέντρα συνιστά γραμμάτιο και η εξαργύρωσή του άρχισε ήδη απ’ την προεκλογική περίοδο με την υποχώρηση στο θέμα της πετρελαϊκής εκμετάλλευσης της Αλάσκα.
Εν ολίγοις, η εκλογή του Ομπάμα δεν αποτελεί νίκη της κοινωνίας. Επιλογή του κεφαλαίου είναι. Μια επιλογή που απορρέει απ’ την αρχή πως το εκκρεμές πρέπει να κινείται ελεγχόμενα άλλοτε δεξιά και άλλοτε αριστερά, αλλά ποτέ να μη χάνει το σημείο της ισορροπίας του, που δεν είναι άλλο απ’ την αναπαραγωγή των μηχανισμών εξουσίας που το δημιούργησαν.

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

Ωραία μούτρα ! ΦΤΟΥ !… μην τους ματιάσω…




Θησείο, αρχές Σεπτέμβρη…
(«Καλά ρε Βλάχε, τώρα το θυμήθηκες;» θα ρωτήσει κανείς…
«Μα, τα έντονα συναισθήματα διατηρούνται στον χρόνο» θα του απαντούσα…)

Καφεδάκι και «κοινωνική κριτική»…

Η Daria περιέγραφε τα πλατάνια στο camping που είχε πάει, εγω εκθείαζα τα έλατα και την ηρεμία του χωριού μου.

Περατζάδα, κόσμος πάει και έρχεται, φατσουλες νεανικές, ζευγαράκια, τουρίστες, ηλικιωμένοι αλα μπρατσέτα, τσιγγανάκια με νεκρολούλουδα, Μαλαισιανοί με τζάτζαλα- μάτζαλα, κάτι όμορφοι και τσαμπουκαλεμένοι κόπροι να στρώνουν στο κυνήγι μηχανάκια που έχουν την φαεινή ιδέα να περάσουν από τον πεζόδρομο της Διονυσίου Αεροπαγίτου…

Ο Παρθενώνας δίπλα, να δείχνει πως θέλει να ξυστεί για να διώξει τις σκαλωσιές που τον γαργαλάνε αλλά δεν μπορεί κι εμείς κάτω από μια αρχαία ελιά φραπεδιαζόμαστε, οδεύοντας νοητικά στο αποκορύφωμα του Προβληματισμού και της Σκέψης: «Τι είναι ο άνθρωπος, τι είν’ το ζουμί του, τι είναι η Ζωή, που είναι ο Βάγκνερ, που είν’ ο Πουτσίνι, που έχουν πάει όλοι αυτοί;;;….»

CUT!

Σπαρακτικές παιδικές κραυγές για βοήθεια, μας χτυπάνε κατακέφαλα, την ώρα που ανάμεσα από τα τραπεζοκαθίσματα μιας καφετέριας απέναντι, δυο τριαντάρηδες σέρνουν από τους αγκώνες έναν πιτσιρικά 8 – 10 ετών που κρατάει ένα μπαγλαμαδάκι και τον σέρνουνε τραβώντας τον, ενώ αυτός καλεί απεγνωσμένα σε βοήθεια και προσπαθεί να αντισταθεί.

Ο κόσμος κοντοστέκεται, κοιτάζει τους άντρες που τραβούν άτσαλα τον πιτσιρίκο προς ένα παρκαρισμένο λευκό YARIS με αριθμό κυκλοφορίας ΥΖΚ …, αλλά ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΑΝΤΙΔΡΑ, ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΑΡΚΕΤΟΙ ΓΥΡΝΑΝΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΚΑΙ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΟΝΤΑΙ!!!
Εμείς είμαστε στα 20 μέτρα περίπου και έχουμε μείνει κάγκελο…

«Ρε πστη μου, τι γίνεται εκεί;;;; ΜΑ, ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΑΝΤΙΔΡΑ;;;;!!!!!»

Δευτερόλεπτα αμήχανου σοκ, ενώ ο πιτσιρικάς στρέφει το κεφάλι του γύρω σαν παγιδευμενο ζωάκι, ψάχνοντας διαφυγή ή ΒΟΗΘΕΙΑ.

Μέχρι να σηκωθώ και να φτάσω στο αυτοκίνητο, οι δύο άντρες πιο ήρεμα τώρα, έχουν βάλει τον μικρό στο πίσω κάθισμα που πλησιάζοντας βλέπω ότι κάθεται και μια νεαρή κοπέλα.
Το κλαμένο μουτράκι του πιτσιρίκου έχει κολλήσει στα πίσω τζάμια με μια θλιμμένη παραίτηση στο βλέμμα.
Την ώρα που ετοιμάζονται να βάλουν μπροστά, έχω φτάσει δίπλα στην πόρτα του οδηγού και πριν καλά καλά προλάβω να ρωτήσω «Τι γίνεται εδώ ρε παιδιά;;», με μια συγκαταβατική γκριμάτσα μου λένε εν χορώ: «Αστυνομία φίλε, όλα εντάξει!…»

«Τι εντάξει ρε παλιοχαμούρες;;!!!» φτάνει στα χείλια μου, αλλά δεν μου βγαίνει παρά ένα ψιλο – φλωρέ «… κι έχετε να μου δείξετε κάτι παλικάρια;;…»
Με μια συντονισμένη και χορευτική κίνηση, μου μοστράρουνε ταυτόχρονα δύο υπηρεσιακές ταυτότητες, ενώ ο πιτσιρικάς κλαίει βουβά δίπλα στην κοπέλα που προσπαθεί να τον ηρεμήσει.

Βάζουν μπροστά ήρεμα, τους παίρνω το νούμερο ήρεμα και φεύγουν ήρεμα…

Ήρεμα, καθημερινά πράγματα, σαν μια βόλτα στο Θησείο,

ΟΠΟΥ ΚΑΝΕΝΑΣ ΠΑΡΤΑΚΙΑΣ, ΦΙΛΟΤΟΜΑΡΙΣΤΗΣ, ΣΤΑΡΧΙΔΙΣΤΗΣ, ΔΕΝ ΞΕΚΟΥΝΗΣΕ ΛΙΓΟ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΤΟΥ ΝΑ ΔΕΙ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΓΑΜΩ Τ’ ΑΥΤΙΑ ΣΑΣ ΤΑ ΠΕΤΣΙΝΑ ΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ!

Δεν με εξέπληξε η συμπεριφορά των αστυνομικών προς τον μικρό τόσο, ΟΣΟ Η ΣΙΧΑΜΕΝΗ ΑΠΑΘΕΙΑ ΤΩΝ «ΜΑΤΑΚΗΔΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΩΝ»

Αυτό το «ΜΗΝ ΜΠΛΕΞΩ», το «ΤΙ Μ Ε ΝΟΙΑΖΕΙ ΤΩΡΑ», το «Ε ΚΑΤΙ ΘΑ ΕΙΧΕ ΚΑΝΕΙ», το «ΔΕΝ ΒΑΡΙΕΣΑΙ, ΧΑΜΙΝΙ ΗΤΑΝΕ», πόσο μου την δίνει, δεν λέγεται…

Μόνο μια κυρία, όταν επέστρεψα στο τραπέζι, ήρθε και ρώτησε για να καθησυχάσει την συνείδησή της:
«Αστυνομικοί με πολιτικά ήτανε, εεε;;;»

Προς στιγμή, σκέφτηκα να της πω «Όχι παιδεραστές, έμποροι ανθρωπίνων οργάνων ήταν, μην ασχολείστε!!..», αλλά της είπα ένα ξερό «Ναι!…» και εκείνη χαμογελώντας, έκανε μεταβολή και πήγε να συνεχίσει τον φρεντουτσίνο της…

Αυτή τουλάχιστον όμως, ρώτησε…
Σκατά στα μούτρα μας λέω εγώ και με το συμπάθιο…

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

Πρόσκληση (2)




Το βιβλιοπωλείο ΝΕΣΤΩΡ και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

σας προσκαλούν

στην παρουσίαση του μυθιστορήματος

του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη: ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ

την Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008, στις 8:30 μ.μ.,

στο βιβλιοπωλείο ΝΕΣΤΩΡ (πεζόδρομος Κανάρη, Κατερίνη).


Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

- ο Θεόδωρος Θάνος, πρώην προϊστάμενος της Μέσης Εκπαίδευσης Ν. Πιερίας, και

- ο Αντώνης Μπιτσιάνης, φιλόλογος-συγγραφέας.


Η εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα της Αντιδημαρχίας Πολιτισμού του Δήμου Κατερίνης

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Παραλειπόμενα παρέλασης ( ...στο περίπου... )

Αυτές οι γραμμές γράφονται σχεδόν αμέσως με την επιστροφή από την μαθητική παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, όπου παρευρεθήκαμε οικογενειακώς, ομοθυμαδόν και ασκαρδαμυκτί σύσσωμοι πρεσβύτεροι και νεώτεροι, λόγω και της συμμετοχής της κόρης μας ως «παραστάτριας»
Όλοι ξέρετε πως είναι αυτές οι καταστάσεις και όσοι δεν ξέρετε θα μάθετε οσονούπω…
(Δεν θέλω κακεντρεχείς και μειδιόντες συνειρμούς τύπου: «Ρε Βλάχε αφού έχεις δηλώσει πως δεν γουστάρεις τις παρελάσεις , τι ιδεολογική τούμπα είναι ετούτη;;» Κάντε παιδιά και θα σας δω μετά….και δεν είναι «τούμπα», είναι στρατηγικός ελιγμός. Γιατί όταν θα ζητήσω στα γεράματα ένα ποτήρι νερό, δεν θα μου το φέρετε εσείς εξυπνάκηδες, αλλά ευελπιστώ να μου το φέρει ο γαμπρός της κόρης μου…. Γιατί από την ίδια χλωμό το κόβω, να’ ναι καλά το αστέρι μου!!… Πλάκα κάνω ρε, μην τσιμπάτε…)
Άρχισα τις παρενθέσεις, σκατά ανάρτηση θα βγει…
Τέλος πάντων…

Καθίστε να πάρω μια ανάσα, να πιω μια γουλιά καφέ, να στρίψω ένα τσιγάρο και να τραβήξω μια ρουφηξιά…

(Άνοιγμα παρένθεσης…

Εμ, τα ‘πα εγώ δεν τα ‘πα;;;

Ρε πστη μου, τι μαλακία είναι όταν καπνίζεις στριφτά και βρίσκεσαι σε παρέλαση….
Άντε να στρίψεις, να βγάλεις χαρτάκια, να βάλεις φίλτρο, να ανοίξεις την καπνοσακούλα, να βάλεις τον καπνό, να δαγκώνεις σαν τον ΡανΤανΠλαν την καπνοσακούλα στο στόμα – γιατί δύο χέρια έχεις γαμώ την φύση με τις ατέλειές της και τα θέλεις και τα δύο για να στρίψεις το γαμημένο το τσιγάρο γαμωτιςεξαρτήσειςμουμέσα, ενώ ταυτόχρονα , θα πρέπει να κρατάς την «μπανάνα», την κάμερα γιατί το έτερο ήμισυ είναι ικανό να βγάλει όλες τις πλάκες του πεζοδρομίου, ΕΚΤΟΣ από την κόρη μας, να πρέπει να κάνεις αγωνιώδεις και αγχωμένες ζογκλερικές προσπάθειες να ισορροπήσεις ανάμεσα σε καροτσάκια, παιδάκια με μπαλόνια και σημαιάκια που τα πάνε πέρα δώθε σαν δόρατα τα σκασμένα, υποβασταζόμενες γιαγιάδες με «πι», παππούδες με μαγκούρες, πικετοφόρους διαδηλωτές κατά της ακρίβειας, καμακοφόρους νεανίες σε αναζήτηση θηραμάτων που κρατούν και κοιτούν όχι που πατούν, αλλά τα κινητά μπροστά τους σαν ραβδοσκόποι (τι διάολο με GPS γίνεται το καμάκι στις μέρες μας;;;) , κάτι κόπρους που μες την χλαπαταγή και την πολυκοσμία δεν τους βλέπεις, μόνο τους αισθάνεσαι να περνάνε ανάμεσα στα πόδια σου και λες τώρα με άρπαξε κανένα εθνικιστικό Άλιεν γαμώ την ατυχία μου μέσα και δεν έχω ξεπληρώσει το σπίτι ακόμη και πάνε και οι δίσκοι και σκατά δεν έχω αλλάξει σλιπάκι, θα μου πέσει και η κάμερα μην σπρώχνετε ρε μαλάκες την πίστη μου μέσα, ΟΥΝΟΙ!, ΤΑΤΑΡΟΙ!, ΒΗΣΙΓΟΤΘΟΙ!, να μην το κάνω πεδίο μάχης εδώ πέρα και έχω και την οικογένεια δίπλα!
Σκατιάρηδες!

ΤΙ ΖΜΠΡΩΧΝΕΙΣ ΡΕ ΘΕΙΑ;; ΠΟΥ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΩ; ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΩ ΠΑΡΕΙ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΝ ΝΕΡΑΤΖΙΑ;; ΤΙ ΘΕΣ, ΝΑ ΑΝΕΒΩ ΠΑΝΩ ΤΗΣ;

Έλεος ρε πστη μου!!!…
Πώς να στρίψω τσιγάρο μετά;
… και άντε το έστριψα πες, ΠΩΣ ΝΑ ΤΟ ΑΝΑΨΩ;
Αφού κάνεις ακροβατικά σαν τον πιγκουίνο, να ψάχνεις τις τσέπες να πετύχεις τον ξεφτιλισμένο τον αναπτήρα, όχι δεν είναι σε αυτήν την τσέπη, ούτε στην άλλη, κάτσε να πάρω λίγο το χέρι μου, να ψάξω στην κωλότσεπη, ούτε εκεί έιναι, ούτε στο μικρό τσεοπάκι, , κοιτα ρε Έφη στην άλλη κωλότσεπη, δεν φτανω εγώ, , τίποτα…;;;;…Δεν…;;;, ;; δεν πειράζει ξύσε λίγο εκεί που το έχει ς τώρα, έλα ρε, κανείς δεν σε βλέπει, μην ντρέπεσαι, καλά χέστο και να ο σκατοαναπτήρας στο τσεπάκι στο πουκάμισο τον είχα βάλει για να μην το ν ψάχνω ο πυροβολημένος,
Πάς να ανάψεις λοιπόν το τσιγάρο (ναι εντάξει μαλακία μου το ξέρω, ασυναίσθητες κινήσεις , τι να πεις;;…) και μου την πέφτουνε σε χρόνο ντε-τέ, σύζυγος, μάνα, τα παιδιά, οι δίπλα, οι από πίσω, οι παραδίπλα και γαμήθηκες που γαμήθηκες για να το στρίψεις, ΤΟ ΠΕΤΑΣ ΜΗΝ ΧΕΣΩ, για να μην ενοχλείς τους γύρω.
Και έχεις εκεί πάνω στην τσατίλα, την στρωμούρα, την θειά που με έχει εξαναγκάσει να συνουσιάζομαι με την νερατζιά, να σκάει και ο τρακοδόρος της περιοχής που του μύρισε ο αρωματικός καπνός και να σου λέει ξελιγωμένα:
«Θα μου στρίψεις ένα ρε φίλε;;;» !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
….Ακόμη τρέχει…
Σκατά το κάπνισμα στις παρελάσεις λοιπόν….
Κλείνει η παρένθεση)

Που ήμουνα ρε σεις, γιατί το έχασα….
Α ναι, λοιπόν ήπια λίγο καφέ, έκανα και ένα τσιγάρο, αλλά τα ματάκια μου κάνουν ακόμη πουλάκια, οι κόρες τους είναι διασταλμένες, νοιώθω τους σφυγμούς μου αυξημένους, πράγμα που σημαίνει πως υπεραιματώνεται η καρδιά μου, πράγμα που με την σειρά του σημαίνει πως τεστάρονται οι αντοχές του κυκλοφοριακού μου συστήματος.
(ω ρε τεράστιε, τα σεμινάρια εθελοντή διασώστη , κάτι μου μάθανε τελικά!..)

Μην κάνετε όμως αυθαίρετους συνειρμούς!

Δεν είμαι έτσι «ξαναμμένος» ούτε λόγω της επετειακής επίδειξη πατριωτισμού, ούτε η αίσθηση της ιστορικής συνέχειας και συνέπειας με τα υψηλά ιδανικά των προγόνων, ούτε η εθνικο – τσαμπουκαλεμένη συγκίνηση της ημέρας, ούτε οι Γαλανόλευκοι Κυματισμοί, ούτε η ανύψωση του Εθνικού Φρονήματος…

Άλλου είδους ανύψωση είναι η αιτία….

Να ξεκαθαρίσω εξαρχής, πως ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΛΑΥΝΟΥΣΑ ΝΕΟΛΑΙΑ!
Το «έχετε» έτσι;;
Μην αρχίσει κανείς αυθαίρετους συνειρμούς
(το ξανάπα αυτό αλλά εντάξει, καταλαβαίνετε τώρα, έξαψη, Βλάχος, ξέρετε εσείς…)

Στο ζουμί λοιπόν:

Ρε σεις, είναι η φαντασία μου ή μεγάλο μέρος του γυναικείου πληθυσμού που πηγαίνει σε παρελάσεις, είναι ντυμένες λες και μόλις γυρίσανε από τα μπουζούκια;

Προσοχή για να μην με πείτε μισογύνη, σεξιστικό γουρούνι κλπ κλπ

Διευκρινίζω πως ΔΕΝ αναφέρομαι σε ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, αλλά έχω διαπιστώσει μια αυξητική τάση τις τελευταίες χρονιές.
Με την επιστημονική μέθοδο της παρατήρησης, έχω εντοπίσει μάλιστα πως, ηλικιακά το συγκεκριμένο target group κυμαίνεται μεταξύ 25 και 40 ετών («πραγματικών» έτσι;; όχι χωρίς τους Μάηδες και τα καλοκαίρια…)

Τι στράς βλέπεις, τι φωσφοριζέ ζώνες, τι φραμπαλάδες στα φορέματα, τι ντεκολτέ αβυσσαλέα με το βυζί να έχει γίνει σαν λουκουμάς έτοιμος να πεταχτεί έξω από τον ταμπλά, τι κάτι κολά(ρα)ν του θανάτου με κάτι ημίκοντες πουκαμίσες, τι κάτι χαμηλοκάβαλα (αλλά ΠΟΛΥ ΧΑΜΗΛΑ λέμε!!!) ελαστικά παντελόνια που κρύβουν μόνο «το κέντρο του σύμπαντος»…

Μέσα λοιπόν στην στρωμούρα, να το σκηνικό να ακούς από δίπλα σου την άλλη με τέσσερις στρώσεις λιπγκλος και το τσιτωμένο διαφανες πουκάμισο με το γαλαζωπό γουωτέρμπρα να λέει στην φιλενάδα της «Αχ κράτα Βίκυ μου να βγάλω την ζακέτα, έσκασα!» και να τσιτώνει τα απειλητικά κουμπούρια της μες’ στα μούτρα σου, και να λες τώρα θα φύγει το κουμπί της και πάνε τα γυαλιά μου, προς τα πού κοιτάει η Έφη και φοράει τα γυαλιά της και δεν μπορώ να δω που εστιάζει μην μου ‘ρθει καμιά αγκωνιά στα πλευρά, και δωσ’ του να τεντώνεται να βγάλει την ζακέτα και να κοιτάει λοξά και δώσ’ του η θειά να με σπρώχνει στην νερατζιά, να δεις γλυκό του κουταλιού θα μου γίνει στο τέλος…
Ένας παππούλης που ήταν και κοντούλης ο έρμος και ήταν σχεδόν δίπλα μου, γυρίζει να δει για τι στριμωχνόμαστε έτσι και του ΄ρχονται τα κουμπούρια στην μύτη γύρισε ο μάτης του του καψερού, πρέπει να του έφυγε και ο καταρράκτης, έμεινε κάγκελο λέμε, λέω τώρα θα την δαγκώσει να το δεις, πάει λέω τον χάσαμε τον παππού, τι ασφάλεια να έχει, τα υπογλώσσια να τα έχει μαζί του, πώς να τον μαζέψουμε έτσι και λιποθυμίσει.
Βγάζει επιτέλους την ζακέτα η λεγάμενη, κόκκαλο μιλάμε ο παππούς, ακούνητος τσολιάς του 1 και 60, «Τι κοιτάτε;» του λέει αυτή, «Δεν κοιτάω κοπέλα μου, αναπολώ!!..» της απαντά χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.
Συγχίστηκς η άλλη, έφυγε αγκαζε με την φίλη της, κουνώντας απειλητικά τα κουμπούρια της στο διάβα της.

Τραβιέμαι κάποια στιγμή πίσω να καταφέρω να ανάψω το ξεφτιλισμένο για τσιγάρο, μένει μόνη της η νερατζιά – σιγά μην πήγαινε άλλος δίπλα στην θειά που ζμπρωχνε, είναι και κάτι άλλοι παππούδες δίπλα μου, πάνω σε ένα μαρμαράκι μιας βιτρίνας, να σου τέσσερεις μικρομάνες – μάλλον- να προσπαθούν να περάσουν γρήγορα μπροστά με τις μηχανές στα χέρια, για να τραβήξουν ποιος ξέρει τι, κανένα βλαστάρι τους, κανένα ανίψι τους, ποιος ξέρει, τέλος πάντων, βγάζει μια μικρή φωνή η μία «Stop! Μου βγήκε το σανδάλι!» (που πας κοπέλα μου σε στριμωξίδι παρέλασης με σανδάλι, ;;;!!!!), κόκαλο οι άλλες και σκύβουν όλες μαζί να βοηθήσουν.

Ε, πως έμεινε η τζαμαρία στην θέση της δεν μπορώ ακόμη να καταλάβω….

Ξεπρόβαλλαν τέσσερα στριγκάκια από τα παντελόνια και τις φουστίτσες (2 μαύρα, 1 κόκκινο και 1 γαλάζιο), λόγω του βαθέως καθίσματος και της επίκυψής των, άρχισαν δίπλα οι παππούδες τα «Ωχ μανούλα μου:», «Ζήτω, σου λέω ζήτω!», «Που’ ναι τα γυαλιά μου γαμω το *&^$%@$#@#$@ μέσα!», οι άρρενες που ακολουθούσαν έχουν κοκαλώσει έχει γίνει μποτιλιάρισμα χειρότερο από εκείνο της Κατεχάκη, η θεία απέναντι βρήκε άλλο θύμα και ζμπρώχνει έναν πιτσιρικά με πανικοβλημένο βλέμμα πάνω στην νεραντζιά, τα παιδιά με ψάχνουν, η Έφη μου κάνει κάτι ακαθόριστα νοήματα, εγώ κοντεύω να τελειώσω το τσιγάρο, ο μπάρμπας δίπλα μου ασυναίσθητα κρατιέται πάνω μου να μην πέσει από την προνομιούχα θέση πάνω στο πεζουλάκι, τα μάτια του καρφωμένα μάλλον στο κόκκινο στριγκάκι και τραγουδάει μέσα από τα δόντια του «Σημαιοφόρος θα γενώώώώ…», ενώ από τα μεγάφωνα ακούγονταν εμβατήρια για ανύψωση του ηθικού…
Ω, ναι! Ανυψώθηκε λέμε, ανυψώθηκε!!!…

«Χάϊντε θείο! … και την 25 η Μαρτίου, να έρθουμε νωρίτερα να πιάσουμε εδώ θέση, έχει καλή βίγλα….!!!»
Γυάλισε το μάτι του και ξανάπιασε το τραγούδι!….

…. Και μην ξανακούσω κανέναν να λέει τίποτα προχωρημένα περί «κατάργησης παρελάσεων» και άλλα τέτοια, που θέλετε να κόψετε τις μικρές χαρές και απολαύσεις των παππούδων (... και τις δικές μας εδώ που τα λέμε... ), άκαρδοι, αναίσθητοι, απαίδευτοι, ΑΝΥΠΑΝΤΡΟΙ!!

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

"Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά..."



Δεν πιστεύω σε κανέναν Θεό. Εδώ και δύο δεκαετίες. Ξέκοψα, οριστικά. Ένεκα τα μαρξιστικά μου τα διαβάσματα, ένεκα η πρόσδεση της εκκλησίας στο άρμα της εξουσίας, ένεκα η μετάθεση του σωτηριολογικού αιτήματος στο επέκεινα. Ασφαλώς και φοβάμαι το μετά, αλλά προτιμώ να ζω με τον φόβο. Με το φόβο και με την πίστη ότι τίποτα άλλο δε θα μείνει πίσω μου πέρα από λίγο λιπασμένο χώμα.
Εν πάση περιπτώσει. Δεν είναι αυτό το θέμα μου.
Θέμα μου είναι μια πτυχή του κακού που προκάλεσαν οι λογής λογής Εφραίμ της εκκλησίας. Πήγα στο Άγιο Όρος. Πριν από μια εικοσαετία. Αλλά πιο πολύ σαν τουρίστας. Άγιους ανθρώπους δεν είδα. Ίσως γιατί δεν τους έψαξα. Εδώ όμως βρήκα δύο που αξίζουν τον ολόπλευρο σεβασμό μου.
Ο ένας είναι ο παπά Σταύρος. Είμαι σε θέση να ξέρω ότι κουβαλά πολλούς ασήκωτους σταυρούς. Βαρύτερους κι απ’ όσους μπορείτε να φανταστείτε. Μ’ ένα χαμόγελο όμως είναι όλη την ώρα. Λόγο κακό δεν άκουσα απ’ το στόμα του. Ακόμη και στα περσινά που τραβήξαμε στο σχολείο. Με τις υπεραναλήψεις συντηρεί την πολυμελή οικογένειά του, αλλά το φιλανθρωπικό του έργο είναι μνημειώδες. Του πήγα κάτι ρούχα πέρσι τα Χριστούγεννα. «Σε πειράζει, Παναγιώτη, αν τα δώσω σε μουσουλμάνους;». Αυτό βρήκε να με ρωτήσει. Κι εγώ τι να του πω του ανθρώπου; Ότι υποκλίνομαι; Λίγο θα ’ταν. Θυμίζω μόνο ότι ο εκλιπών Αρχιεπίσκοπος ήθελε να δώσει το επίδομα της τριτεκνίας σ’ όλους, πλην… των μουσουλμάνων της Θράκης.
Ο άλλος είναι ο π. Λίβυος. Βιάζομαι ίσως, αλλά νομίζω ότι το αισθητήριό μου δεν μ’ απατά. Εδώ η θεολογία επιστρέφει απ’ το επέκεινα, για ψηλαφίσει με ανθρωπιά και καταλλαγή τον πόνο και να σταθεί κριτική απέναντι σε κάθε εξουσία, θρησκευτική και κοσμική. Μου θυμίζει τους καθολικούς ιερείς της Λατινικής Αμερικής που γαζώνονταν απ’ τους παραστρατιωτικούς, για να υπερασπιστούν το δίκιο των χωρικών. Σταλάζουν τα κείμενά του βιωμένο πόνο και καταπραϋμένη οργή. Μ’ ένα λόγο, σταλάζουν τα κείμενά του αληθινή ποίηση. Και τι άλλο μπορεί να ’ναι η αληθινή ποίηση από την επανάσταση των ιδεών και των συναισθημάτων; Τα κείμενα του π. Λίβυου σαλπίζουν μοναχικές επαναστάσεις.
Δεν με ενδιαφέρει που ’ναι ταγμένοι σε έναν λαθεμένο, κατά τη γνώμη μου, σκοπό. Μ’ ενδιαφέρει η στάση τους. Κι η στάση τους αποτελεί το μέτρο του σύγχρονου ηρωισμού, όπως εγώ τον εννοώ. Του σιωπηλού και ηττημένου. Μου θυμίζουν την εμβληματική και όχι επαρκώς αποκαταστημένη μορφή της αριστεράς. Μιλώ για τον Πλουμπίδη. Που έθεσε εαυτόν στη διάθεση της αστυνομίας για να σωθεί ο Μπελογιάννης. Που στήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα, ενόσω το κόμμα διαλαλούσε ότι «ροκανίζει τα δολάρια της προδοσίας», και αυτός ως την ύστατη στιγμή διατράνωνε την πίστη του στο ΚΚΕ.
Άνισα βέβαια μεγέθη. Άλλοι όμως κι οι καιροί. Αλλά υπάρχει και μια ομοιότητα. Δανείζομαι τον πολύ αγαπημένο στίχο του Σεφέρη «οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά». Φοβάμαι ότι με τους λογής λογής Εφραίμ πύκνωσαν πιο πολύ ακόμα τα σκοτάδια. Αυτοί θα συνεχίσουν να προχωρούν. Εμείς θα είμαστε πλέον σε θέση να τους βλέπουμε;
(κείμενο του px, επιλογή φωτογραφίας vlaxos)

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Ανοιχτοί Λογαριασμοί


Μια στεκιά στο μάτι του μοντεζούμα, Νίκος Νικολαΐδης, Greekworks.com, 2008, σελ. 440


Είναι το κύκνειο άσμα του Νικολαΐδη. Δεν πρόλαβε να το δει στα βιβλιοπωλεία. Πέθανε λίγο προτού να κυκλοφορήσει. Η ακριβή παρακαταθήκη του; Ναι, όπως άλλωστε κι ό,τι άλλο δημιούργησε. Έχουμε λοιπόν και λέμε.
Ήρωας ο Σπόρος. Κάτι απ’ τη μορφή του γνωστού τεντιμπόι των παλιών ελληνικών ταινιών, που τον γύριζαν κουρεμένο και μετανοημένο από γειτονιά σε γειτονιά προς δημόσιο παραδειγματισμό. Αλλά εκεί είχαμε την καρικατούρα του ανήσυχου εφήβου του ’50-’60 προς ικανοποίηση της μικροαστικής ηθικής. εδώ έχουμε την αυθεντική εκδοχή του ανήσυχου εφήβου του '50-’60 προς γελοιοποίηση της μικροαστικής ηθικής.
Διαπόμπευση υπάρχει, αλλά με άλλους όρους. Ο τεντιμπόι παίρνει την εκδίκησή του. Η απολαυστική χαρά της ζωής, που εκφράζεται μέσα απ’ τον ενστικτώδη αναρχισμό, την αλήτικη ξεγνοιασιά και την εσκεμμένη πρόκληση, στήνει απέναντι τις συντεταγμένες πορείες ζωής, που εκφράζονται μέσα απ’ τις ηθικές απαγορεύσεις, την υποκρισία και τη σεμνοτυφία, για να τις γιαουρτώσει. Κάθε σελίδα του βιβλίου και ένα ακόμα γιαούρτωμα, με τον ίδιο κάθε φορά θύτη. Το Σπόρο.
Μένει κάπου στα Τουρκοβούνια και συχνάζει σε μπιλιαρδάδικο. Φοράει μπλου τζιν και χορεύει rock ’n roll. Έχει τη δική του παρέα και χαίρεται το σεξ. Είναι ξαναμμένος για καβγά και δε χάνει ευκαιρία να προκαλεί. Ούτε το σχολείο ούτε οι σπουδές ούτε η δουλειά τον νοιάζουν. Ζει για το τώρα, έξω απ’ την υποβαλλόμενη ανησυχία για το μετά, και το ζει έντονα, έξω απ’ την επιβαλλόμενη νοοτροπία του μέτρου. Μ’ όλες τις δυσκολίες, τις απογοητεύσεις και τις ήττες που αυτό μπορεί να σημαίνει. Όπως και να ’χει, κερδισμένος βγαίνει. Αυτός τουλάχιστον έζησε τη ζωή του.
Μέσα απ’ την εξιστόρηση αυτής της ζωής, ο αφηγητής σκιαγραφεί το πορτρέτο μιας ολόκληρης γενιάς. Είναι η ροκ φυλή της δεκαετίας του ’60 που δεν πολυνοιάζεται να σώσει τον κόσμο, γιατί θέλει πρώτα να σώσει τον εαυτό της, και κατά συνέπεια στρέφεται εναντίον του κοινωνικού συντηρητισμού που της αρνείται ακόμη και αυτό το δικαίωμα στον εαυτό της. Υπάρχει όμως μια ορατή αδυναμία, που είναι ενδεχομένως συνειδητή, ίσως και ηθελημένη: ελλείψει πολιτικής συνείδησης, η αντίδραση υλοποιείται όχι μέσα από ιδέες αλλά από συναισθήματα, όχι μέσα από οράματα αλλά από στάσεις κι όχι μέσα από προτάσεις αλλά από αρνήσεις. Και αυτό, τελικά, σημαίνει ότι είναι μια εύκολα αφομοιώσιμη αντίδραση: το σεξ έχει ήδη αρχίσει να διατίθεται εμπορευματοποιημένο και το μπλου τζιν είναι αφ’ εαυτού ένα ακυρωμένο σύμβολο επανάστασης. Αναπόφευκτα, οι πιο πολλοί κουράζονται και αποσύρονται. Χωνεύονται απ’ το σύστημα. Άλλοι πάλι που θέλουν να ακολουθήσουν το όραμά τους χάνονται για πάντα. Κάποιοι πεθαίνουν από φυσικά αίτια.
Ο ήρωας φαίνεται να σώζεται. Τον σώζει η μετάβαση απ’ τον παρορμητισμό της πρώιμης εφηβείας στην ωριμότητα της στοχαστικής νιότης. Σαν να καταλαβαίνει ότι πήγε να χτίσει τη ζωή του με τα υλικά του παλιού κόσμου που υποτίθεται ότι γκρέμιζε. Στο δεύτερο μισό του βιβλίου υποχωρεί ο εγωισμός και η αυταρέσκεια, το νταηλίκι και ο μισογυνισμός, που τον χαρακτήριζαν σ’ όλο το πρώτο μισό. Τώρα υπάρχει η τέχνη κι η αγάπη. Τα πολιτικά γεγονότα δεν τα προσπερνά πλέον ξώφαλτσα ούτε και συμμετέχει με ελαφριά διάθεση. Τώρα τα πολιτικά γεγονότα τον συντρίβουν. Έχει πια επιβληθεί η δικτατορία.
Πρωτοπρόσωπη η αφήγηση, ορατά αυτοδιηγητική, καταιγιστική στην πλοκή της. Αποδίδει κατά βάση γραμμικά τη διαδοχή των γεγονότων και συνήθως εκκινεί από πρόδρομες αφηγήσεις που υποβάλλουν την αίσθηση της συνεχούς παρουσίας του χτες στο σήμερα και της μνήμης στη σκέψη. Η γλώσσα, άστικτη, επιθετική, τραχιά και ασθματική, απόλυτα στοιχισμένη με το περιεχόμενο, διατηρεί ολοζώντανο το ύφος της αργκό, αναδεικνύοντας την αισθητική διάσταση που μπορεί να έχει μια γλώσσα αμφισβήτησης.
Εν ολίγοις, ένα απολαυστικό μυθιστόρημα. Που δεν εξυμνεί, δε νοσταλγεί, δε νεκρολογεί μια γενιά. Ο Νικολαΐδης δε στέκεται σ’ απόσταση απ’ τη γενιά του. ο Νικολαΐδης είναι η ίδια η γενιά του. Ακριβέστερα εκείνο το κομμάτι που δεν απέθεσε τα όπλα και συνέχισε να προχωρά, συνομιλώντας με τις μνήμες, τις εμπειρίες, τις χαρές και τα λάθη της γενιάς του. Το βιβλίο του είναι η μεστή σύνοψη αυτής της συνομιλίας.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Δεν έχει σημαία στο μπαλκόνι μου

«Επετειακή» η ημερομηνία, σε αρκετά μπαλκόνια σηκωθηκαν τα λάβαρα της «εθνικής πιστοποίησης», στο δικό μας όμως δεν θα βάλουμε.
Είναι συνειδητή επιλογή,
επειδή:


  • θεωρώ τουλάχιστον υποκρισία, το να ανεμίζει κανείς ένα λάβαρο που - και καλά - προσδίδει «εθνική υπερηφάνεια και ταυτότητα», την ώρα που κατασκευάζεται κυρίως από ανασφάλιστους και εξαθλιωμένους λαθρομετανάστες, από τούρκικο κυρίως ύφασμα, σε παράνομα φασονάδικα Ελλήνων αεριτζήδων

  • είναι πολλά τα cayenne και τα SUV που κυκλοφορούν με ελληνικά σημαιάκια (πως λέμε δηλαδή, "φιλοπαναθηναϊκός Γαύρος = καμιά σχέση;;; Ε, αυτό ακριβώς)

  • το σπίτι δεν είναι ακόμη δικό μου. Είναι υποθηκευμένο για 30 χρόνια μέχρι να ξοφλήσω το δάνειο. Και στο κάτω – κάτω, σπίτι είναι όχι θαλαμηγός

  • είμαι της άποψης πως «αγώνες» και «νεκροί» θα έπρεπε να τιμώνται με επιδεικνυόμενες "συμπεριφορές" και όχι με "επετείους"

  • στην προσωπική μου αντίληψη και σε καθημερινή βάση, «Εγώ» είμαι η «ταυτότητά» μου

  • έχω το βίτσιο να μην με ενδιαφέρει το «φαίνεσθαι» αλλά το «είναι»

  • χρησιμοποιώ πολλές φορές την φράση «Έλληνας είσαι και φαίνεσαι» και μάλλον είναι κατανοητό ΜΕ ΠΟΙΑ ΕΝΝΟΙΑ (και δεν είναι η "καλή")

  • δεν έχω καμιά όρεξη να «συντάσσομαι» με Ρουσόπουλους, Βουλγαράκηδες, Βελόπουλους, Άδωνες, Βορίδηδες, Καρατζαφέρηδες, Μιχαλολιάκους και τους υπόλοιπους των «300». (Για την ακρίβεια, τα αισθήματα είναι "αμοιβαία": Όσο χεσμένο με έχουν αυτοί, άλλο τόσο τους έχω και εγώ...)

  • έχω ψάξει (και πιστοποιήσει) το γενεαλογικό μου δέντρο μέχρι επτά γενεές πίσω, αλλά μόνο από την «ανδρική» ρίζα του πατέρα μου. Που ξέρω τι έπαιξε στις υπόλοιπες ρίζες;;;

  • δεν νοιώθω «να έχω την νίκη στο DNA μου» και δεν φαντασιώνομαι γονιδιακή «υπεροχή» ή «περιούσιους» λαούς

Το «ζουμί» βέβαια, βρίσκεται στην συζήτηση που θα κάνω με τα παιδιά μου για να τους εξηγήσω…

Στην παρέλαση θα πάμε όμως και σημαιούλες θα τους πάρω (αν ζητήσουν)…


Α!! και ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ σε όσους και όσες γιόρταζαν χθες...

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Σκαλώματα


Σκάλωσα απόψε…

Σε αέρηδες και αλλοτινές οσμές
σε θύμησες- προσκυνήματα,
με ινδικά φουλάρια και φθινοπωρινές λιακάδες,
σε νότες σπασμένες,
σε στιγμές ακίνητες,
βαλσαμωμένες σε φωτογραφικό χαρτί

Αναγνωρίση στοιχείων ξανα στα γνώριμα ίχνη της ψυχής,
με την αίσθηση του "Ακόμη" στα υγραμένα χείλη,
κοιτάζω τα χάρτινα μάτια και αναρωτιέμαι πώς να΄ ναι τώρα…

Εδώ το μπουκαλάκι με το άρωμα Charlie,
εδώ το δαχτυλίδι,
το βραχιόλι το δερμάτινο με την γαλάζια πέτρα,
εδώ το ασημένιο μενταγιόν,
εδώ το ξεραμένο λουλουδάκι του Αντίο μας...

Κοριτσίστικα ονοματα,
Σαν θραύσματα άδολης αφέλειας
Θησαυροί θαμμένοι με ένα κόκκινο Χ πάνω τους, ποτέ να μην ξεχάσω…
Μεθυσμένα βήματα σε πλακόστρωτα σοκάκια
με ένα γέλιο πάνω στις ψυχές μας
και Φως το μέσα μας
Μια κρεμασμένη από τα ματόκλαδά μας υπόσχεση,
συνοδεία στις άτσαλες προσπάθειες να γίνουμε, να μάθουμε…

Μην κουνάς το κεφάλι και χαζογελάς, τα ξέρεις αυτά…

Αμέτρητα τα σκαλοπάτια στην σκάλα του εξανθρωπισμού μας,
ατέλειωτα τα γυμνάσματα στην εκγύμναση του Εγώ μας

Οι Χαμένες Ομορφιές, είναι αιτίες και αφορμές για το τώρα…

Χρωστάω πολλά σε πολλούς,
δεν μου χρωστάει κανείς τίποτα,
εντάξει... ίσως κανένα χαμόγελο

Μόνος εγώ υπόλογος και συνεχιστής
υπαίτιος και αλχημιστής
λυτρωτής και σαλεμένος
τιμητής και παραβάτης,
εσύ κομμάτι από το Τάμα μου,
έχω ανάγκη απλά να είσαι, για να μπορώ να είμαι


Μια εικόνα,
αγκαλιά σε αγουροξημερωμένους πράσινους λόφους,
με μια κουβέρτα για δύο
γνωρίζοντας και αψηφώντας προκλητικά ότι έρχεται
με άγνωστες ακόμη τις τύψεις και τις ενοχές
να παλεύουμε να αφουγκραστούμε την Ανατολή

Τακτοποιημένη αλλά θολή η ζωή στα σωσμένα του υπολογιστή μου,
Γεμάτα από άϋλα τα «Αγαπημένα» μου,
Σκόνες πια και σπασμένα είδωλα οι ένοικοι των Σκιών μου

Ελπίζω μοναχά να έμεινε κάτι καλό να θυμάσαι από το ταξίδι…