Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Κατευόδιο...

Νοιώθω πως στο χρωστάω…

Δεν είναι εύκολο όμως ρε συ φιλαράκι…
Ούτε και «φίλος» δεν ήσουν στην ουσία πανάθεμά σε…..

Τα «είπαμε» πολλές φορές και «μοιραστήκαμε» κουβέντες, σκέψεις, οράματα και προβληματισμούς, αλλά μονάχα μια φορά συναντηθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο…
Στο Χάος του Διαδικτύου, τι πιθανότητες μπορεί να έχει κανείς να πέσει πάνω σε «πραγματικούς» ανθρώπους;
Ειδικότερα δε, όταν κάποιος κάνει την «βουτιά» ως «νεόκοπος» σέρφερ, φορουμίστας, blogger (σαν και του λόγου μου δηλαδή), πηγμένος και μπουχτισμένος από τον αγώνα με τις συμβάσεις της ζωής, προσπαθώντας να διατηρήσει τα ψήγματα του κόσμου της εφηβείας του, ώστε να μην καταντήσει να ζει ζωή «εξ αντανακλάσεως», μέσα από την ζωή των παιδιών του και του περίγυρού του(όπως του λόγου μου δηλαδή…).
…με το άγχος της απόδειξης (στον ίδιο μου τον εαυτό πρώτιστα), πως «κρατάω ακόμα», «δεν παραδόθηκα», «δεν πρόδωσα», «δεν αλλοτριώθηκα»(τουλάχιστον όχι πολύ), «μπορώ ακόμη και τώρα»……
….να νοιώσω ξανά την καύλα του καινούριου, του μη συμβατικού και να δωθώ για άλλη μια φορά, στην πάλη για την υπερίσχυση του συναισθήματος, της ψυχής, του μη ορθολογικού, του «ανθρώπινου» γαμώ την μιζέρια μας μέσα, παρά να παραδοθώ άνευ όρων στο ήρεμο βάλτωμα της κινούμενης άμμου του «σήμερα», αναλογιζόμενος νοσταλγικά παρελθοντικές δόξες και παραλύοντας μπροστά στα επερχόμενα αυριανά αδιέξοδα….

Νοιώθω λοιπόν φίλε, ευθύνη να με βαραίνει….
…έχω την αδιόρατη αίσθηση πως συνέβαλα με τον τρόπο μου, στο να βγεις από την πολεμίστρα σου….
…άφησες κοντάρια, τόξα, σπαθιά και ασπίδα και είπες να «βγεις» να δεις πως θάβουμε τις ελπίδες μας, εμείς οι «νεκροζώντανοι»…
…και μας είδες να γελάμε με τα χάλια μας, με τα δυό μας πόδια μέσα στον λάκκο, με τα μέλη μας να πέφτουν ένα-ένα και να χαμογελάμε δήθεν ανέμελα, κάνοντας πως δεν μας ενοχλεί να βγάζουμε σε κοινή θέα τα χαλασμένα μας δόντια σε ένα σαπισμένο χαμόγελο…

….και ένοιωσες πως σε κοροϊδέψαμε….

Μάταια προσπαθήσαμε κερνώντας σε τσίπουρα να σε πείσουμε πως όλα τα σαπίσματα στο χαμόγελο, στο μυαλό και στο σώμα, δεν είναι αποτέλεσμα ακινησίας, αλλά πως κάποια είναι κακοφορμισμένες πληγές από περασμένες μάχες όταν ήμασταν και εμείς στρατιώτες «στο χαράκωμα»…
Δεν μπορούσες όμως να μοιραστείς πια νίκες και ήττες με «μισιακούς» συντρόφους…
…όχι από σιχασιά, αλλά από την μεγάλη σου λύπη για αυτούς, που έκαναν τα όπλα σου να βαραίνουν και τους στόχους σου να μπλέκονται και να θολώνουν……

Ζώστηκες ξανά την αρματωσιά, έριξες μια μούντζα στο κάστρο, στο νεκροταφείο και στο Πορνείο του, όπου πασαρέλα έβγαιναν στο τσιγκέλι λίγο μπούτι, λίγο στήθος και μερικά ολόκληρα οπίσθια,
έκαψες τα λάβαρά σου και τις θέσεις μάχης μπροστά στα θλιμμένα βλέμματα των νεκροζώντανων,
μάζεψες ακόμη και την σκιά σου,
κοίταξες προς τα πού βγαίνει ο Ήλιος σου αυτή την φορά
και κίνησες για άλλες μάχες, για την κατάκτηση των νοημάτων και των λέξεων…..

Όσοι σηκώσαμε χέρι να σε χαιρετίσουμε, μείναμε με το ένα πόδι στον λάκκο και το άλλο να πασχίζει να βγει έξω από αυτόν, να κοιτάζουμε τον ορίζοντα και τα καψαλισμένα χνάρια σου στα λιβάδια της Οργής και του Φαντασιακού….

Καλό δρόμο ρε…….

(Στον Γ....., έναν φίλο που δεν ήθελε να είναι…)

(Σημειολογικό παράδοξο: Το παραπάνω κείμενο, γράφτηκε στην πίσω όψη φωτοτυπιών ληγμένων λογαριασμών του ΟΤΕ, σήμερα το πρωί, ενώ όλη η γειτονιά είχε διακοπή ρεύματος και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι μπάζα και σκαμμένα…)

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007

Περπερούνα

Νοέμβρης μήνας και με δυο τρεις βροχούλες τη βγάλαμε. Πάλι καλά να λέμε. Καλύτερα βέβαια από πέρσι. Που πέρασε στεγνό και το φθινόπωρο, στεγνός και ο χειμώνας. Τι ήταν κι αυτό; Ξεραΐλα παντού. Τώρα όμως το ’πανε και στα κανάλια. Πολλή βροχή. Πλημμύρισαν τα καμένα της Πελοποννήσου, πάθανε ζημιές οι γεωργικές καλλιέργειες, ανέβηκε η στάθμη του ποταμού Έβρου. Ε, όσο να ’ναι, κάτι γίνεται. Ναι, αλλά είναι αρκετό;
Είναι τόσο αρκετό όσο μας πρέπει, είναι τόσο αρκετό όσο μας χρειάζεται και κυρίως είναι τόσο αρκετό όσο μας βολεύει. Γιατί πολύ μας βολεύει. Ακρίβυνε και το πετρέλαιο, κι ας είναι πλυμένο συνέχεια το αυτοκίνητο, και πιο άνετα χωρίς ομπρέλα. Οπότε χίλιες φορές καλύτερα έτσι. Με τις ηλιόλουστες μέρες, Χριστούγεννα από μπροστά, με τις δυο τρεις βροχούλες αραιά και πού και με το θερμόμετρο να παίρνει την ανηφόρα. Με τις γεωτρήσεις να τραβάνε υφάλμυρο νερό, με τις λίμνες να ανανεώνονται μόνο απ’ τους υπονόμους και με τους ποταμούς να μοιάζουνε ποτάμια. Με το φθινόπωρο να ψήνεται απ’ τους καύσωνες του καλοκαιριού, με το χειμώνα να διψάει απ’ την ανομβρία του φθινοπώρου και με την άνοιξη να ξεχρεώνει τα γραμμάτια του χειμώνα.
Αλλά και πάλι, τι να πεις; Αφού αυτά μας τύχανε και αυτά είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε. Μπορούμε κι αλλιώς; Συνηθίσαμε άλλωστε να τα ζούμε. Μια συνήθεια όλη η ζωή μας. Η συνήθεια να μαθαίνουμε να συνηθίζουμε. Ή αλλιώς, να συνηθίζουμε να μαθαίνουμε. Να μαθαίνουμε ό,τι μας μαθαίνουν. Ότι δηλαδή για όλα φταίει η απληστία του ανθρώπου, λες και η επιδίωξη του κέρδους δεν διογκώνεται στις δεδομένες κοινωνικές σχέσεις, ότι είναι ίσο το μερίδιο ευθύνης όλων, λες και ίδιο κακό είναι το κακό που προκαλείται απ’ το αυθαίρετο χαμόσπιτο του άστεγου και απ’ τις νομιμοφανείς μεζονέτες του οικοδομικού συνεταιρισμού, ότι η οικολογική καταστροφή είναι το αναπόφευκτο τίμημα της ανθρώπινης προόδου, λες και υπολόγισε ποτέ η καπιταλιστική ανάπτυξη την περιβαλλοντική παράμετρο. Και όταν πια το μαθαίνουμε καλά το μάθημά μας, είμαστε έτοιμοι να μάθουμε και το άλλο. Να μάθουμε να μας πείθουν. Ότι δηλαδή τη λύση θα την δώσουν οι επιστήμονες με την εναλλακτική τεχνολογία και ότι το πήρανε το μήνυμα οι εταιρίες, που κατασκευάζουν φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα, και ότι στο πρόγραμμα της κυβέρνησης υπάρχει πρόνοια και για τη φύση.
Και μαθημένοι και πεισμένοι. Και ζαλισμένοι απ’ το καθημερινό τρεχαλητό και ζεμένοι από τις τραπεζικές δόσεις. Οπότε, πού να σηκώσουμε κεφάλι; Εύκολο είναι; Καρφάκι δε μας καίγεται και σημασία δε δίνουμε. Και που πάμε κάτι λίγο να υποψιαστούμε, έρχονται τα κανάλια με τις απευθείας αναμεταδόσεις των βροχών για να μας ησυχάσουν. Να, ότι έβρεξε πολλή βροχή και ότι πλημμύρισε ο τόπος. Στα καμένα και στις καλλιέργειες και στον Έβρο.
Στο μεταξύ οι επόμενοι πόλεμοι, που όπως λέγανε παλιά, θα ’ναι για το νερό έχουν ήδη γίνει τωρινοί. Κανονική εκατόμβη. Κατά των τελευταίων φυσικών αντοχών, με σκοπό τη συσκότιση των πραγματικών αιτιών και των δυνατών λύσεων, προκειμένου να διατηρηθεί αυξημένη η κερδοφορία των επιχειρήσεων, σε βάρος της υγείας των ανθρώπων που πίνουν δηλητηριασμένο νερό, με τίμημα το μέλλον των επόμενων γενιών.
Ωραία λοιπόν. Και; Και τι κάνουμε τώρα; Θα το πω. Άλλο τι δε βλέπω, παρά μόνο εκείνο το ωραίο θρακιώτικο έθιμο στις περιόδους της ανομβρίας. Που στολίζανε με λουλουδάκια το ορφανό κοριτσάκι του χωριού και γυρίζανε οι φίλες της γύρω γύρω, τραγουδώντας «Περπερούνα περπατεί / το Θεό παρακαλεί / ρίξε, Θε μου, μια βροχή/ μια βροχή μια σιγανή…».

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

Υποδειγματική διδασκαλία (Λες και λες...)

Τα πράγματα είναι απλά.
Μπαίνεις μέσα βιαστικός. Αφήνεις την τσάντα στην έδρα, στέκεσαι απέναντί τους και τους κοιτάς. Τίποτα δεν άλλαξε. Όπως τους άφησες χτες και προχτές, όπως ήταν την προηγούμενη βδομάδα, όπως ήταν στη θέση τους και οι περσινοί και οι προπέρσινοι. Ίδιοι και απαράλλαχτοι. Στις θέσεις τους με σκυμμένα τα κεφάλια, τα βιβλία και τα τετράδια ανοιχτά, το στιλό στο χέρι. Το ξέρουν ότι δεν υπάρχει ούτε λεπτό για χάσιμο. Μια το μπερδεμένο πρόγραμμα, την άλλη οι καταλήψεις, την τρίτη οι αργίες, να κι οι εκδρομές. Δε βγάζουμε την ύλη, τους προειδοποιείς. Νοέμβρης μήνας και ακόμα με το Βιζυηνό πολεμάμε. Άλλα σχολεία τέλειωσαν το τρίτο κείμενο και ετοιμάζονται να μπουν στο τέταρτο, τα ιδιωτικά μπορεί και να ’χουν προχωρήσει παρακάτω. Κιχ δεν ακούγεται. Τους έχεις πείσει.
Ξεκινάμε. Τρεις, τέσσερις ερωτήσεις στα πεταχτά, καμιά απορία απ’ τα προηγούμενα, η εργασία που τους ανέθεσες. Κοιτάς το ρολόι. Πάει το δεκάλεπτο. Ξεφυσάς αγχωμένος και σηκώνεις τα μανίκια. Όχι δεν είναι για πάλεμα, όλα άνευρα, άλλωστε, εδώ μέσα. για ιατροδικαστική εξέταση είναι. Το πτώμα μπροστά σου κείτεται. Μες στα ανοιχτά βιβλία. Μες στα εφηβικά μυαλά τους. Κείτεται και σε περιμένει. Να το τεμαχίσεις. Βουρ και αρχίζεις την παράδοση του παρακάτω.
Διαβάζεις λέξη προς λέξη και σχολιάζεις. Κάτι για επαναφορές, για εγκιβωτισμούς και για ομοδιηγητικούς αφηγητές τούς εξηγείς. Λες, λες κι αυτοί γράφουν. Καμιά φορά ρωτάς κιόλας. Έτσι για να μην ξεχνιούνται. Κι ας ξέρεις ότι είναι παιδαγωγικά απαράδεκτο. Κι ας ξέρεις ότι είναι μορφωτικά άχρηστο. Κι ας ξέρεις ότι είναι λογοτεχνικά επιζήμιο. Σάμπως μόνο εσύ το κάνεις; Και όλοι οι άλλοι που διδάσκουν λογοτεχνία αλλά και εκείνοι των αρχαίων και των λατινικών και της έκθεσης και των μαθηματικών και και και… τα ίδια πάνω κάτω κάνουν.
Ναι, αλλά εδώ έχεις να κάνεις με τη λογοτεχνία. Που ζεματάει και καίει. Απ’ όπου κι αν την πιάσεις.
Οπότε σε πιάνει η στεναχώρια. Θα ’θελες να τους στείλεις στη σχολική βιβλιοθήκη για ψάξιμο, αλλά εκεί πάνε συνήθως του γυμνασίου και πολύ σπάνια της πρώτης λυκείου. Θα ’θελες να τους κάνεις αναγνωστική ομάδα να χαρούνε την απαγγελία, αλλά μόνο το γραπτό τους εξετάζεται στις πανελλαδικές. Θα ’θελες να τους βάλεις να ανοίξουν την ψυχή τους στα δικά τους κείμενα, αλλά οι λογοτεχνισμοί ποτέ δεν άρεσαν στους βαθμολογητές. Τι να κάνεις; Τι να κάνεις; Αρκείσαι στο να λες. Αρκείσαι στο να γράφουν. Γενικώς μαθαίνεις να αρκείσαι: στο βιβλίο του καθηγητή και στα βοηθητικά και στα ίδια ερμηνευτικά σχόλια που τους λες και στις αντιγραμμένες εργασίες που σου φέρνουν.
Πάει η στεναχώρια. Σκεπάστηκε από την πίεση της ύλης και απ’ τον ανταγωνισμό των φροντιστηρίων και απ’ την προσδοκία των μαθητών σου να περάσουν. Στη θέση της στεναχώριας φυτρώνει τώρα η ενοχή. Η ενοχή που ξέχασες να ερμηνεύσεις τη λειτουργία του κόμματος και παρέλειψες να μιλήσεις για το ενδοδιηγητικό επίπεδο αφήγησης και σ’ έπιασαν αδιάβαστο για το σχήμα του κύκλου. Αλλά πάλι, δεν πειράζει, σκέφτεσαι. Γιατί καλός είναι ο εκπαιδευτικός που αναγνωρίζει τις αδυναμίες του και βελτιώνεται απ’ τα λάθη του. Και εσύ, πρέπει να το ομολογήσεις, και τις αδυναμίες σου τις αναγνωρίζεις και τα λάθη σου τα βελτιώνεις. Οπότε του χρόνου θα τα πεις και αυτά και τα άλλα και πιο πολλά ακόμη. Να, όπως σ’ αυτούς που τους έχεις ήδη πει πιο πολλά απ’ ό,τι στους περσινούς και ακόμα πιο πολλά απ’ ό,τι στους προπέρσινους. Εδώ, εξάλλου, είναι το κριτήριο. Να τους τα λες και να τα ξέρουν για τις εξετάσεις. Όχι, αφελής δεν είσαι πια. Κανείς τους δεν πρόκειται να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία.
Και εσύ τους τα ’χεις πει. Όλα. Και για την επαναφορά και για τον εγκιβωτισμό και για τον ομοδιηγητικό αφηγητή. Για τα τελώνια όμως που κατοικούν στον κόσμο του Βιζυηνού αλλά και στο δικό τους κόσμο, για τη ρημαγμένη την ψυχή του Βιζυηνού αλλά και των σημερινών ανθρώπων, για τις δεισιδαιμονίες της εποχής του Βιζυηνού αλλά και των σημερινών των χρόνων, πότε επιτέλους θα μιλήσεις; Ε, πότε; Κάποτε. Πάντως, όχι τώρα. Τώρα είπες ήδη πολλά. Άλλωστε, δεν έχεις άλλο χρόνο. Η ώρα πέρασε. Το σαρανταπεντάλεπτο τελειώνει.
Κι αφήνεις το κείμενο παραπονεμένο, αυτούς ζαλισμένους κι εσένα εξαντλημένο. Φεύγεις. Ένα πικρό χαμόγελο διαγράφεται αμυδρό στα χείλη σου. Γιατί στο ’χουν πει κι αυτοί, όπως κι οι προηγούμενοι, όπως κι οι παραπροηγούμενοι.
Είστε καλός, πολύ καλός στη διδασκαλία των κειμένων κατεύθυνσης.
Αρχίζεις πια να το πιστεύεις. Σε βολεύει.
Αυγή, 23.11.07

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2007

ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ....


(Άλλο ένα χαμένο απόγευμα;....)

Είδα μια συνέλευση ΕΛΜΕ, με εγγεγραμμένα περίπου 4000 μέλη, να ψηφίζει «πλάνο δράσης» και «πλαίσιο διεκδικήσεων» με 65 νοματαίους….

Έψαχνα με το κυάλι κανέναν συνάδελφο της «Τεχνικής»…
(Προσωπικά, ίμαι ΚΑΙ στην ΟΛΤΕΕ και στην ΟΛΜΕ και στην ΔΕΗ και στην ΕΥΔΑΠ και στην ΑΕΚ….Πήχτρα στα προβλήματα ο μαζόχας….)

Τέντωνα μάτια, αυτιά, προσοχή, βούληση και καλή διάθεση στα «όρια», για να ακούσω κάτι που να με «αγγίξει», κάτι «πραγματικό», κάτι «σημερινό», κάτι «βαθύ», κάτι «λογικό», κατι ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ να πάρει ο διάκος…
(Τελικά κατάλαβα πως, οι πιθανότητες ήταν συντριπτικά υπέρ του να τεντωθεί άλλο σημείο του σώματος…)

Βίωσα ένα αίσθημα «DΕJÀ VU», ξαναγυρίζοντας στα φοιτητικά μου χρόνια, όταν οι «θέσεις» και τα «έδρανα» ήταν ταμπούρια «μάχης» και ο «εχθρός» ο συμφοιτητής….

Αφέθηκα στην άτονη πολυχρωμία του «λόγου», των «αιτιάσεων» και της «κομματικής πασαρέλας» που με καλούσαν να διαλέξω «συνολάκι»…..
(Δεν βρήκα κάτι του γούστου μου και βλέπω να την βγάζω πάλι με τζιν, μπότες και τζάκετ….)

Μέτρησα τα «κότσια» μου και τα βρήκα «λειψά» (την πίστη μου μέσα…), ασφυκτικά πιεζόμενος από την μονότονη σκέψη: «Αν τωρα σηκωθώ και αρχίσω τα μπινελίκια δεξιά και αριστερά, ΠΩΣ ΘΑ ΟΔΗΓΗΣΩ ΕΠΕΙΤΑ;»
(Καθότι, σπασμένα πλευρά και βουλωμένα μάτια, δεν βολεύουν στην οδήγηση…..)

Μου επιβεβαιώθηκε από την ΕΣΑΚ και το ΠΑΜΕ πως: «η επανάσταση θα γίνει σίγουρα!»…
(Εισιτήρια προπωλούνται σε όλες τις ΚΟΒΕΣ……)

«Ξεσκόνισα» λιγο τον Λένιν, με ένα «μίνι επαναστατικό σεμινάριο» ενός συναδέλφου των «Συσπειρώσεων»…..
(Είναι και τα 90χρονα της Οκτωβριανής φετος….Ε, «κόλλαγε»….Πολύ «σκόνη» μαζεύεται σε 90 χρόνια…)

"Θαύμασα" μια τσαμπουκαλεμένη ΔΑΚΕ που κοπανιότανε να φωνάζει «και εσεις 15 χρόνια, ξεχνάτε τι κάνατε;», ενώ μια άνευρη ΠΑΣΚΕ να δίνει την εντύπωση της «κλαίουσας» Ιτιάς…
(ε, ρε πως αλλάζουν οι καιροί μερικές φορές….)

Με έπιασε ακατάσχετη φαγούρα της γεννετήσιας περιοχής όταν πήραν να «ανάβουν τα αίματα» γύρω από το θέμα «κρίσεις διευθυντών»…
(Λες και αυτό είναι ΤΟ πρόβλημα.…..)

Μπούχτησα από αναλύσεις και διαφορετικές προσεγγίσεις περι «συστράτευσης», « συσπείρωσης», «συμμεοχή», «συμπαράταξης», «συμπόρευσης», «συμπίεσης», αμορτισερ, κλάξον, φρένα, τακάκια, εξατμίσεις ο «ΘΕΟΦΙΛΟΣ»…..

Συνειδητοποίησα ΞΑΝΑ πως η δεξια αλαζονεία έχει πολλές αριστερές ευθύνες….

Μέτρησα άδεις καρέκλες
(Πολλές…..μα πάρα πολλές….)

Κάποιοι συνάδελφοι «παλιές καραβάνες», ανέφεραν κάτι περί «σύγχησης» του εκπαιδευτικού κινήματος, κάποιοι λίγα για τις καταλήψεις και το νόημά τους, αρκετοί για το ασφαλιστικό και το 12χρονο σχολείο…..

….μετά, παρακολούθησα με κατάνυξη την ευλαβική αποκομιδή των «κουκιών» και την καταμέτρησή τους ως «πολύτιμων λίθων»
(Εκείνη η γυαλάδα στο μάτι ρε παιδί μου όταν μετριώνται τα «κουκιά», ίδια παραμένει, ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ….)

Σήκωσα χέρι και υπερψήφισα ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΦΟΡΑ, μια πρόταση μιας συναδέλφισσας των Αγωνιστικών Κινήσεων (που στα «άλλα» δεν με καλύπτουν), επείδή ήταν η ΜΟΝΑΔΙΚΗ που εστίαζε στο πρόβλημα της μη συμμετοχής, ενημέρωσης, δραστηριοποίησης των συναδέλφων.
(Στην ουσία, με «κομψό» τρόπο είπε για την «κατάντια» κάτι σαν: «ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ ΠΟΥ ΠΕΙΝΑΜΕ, ΚΑΥΛΩΝΟΥΜΕ ΚΙΟΛΑΣ…..)

Έκανα πέντε στριφτά τσιγάρα με κανονικό καπνό ( η άκρη μου στα Ζωνιανά κολλιέται τελευταίως…), ήπια μισό καφέ και ένα μπουκαλάκι νερό, έριξα μια «προβοκατόρικη» κλανιά, (ξέρετε, από εκείνες τις «αθόρυβες» που βγαίνουν «γουργουριστές» με «φάλτσο» και σκοτώνουν ότι κινείται σε ακτίνα 5 μέτρων) και ξεκίνησα για την έξοδο….
(Περίεργο πράγμα ρε ούπστη μου, ενώ εγώ σιχάθηκα τον εαυτό μου και τάχυνα το βημα να φύγω, τα «κουκιά» δεν χαμπάριασαν τίποτα!!!!...)

Έβγαλα το κομπολόϊ μου, μπήκα στο αυτοκίνητο και ΤΟΤΕ ΘΥΜΗΘΗΚΑ Ο ΜΑΛΑΚΑΣ ΓΙΑΤΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΧΩ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΩ ΣΕ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ….
(…και η βρόχα έπεφτε straight through…)

Y.Γ. 26 Νοεμβρίου έχει 24ωρη απεργία….

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

Κο-μάτια...



Νέα παιδιά, γύρω στα είκοσι, με το μωράκι τους φασκιωμένο (ναι ρε! Φασκιωμένο!) στην αγκαλιά, να μοιράζονται το κάθισμα του διαλυμένου τους τρίκυκλου, που αγκομαχώντας ξερνούσε τουλίπες μαύρου μέλλοντος και ανέχειας από την τρύπια εξάτμιση, κουβαλώντας στην καρότσα απομεινάρια ισχύος, τα παλιοσίδερα…

Κι όπως ο καρτο-φαμελιάρης και ο κινητο-μοναχικός κοιτάζουν τις βιτρίνες και πείθουν τους εαυτούς τους για την αναγκαιότητα ύπαρξης της «αγοράς» (για να αγοράζουν ύπαρξη), έτσι, ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΑ, κοιτάζανε τους κάδους μήπως δουν κανένα κομμάτι επιβίωσης να περισσεύει.

- Ε! παιδιά! Ρούχα θέλετε;
- Τι;
- Ρούχα λέω!.. παιδικά!...Θέλετε;
- Το ρωτάς ΑΦΕΝΤΙΚΟ;;!!! (Με γάμησε σου λέω! Με έσχισε σαν χασέ!)
- Περιμένετε δυο λεπτά……

Μια μεγάλη σακούλα παιχνιδάδικου, γεμάτη με ρούχα άρχισε να κατεβαίνει με ενοχή τις σκάλες.
(Βλέπεις, μεγαλώνουνε τα παιδιά!...
Θέλουν άλλα όνειρα να ζεσταίνονται πια και μένουν τα ρουχαλάκια τους σαν σημάδια – ψίχουλα της πορείας τους…)
Φώναζε η σακούλα θύμισες, φύσαγε ο αέρας έξω και το μωράκι κοιμόταν στις Ρομά φασκιές…

- Έλα φίλε! Καθαρά, πλυμένα και σιδερωμένα είναι! Πάρτα!

Ένα μόνο επιφώνημα, με στερεοφωνική απόδοση:

- Ωωωω!!

…..και τα βλέφαρά μου να μετρούν τις πλάκες του πεζοδρομίου, χαμηλωμένα από ολόκληρες ενοχές και αμηχανίες μιας μισής ευημερίας……
..μέχρι που σηκώθηκαν και ευθυγραμμίστηκαν με τα απέναντι….
….και αστράφτανε τα πρόσωπά τους και τα άσπρα χαμόγελά τους, και βγήκε φτερούγισμα το «Ευχαριστώ»….

…κούνησα το χέρι και γύρισα την πλάτη μου στην Αλήθεια…

…και που να δεις τα μάτια τους ρε συ!......

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2007

Εξομολογητικόν!

Δεν ξέρω τι εκλαμβάνει ο κάθε λογοτέχνης ως δικαίωσή του. Πάντως, για μένα πια ακούει στο όνομα Λυγερή... Φτάνει και με το παραπάνω. Να 'σαι καλά, Λυγερή.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

Στο ίδιο έργο θεατές...

Τα ίδια και τα ίδια. Χρόνια τώρα. Κει κοντά στις 17 Νοέμβρη. Λες και σταθερό ραντεβού το ’χουν. Το ραντεβού τους με την ιστορία. Με την πρόσφατη ιστορία. Αυτή, ντε, των πατεράδων τους. Κι ας είναι ετεροβαρής η σχέση που θέλουν να συνάψουν. Γιατί χούντα τότε, δημοκρατία σήμερα. «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία» τότε, για τα σβησμένα καλοριφέρ, τις τρίγωνες τυρόπιτες και τα διδακτικά κενά σήμερα. Με τους μαοϊκούς, τους τροτσκιστές και τους αναρχικούς τότε, με το Νίνο, τον Πετρέλη και τον Χατζηγιάννη σήμερα. Οπότε χαμένο το παιχνίδι. Απ’ την αρχή ακόμα. Είναι κι η χρονική απόσταση στη μέση που όλα τα διογκώνει και δυσθεόρατους πια τους δείχνει τους παλιούς. Πού να συγκριθείς μαζί τους;
Τα ίδια και τα ίδια. Χρόνια τώρα. Με τη συμπολίτευση να ρίχνει την ευθύνη στην αριστερά, τον υπουργό να παρουσιάζεται έτοιμος να δώσει λύσεις στα πρακτικά προβλήματα, τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να ανακοινώνει την αγωνία της πολιτείας για την απώλεια διδακτικών ωρών, τον πρωθυπουργό να διακηρύσσει πως λοκ άουτ δε χωρούν στο κοινωνικό αγαθό της μόρφωσης και όλοι μαζί από κοινού να προβαίνουν σε δραματικές εκκλήσεις για διάλογο, άνοιγμα των σχολείων και επιστροφή στα θρανία. Φιλόστοργη και πατρική η πολιτική εξουσία ξέρει να δείχνει κατανόηση, ξέρει να ακούει και πάνω απ’ όλα ξέρει να διαλέγεται. Τι κι αν ασκεί αφόρητες πιέσεις με τους διευθυντές, τι κι αν εκβιάζει με την ύλη, τι κι αν έχει σε ετοιμότητα τους εισαγγελείς, τι κι αν κρατάει σε εγρήγορση τα ΜΑΤ; Για το καλό των παιδιών το κάνει και αν μην το ξέρουνε αυτά.
Τα ίδια και τα ίδια. Χρόνια τώρα. Με την τηλεοπτική κάμερα κολλημένη στις υλικές ζημιές και τον δημοσιογραφικό λόγο να υπαινίσσεται σεξουαλικά όργια και χρήση ναρκωτικών. Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Η φοβική. Η άλλη είναι η γελοιογραφική. «Γιατί κάνετε καταλήψεις» ρωτούσε δημοσιογράφος, «εεεε, γιατί δεν αποκαταστάθηκαν οι ζημιές από την προηγούμενη κατάληψη και κρυώνουμε με τα σπασμένα τζάμια» η απάντηση τυχαίας μαθήτριας της Γκράβας. Κι ας υπάρχει συντονιστικό όργανο και εκλεγμένοι εκπρόσωποι των μαθητών και αποφάσεις γενικών συνελεύσεων και προκηρύξεις με δημοσιοποιημένες θέσεις. Εκεί αυτοί: «γιατί κάνετε κατάληψη;», «τι λέτε για τα παιδιά που δεν πηγαίνουν φροντιστήριο», «τις ζημιές ποιος θα τις πληρώσει;». Αθροίστε τη φοβική με τη γελοιογραφική εικόνα και έχετε την πετυχημένη συνταγή ιδεολογικού ελέγχου πρώτα των γονιών κι ύστερα όλου του κοινωνικού σώματος.
Τα ίδια και τα ίδια. Χρόνια τώρα. Χωρίς αιτήματα, χωρίς οργάνωση, χωρίς υποκινητές, χωρίς σκοπό. Για ένα γαμώτο; Για το χαβαλέ της υπόθεσης; Γιατί δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Αλλά όχι. Όσο κι αν βολεύει, όχι. Όχι, δεν θα ξεπέσουμε απ’ την πολιτική στην ηθικολογία, επειδή έτσι μας βολεύει, επειδή έτσι συνηθίσαμε, επειδή έτσι μας συμφέρει. Είναι μήνυμα οι καταλήψεις τους και ως τέτοιο παράγει, έστω και γραμμένο στην αργκό, ένα νόημα. Το συμπυκνωμένο νόημα της αντίδρασης για τη ματαιωμένη εφηβεία, το δωδεκάωρο και δεκαπεντάωρο του καθημερινού τρέχα, την ενύπνια απαγγελία των μαθημάτων της επόμενης μέρας, την ανούσια αναπαραγωγή του σχολικού βιβλίου κατά την πράξη της παράδοσης και της εξέτασης, την ολοκληρωτική αδυναμία έκφρασης, δημιουργίας και ανάληψης πρωτοβουλιών, τον υποβιβασμό της μορφωτικής λειτουργίας σε μηχανιστική μάθηση, την έκπτωση της γνώσης σε ποσοτικοποιημένη πληροφορία, τον ξεπεσμό των σχολείων σε σούπερ μάρκετ πληροφοριών και την ανάδειξη των πανελλαδικών εξετάσεων σε αποκλειστικό μέτρο και σκοπό όλης της μορφωτικής λειτουργίας.
Στο μεταξύ - αχάριστοι να μην είμαστε - η ιθύνουσα ηγεσία, δέκτης εδώ και χρόνια του ίδιου ξανά και ξανά μηνύματος, αποδεικνύεται πια έτοιμη και ικανή να προχωρήσει στην ικανοποίησή του: αξιολόγηση και ξανά αξιολόγηση, ιδιωτικοποίηση και ξανά ιδιωτικοποίηση, εξετάσεις και ξανά εξετάσεις, πληροφορίες και ξανά πληροφορίες. Στο κάτω κάτω έχει απόλυτο δίκιο. Οι καταλήψεις, μάλιστα, της δίνουν και ένα τρομερό επιχείρημα: «Βλέπετε τα ιδιωτικά; Φυλλαράκι δεν κουνιέται».
Αυγή, 18.11.07